Γιόζεφ Ρέβαϊ (Υπ. Πολιτισμού Λ.Δ. Ουγγαρίας): Λούκατς & Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός (πρόλογος Έρικ Χόμπσμπαουμ) (1950)

Πόσο γρήγορα προσαρμόζονται οι αντιλήψεις μας σε μια εντελώς νέα κατάσταση; Επίσης, οι παλιότερες αντιλήψεις μας για πράγματα και καταστάσεις πόσο επιδρούν στην εκτίμησή μας για τη νέα κατάσταση; Και αν δεν προβαίνουμε σε αυστηρό διαχωρισμό ανάμεσα στο παλιό και το νέο, στην προσπάθεια να μελετήσουμε το παρελθόν και να διατηρήσουμε την (υπαρκτή) συνέχεια με το παρελθόν, πόσο συμβάλλουμε στην πρόοδο; Πέραν του ιστορικού ενδιαφέροντος για τις απόψεις του Λούκατς, και τη σφριγηλή (παρ’όλα όσα λένε οι υστερικοί αντικομμουνιστές) ιδεολογική διαπάλη στη Λ.Δ. Ουγγαρίας τα πρώτα χρόνια ύπαρξής της, η μπροσούρα του Γιόζεφ Ρέβαι, πρωτεργάτη του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων τα χρόνια εκείνα στα ιδεολογικά και πολιτιστικά ζητήματα, απαντά και στα παραπάνω ερωτήματα.

***

Το βιβλίο του Γιόζεφ Ρέβαϊ “Λούκατς & Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός” ολοκληρώνει μια συζήτηση που διεξάγεται στην Ουγγαρία και αλλού στην ανατολική Ευρώπη,για πάνω από ένα χρόνο. Το ζήτημα είναι μεγάλης σημασίας: οι προοπτικές των συγραφέων σε μια Λαϊκή Δημοκρατία που βαδίζει προς το σοσιαλισμό. Έτσι, το δοκίμιο του Ρέβαϊ αξίζει, σε κάθε περίπτωση, να διαβαστεί, παρά τη μη εξοικείωσή μας με τους Ούγγρους συγγραφείς που πραγματεύεται ή την Ουγγρική λογοτεχνική σκηνή. Οι ξένοι αναγνώστες έχουν, ωστόσο, έναν ειδικό λόγο να το μελετήσουν. Η συζήτηση στην Ουγγαρία έχει, κυρίως, επικεντρωθεί στο έργο ενός ανθρώπου, του καθηγητή Γκέοργκ Λούκατς, από τη Βουδαπέστη, του οποίου η φήμη ως μαρξιστή ακαδημαϊκού και μελετητή της λογοτεχνίας είναι παγκόσμιας εμβέλειας. Άρχισε με μια επίθεση στο βιβλίο του “Λογοτεχνία & Δημοκρατία”, από έναν βετεράνο μαρξιστή, τον καθηγητή Λάσλο Ρούντας. Τελείωσε με περισσότερη κριτική προς το Λούκατς από μέλη του Πολιτικού Γραφείου του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων, το Μάρτον Χόρβαθ και το Γιόζεφ Ρέβαϊ, καθώς και απότον Αλεξάντρ Φαντέγιεφ, σοβιετικό συγγραφέα. Ο Λούκατς, από την πλευρά του, άσκησε μια αυτοκριτική σε ένα μακροσκελές άρθρο.

british-historian-eric-ho-014-1976

Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ (09/06/1917 – 01/10/2012) (φωτό κατά τη δεκαετία του ’70)

Σίγουρα πρόκειται για μια μάχη που βγήκαν τα μεγάλα όπλα, γιατί ο Λούκατς είναι ένας άνθρωπος πολύ διακεκριμένος, και γενικά θεωρείται ως ο πιο επιφανής μαρξιστής συγγραφέας για την αισθητική και την ιστορία της λογοτεχνίας εκτός ΕΣΣΔ. Οι άγγλοι αναγνώστες μπορούν τώρα να κρίνουν την ποιότητά του από τις “Μελέτες για τον Ευρωπαϊκό Ρεαλισμό” που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Ο γιος εύπορων ανθρώπων, ο Γκέοργκ Λούκατς βοήθησε να εισάγει τον Ίψεν, το Στρίντμπεργκ και το “νέο δράμα” στην ουγγρική σκηνή πριν από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και έκανε το όνομά του γνωστό με μελέτες όπως η “Εξέλιξη του Σύγχρονου Δράματος” (1908), έναν τόμο δοκιμίων στο “Ψυχή και Μορφή” και “Θεωρία της Νουβέλας” (1916). Αυτές βρίσκονταν στο συνήθη δρόμο της ακαδημαϊκής γερμανικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας των αρχών του 20ού αιώνα, οι οποίες κάπως έτειναν προς τον ιρασιοναλισμό. Ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος μετασχημάτισε τον ιδεαλισμό των Χαϊδελβεργιανών ημερών του σε μαρξισμό (παρότι, για να είμαστε ειλικρινείς, ο Λούκατς ακόμα γράφει κάπως σαν γερμανός υφηγητής φιλοσοφίας). Κατά την περίοδο της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας του 1919 είχε γίνει Επίτροπος για την Παιδεία, και αργότερα πέρασε τα χρόνια της εξορίας στην κεντρική Ευρώπη και τη Μόσχα. Η φήμη του ως μαρξιστή μεγάλωσε με την “Ιστορία & Ταξική Συνείδηση” (1923) η οποία έχει δεχτεί πολλές κριτικές, όμως, πάνω από όλα, με τη μακρά σειρά μελετών του για την κλασική Γερμανική, Γαλλική και Ουγγρική λογοτεχνία. (Αυτά είναι τα “ακαδημαϊκά έργα πολύ υψηλού επιπέδου” που ο Μάρτον Χόρβαθ εγκωμιάζει, βλ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Μάης 1950, σ. 154). Η επιρροή του τόσο σε μαρξιστές όσο και σε κάποιους μη μαρξιστές διανοούμενους είναι μεγάλη. Ο Τόμας Μαν, για παράδειγμα, έχει πρόσφατα αποδεχτεί την ερμηνεία του Λούκατς για τη νουβέλα του, “ Δρ. Φάουστους”. Μετά την απελευθέρωση, ο Λούκατς εκλέχτηκε στην έδρα της Αισθητικής στη Βουδαπέστη.

Καθώς οι δυτικές κρίσεις για τα ανατολικοευρωπαϊκά ζητήματα είναι αρκετά υστερικές στις ημέρες μας, αξίζει να θυμόμαστε ότι η κριτική προς το Λούκατς δεν είναι κάτι το νέο. Κατά τα 30 τελευταία έτη, διάφορες πτυχές του έργου του (όμως, σε καμία περίπτωση, ολόκληρου) έχουν δεχτεί κατά καιρούς, ενίοτε δριμείες επιθέσεις από άλλους μαρξιστές εντός και εκτός ΕΣΣΔ. Έχει επικριθεί χωρίς να τον στείλουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ή να τον “καταδικάσουν σε σιωπή”. Η δήλωση του Ρέβαϊ είναι, αν μη τι άλλο, επίσημη: “Το Κόμμα εκτιμά ό,τι είναι αξιόλογο, και θεωρεί το Σύντροφο Λούκατς ότι είναι άξιος”. Παραμένει καθηγητής Αισθητικής. Περίπου 40.000 λέξεις έχουν γραφτεί κατά τη συζήτηση πριν από τη συνόψιση που κάνει ο Ρέβαϊ στο βιβλίο, και επομένως, είναι αδύνατο να δώσουμε μια περίληψη όλων των φάσεων της συζήτησης. Ούτε είναι απαραίτητο. Η αρχική επίθεση, η οποία ήταν ευρεία και κάπως έβαλε αδιάκριτα, έχει τώρα περιοριστεί και γίνει πιο συγκεκριμένη από τις πιο πρόσφατες κριτικές: ο Λούκατς παραδέχτηκε τη δύναμη των κύριων κριτικών, παρότι δεν άλλαξε τα γενικά του επιχειρήματα (εξού και οι νέες επιθέσεις)· και το άρτιο και ισορροπημένο δοκίμιο του Ρέβαϊ συνοψίζει όλα τα βασικά σημεία της συζήτησης.

Ο Ρέβαϊ, ωστόσο, γράφει ως μαρξιστής για μαρξιστές. Καθώς η οπτική του είναι σαφώς μη οικεία στους περισσότερους μη μαρξιστές που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία στη Βρετανία, αξίζει ίσως να πούμε δύο λόγια για αυτό. Το καθήκον των κομμουνιστών που οικοδομούν τη νέα κοινωνία, όπως το βλέπει είναι “να εντάξουν τη λογοτεχνία στην όλη ζωή των εργαζομένων, από την οποία αυτή είχε αποσπαστεί μέσα από μια διαδικασία αιώνων, και να θέσουν τη λογοτεχνία στην υπηρεσία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και της κοινωνικής παιδείας”.

a_aaaamolukacsO Γκεόργκ Λούκατς (13/04/1885 – 04/06/1971)

Όχι μόνο ο Ουίλιαμ Μόρις (ο οποίος θα μπορούσε να είχε γράψει αυτή τη δήλωση), αλλά και ο Μπάνιαν και ο Μίλτον, o Δάντης και ο Λούθηρος, ο Ντιντερό, ακόμα και o Γουόρντσγουορθ θα μπορούσαν να το είχαν καταλάβει αυτό τέλεια, παρότι ο κ. Τ. Σ. Έλιοτ ίσως όχι. Ο μαρξιστής διαφέρει από τους προηγούμενους ως “αρχιτέκτονας ανθρώπινων ψυχών” (Στάλιν) στο ότι βλέπει την αναδημιουργία της λογοτεχνίας ως ένα συνειδητά και συλλογικά σχεδιασμένο έργο υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η ίδια η αρχή της “υψηλά συνειδητής δημιουργίας” (σε αντίθεση με το “δημιουργικό αυθορμητισμό”, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χόρβαθ), επίσης δεν είναι κάτι το νέο. Η ιδέα ότι ο συγγραφέας πρέπει, όπως στο μαντείο των Δελφών, να γράφει απλά μόνο και ό,τι η ατομική του έμνευση υπαγορεύει, ότι θα πρέπει να μην δημιουργεί “κατά παραγγελία” – ή, τέλος πάντων, όχι βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών – ή να μην αναγνωρίζει κανέναν κανόνα πέρα από τη δημιουργική του ορμή, είναι μία παροδική εκτροπή της αστικής κοινωνίας των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. (Οι κριτικοί του 21ου αιώνα, αναμφίβολα, θα επισημαίνουν ότι η συγγραφή που παράγεται από “ελεύθερη προσωπική έμπνευση” στην καθαρότερή της μορφή, όχι μόνο δεν είναι έντονα ατομική, αλλά είναι εξαιρετικά τυποποιημένη. Οι εικόνες και τα πρότυπα των νεότερων βρετανών ποιητών, για παράδειγμα, θα είναι δύσκολα να διαχωριστούν από τα “μοναδικά προσωπικά ειδύλλια” των σταρ του Χόλιγουντ εντός ή εκτός οθόνης, τα οποία είναι μαζικά παραγόμενες εκδοχές του ίδιου πράγματος).

Όμως – και εδώ αγγίζουμε τμήμα της διαμάχης για το Λούκατς – η αλλαγή από την παρακμάζουσα αστική στη νέα σοσιαλιστική αντίληψη για τη λογοτεχνία θέτει ορισμένα σοβαρά προβλήματα. Πώς ακριβώς ο συγγραφέας που μεγάλωσε στις παλιές παραδόσεις πρέπει να κάνει το απαραίτητα μεγάλο, και ενίοτε μη βολικό, άλμα στο νέο; Ποια πρέπει να είναι η μορφή και το περιεχόμενο της νέας λογοτεχνίας; Πώς πρέπει η σχεδιασμένη ηγεσία σε αυτά τα ζητήματα να ασκείται; Σε όλα αυτά τα σημεία, ο Ρέβαϊ και άλλοι διαφωνούν με το Λούκατς.     

Του έχει ασκηθεί κριτική για το ότι έχει θολώσει τον αυστηρό διαχωρισμό ανάμεσα στο παλιό και το νέο, και ιδίως για το ότι έχει χάσει από την οπτική του την πρόοδο προς το σοσιαλισμό, στην προσπάθειά του να διατηρήσει τη συνέχεια με το παρελθόν. Για παράδειγμα, δεν επισημαίνει ότι ακόμα και η ανώτατη μορφή αστικής συγγραφής, το μεγάλο κλασικό μυθιστόρημα, δεν μπορεί απλώς να γίνει το πρότυπο για τη νέα λογοτεχνία, η οποία έχει διαφορετικό και πιο φιλόδοξο ρόλο στην κοινωνία· επίσης, εξαιρετικά άκριτα αποδέχεται να εντοπίζει προοδευτικές ή αντικαπιταλιστικές στάσεις τους σύγχρονους λογοτέχνες της μόδας. (Ο Ρέβαϊ, φυσικά, επικρίνει εξίσου σφόδρα και το αντίθετο λάθος στο οποίο υποπίπτουν σεχταριστές κομμουνιστές, οι οποίοι υποτιμούν και αγνοούν την αστική κληρονομιά).

md3803842317Ο Λούκατς, περαιτέρω, επικρίνεται για τις επιφυλάξεις του για την “κομματική ηγεσία”. Ο Ρέβαϊ συμφωνεί ότι αυτή δεν μπορεί να ασκείται με “σπρώξιμο από τα πάνω, διαταγές και μπούλινγκ”, και γνωρίζει εξίσου καλά με το Λούκατς τους κινδύνους του σεχταρισμού. Ένα μεγάλο τμήμα στο δοκίμιό του αφιερώνεται στην επίθεση σε αυτόν. Από την άλλη, ισχυρίζεται, δεν είναι αρκετό για τον κομμουνιστή συγγραφέα να συγκρούεται, όπως προτείνει ο Λούκατς, παράλληλα με την πρώτη γραμμή μάχης. Όπως όλοι όσοι οικοδομούν μία νέα σχεδιασμένη κοινωνία – την πρώτη στην οποία ο άνθρωπος διαφεντεύει τις τύχες του – έχει ιδιαίτερα καθήκοντα σε κάθε στιγμή, τα οποία υλοποιεί, όχι επειδή διατάζεται, αλλά επειδή ως μαρξιστής κατανοεί τη σημασία τους και, επομένως, τα μετασχηματίζει σε μια καλή λογοτεχνία. (Όπως ακριβώς ο Ζακ-Λουί Νταβίντ ήταν ένας καλύτερος ζωγράφος γιατί οι ζωγραφιές του αναπαρήγαγαν τις καθημερινές του ανησυχίες ως ενός δραστήριου και υπεύθυνου Ιακωβίνου).

Είναι αλήθεια ότι, στην πράξη, το πρόβλημα δεν επιλύεται με το να διατυπώνεται σωστά. Η δυσκολία δεν έγκειται τόσο στην αυστηρή ή σεχταριστική κομματική καθοδήγηση, στην “κομμουνιστική αλαζονεία”, στους ανθρώπους που θέλουν να “δημιουργήσουν μια νέα σοσιαλιστική λογοτεχνία (…) με διοικητικά μέτρα” (οι φράσεις είναι του Ρέβαϊ). Το δοκίμιο του Ρέβαϊ αποδεικνύει ξεκάθαρα με τι ευθύνη, εύρος γνώσης και κουλτούρας, καθώς και ευελιξία, οι ιθύνοντες Ούγγροι κομμουνιστές πραγματεύονται το πρόβλημα του συγγραφέα. Έγκειται μάλλον στην δύναμη με την οποία ένας και πλέον αιώνας “αστικής” παράδοσης λογοτεχνικής δημιουργίας και λογοτεχνικών αξιών δεσμεύει τους συγγραφείς που μεγάλωσαν με αυτή, ή ακόμα τους επισκιάζει.

Εδώ βρίσκεται πράγματι το κύριο σημείο της συζήτησης. Η διαφορά ανάμεσα στο Λούκατς και τους κριτικούς του για τη μορφή και το περιεχόμενο της νέας συγγραφής το αντανακλά. Δεν είναι ενθουσιασμένος για τις ηρωϊκές, τις υπεράνθρωπες, τις εμψυχωτικές πτυχές της σοσιαλιστικής λογοτεχνίας που οι σοβιετικοί συγγραφείς αποκαλούν “επαναστατικό ρομαντισμό”. Ενδιαφέρεται κυρίως για αυτές τις σύνθετες, μισοσυνειδητές συγκρούσεις ανάμεσα στο συγγραφέα και την κοινωνία, και μέσα στην προσωπικότητα του συγγραφέα, οι οποίες αντανακλούν τις αντιθέσεις του καπιταλισμού: αυτό που ο Χόρβαθ ξεκάθαρα αποκάλεσε “το σύμπτωμα του Μπαλζάκ”. Είναι αυτό που αυτό αναζητά στη σοσιαλιστική λογοτεχνία, ενώ, όπως οι Χόρβαθ και Ρέβαϊ υποστηρίζουν, αυτό εμφανίζεται στη φύση των πραγμάτων, μόνο ως ένα σύμπτωμα μετάβασης. Δεν υπάρχει αντιδικία για ατομικά γούστα, γιατί το ζήτημα δεν έχει να κάνει με ατομικές προτιμήσεις, ή ατομικές αισθητικές αρετές: αν, για παράδειγμα, η “Θύελλα” του Έρενμπουργκ είναι καλύτερο μυθιστόρημα από τον “Μπαρμπα – Γκοριό” του Μπαλζάκ. Το ζήτημα – τέλος πάντων, αυτό με το οποίο οι Χόρβαθ και Ρέβαι ασχολούνται – είναι το εξής: Τι είδους βιβλία θα πρέπει ο συγγραφέας να δημιουργεί προκειμένου να βοηθήσει να μετασχηματιστεί η ανθρωπότητα, στις ιδιαίτερες συνθήκες της σημερινής Ουγγαρίας; Η επιτυχία του δεν θα πρέπει να κρίνεται από τον αριθμό “αριστουργημάτων” που έχει δημιουργήσει ανά δεκαετία, αλλά από την επιτυχία του να κάνει το έργο του κτήμα, και να διαπαιδαγωγεί και να αλλάζει το λαό του. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά: Ο Λούκατς ισχυρίζεται: Ο μαρξισμός είναι τα Ιμαλάια μπροστά σε όλες τις άλλες κοσμοαντιλήψεις. Αλλά το λαγουδάκι που πηδά στις κορυφές τους δεν είναι, κατά συνέπεια, μεγαλύτερο, από τον ελέφαντα που βρίσκεται στις πεδιάδες. Το φλέγον ζήτημα για το Ρέβαϊ και το Χόρβαθ δεν είναι να συγκρίνουν το μέγεθος που έχουν λαγουδάκια και ελέφαντες, είτε είναι είτε όχι στα Ιμαλάια, αλλά να δείξουν στους συγγραφείς το δρόμο προς μία ιδέα περί τέχνης “μέσα από την οποία ανεβαίνει στην ολότητά της (των λαγών συμπεριλαμβανομένων) ασύγκριτα υψηλότερα, και πάει ακόμα παραπάνω από όσο η τέχνη στην πιο ανθηρή περίοδο της αστικής τάξης” (Χόρβαθ). Η μόνη σοσιαλιστική κοινωνία, η ΕΣΣΔ, μπορεί μόνη της να δείξει το δρόμο προς αυτό.

the-second-congress-of-the-hungarian-workers-party-mdp-jozsef-revai-on-the-rostrum-hungarian-national-museum-historical-photograph-archivesΟ Γιόζεφ Ρέβαϊ (12/10/1898 – 04/08/1959) στο 2ο συνέδριο του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων (1951) (φωτό)

Αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα που πιάνει η όλη συζήτηση. (Επί τη ευκαιρία, είναι συζήτηση, και όχι, όπως πιστεύουν δυτικοί κριτικοί, “διαταγή από τα πάνω”). Ο μαρξιστής πολιτικός αξιωματούχος παρεμβαίνει στη συζήτηση, όχι επειδή θέλει να επιβάλλει τα ατομικά του γούστα, ούτε ισχυρίζεται ότι έχει ειδικές γνώσεις συγγραφής, αλλά γιατί οι Ούγγροι κομμουνιστές συγγραφείς δεν έχουν ως τώρα πραγματευτεί τα έργα τους σωστά ως μαρξιστές. Εισακούεται, γιατί οι Ούγγροι συγγραφείς δεν πιστεύουν στη θεωρία περί αισθητικής που, από τον Γουίστλερ ως τον κ. Ρέιμοντ Μόρτιμερ, λένε ότι “μόνο ο καλλιτέχνης μπορεί να κρίνει την τέχνη”· γιατί πιστεύουν, μαζί με τον επαναστάτη Σέλλεϋ, ότι οι μεγάλοι ποιητές είναι αυτοί που “το σύνολο των δημιουργιών τους έφερε σε μιαν ορισμένη και καταληπτή σχέση τη γνώση, το συναίσθημα και τη θρησκεία της εποχής που έζησε και των εποχών που την ακολούθησαν: σε μια ανάπτυξη σύμμετρη με την ανάπτυξή τους”. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο σχεδιάζει αυτή την ανάπτυξη, μπορεί και πρέπει να εκφέρουν γνώμη επί αυτού. Εισακούεται, τέλος, εξαιτίας της προσωπικής γνώσης και ικανότητας που εκπλήσσει κάθε αμερόληπτο αναγνώστη του δοκιμίου του Γιόζεφ Ρέβαΐ.

Έρικ Χόμπσμπαουμ

***

Γιόζεφ Ρέβαϊ : “Λούκατς & Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός”

1.Επί πολλούς μήνες υπάρχει μια δημόσια συζήτηση για τις λογοτεχνικές αισθητικές θεωρίες του Γκεόργκ Λούκατς. Αυτή η διαμάχη έχει μια σοβαρή απήχηση σε διεθνείς κύκλους όπως και στην Ουγγαρία.

Στη Δύση, προσπάθησαν να “συμμετέχουν” σε αυτή τη λογοτεχνική-ιδεολογική διαμάχη διαδίδοντας τη φήμη ότι η “εκτέλεση” του συντρόφου Λούκατς στόχευε στην πλήρη εξάλειψη κάθε σύνδεσης ανάμεσα στην ουγγρική και τη δυτική λογοτεχνία και ότι η “εξολόθρευση” του συντρόφου Λούκατς σημαίνει τον εξαναγκασμό σε σιωπή του τελευταίου εκπροσώπου ενός λογοτεχνικού “στάνταρντ”, κλπ.

Δεν είναι αναγκαίο να αντιπαρατεθούμε με αυτές τις ανοησίες των εκπροσώπων του ιμπεριαλισμού. Δεν χρειάζεται να αναφερούμε στο γεγονός ότι τα θέατρά μας παίζουν τα δράματα του Μολιέρου και του Σαίξπηρ, ότι μόλις πρόσφατα μία πλήρης ουγγρική έκδοση των δραμάτων του Ρακίνα εκδόθηκε, ότι εκδίδουμε Μπαλζάκ, ότι παρουσιάζουμε στη σκηνή τα έργα του Σω, ότι διαβάζουμε Αραγκόν, Ελιάρ, Τζακ Λόντον, Μαρκ Τουαίην και Τόμας Μαν, και ότι ήμαστε παρόντες στους εορτασμούς για το Γκαίτε και τον Ανατόλ Φρανς. Όσον αφορά το σ. Λούκατς χαίρει άκρας υγείας. Δεν ασχολούμαστε όταν οι επίσημοι ψεύτες των δυτικών διασπορέων φημών θέλουν να αποκαλούν μια οξεία και ανηλεή, όμως εντελώς θεωρητική κριτική, “εκτέλεση”, “εξολόθρευση” και “εξαναγκασμό σε σιωπή”. Θα ήταν πολύ διδακτικό για το σ. Λούκατς να μάθαινε ποιοι είναι αυτοί που τον υποστηρίζουν, τι επιχειρήματα χρησιμοποιούν και ενάντια σε ποιον τον υποστηρίζουν.

Τι προκάλεσε αυτή τη φιλολογική (όχι όμως εντελώς για φιλολογικά ζητήματα) διαμάχη, και ποιοι είναι οι λόγοι που την έθεσαν στην ημερήσια διάταξη;

Υπάρχουν τρεις κύριοι λόγοι.

Πρώτα από όλα, αναγνωρίζουμε τους κινδύνους από την ιδεολογική και πολιτιστική μας καθυστέρηση, και έχουμε αρχίσει να αναζητούμε αν υπάρχουν καποιοι υποκειμενικοί, όπως και αντικειμενικοί παράγοντες για αυτό· αν υπάρχουν ή όχι καποιες εσφαλμένες και βλαπτικές αντιλήψεις στις τάξεις μας.

Δεύτερον, σε σχέση με την εξέλιξη της Λαϊκής Δημοκρατίας μας σε δικτατορία του προλεταριάτου, κατέστη απαραίτητο να αναθεωρήσουμε τη θεωρητική γραμμή μας και να διορθώσουμε και να εξαλείψουμε μερικές παλιές και συγκεχυμένες έννοιες, όπως τις αντιλήψεις και τις τάσεις που, έστω και σε ένα πρόωρο στάδιο, θεωρούσαν τη Λαϊκή Δημοκρατία ως έναν ιδιαίτερο δρόμο και σύστημα, έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.

Τρίτον, όχι όμως ήσσονος σημασίας ζήτημα, καθώς εμείς ενισχύαμε τη σχέση μας με τη Σοβιετική Ένωση – το πρότυπο και το δάσκαλό μας – και κάναμε το λαό να συνειδητοποιήσει αυτό, αναγκαστικά προέκυψε το ζήτημα του ρόλου της σοβιετικής κουλτούρας (και λογοτεχνίας) στη δημιουργία μιας νέας Ουγγρικής σοσιαλιστικής κουλτούρας. Ήταν απαραίτητο, επομένως, να μελετήσουμε αν υπήρχαν καποιες αντιλήψεις στις τάξεις μας, οι οποίες υποεκτιμούσαν τον καθοδηγητικό και υποδειγματικό ρόλο της σοβιετικής κουλτούρας, και έτσι εμπόδιζαν και καθυστερούσαν την ανάπτυξη της δικής μας Ουγγρικής σοσιαλιστικής κουλτούρας (και λογοτεχνίας).

marton-horvath

Ο Μάρτον Χόρβαθ (08/10/1906 – 07/06/1987) (φωτό)

Τέλος, η όξυνση του ταξικού πολέμου, τόσο στη χώρα μας όσο και σε διεθνές επίπεδο, η αύξηση της πολιτικής και ιδεολογικής επαγρύπνησης, η αυξανόμενη απαίτηση για θεωρητική σταθερότητα, η αναζήτηση των σημείων που κρυβόταν ο εχθρός στο πολιτιστικό μέτωπο – όλα αυτά αποτέλεσαν τους λόγους που οδήγησαν στη συζήτηση για καποιες από τις απόψεις του συντρόφου Λούκατς. Εκείνες οι απόψεις δεν μας βοηθούσαν, την εργατική τάξη και το Κόμμα, αντικειμενικά, αλλά βοηθούσαν όσους ταλαντεύονταν, όσους ήταν διστακτικοί να αποδεχτούν την πολιτική του Κόμματος, και τελικά βοηθούσαν των εχθρών.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι ο σύντροφος Λούκατς συνειδητά βοήθησε τον εχθρό, ούτε σημαίνει πως όλα όσα έχει πει και γράψει κατά τα τελευταία χρόνια ήταν λάθος και κακά. Επ’ ουδενί δεν σημαίνει αυτό.

Όμως το γεγονός δεν αλλάζει ότι υπήρχε καποια ορισμένη συνοχή στις εσφαλμένες απόψεις του, ότι καποια καλά ορισμένη τάση εκφραζόταν στις λογοτεχνικές δράσεις του, και ότι από πολιτικοϊδεολογική άποψη, αυτή η τάση δεν μπορεί να θεωρείται κάτι άλλο από δεξιά τάση.

Οι παρακάτω παρατηρήσεις δεν στοχεύουν να επαναλάβουν ή να συνοψίσουν όλα όσα έχουν ειπωθεί κατά τη συζήτηση αυτή. Δίνω έμφαση μόνο σε ό,τι άλλοι έχουν ήδη δώσει έμφαση: Το Κόμμα εκτιμά ό,τι είναι αξιόλογο, και θεωρεί το Σύντροφο Λούκατς ότι είναι άξιος. Το Κόμμα προσβλέπει στις μελλοντικές δραστηριότητές του και θεωρεί επιθυμητό να πάρει μέρος στη λογοτεχνική και ιδεολογική ζωή, ασκώντας όμως σοβαρή και συνεπή αυτοκριτική.

2.Ο σ. Λούκατς έχει ήδη ασκήσει αυτοκριτική. Αυτή, αναμφίβολα, ήταν ένα βήμα εμπρός, όμως δεν διείσδυσε αρκετά σε βάθος και δεν ήταν επαρκώς συνεπής.

Στην αυτοκριτική του, ο σ. Λούκατς αναφέρεται στο γεγονός ότι τα άρθρα για τα οποία υπάρχει διαφωνία είχαν γραφτεί το 1945 και το 1946, όταν η όλη κατάσταση ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από τη σημερινή. “(…) άρχισα με τη μορφή και το περιεχόμενο του πνεύματος το οποίο εκείνη την εποχή ήταν ζωντανό στους Ούγγρους διανοούμενους και στον Ουγγρικό κόσμο των γραμμάτων (…) Ακόμα και σήμερα είμαι πεπεισμένος ότι σε πλήθος ζητημάτων προχώρησα σωστά. Από την άλλη, ωστόσο, βλέπω ότι σε πάνω από μία περιπτώσεις ξέφυγα πολύ μακριά από αυτή τη βάση, από την ιδεολογική κατάσταση της εποχής εκείνης, και δεν συνήγα τα συμπεράσματα από αυτό επαρκώς σύντομα. (…) Αυτός ο υπέρμετρος τρόπος προσαρμογής του τρόπου έκφρασής μου στις ιδεολογικές συνθήκες που επικρατούσαν αμέσως μετά την απελευθέρωση είχε, ήδη, εκείνη την εποχή, την επιζήμια συνέπεια (…) τέτοιες εκφράσεις να μπορούν ενίοτε να χρησιμοποιούνται από ταλαντευόμενους αργόστροφα αντιστεκόμενους διανοούμενους για να δικαιολογήσουν τη δική τους αντίσταση.”.

Και ο σ. Λούκατς επαναλαμβάνει: “Τέτοιο ιδεολογικό μίγμα προέκυψε από την προσαρμογή του τρόπου έκφρασής μου με τόσο ανισόρροπο τρόπο προς την τότε υπάρχουσα κατάσταση”.

Ωστόσο, το να έχει κανείς αφετηρία μία δεδομένη κατάσταση δεν είναι καθόλου λάθος. Δεν είναι αυτό που προσάπτουμε στο σ. Λούκατς. Δεν τον επιπλήττουμε επειδή είχε διακηρύξει ένα “λογοτεχνικό ενιαίο μέτωπο” το 1945-46 και για το ότι κάλεσε στη δημιουργία μιας συμμαχίας των δημοκρατικών Ούγγρων συγγραφέων. Η κριτική προς τις απόψεις του Λούκατς θα ήταν λάθος και αριστερίστικη παρέκκλιση αν του πρόσαπτε ότι δεν είχε διατυπώσει το σύνθημα περί σοσιαλιστικού ρεαλισμού το 1945. Αν το Κόμμα δεν έθεσε το σύνθημα για άμεσο πολιτικό και οικονομικό αγώνα για το σοσιαλισμό, στην πολιτική και οικονομική μάχη, δεν θα μπορούσε, φυσικά, να εγκαλεί, αναδρομικά, το σ. Λούκατς επειδή δεν πάλεψε κατευθείαν για σοσιαλισμό στο λογοτεχνικό μέτωπο το 1945. Το ζήτημα με το οποίο έχουμε να κάνουμε είναι ζήτημα προοπτικής. Το Κόμμα, επίσης, απέφυγε να προκαλέσει τη δεξιά πτέρυγα του Κόμματος των Μικροϊδιοκτητών το 1945-46, και δεν επιθυμούσε να δηλώσει στις εκλογές του 1945 (όπως ο Φέρεντς Νάγκι και οι συνεργάτες του εύχονταν) ότι ο αγώνας διεξαγόταν για το σοσιαλισμό. Όμως, ταυτόχρονα, δεν αρνιόταν τον αγώνα για σοσιαλισμό, δεν παρατούσε την προοπτική αυτού του αγώνα για σοσιαλισμό, και, στον καθημερινό αγώνα, αύξανε την επίθεσή του στα καπιταλιστικά στοιχεία στην πολιτική και την οικονομία, διατηρώντας έτσι τον αγώνα για το σοσιαλισμό σταθερά στην ατζέντα. Έτσι οδήγησε στην αλλαγή της κατάστασης στην Ουγγαρία, προς μια σοσιαλιστική κατεύθυνση, και ανέπτυξε τη Λαϊκή Δημοκρατία σε Διχτατορία του Προλεταριάτου.

515

Ο Γιόζεφ Ρέβαϊ στην προσωρινή Εθνοσυνέλευση το Σεπτέμβρη του 1945 ανάμεσα στο Λάσλο Ράικ και το Ματίας Ράκοσι (φωτό)

Όλη αυτή η αλλαγή, ωστόσο, δεν υπήρχε στη λογοτεχνική σκοπιά του σ. Λούκατς. Τα συνθήματά του στο λογοτεχνικό μέτωπο δεν προσαρμόζονταν στα αυξανόμενα οξεία και δυναμικά πολιτικά και οικονομικά συνθήματα του Κόμματος.

Το 1948 και το 1949, ο Λούκατς πάλευε στο λογοτεχνικό μέτωπο για τους ίδιους στόχους για τους οποίους πάλευε το 1945 και το 1946. Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει αυστηρός παραλληλισμός ανάμεσα στις εξελίξεις στο λογοτεχνικό μέτωπο και την πολιτική· όμως υπάρχει καποιος παραλληλισμός και, επομένως, έχουμε το δικαίωμα να αναρωτιόμαστε σε τι πράγμα στο πολιτικό μέτωπο αντιστοιχούσαν οι αγώνες του Λούκατς στο λογοτεχνικό μέτωπο, όταν οι εξελίξεις στο πολιτικό μέτωπο είχαν οδηγήσει από τα αντιγερμανικά συνθήματα του Μετώπου Εθνικής Ενότητας στο σύνθημα “Η χώρα είναι δική σας, οικοδομήστε τη για εσάς”; Σε τίποτα. Ο σ. Λούκατς παρέμεινε εκεί όπου βρισκόταν. Ακόμα χειρότερα, έκανε βήματα πίσω. Όταν το Κόμμα όξυνε την πάλη ενάντια στους καπιταλιστές, όταν – την άνοιξη του 1949 – φτάσαμε και ξεπεράσαμε το σημείο καμπής, έστριψε προς τα δεξιά, και άρχισε να αγωνίζεται, όχι για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, αλλά ουσιαστικά ενάντια σε εκείνες τις λογοτεχνικές τάσεις και τους εκπροσώπους τους που, καλώς ή κακώς, εκπροσωπούσαν την ανάπτυξη προς το σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Είναι όλα αυτά τυχαία; Όχι, δεν είναι τυχαία. Όλα αυτά σχετίζονται με τις ψευδαισθήσεις του Λούκατς για τη Λαϊκή Δημοκρατία, και αυτές οι ψευδαισθήσεις καθόρισαν τις θεωρίες του για τη λογοτεχνία της Λαϊκής Δημοκρατίας. “Το κλειδί της κατάστασης”, έγραφε ο Λούκατς το 1946, “έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχει μια νέα δημοκρατική κουλτούρα που αναπτύσσεται σε όλη την Ευρώπη, χωρίς αλλαγή στην υλική βάση της κοινωνίας, μια αλλαγή στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής”. “Η αρχή της Λαϊκής Δημοκρατίας”, έγραφε το 1947, “ιδίως στην Ουγγαρία, αλλά και σε άλλες χώρες, ακόμα, μόλις που αρχίζει να στερεώνεται, και ακόμα και αν υλοποιήσει τους στόχους της, δεν έχει πρόθεση να καταργήσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και, επομένως, δεν στοχεύει στη δημιουργία μιας αταξικής κοινωνίας”.

Θα μπορούσα να συνεχίσω να αναφέρω κι άλλες τέτοιες απόψεις, όμως δεν το θεωρώ απαραίτητο.

Είναι όλα αυτά εκ παραδρομής; Είναι μόνο ο σ. Λούκατς που δεν είχε ξεκαθαρίσει το ζήτημα των προοπτικών, το χαρακτήρα και την ανάπτυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας, όταν εκείνη την εποχή – 1945-47 – αυτά δεν είχαν ξεκαθαριστεί πλήρως ούτε από το Κόμμα; Αν αυτό ήταν όλο, δεν θα άξιζε να αναφέρουμε την εσφαλμένη διατύπωση του σ. Λούκατς σε μια φιλολογική-θεωρητική διαμάχη. Όμως δεν είναι αυτό το ζήτημα. Μία Λαϊκή Δημοκρατία, η οποία ούτε καν προτίθεται να δημιουργήσει το σοσιαλισμό, η οποία ούτε καν θέλει να αγγίξει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής – αυτές οι αντιλήψεις είναι κάτι παραπάνω από ορισμένες συγχύσεις στο ζήτημα της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Ο σ. Λούκατς θεωρούσε μια παροδική και προσωρινή κατάσταση ως απόλυτη και τελική, και υιοθέτησε τη γραμμή ότι η Λαϊκή Δημοκρατία, ως τέτοια, ήταν διαφορετική από τις αστικές (ή “τυπικές”) δημοκρατίες, επομένως μπορούσε να παραμείνει και να καταστεί μόνιμη στο έδαφος του καπιταλισμού. Δεν χρειάζεται περαιτέρω απόδειξη ότι αυτά θεωρητικά συνθέτουν ένα μεταξωτό πουγκί απ’ της γουρούνας το αυτί και ότι, πρακτικά, αποτελούν μια βλαπτική οπορτουνιστική άποψη.

Όμως ποια η καταγωγή αυτών των απόψεων; Η καταγωγή τους ήταν ότι ο σ. Λούκατς ξέχασε, κατά τον αγώνα ενάντια το φασισμό, τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Η καταγωγή τους βρίσκεται στο γεγονός ότι, όχι μόνο κατά τη δραστηριότητά του κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά ήδη, προ πολλού, όταν πάλευε ενάντια στην ιμπεριαλιστική παρακμή, προσπάθησε να αντιπαραβάλλει τις παλιές πληβειακές λαϊκές επαναστατικές μορφές και παραδόσεις της αστικής δημοκρατίας στον φασισμό, με το να γενικεύσει, να τις εξιδανικεύσει και να τις ανάγει σε μυθολογία. Επίσης ξέχασε ότι αυτή η “πληβειακή” δημοκρατία ήταν ήδη μόνο ένα μεταβατικό στάδιο το 1792, και ότι η θεωρία του Λένιν το 1905 για επαναστατική δικτατορία των εργατών και των αγροτών στην αστικοδημοκρατική ρωσική επανάσταση δεν μπορούσε να αποσπαστεί από τη θεωρία του για την εξέλιξη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική επανάσταση.

Στο βάθος της λογοτεχνικής θεωρίας του σ. Λούκατς η οποία ουσιαστικά αντιπαρέθετε τη μεγάλη αστική ρεαλιστική παράδοση με την ιμπεριαλιστική παρακμή και τη φασιστική ιδεολογία, κρυβόταν η σκέψη για επιστροφή σε μια “πληβειακή δημοκρατία” ως μια κατάσταση μόνιμου χαρακτήρα.

Ναι, είναι αλήθεια ότι ο σ. Λούκατς πάλεψε ενάντια στους λογοτεχνικούς και φιλοσοφικούς εκπροσώπους του “τρίτου δρόμου”, στην Ουγγαρία και διεθνώς. Όμως ο προσανατολισμός του προς την πληβειακή δημοκρατία η οποία δεν αγγίζει τα θεμέλια του καπιταλισμού και η οποία, επομένως, δεν αποτελεί μετάβαση προς τον σοσιαλισμό, τον έκανε επίσης, θέλοντας ή μη, έναν ιδιαίτερο εκπρόσωπο του “τρίτου δρόμου”. Αυτό εκφράστηκε στη λογοτεχνική του θεωρία, στον προσανατολισμό του προς τον κλασικό αστικό ρεαλισμό, που, σε αντίθεση με την αστική ιμπεριαλιστική παρακμή, και το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, έθεσε ως παράδειγμα που πρέπει να ακολουθηθεί και που αναγκαστικά αναλάμβανε το ρόλο ενός τρίτου δρόμου στη λογοτεχνική εξέλιξη.

Αυτό είναι το ζήτημα, και όχι ότι το 1945 ο σ. Λούκατς, στις “εκφράσεις [του] προσαρμόστηκε υπέρμετρα στην τότε δεδομένη κατάσταση”. Αυτή είναι η βάση της θέσης του, κι όχι μόνο υποχωρήσεις στην ορολογία. Να γιατί ο Λούκατς επικρίνει την “τυπική” δημοκρατία, όχι όμως την αστική δημοκρατία. Όσοι είναι εξοικειωμένοι με την ιστορία του Ουγγρικού κομμουνιστικού κινήματος γνωρίζουν ότι οι λογοτεχνικές απόψεις του σ. Λούκατς την περίοδο 1945-49 είναι στενά συνδεδεμένες με τις προηγούμενες πολιτικές του απόψεις, τις οποίες προωθούσε στα τέλη της δεκαετίας του ’20 αναφορικά με την πολιτική εξέλιξη της Ουγγαρίας και τη στρατηγική του Κομμουνιστικού Κόμματος. Είναι τυχαίο το ότι ο Λούκατς, στην κριτική του για το μυθιστόρημα του Τίμπορ Ντέρι το Γενάρη του 1948 αποκαλεί ολόκληρο το παράνομο κίνημα στην Ουγγαρία “σεχταριστικό”; “Η αδυναμία του παράνομου κομμουνιστικού κινήματος”, έγραφε ο Λούκατς, “παρ’ όλες τις ηρωικές του προσπάθειες, οφειλόταν όχι μόνο στην καταστολή που δεχόταν απ’ έξω αλλά και στην επιρροή μιας σεχταριστικής ιδεολογίας που κατευθυνόταν προς τα έξω και προς τα μέσα”.

laszlo-rudas2Ο Λάσλο Ρούντας (21/08/1885 – 29/04/1950) (φωτό)

Όχι, το παράνομο κίνημά μας δεν ήταν “αδύναμο” και όχι ολόκληρο “σεχταριστικό”. Φαίνεται “σεχταριστικό” για το σ. Λούκατς γιατί θεωρεί την κομμουνιστική πολιτική η οποία προηγήθηκε της πολιτικής του για το Λαϊκό Μέτωπο, και η οποία είχε ως στρατηγικό στόχο τη Διχτατορία του Προλεταριάτου, ότι ήταν σεχταριστική, και θεωρεί σωστή την κομμουνιστική πολιτική μόνο από την στιγμή που άρχισε ο αγώνας ενάντια στο φασισμό, την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου και όταν τέθηκε ως στρατηγικός στόχος η Λαϊκή Δημοκρατία. Ξεχνά ότι εδώ επρόκειτο περί ιστορικής στροφής που ήμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε, εξαιτίας της φασιστικής πίεσης, και όχι απλώς για μια αλλαγή θέσεων από μια εντελώς λάθος, εντελώς σεχταριστική πολιτική γραμμή σε μια σωστή λαϊκή πολιτική.

Για να επιστρέψουμε στη λογοτεχνία: δεν προσάπτουμε στο Λούκατς ότι αντιπαραθέτει τους μεγάλους συγγραφείς του κλασικού αστικού ρεαλισμού προς την ιμπεριαλιστική παρακμή. Αυτό από μόνο του θα ήταν λάθος. Όταν καταδίκαζε το φουτουρισμό και άλλες παρακμιακές σύγχρονες λογοτεχνικές τάσεις, ο Λένιν, επίσης, αναφερόταν στον Πούσκιν και τον Τολστόι. Σε ό,τι ο Λούκατς έγραψε για την ιμπεριαλιστική παρακμή, αντιπαραθέτοντάς τη με τους μεγάλους κλασικούς ρεαλιστές, υπάρχουν πολλά που είναι πολύτιμα και μόνιμα. Όμως όλα αυτά επικρέμονταν στον ουρανό, δεν μπορούσαν να γίνουν κάτι πραγματικά γόνιμο από πλευράς λογοτεχνικής και πολιτικής ανάπτυξης, γιατί είχαν αποσπαστεί από τη σοσιαλιστική προοπτική ανάπτυξης. Τι θα μπορούσε η Ουγγρική λογοτεχνία να κάνει με το σύνθημα του Λούκατς το 1945: “Όχι Ζολά, αλλά Μπαλζάκ”; Και τι θα μπορούσε να κάνει με το σύνθημα που διατύπωσε το 1948: “Όχι Πιραντέλο και Πρίστλεϊ, αλλά Σαίξπηρ και Μολιέρο”; Τίποτα στη γη. Ακόμα κι αν το 1945 δεν ήταν εφικτό να τεθεί το μαχητικό σύνθημα για σοσιαλιστικό ρεαλισμό στην ουγγρική λογοτεχνία, θα ήταν εφικτό να υποστηριχτούν καλύτερα – ακόμα και να επικριθούν – οι παλιοί και νέοι προλετάριοι συγγραφείς που επιθυμούσαν να σχηματίσουν την ηγεμονία της προλεταριακής λογοτεχνίας. Θα ήταν εφικτό να επικριθούν πιο αυστηρά τα ελλείμματα και οι ταλαντεύσεις των δημοκρατικών συγγραφέων, θα ήταν εφικτό να διεξαχθεί μια αυξανόμενη πάλη ενάντια στην αστική εχθρική λογοτεχνία.

Τέλος, αλλά όχι ήσσονος σημασίας, θα ήταν εφικτό να πραγματευτεί πιο βαθιά τη σοβιετική λογοτεχνία, θα ήταν εφικτό να την εκλαϊκεύσει. Και αυτό θα έπρεπε να γίνει πολλώ δε μάλλον επειδή εκείνη την εποχή δεν ήταν εφικτό να διατυπωθεί το μαχητικό σύνθημα για σοσιαλιστικό ρεαλισμό για την ουγγρική λογοτεχνία. Ήταν μόνο αυτό, η εκλαΐκευση και η σοβαρή ανάλυση και μελέτη της σοβιετικής λογοτεχνίας που θα μπορούσε, εκείνη την εποχή, να είχε δώσει μια σοσιαλιστική προοπτική στην εξέλιξη της λογοτεχνίας της Λαϊκής Δημοκρατίας μας, αφού δεν ήταν ακομα εφικτό για πολιτικούς-τακτικούς λόγους να τεθεί το μαχητικό σύνθημα για σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

3.Ο σ. Λούκατς, στην αυτοκριτική του, παραδέχεται ότι το μεγαλύτερο λάθος του ήταν το εξής: “Στις λογοτεχνικές μου δραστηριότητες, η ανάλυση των κλασικών του ρεαλισμού, και η κριτική της παρακμής έλαβε συγκεκριμένη μορφή, ενώ, από την άλλη, αναφερόμουν στη σοβιετική λογοτεχνία μόνο με υπονοούμενα και διακηρύξεις”. Ο σ. Λούκατς ελπίζει “ότι θα είμαι σε θέση να διορθώσω αυτές τις σοβαρές παραβλέψεις μου”. Έχει ήδη κάνει κάποιες προσπάθειες να διορθώσει αυτά τα σφάλματα, κάτι το οποίο είναι, βέβαια, θεμιτό. Η αυτοκριτική του, ωστόσο, δεν πηγαίνει αρκετά βαθιά και δεν είναι επαρκώς συνεπής. Ο Λούκατς εξηγεί τη σιωπή του αναφορικά με τη σοβιετική λογοτεχνία ως εξής: “Η γνώση μου για τη σοβιετική λογοτεχνία είναι σαφώς λιγότερη από όση έχω για άλλες λογοτεχνίες”. Είναι αυτό αλήθεια; Ο Λούκατς σαφώς γνωρίζει, για παράδειγμα, τη γερμανική καλύτερα από τη σοβιετική λογοτεχνία. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το κύριο πρόβλημα. Όταν ζούσε στη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του ’30 πήρε μέρος στις φιλολογικές διαμάχες εκεί και έκανε παρατηρήσεις πάνω στα βασικά προβλήματα της σοβιετικής λογοτεχνίας. Δεν είναι πιο πιθανό ότι η σιωπή του στο ζήτημα της σοβιετικής λογοτεχνίας κατά τη δεκαετία του ’40 στην Ουγγαρία συνδέεται με τις παρατηρήσεις του για τα προβλήματα της σοβιετικής λογοτεχνίας που έκανε κατά τη δεκαετία του ’30 ευρισκόμενος στη Μόσχα;

Πιστεύουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα και ότι δεν είναι απλώς ένα ζήτημα έλλειψης γνώσης από πλευράς Λούκατς. Η διαμάχη σήμερα για τις λογοτεχνικές θεωρίες του σ. Λούκατς είναι η συνέχιση της διαμάχης στη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του ’30: και ο σ. Λούκατς έχει επίσης δημοσιεύσει πλήθος άρθρων του στο βιβλίο του “Τα προβλήματα του ρεαλισμού” στην Ουγγαρία, στα οποία πραγματεύεται τα προβλήματα της σοβιετικής λογοτεχνίας και που προκάλεσαν έντονες συζητήσεις εκείνη την περίοδο.

tibor-deryΟ αφηγηματογράφος Τίμπορ Ντέρι (18/10/1894 – 18/08/1977) (φωτό)

Ποιο ήταν το πρόβλημα; Ουσιαστικά ο Λούκατς επέκρινε την αστική παρακμή και τη σοβιετική λογοτεχνία από τη σκοπιά του κλασικού αστικού ρεαλισμού. Το μπολσεβικικό Κόμμα και οι σοβιετικοί συγγραφείς πάντοτε επέκριναν αυστηρά τα λάθη και τα ελλείμματα της σοβιετικής λογοτεχνίας προκειμένου να βοηθήσουν την ανάπτυξή της. Όμως αυτές οι κριτικές και οι αυτοκριτικές είχαν ως αφετηριακό σημείο την ανωτερότητα της σοβιετικής λογοτεχνίας και το θεωρητικά ανώτερο επίπεδο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού σε σύγκριση με την αστική λογοτεχνία. Στην περίπτωση του Λούκατς, ωστόσο, αυτό απλούστατα δεν υπήρχε. Το 1936, για παράδειγμα, έγραφε επικρίνοντας τη μέθοδο περιγραφής της αστικής παρακμής: “Από τη μια, η τρομακτική ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας μας, η γρήγορη επέκταση της προλεταριακής δημοκρατίας, η ανάδυση από τις μάζες του λαού ενός σημαντικού αριθμού ατόμων με μεγάλες δυνάμεις πρωτοβουλίας, η σταθερή ανάπτυξη του προλεταριακού ουμανισμού από τις εργαζόμενες μάζες και τους ηγέτες τους κλπ, όλα αυτά έχουν τεράστια και επαναστατική επίδραση στη συνείδηση των καλύτερων διανοούμενων του καπιταλιστικού κόσμου. Από την άλλη, βλέπουμε ότι η λογοτεχνία μας απέχει πολύ από το να είναι σε θέση να εξαλείψει τις καταστρεπτικές αποφύσεις της παρακμάζουσας αστικής τάξης” (Προβλήματα Ρεαλισμού). Ή: “Μπορούμε σωστά να θέσουμε το ερώτημα αν η κριτική που έχουμε κάνει για τις απλώς παρατηρητικές και ως επί το πλείστον περιγραφικές μεθόδους της αστικής λογοτεχνίας μετά το 1848 μπορεί να ασκηθεί επίσης στη σοβιετική λογοτεχνία; Δυστυχώς, πρέπει να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα καταφατικά”. Πρέπει να κρατήσουμε ότι αυτό που ο Λούκατς θεωρεί (και όχι αβάσιμα) το κύριο χαρακτηριστικό της αστικής παρακμιακής λογοτεχνίας είναι η μέθοδος της απλής παρατήρησης και περιγραφής, σε αντίθεση με τη μέθοδο της αφήγησης και της δημιουργίας χαρακτήρων. Και τότε η εικόνα που είχε για τη σοβιετική λογοτεχνία είναι ξεκάθαρη: αυτή η λογοτεχνία είναι κατώτερης τάξης από τον κλασικό αστικό ρεαλισμό και, όσον αφορά ουσιαστικά το χαρακτήρα, σχετίζεται με τη λογοτεχνία της αστικής παρακμής. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με παρόμοια αποσπάσματα, είναι όμως απαραίτητο; Δεν είναι ήδη ξεκάθαρο ότι ο Λούκατς υποεκτίμησε τη σοβιετική λογοτεχνία, έδωσε μια λάθος και παραποιημένη εικόνα για αυτή και, παρ’ όλες τις ελλείψεις και τα λάθη διαφόρων έργων, δεν κατάλαβε τι ήταν νέο στην παγκόσμια ιστορία και τι έθετε τη σοβιετική λογοτεχνία, σαν σύνολο, πάνω από όλη την αστική λογοτεχνία, συμπεριλαμβανομένου του κλασικού ρεαλισμού;

Τώρα πρέπει να επιστρέψουμε τη θεωρία του Λούκατς περί άνισης ανάπτυξης. Είναι πολύ γνωστό ότι ο Λούκατς, προσπαθώντας να ερμηνεύσει το Μαρξ, είπε: “Δεν είναι καθόλου απαραίτητο κάθε οικονομική και κοινωνική άνοδος να ακολουθείται από μια άνοδο στη λογοτεχνία, τις τέχνες, τη φιλοσοφία κλπ, και δεν είναι καθόλου απαραίτητο για μια κοινωνία που βρίσκεται σε ανώτερο οικονομικό επίπεδο να κατέχει ένα υψηλότερο επίπεδο λογοτεχνίας, τεχνών, φιλοσοφίαας κλπ από μια κοινωνία με χαμηλότερο οικονομικό επίπεδο”(Οι θεωρίες λογοτεχνίας των Μαρξ και Ένγκελς). Ο σ. Ρούντας ρώτησε το σ. Λούκατς αν εφάρμοζε τη θεωρία του περί άνισης ανάπτυξης και σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, όπως η Σοβιετική Ένωση, ο Λούκατς άμεσα δήλωσε όχι, ότι δεν την εφάρμοζε. Πιστεύω ότι αυτή η δήλωση ήταν πρόωρη. Αυτό που μόλις ανέφερα από το βιβλίο του “Προβλήματα Ρεαλισμού” δεν είναι τίποτε άλλο από μια περιγραφή άνισης ανάπτυξης ακριβώς στη Σοβιετική Ένωση. Κατά το Λούκατς, η σοσιαλιστική οικονομία, η προλεταριακη δημοκρατία και ο σοσιαλιστικός ανθρωπισμός αναπτύσσονται θαυμάσια στη Σοβιετική Ένωση. Η σοβιετική λογοτεχνία, ωστόσο, δεν είναι ακόμα σε θέση να εξαλύψει τις αποφύσεις της καπιταλιστικής παρακμής. Αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από επέκταση και εφαρμογή του νόμου περί άνισης ανάπτυξης στη χώρα του σοσιαλισμού. Αυτό αναφέρθηκε από τον ίδιο το Λούκας όταν εισήγαγε το παραπάνω απόσπασμα με την ακόλουθη πρόταση: “Βλέπουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα αλλά, για εμάς τους συγγραφείς, κάπως ντροπιαστική αντίφαση, η οποία προκαλείται από την άνιση ανάπτυξη”. Γιατί ο Λούκατς τόσο βιαστικά ανακαλεί το 1949 ό,τι όχι μόνο είπε το 1945 αλλά και είχε δηλώσει ήδη το 1936;

Αυτή η “άνιση ανάπτυξη” που ο Λούκατς περιγράφει αναφορικά με την οικονομία και τη λογοτεχνία της Σοβιετικής Ένωσης είναι, φυσικά, μια παραποιημένη εικόνα. Δεν προκύπτει, ωστόσο, ότι ο νόμος της άνισης ανάπτυξης απλώς παύει να υπάρχει στο σοσιαλισμό, ούτε προκύπτει ότι ο νόμος της άνισης ανάπτυξης, όπως ο Λούκατς ισχυρίζεται ισχύει για τις ταξικές κοινωνίες. Δεν υπάρχει καμία κοινωνία που βρίσκεται σε ένα οικονομικά υψηλότερο επίπεδο από αυτή που προηγείται, και η οποία ωστόσο να έχει κατώτερου επιπέδου κουλτούρα. Ο μαρξισμός τονίζει την ανισότητα της ανάπτυξης, η οποία κινείται ανάμεσα σε αντίθετα και κάνει και υποχωρήσεις, σε αντίθεση με την απολογητική αστική φιλελεύθερη έννοια για την ανάπτυξη, η οποία προσπαθεί να αποκρύψει τις αντιθέσεις. Όμως, ο μαρξισμός ποτέ δεν αρνείται ότι η κοινωνική ανάπτυξη ως σύνολο οδηγείται από ένα κατώτερο σε ένα ανώτερο επίπεδο. Αυτό πρέπει επίσης να εφαρμοστεί και στο χώρο του πνεύματος, στην κουλτούρα, αλλιώς ο ίδιος ο ιστορικός υλισμός δεν θα είχε νόημα.

arany-janos-002O Γιάνος Άρανι (02/03/1817 – 22/10/1882) (φωτό)

Η άνιση ανάπτυξη, όπως περιγράφεται από το Λούκατς, δεν υπάρχει, ούτε αναδρομικά. Υπάρχει, ωστόσο, άνιση ανάπτυξη ακόμα και στο σοσιαλισμό, όμως διαφορετική από αυτή που περιγράφει ο σ. Λούκατς. Να τι χρειάστηκε να πει ο Ζντάνοφ στο Συνέδριο των σοβιετικών συγγραφέων το 1934: “η αδυναμία της λογοτεχνίας μας αντανακλά την καθυστέρηση της συνείδησής μας σε σύγκριση με την οικονομία μας, και, φυσικά, οι άνθρωποι των γραμμάτων μας υποφέρουν επίσης από αυτό”. Και να τι χρειάστηκε να πει ο Στάλιν για το ζήτημα στο 17ο συνέδριο του Μπολσεβικικού Κόμματος το 1934:

Όμως μπορούμε να πούμε ότι έχουμε ήδη ξεπεράσει όλες τις επιβιώσεις του καπιταλισμού στην οικονομική ζωή; Όχι, δεν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Ακόμα λιγότερο μπορούμε να πούμε ότι έχουμε ξεπεράσει τις επιβιώσεις του καπιταλισμού στα μυαλά των ανθρώπων. Δεν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο, όχι μόνο γιατί η ανάπτυξη του νου του ανθρώπου να ακολουθεί την οικονομική του θέση, αλλά γιατί επίσης βρισκόμαστε ακόμα περικυκλωμένοι από καπιταλιστικές χώρες, οι οποίες προσπαθούν να αναβιώσουν και να διατηρήσουν τις επιβιώσεις του καπιταλισμού στην οικονομική ζωή και τα μυαλά των ανθρώπων στην ΕΣΣΔ”.

Στη χώρα του σοσιαλισμού, ωστόσο, δεν ισχύει μόνο ο νόμος της άνισης ανάπτυξης, αλλά και νέοι νόμοι, οι οποίοι δρουν ώστε να εξαλείψουν την καθυστέρηση στη συνείδηση και στην κουλτούρα (επομένως, και στη λογοτεχνία). Όσοι βλέπουν μόνο καθυστέρηση, μόνο άνιση ανάπτυξη στην κουλτούρα της Σοβιετικής Ένωσης και δεν βλέπουν την άλλη διαδικασία η οποία καθίσταται όλο και πιο αποφασιστική, η οποία ανεβάζει την ανάπτυξη της σοβιετικής κουλτούρας και της σοβιετικής ιδεολογίας στο επίπεδο της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, είναι τυφλοί, και υποεκτιμούν τη σοβιετική κουλτούρα και τη σοβιετική λογοτεχνία. Ο αποφασιστικός παράγοντας στη Σοβιετική Ένωση δεν είναι πλέον η καθυστέρηση και η άνιση ανάπτυξη, αλλά η ολοένα και αυξανόμενη αρμονία ανάμεσα στην οικονομική και ιδεολογική ανάπτυξη. Αυτό ισχύει και για τη σοβιετική λογοτεχνία. Αυτή η σταθερή διαδικασία λογοτεχνικής αποσαφήνισης η οποία υπάρχει ακόμα στη σοβιετική λογοτεχνία, είναι κυρίως όχι απόδειξη καθυστέρησης σε σχέση με το ένα ή το άλλο λογοτεχνικό έργο, αλλά απόδειξη του νόμου της ανάπτυξης που εξαλείφει την καθυστέρηση και είναι όλο και πιο έγκυρος γενικά, όταν εφαρμόζεται στη σοβιετική λογοτεχνία ως σύνολο. Να γιατί ο Ζντάνοφ δεν έκανε λόγο μόνο για καποια καθυστέρηση στη σοβιετική λογοτεχνία, αλλά ανέφερε ταυτόχρονα περήφανα και δικαιολογημένα εμφατικά:

Η ανάπτυξη της σοβιετικής λογοτεχνίας είναι έκφραση της επιτυχίας και των επιτευγμάτων του σοσιαλιστικού μας συστήματος. Η λογοτεχνία μας είναι η νεαρότερη ανάμεσα σε όλες τις λογοτεχνίες όλων των χωρών και των λαών. Ταυτόχρονα, έχει το μεγαλύτερο ιδεολογικό περιεχόενο, και είναι η πιο αναπτυγμένη και επαναστατική. Μόνο η σοβιετική λογοτεχνία θα μπορούσε να έχει γίνει, και έχει γίνει, στην πραγματικότητα, μια αναπτυγμένη λογοτεχνία, με τέτοιο ιδεολογικό περιεχόμενο. Είναι σάρκα από τη σάρκα και οστό από τα οστά της σοσιαλιστικής μας οικοδόμησης”.

Και όταν ο Ζντάνοφ έκανε λόγο για τον ηγετικό ρόλο και χαρακτήρα της σοβιετικής λογοτεχνίας, αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται κατανοητό μόνο σε σχέση με την παρακμάζουσα λογοτεχνία του αποσυντιθέμενου καπιταλιστικού κόσμου, αλλά και σε σχέση με το ρόλο που η σοβιετική λογοτεχνία παίζει στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση, στη χώρα του σοσιαλισμού, η οποία βαδίζει στο δρόμο του κομμουνισμού. Η σοβιετική λογοτεχνία προπορεύεται και, ως σύνολο, δεν μένει πίσω από την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, αλλά τις βοηθά και τις επιταχύνει, γιατί κάνει τους σοβιετικούς ανθρώπους να καταλαβαίνουν τη σημασία του αγώνα και της δουλειάς τους, βοηθά το κράτος και το Κόμμα στο έργο της οικοδόμησης, επιταχύνει την ανάπτυξη και τη σταθεροποίηση της κομμουνιστικής συνείδησης, ήθος, πατριωτισμού και διεθνούς αλληλεγγύης στα μυαλά, τις καρδιές και τα αισθήματα του λαού.

4.Υπάρχει μια σταθερή απαίτηση στη σοβιετική κριτική λογοτεχνίας για υψηλότερο ιδεολογικό επίπεδο στη λογοτεχνία. Ζητείται τα έργα των σοβιετικών συγγραφέων να διέπονται από το πνεύμα της ανθρώπινης προόδου και από την πάλη για μια νέα κοινωνία και για το σοσιαλισμό. Ένα οργανικό τμήμα του αγώνα ενάντια στην αστική “τέχνη για την τέχνη” είναι ο αγώνας για την ιδέα ότι ο συγγραφέας δεν θα πρέπει να στέκεται μακριά από τον αγώνα για τη νέα ζωή, δεν θα πρέπει να είναι ένας ουδέτερος παρατηρητής, αλλά να είναι ο ίδιος ένας μαχητής.

darvas_jozsef_fortepan_74215Ο Γιόζεφ Ντάρβας (10/02/1912 – 03/12/1973), συγγραφέας αλλά και Υπουργός Παιδείας & Θρησκευμάτων (25/02/1950 – 19/05/1951), Παιδείας (19/05/1951 – 04/07/1953) και Πολιτισμού (04/07/1953 – 27/10/1956) (φωτό)

Αυτό συνδέεται με τα άλλα σημαντικά προβλήματα που ήδη έχουν αναδειχτεί στη φιλολογική διαμάχη με το σύντροφο Λούκατς στη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του ’30 και που τώρα συζητούνται και έχουν να κάνουν με τα ζητήματα της ουγγρικής λογοτεχνικής ανάπτυξης. Πραγματευόμαστε με τα προβλήματα της κοσμοαντίληψης και της πολιτικής συνείδησης στη λογοτεχνική δημιουργία και της στράτευσης και κομματικής γραμμής στη λογοτεχνία.

Δεν θέλω να επαναλάβω ό,τι έχει ήδη ειπωθεί σε αυτή τη διαμάχη ενάντια στην ερμηνεία που δίνει ο Λούκατς για τη σχέση ανάμεσα στο Κόμμα και τον συγγραφέα και ενάντια στην θεωρία του περί “στράτευσης”. Ο σ. Λούκατς έχει ασκήσει αυτοκριτική και σε αυτό το ζήτημα, όμως δυστυχώς εδώ δεν επέδειξε επαρκή συνέπεια. “…Ο όρος “υποστηρικτής””, γράφει, “είναι θεωρητικά εσφαλμένος, γιατί από την σκοπιά των βασικών σύγχρονων προβλημάτων, ο σημερινός υποστηρικτής δεν διαφέρει από έναν απλό στρατιώτη”. Αυτό προφανώς σημαίνει ότι η στρατευμένη πάλη καθοδηγείται επίσης από το Κόμμα, ότι η κομματική πειθαρχία ισχύει και για τον υποστηρικτή επίσης, και επομένως, η σχέση του συγγραφέα προς το κόμμα είναι η ίδια, είτε είναι ένα απλός στρατιώτης είτε ένας υποστηρικτής.

Αυτό, ωστόσο, σχεδόν δεν απαντά στο ερώτημα. Ο σ. Λούκατς υποχωρεί λίγο-πολύ μόνο όσον αφορά τη χρήση των όρων του. Η ουσία του λάθους του, ωστόσο, δεν έγκειται στον τρόπο έκφρασής του. Υπάρχει πράγματι μια διαφορά μεταξύ των υποστηρικτών και των απλών στρατιωτών στις μεθόδους πάλης και την τακτική τους. Στη σημερινή μας κατάσταση, ιδίως στο πολιτιστικό μέτωπο, ο όρος “υποστηρικτής” τονίζεται ωσάν να σημαίνει ανεξαρτησία από το Κόμμα. Μετά την εμπειρία μας με το Νekosz είχαμε αρκετούς “υποστηρικτές”. (Σημείωση βιβλίου: Νekosz – Εθνικό Συμβούλιο Λαϊκών Κολλεγίων. Τα Λαϊκά Κολλέγια δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο με σκοπό την πρόσβαση των παιδιών των εργατών και των αγροτών στην εκπαίδευση. Έγιναν τα κέντρα “αγροτικού ρομαντισμού”. Το Nekocz διαλύθηκε και τα Λαϊκά Κολλέγια μετατράπηκαν σε κρατικά κολλέγια).

Το λάθος του σ. Λούκατς είναι ότι και αυτός επίσης πλαταίνει πολύ την λενινιστική αρχή της κομματικότητας της λογοτεχνίας και έτσι υπάρχουν πάρα πολλά που καλύπτονται με αυτή την έννοια που σχεδόν δεν έχει ουσία.

004_politika_clip_image004_0004Ο Πέτερ Βέρες (06/01/1897 – 16/04/1970). Συγγραφέας αλλά και πολιτικός, ηγέτης του Εθνικού Αγροτικού Κόμματος (39 στις 402 έδρες στις εκλογές του 1949) (φωτό)

Η λενινιστική “κομματική λογοτεχνία” δεν είναι το ίδιο, όπως ο σ. Λούκατς πιστεύει, με αυτό που ο Ένγκελς ονόμαζε “μεροληπτική” λογοτεχνία. Ο Ένγκελς έγραφε στη Μίνα Κάουτσκι: “Επ’ ουδενί δεν είμαι ανταγωνιστικός προς μια αυτή καθ’ αυτή μεροληπτική λογοτεχνία. Ο Αισχύλος, ο πατέρας της τραγωδίας και ο Αριστοφάνης, ο πατέρας της κωμωδίας, ήταν και οι δύο ποιητές με μεροληψία, και το ίδιο ήταν και ο Δάντης και ο Θερβάντες. Το καλύτερο που μπορεί να πει κανείς για τον “Έρωτα & Ραδιουργία” του Σίλλερ είναι ότι πρόκειται για το πρώτο γερμανικό δράμα με πολιτική μεροληψία. Οι σύγχρονοι ρώσοι και νορβηγοί συγγραφείς που γράφουν εξαιρετικά μυθιστορήματα είναι όλοι μεροληπτικοί συγγραφείς”. Ο Λένιν, ωστόσο, έλεγε για την κομματική λογοτεχνία: “Η λογοτεχνική δουλειά πρέπει να γίνει τμήμα της συνολικής προλεταριακής δουλειάς, πρέπει να είναι γρανάζι στη μία και ομοιογενή μεγάλη Σοσιαλδημοκρατική μηχανή η οποία κινείται από τη συνειδητή πρωτοπορία ολόκληρης της εργατικής τάξης. Η λογοτεχνική δουλειά πρέπει να είναι ένα ουσιαστικό τμήμα της οργανωμένης, σχεδιασμένης Σοσιαλδημοκρατικής ομοιογενούς κομματικής δουλειάς”.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι απόψεις του Λένιν για την κομματική λογοτεχνία αποτελούν ένα σημαντικό βήμα εμπρός σε σχέση με τις απόψεις του Ένγκελς. Ο σ. Λούκατς, επομένως, κάνει ένα βήμα πίσω όταν ταυτίζει τις απόψεις του Ένγκελς με αυτές του Λένιν. Το Κομμουνιστικό Κόμμα ζητά από τους συγγραφείς κάτι περισσότερο από το να είναι απλώς μεροληπτικοί. Ως συνέπεια αυτού του βήματος προς τα πίσω, ο σ. Λούκατς περιορίζει την έννοια της κομματικής ποίησης σε λυρική ποίηση: “Το είδος της ποίησης το οποίο, από τη φύση του, έχει άμεση συνάφεια με το παρόν, ήταν και πάντοτε θα είναι η λυρική ποίηση” (Λογοτεχνία & Δημοκρατία). Τα μυθιστορήματα και τα δράματα, σύμφωνα με το Λούκατς, “έχουν διατηρήσει την παλιά τους αντικειμενικότητα”. Είτε ο σ. Λούκατς κατανοεί κάτι άλλο για κομματική λογοτεχνία από ό,τι εννοούσε ο Λένιν, είτε πιστεύει ότι η λενινιστική αρχή για την κομματικότητα δεν ισχύει για τις μεγάλες επικές μορφές.

Στη σοβιετική λογοτεχνία, ωστόσο, όχι μόνο τα λυρικά ποιήματα, αλλά και τα μυθιστορήματα και το δράμα είναι κομματική λογοτεχνία, και εμείς θέλουμε να διαπαιδαγωγήσουμε, όχι μόνο τους λυρικούς ποιητές μας, αλλά και τους μυθιστοριογράφους και τους δραματουργούς, σε αυτή την κομματικότητα και να εξυπηρετείται, μέσω του έργου τους, ο αγώνας και η δουλειά του κόμματος..

Δεν είναι ότι ο Λούκατς είναι κήρυκας της αστικής αρχής της “τέχνης για την τέχνη” και για αυτό είναι που διαφωνούμε: αναμφίβολα, στο κριτικό του έργο μετά την απελευθέρωση έχει πάρει θέση ενάντια στην ιδεολογία της “τέχνης για την τέχνη” η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση των Ούγγρων συγγραφέων. Όμως παίρνοντας αυτή τη θέση, σταμάτησε στα μισά του δρόμου, γιατί δεν πάλεψε ενάντια στην “τέχνη για την τέχνη” από τη συνεπή σκοπιά της λενινιστικής κομματικής λογοτεχνίας. Να πώς εξηγούμε τις αντιφάσεις που υπάρχουν στα άρθρα του, τις οπορτουνιστικές παραχωρήσεις προς την “τέχνη για την τέχνη” και το ότι εκτιμά την αρχή της κομματικής λογοτεχνίας ως “αριστερίστικη” παρέκκλιση. Από τη μια, σωστά επικρίνει τους Ούγγρους εκπροσώπους της “τέχνης για την τέχνη”, όμως, από την άλλη, δηλώνει ότι: “Η κοσμοαντίληψη του “απομονωμένου πύργου” δεν μπορεί να εξαλειφτεί, γιατί έχει βαθιές και σοβαρές κοινωνικές ρίζες. Αποτελεί μια διαμαρτυρία ενάντια στη βασικά μη καλλιτεχνική τάση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτή η διαμαρτυρία της καθαρής τέχνης ενάντια στην ασχήμια και την έλλειψη πνεύματος του καπιταλιστικού πνεύματος δεν μπορεί ούτε να πάει μπρος ούτε πίσω, ούτε να είναι προοδευτική ούτε αντιδραστική ανάλογα με το πότε, ενάντια σε ποιον και με τι έμφαση στρέφεται. Μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι ένα σημαντικό τμήμα της ουγγρικής λογοτεχνίας αμύνθηκε με αυτό τον τρόπο κατά τα 25 χρόνια της αντεπανάστασης, ιδίως τα τελευταία τρομακτικά χρόνια”.

ieotvos001p1Ο Γιόζεφ Έτβες (03/09/1813 – 02/02/1871) (φωτό)

Αυτή η “αντίληψη” για την “καθαρή τέχνη” είναι μια απόκλιση από τη σκοπιά της μαρξιστικής αισθητικής και καθιστά πρακτικά άχρηστες τις αναφορές του Λούκατς ενάντια “στην αυταπάτη του συγγραφέα που στέκεται πέραν της κοινωνίας”. Όχι, αυτή η κοσμοαντίληψη του “απομονωμένου πύργου” δεν ήταν ποτέ και δεν μπορεί ποτέ να είναι προοδευτική. Κανείς δεν μπορεί να “κατανοεί” και να βρίσκει δικαιολογίες για αυτή την κοσμοαντίληψη, πρέπει να την καταπολεμά.

Ο Λούκατς, από τη μια, σωστά καλεί τους Ούγγρους συγγραφείς να στραφούν προς τη νέα πραγματικότητα της ουγγρικής δημοκρατίας (Για μια Νέα Ουγγρική Κουλτούρα). Από την άλλη, εσφαλμένα τους κρατά πίσω από αυτή τη νέα πραγματικότητα, με το να υποεκτιμά και να ισχυρίζεται ότι η επιλογή θεματολογίας είναι δευτερεύουσας σημασίας. Από τη μια, στρέφεται ενάντια στη “λατρεία του υποσυνείδητου” που υπάρχει στους Ούγγρους συγγραφείς, με το να τους καλεί να χτίσουν το λογοτεχνικό δημιουργικό τους έργο πάνω στη συνειδητή κατανόηση του κοινωνικού μετασχηματισμού. Από την άλλη, αχρηστεύει και καθιστά χωρίς νόημα αυτή την έκκληση με το να συνηγορεί υπέρ μιας στάσης τύπου Μπαλζάκ, με το να αναπτυσσει εκτενώς τη συζήτηση για δυνατότητα δυισμού ανάμεσα στο λογοτεχνικό δημιουργικό “αντικειμενικό ρεαλισμό” και σε μια πολιτικοκοινωνική κοσμοαντίληψη. Δεν είναι σημαντικό εδώ αν η ανάλυση του Λούκατς για το Μπαλζάκ ή για οποιονδήποτε άλλο σημαντικό εκπρόσωπο του αστικού ρεαλισμού αναφορικά με τη σύγκρουση ανάμεσα στον αντιδραστικό χαρακτήρα της πολιτικής τους κοσμοαντίληψης και τον αντικειμενικά προοδευτικό χαρακτήρα του έργου τους είναι ορθή ή όχι. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η ανάλυση ως μια απλή παράθεση γεγονότων είναι σωστή, όμως αυτή η ανάλυση δεν παρέμεινε και δεν μπορούσε να παραμείνει μια “αντικειμενική” επιστημονική δήλωση. Κατέστη σύνθημα και πρόγραμμα – κι εδώ δεν έχει σημασία αν αυτό έγινε ανεξάρτητα ή όχι από τις προθέσεις του Λούκατς. Αποτέλεσε μια μαρξιστική δικαιολόγηση μιας στάσης των λογοτεχνών, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν απαραίτητο να έχει κανείς προοδευτικές πολιτικές πεποιθήσεις, μία κομμουνιστική κοσμοαντίληψη για την αναπαράσταση της ζωής και για μια καλή λογοτεχνία, να έχει κανείς μια παθιασμένη στάση και να πει “ναι” στο μεγάλο μετασχηματισμό της ουγγρικής ζωής από τους κομμουνιστές. Στη δεκαετία του ’30 στη Σοβιετική Ένωση αυτό ήταν το κεντρικό θέμα της διαπάλης ανάμεσα στο σ. Λούκατς και την πλειοψηφία των σοβιετικών συγγραφέων – και πρέπει να δηλώσουμε ότι οι σοβιετικοί συγγραφείς είχαν δίκιο.

Αυτές οι γραμμές δεν έχουν πρόθεση να δώσουν μια λεπτομερή ιστορική ανάλυση των συνδέσεων ανάμεσα στην πολιτικοκοινωνική κοσμοαντίληψη και τη λογοτεχνική δημιουργία. Ο σ. Μάρτον Χόρβαθ έχει σωστά δηλώσει πως ό,τι ισχύει για τον αστικό ρεαλισμό αναφορικά με αυτό το πρόβλημα δεν ισχύει για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Η δυνατότητα ενός δυισμού τύπου Μπαλζάκ προκύπτει από το γεγονός ότι, αφού ο καπιταλισμός ήταν προοδευτικός σε σχέση με τη φεουδαρχία, θα μπορούσε να του ασκηθεί κριτική από μια ρομαντική, αντιδραστική πολιτική σκοπιά. Στην εποχή της πάλης ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, ωστόσο, δεν υπάρχει δυνατότητα για μια τέτοια “αντικειμενικότητα”. Είναι αδύνατο να απεικονίσει κανείς το σοσιαλισμό που οικοδομείται ή οικοδομήθηκε, δίχως να έχει προοδευτική κοσμοαντίληψη και σοσιαλιστική συνείδηση. Όταν ο Λούκατς επεδίωξε να κάνει τις δημιουργικές μεθόδους του μεγάλου αστικού ρεαλισμού το μόνο παράδειγμα που πρέπει να ακολουθείται, διακηρύσσοντας ότι είναι δυνατό να υπάρχει δυισμός ανάμεσα στην πολιτική κοσμοαντίληψη και την πραγματική απεικόνιση της πραγματικότητας, θέλοντας ή μη, κατρακύλησε στην “αντικειμενικότητα” που στρέφεται ενάντια στις αγωνιζόμενες μάζες και κόμματα. Αυτή είναι η σημασία, τελικά, και το αποτέλεσμα της συνεχούς αναφοράς στο Μπαλζάκ και η προπαγάνδα για τους “μεγάλους αντικειμενικούς ποιητές” – η ιδέα ότι η αλήθεια είναι δυνατό να απεικονιστεί με το να στέκεται κανείς υπεράνω τάξεων και κομμάτων.

 haygyulaO Γκιούλα Χάι (05/05/1900 – 07/05/1975) (φωτό)

Δυστυχώς, αυτή η τάση για “αντικειμενικότητα” μπορεί να βρεθεί παντού στο έργο του σ. Λούκατς, ακόμα και εκεί όπου η λογοτεχνική του ανάλυση είναι σωστή και σε βάθος· ακόμα και όταν οι κριτικές του δηλώσεις είναι σωστές, η έλλειψη του μαχητικού πνεύματος του μαρξισμού – λενινισμού μπορεί κάπως να γίνεται αισθητή. Ο σ. Λούκατς συχνά και σωστά τοποθετήθηκε ενάντια σε μια λογοτεχνική αριστοκρατία που στέκεται απομονωμένη από το λαό, όμως πρέπει κανείς να αναρωτιέται αν τα ίδια τα θεωρητικά του έργα για τη λογοτεχνία δεν υποφέρουν σημαντικά από την ίδια ασθένεια. Έχει γράψει πολλά πράγματα και πολλές αλήθειες – πρώτα από όλα, πάνω στη βάση της εμπειρίας και της ανάλυσης των μεγάλων ρώσων ρεαλιστών και των μεγάλων ρώσων δημοκρατών κριτικών – σχετικά με την αναγκαιότητα για ενότητα μεταξύ λογοτεχνίας και ζωής του λαού. Όπως λέει σωστά σε μια δήλωσή του: “Ο μεγάλος κριτικός γράφει για τον αναγνώστη και όχι για τους δημιουργικούς συγγραφείς”. Άραγε, ισχύει αυτό και για το θεωρητικό έργο του σ. Λούκατς; Πράγματι γράφει για τον “αναγνώστη”, για το λαό, με τη γλώσσα του, το στυλ και το περιεχόμενό του; Αν κοιτάξουμε την επιρροή των κριτικών του έργων, είμαστε αναγκασμένοι να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα αρνητικά. Η επιρροή του σ. Λούκατς δεν εκτείνεται πέραν ενός στενού κύκλου πνευματικών ανθρώπων των γραμμάτων. Έχει έναν στενό κύκλο οπαδών, περισσότερο μια σέχτα παρά στρατό, από “ειδικούς στη λογοτεχνία”, “γευσιγνώστες” οι οποίοι τον μιμούνται όσον αφορά την ορολογία. Ο σ. Λούκατς παραδέχεται στην αυτοκριτική του ότι ήταν δικό του σφάλμα που είχε παρεξηγηθεί η οπτική του, και ότι διάφορα στοιχεία εχθρικά προς τη Λαϊκή Δημοκρατία και το κόμμα κρύβονταν πίσω του. Ήταν πολύ καλό που το αναγνώρισε, όμως θα έπρεπε να προχωρήσει περαιτέρω, θα έπρεπε να αποκαλύψει όχι μόνο όσους κρύβονται πίσω του αλλά και τους ίδιους του τους μαθητές και οπαδούς. Θα έπρεπε να ξετινάξει όσους, σε διάφορους τομείς της πολιτιστικής μας ζωής είναι “ανεξάρτητοι παράγοντες” και “υποστηρικτές”, οι οποίοι ήρθαν σε ρήξη με το κόμμα, με την εργατική τάξη και το λαό, και κοιτούν υποτιμητικά τις αγωνιζόμενες δυνάμεις οι οποίες μόλις που αναδύονται στην πολιτιστική μας ζωή και οι οποίες, πράγματι, μπορεί συχνά να είναι ωμές και καλλιτεχνικά άξεστες, όμως, παρ’ όλα αυτά, είναι φρέσκες δυνάμεις. Ο σ. Λούκατς θα πρέπει να στραφεί προς αυτές τις νέες δυνάμεις, θα πρέπει να είναι πιο ισχυρά και βαθιά ενωμένος με το κόμμα του οποίου είναι για πάνω από 30 χρόνια ένα πιστό μέλος, και θα πρέπει να απαλλαγεί από “φίλους” του.

5.Το νόημα και ο στόχος της διαπάλης με το σ. Λούκατς είναι η καταπολέμηση των απόψεων που υπάρχουν στις τάξεις μας, οι οποίες εμποδίζουν την ανάπτυξη των νέων και νεαρών δυνάμεών μας στη λογοτεχνία μας, τον προσανατολισμό της λογοτεχνικής μας ζωής προς το παρόν, τη Λαϊκή Δημοκρατία και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, την διαπαιδαγώγηση των συγγραφέων μας στο πνεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, την απόκτηση γνώσης από την πλούσια εμπειρία της σοβιετικής λογοτεχνίας, και την υιοθέτηση της λενινιστικής αρχής της κομματικότητας της λογοτεχνίας και την κομματική λογοτεχνία.

Υπάρχουν ακόμα κάποιοι που φοβούνται ότι η κομματική λογοτεχνία και ο ηγετικός και καθοδηγητικός ρόλος του Κόμματος στο πεδίο της λογοτεχνίας θα θέσει σε κίνδυνο την ανάπτυξη της ουγγρικής λογοτεχνίας· ενδιαφέρονται για τη δημιουργική ελευθερία των συγγραφέων και φοβούνται ότι η συνέχεια της ουγγρικής λογοτεχνίας θα διακοπεί. Αν, ωστόσο, υπάρχει μια καποια ασυνέχεια στην ουγγρική λογοτεχνία, για αυτό δεν είμαστε εμείς οι “υπεύθυνοι”, αλλά η ίδια η ζωή. Έχει υπάρξει μια ρήξη, όχι μόνο στην ανάπτυξη της ουγγρικής λογοτεχνίας, αλλά και στην ανάπτυξη της ουγγρικής κοινωνίας. Όσοι πιστεύουν ότι ένας τέτοιος επαναστατικός μετασχηματισμός, όπως αυτός που συνέβη στη χώρα μας, δεν έχει επίδραση στη “συνέχεια” της λογοτεχνίας, δεν έχουν ιδέα για τη σύνδεση ανάμεσα στην κοινωνική και λογοτεχνική ζωή. Δεν έχει νόημα να οδυρόμαστε για μια καποια ασυνέχεια στη λογοτεχνική ζωή· πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα με θάρρος.

ferenc_hont

O Φέρεντς Χοντ (04/04/1907 – 11/03/1979) (φωτό)

Όμως όσοι οδύρονται για αυτά, ξεχνούν κάποιους σημαντικούς θετικούς παράγοντες που ανήκουν οργανικά στην εικόνα της λεγόμενης διακοπής της “συνέχειας”. Ξεχνούν, πρώτα από όλα, ότι το να έχει το Κόμμα ηγετικό ρόλο στη λογοτεχνία και η υλοποίηση της αρχής της κομματικότητας σημαίνει μια στενή και φιλική σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και το κοινό, τέτοια που ποτέ δεν υπήρχε στο παρελθόν. Η “ελευθερία” του συγγραφέα σε μια αστική κοινωνία, ήταν, ταυτόχρονα, μια απέλπιδα απομόνωση από το λαό. Στις υπό οικοδόμηση (και τις ήδη οικοδομημένες) σοσιαλιστικές κοινωνίες, οι άνθρωποι δεν θέλουν μόνο να αγοράζουν “τελειωμένα” λογοτεχνικά έργα (ας με συγχωρήσετε για την έκφραση “έτοιμη λογοτεχνία”), αλλά να βάλουν το χέρι τους στο ίδιο το δημιουργικό έργο: δηλώνουν τι είδους έργα θέλουν, και προσπαθούν να πείθουν τους συγγραφείς να ετοιμάζουν τα έργα τους στα “μέτρα” τους, να “χωράνε” στο λαό. Κομματική ηγεσία στη λογοτεχνία σημαίνει, εν τέλει, μια μετάδοση προς τους συγγραφείς όσων ζητούν, χρειάζονται και επικρίνουν οι άνθρωποι, για να ταιριάζει η λογοτεχνία στην όλη ζωή των εργαζομένων, από την οποία ήταν απομακρυσμένη επί αιώνες, και για να θέσουν τη λογοτεχνία στην υπηρεσία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της διαπαιδαγώγησης της κοινωνίας.

Σημαίνει αυτό πίεση, διαταγή ή τραμπουκισμό; Όχι, επ’ ουδενί. Το Κόμμα, πρώτα από όλα, επιθυμεί να καθοδηγεί τη λογοτεχνία με ιδέες, όχι ανεξάρτητα από το λαό, την εργατική τάξη και τη γενική γνώμη του Κόμματος, αλλά με τη δημιουργία μιας λογοτεχνικής κοινής γνώμης που οργανικά ανήκει σε όλες αυτές τις δυνάμεις και που βασίζεται σε θεσμούς.

Παρ’ όλα αυτά, διατυπώνεται το αντεπιχείρημα ότι κάποιοι συγγραφείς έχουν σιωπήσει. Πιστεύει, ωστόσο, κανείς ότι ο κύριος λόγος για τη σιωπή τους είναι ότι δεν τους επιτρέπεται να γράφουν – και όχι ότι δεν μπορούν να γράφουν, γιατί δεν έχουν τίποτα και για κανέναν να γράφουν; Σε καιρούς μεγάλων επαναστατικών αλλαγών είναι αναπόφευκτο για μια πλειάδα παλιών συγγραφέων ο αέρας να γίνεται νοσηρός, να χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, γιατί δεν ξέρουν τι να κάνουν με τη νέα ζωή και με το νέο κοινό. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τη σιωπή τους και όχι ότι δεν τους επιτρέπεται να γράφουν. Το αντιστάθμισμα για αυτή την “ασυνέχεια” στη λογοτεχνία είναι η εμφάνιση νέων συγγραφέων από τις τάξεις του λαού με “νέα τραγούδια των νέων καιρών”.

Όσοι δεν μπορούν να διατηρήσουν το συγχρονισμό τους με την εποχή που ζουν πρέπει μόνο τους εαυτούς τους να κατηγορούν. Κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει ότι δεν έχουμε, επί πάρα πολλά χρόνια, επαρκώς διευρύνει τον κύκλο όσων προσπαθήσαμε να πείσουμε, και συχνά καλοπιάσουμε, ώστε να στραφούν ενάντια στο δικό τους παρελθόν και να προσχωρήσουν στη Λαϊκή Δημοκρατία. Δεν ευθυνόμαστε εμείς για το ότι στις περισσότερες περιπτώσεις μια τέτοια στροφή τελικά δεν συνέβη.

metszet_149_2Ο Μιχάλι Βέρεσμαρτι (01/12/1800 – 19/11/1855) (φωτό)

Μετά το 1919, υπήρχε πολλή “αυτοκριτική” ανάμεσα στους συγγραφείς που για κάποια στιγμή είχαν σταθεί ενάντια στο παλιό καθεστώς. Εκείνη την εποχή, όταν το πρόβλημα ήταν πώς, μέσω της μεταμέλειας, θα γίνονταν αποδεκτοί ξανά από τους μεγαλογαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές που είχαν ξανάρθει στα πράγματα, τότε πράγματι υπήρχε πολύ mea culpa.

Μετά το 1945, δεν υπήρχε ίχνος από κάτι παρόμοιο, παρότι υπήρχαν αρκετοί λόγοι για αυτό, όχι λιγότεροι από όσους υπήρχαν μετά το 1919. Επί καθεστώτος Χόρθι, το έγκλημα της φιλίας με το καθεστώς που κυβερνούσε, του ιδεολογικού πάρε δώσε με την “ιστορική τάξη”, του φλερτ με τις φασιστικές “ιδέες της εποχής” και της έλλειψης πίστης προς την προοδευτική ανθρωπότητα και την επαναστατική εργατική τάξη, προς τη Σοβιετική Ένωση και προς τους ούγγρους εργαζομένους, διαπράχτηκε από πολλούς, ακόμα και από όσους ήταν “σε αντίθεση” και οδύρονταν για τη λυπηρή μοίρα του λαού.

Υπήρχε έστω μία τίμια αυτοκριτική για αυτούς τους παραλογισμούς; Η ειλικρίνεια ενός συγγραφέα προς το ίδιο του το έργο (όχι το να αναφέρει την ειλικρίνειά του προς το λαό) πρέπει να είναι κάτι παράταιρο, αν ο ίδιος δεν εκτιμά πως είναι απαραίτητο να βλέπει τον εαυτό του και να αναλύει τα δικά του λάθη. Υπάρχει ένα έστω μυθιστόρημα, βιογραφία ή οτιδήποτε άλλο στο οποιο ένας συγγραφέας να αποπειράθηκε μέσω της αυτοκριτικής να δημιουργήσει μια λογοτεχνική συνέχεια ανάμεσα στις παλιές και τις νέες του δραστηριότητες; (Ο Γιόζεφ Ντάρβας είναι ο μόνος που το έκανε, και δεν είναι αυτός που θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο να το κάνει).

Δεν είμαστε εμείς που πρέπει να επικριθούμε για υποτίμηση της σημασίας της συνέχειας στη λογοτεχνία. Ένας σχετικά σημαντικός αριθμός παλιών συγγραφέων μας μπορεί έντιμα και σοβαρά να προσχωρήσει στο λογοτεχνικό δημιουργικό έργο της Λαϊκής Δημοκρατίας μας μόνο όταν θα έχει ασκήσει αυτή την αυτοκριτική. Πρέπει να το καταλάβουμε: δεν είμαστε εμείς, πρώτα από όλους, που ζητάμε κάτι τέτοιο από αυτούς, αλλά – αν έχουν – η ίδια τους η εντιμότητα ως συγγραφέων, το συμφέρον της συνέχειας της ίδιας της πνευματικής και λογοτεχνικής τους εξέλιξης. Αν αυτά που ζητιούνται δεν ικανοποιηθούν, το παρελθόν θα γίνει μυλόπετρα που θα τους παρασέρνει και δεν θα τους επιτρέπει να δημιουργήσουν πραγματικά σοβαρά, μεγάλα λογοτεχνικά έργα. Σημαίνει αυτό ότι το Κόμμα στρέφεται μόνο προς τους νέους σοσιαλιστές συγγραφείς, αποκηρύσσοντας τη συνέχεια της ουγγρικής λογοτεχνίας και το έργο των παλιών συγγραφέων; Όχι, δεν σημαίνει κάτι τέτοιο.

illyes_gyula_0Ο Γκιούλα Ιλιές (02/11/1902 – 15/04/1983) (φωτό)

Πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα αυτό, γιατί πρόσφατα εμφανίστηκαν κάποιες αριστερίστικες διαθέσεις και τάσεις στη χώρα μας. Αναφέρομαι εν προκειμένω ιδίως στη ζέση του νεοσσού που υπάρχει σε κάποιους “φρεσκοψημένους” κομμουνιστές ανθρώπους της λογοτεχνίας, οι οποίοι εφαρμόζουν τη λενινιστική αρχή της “κομματικής λογοτεχνίας” εκτός τόπου και χρόνου, όχι ως εργαλείο διαπαιδαγώγησης, αλλά ως όπλο που απομακρύνει από τη λογοτεχνία της δημοκρατίας το έργο όλων όσων δεν μπορούν να μετρηθούν με τα μέτρα του Λένιν. Όπως θα ήταν γελοία – όπως η ταύτιση που ο σ. Λούκατς έκανε, της “μεροληπτικής λογοτεχνίας” του Ένγκελς με την “κομματική λογοτεχνία” του Λένιν – η εφαρμογή της έννοιας της “κομματικής λογοτεχνίας” στον Αριστοφάνη και το Θερβάντες, το ίδιο λάθος θα ήταν η εφαρμογή της λενινιστικής αυτής έννοιας εντελώς απλά στον Γκιούλα Ιλιές και στον Πέτερ Βέρες. Ο αγώνας για κομματικότητα της λογοτεχνίας και για υιοθέτηση της αρχής της κομματικής λογοτεχνίας δεν αποκλείει τη δυνατότητα να έχουμε “συνοδοιπόρους” και συμμάχους στο λογοτεχνικό μέτωπο.

Το Μπολσεβικικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης διαπαιδαγωγεί τους συγγραφείς στην κομματικότητα και στο κομματικό πνεύμα ήδη από τη γέννηση της σοβιετικής λογοτεχνίας, και έχει παλέψει για την ηγεμονία της προλεταριακής λογοτεχνίας. Όμως, ταυτόχρονα, από τη στιγμή της γέννησης της σοβιετικής λογοτεχνίας, πήρε θέση ενάντια στην κομμουνιστική αλαζονία, θέση υπέρ του να δίνεται φιλική υποστήριξη και ιδεολογική βοήθεια προς τους αγροτιστές συγγραφείς και ενάντια στην απώθηση των “συνοδοιπόρων” συγγραφέων.

Ήδη το 1925, το Μπολσεβικικό Κόμμα τόνιζε: “Είναι απαραίτητο να έχουμε τη μεγαλύτερη διακριτικότητα, τη μεγαλύτερη φροντίδα και υπομονή ενάντια σε εκείνους τους λογοτεχνικούς κύκλους που μπορούν να πάνε και θα πάνε χέρι-χέρι με το προλεταριάτο”. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και το 1928: “Οι προλετάριοι συγγραφείς πρέπει να παλέψουν ενάντια σε όλες τις απόπειρες να αντιμετωπίζονται οι συνοδοιπόροι χαλαρά ή με περιφρόνηση”. Πάλη για την ηγεμονία της προλεταριακής λογοτεχνίας και υπομονετική διαπαιδαγώγηση των συμμάχων συγγραφέων: αυτή ήταν η ιδεολογική διαδικασία από την οποία προέκυψε ολόκληρη η σοβιετική λογοτεχνία, η οποία είναι πλέον, σήμερα, εντελώς κομματική λογοτεχνία.

Οι “αριστεροί” εξτρεμιστές μας ξεχνούν ότι αυτό είναι αποτέλεσμα μακράς και σχολαστικής δουλειάς. Ήταν αποτέλεσμα πάλης ενάντια στην εχθρική λογοτεχνία· και με κριτική και υποστήριξη για το καλοπροαίρετο τμήμα της σύμμαχης και συνοδοιπόρας λογοτεχνίας, και με ενθάρρυνση, καθοδήγηση και βοήθεια, αλλά και σταθερή κριτική και αυτοκριτική, με προσανατολισμό την προλεταριακή λογοτεχνία και με πάλη ενάντια σε όλα τα συμπτώματα “αριστερίστικης” αλαζονίας, συντεχνιακής απομόνωσης ή επιθέσεων ενάντια στην ηγεμονία της προλεταριακής λογοτεχνίας.

Η λογοτεχνική ανάπτυξή μας, φυσικά, δεν πρέπει να αντιγράφει και δεν μπορεί να αντιγράφει την ανάπτυξη της σοβιετικής λογοτεχνίας. Η προέλευση των διαφορών έγκειται στην ιδιαίτερη κοινωνική ανάπτυξη των δύο χωρών. Το 1917, η Σοβιετική Ένωση άρχισε με τη Διχτατορία του Προλεταριάτου, συνέχισε με τον εμφύλιο πόλεμο και τον Πολεμικό Κομμουνισμό, πέρασε στη ΝΕΠ, μία νέα οικονομική πολιτική, και άφησε ακόμα και στον καπιταλισμό μια κάποια ελευθερία κίνησης προκειμένου να τον ωθήσει, βήμα – βήμα, προς τα πίσω και, τελικά, να εξαλείψει τα καπιταλιστικά στοιχεία με μια γενική επίθεση, και να οικοδομήσει το σοσιαλισμό με τα σταλινικά πεντάχρονα πλάνα. Εμείς δεν αρχίσαμε με Διχτατορία του Προλεταριάτου, δεν είχαμε εμφύλιο πόλεμο ή Πολεμικό Κομμουνισμό, δεν επιτρέψαμε κάποια ελευθερία κίνησης στα καπιταλιστικά στοιχεία μετά τη διχτατορία του προλεταριάτου και τον Πολεμικό Κομμουνισμό· αυτά είχαν επαρκή “ελευθερία” κατά την περίοδο του συνασπισμού της Λαϊκής Δημοκρατίας· οικοδομούμε, αλλά δεν έχουμε ακόμα οικοδομήσει το σοσιαλισμό. Από όλα αυτά προκύπτει – σχηματικά μιλώντας – ότι η ανάπτυξη της λογοτεχνίας μας μπορεί να είναι σχετικά πιο “ειρηνική” από αυτή της σοβιετικής λογοτεχνίας· όμως, ταυτόχρονα, μπορεί, ως ένα βαθμό, να είναι πιο γρήγορη. Δεν χρειάζεται να οργανώσουμε τους προλετάριους συγγραφείς ως μια μαχητική ομάδα και τάση για τη νίκη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και της κομματικής λογοτεχνίας, μπορούμε να πηδήξουμε το στάδιο της λεγόμενης περιόδου της RAPP (Ρωσικής Ένωσης Προλετάριων Συγγραφέων) στη σοβιετική λογοτεχνία. Ταυτόχρονα, δεν έχουμε να ασχοληθούμε τόσο πολύ με έντονα εχθρικές λογοτεχνικές ομάδες και μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας πιο γρήγορα στη διαπαιδαγώηση και ανάπτυξη της σύμμαχης και καλοπροαίρετης συνοδοιπόρας λογοτεχνίας σε πραγματικά σοσιαλιστική ρεαλιστική λογοτεχνία.

mikszath_fotoΟ Κάλμαν Μικσάθ (16/01/1847 – 28/05/1910) (φωτό)

Έχοντας κατά νου αυτές τις σημαντικές διαφορές και τη δυνατότητα ορισμένων “αλμάτων”, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε να πηδήξουμε πάνω από δύο θεμελιώδη καθήκοντα· απλούστατα, γιατί ο σοσιαλισμός δεν έχει ακόμα οικοδομηθεί στη χώρα μας και η λογοτεχνία μας δεν είναι ακόμα μια ομοιογενής σοσιαλιστική ρεαλιστική κομματική λογοτεχνία. Δεν μπορούμε να υπερπηδήσουμε το καθήκον της πάλης για μια προλεταριακή λογοτεχνία, για την ηγεμονία της σοσιαλιστικής ρεαλιστικής κομματικής λογοτεχνίας, και δεν μπορούμε να υπερπηδήσουμε το καθήκον και την περίοδο της πνευματικής διαπάλης ανάμεσα σε λογοτεχνικές τάσεις και συγγραφείς. Ο σ. Στάλιν έλεγε το 1929: “Βέβαια, είναι πολύ εύκολο «να κάνουμε κριτική» και να απαιτούμε την απαγόρευση της μη προλεταριακής λογοτεχνίας. Όμως το ευκολότερο δεν πρέπει να το θεωρούμε και καλύτερο. Το ζήτημα δεν βρίσκεται στην απαγόρευση, μα στην εξοστράκιση απ’ τη σκηνή, βήμα προς βήμα, της παλιάς και νέας μη προλεταριακής σαβούρας, με την άμιλλα, με τη δημιουργία πραγματικών θεατρικών έργων τέχνης σοβιετικού χαρακτήρα που θα έχουν ενδιαφέρον και θα μπορούν ν’ αντικαταστήσουν τη σαβούρα.” (Στάλιν, Απάντηση στο Μπιλ-Μπελοτσερκόφσκι, Άπαντα, τόμος 11, σ. 376).

Ο Στάλιν το είπε αυτό σε σχέση με την πολιτική προγραμμάτων των σοβιετικών θεάτρων και, φυσικά, δεν πρέπει να ερμηνεύσουμε τα λόγια του ωσάν να σήμαιναν ότι, αφού στην περίπτωσή μας, δεν υπάρχει παλιά και νέα μη προλεταριακή σαβούρα, ότι στη χώρα μας πρέπει να τη δημιουργήσουμε προκειμένου να ανταγωνιστούμε με αυτή. Η μεθοδολογική ουσία αυτών των λέξεών του, ωστόσο, μπορεί να εφαρμοστεί σε σημαντικό βαθμό στη σημερινή περίοδο ανάπτυξης της λογοτεχνικής μας ζωής. Οι “αριστεριστές” εξτρεμιστές πρέπει να κατανοήσουν ότι μια νέα σοσιαλιστική λογοτεχνία δεν μπορεί να δημιουργηθεί με διοικητικά μέτρα, αλλά ότι πρέπει κάποιος να διαπαιδαγωγεί και κάποιος να διαπαιδαγωγείται. Από την άλλη, οι σύμμαχοι και συνοδοιπόροι συγγραφείς πρέπει να σκεφτούν για το γεγονός ότι το να είναι σύμμαχοι και συνοδοιπόροι μπορεί να είναι μόνο ένα μεταβατικό στάδιο, ένα σημείο στο οποίο δεν μπορούν να στέκονται για πάντα. Δεν είμαστε μόνο εμείς αυτοί που τους απευθύνουμε έκκληση να δημιουργήσουν σοσιαλιστικό ρεαλισμό και κομματική λογοτεχνία, αλλά η ίδια η ζωή. Η πραγματικά σοβαρή λογοτεχνία οποιουδήποτε είδους, θα πρέπει να αντανακλά την πραγματικότητα που αναπτύσσεται, πρέπει να πραγματεύεται τα μεγάλα προβλήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της εθνικής ζωής, και να επιλύουν τα προβλήματα τα οποία απασχολούν το λαό. Στο επίκεντρο της ζωής μας βρίσκεται η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ο ηγετικός ρόλος του κόμματος υπάρχει στην ίδια τη ζωή. Αργά ή γρήγορα, αυτό δεν θα μπορεί να απεικονίζεται από καμιά άλλη μέθοδο λογοτεχνικής δημιουργίας παρά από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, ο ηγετικός ρόλος του Κόμματος στη ζωή του λαού, θα μπορεί να αναπαρίσταται όλο και λιγότερο, καθώς περνά ο καιρός, αν στέκεται κανείς έξω και υπεράνω των αγώνων του λαού, χωρίς κομματικότητα, και με βάση την “αντικειμενικότητα” του παλιού ρεαλισμού. Αυτό αποδεικνύεται, για παράδειγμα, από την εξέλιξη του Πέτερ Βέρες ο οποίος, από αγροτιστής ρεαλιστής συγγραφέας, ενώ απεικόνιζε τη νέα αγροτική ζωή χωρίς καμία προκατασκευασμένη “πολιτική” πρόθεση, βρέθηκε να πραγματεύεται με τα προβλήματα των παραγωγικών συνεταιρισμών, των κομμουνιστών αγροτών, και του ρόλου του Κόμματος· και όταν προσπάθησε να επιλύσει αυτά τα προβλήματα, με λογοτεχνικό τρόπο, υπό την πίεση της δημιουργίας, για να το πούμε έτσι, εξελίχθηκε από αγροτιστής ρεαλιστής σε έναν σοσιαλιστή ρεαλιστή. Το ίδιο αποδεικνύεται, επί του παρόντος, προς την αντίθετη κατεύθυνση, από την περίπτωση του Γκιούλα Ιλιές, ο οποίος θα έχει, από τη ζωή που αναπτύσσεται, όλο και λιγότερη λογοτεχνική εμπειρία και υλικό για τη δημιουργία ποιημάτων τόσο όμορφων όπως τα “Δύο Χέρια”, το οποίο παίρνει θέση υπέρ της υπόθεσης των εργαζομένων, ανεξάρτητα από χώρο και χρόνο, όμως αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στο σημερινό εργαζόμενο, ο οποίος δεν εργάζεται μόνο, αλλά και οικοδομεί το σοσιαλισμό.

6.Μιλήσαμε για την ηγεμονία της προλεταριακής λογοτεχνίας, όμως αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με διάταγμα: πρέπει να παλέψουμε για αυτή και πρέπει να την αξίζουμε. Προκειμένου να είμαστε σε θέση να την πετύχουμε και να την αξίζουμε, πρέπει να παλέψουμε ενάντια στη στάση “αριστεροσύνης” και “κομμουνιστικής αλαζονίας” που υπάρχει στις τάξεις των κομμουνιστών συγγραφέων και κριτικών. Ένα από τα σημαντικά συμπτώματα αυτής της στάσης είναι η υποεκτίμηση των κλασικών παραδόσεων της ουγγρικής λογοτεχνίας. Θα πρέπει να παίρνουμε τη σοβιετική λογοτεχνία ως παράδειγμα όπου, στην πορεία της ανάπτυξής της, το μπολσεβικικό κόμμα σταθερά αντιπάλεψε την υποεκτίμηση της κλασικής κληρονομιάς, θεωρώντας αυτή την υποεκτίμηση ένα από τα σημαντικότερα συμπτώματα αριστερίστικης παρέκκλισης και συντεχνιακής απομόνωσης της προλεταριακής λογοτεχνίας, και ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στο να έχει αυτή καθοδηγητικό ρόλο.

zsigmond-moriczΟ Σίγκμοντ Μόριτς (29/06/1879 – 04/09/1942) (φωτό)

Οι “αριστεροί” εξτρεμιστές μας ισχυρίζονται ότι δεν έχει φτάσει ο καιρός να κατέχουμε την ουγγρική κλασική κληρονομιά, γιατί έτσι θα ενθαρρύναμε τη “δεξιά πτέρυγα” και γιατί θα θέταμε σε κίνδυνο την εκλαΐκευση και διάδοση της σοβιετικής λογοτεχνίας.

Αξίζει να χαλάσουμε χαρτί για να αντιπαρατεθούμε σε αυτή την ανοησία. Αξίζει, γιατί αυτές οι ανόητες απόψεις υπάρχουν στις τάξεις μας και αποτελούν κίνδυνο. Αυτός ο αριστερισμός είναι ο λόγος γιατί “δεν υπάρχει χώρος” στις βιβλιοθήκες μας στα εργοστάσια για το Γιάνος Άρανι, το Σίγκμοντ Μόριτς και τον Κάλμαν Μικσάθ. Αυτός είναι ο λόγος γιατί στις σελίδες για τον πολιτισμό στις βασικές μας εφημερίδες (και δυστυχώς, οι στήλες για τον πολιτισμό στη Σάμπαντ Νεπ δεν αποτελούν εξαίρεση) σπάνια βλέπουμε μια κριτική αξιολόγηση της κλασικής μας λογοτεχνίας. Αυτός είναι ο λόγος γιατί διάφοροι “ριζοσπάστες” κριτικοί αντιπαραθέτουν το καθήκον της εκλαΐκευσης της σοβιετικής λογοτεχνίας με το καθήκον της εκλαΐκευσης της ουγγρικής κλασικής λογοτεχνίας. Αυτός είναι ο λόγος, επίσης, γιατί, προκειμένου να “βγάλουν” μια επαναστατική δημοκρατική γραμμή για την ποίησή μας, μερικοί άνθρωποι “πετάνε στα σκουπίδια” τον Άρανι και το Βέρεσμαρτι. Συμπέραναν από τη δήλωσή μου ότι η ποίηση του Πέτεφι δεν ήταν μια απλή συνέχεια της ποίησης της Μεταρρυθμιστικής περιόδου, αλλά άλμα και ρήξη, ότι η ποίηση του Πέτεφι δεν είχε καμία σχέση με την ποίηση της Μεταρρυθμιστικής περιόδου, την οποία συνόψισαν απλοϊκά ως “φιλελεύθερη”.

Σώσε μας, Κύριε, από τέτοιους “αριστερούς” φίλους, γιατί τότε θα μπορέσουμε να τελειώσουμε τον εχθρό ευκολότερα. Όταν οι σοβιετικοί συγγραφείς και καλλιτέχνες μάς επισκέπτονται, πάντοτε ένα πράγμα συμπεριλαμβάνεται στα κριτικά σχόλια και τις φιλικές τους συμβουλές: ότι εμείς οι ούγγροι κομμουνιστές παραμελούμε την κλασική κληρονομιά της λογοτεχνίας και της τέχνης μας. Είναι προφανές σε αυτούς ότι το καθήκον της δημιουργίας μιας σοσιαλιστικής ουγγρικής κουλτούρας (ένα οργανικό τμήμα της οποίας είναι η μελέτη της σοβιετικής κουλτούρας) δεν μπορεί να αποσπαστεί από την ανοιχτή μελέτη και κριτική αφομοίωση των δικών μας προοδευτικών πολιτιστικών παραδόσεων. Χρειάζεται να έρχονται εδώ σοβιετικοί άνθρωποι ώστε εμείς να ανακαλύπτουμε το Μιχάλι Μούνκασι. Χρειαζόμαστε, επίσης, τον Τιχόνοφ για να μας εξηγεί τι θησαυροί υπάρχουν στους αιώνες ουγγρικής ποίησης.

Γιατί πρέπει κάθε εργάτης στην προλεταριακή λογοτεχνία, στην κομματική λογοτεχνία και στο πολιτιστικό επίπεδο να αλλάξει ριζικά αυτή τη στάση; Εντέλει, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, για λόγους επαγγελματικούς. Η σοβαρή μελέτη της κλασικής λογοτεχνίας, μεταξύ άλλων, είναι απαραίτητη, ώστε οι νέοι μας συγγραφείς να μάθουν να γράφουν καλύτερα πώς να απεικονίζουν τους ανθρώπους πιο πλούσια και σε βάθος, και πώς να ανταποκρίνονται στο κοινό μας με πιο όμορφη ουγγρική γλώσσα. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι κλασικοί συγγραφείς μας έχουν απεικονίσει την εποχή τους καλύτερα από όσο οι νέοι μας συγγραφείς απεικονίζουν τη δική μας. Οι νέοι σοσιαλιστές συγγραφείς μας σίγουρα θα αναπτυχθούν, όμως, για αυτή την ανάπτυξη είναι απαραίτητο να μάθουν από τη ζωή, από το Κόμμα, από τη σοβιετική λογοτεχνία και, τέλος, αλλά όχι με λιγότερη σημασία, από τους μεγάλους Ούγγρους συγγραφείς του παρελθόντος. Το παρόν δεν μπορεί να απεικονιστεί χωρίς τη γνώση του παρελθόντος. Ο σοσιαλιστής άνθρωπος γίνεται ό,τι είναι, κατέχοντας ό,τι έχουν κατακτήσει οι προηγούμενες γενιές. Πώς μπορούμε να έχουμε μια καλύτερη γνώση του εξαφανισμένου κόσμου από ό,τι με την κλασική λογοτεχνία; Μπορούμε να διαπαιδαγωγούμε τους ανθρώπους να αγαπούν τη χώρα τους αν γνωρίζουμε και κρατούμε ζωντανή στο λαό τη γνώση ότι υπάρχει μια βαθιά σύνδεση ανάμεσα στους αγώνες του παρόντος και του παρελθόντος, και με το να δημιουργούμε κάτι το νέο, συνεχίζουμε ό,τι καλύτερο είχε ξεκινήσει ο ουγγρικός λαός και το ολοκληρώνουμε. Χωρίς να αφομοιώσουμε κριτικά την κλασική κληρονομιά, δεν υπάρχει και δεν μπορει να υπάρχει μια διαπαιδαγώγιση για την αγάπη προς τη χώρα. Η σοσιαλιστική κουλτούρα είναι μια μαχητική ανθρωπιστική κουλτούρα. Ο αγώνας μας για σοσιαλιστικό ανθρωπισμό είναι πράγματι ανθρώπινος, γιατί ο αγώνας μας για μια αταξική κοινωνία ενδυναμώνεται και μεγαλώνει με το να γνωρίζουμε ότι ο παλιός και απάνθρωπος κόσμος ήταν απεχθής όχι μόνο σε εμάς, αλλά και σε μεγάλους κριτικούς ρεαλιστές όπως ο Γιόζεφ Έτβες, ο Κάλμαν Μικσάθ και ο Σίγκμοντ Μόριτς, οι οποίοι αποκάλυψαν την αχρειότητα και τη σαπίλα του παλιού κόσμου με συντριπτική δύναμη. Είμαστε εμείς που πρέπει να εκτελέσουμε την ποινή της θανατικής καταδίκης του παλιού κόσμου, όμως ο Μόριτς στα μυθιστορήματά του είχε ήδη δηλώσει ότι αυτός ο κόσμος ήταν ήδη ώριμος για να εξαφανιστεί.

mihaly-von-munkacsy-2Ο Μιχάλι Μούνκασι (20/02/1844 – 01/05/1900) (φωτό)

Το να τιμούμε την κλασική ρεαλιστική μας κληρονομιά και να τη μελετούμε σοβαρά, φυσικά, δεν σημαίνει ότι απαρνούμαστε το δικαίωμα να αναδείξουμε και να επικρίνουμε τις αδυναμίες και τα ταξικά όρια των μεγάλων ρεαλιστών συγγραφέων μας. Γνωρίζουμε ότι ο Έτβες δεν ήταν μόνο συγγραφέας του “Συμβολαιογράφου του χωριού” κλπ, αλλά και ο άνθρωπος που τρομοκρατήθηκε από την καταιγίδα του 1848 και συμβιβάστηκε μετά το 1867. Γνωρίζουμε ότι ο Μικσάθ δεν επέκρινε μόνο την Ουγγαρία των αριστοκρατών με δολοφονική σάτιρα, αλλά επίσης αντιμετώπιζε τη διαδικασία παρακμής της με κυνική σάτιρα, χωρίς να δίνει φωνή στην απελπισία του λαού. Ο Σίγκμοντ Μόριτς, ο οποίος κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του ήδη αναζητούσε μία διέξοδο, μέσω λαϊκής επανάστασης, από την παρακμή της Ουγγαρίας των αριστοκρατών, παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να απαλλαγεί πλήρως από μια κάποια μελαγχολική συμπάθεια, από μία αίσθηση κάποιας “ουγγρικής αλληλεγγύης” με τη συμμορία της εξαχρειωμένης αριστοκρατίας η οποία έβαζε φωτιές όχι μόνο σε σπίτια των ίδιων των μελών της αλλά σε ολόκληρη τη χώρα.

Εμείς, συνεπώς, δεν κλείνουμε τα μάτια μας στα ταξικά όρια των κλασικών ρεαλιστών μας και στις αδυναμίες που προκύπτουν από αυτά, αλλά επίσης γνωρίζουμε ότι το έργο και η σημασία τους και ο ρόλος που έπαιξαν στην ιστορία της ουγγρικής λογοτεχνίας δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται και να κατανοείται μόνο με βάση αυτά τα ταξικά όρια. Μπορούμε να κατανοήσουμε τον Έτβες μόνο από το γεγονός ότι ήταν βαρόνος και ότι ήταν υπουργός στη συμβιβαστική κυβέρνηση Μπαθάνι η οποία απαρνήθηκε την ελευθερία; Μπορούμε να κατανοήσουμε τον Μικσάθ μόνο από το γεγονός ότι έπαιζε χαρτιά με τον Κάλμαν Τίσα;

Όσοι υποεκτιμούν την κλασική κληρονομιά μας συχνά κρύβονται πίσω από το να κολλούν “ταξικές” ετικέτες στους μεγάλους κριτικούς του παρελθόντος. Όμως βρισκόμαστε πολύ μακριά από το να χαρακτηρίζουμε το έργο ολόκληρης της ζωής των κριτικών ρεαλιστών αστικό και αυτούς απλώς αστούς. Βεβαίως και ήταν αστοί. Μερικοί από αυτούς, μάλιστα, βρίσκονταν με το ένα πόδι στο έδαφος της φεουδαρχίας, όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πράκτορες της αστικής τάξης ήταν κάποτε πράκτορες της προόδου, κάτι που σημαίνει ότι εκείνη την περίοδο έδιναν φωνή όχι μόνο στις επιθυμίες και φιλοδοξίες της αστικής τάξης αλλά ολόκληρου του λαού. Να γιατί πρέπει να βρούμε ένα ζωντανό ιδεολογικό δεσμό μαζί τους, γνωρίζοντας ότι η κουλτούρα μας, η οποία είναι στο περιεχόμενό της σοσιαλιστική και στη μορφή της εθνική, χτίζεται, εν τέλει, αλλά όχι με λιγότερη σημασία, πάνω στην κουλτούρα του ουγγρικού λαού, του οποίου οι μεγάλοι κριτές που αποκάλυψαν το παρελθόν μας, και με αυτό τον τρόπο εξέφρασαν την άποψη του λαού, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα.

7.Το Κόμμα υποστηρίζει τα φρέσκα αναδυόμενα βλαστάρια της νεαρής σοσιαλιστικής ρεαλιστικής λογοτεχνίας μας με όλη του τη δύναμη. Όμως, τμήμα αυτής της υποστήριξης δεν είναι μόνο μία ευμενής προώθηση, μία κάποια ανοχή για τις αναπόφευκτες δυσκολίες της ωρίμανσης, αλλά και η κριτική και οι αυξανόμενες αξιώσεις και απαιτήσεις. Η ηγεμονία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και η κομματική λογοτεχνία, τέλος, αλλά όχι λιγότερο σε σημασία, εξαρτάται από το αν θα πετύχουμε να αυξήσουμε τα στάνταρντ.

Η κύρια αδυναμία της νεαρής και αναπτυσσόμενης σοσιαλιστικής λογοτεχνίας μας είναι η ως ένα σημείο σχηματική απεικόνιση. Στα μυθιστορήματα και επί σκηνής, οι προσωπικότητες των πρωταγωνιστών δεν είναι επαρκώς ζωντανές. Συχνά γίνεται αισθητό ότι είναι ο συγγραφέας αυτός που μιλά μέσω των χαρακτήρων του έργου και όχι η πραγματικότητα. Όμως, η αλήθεια την οποία ο Μαρξ εξέφραζε στη διαμάχη του με το Λασσάλ, αντιπαραβάλλοντας τις δημιουργικές μεθόδους του Σαίξπηρ και του Σίλλερ, ισχύει τόσο για τη λογοτεχνία του παρελθόντος όσο και για τη σοσιαλιστική λογοτεχνία. Ο συγγραφέας γράφει την αλήθεια, απεικονίζει την πραγματικότητα· δεν είναι αυτός που πρέπει να αναμειγνύεται με ό,τι οι χαρακτήρες στο έργο του πρέπει να πουν, είναι αυτοί που πρέπει να μιλάνε από μόνοι τους. Αυτό είναι κάτι που δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την κομματικότητα στη λογοτεχνία. Οι συγγραφείς δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν εξωτερικές μεθόδους για να συνδέσουν το ρόλο του κόμματος και τη ζέση για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση με τη ζωή, γιατί αυτά είναι τμήμα της ίδιας της ζωής. Σε σχέση με αυτό, συναντούμε δύο ακραίες καταστάσεις στη νέα λογοτεχνία μας και στη στάση των συγγραφέων μας. Το ένα άκρο – μία παιδική ασθένεια από την οποία οι συγγραφείς μας θα ανακάμψουν – είναι ένας μόνιμος ενθουσιασμός, ο οποιος καθίσταται άκαμπτος και εξωγενής. Ενα ποίημα δεν γίνεται καλό σοσιαλιστικό ποίημα με το να υπάρχει σε αυτό το Κόμμα – με μικρά ή μεγάλα γράμματα – ως ένα εξωτερικό αναπόφευκτο αξεσουάρ. Το άλλο και πιο επικίνδυνο άκρο είναι η έλλειψη ενθουσιασμού, η οποία εκφυλίσσεται σε κυνισμό, μία αντίληψη για την κομματικότητα, τον ενθουσιασμό για τη δουλειά και την πολιτική συνειδητοποίηση που διεισδύει στη ζωή ωσάν αυτά να μην αποτελούν οργανικό τμήμα της πραγματικότητας, αλλά μόνο ένα τεχνητό και εξωτερικό επικουρικό πράγμα. Η δυσπιστία του συγγραφέα προς τη νέα πραγματικότητα μετατρέπεται, σε τέτοιες περιπτώσεις, σε μια κυνική “αντικειμενικότητα”. Δυστυχώς, μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτή την τάση στο νέο και κατά τα λοιπά ταλαντούχο Σάντορ Νάγκι.

petofi_debrecenben_1844_orlay_festmenyeΟ Σάντορ Πέτεφι (01/01/1823 – 31/07/1849) (φωτό)

Μερικώς η σχηματική μεταχείριση και αναιμία των χαρακτήρων στη νεαρή σοσιαλιστική λογοτεχνία μας έχει την προέλευσή της στο γεγονός ότι μερικοί από τους συγγραφείς μας διστάζουν να απεικονίσουν την ψυχολογία και τα προβλήματα της ιδιωτικής ζωής. Αυτό μπορεί να είναι μια κατανοητή αντίδραση μετά την αυτομόλυνση από τον αστικό αντιδραστικό “ψυχολογισμό”, όμως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, ώστε να μην πετάμε το παιδί μαζί με τα απόνερα. Ας μην ξεχνάμε τα μεγαλειώδη λόγια του Στάλιν: “Οι συγγραφείς είναι οι μηχανικοί των ψυχών”.

Οι άνθρωποι της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, οι εργάτες, οι αγρότες των παραγωγικών συνεταιρισμών, οι μηχανικοί που συμμετέχουν στις μικτές μπριγάδες του σταχανοφίτικου κινήματος, δεν εκπληρώνουν μόνο το Πλάνο, δεν ολοκληρώνουν μόνο το εποχικό όργωμα, δεν ανακαλύπτουν μόνο νέες τεχνικές μεθόδους αλλά, σε στενή και αμοιβαία σύνδεση με αυτό το έργο, έχουν τις ψυχές τους να μεγαλώνουν και να αναπτύσσονται. Η σοσιαλιστική ρεαλιστική λογοτεχνία μας δεν θα πρέπει να αγνοεί αυτή την ψυχολογική πλευρά της εξέλιξης της κοινωνίας μας και του λαού μας, γιατί, διαφορετικά, καθίσταται ξερή και άκαμπτη. Αυτό σχετίζεται με το άλλο πρόβλημα, στο οποίο ένα τμήμα των συγγραφέων μας γυρνούν την πλάτη τους: στα προβλήματα της ιδιωτικής ζωής. Η αστική λογοτεχνία γυρνά την πλάτη της στη δημόσια ζωή· οι χαρακτήρες της και οι ήρωές της είναι κυρίως απολίτικα όντα· σαν να μην έχουν δεσμούς με την κοινωνία και τους ταξικούς αγώνες. Η προλεταριακή λογοτεχνία σωστά απεικονίζει το συνειδητά δρώντα, αγωνιζόμενο άνθρωπο ο οποίος παλεύει στο δημόσιο βίο, όμως ακόμα και ο άνθρωπος αυτός έχει – όχι ανεξάρτητα από την πολιτική συνειδητότητά του και τη δημόσια δράση του, αλλά σε στενή και αμοιβαία σύνδεση με αυτή – μια ιδιωτική ζωή. Ο σταχανοβίτης επίσης αγαπάει και έχει οικογένεια, ομως αγαπά με ένα νέο τρόπο, και με αυτό το νέο τρόπο είναι που δημιουργεί τη σχέση του με την οικογένειά του, με τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Η νέα λογοτεχνία μας δεν μπορεί να γυρνά την πλάτη σε αυτά τα προβλήματα. Όσοι γνωρίζουν τη ζωή, γνωρίζουν πόσες πολλές δυσκολίες και συγκρούσεις προκύπτουν μέσα στην οικογένεια, στη σχέση άντρα και γυναίκας, από το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό ο οποίος αλλάζει την παλιά οικογενειακή ζωή· την κρίση η οποία προκύπτει από την παραγωγική και δημόσια δράση του άντρα και της γυναίκας, από την πιο γρήγορη ανάπτυξη του ενός ή του άλλου. Είναι καθήκον της λογοτεχνίας μας να αναδείξει αυτά τα συχνά επίπονα και δύσκολα προβλήματα και να βοηθήσει να δημιουργηθεί μια πραγματικά ανθρώπινη μορφή οικογένειας και ζωής βασισμένης στην αγάπη και τη νέα ηθική.

Η νέα και αναπτυσσόμενη σοσιαλιστική ρεαλιστική λογοτεχνία σίγουρα θα ξεπεράσει αυτές τις παιδικές ασθένειες, αν είναι έτοιμη να διδαχτεί από τη ζωή και μελετήσει βαθιά και με αφοσίωση το βαθύ πλούτο της πραγματικότητας. Γιατί αυτό είναι το σημαντικότερο. Η απόκτηση μιας μαρξιστικής – λενινιστικής κοσμοαντίληψης και η γνώση των νόμων της κοινωνικής ανάπτυξης και των κινητήριων δυνάμεών τους είναι μια καθοριστική προϋπόθεση η οποία, ωστόσο, δεν υποκαθιστά τη γνώση και τη μελέτη της ίδιας της ζωής και του πολύπλευρου πλούτου της. Από αυτή και όχι μόνο την άποψη, ισχύει και σήμερα η φράση του Γκαίτε: “Γκρίζα είναι κάθε θεωρία, όμως πράσινο είναι το χρυσό δέντρο της ζωής”. Τα λόγια του Στάλιν για τη λογοτεχνία, για τις δημιουργικές μεθόδους των συγγραφέων και τη σχέση ανάμεσα στην κοσμοαντίληψη και την εμπειρία από τη ζωή ισχύει επίσης: “Είναι φυσιολογικό η θεωρία να καθίσταται ασήμαντη αν δεν συνδέεται με την επαναστατική πράξη, όπως και η πράξη καθίσταται τυφλή αν ο δρόμος της δεν φωτίζεται από επαναστατική θεωρία”. Σήμερα, πρέπει να τονίσουμε στους σοσιαλιστές συγγραφείς μας το πρώτο σκέλος αυτής της θέσης, και στους συμμάχους και συνοδοιπόρους συγγραφείς μας το δεύτερο σκέλος.

Οι νέοι (και παλιοί) σοσιαλιστές συγγραφείς μας θα πρέπει να είναι πιο θαρραλέοι και πιο ρηξικέλευθοι στην απεικόνιση της πραγματικότητας. Δεν θα πρέπει να φοβούνται να γράφουν για τις δυσκολίες, θα πρέπει να μην απεικονίζουν απλοϊκά τη ζωή και δεν θα πρέπει να ενισχύουν το αίσθημα στο λαό μας τώρα ότι “όλα κυλούν τώρα ήρεμα”, αλλά περισσότερο το αίσθημα ότι τίποτα δεν κυλά ήρεμα, ότι υπάρχουν και θα υπάρχουν δυσκολίες, αλλά θα τις ξεπεράσουμε. Θα πρέπει να μη φοβούνται την κριτική και την ανάδειξη των ελλείψεών μας· η Λαϊκή Δημοκρατία μας που οικοδομεί σοσιαλισμό δεν είναι ένα αδύναμο και ασθενικό νεογέννητο μωρό το οποίο περπατά στα τέσσερα και πρέπει να προστατεύεται από κάθε αεράκι.

tisza_kalman_koller_uΟ Κάλμαν Τίσα (16/12/1830 – 23/03/1902) (φωτό)

Τι να πραγματεύονται οι συγγραφείς μας; Δεν θέλουμε να δέσουμε τα χέρια τους επιλέγοντας θεματολογία. Η λογοτεχνία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού μπορεί να πραγματεύεται το παρελθόν: υπάρχουν πολλά παραδείγματα στη σοβιετική λογοτεχνία, από τη “Ζωή του Κλιμ Σαμγκίν” ως το πρόσφατο βιογραφικό μυθιστόρημα του Γκλάντκοφ “Ιστορία μιας παιδικής ηλικίας”, γιατί το να παρουσιάζουμε το παρελθόν ως μια εξέλιξη που οδηγεί στο παρόν είναι ένα όμορφο και αξιόλογο λογοτεχνικό καθήκον. Μπορούν να απεικονίζουν τον εχθρό χωρίς να τον υποεκτιμούν και να τον μετατρέπουν σε καρικατούρα, όμως επίσης, φυσικά, χωρίς να τον καθιστούν “κεντρική φιγούρα” και έτσι, μεγαλοποιώντας τον, να τον καθιστούν, θέλοντας ή μη, μια “τραγική” φιγούρα. Υπάρχει και αυτή η τάση μερικώς σε κάποιους συγγραφείς μας. Προσπαθώντας να ξεφύγουν από τον κίνδυνο της σχηματοποίησης και υποεκτίμησης του εχθρού, πηγαίνουν στο άλλο άκρο: δεν τον απεικονίζουν από τη σκοπιά της προλεταριακής τάξης, δηλαδή, ως έναν απαραίτητο βαθμό, από εξωτερική σκοπιά, αλλά από την εσωτερική, στη βάση των απόψεων που ο εχθρός διατηρεί για τον εαυτό του, από την πλευρά των σκέψεών του για την κατάστασή του, με βάση τη δική του συνείδηση. Μερικοί φτάνουν μέχρι και να κατασκευάζουν μια ολόκληρη θεωρία για αυτή την εσφαλμένη μέθοδο απεικόνισης, ισχυριζόμενοι, για παράδειγμα, ότι η κεντρική φιγούρα ή ο ήρωας ενός δράματος μπορεί να είναι μόνο κάποιος που βρίσκεται στο “κέντρο”. Ο Γκιούλα Χάι επεκτείνει αυτή τη θεωρία σε σχέση με τους “Εχθρούς” του Γκόρκι, και ο Φέρεντς Χοντ, σε σχέση με το δράμα της Έβα Μάντι, ισχυρίζεται ότι η δραματική σύγκρουση πρέπει να βρίσκεται στο πρόσωπο του κύριου ήρωα. Όλες αυτές οι θεωρίες υποστηρίζονται από τα γραπτά του σ. Λούκατς για το Σόλοχοφ και το Βίρτα.

Δεν δένουμε τα χέρια των συγγραφέων μας, επιλέγοντας εμείς τα θέματα και τους ήρωές τους, όμως επ’ ουδενί δεν τους προσανατολίζουμε προς δημιουργίες οι οποίες έχουν τον εχθρό ή κάποιον προλετάριο Άμλετ ως κεντρικές φιγούρες τους. Τους προσανατολίζουμε προς θετικούς ήρωες, προς θέματα το υλικό των οποίων καθιστά εφικτό αυτοί οι θετικοί ήρωες να αναπτυχθούν πλήρως ως άνθρωποι, μέσα από δυσκολίες, λάθη και συγκρούσεις. Ο θετικός ήρωας της νέας ουγγρικής σοσιαλιστικής ρεαλιστικής λογοτεχνίας θα πρέπει να είναι ο άνθρωπος που εργάζεται, για την εκπλήρωση του πεντάχρονου Πλάνου, απεικονίζοντας πλήρως τον πλούτο των δημόσιων δραστηριοτήτων του και του κόσμου των αισθημάτων του. Μόνο αυτό το είδος λογοτεχνίας θα φέρει σε πέρας το μεγάλο καθήκον της διαπαιδαγώγησης του λαού και της νεολαίας μας στη δουλειά, την αυταπάρνηση, τον ηρωισμό και τον πατριωτισμό.

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: