Claudia Jones: Να σταματήσει η παραμέληση των προβλημάτων των μαύρων γυναικών! (1949)

Η εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, πέραν των αλλαγών για τις οποίες κυρίως θα κριθεί, δηλαδή των αλλαγών στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική και στη διαχείριση της στρατηγικής εξασθένισης των ΗΠΑ, βάζει σε μια νέα εποχή και τα εσωτερικά προβλήματα των ΗΠΑ, ιδίως τα κοινωνικά, και δη την αντιμετώπιση των κάθε λογής μειονοτήτων. Μία ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία στις ΗΠΑ αποτελούν οι μαύρες γυναίκες εργαζόμενες, οι οποίες βρίσκονται στο στόχαστρο και για τις τρεις αυτές ιδιότητές τους. Η ιστορία των προβλημάτων τους είναι πολύ μεγάλη, όπως και οι προσπάθειες από το προοδευτικό και επαναστατικό κίνημα για την επίλυσή τους. H Claudia Jones, σε αυτό το ιστορικό κείμενο του “μαύρου φεμινισμού” (χειραφέτησης των μαύρων γυναικών), με μια ανάλυση σε μαρξιστικό πλαίσιο, αναδεικνύει τις ρίζες του προβλήματος, αλλά και το θέτει όχι μόνο στην πολιτική του διάσταση, αλλά και στην καθημερινή του διάσταση, απαιτώντας από τους ίδιους τους προοδευτικούς και τους επαναστάτες μια αλλαγή στάσης. Έθετε, δηλαδή, ένα καθήκον που έχει, ως επί το πλείστον, ξεχαστεί στις μέρες μας: το καθήκον να μην αποσπούμε τις πολιτικές τους θέσεις από την καθημερινή μας ζωή, τα λόγια από την πράξη.claudia-jones

Η Claudia Jones (15/02/1915 – 24/12/1964) γεννήθηκε στην Τρινιντάντ, αλλά μετά την κατάρρευση της τιμής του κακάο, η οικογένειά της, στα 9 της, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης υπέστη φυματίωση. Αν και πολύ καλή μαθήτρια, δεν μπόρεσε να σπουδάσει και εργάστηκε σε καθαριστήριο και σε άλλες μικροδουλειές στο Χάρλεμ. Το 1936, αγωνιζόμενη να κερδίσει υποστήριξη για τους 9 μαύρους νεαρούς που κατηγορούνταν ότι βίασαν δύο λευκές σε τρένο το 1931 (υπόθεση Scottsborro), προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το 1937 έγινε μέλος της συντακτικής επιτροπής της κομματικής εφημερίδας Daily Worker, ενώ το 1938 έγινε εκδότρια της Weekly Review και, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, του μηνιαίου περιοδικού Spotlight. Μεταπολεμικά έγινε εκτελεστική γραμματέας της Εθνικής Επιτροπής Γυναικών του ΚΚ ΗΠΑ και το 1953 εκδότρια του περιοδικού Negro Affairs. Ως εκλεγμένο μέλος της Εθνικής Επιτροπής του ΚΚ ΗΠΑ συνελήφθη το 1948 και φυλακίστηκε τέσσερις φορές. Με βάση το Νόμο McCarran, καταδικάστηκε ακόμα και γιατί ήταν αλλοδαπή και είχε ενταχθεί στο ΚΚ. Διατάχτηκε η απέλασή της στις 21 Δεκέμβρη του 1950. Το 1951 υπεστη το πρώτο καρδιακό επεισόδιο και την ίδια χρονιά, μαζί με άλλους 11 συντρόφους της, καταδικάστηκε με βάση το Νόμο Smith για “αντιαμερικανικές δραστηριότητες”, στερούμενη το δικαίωμα έφεσης. Αποφυλακίστηκε στις 23 Οκτώβρη του 1955. Στα τέλη Δεκέμβρη του 1955, καταδικασμένη σε απέλαση, έφτασε στο Λονδίνο, προσπαθώντας να αναπτύξει κι εκεί το προοδευτικό κίνημα των μαύρων σε ακόμα πιο δύσκολες υποκειμενικές συνθήκες, καθώς το κίνημα εκεί ήταν στα σπάργανα. Θάφτηκε στις 9 Γενάρη του 1965 στα αριστερά του τάφου του Καρλ Μαρξ, στο νεκροταφείο Χάιγκεϊτ στο βόρειο Λονδίνο.

***

Claudia Jones: Να σταματήσει η παραμέληση των προβλημάτων των μαύρων γυναικών!

Μια σημαντική πτυχή της σημερινής φάσης στην οποία βρίσκεται το απελευθερωτικό κίνημα των μαύρων είναι η αύξηση της ενεργού συμμετοχής των μαύρων γυναικών σε όλες τις πτυχές του αγώνα για ειρήνη, πολιτικά δικαιώματα και οικονομική ασφάλεια. Χαρακτηριστικό αυτής της νέας συμμετοχής στον αγώνα είναι το γεγονός ότι οι μαύρες γυναίκες έχουν αναδειχτεί σε σύμβολα πολλών σημερινών αγώνων των μαύρων. Αυτή η αύξηση της συμμετοχής στον αγώνα έχει μεγάλη σημασία, τόσο για το απελευθερωτικό κίνημα των μαύρων, όσο και για τον αναδυόμενο αντιφασιστικό αντιιμπεριαλιστικό συνασπισμό.

Για να καταλάβουμε ορθά αυτή την αγωνιστική συμμετοχή, να βαθύνουμε και να αυξήσουμε το ρόλο των μαύρων γυναικών στον αγώνα για ειρήνη και για όλα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, σημαίνει κυρίως πως πρέπει να ξεπεράσουμε τη σοβαρή παραμέληση των ειδικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μαύρες γυναίκες. Αυτή η επί μακρόν παραμέληση διαπερνά και τις τάξεις του εργατικού κινήματος γενικά, των αριστερών – προοδευτικών, αλλά και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτή η αδυναμία των προοδευτικών, ειδικά των μαρξιστών-λενινιστών, είναι απολύτως απαραίτητο να εκτιμηθούν πολύ σοβαρά, αν θέλουμε να εντάξουμε τις μαύρες γυναίκες στο προοδευτικό και εργατικό κίνημα και στο Κόμμα μας και να επιταχύνουμε αυτή την εξέλιξη.

Η αστική τάξη φοβάται τη μαχητική συμμετοχή της μαύρης γυναίκας, και έχει κάθε λόγο να τη φοβάται. Οι καπιταλιστές γνωρίζουν, πολύ πιο καλά ακόμα και από πολλούς προοδευτικούς, ότι όταν οι μαύρες γυναίκες αναλάβουν δράση, η μαχητικότητα ολόκληρου του μαύρου λαού και, συνεπώς, του αντιιμπεριαλιστικού συνασπισμού, θα βελτιωθεί πάρα πολύ.

Ιστορικά, η μαύρη γυναίκα ήταν ο φύλακας, ο προστάτης της μαύρης οικογένειας. Από την εποχή του δουλεμπορίου μέχρι σήμερα, η μαύρη γυναίκα ανέκαθεν είχε την ευθύνη να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας, να την προστατεύει μαχητικά από τα χτυπήματα των προσβολών Τζιμ Κρόου (σ.parapoda: “Τζιμ Κρόου” χαρακτηρίζονται όλοι οι νόμοι και το όλο πλαίσιο που προωθούσαν το φυλετικό διαχωρισμό. Το άτομο “Τζιμ Κρόου” πρωτοαναφέρθηκε σε λαϊκό τραγούδι του 19ου αιώνα), να απομακρύνει τα παιδιά από μια ατμόσφαιρα τρομοκρατίας και λιντσαρίσματος, από τις διακρίσεις και την αστυνομική βαρβαρότητα, και να παλεύει για εκπαίδευση για τα παδιά της. Η εντεινόμενη καταπίεση των μαύρων, η οποία είναι χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής αντιδραστικής επίθεσης, δεν μπορεί, ως εκ τούτου, παρά να οδηγεί σε γρήγορη αύξηση της ενεργού συμμετοχής της μαύρης γυναίκας. Ως μητέρα, ως μαύρη, και ως εργάτρια, η μαύρη γυναίκα παλεύει ενάντια στην εξολόθρευση της μαύρης οικογένειας, ενάντια στην ύπαρξη των γκέτο Τζιμ Κρόου τα οποία καταστρέφουν την υγεία, την ηθική, ακόμα και τη ζωή εκατομμυρίων αδερφών και παιδιών της.

Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο ότι η αμερικάνικη αστική τάξη έχει εντείνει την καταστολή της όχι απλώς ενάντια στους μαύρους γενικά, αλλά ειδικότερα ενάντια στις μαύρες γυναίκες. Τίποτα δεν αποκαλύπτει τόσο την πορεία προς τη φασιστικοποίηση της χώρας, όσο η στάση αναλγησίας που η αστική τάξη επιδεικνύει και καλλιεργεί απέναντι στις μαύρες γυναίκες. Ο κομπασμός των ιδεολόγων των μεγαλοεπιχειρηματιών – ότι οι αμερικανίδες απολαμβάνουν “τη μεγαλύτερη ισότητα” στον κόσμο αποκαλύπτεται σε όλη του την υποκρισία αν καποιος δει ότι σε πολλά μέρη του κόσμου, ιδίως στη Σοβιετική Ένωση, τις Νέες Δημοκρατίες και την πρώην καταπιεσμένη γη της Κίνας, οι γυναίκες κατακτούν νέα επίπεδα ισότητας. Όμως, πάνω από όλα, ο κομπασμος αυτός της Γουολ Στρητ σταματά όταν δούμε την κατάσταση των μαύρων και εργατριών γυναικών. Όχι ισότητα, αλλά υποβάθμιση και υπερεκμετάλλευση: αυτή είναι η πραγματική κατάσταση των μαύρων γυναικών!

Ας δούμε την υποκρισία της διοίκησης Τρούμαν, η οποία κάνει λόγο για ανάγκη “εξαγωγής της δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο”, ενώ η πολιτεία της Τζόρτζια κρατά στη φυλακή μία χήρα μαύρη μητέρα 12 παιδιών. Το έγκλημά της; Υπεράσπισε τη ζωή και την αξιοπρέπειά της – με τη βοήθεια των δυο γιών της – ενάντια στις επιθέσεις ενός οπαδού της “λευκής ανωτερότητας”. Ή, ας θυμηθούμε τη εκκωφαντική σιωπή με την οποία το Υπουργείο Δικαιοσύνης αντιμετώπισε την κ. Έιμι Μέγιαρντ, χήρα μαύρου δασκάλου, μετά το λιντσάρισμα του συζύγου της στη Τζόρτζια, επειδή είχε αγοράσει μία νέα Κάντιλακ και επειδή, σύμφωνα με τους οπαδούς της “λευκής ανωτερότητας” είχε “ανέβει πολύ ψηλά”. Ας αντιπαραβάλλουμε αυτό με τα κροκοδείλια δάκρυα της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ στον ΟΗΕ για τον καρδινάλιο Μιντσέντι, ο οποίος συνεργάστηκε με τους εχθρούς της Ουγγρικής Λαϊκής Δημοκρατίας και επεδίωξε να την παρεμποδίσει να βαδίσει προς μια πληρέστερη δημοκρατία των πρώην καταπιεσμένων εργατών και αγροτών της Ουγγαρίας. Μόλις πρόσφατα, ο πρόεδρος Τρούμαν μίλησε τρυφερά σε ένα διάγγελμα για την Ημέρα της Μητέρας σχετικά με την έκφραση της “αγάπης και ευλάβειάς” μας προς όλες τις μητέρες της χώρας. Αυτή η “αγάπη και ευλάβεια” για τις μητέρες της χώρας επ’ ουδενί δεν περιλαμβάνει τις μαύρες μητέρες, όπως η Ρόζα Λι Ινγκραμ, η Έιμι Μέγιαρντ, οι σύζυγοι και μητέρες των “Έξι” του Τρέντον, ή τα άλλα αμέτρητα θύματα, οι οποίες τολμούν να απαντούν στο νόμο του λιντσαρίσματος και τη βία της “λευκής ανωτερότητας”.

Οικονομικές δυσκολίες

Το ακριβώς αντίθετο, οι μαύρες γυναίκες – ως εργάτριες, ως μαύρες και ως γυναίκες – είναι το πλέον καταπιεσμένο στρώμα του πληθυσμού.

Το 1940, δύο στις πέντε μαύρες γυναίκες, έναντι δύο στις οχτώ λευκές, εργάζονταν για να ζήσουν. Όντας πλειοψηφία στο μαύρο πληθυσμό, οι μαύρες γυναίκες όχι μόνο αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό σε γυναίκες που είναι αρχηγοί οικογενειών, αλλα είναι και αυτές που κυρίως φέρνουν το ψωμί στις οικογένειες των μαύρων. Η μεγάλη αναλογία μαύρων γυναικών στην αγορά εργασίας οφείλεται κυρίως στα χαμηλά εισοδήματα των μαύρων ανδρών. Αυτή η δυσαναλογία έχει επίσης της ρίζες της στη μεταχείριση και τη θέση των μαύρων γυναικών ανά τους αιώνες.

Μετά τη χειραφέτηση και ακόμα και μέχρι σήμερα, ένα μεγάλο ποσοστό μαύρων γυναικών – παντρεμένων όσο και ανύπαντρων – αναγκάζονται να εργάζονται για να ζήσουν. Όμως, παρά τη στροφή στην απασχόληση των μαύρων γυναικών, από αγροτικές σε αστικές περιοχές, οι μαύρες γυναίκες ακόμα, γενικά περιορίζονται στην απασχόληση σε χαμηλά αμειβόμενες δουλειές. Το Γραφείο Γυναικών του Υπουργείου Εργασίας των ΗΠΑ, στο Βιβλίο Γεγονότων για τις γυναίκες εργάτριες (1948, Δελτίο 225), δείχνει ότι οι λευκές εργάτριες έχουν, κατά μέσο όρο, πάνω από δύο φορές μεγαλύτερα εισοδήματα από τις μη λευκές γυναίκες, καθώς οι μη λευκές εργάτριες (κυρίως μαύρες) έχουν εισοδήματα λιγότερα από 500$ ετησίως. Στον αγροτικό Νότο, τα εισοδήματα των γυναικών είναι ακόμα χαμηλότερα. Στα τρία μεγάλα βιομηχανικά κέντρα του Βορρά, το μέσο εισόδημα των λευκών οικογενειών (1.720$) είναι σχεδόν 60% υψηλότερο αυτού των μαύρων οικογενειών (1.095$). Η υπερεκμετάλλευση της μαύρης εργάτριας αποκαλύπτεται όχι μόνο σε σχέση με το ότι, ως γυναίκα, έχει χαμηλότερες αποδοχές, αντί για ίσες αποδοχές για ίση εργασία, αλλά ότι η πλειοψηφία των μαύρων γυναικών αμείβονται με λιγότερα από τα μισά από όσα αμείβονται οι λευκές γυναίκες. Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη, συνεπώς, το ότι στις μαύρες κοινότητες, οι συνθήκες γκέτο – χαμηλοί μισθοί, υψηλά ενοίκια, υψηλές τιμές κλπ- έχουν φτιάξει ένα σιδηρούν παραπέτασμα που εγκλωβίζει τις ζωές των μαύρων παιδιών και υπονομεύουν την υγεία και το πνεύμα τους. Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το ότι το ποσοστό θνησιμότητας κατά τη γέννα είναι τρεις φορές μεγαλύτερο στις μαύρες γυναίκες από όσο στις λευκές! Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το ότι από τα δέκα μαύρα παιδιά που γεννιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες το ένα δεν φτάνει ως την ενήλικη ζωή!

Η χαμηλή κλίμακα αποδοχών των μαύρων γυναικών σχετίζεται άμεσα με τον σχεδόν πλήρη αποκλεισμό της από πρακτικά όλους τους κλάδους εργασίας εκτός από τον πιο ταπεινό και τον πιο χαμηλά αμειβόμενο, αυτόν των οικιακών υπηρεσιών. Αποκαλυπτικά είναι τα ακόλουθα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση για το 1945, Οι Μαύρες Εργάτριες στον Πόλεμο (Γραφείο Γυναικών, Υπουργείο Εργασίας των ΗΠΑ, Δελτίο 205): σε σύνολο 7,5 εκατομμυρίων μαύρων γυναικών, πάνω από ένα εκατομμύριο βρίσκονται στον τομέα των οικιακών υπηρεσιών και των προσωπικών υπηρεσιών. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών – περίπου 918.000 – εργάζονται σε κατοικίες, και περίπου 98.000 απασχολούνται ως μαγείρισσες, σερβιτόρες κλπ. όχι σε κατοικίες. Οι υπόλοιπες 60.000 εργάτριες απασχολούνται σε υπηρεσίες σε διάφορες θέσεις προσωπικών υπηρεσιών (αισθητικοί, προσωπικό σε πανσιόν, καθαρίστριες, επιστάτριες, πρακτικές νοσηλεύτριες, καμαριέρες, οικονόμοι και χειρίστριες ανελκυστήρων).

Ο δεύτερος μεγαλύτερος αριθμός μαύρων εργατριών απασχολείται σε αγροτικές δουλειές. Το 1940, περίπου 245.000 ήταν εργάτριες γης. Από αυτές, περίπου 128.000 ήταν απλήρωτες εργάτριες σε οικογενειακές εκτάσεις.

Οι βιομηχανικές και λοιπές εργάτριες που καταγράφηκαν ήταν πάνω από 96.000. 36.000 εργάζονταν στη βιομηχανία, από τις οποίες 11.300 στην παραγωγή ενδυμάτων και άλλων βιομηχανικών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, 11.000 στην καπνοβιομηχανία και 5.600 στην παραγωγή τροφίμων και σχετικών με αυτά προϊόντων.

Ως υπάλληλοι γραφείου και απασχολούμενες σε παρόμοια επαγγέλματα γενικά ήταν 13.000. Υπήρχαν μόνο 8.300 μαύρες γυναίκες εργαζόμενες στη δημόσια διοίκηση.

Οι υπόλοιπες μαύρες οι οποίες εργάζονται για να ζήσουν κατανέμονται ως ακολούθως: δασκάλες 50.000, νοσηλεύτριες και δόκιμες 6.700, εργαζόμενες σε υπηρεσίες πρόνοιας και ασφάλισης 1.700, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και κτηνίατροι 120, γιατροί και χειρουργοί 129, ηθοποιοί 200, συγγραφείς, εκδότριες και δημοσιογράφοι 100, νομικοί και δικαστίνες 39, βιβλιοθηκάριες 400, και άλλες παρόμοιες κατηγορίες αναδεικνύουν το μεγάλης έκτασης αποκλεισμό των μαύρων γυναικών από τα επαγγέλματα.

Κατά τον πόλεμο εναντίον του Άξονα, οι μαύρες γυναίκες, για πρώτη φορά στην ιστορία, είχαν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τις ικανότητες και τα ταλέντα τους σε θέσεις άλλες από αυτές της οικιακής βοηθού και των προσωπικών υπηρεσιών. Και έγιναν πρωτοπόρες σε πολλούς κλάδους. Από το τέλος του πολέμου, ωστόσο, αυτή η κατάσταση έδωσε τη θέση της σε αυξανόμενη ανεργία, σε μαζική απόλυση των μαύρων γυναικών, ιδίως στις βασικές βιομηχανίες.

Αυτή η εξέλιξη εντάθηκε με την ανάπτυξη της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, οι μαύρες γυναίκες αναγκάζονται μαζικά να επιστρέψουν σε οικιακές εργασίες. Στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, αυτή η τάση επαληθεύτηκε επισήμως όταν πρόσφατα, ο Έντουαρντ Κόρσι, αξιωματούχος του πολιτειακού υπουργείου Εργασίας, αποκάλυψε ότι για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, η κατ’ οίκον βοήθεια είναι εύκολα προσβάσιμη. Ο Κόρσι, στην πραγματικότητα, παραδέχτηκε ότι οι μαύρες γυναίκες δεν αποχωρούν οικειοθελώς από την εργασία τους, αλλά συστηματικά εκδιώκονται από τη βιομηχανία. Η ανεργία, η οποία πάντοτε έπληττε τη μαύρη γυναίκα πρώτα και σκληρότερα από όλους, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος ζωής, είναι αυτό που υποχρεώνει τις μαύρες γυναίκες να επανέλθουν στις οικιακές υπηρεσίες. Αυτή η τάση συνοδεύεται και από μια ιδεολογική εκστρατεία για να καταστούν οι οικιακές υπηρεσίες πιο αποδεκτές. Διαφημίσεις σε εφημερίδες που βασίζουν τα επιχειρήματά τους στον ισχυρισμό ότι οι περισσότερες γυναίκες που εργάζονται σε οικιακές υπηρεσίες, οι οποίες κάνουν αίτηση για απασχόληση μέσω του U.S.E.S. “προτιμούν αυτό το είδος δουλειάς από ό,τι την εργασία στη βιομηχανία”, προπαγανδίζουν τις “αρετές” των οικιακών εργασιών, ειδικά αυτών των “θέσεων που περιλαμβάνουν διανυκτέρευση”.

Συνδεδεμένη εγγενώς με το ζήτημα των ευκαιριών εργασίας για τη μαύρη γυναίκα, είναι η ειδική καταπίεση που υφίσταται ως μαύρη, ως γυναίκα και ως εργάτρια. Είναι το θύμα του στερεότυπου του λευκού σωβινισμού όσον αφορά το πού θα έπρεπε να είναι η θέση της. Στις ταινίες, στο ραδιόφωνο, στον Τύπο, η μαύρη γυναίκα δεν απεικονίζεται με τον πραγματικό της ρόλο, αυτής που κερδίζει το ψωμί, είναι μητέρα και προστάτιδα της οικογένειας, αλλά ως μια παραδοσιακή “μαμά” που θέτει πάνω και από την ίδια την φροντίδα των παιδιών και της οικογένειας. Αυτό το παραδοσιακό στερότυπο της μαύρης σκλάβας μητέρας, το οποίο μέχρι και σήμερα εμφανίζεται σε εμπορικές διαφημίσεις, πρέπει να καταπολεμηθεί και να καταγγελθεί ως εργαλείο των ιμπεριαλιστών για να διαιωνίσουν τη λευκή σοβινιστική ιδεολογία ότι οι μαύρες είναι “καθυστερημένες”, “κατώτερες”και “φυσικές σκλάβες” των άλλων.

Ιστορικές πτυχές

Στην πραγματικότητα, η ιστορία της μαύρης γυναίκας δείχνει ότι η μαύρη μητέρα επί εποχής σκλαβιάς είχε μία θέση κλειδί και έπαιζε τον κυρίαρχο ρόλο στη δική της οικογενειακή ομάδα. Αυτό οφειλόταν κυρίως σε δύο λόγους: πρώτον, τις συνθήκες σκλαβιάς, υπό τις οποίες, ο γάμος, ως τέτοιος, δεν υπήρχε, και η κοινωνική θέση των μαύρων συναγόταν από τη μητέρα και όχι από τον πατέρα. Και δεύτερον, το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους μαύρους που ήρθαν σε αυτές τις ακτές από τους δουλέμπορους, ήρθαν από τη Δυτική Αφρική, όπου η θέση των γυναικών, αναφορικά με την ενεργό συμμετοχή στον έλεγχο της ιδιοκτησίας, ήταν σχετικά υψηλότερη στην οικογένεια από όσο για τις ευρωπαίες γυναίκες.

Οι ιστορικοί που μελετούν τις αρχές του δουλεμπορίου επικαλούνται τη μαρτυρία πολλών ταξιδιωτών που δείχνει ότι η αγάπη της αφρικανής μητέρας για το παιδί της ήταν αξεπέραστη σε σύγκριση με την αντίστοιχη αγάπη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Υπάρχουν πολυάριθμες μαρτυρίες για την αυτοθυσία που επεδείκνυαν ανατολικοαφρικανές μητέρες, προσφερόμενες στους δουλέμπορους να πάνε αυτές αντί για τους γιους τους σκλάβες, όπως και ιστορίες για τις γυναίκες από το Χότεντοτ οι οποίες αρνούνταν την τροφή κατά τη διάρκεια του λιμού μέχρι να σιτιστούν πρώτα τα παιδιά τους.

Είναι αδύνατο σε αυτό το άρθρο να αναφέρουμε τα τρομερά βάσανα και την υποβάθμιση που υφίσταντο οι μαύρες μητέρες και οι μαύρες γυναίκες γενικά επί σκλαβιάς. Υφιστάμενες νόμιμο βιασμό από τους ιδιοκτήτες τους, περιοριζόμενες σε μαντριά σκλάβων, αναγκασμένες να βαδίζουν επί 8 ως και 14 ώρες με φορτία στην πλάτη και να κάνουν καταστρεπτικές για τη μέση δουλειές, ακόμα και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι μαύρες γυναίκες έτρεφαν ένα φλογερό μίσος για τη σκλαβιά και ανέλαβαν μεγάλο μέρος της ευθύνης για την υπεράσπιση και σίτιση της μαύρης οικογένειας.

Η μαύρη μητέρα ήταν η αφέντρα στο καλύβι των σκλάβων και, παρ’ όλη την ανάμειξη του αφέντη ή του επιστάτη, οι επιθυμίες της στα προξενέματα και τα οικογενειακά ζητήματα ήταν σεβαστές. Την εποχή της σκλαβιάς, αλλά και μετά από αυτή, οι μαύρες γυναίκες έπρεπε να υποστηρίζουν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους. Αναγκαστικά παίζοντας ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομική και την κοινωνική ζωή του λαού της, η μαύρη γυναίκα διαπαιδαγωγήθηκε να βασίζεται στον εαυτό της και να προβαίνει σε θαρραλέες και ανιδιοτελείς δράσεις. (Σήμερα, στις αγροτικές περιοχές του Νότου, ειδικά στα υπολείμματα των παλιών φυτειών, μπορεί κανείς να βρει νοικοκυριά όπου οι γηραιές γιαγιάδες κατευθύνουν τις κόρες, τους γιους και τα εγγόνια τους με μητριαρχική αυστηρότητα και εξουσία.)

Υπάρχει πολύ ενδιαφέρον υλικό που τεκμηριώνει ότι η οικογενειακή ζωή των μαύρων και η κοινωνική και πολιτική συνειδητοποίηση των μαύρων ανδρών και γυναικών υπέστη σημαντικές αλλαγές μετά την κατάργηση της δουλείας. Ένας απελευθερωμένος πρώην δούλος παρατηρούσε, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, ότι πολλοί άντρες ήταν υπερβολικά περήφανοι για το νεοαποκτηθέν κύρος τους στις οικογενειακές σχέσεις και επέμεναν να αναγνωριστεί η ανωτερότητά τους έναντι των γυναικών. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο τα δεσμά της σκλαβιάς έσπασαν και τα σπίτια των ενοικιαστών διαλύθηκαν σε όλες τις φυτείες προκειμένου κάθε οικογένεια να μπορεί να διάγει μια ανεξάρτητη ύπαρξη. Η νέα οικονομική τάξη, η αλλαγή στον τρόπο παραγωγής, έθεσε τον μαύρο άντρα σε θέση ανωτερότητας έναντι της οικογένειάς του. Η αγορά σπιτιών επίσης βοήθησε στην ενίσχυση του κύρους του άντρα.

Έτσι, ένας πρώην σκλάβος, ο οποίος άρχισε τη ζωή του ως ελεύθερος άνθρωπος με ένα μικροσκοπικό αγρόκτημα, με τη γυναίκα του να εργάζεται ως πλύστρα, ο οποίος όμως αργότερα νοίκιασε γη και προσέλαβε δύο ανθρώπους, αναφέρει την περηφάνεια που ένιωσε λόγω του νέου στάτους του οποίου έχαιρε: “Στο ταπεινό μου παλάτι σε ένα λόφο στο δάσος πίσω από τη σκιά πανύψηλων πεύκων και βελανιδιών, ένιωσα ως βασιλιάς του οποίου οι διαταγές ήταν “νόμος και ευαγγέλιο” για τους υπηκόους του”.

Θα πρέπει να δει κανείς ότι υπάρχει εδώ δύο διαστάσεις. Ως προς τη σύζυγο και τα παιδιά του, ο μαύρος άνδρας ήταν πλέον σε θέση να αναλάβει την οικονομική και γενικά την ηγεσία της οικογένειας. Όμως μπορούσε επίσης να παλέψει ενάντια στη βία κατά των γυναικών της ομάδας του εκεί όπου παλιότερα ήταν ανήμπορος να παρέμβει.

Η ίδρυση εκκλησίας των μαύρων, που από την αρχή βρισκόταν υπό την κυριαρχία των ανδρών, επίσης έτεινε να επιβεβαιώσει την ηγεσία του άντρα στην οικογένεια. Υπήρχε επιδοκιμασία της ανδρικής υπεροχής στη Βίβλο, η οποία για πολλούς ήταν η ανώτατη αρχή σε τέτοια ζητήματα.

Με αυτές και άλλες μεθόδους, αναπτύχθηκε η υποταγή των μαύρων γυναικών. Σε καποιες λίγες περιπτώσεις, αντί για τη νομική κατοχύρωση της ελευθερίας της συζύγου και των παιδιών του, ο σύζυγος τους επέτρεπε να συνεχίζουν στο στάτους του σκλάβου. Σε πολλές περιπτώσεις, πολιτειακοί νόμοι απαγόρευαν σε έναν σκλάβο που απελευθερωνόταν μετά από καποια ημερομηνία να παραμένει στην πολιτεία. Επομένως, ο μόνος τρόπος για πολλές μαύρες συζύγους και παιδιά για να παραμείνουν στην πολιτεία ήταν να “σκλαβωθούν” στους συγγενείς τους. Πολλοί μαύροι ιδιοκτήτες σκλάβων, στην πραγματικότητα, ήταν συγγενείς των σκλάβων τους.

Σε μερικές περιπτώσεις, οι μαύρες γυναίκες αρνήθηκαν να υπόκεινται στην εξουσία των ανδρών. Αψηφώντας τις αποφάσεις των συζύγων τους να ζουν στα μέρη των πρώην ιδιοκτητών τους, πολλές μαύρες πήραν τα παιδιά τους και μετακόμισαν αλλού.

Οι μαύρες γυναίκες στις μαζικές οργανώσεις

Αυτή η επιγραμματική παράθεση μερικών από τις πτυχές της ιστορίας της μαύρης γυναίκας, υπό το επιπρόσθετο φως του γεγονότος ότι μία μεγάλη αναλογία μαύρων γυναικών είναι υποχρεωμένες σήμερα να βγάλουν όλο ή μέρος του ψωμιού για την οικογένεια, μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί οι μαύρες γυναίκες παίζουν τον πιο δραστήριο ρόλο στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της μαύρης κοινότητας σήμερα. Περίπου 2.500.000 μαύρες γυναίκες είναι οργανωμένες σε κοινωνικές, πολιτικές συλλογικότητες και οργανώσεις όπως και αδελφότητες. Η πιο σημαντική από αυτές είναι η Εθνική Ένωση Μαύρων Γυναικών (Ν.A.N.W.), το Εθνικό Συμβούλιο Μαύρων Γυναικών (N.C.N.W.), η Εθνική Ομοσπονδία Γυναικείων Ομίλων (N.F.N.C.), το Τμήμα Γυναικών της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών “Elk”, η Εθνική Ένωση Έγχρωμων Αισθητικών, ο Εθνικός Σύνδεσμος Γυναικών Επιχειρηματιών και η Εθνική Ένωση Έγχρωμων Απόφοιτων Νοσηλευτριών. Από αυτές, η Εθνική Ένωση Μαύρων Γυναικών, με 75.000 μέλη είναι η μεγαλύτερη οργάνωση σε μέλη. Υπάρχουν πολυάριθμες αδελφότητες, γυναικείες εκκλησιαστικές επιτροπές όλων των δογμάτων, και οργανώσεις για τις γυναίκες καταγωγής από τις δυτικές Ινδίες. Σε μερικές περιοχές, υπάρχουν Τμήματα Γυναικών στις τοπικές επιτροπές της Εθνικής Ένωσης για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ανθρώπων (N.A.A.C.P.), και πρόσφατα, ο Εθνικός Αστικός Σύνδεσμος (N.U.L.) δημιούργησε Τμήμα Γυναικών για πρώτη φορά στην ιστορία του.

Οι μαύρες γυναίκες είναι οι πραγματικά δραστήριες δυνάμεις – οι οργανώτριες και οι εργάτριες – σε όλα τα ιδρύματα και τις οργανώσεις μαύρων. Αυτές οι οργανώσεις παίζουν έναν πολύπλευρο ρόλο, αναφορικά με όλα τα ζητήματα οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής των μαύρων, ιδίως αυτά της μαύρης οικογένειας. Πολλές από αυτές τις οργανώσεις ασχολούνται πολύ με τα προβλήματα της μαύρης νεολαίας, παρέχοντας και διαχειριζόμενες υποτροφίες, δίνοντας βοήθεια σε σχολεία και άλλα ιδρύματα και παρέχοντας κοινωνικές υπηρεσίες. Η πάλη για ανώτερη εκπαίδευση για να σπάσουν οι νόμοι Τζιμ Κρόου στα ανώτερα ιδρύματα, βρήκαν το σύμβολό τους πέρσι, στο πρόσωπο της λαμπρής μαύρης φοιτήτριας, της Άντα Λόις Σίπουελ Φίσερ από την Οκλαχόμα. Οι περιφρονητικές στάσεις που ενίοτε εκφράζονται – όπως ότι οι οργανώσεις μαύρων γυναικών ασχολούνται μόνο με έργα “φιλανθρωπίας” – πρέπει πάντοτε να αποκαλύπτονται, γιατί έχουν σοβινιστική προέλευση, έστω και λεπτή, γιατί, ενώ το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για πολλές οργανώσεις λευκών γυναικών, τέτοιες στάσεις δεν αναγνωρίζουν τον ειδικό χαρακτήρα του ρόλου των οργανώσεων των μαύρων γυναικών. Μια τέτοια αντίληψη δεν μπορεί να καταλάβει τον ειδικό ρόλο που έχουν οι μαύρες γυναίκες σε αυτές τις οργανώσεις, οι οποίες, πάνω και πέρα από τον ειδικό τους χαρακτήρα, επιδιώκουν να παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες στη μαύρη νεολαία, η οποία τις στερείται ως αποτέλεσμα του συστήματος λιντσαρίσματος “Τζιμ Κρόου” που υπάρχει στις ΗΠΑ.

Η μαύρη γυναίκα εργάτρια

Η αμελητέα συμμετοχή των μαύρων γυναικών σε προοδευτικούς και συνδικαλιστικούς κύκλους είναι, συνεπώς, ακόμα πιο εντυπωσιακή. Σε οποιοδήποτε σωματείο, ακόμα και σε εκείνα που υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση μαύρων εργατριών, ελάχιστες μαύρες θα βρεθούν ως ηγέτιδες ή δραστήρια μέλη. Προφανείς εξαιρέσεις αποτελούν το Συνδικάτο Εργατών Τροφίμων και Καπνού και το Ενωμένο Συνδικάτο Υπαλλήλων και Επαγγελματιών.

Όμως γιατί αυτές είναι εξαιρέσεις; Οι μαύρες γυναίκες είναι από τους πιο μαχητικούς συνδικαλιστές. Οι απεργίες των μισθωτών καλλιεργητών της δεκαετίας του ’30 υποκινήθηκαν από μαύρες. Υφιστάμενες την τρομοκρατία του γαιοκτήμονα και του οπαδού της λευκής ανωτερότητας, διεξήγαγαν μεγαλειώδεις μάχες μαζί με τους μαύρους άντρες και τους λευκούς προοδευτικούς σε αυτό τον αγώνα που είχε επικεφαλής το Κομμουνιστικό Κόμμα και ο οποίος άφησε μια μεγάλη παρακαταθήκη. Οι μαύρες διαδραμάτισαν έναν μεγάλο ρόλο την περίοδο πριν την ίδρυση του Συνεδρίου Βιομηχανικών Οργανώσεων (C.I.O.) σε απεργιακούς και άλλους αγώνες, τόσο ως εργάτριες όσο και ως σύζυγοι εργατών, για να κερδηθεί η αναγνώριση της ύπαρξης βιομηχανικών συνδικάτων, σε βιομηχανίες όπως αυτές των αυτοκινήτων, της συσκευασίας, του χάλυβα κλπ. Πιο πρόσφατα, η μαχητικότητα των μαύρων συνδικαλιστριών αποδείχτηκε στην απεργία στις βιομηχανίες συσκευασίας τροφίμων και, ακόμα περισσότερο, στην απεργία των καπνεργατών –όπου αναδείχτηκαν ως επιφανείς συνδικαλίστριες γυναίκες όπως η Μοράντα Σμιθ και η Βέλμα Χόπκινς. Ο αγώνας των καπνεργατών του οποίου ηγήθηκαν μαύρες, αργότερα ενώθηκε με την πολιτική δράση μαύρων και λευκών, η οποία οδήγησε στην εκλογή του πρώτου μαύρου στο Νότο (στο Γουίνστον Σάλεμ, στη Βόρεια Καρολίνα) για πρώτη φορά μετά τις ημέρες της Ανασυγκρότησης.

Οι προοδευτικοί συνδικαλιστές πρέπει να αναγνωρίσουν ότι, στην πάλη για ίσα δικαιώματα για τους μαύρους εργάτες, χρειάζεται να έχουν μια ιδιαίτερη προσέγγιση έναντι των μαύρων εργατριών οι οποίες, εντελώς δυσανάλογα προς τις άλλες εργάτριες, είναι οι βασικοί βιοποριστές στις οικογένειές τους. Η πάλη για να διατηρηθεί η μαύρη γυναίκα στη βιομηχανία και να αναβαθμιστεί επαγγελματικά είναι ο κύριος τρόπος για την πάλη για τα βασικά και τα ιδιαίτερα συμφέροντα της μαύρης εργάτριας. Το να μην αναγνωρίζεται αυτή η πτυχή σημαίνει πως αγνοούνται οι ιδιαίτερες πτυχές των συνεπειών της αυξανόμενης οικονομικής κρίσης, η οποία τιμωρεί τους μαύρους εργάτες και ιδιαίτερα τις μαύρες εργάτριες, με ιδιαίτερη αυστηρότητα.

H οικιακή βοηθός

Μία από τις πιο προφανείς εκδηλώσεις της μη ενασχόλησης, από πλευράς συνδικάτων, με τα προβλήματα της μαύρης εργάτριας είναι όχι μόνο η απουσία πάλης ενάντια στον επανυποβιβασμό της μαύρης γυναίκας σε οικιακές και άλλες υπηρετικές δουλειές, αλλά και η απουσία πάλης για την οργάνωση των οικιακών βοηθών. Αποτελεί σκέτη υποκρισία για τους προοδευτικούς συνδικαλιστές το να κάνουν λόγο για οργάνωση των ανοργάνωτων αλλά να μη στρέφουν το βλέμμα τους στα μεγάλα δεινά που υφίστανται οι οικιακές βοηθοί οι οποίες, δίχως συνδικαλιστική προστασία, αποτελούν επίσης θύματα αποκλεισμού από κάθε κοινωνική και εργατική νομοθεσία. Μόνο μία περίπου στις δέκα μαύρες εργάτριες καλύπτεται από τη σημερινή νομοθεσία για τον κατώτατο μισθό, παρότι το ένα τέταρτο αυτών των εργατριών βρίσκονται σε πολιτείες όπου έχουν νόμους για κατώτατο μισθό. Όλα τα επιχειρήματα που ως τώρα αναφέρονται σχετικά με τις πραγματικές δυσκολίες για οργάνωση των οικιακών βοηθών – όπως η “περιστασιακή” φύση της απασχόλησής τους, οι δυσκολίες οργάνωσης όσων εργάζονται όλη την ημέρα, το πρόβλημα της οργάνωσης ανθρώπων που εργάζονται σε ιδιωτικές κατοικίες κλπ – πρέπει άμεσα να απορριφθούν. Αν δεν δράσουν γρήγορα οι προοδευτικοί άνθρωποι, υπάρχει ο κίνδυνος να μπουν σε αυτόν τον τομέα σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις και να κάνουν τη δουλειά τους, να σπείρουν τη διχόνοια και δημαγωγία.

Η μοίρα της οικιακής βοηθού είναι μία ανυπόφορη εξαθλίωση. Συνήθως, δεν έχει ορισμένα τα καθηκοντά της στο σπίτι όπου εργάζεται. Οι οικιακές βοηθοί μπορούν να “χρεώνονται”, πέρα από καθάρισμα και τρίψιμο, το πλύσιμο των παραθύρων και την φροντίδα των παιδιών, το πλύσιμο, το μαγείρεμα κλπ, και όλα αυτά με το χαμηλότερο μισθό. Η μαύρη εργάτρια πρέπει να υποφέρει την επιπρόσθετη προσβολή, σε μερικές περιοχές, να χρειάζεται να ψάξει δουλειά σε πραγματικά “σκλαβοπάζαρα”, σε δρόμους όπου γίνονται μειοδοτικοί διαγωνισμοί, για ανθεκτικούς εργάτες. Πολλές οικιακοί βοηθοί, επιστρέφοντας στο δικό τους σπίτι, πρέπει να αρχίσουν κι εκεί δουλειές του σπιτιού.

Ποιος δεν αγανάκτησε όταν αποκαλύφθηκε ότι στην Καλιφόρνια, στη στυγερή περίπτωση της Ντόρα Τζόουνς, μία μαύρη γυναίκα οικιακή βοηθός είχε για πάνω από 40 χρόνια σκλαβωθεί στην “πολιτισμένη” Αμερική; Ο εργοδότης της καταδικάστηκε με λίγα χρόνια ποινή και παραπονέθηκε ότι η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν “για μια μεγάλη χρονική περίοδο”. Όμως μπορούσε η Ντόρα Τζόουνς, μαύρη οικιακή βοηθός να αποζημιωθεί για τα πάνω από 40 χρόνια που έζησε σε συνθήκες εκμετάλλευσης και εξευτελισμού; Και πόσες τέτοιες περιπτώσεις, παρόμοιες ή ελάχιστα διαφορετικές από την περίπτωση της Ντόρα Τζόουνς, γίνονται ακόμα ανεκτές από τους ίδιους τους προοδευτικούς ανθρώπους!

Μόλις πρόσφατα, στο νομοθετικό σώμα της πολιτείας της Νέας Υόρκης, κατατέθηκε νομοσχέδιο για να “δακτυλοσκοπούνται” οι οικιακές βοηθοί. Το νομοσχέδιο Μαρτίνεζ δεν έγινε νόμος, γιατί οι αντιδραστικοί επικεντρώθηκαν σε άλλα κατασταλτικά νομοσχέδια, όμως εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα τον αντίκτυπο του συστήματος που εφάρμοσε ο βρετανικός ιμπεριαλισμός στην Αφρική (και το γερμανικό Ράιχ έναντι των εβραίων!) σε βάρος των γυναικών οικιακών βοηθών.

Είναι απαραίτητο τα συνδικάτα να βοηθήσουν με κάθε τρόπο το Συνδικάτο Οικιακών Βοηθών να εκπληρώσει το καθήκον της οργάνωσης των εκμεταλλευόμενων οικιακών βοηθών, η πλειοψηφία των οποίων είναι μαύρες. Ταυτόχρονα, είναι επιτακτική και απαραίτητη η νομοθετική πάλη για την ένταξη των οικιακών βοηθών στις πρόνοιες του Νόμου για την Κοινωνική Ασφάλιση. Εδώ, τα επαναλαμβανόμενα ζητήματα σχετικά με τα “διοικητικά προβλήματα” εφαρμογής του νόμου στις οικιακές βοηθούς θα πρέπει να αμφισβητηθούν και να δοθούν λύσεις.

Ο συνεχής υποβιβασμός των μαύρων γυναικών σε οικιακές βοηθούς έχει συμβάλει στη διαιώνιση και ένταση του σοβινισμού εναντίον όλων των μαύρων γυναικών. Παρά το γεγονός ότι οι μαύρες γυναίκες μπορεί να είναι γιαγιάδες ή μητέρες, η σοβινιστική χρήση του όρου “κορίτσι” για τις ενήλικες μαύρες αποτελεί συνήθης έκφραση. Η ίδια η οικονομική σχέση των μαύρων γυναικών προς τις λευκές, όπου διαιωνίζεται η σχέση “κυρίας και καμαριέρας” τροφοδοτεί σοβινιστικές στάσεις και καθιστά απαραίτητο οι λευκές προοδευτικές γυναίκες, και ειδικά οι κομμουνίστριες, να παλέψουν συνειδητά ενάντια σε όλες τις εκδηλώσεις του λευκού σοβινισμού, ανοιχτού και καλυμμένου.

Σοβινισμός, από πλευράς προοδευτικών λευκών γυναικών, συχνά εκφράζεται με το ότι δεν έχουν στενούς δεσμούς φιλίας με μαύρες γυναίκες και δεν συνειδητοποιούν ότι η πάλη για ισότητα των μαύρων γυναικών είναι προς το δικό τους συμφέρον, καθώς η υπερεκμετάλλευση των μαύρων γυναικών τείνει να υποβιβάζει το επίπεδο όλων των γυναικών. Πάρα πολλοί προοδευτικοί, ακόμα και κομμουνιστές, είναι ακόμα ένοχοι για το ότι εκμεταλλεύονται μαύρες οικιακές βοηθούς, για το ότι αρνούνται να τις προσλάβουν μέσω του Σωματείου Οικιακών Βοηθών (ή για το ότι αρνούνται να τις βοηθήσουν να επεκτείνουν το σωματείο στις περιοχές όπου ακόμα δεν υπάρχει) και, γενικά, για το ότι συμμετέχουν στον εξευτελισμό των “καμαριέρων” όταν μιλάνε για αυτές στους αστούς γείτονες και τις οικογένειές τους. Έπειτα, υπάρχει η εκφρασμένη “ανησυχία” για το ότι η εκμεταλλευόμενη μαύρη οικιακή βοηθός “δεν μιλάει”, ή “δεν είναι φιλική” με τον εργοδότη της, ή η συνήθεια να υποθέτουμε ότι το καθήκον του λευκού προοδευτικού εργοδότη είναι να “πληροφορεί” τη μαύρη γυναίκα για την εκμετάλλευση και την καταπίεσή της, τις οποίες αναμφίβολα γνωρίζει πολύ καλά. Είναι ζωτικά αναγκαία μία μόνιμη αντίδραση σε κάθε σοβινιστική παρατήρηση ή χαρακτηρισμό έναντι των μαύρων γυναικών, αν θέλουμε να διαλύσουμε τη δικαιολογημένη δυσπιστία από πλευράς μαύρων γυναικών, οι οποίες απωθούνται από το λευκό σοβινισμό, τον οποίο συχνά βρίσκουν να εκφράζεται σε προοδευτικούς κύκλους.

Εκδηλώσεις λευκού σοβινισμού

Μερικές από τις πιο ωμές εκδηλώσεις σοβινισμού συναντώνται στα κοινωνικά ζητήματα όπου, πολύ συχνά, λευκοί άντρες και γυναίκες και μαύροι άντρες π.χ. συμμετέχουν σε καποιο χορό, αλλά οι μαύρες γυναίκες παραμελούνται. Η αποδοχή του προτύπου της “ελκυστικότητας” των λευκών γυναικών της άρχουσας τάξης (όπως το απαλό δέρμα), η μη επίδειξη ευγένειας προς μαύρες γυναίκες και η μη συμπερίληψη μαύρων γυναικών στην ηγεσία οργανώσεων, είναι καποιες άλλες μορφές σοβινισμού.

Μία άλλη ωμή πτυχή της καταπίεσης της μαύρης γυναίκας εκφράζεται σε διάφορους νόμους οι οποίοι στρέφονται ενάντιά της αναφορικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, την επιγαμία (που αρχικά σκοπό είχαν την αποτροπή των λευκών στο Νότο να παντρεύονται μαύρες), και νόμοι που εμποδίζουν και αρνούνται το δικαίωμα της επιλογής όχι μόνο στις μαύρες, αλλά και στους μαύρους και τους λευκούς άντρες και γυναίκες.

Για τις λευκές προοδευτικές γυναίκες και τους άντρες, ειδικά τους κομμουνιστές, το ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων με τους μαύρους άντρες και γυναίκες είναι, πάνω από όλα ζήτημα αυστηρής προσήλωσης στην κοινωνική ισότητα. Αυτό συνεπάγεται να σταματήσει η κατάσταση όπου καποιοι προοδευτικοί και κομμουνιστές παλεύουν για τα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα των μαύρων, όμως, χαράσσουν διαχωριστικές γραμμές όταν έχουν να κάνουν με κοινωνικές επαφές και επιγαμία. Το να θεωρούμε το ζήτημα “προσωπικό” και όχι πολιτικό, σημαίνει ότι έχουμε το χειρότερο είδος σοσιαλδημοκρατικής, αστοφιλελεύθερης σκέψης όσον αφορά το ζήτημα των μαύρων στην αμερικάνικη ζωή· είμαστε ένοχοι για το ότι ασπαζόμαστε τις δηλητηριώδεις “θεωρίες” λευκού σοβινισμού του Μπίλμπο και του Ράνκιν. Ομοίως, αναφορικά με την εγγύηση της “ασφάλειας” των παιδιών. Αυτή η ασφάλεια θα βελτιωθεί μόνο με τον αγώνα για απελευθέρωση και ισότητα όλων των εθνών και των λαών, και όχι με το να μη γνωρίζουν τα παιδιά για αυτό τον αγώνα. Αυτό σημαίνει να απαλλαγούμε από αστοφιλελεύθερες απόψεις οι οποίες “επιτρέπουν” στα μαύρα και τα λευκά παιδιά των προοδευτικών να παίζουν μαζί όταν είναι νέα, αλλά να χαράσσονται γραμμές όταν τα παιδιά γίνονται έφηβοι και δημιουργούν ερωτικές σχέσεις.

Οι αστοί ιδεολόγοι, φυσικά, έχουν αναπτύξει μια ειδική ιδεολογική επίθεση που στοχεύει στην υποβάθμιση των μαύρων γυναικών, η οποία αποτελεί τμήμα της γενικότερης αντιδραστικής ιδεολογικής επίθεσης ενάντια στις γυναίκες, αυτής του περιορισμού τους “στην κουζίνα, την εκκλησία, και τα παιδιά”. Δεν μπορούν, ωστόσο, σοβαρά και αξιόπιστα να λένε ότι η θέση της μαύρης γυναίκας είναι στο σπίτι· γιατί οι μαύρες γυναίκες βρίσκονται στις κουζίνες άλλων σπιτιών. Έτσι, το καθήκον τους είναι να εντείνουν τη διάδοση των θεωριών τους περί ανδρικής “ανωτερότητας” έναντι της μαύρης γυναίκας, αναπτύσσοντας ντροπαλά απόψεις που συμπίπτουν με τη “νέα σχολή” περί “ψυχολογικής κατωτερότητας” των γυναικών. Η πρόθεση μιας σειράς άρθρων, βιβλίων κλπ είναι να συσκοτιστεί η κύρια ευθύνη για την καταπίεση των μαύρων γυναικών, μέσω της διάδοσης της σάπιας αστικής έννοιας περί “μάχης των φύλων” και την “αγνόηση” της πάλης του συνόλου των μαύρων, τόσο ανδρών όσο και γυναικών, ενάντια στους κοινούς καταπιεστές τους, τη λευκή άρχουσα τάξη.

Οι σοβινιστικές εκφράσεις περιλαμβάνουν επίσης μία πατερναλιστική έκπληξη όταν ένας μαύρος είναι επαγγελματίας. Οι μαύρες εργάτριες συχνά συναντούν παρατηρήσεις όπως “δεν είναι η οικογένειά σου περήφανη για εσένα;”. Έπειτα, υπάρχει η ανάποδη πρακτική του να ερωτούνται οι μαύρες επαγγελματίες “αν καποιος από την οικογένειά” της θα ήθελε να δουλέψει ως οικιακή βοηθός.

Η ευθύνη για να ξεπεραστούν αυτές οι ιδιαίτερες μορφές λευκού σοβινισμού έγκειται, όχι στην “υποκειμενικότητα” των μαύρων γυναικών, όπως συχνά λέγεται, αλλά ξεκάθαρα στους λευκούς άντρες και τις λευκές γυναικες. Οι μαύροι άντρες έχουν ιδιαίτερη ευθύνη για το ξερίζωμα των στάσεων περί “ανδρικής ανωτερότητας” έναντι των γυναικών γενικά. Υπάρχει ανάγκη να ξεριζωθούν όλες οι “ανθρωπιστικές” και συγκαταβατικές στάσεις έναντι των μαύρων γυναικών. Σε μια κοινότητα, ένας ηγετικός μαύρος συνδικαλιστής, ο ταμίας της κομματικής οργάνωσής της, ακούει από μια λευκή προοδευτική γυναίκα μετά από κάθε κοινωνική δράση: “Άσε με να έχω τα λεφτά, μπορεί κάτι να σου συμβει”. Σε μια άλλη περίσταση, μία μαύρη οικιακή βοηθός που ήθελε να ενταχθεί στο κόμμα άκουσε από τον εργοδότη της, έναν κομμουνιστή ότι ήταν “πολύ καθυστερημένη” και “όχι έτοιμη” να ενταχθεί στο κόμμα. Σε μια άλλη κοινότητα πάλι, η οποία μεταπολεμικά αποτελούταν κατά 60% από μαύρους, οι λευκές προοδευτικές μητέρες κινητοποιήθηκαν για να βγάλουν τα παιδιά τους από το σχολείο αυτής της κοινότητας. Χάρη στην πρωτοβουλία της οργανωτικής υπεύθυνης της κομματικής οργάνωσης, μιας μαύρης γυναίκας, ξεκίνησε ένας αγώνας, ο οποίος ανάγκασε σε μια μεταστροφή το διευθυντή του σχολείου ο οποίος, είχε αρχικά υποχωρήσει στα στερεότυπα τα δικά του και των μητέρων. Τα μέτρα που αρχικά είχε πάρει προέβλεπαν τη δημιουργία ειδικής τάξης όπου λίγα λευκά παιδιά θα απομονώνονταν με “επιλεγμένα” μαύρα παιδιά σε μια “πειραματική για τις διαφυλετικές σχέσεις τάξη”, όπως έλεγε.

Αυτές οι σοβινιστικές στάσεις, ιδίως όπως εκφράζονται έναντι της μαύρης γυναίκας, είναι αναμφίβολα ένας σημαντικός λόγος για την εντελώς ανεπαρκή συμμετοχή των μαύρων γυναικών σε προοδευτικές οργανώσεις και στο Κόμμα μας ως μέλη και στελέχη.

Η αμερικανική αστική τάξη, πρέπει να θυμόμαστε, γνωρίζει το σημερινό και τον δυνάμει ακόμα μεγαλύτερο ρόλο των μαζών των μαύρων γυναικών, και δεν φείδεται να αναδεικνύει μαύρους που προδίδουν το λαό τους και παίζουν το παιχνίδι του ιμπεριαλισμού.

Αντιμέτωπη με την αποκάλυψη της χυδαίας στάσης της έναντι των μαύρων γυναικών, αντιμέτωπη με τις αυξανόμενες διαμαρτυρίες ενάντια στα ατιμώρητα αλλά και τα νόμιμα λιντσαρίσματα “Βόρειου στυλ”, η Ουολ Στρητ δίνει καποιες συμβολικές θέσεις σε μαύρες γυναίκες. Έτσι, η Άννα Άρνολντ Χέτζμαν, η οποία έπαιξε ρόλο-κλειδί στη Δημοκρατική Εθνική Επιτροπή μαύρων για την Εκλογή Τρούμαν, ανταμείφθηκε με το διορισμό ως βοηθού στον Ομοσπονδιακό Διοικητή Ασφαλείας Γιούινγκ. Έτσι, επίσης, ο κυβερνήτης Ντιούι διόρισε την Ιρέν Ντιγκς σε υψηλό αξίωμα στη διοίκηση της Πολιτείας της Νέας Υόρκης.

Άλλη μια στάχτη στα μάτια για το καταλάγιασμα της μαχητικότητας των μαύρων γυναικών ήταν η πρόσκληση του Υπουργείου Εξωτερικών σε εκπρόσωπο του Εθνικού Συμβουλίου Μαύρων Γυναικών – τη μόνη οργάνωση μαύρων που της έγινε τέτοια ανάδειξη – να παραστεί στην υπογραφή του Βορειοατλαντικού Συμφώνου.

Βασικά ζητήματα πάλης

Υπάρχουν πολλά βασικά ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι μαύρες γυναίκες και για τα οποία μπορούν και πρέπει να διεξαχθούν αγώνες.

Όμως καμία δεν αναπαριστά τόσο δραματικά την καταπίεση της μαύρης γυναίκας όσο η περίπτωση της Ρόζα Λι Ίνγκραμ, χήρα και μητέρα 14 παιδιών – δύο από τα οποία νεκρά – η οποία αντιμετωπίζει την ποινή των ισοβίων σε φυλακή της Τζόρτζια λόγω του “εγκλήματός” της να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι στις χυδαίες επιθέσεις ενός οπαδού της “λευκής ανωτερότητας”. Η υπόθεση Ίνγκραμ απεικονίζει το καθεστώς ρατσιστικής καταπίεσης και άκληρης κατάστασης της μαύρης οικογένειας στην Αμερική. Απεικονίζει ιδιαίτερα τον υποβιβασμό των μαύρων γυναικών υπό την αστική δημοκρατία η οποία βαδίζει προς το φασισμό και τον πόλεμο. Αντανακλά τις καθημερινές προσβολές τις οποίες οι μαύρες γυναίκες υφίστανται σε δημόσιους χώρους, ανεξαρτήτως τάξης, στάτους ή θέσης. Αποκαλύπτει το υποκριτικό άλλοθι των λιντσαριστών των μαύρων οι οποίοι ιστορικά κρύβονται κάτω από τα φουστάνια των γυναικών όταν προσπαθούν να καλύψουν τα ειδεχθή εγκλήματά τους, παριστάνοντας “ιπποτικά” ότι “υπερασπίζουν τη λευκή γυναικεία ύπαρξη”. Όμως, οι λευκές γυναίκες σήμερα, όχι λιγότερο από όσο οι αδερφές τους στα κινήματα των σουφραζετών και της κατάργησης της δουλείας, πρέπει να αντιταχθούν σε αυτό το ψέμα και το όλο σύστημα της καταπίεσης των μαύρων.

Η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα του κόστους που επιφέρει σε βάρος των δημοκρατικών δικαιωμάτων, τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών, η μη διεξαγωγή της πάλης. Οι σουφραζέτες, κατά τις πρώτες φυλακίσεις τους, επίτηδες τοποθετούνταν σε ράτζα δίπλα από μαύρες πόρνες, για να “εξευτελιστούν”. Είχαν τη σοφία να καταλάβουν ότι η πρόθεση ήταν να το κάνουν τόσο επίπονο, ώστε καμία γυναίκα να μην τολμά να παλεύει για τα δικαιώματά της αν θα υφίστατο τέτοιες συνέπειες. Όμως επρόκειτο για μια από τις ιστορικές αδυναμίες των σουφραζετών, οι οποίες κυρίως προέρχονταν από την αστική και τη μικροαστική τάξη, το ότι δεν συνέδεσαν τους αγώνες τους με τους αγώνες για πλήρη δημοκρατικά δικαιώματα των μαύρων μετά την κατάργηση της δουλειάς.

Μία αναπτυσσόμενη συνείδηση για το γυναικείο ζήτημα σήμερα, επομένως, πρέπει να αναγνωρίζει ότι το ζήτημα των μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες προηγείται, και δεν είναι ίσο με το γυναικείο ζήτημα· ότι μόνο στο βαθμό που αντιπαλέψουμε όλες τις σοβινιστικές εκφράσεις και ενέργειες έναντι των μαύρων και παλέψουμε για πλήρη ισότητα των μαύρων, θα μπορέσουν οι γυναίκες συνολικά να προωθήσουν τον αγώνα τους για ίσα δικαιώματα. Για το προοδευτικό γυναικείο κίνημα, η μαύρη γυναίκα, η οποία συνδυάζει την εργάτρια, τη μαύρη και τη γυναίκα, αποτελεί το ζωτικό σύνδεσμο προς αυτή την ανεβασμένη πολιτική συνείδηση. Στο βαθμό, περαιτέρω, που προωθείται η υπόθεση της μαύρης γυναίκας εργάτριας, αυτή θα είναι σε θέση να πάρει τη θέση που της αναλογεί στη μαύρη προλεταριακή ηγεσία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και, με την ενεργό συμμετοχή της, να συμβάλλει σε ολόκληρη την αμερικανική εργατική τάξη, της οποίας ιστορική αποστολή είναι η δημιουργία μιας Σοσιαλιστικής Αμερικής – η οποία αποτελεί την πλήρη και τελική εγγύηση της γυναικείας χειραφέτησης.

Η πάλη για την απελευθέρωση της Ρόζα Λι Ίνγκραμ είναι ένα κάλεσμα προς όλες τις λευκές γυναίκες και όλες τις προοδευτικές δυνάμεις, οι οποίες πρέπει να αρχίσουν να αναρωτιούνται: Πόσο ακόμα πρέπει να αφήνουμε αναπάντητο αυτό το ειδεχθές έγκλημα ενάντια σε όλες τις γυναίκες, ενάντια στους μαύρους ανθρώπους! Τα δεινά που υφίσταται η Ρόζα Λι Ίνγκραμ και οι αδερφές της αποτελεί πρόκληση και για τους προοδευτικούς εργάτες του πολιτισμού, για να γράψουν και να τραγουδίσουν για το θάρρος και την αξιοπρέπεια της μαύρης γυναίκας.

Η πρόσφατη δημιουργία της Εθνικής Επιτροπής για την Απελευθέρωση της Οικογένειας Ίνγκραμ καλύπτει μια ανάγκη που εδώ και καιρό ήταν αισθητή, από την εποχή που το αρχικό κίνημα επέβαλλε τη μετατροπή της θανατικής ποινής σε βάρος της κας. Ίνγκραμ σε ισόβια κάθειρξη. Αυτή η Εθνική Επιτροπή, με επικεφαλής τη Μερι Τσερτς Τέρελ, συνιδρύτρια της Εθνικής Ένωσης Έγχρωμων Γυναικών, περιλαμβάνει ως στελέχη επιφανείς γυναίκες, μαύρες και λευκές, όπως την Τερέζ Ρόμπινσον, την Πανεθνική Διοικήτρια της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών “Έλκς”, Άντα Μπ. Τζάκσον και τη δρ. Τζιν Γουέλτφις.

Ένα από τα πρώτα βήματα της Επιτροπής ήταν η επίσκεψη αντιπροσωπείας μαύρων και λευκών πολιτών σε αυτή τη θαρραλέα αγωνίστρια μαύρη μητέρα στο κελί της στις φυλακές της Τζόρτζια. Αυτή η κίνηση υποστήριξης ήταν τόσο ισχυρή που οι αρχές της Τζόρτζια επέτρεψαν στην αντιπροσωπεία να τη δουν ανεμπόδιστα. Από τότε, ωστόσο, σε απάντηση ενάντια στο αναπτυσσόμενο μαζικό κίνημα, οι αρχές της Τζόρτζια μετήγαγαν την κα. Ίνγκραμ, η οποία υποφέρει σοβαρά από την καρδιά της, σε μια χειρότερη φυλακή, στο Ρίντσβιλ.

Η υποστήριξη του έργου αυτής της επιτροπής καθίσταται βασική αναγκαιότητα για όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους, ιδίως τις γυναίκες. Πρέπει να αποκαλυφθεί η υποκριτική στάση του Προέδρου Τρούμαν ότι “δεν γνωρίζει τίποτα” για την υπόθεση Ίνγκραμ. Για την απελευθέρωση των Ίνγκραμ, πρέπει να υποστηριχθεί η καμπάνια για ένα εκατομμύριο υπογραφές, και να σταλεί φάκελος για την υπόθεση Ίνγκραμ στον ΟΗΕ.

Ο αγώνας για δουλειές για τις μαύρες γυναίκες αποτελεί βασικό ζήτημα. Η εντεινόμενη οικονομική κρίση, με τη διογκούμενη ανεργία και τις περικοπές μισθών και τις αυξανόμενες εξώσεις, γίνεται πιο αισθητή στις μάζες των μαύρων. Στη μία μετά την άλλη κοινότητα των μαύρων, οι μαύρες γυναίκες, οι τελευταίες που προσλαμβάνονται και οι πρώτες που απολύονται, είναι αυτές που υποφέρουν περισσότερο από την ανεργία. Πρέπει να αναπτυχθούν αγώνες για να πιάσουν δουλειές οι μαύρες γυναίκες στη βασική βιομηχανία, σε υπαλληλικές θέσεις, στις δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες κοινής οφέλειας.

Η επιτυχής καμπάνια του Κομμουνιστικού Κόμματος στην ανατολική Νέα Υόρκη για να πιάσουν δουλειά μαύρες γυναίκες στα πολυκαταστήματα φτηνών προϊόντων οδήγησε στην πρόσληψη μαύρων γυναικών σε όλη την πόλη, ακόμα και σε συνοικίες που κυριαρχούν οι λευκοί. Αυτή η καμπάνια επεκτάθηκε στη Νέα Αγγλία και πρέπει να αναπτυχθεί και αλλού.

Περίπου 15 κυβερνητικοί οργανισμοί δεν προσλαμβάνουν καθόλου μαύρους. Αυτή η πολιτική επικυρώνει επίσημα, και ταυτόχρονα ενθαρρύνει, τις πολιτικές Τζιμ Κρόου των καπιταλιστών εκμεταλλευτών οι οποίες κυριαρχούν παντού. Μία καμπάνια, λοιπόν, για την πρόσληψη μαύρων γυναικών θα προωθούσε σε μεγάλο βαθμό τον όλο αγώνα για δουλειές για μαύρους άντρες και γυναίκες. Επιπρόσθετα, θα είχε απτό αποτέλεσμα στην αποκάλυψη της υποκρισίας του προγράμματος “Πολιτικών Δικαιωμάτων” της διοίκησης Τρούμαν.

Πρέπει, επίσης, να διεξαχθεί μια έντονη πάλη ενάντια στην όλο και συχνότερη πρακτική της Υπηρεσίας Απασχόλησης των Ηνωμένων Πολιτειών να περιορίζει τις μαύρες γυναίκες, παρά τις ικανότητές τους για άλλες δουλειές, μόνο σε οικιακές δουλειές και δουλειές ατομικής εξυπηρέτησης.

Όπου υπάρχει συνείδηση του ειδικού ρόλου των μαύρων γυναικών, μπορεί να διεξαχθεί ένας επιτυχής αγώνας, ο οποίος θα κερδίσει την υποστήριξη των λευκών εργατών. Ένα πρόσφατο παράδειγμα ήταν η πρωτοβουλία λευκών κομμουνιστών κλωστοϋφαντουργών σε ένα χώρο όπου απασχολούσε 25 μαύρες γυναίκες όπου τρεις μηχανές έμεναν αχρησιμοποίητες. Το ζήτημα της αναβάθμισης των μαύρων γυναικών εργατριών έγινε ζωτικό. Ένα κίνημα μποϊκοτάζ ξεκίνησε και οι μηχανές παραμένουν αχρησιμοποίητες ως τώρα, με τους λευκούς εργάτες να αρνούνται να προσχωρήσουν στην αυστηρή αρχαιότητα σε βάρος των γυναικών. Στο μεταξύ, συνεχίζονται διαπραγματεύσεις για το ζήτημα. Ομοίως, πρόσφατα κερδήθηκε ένας αγώνας για τη διατήρηση των γυναικών στη βιομηχανία και την αναβάθμιση 750 γυναικών, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων ήταν μαύρες σε ένα εργοστάσιο της Packard από τη UAW.

Ο αγώνας για ειρήνη

Το να προσελκύσουμε τις μαύρες γυναίκες στον αγώνα για ειρήνη είναι καθοριστικό για όλους τους άλλους αγώνες. Ακόμα και κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον του Άξονα, οι μαύρες γυναίκες έπρεπε να κλαίνε για τους στρατιώτες γιους τους, οι οποίοι λιντσάρονταν ενώ βρίσκονταν στο στρατό του Τζιμ Κρόου. Δεν ενδιαφέρονται, επομένως, για τον αγώνα για ειρήνη;

Οι προσπάθειες των πολεμοκάπηλων του δικομματισμού να αποσπάσουν την υποστήριξη των γυναικείων οργανώσεων γενικά, έχουν επηρεάσει πολλές οργανώσεις των μαύρων γυναικών, οι οποίες, κατά τις τελευταίες ετήσιες συνδιασκέψεις τους, υιοθέτησαν τοποθετήσεις για την εξωτερική πολιτική που διάκεινται θετικά προς το Σχέδιο Μάρσαλ και το Δόγμα Τρούμαν. Πολλές από αυτές τις οργανώσεις έχουν εργαστεί με ομάδες που έχουν ξεκάθαρες αντιιμπεριαλιστικές θέσεις.

Το ότι υπάρχουν βαθιά φιλειρηνικά αισθήματα στις τάξεις των μαύρων γυναικών τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν για αποτελεσματική δράση έχει αποδειχθεί, όχι μόνο κατά τη μεγαλειώδη απάντηση στις εκδηλώσεις της Έσλαντ Γκουντ Ρόμπσον, αλλά και στη θέση που ανακοινώθηκε πέρσι από την αρχαιότερη οργάνωση μαύρων γυναικών, με επικεφαλής την κ. Κριστίν Σ. Σμιθ, η οποία απηύθυνε έκκληση για πανεθνική κινητοποίηση των αμερικάνων μαύρων γυναικών προς υποστήριξη των Ηνωμένων Εθνών. Αναφορικά με αυτό, θα ήταν πολύ αποδοτικό να γνωστοποιούσαμε στη χώρα μας τους μεγαλειώδεις αγώνες των γυναικών στη Βόρεια Αφρική, οι οποίες, παρότι στερούνται τα στοιχειώδη υλικά αγαθά, έχουν οργανώσει ένα ισχυρό κίνημα υπέρ της ειρήνης και έτσι ενώθηκαν ενάντια σε έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μαζί με 81 εκατομμύρια γυναίκες σε 57 χώρες, στην Παγκόσμια Δημοκρατική Ομοσπονδία Γυναικών.

Το κόμμα μας, βασισμένο στις μαρξιστικές – λενινιστικές του αρχές, βασίζεται ξεκάθαρα σε ένα πρόγραμμα πλήρους οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ισότητας για τους μαύρους και ίσων δικαιωμάτων για τις γυναίκες. Ποιος, περισσότερο από τη μαύρη γυναίκα, που είναι η πλέον εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη, πρέπει να ανήκει στο Κόμμα μας; Οι μαύρες γυναίκες μπορούν και πρέπει να συμβάλλουν σε τεράστιο βαθμό στην καθημερινή ζωή και δουλειά του Κόμματος. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι βασική ευθύνη αναλογεί στους λευκούς άντρες και γυναίκες συντρόφους και συντρόφισσες. Οι μαύροι σύντροφοι, ωστόσο, πρέπει επίσης να συμβάλλουν σε αυτό το καθήκον. Οι μαύρες κομμουνίστριες πρέπει παντού τώρα να καταλάβουν τη θέση που δίκαια τους αναλογεί στην κομματική ηγεσία σε όλα τα επίπεδα.

Οι μεγάλες ικανότητες, μαχητικότητα και οργανωτικό ταλέντο των μαύρων γυναικών μπορούν, αν χρησιμοποιηθούν έξυπνα από το κόμμα μας, να αποτελέσουν ένα ισχυρό μέσο για να αναδείξουν τους μαύρους εργάτες – άντρες και γυναίκες – ως τις ηγετικές δυνάμεις του απελευθερωτικού κινήματος των μαύρων, για να σφυρηλατήσουν την ενότητα μαύρων και λευκών στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό της Ουόλ Στρητ και για να ριζώσουν το κόμμα στα πιο εκμεταλλευόμενα και καταπιεζόμενα τμήματα της εργατικής τάξης και των συμμάχων του.

Στις κομματικές οργανώσεις μας, πρέπει να διεξάγουμε μια σε βάθος συζήτηση για το ρόλο των μαύρων γυναικών ώστε να εξοπλίσουμε τα μέλη του κόμματός μας με μια ξεκάθαρη αντίληψη, ώστε να διεξάγουν τους απαραίτητους αγώνες στους χώρους εργασίας και τις κοινότητες. Πρέπει να σταματήσει η πρακτική όπου, πολλές μαύρες γυναίκες που προσχωρούν στο κόμμα μας και οι οποίες, στις εκκλησίες, στις κοινότητες και τις αδελφότητες είναι ηγέτιδες των μαζών, και οι οποίες έχουν να δώσουν στο κόμμα μας μια πολύτιμη μαζική εμπειρία, ξαφνικά να αντιμετωπίζονται στις οργανώσεις μας, όχι ως ηγέτιδες, αλλά ως άνθρωποι άκαπνοι οργανωτικά. Πρέπει να σταματήσουμε να δημιουργούμε μια ατμόσφαιρα στις οργανώσεις μας όπου τα νέα μέλη – εν προκειμένω, μαύρες γυναίκες – αντιμετωπίζονται ωσάν να μην υπάρχουν ή να αποπειρώμαστε να τις βάλουμε σε ένα καλούπι. Πέραν των λευκών ρατσιστικών υπονοούμενων που ενυπάρχουν σε τέτοιες πρακτικές, αυτές συγχέουν τη βασική ανάγκη για μαρξιστική – λενινιστική αντίληψη, την οποία το κόμμα μας δίνει σε όλους τους εργάτες, και η οποία βοηθά την πολιτική αντίληψή τους, με τη σοβινιστική περιφρόνηση για τα οργανωτικά ταλέντα των νέων μαύρων μελών, ή για την αναγκαιότητα για την ανάδειξή τους στην ηγεσία.

Για να πετύχουν την πλήρη συμμετοχή των μαύρων γυναικών στον αντιφασιστικό, αντιιμπεριαλιστικό συνασπισμό, για να ανεβάσουν ακόμα περισσότερο την αγωνιστικότητα και τη συμμετοχή τους στο σημερινό και τους μελλοντικούς αγώνες ενάντια στον ιμπεριαλισμό της Ουόλ Στρητ, οι προοδευτικοί πρέπει να αποκτήσουν πολιτική συνείδηση αναφορικά με το καθεστώς ιδιαίτερης καταπίεσης που οι μαύρες γυναίκες υφίστανται.

Είναι αυτή η συνείδηση, η οποία θα ανέβει με αγώνες, αυτή η οποία θα πείσει όλο και πιο πολλούς ότι μόνο το Κομμουνιστικό Κόμμα, ως η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, με τον απώτερό του στόχο για σοσιαλισμό, μπορεί να πετύχει για τις μαύρες γυναίκες – και τους μαύρους, γενικά – την πλήρη ισότητα και αξιοπρέπεια της ύπαρξής τους σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, στην οποια οι συμβολές σε αυτή μετρώνται όχι βάσει εθνικής καταγωγής, ή χρώματος, αλλά στην οποία, άντρες και γυναίκες, συμβάλλουν ανάλογα με τις ικανότητές τους και, τελικά, υπό τον κομμουνισμό, λαμβάνουν ανάλογα με τις ανάγκες τους.

Political Affairs, Ιούνης 1949. Δημοσιεύτηκε σε ξεχωριστή μπροσούρα από την Εθνική Επιτροπή Γυναικών του Κ.Κ. Η.Π.Α.

Advertisements

Tagged:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: