Τζον Χάουαρντ Λόσον: Η τέχνη είναι όπλο

Δεν είναι λίγες οι φορές που, κατά τη διάρκεια του εξαετή εφιάλτη που ζει, ο λαός μας έχει αναφωνήσει “πού βρίσκεται ο πνευματικός κόσμος;”. Γιατί ο λαός είχε πάντοτε στους μεγάλους του αγώνες καποιους πνευματικούς ταγούς στο πλευρό του. Αναγνωρίζει ο λαός τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη και των έργων τέχνης, είτε αυτό ομολογείται από τον καλλιτέχνη ή αναδύεται ρητά από το έργο του, είτε όχι.

Ιδίως σε μεταβατικές περιόδους είναι που έχει μεγάλη σημασία το έργο των καλλιτεχνών. Γιατί τότε είναι που η πίεση από τις δυνάμεις του παρελθόντος ασκείται με εξελιγμένες μεθόδους (όπως το συνδυασμό μαστιγίου και καρότου). Και, αναλόγως και της κοινωνικής θέσης των ανθρώπων με τους οποίους έρχεται ο καλλιτέχνης σε επαφή, ενίοτε προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, το χτες με το αύριο, τις δυνάμεις που είναι καταδικασμένες να χαθούν με τις δυνάμεις που δημιουργούν το μέλλον. Οι ταλαντεύσεις και ο διχασμός της προσωπικότητας του καλλιτέχνη ενίοτε μπορεί να είναι συνεχής.

john_howard_lawson

Ο Τζον Χάουαρντ Λόσον στο βήμα της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Υποθέσεων (βλ. βίντεο από τη μεσαιωνική ανάκριση εδώ)

Μία παρόμοια συζήτηση είχε ξεσπάσει κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου στις ΗΠΑ, όπου ο κόσμος του πνεύματος και ιδίως στην κινηματογραφική βιομηχανία, είχε στις τάξεις του έναν κύκλο ανθρώπων που είχε κατανοήσει τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης. Ο κύκλος αυτός, ευρισκόμενος κυριολεκτικά στο στόμα του λύκου, δεν ήταν δυνατό να μην έχει στις τάξεις του ανθρώπους που ταλαντεύονταν, ενίοτε αποστρατεύονταν, ή έδιναν μάχη και τα κατάφερναν. Ο συγγραφέας θεατρικών και άλλων έργων Άλμπερτ Μαλτς ήταν ένας από αυτούς. Προσπάθησε σε κάποια φάση να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, αναδεικνύοντας το “σταθερό”, το “αέναο” και το “οικουμενικό” (που συνιστά, έστω και ασυνείδητα, τη διατήρηση του στάτους κβο), θέτοντας, όμως, αντικειμενικά, έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά της ίδιας της ζωής, η οποία είναι παροδική, σε κίνηση και με τα μέρη του “οικουμενικού” να βρίσκονται σε σύγκρουση. Η συλλογικότητά του, όμως, τον βοήθησε να ξεπεράσει αυτό το προσωρινό βήμα ταλάντευσης, όπως εκφράστηκε μέσα από το άρθρο του Τι πρέπει να ζητούμε από τους καλλιτέχνες;στο περιοδικό New Masses το Φλεβάρη του 1946. Έτσι, στάθηκε όρθιος παρά τα μαστιγώματα του Μακαρθισμού, ο οποίος δεν συγχώρησε την προσχώρησή του στο ΚΚ ΗΠΑ, δηλαδή στο στρατόπεδο του μέλλοντος, της εργατικής τάξης, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, και τον φυλάκισε το 1950.

Ο σεναριογράφος Τζον Χάουαρντ Λόσον, όντας ο ίδιος επικεφαλής της Οργάνωσης Χόλιγουντ του ΚΚ ΗΠΑ, ήταν ένας από τους πνευματικούς ανθρώπους που συνέβαλε, σε αυτή τη μεταβατική περίοδο της αμερικανικής κοινωνίας, η οποία οδηγούταν στο σκοτάδι του Ψυχρού Πολέμου, στο να κατανοηθεί η δύναμη της τέχνης και να βοηθήσει οι χειριστές αυτού του “όπλου” να βρουν τη θέση τους στο στρατόπεδο του αύριο. Πλήρωσε και αυτός βαρύ το τίμημα της τοποθέτησής του καθώς, όχι μόνο, μαζί με άλλους 9 ανθρώπους του Χόλιγουντ (συμπεριλαμβανομένου του Μαλτς), μπήκε στη μαύρη λίστα και καταστράφηκε η καριέρα του, αλλά και καταδικάστηκε σε φυλάκιση το 1950. Η “απολογία” του στην “Επιτροπή Αντιαμερικανικών Υποθέσεων”, η οποία καταγράφηκε από το φακό (βλ.εδώ), αποτελεί μνημείο περήφανης και ψύχραιμης στάσης.

***

Τζον Χάουαρντ Λόσον: Η τέχνη είναι όπλο

Τους τελευταίους μήνες, το περιοδικό New Masses έχει δημοσιεύσει πλήθος άρθρων για τον κοινωνικό ρόλο του συγγραφέα. Η συζήτηση έχει ασυνήθιστο ενδιαφέρον, γιατί δείχνει τη μεταβατική φάση που περνά ο χώρος του πολιτισμού, η οποία, με τη σειρά της, είναι μια αντανάκλαση των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών στη ζωή του αμερικάνικου λαού και στις διεθνείς σχέσεις.

Δυστυχώς, μεγάλο μέρος της συζήτησης έχει διεξαχθεί σε μια μάλλον κλειστή ατμόσφαιρα, όσον αφορά την αισθητική πτυχή, και όχι σε όρους άμεσης πολιτικής πραγματικότητας. Το άρθρο του Άλμπερτ Μαλτς (New Masses, 12 Φλεβάρη 1946) είναι ένα ακραίο παράδειγμα του να πραγματεύεται κανείς την τέχνη (και τις επιθυμίες και αυταπάτες του καλλιτέχνη) υποκειμενικά, χωρίς αναφορά στα εξωτερικά γεγονότα και δυνάμεις που αποτελούν την αιτία για τη συζήτηση και το μόνο πλαίσιο αναφοράς με το οποίο μπορεί να δοθεί στη συζήτηση νόημα και να θεωρηθεί επίκαιρη. Ισχυριζόμενος ότι ο συγγραφέας υποχρεώνεται να αναπαριστά μόνο “αέναες αλήθειες” και να υπηρετεί έναν “πλατύ φιλοσοφικό ή συναισθηματικό ανθρωπισμό”, ο Μαλτς ρητά απορρίπτει τη σύγχρονη ευθύνη του καλλιτέχνη. Απορρίπτει, επίσης, λιγότερο ρητά, αλλά όχι λιγότερο κατηγορηματικά, τις βασικές αρχές του μαρξισμού.

Ο μαρξισμός θεωρεί όλη τη ζωή και τη φύση ως μια συνεχή διαδικασία ρευστότητας και αλλαγής, παρακμής και ανάπτυξης. Όλα είναι παροδικά· όλα είναι σε κίνηση· το κάθε τι είναι κάτι που “γίνεται”. Ο μαρξισμός απορρίπτει τη θέση της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας ότι η σκέψη είναι ένα πράγμα καθ’εαυτό, μία “πνευματική” πραγματικότητα που υπερβαίνει το περιβάλλον. Η σκέψη αποτελεί συστατικό τμήμα της πρακτικής, ανθρώπινης δράσης. Ο Μαρξ έγραφε στη δεύτερη θέση για το Φόυερμπαχ: “Το ζήτημα, αν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να κατακτήσει την αντικειμενική (gegenständliche) αλήθεια δεν είναι ζήτημα θεωρίας, είναι πρακτικό ζήτημα. Στην πράξη πρέπει ο άνθρωπος ν΄ αποδείξει την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και τη δύναμη, το εντεύθεν (Diesseitigkeit) της νόησής του.”

Το σύνθημα “Η τέχνη είναι όπλο” εκφράζει αυτή τη βασική αλήθεια. Το όπλο είναι κάτι που χρησιμοποιείται σε μία σύγκρουση. Η ιστορία της κοινωνίας είναι ιστορία ταξικών αγώνων. Η τέχνη, επομένως, υπηρετεί τα συμφέροντα μίας τάξης· αποτελεί ένα όπλο που βρίσκεται στα χέρια μίας τάξης ή μίας άλλης. Ο Μαλτς δείχνει ότι αποδέχεται αυτή την ιδέα γενικά. Συμφωνεί ότι “Είναι γενικά – αν και όχι πάντα ειδικά – σωστό το να λέμε ότι τα έργα τάξης έχουν αποτελέσει και μπορούν να αποτελούν όπλα στη σκέψη των ανθρώπων, και επομένως, στον αγώνα των κοινωνικών τάξεων – είτε στο πλευρό της προόδου της ανθρωπότητας είτε στο πλευρό της αντίδρασης”. Το ότι ο ισχυρισμός αυτός δείχνει μια σύγχυση και μια ταλάντευση φαίνεται από το ότι προβαίνει σε διάκριση ανάμεσα σε ό,τι είναι “γενικά” και “ειδικά” σωστό, και από τη φράση “έχουν αποτελέσει και μπορούν να αποτελούν”. Θα πρέπει, μήπως, να υποθέσουμε ότι υπάρχουν έργα τέχνης “ειδικά” που δεν εξυπηρεούν συμφέροντα τάξεων και, επομένως, βρίσκονται εκτός και υπεράνω της πάλης των τάξεων;

rsf75203_b87219ac-7961-4b7b-a287-8bad4e4f6395_largeΟ Άλμπερτ Μαλτς (28/10/1908 – 26/04/1985) μόλις έχει ολοκληρώσει την «απολογία» του στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Υποθέσεων (28/10/1947)  (φωτό)

Καθώς προχωράμε την ανάγνωση του άρθρου του Μαλτς, καθίσταται προφανές ότι είναι αυτό ακριβώς που εννοεί. Ο Μαλτς επιπλήττει “το συγγραφέα που εργάζεται για να υπηρετήσει έναν άμεσο πολιτικό σκοπό και που επιθυμεί να κερδίσει φίλους για μία πολιτική δράση ή αντίληψη”. Ο άμεσος αντίκτυπος της πολιτικής εκφράζει την πίεση ταξικών συμφερόντων. Αν οι “αέναες αλήθειες”, στις οποίες ο συγγραφέας αφιερώνει το ταλέντο του, δεν είναι σχετιζόμενες με μία “τρέχουσα και παροδική πολιτική τακτική”, τότε δεν είναι σχετιζόμενες με την ταξική πάλη, η οποία είναι η κινητήρια δύναμη της αλλαγής, όλων όσων είναι τρέχοντα και παροδικά σε μια δεδομένη ιστορική κατάσταση.

Δεν είναι δυνατό να κατανοήσει καποιος οποιαδήποτε μορφή πολιτιστικής έκφρασης, αν δεν εξετάσει τις ιδιαίτερες κοινωνικές περιστάσεις εντός των οποίων αυτή εμφανίζεται και οι οποίες καθορίζουν το σκοπό και το νόημά της. Αυτό ισχύει για ένα μυθιστόρημα, μία ζωγραφιά, μία συμφωνία ή ένα άρθρο κριτικής. Δεν μπορούμε να αποσπάσουμε τις απόψεις που εκφράστηκαν από το Μαλτς από την ιστορική στιγμή την οποία επιλέγει να παρουσιάσει αυτές τις απόψεις. Γράφει σε μια στιγμή όπου διεξάγεται ένας αποφασιστικός αγώνας. Οι δημοκρατικές νίκες που επιτεύχθηκαν στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο απειλούνται από τις ακόμα ισχυρές δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ισχυρές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική εργατική τάξη κατακτά όλο και περισσότερο τη μαχητική ηγεσία στο λαϊκό κίνημα για τη διασφάλιση της ειρήνης, της δουλειάς και της ασφάλειας. Μπορούμε να θεωρήσουμε απλή παράβλεψη ότι ο Μαλτς δεν λέει λέξη για αυτό τον αγώνα ή προτείνει ότι ο συγγραφέας δεν έχει καμία σχέση με τους εργάτες ή τους συμμάχους τους, ούτε κάποια υποχρέωση να διαλέξει μέρος σε αυτή τη σύγκρουση; Το άρθρο του φέρει τον τίτλο: “Τι πρέπει να ζητούμε από τους συγγραφείς;”. Προφανώς, δεν τους ζητά να πάρουν το μέρος της εργατικής τάξης.

Η αδυναμία του Μαλτς να θέσει το ζήτημα του καλλιτέχνη στο ιστορικό και κοινωνικό του πλαίσιο καθίσταται ιδιαίτερα προφανές στην αναφορά του στο πώς εκτιμούσε ο Ένγκελς το Μπαλζάκ. Η επιστολή προς την κα. Χάρκνες το 1888, την οποία ο Μαλτς αποδίδει όχι με ακρίβεια, αποτελεί ένα περιληπτικό αριστούργημα της μαρξιστικής ανάλυσης για τη λογοτεχνία. Ο Ένγκελς μελετά το Μπαλζάκ στις συγκεκριμένες σχέσεις του καιρού του· επισημαίνει ότι στην “Ανθρώπινη Κωμωδία” παρέχει την πλέον “θαυμαστά ρεαλιστική ιστορία της γαλλικής κοινωνίας καθώς, με τον τρόπο χρονικού, περιγράφει από χρονιά σε χρονιά, από το 1816 έως το 1848, τις σταδιακές ρωγμές που προκαλούσε η ανερχόμενη αστική τάξη προς την κοινωνία των ευγενών, η οποία μετά το 1815 ανασυντασσόταν (….) και γύρω από αυτό το κεντρικό πλαίσιο συσπειρώνεται μια τέλεια ιστορία της γαλλικής κοινωνίας, απ’ όπου έμαθα μέχρι και για τις οικονομικές λεπτομέρειες (για παράδειγμα, τον αναδασμό της έγγειας ιδιοκτησίας μετά τη γαλλική επανάσταση), και πληροφορήθηκα πολύ περισσότερα απ’όσα θα μπορούσαν να μου πουν οι ιστορικοί, οι οικονομολόγοι και οι επαγγελματίες στατιστικοί εκείνης της εποχής.”

Ο Μπαλζάκ ήταν νομιμόφρονας. Η αγάπη του για την παλιά αριστοκρατία προκαλούσε το μίσος του για την ανερχόμενη τάξη των καπιταλιστών· η απεικόνιση που έκανε για την κοινωνία, στην οποία όλα υποτάσσονταν στην απληστία και τη λαγνεία για εξουσία, χρησίμευαν ως αντίδοτο στο ρομαντικό φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα. Ο Ένγκελς επισημαίνει ότι “οι συμπάθειες [του Μπαλζάκ] είναι προς την τάξη που είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί”. Όμως είναι επίσης αλήθεια για το Μπαλζάκ ότι “αναγκάστηκε να πάει κόντρα στις ταξικές του συμπάθειες και τις πολιτικές του προκαταλήψεις, [ότι] είδε την αναγκαιότητα της εξαφάνισης των αγαπητών του ευγενών και τους περιέγραψε ως ανθρώπους που δεν άξιζαν καλύτερη τύχη”.

Ο Ένγκελς βλέπει το Μπαλζάκ ως έναν άνθρωπο ζωντανό, ο οποίος παλεύει να κόψει το δίχτυ των αντιθέσεων στις οποίες βρίσκεται μπλεγμένος, και οι οποίες δημιουργούνται από την ένταση της πάλης. Ο Μαλτς βλέπει στο Μπαλζάκ έναν άνθρωπο ο οποίος είναι μόνιμα και άνετα διχασμένος σε δύο ξεχωριστές οντότητες: ο αντιδραστικός πολίτης και ο καλλιτέχνης που παρατηρεί, βρίσκονται στο ίδιο σώμα· ο πολίτης ψηφίζει και ο καλλιτέχνης γράφει, και ο ένας δεν ανακατεύεται στον άλλο.

the-hollywood-tenΔιαδηλώσεις υπέρ της παύσης των διώξεων των «Δέκα του Χόλιγουντ» (φωτό)

Είναι αλήθεια ότι η διχασμένη προσωπικότητα είναι χαρακτηριστική της ανάπτυξης του χώρου του πολιτισμού επί καπιταλισμού, και αντανακλά την αμφισημία της ταξικής θέσης του καλλιτέχνη και τις αντιθέσεις που είναι έμφυτες σε αυτό το σύστημα. Ο Μαλτς αποδέχεται αυτό το δυισμό ως μία μόνιμη αισθητική αρχή, μία ιδιότητα της δημιουργικής προσωπικότητας. Η αρχή την οποία ο Μαλτς περιγράφει είναι τόσο ανεπηρέαστη από ιστορικές αλλαγές, που εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο στο Μπαλζάκ της δεκαετίας του 1840 και το (σ.parapoda: τροτσκιστή) Τζέημς Τ. Φάρελ και το (σ.parapoda: αποχωρήσαντα το 1942 από το ΚΚ ΗΠΑ) Ρίτσαρντ Ράιτ έναν αιώνα αργότερα.

Η μέθοδος του ιστορικού υλισμού παρέχει έναν τρόπο για να κατανοούμε την πολιτιστική εξέλιξη ως συστατικό τμήμα της κίνησης της ιστορίας. Η περίοδος από τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848 ως τις ταραχώδεις αρχές του 1946 είναι μάρτυρας ενός μετασχηματισμού των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Οι πνευματικοί ηγέτες των αρχών του 19ου αιώνα, στεκόμενοι στο κατώφλι μιας νέας εποχής, έτειναν είτε να βλέπουν ιδανικά την αλλαγή ως την αυγή μίας περιόδου ασταμάτητης προόδους και ευημερίας, είτε να βλέπουν μόνο τις καταστρεπτικές και αντικοινωνικές πτυχές του αναδυόμενου καπιταλισμού. Κάποιοι ελάχιστοι από τους πιο μεγάλους στοχαστές της εποχής εκείνης, ιδίως ο Χέγκελ, ο Γκαίτε και ο Μπαλζάκ, άρχισαν να ερευνούν την κοινωνική ιστορία ως μια διαλεκτική διαδικασία και να ισχυρίζονται, τουλάχιστον διστακτικά και με μια αφηρημένη και ανεστραμμένη μορφή, ότι οι αντιθέσεις στην κοινωνία εξαρτώνται από τις ιστορικές συνθήκες. Ο Μπαλζάκ ρητά χρησιμοποιεί τη μέθοδο της διαλεκτικής: “Τίποτα το απόλυτο δεν υπάρχει στον άνθρωπο”· η ζωή κυβερνάται από το “νόμο των αντιθέσεων και των αντιφάσεων”.

Μετά τις κοινωνικές αναστατώσεις που άρχισαν το 1848 και τελείωσαν με την ήττα της Παρισινής Κομμούνας, η ανάπτυξη του βιομηχανισμού και η ανάδυση της εργατικής ταξης επίλυσαν τις σύνθετες συγκρούσεις της προηγούμενης περιόδου με μία πάλη ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, στην οποία διακυβευόταν ο έλεγχος των μέσων παραγωγής. Οι Μαρξ και Ένγκελς ανάλυσαν την ιστορική σημασία αυτής της πάλης και προέβλεψαν την αναπόφευκτη έκβασή της. Όμως, ο τομέας του πολιτισμού παρέμεινε στην κατοχή της κυρίαρχης τάξης. Δεν ήταν πλέον εφικτό για τον καλλιτέχνη να χρησιμοποιεί την τέχνη του ως όπλο στην πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και την παλιά αριστοκρατία. Ούτε ήταν εφικτό να αγνοεί την φτώχεια και τα δεινά που ήταν έμφυτα στην καπιταλιστική οικονομία, η οποία τότε αναπτυσσόταν. Ο κοινωνικά συνειδητοποιημένος καλλιτέχνης είδε ότι η ανθρωπότητα πλήρωνε βαρύ τίμημα για την επέκταση της βιομηχανίας· είδε τους ουρανούς να σκοτεινιάζουν από τα σύννεφα του πολέμου. Όμως η κουλτούρα του – η κατάρτιση και το υπόβαθρό του που του επέτρεψαν να γίνει καλλιτέχνης – ήταν τόσο σκλαβωμένη από ταξική υποταγή και προκαταλήψεις που τον απέτρεπαν να έρθει σε οποιαδήποτε επαφή με τους εργάτες ή να αναγνωρίσει το ρόλο της εργασίας στην εξέλιξη της κοινωνίας.

Η πνευματική ζωή των τελών του 19ου αιώνα, ιδίως στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, την Αγγλία και τις ΗΠΑ, ήταν μονόπλευρη και περιορισμένη, από πλευράς κοινωνικής εμβέλειας. Τα ταξικά ταμπού απέκλειαν το έργο των Μαρξ και Ένγκελς από το πεδίο του “πολιτισμού”· πολλοί από τους πλέον στοχαστικούς και δημιουργικούς ανθρώπους της περιόδου, άνθρωποι που πραγματικά επεδίωκαν να εξερευνήσουν την κοινωνική χρησιμότητα, αυτό το “εντεύθεν” της κουλτούρας – δεν γνώριζαν την ύπαρξη της μαρξιστικής θεωρίας. Ο Χένρι Άνταμς, ο οποίος αντανακλά το πνευματικό κλίμα της εποχής του με αξιοσημείωτη ακρίβεια, λέει, αναφερόμενος στα χρόνια του στο Χάρβαρντ: “Αργότερα, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε ακούσει το όνομα Καρλ Μαρξ ή τον τίτλο του “Κεφαλαίου”.”. Όταν ο Άνταμς πήγε στην Αγγλία το 1858, ταξίδεψε από το Λίβερπουλ στο Λονδίνο μέσω του Μπέρμινγχαμ και της Μαύρης περιοχής· μιλά για το “σκοτάδι από πυκνό, αδιαπέραστο καπνό” που επικρεμόταν πάνω από την περιοχή· “η αποκάλυψη μιας άγνωστης κοινωνίας κόλασης – έκανε ένα αγόρι να νιώσει άβολα, παρότι δεν είχε ιδέα ότι ο Καρλ Μαρξ καθόταν εκεί και τον περίμενε (…) Η Μαύρη περιοχή ήταν μια πρακτική εκπαίδευση, αλλά αυτό βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά. Το αγόρι έτρεξε να φύγει από εκεί, όπως έτρεχε μακριά από ό,τι δεν του άρεσε”. Ο Άνταμς, όπως οι περισσότεροι στοχαστές της εποχής του, αποδέχτηκε το Δαρβινισμό, ομως ποτέ δεν καταπιάστηκε με τη μελέτη του Μαρξ.

12 Dec 1947, Los Angeles, California, USA --- Cited for Contempt.  Los Angeles:  Nine of Ten Hollywood writers, directors, and producers cited for contempt of Congress, await fingerprinting in the U.S. Marshall's Office after they surrendered.  They are (left to right), Robert Scott, Edward Dmytryk, Samuel Ornitz, Lester Cole, Herbert Biberman, Albert Maltz, Alvah Bessie, John Lawson, and Ring Lardner, Jr.  Dalton Trumbo is scheduled to appear shortly.  These are the men who refused to state whether or not they are Communists when questioned by the House Un-American Activities Committee in Washington recently. --- Image by © Bettmann/CORBISΟι «10 του Χόλιγουντ»: Μπροστά (από αριστερά προς δεξιά) ο Χέρμπερτ Μπίμπερμαν, οι δικηγόροι Martin Popper και Robert W. Kenny, ο Άλμπερτ Μαλτς, και ο Λέστερ Κόουλ. Μεσαία σειρά: Ντάλτον Τράμπο, Τζον Χάουαρντ Λόσον , Άλβα Μπέσι, Σάμιουελ Όρνιτζ. Πίσω σειρά: Ρινγκ Λάρντνερ Τζούνιορ, Έντουαρντ Ντμίτρυκ, Άντριαν Σκοτ. (φωτό)

Τα πιο καθοριστικά λογοτεχνικά επιτεύγματα και επιρροές του τέλους του 19ου αιώνα δεν ήρθαν από τις χώρες της μεγαλύτερης αστικής ανάπτυξης, αλλά από τη Ρωσία και τη Σκανδιναβία. Ο Λένιν σημειώνει για τη σημασία του έργου του Τολστόι σε σχέση με την κοινωνική ανάπτυξη που προηγήθηκε της επανάστασης του 1905: “Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά σημάδια της επανάστασής μας είναι το γεγονός ότι ήταν μια αστική αγροτική επανάσταση σε μια εποχή που ο καπιταλισμός είχε πετύχει έναν εξαιρετικά υψηλό βαθμό ανάπτυξης σε όλο τον κόσμο, και έναν σχετικά υψηλό βαθμό στη Ρωσία. (…) Στα έργα του Τολστόι εκφράζονται η δύναμη και η αδυναμία, η ισχύς και η στενότητα του μαζικού κινήματος και ιδίως του αγροτικού κινήματος”.

Με τρομακτική δύναμη και ειλικρίνεια, ο Τολστόι μαστίγωνε τις άρχουσες τάξεις. Με υψηλότατη σαφήνεια αποκάλυπτε το έμφυτο ψέμα όλων των θεσμών που υπάρχουν στη σημερινή κοινωνία: την Εκκλησία, τα δικαστήρια, τη στρατοκρατία, το “νόμιμο” γάμο, την αστική επιστήμη. Όμως η διδασκαλία του ήρθε σε πλήρη σύγκρουση με τη ζωή, το έργο και τον αγώνα των νεκροθαφτών του σημερινού συστήματος, του προλεταριάτου (…) Μέσα από το στόμα του μίλησαν οι μάζες του ρωσικού λαού, αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπων που είχαν ήδη φτάσει να μισούν τους ανθρώπους του σήμερα, οι οποίοι όμως δεν είχαν ακόμα φτάσει το σημείο του να διεξάγουν ένα συνειδητό, συνεπή, καθορισμένο και ασυμφιλίωτο αγώνα εναντίον τους”.

Με διαφορετικό τρόπο, ο Ντοστογιέφσκι πέτυχε μία δυναμική απεικόνιση της αποσυντιθέμενης και παρακμάζουσας κοινωνίας. Στη Νορβηγία, ο Ίψεν ανέλυσε τη σάπια δομή της μεσοαστικής οικογενειακής ζωής υπό τις σχετικά “ειδυλλιάκές” συνθήκες των μικρών κοινοτήτων στο περιθώριο του βιομηχανικού πολιτισμού.

Αυτοί οι παράγοντες εξηγούν τη βαθιά επιρροή που οι Τολστόι, Ντοστογιέφσκι και Ίψεν ασκούσαν στην ευρωπαϊκή και αμερικανική σκέψη. Προώθησαν τον κοινωνικό ρεαλισμό εντός του πλαισίου των υπαρχουσών σχέσεων ιδιοκτησίας, χωρίς, δηλαδή, να αμφισβητούν τις θεμελιακές παραδοχές της ταξικής κυριαρχίας στη βιομηχανική κοινωνία. Ο Μαλτς κάνει λόγο για “τη μεγάλη ανθρωπιστική παράδοση της κουλτούρας” ωσάν αυτό να ήταν κάτι μόνιμο και αποδεκτό. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ο σκοπός μίας τέτοιας γενίκευσης, όμως, στο πλαίσιο του άρθρου του, καθίσταται προφανές ότι αναφέρεται στο κίνημα του κοινωνικού ρεαλισμού που είχε την πολιτική του καταγωγή στην αμερικανική και τη γαλλική επανάσταση, αναπτύχθηκε ως κριτική της αστικής κοινωνίας στο έργο του Μπαλζάκ και άλλων, και απόκτησε ανθρωπιστική και ηθική μορφή υπό την επιρροή του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι, του Ίψεν και άλλων. Οι ηθικές και δεοντολογικές αξίες που αυτοί οι συγγραφείς αποδέχονταν και οι οποίες αυτοί θεωρούσαν ότι παραβιάζονταν και ευτελίζονταν στα περιβάλλοντά τους, προέκυπταν από την ιδέα του ατόμου και της οικογένειας μέσα σε μια ελεύθερη δημοκρατική κοινωνία. Η αξιοπρέπεια και η αξία του ατόμου θα επιτυγχανόταν μέσω της επίτευξης ενός ηθικού σκοπού, της καταστολής των ατομιστικών ενστίκτων, της ελευθερίας και της τιμής στις οικογενειακές σχέσεις.

Η εποχή του ιμπεριαλισμού διέλυσε τις μεσοαστικές αυταπάτες. Η εργατική τάξη ανέλαβε την κρατική εξουσία στη γη των Τολστόι και Ντοστογιέφσκι. Οι εργαζόμενες μάζες του κόσμου στράφηκαν στην ανάληψη των ιστορικών τους ευθυνών. Σε αυτές τις συνθήκες, το να μιλά κανείς για “ευρύ φιλοσοφικό και συναισθηματικό ανθρωπισμό” και να το θεωρεί ως κάτι που πάντοτε υπήρχε, σημαίνει πως πηγαίνει πίσω στο παρελθόν, σημαίνει πως αρνείται το νέο, το επιτακτικό, το παροδικό και ζωντανό στον κόσμο των θυελλών και της ελπίδας που έχουμε κληρονομήσει.

Ο ανθρωπισμός του παρελθόντος φθείρεται όταν αποσπάται από το ιστορικό του περιβάλλον για να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για την αποφυγή της διεξαγωγής αγώνα στο σήμερα. Ο Μαλτς επικαλείται την ανθρωπιστική παράδοση για να δικαιολογήσει την υπεράσπισή του προς το Τζέημς Τ. Φάρελ· φαίνεται να αγνοεί το γεγονός ότι ο Φάρελ έχει εγκαταλείψει, στα κείμενά του, ό,τι το τίμιο είχε αρχικά. Ο Μαλτς φτάνει μάλιστα να αναφέρει την προκατάληψη εναντίον των μαύρων και των εβραίων ως απόδειξη του ότι “ένας καλλιτέχνης μπορεί να είναι μεγάλος χωρίς να είναι ένας ολοκληρωμένος ή λογικός ή προοδευτικός στοχαστής σε όλα τα ζητήματα (…) Είμαστε όλοι εξοικειωμένοι με τους εβραίους οι οποίοι καταλαβαίνουν την αναγκαιότητα της πάλης εναντίον του φασισμού, και οι οποίοι όμως δεν βλέπουν τη σχέση ανάμεσα στο φασισμό και τη δική τους διακριτική μεταχείριση των μαύρων. Γνωρίζουμε, επίσης, μαύρους οι οποιοι καταπολεμούν τη διακριτική στάση απέναντί τους, και οι οποίοι όμως είναι αντισημίτες”.

5149461389 Ιούνη 1950. Ο Λόσον και ο Ντόναλντ Τράμπο οδηγούνται στη φυλακή για «ασέβεια προς το δικαστήριο»  (φωτό)

Πράγματι, γνωρίζουμε τέτοιες περιπτώσεις. Και γνωρίζουμε και τις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργούν τέτοιες αρρωστημένες ιδέες, αυτούς τους διχασμούς στις ανθρώπινες ζωές και συνειδήσεις, οι οποίοι διχάζουν τους ανθρώπους και συγκρατούν την κοινωνική δράση. Δεν έχουμε ψευδαισθήσεις για την ισχύ αυτών των δυνάμεων ή τη διαβρωτική τους επιρροή. Γνωρίζουμε πως δρουν στο πεδίο της κουλτούρας, τόσο μέσα από τους ανοιχτούς υποστηρικτές της φασιστικής ιδεολογίας, όσο και μέσα από συγγραφείς όπως οι Φάρελ, Ράιτ ή Ντος Πάσος, οι οποίοι καθιστούν λιγότερο προφανείς και συχνά πιο αποτελεσματικές τις υπηρεσίες που προσφέρουν στην αντίδραση. Όταν ο Μαλτς μιλά για αντισημιτισμό και μίσος προς τους μαύρους ωσάν αυτά να είναι φυσιολογικές ανθρώπινες αποτυχίες και τα θεωρεί ανεκτά γιατί “οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέφτονται βαθυστόχαστα”, προβαίνει σε μια πολιτική ενέργεια. Χρησιμοποιεί τη γραφίδα του ως όπλο – για την αντίδραση.

Πριν από πενήντα χρόνια, η διχασμένη προσωπικότητα του συγγραφέα εξέφραζε ένα τραγικό προσωπικό και καλλιτεχνικό δίλημμα. Αντιμετωπίζοντας αυτό το δίλημμα, ο καλλιτέχνης ήταν σε θέση να παράγει δυναμικό έργο με κοινωνική σημασία. Σήμερα ο διχασμός αυτός έχει διευρυνθεί και βαθύνει. (Είναι ίσως για αυτό το λόγο που ο Μαλτς τείνει να μιλά για το συγγραφέα και τον πολίτη ως ξεχωριστά πρόσωπα, παρότι είναι ενωμένοι στο σώμα και το νου ενός ατόμου). Σήμερα ο διχασμός βρίσκεται ανάμεσα στον καλλιτέχνη που είναι υπηρέτης της κυρίαρχης τάξης και τον καλλιτέχνη ως εκπρόσωπο του λαού. Ο καλλιτέχνης που παίρνει το μέρος της αντίδρασης, απαράλλαχτα επιμένει για τη δυνατότητα δυισμού ανάμεσα στη σκέψη και τη δράση, γιατί αυτό του επιτρέπει να αποποιείται των ευθυνών του για τις κοινωνικές συνέπειες που έχει η σκέψη του και, ταυτόχρονα, πετυχαίνει μεγαλύτερη κοινωνική επιρροή με το να επιμένει στην ενστικτώδη σοφία του καλλιτέχνη και την αφοσίωσή του σε πλατύτερες αξίες. (Η τεχνική αυτή αποτελεί υπόδειγμα, στη χυδαιότερη και πιο αποκαλυπτική της μορφή, στην έμφαση στη θρησκεία και τις “πνευματικές” αξίες που δίνει ο Δημοσιογραφικός Όμιλος Χιρστ).

Από την άλλη, ο καλλιτέχνης που παίρνει το μέρος της εργατικής τάξης, αρχίζει να ξεπερνά το διχασμό της προσωπικότητας, γιατί η ζωή του και το έργο του ενώνονται. Η δημιουργική του δραστηριότητα είναι λογική και αντικειμενική. Δεν ασχολείται να πετύχει κάτι το “αέναο”, γιατί έχει πραγματική δουλειά στον πραγματικό κόσμο να κάνει. Οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο “κουλτούρα” με την επιστημονική του έννοια, για να περιγράψουν το όλο τρόπο ζωής μιας κοινωνίας. Η ιδιαίτερη σημασία της κουλτούρας, ως μιας λογοτεχνικής ή αισθητικής εμπειρίας, έχει προκύψει γιατί αυτό το είδος εμπειρίας έχει αποσπαστεί από τους ανθρώπους και έχει περιοριστεί στην παροχή ευχαρίστησης μίας εκπαιδευμένης, ευαίσθητης και καλοταϊσμένης μειοψηφίας. Σήμερα, η ιστορία δείχνει το δρόμο προς μία κουλτούρα η οποία να είναι πλήρης και ελεύθερη, τμήμα του όλου τρόπου ζωής των ανθρώπων.

Ο Μαρξ λέει ότι “η θεωρία καθίσταται υλική δύναμη όταν κατακτήσει τις μάζες”. Αυτό είναι αλήθεια για κάθε σκέψη και κάθε πνευματική και δημιουργική δραστηριότητα. Είναι ένας άλλος τρόπος για να πει κανείς ότι η τέχνη είναι όπλο.

Πηγή: New Masses, τεύχος 19 Μάρτη 1946 σ.σ.18-20

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: