Τρία άρθρα του Ένγκελς για μια επαναστατική εξωτερική πολιτική, τη ρωσική εξωτερική πολιτική και την αρχή των εθνοτήτων

Η προσπάθεια για μία επαναστατική πολιτική οργάνωση, δεν μπορεί να παραλείπει να ασχολείται με την πολιτική ζωή μιας συγκεκριμένης χώρας. Και δεδομένου ότι ο διεθνής παράγοντας και εξελίξεις βαραίνουν όλο και περισσότερο στο εσωτερικό, δεν μπορεί να παραβλέπεται η μελέτη της τακτικής κάθε μεγάλης δύναμης, ανεξαρτήτως του αν τυπικά ή όχι ευθέως παρεμβαίνει στη χώρα. Γιατί μπορεί οι μεγάλες δυνάμεις να υιοθετούν τακτικές έμμεσης αλλά πιο αποτελεσματικής παρέμβασης. Η μελέτη της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων πρέπει, επίσης, να γίνεται σε βάθος χρόνου. Γιατί οι τακτικές που υιοθετούν σήμερα μπορεί ήδη να είχαν υιοθετηθεί (και εγκαταλειφθεί για κάποιο διάστημα) στο παρελθόν.tuengels

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που πολλά ζητήματα που αναδεικνύει ο Ένγκελς στα τρία παρακάτω άρθρα του, τα οποία τα έγραψε…150 χρόνια πριν, αναδεικνύουν τακτικές που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη. Για παράδειγμα, δεν αρκεί να βλέπουμε ποιος πρωτοδιατυπώνει ένα σύνθημα (π.χ. “αρχή των εθνοτήτων” – ναπολεόντια έκφραση), αλλά και ποιος το εκμεταλλεύεται (τσαρική Ρωσία). Επίσης, δεν αρκεί, με το που δούμε ταξικό πόλεμο, να πάρουμε το μέρος του οικονομικά εκμεταλλευόμενου (π.χ. πολωνοί δουλοπάροικοι εναντίον πολωνών γαιοκτημόνων), γιατί αυτός, μπορεί να αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης από μεγάλη δύναμη (τσαρική Ρωσία). Πρέπει λοιπόν να λαμβάνουμε υπόψη και τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων που προωθούνται με τη μία ή την άλλη έκβαση μίας ταξικής μάχης. Ακολούθως, σε κάθε διεθνές ζήτημα πρέπει να ξεχωρίζουμε ποιος έχει -τυπικά- τον πρώτο λόγο, αλλά και ποιος εμμέσως κινείται και έχει την πρωτοκαθεδρία (π.χ. στο συριακό είδαμε ποιος το ξεκίνησε σαν θέμα και ποιος κερδίζει. Ομοίως, δεν αρκεί να βλέπουμε π.χ. ποιος ίδρυσε το ΙΚ, αλλά και ποιος το εκμεταλλεύεται).

Σημειωτέον ότι πολλές από αυτές τις παραμέτρους λαμβάνονταν υπόψη από το κομμουνιστικό (μαρξιστικό-λενινιστικό) κίνημα μέχρι τη δεκαετία του ’70 (π.χ. αρνητική στάση μαοϊκής Κίνας για την ανεξαρτησία του Μπανγκλαντές ή για την εξέγερση από προοδευτικούς στη Σρι Λάνκα). Δεν είναι λοιπόν τόσο μακριά το νήμα που πρέπει να ξαναπιάσουμε.

***

Ι.Προς τον εκδότη του “Commonwealth”

The Commonwealth”, ν.159, 24 Μάρτη 1866

Κύριε,

οπουδήποτε οι εργατικές τάξεις έχουν πάρει μέρος ανεξάρτητα σε πολιτικά κινήματα, εξαρχής, η εξωτερική τους πολιτική εκφραζόταν με αυτά τα λίγα λόγια – αποκατάσταση της Πολωνίας. Αυτό συνέβαινε με το κίνημα των Χαρτιστών για όσο αυτό υπήρχε, το ίδιο συνέβενε με τους γάλλους εργαζομένους πολύ πριν το 1848, όπως και κατά τη διάρκεια εκείνης της αξιομνημόνευτης χρονιάς, όταν στις 15 Μάη βάδισαν προς την Εθνοσυνέλευση με το σύνθημα “Ζήτω η Πολωνία!”. Το ίδιο συνέβη και στη Γερμανία όταν, το 1848 και 1849, τα όργανα της εργατικής τάξης απαίτησαν τη διεξαγωγή πολέμου με τη Ρωσία για την αποκατάσταση της Πολωνίας. Το ίδιο συμβαίνει ακόμα και τώρα: με μια εξαίρεση και μόνο, οι εργαζόμενοι της Ευρώπης ομόφωνα ανακηρύσσουν την αποκατάσταση της Πολωνίας ως αναπόσπαστο τμήμα του πολιτικού τους προγράμματος, ως την πιο περιεκτική έκφραση της εξωτερικής τους πολιτικής. Η μεσαία τάξη, επίσης, είχε και ακόμα έχει “συμπάθειες” προς τους Πολωνούς, οι οποίες δεν τους εμπόδισαν να εγκαταλείψουν τους Πολωνούς στη μοίρα τους το 1831, το 1846, το 1863, ή, καλύτερα, δεν τους εμπόδισαν να αφήσουν τους χειρότερους εχθρούς της Πολωνίας, όπως το λόρδο Πάλμερστον, να χειρίζεται τα ζητήματα με τρόπο ώστε, στην πραγματικότητα, να βοηθάνε τη Ρωσία ενώ μιλούσαν υπέρ της Πολωνίας. Όμως με τις εργατικές τάξεις τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εννοούν επέμβαση, όχι μη επέμβαση, εννοούν πόλεμο με τη Ρωσία όσο η Ρωσία ανακατεύεται στην Πολωνία, και το έχουν αποδείξει κάθε φορά που οι Πολωνοί ξεσηκώνονταν ενάντια στους καταπιεστές τους. Και πρόσφατα, η Διεθνής Ένωση των Εργαζομένων έδωσε μια πληρέστερη έκφραση σε αυτό το καθολικό ενστικτώδες αίσθημα του σώματος το οποίο ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί, εγγράφοντας στη σημαία της: “Αντίσταση στις ρωσικές καταπατήσεις – αποκατάσταση της Πολωνίας”.

Αυτό το πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής των εργαζομένων της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης συνάντησε ομοθυμία εντός της τάξης στην οποία το απηύθυνε, με μία εξαίρεση, όπως είπαμε πριν. Υπάρχει στις τάξεις των εργαζομένων της Γαλλίας, μία μικρή μειοψηφία που ανήκει στη σχολή του ύστερου Π.Ζ.Προυντόν. Αυτή η σχολή διαφέρει εντελώς από το σύνολο των πρωτοπόρων και σκεπτόμενων εργαζομένων· τους χαρακτηρίζει αμαθείς ηλίθιους, και διατυπώνει, τα περισσότερα σημεία, απόψεις αρκετά διαφορετικές από τις δικές τους. Αυτό ισχύει και στην εξωτερική τους πολιτική. Οι προυντονιστές, αναφορικά με την καταπιεσμένη Πολωνία, αναφέρει την έκφραση του σώματος ενόρκων του Στάλευμπριτζ: “καλά να πάθει”. Θαυμάζουν τη Ρωσία ως τη μεγάλη γη του μέλλοντος, ως την πιο προοδευμένη χώρα στη γη, στο πλευρό της οποίας μία ασήμαντη χώρα όπως οι ΗΠΑ δεν αξίζει να αναφερθεί. Κατηγορούν το Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης ότι καθιέρωσε τη βοναπαρτίστικη αρχή των εθνοτήτων, και για το ότι βγάζουν το μεγαλόθυμο ρωσικό λαό εκτός της πολιτισμένης Ευρώπης, και ότι αυτό είναι μια σοβαρή αμαρτία ενάντια στις αρχές της οικουμενικής δημοκρατίας και της αδελφότητας όλων των εθνών. Τέτοιες είναι οι κατηγορίες. Παρά τη δημοκρατική φρασεολογία, συμπίπτουν, όπως θα δούμε άμεσα και φραστικά και κυριολεκτικά, με ό,τι οι ακραίοι Τόρις όλων των χωρών λένε για την Πολωνία και τη Ρωσία. Τέτοιες κατηγορίες δεν αξίζει να μπαίνει κανείς στον κόπο να τις απορρίπτει· όμως, καθώς προέρχονται από τμήμα των εργατικών τάξεων, όσο μικρό κι αν είναι αυτό, καθιστούν αναγκαίο να αναφερθούμε ξανά στην υπόθεση της Πολωνίας και της Ρωσίας και να υπερασπιστούμε αυτό που εφ’εξής μπορούμε να αποκαλούμε εξωτερική πολιτική των ενωμένων εργαζομένων της Ευρώπης.

Όμως, γιατί πάντοτε κατονομάζουμε μόνο τη Ρωσία σε σχέση με την Πολωνία; Δεν υπάρχουν δύο γερμανικές δυνάμεις, η Αυστρία και η Πολωνία, που συμμετέχουν στη λεηλασία της; Δεν έχουν επίσης τμήματα της Πολωνίας δέσμια και σε σύνδεση με τη Ρωσία, δεν εργάζονται για να καταστέλλουν κάθε εθνικό πολωνικό κίνημα;

Είναι πολύ γνωστό πόσο δύσκολα η Αυστρία έχει παλέψει για να κρατηθεί εκτός του πολωνικού ζητήματος· επί πόσο καιρό αντιστεκόταν στα πλάνα της Ρωσίας και της Πρωσίας για διαμελισμό. Η Πολωνία ήταν ένας φυσικός σύμμαχος της Αυστρίας ενάντια στη Ρωσία. Όταν η Ρωσία κατέστη ένας ανυπέρβλητος παράγοντας, τίποτα δεν μπορούσε να είναι περισσότερο συμφέρον για την Αυστρία από το να κρατήσει ζωντανή την Πολωνία ανάμεσα σε αυτή και τη νεοανερχόμενη Αυτοκρατορία. Ήταν μόνο όταν η Αυστρία είδε ότι η μοίρα της Πολωνίας είχε τελεσιδικήσει, ότι είτε με αυτήν είτε χωρίς αυτήν, οι άλλες δύο δυνάμεις ήταν αποφασισμένες να την εξαλείψουν, ήταν μόνο τότε που, για λόγους αυτοπροστασίας προχώρησε για να πάρει τμήμα του εδάφους της. Όμως ήδη από το 1815 τάχθηκε υπέρ της αποκατάστασης μιας ανεξάρτητης Πολωνίας· το 1831 και το 1863 ήταν έτοιμη να πάει σε πόλεμο για αυτό το σκοπό, και να δώσει το τμήμα της που κατείχε από την Πολωνία, με την προϋπόθεση ότι η Αγγλία και η Γαλλία θα ήταν έτοιμες να την ακολουθήσουν. Το ίδιο συνέβη και κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο. Αυτό δνε λέγεται για να δικαιολογηθεί η γενικότερη πολιτική της αυστριακής κυβέρνησης. Η Αυστρία έχει δείξει αρκετά συχνά ότι η καταστολή ενός πιο αδύναμου έθνους είναι κάτι το οικείο για τους ηγέτες της. Όμως, στην περίπτωση της Πολωνίας, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ήταν ισχυρότερο από την επιθυμία για νέα εδάφη ή από τις συνήθειες της κυβέρνησης. Και αυτό θέτει την Αυστρία εκτός κάδρου επί του παρόντος.

Όσον αφορά την Πρωσία, το τμήμα που κατέχει από την Πολωνία είναι εξαιρετικά ασήμαντο για να βαραίνει πολύ. Ο φίλος και σύμμαχός της, η Ρωσία, έχει καταφέρει να την απαλλάξει από τα 9/10 αυτού που είχε κατά τους τρεις διαμελισμούς. Όμως, όσο μικρό κομμάτι κι αν της έχει μείνει, τη βαραίνει ως εφιάλτης. Την έχει αλυσοδέσει στο άρμα θριάμβου της Ρωσίας, είναι το μέσο για να επιτρέπει στην κυβέρνησή της, ακόμα και το 1863 και 1864, να προβαίνει ανεμπόδιστα, στην πρωσική Πολωνία, σε τέτοιες παραβάσεις του νόμου, τέτοιες παραβιάσεις της ατομικής ελευθερίας, του δικαιώματος της συνάθροισης, της ελευθεροτυπίας, οι οποίες πολύ σύντομα θα εφαρμόζονταν στην υπόλοιπη χώρα· έχει διαστρεβλώσει ολόκληρο το μεσοαστικό φιλελεύθερο κίνημα το οποίο, από φόβο μη ρισκάρει την απώλεια λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων γης στο ανατολικό σύνορο, επέτρεψε στην κυβέρνηση να ακυρώσει πλήρως την εφαρμογή του Νόμου όσον αφορά τους Πολωνούς. Οι εργαζόμενοι, όχι μόνο της Πρωσίας, αλλά ολόκληρης της Γερμανίας, έχουν μεγαλύτερο από κάθε άλλη χώρα συμφέρον για την αποκατάσταση της Πολωνίας και έχουν αποδείξει, σε κάθε επαναστατικό κίνημα, ότι το γνωρίζουν. Η αποκατάσταση της Πολωνίας, για αυτούς, είναι η χειραφέτηση της ίδιας τους της χώρας από τη ρωσική υποτέλεια. Και αυτό, νομίζουμε, θέτει εκτός κάδρου και την Πρωσία. Οποτεδήποτε οι εργατικές τάξεις της Ρωσίας (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα σε αυτή τη χώρα με τον τρόπο που εννοείται στη δυτική Ευρώπη) δημιουργησουν ένα πολιτικό πρόγραμμα, και αυτό το πρόγραμμα περιλαμβάνει την απελευθέρση της Πολωνίας, τότε, όμως όχι μέχρι τότε, η Ρωσία ως χώρα θα είναι εκτός κάδρου επίσης, και η κυβέρνηση του Τσάρου θα παραμείνει η μόνη κατηγορούμενη.

ΙΙ.Προς τον εκδότη του “Commonwealth”

The Commonwealth”, ν. 160, 31 Μάρτη 1866

Κύριε, λέγεται ότι το να τάσσεται κανείς υπέρ της ανεξαρτησίας της Πολωνίας σημαίνει πως αναγνωρίζει την “αρχή των εθνοτήτων” και πως η αρχή των εθνοτήτων είναι μια βοναπαρτίστικη επινόηση για την προώθηση του ναπολεόντιου δεσποτισμού στη Γαλλία. Όμως, τώρα, τι είναι αυτή η “αρχή των εθνοτήτων”;

Με τις συνθήκες του 1815, τα σύνορα των διαφόρων κρατών της ευρώπης χαράκτηραν μόνο για διπλωματικούς λόγους, και ειδικότερα για να βολέψουν την τότε ισχυρότερη ηπειρωτική δύναμη – τη Ρωσία. Καθόλου δεν ελήφθησαν υπόψη οι επιθυμίες, τα συμφέροντα ή οι εθνικές ιδιομορφίες των πληθυσμών. Τότε η Πολωνία διαμελίστηκε, η Γερμανία διαμελίστηκε, η Ιταλία διαμελίστηκε, για να μη μιλήσουμε για τις πολύ πιο μικρές εθνότητες που κατοικούν στη νοτιοανατολική Ευρώπη, και για τις οποίες λίγοι άνθρωποι γνώριζαν κάποια πράγματα. Η συνέπεια ήταν ότι για την Πολωνία, τη Γερμανία και την Ιταλία, το πρώτο βήμα σε κάθε πολιτικό κίνημα ήταν να επιδιώκει την αποκατάσταση αυτής της εθνικής ενότητας χωρίς την οποία η εθνική ζωή δεν ήταν παρά μια σκιά του εαυτού της. Και όταν, μετά την καταστολή των επαναστατικών αποπειρών στην Ιταλία και την Ισπανία, το 1821-23, και ξανά, μετά την επανάσταση του Ιούλη του 1830, στη Γαλλία, οι ακραίοι πολιτικοί του μεγαλύτερου τμήματος της πολιτισμένης Ευρώπης ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους και προσπάθησαν να εκπονήσουν ένα είδος κοινού προγράμματος, η απελευθέρωση και η ενοποίηση των καταπιεσμένων και διχοτομημένων εθνών κατέστη ένα κοινό για όλους σύνθημα.

Έτσι είχαν τα πράγματα και το 1848, όταν ο αριθμός των καταπιεσμένων εθνών αυξήθηκε κατά ένα, την Ουγγαρία. Εκεί, πράγματι, δεν μπορούσαν να υπάρχουν δύο γνώμες αναφορικά με το δικαίωμα καθενός από τις μεγάλες εθνικές υποδιαιρέσεις της Ευρώπης να αυτοδιατεθούν, ανεξάρτητα από τους γείτονές τους, σε όλα τα εσωτερικά ζητήματα, στο βαθμό που δεν καταπατούσαν την ελευθερία των άλλων. Αυτό το δικαίωμα ήταν, στην πραγματικότητα, μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την εσωτερική ελευθερία όλων. Πώς θα μπορούσε, για παράδειγμα, η Γερμανία να προσβλέπει σε ελευθερία και ενότητα, αν ταυτόχρονα βοηθούσε την Ιταλία να κρατά δέσμια την Ιταλία, είτε άμεσα είτε μέσω υποτελών σε αυτή; Γιατί η πλήρης διάσπαση της αυστριακής μοναρχίας είναι η πρώτη προϋπόθεση για την ενοποίηση της Γερμανίας!

Αυτό το δικαίωμα των μεγάλων εθνικών υποδιαιρέσεων στην πολιτική ανεξαρτησία, το οποίο αναγνωριζόταν από την ευρωπαϊκή δημοκρατία, δεν μπορούσε παρά να βρει την ίδια αναγνώριση ιδιαίτερα από τις εργατικές τάξεις. Αυτό, στην πραγματικότητα, δεν ήταν τίποτα άλλο από την αναγνώριση σε άλλα μεγάλα εθνικά σώματα αναμφισβήτητης ζωτικότητας του ίδιου δικαιώματος ξεχωριστής εθνικής ύπαρξης, το οποίο οι εργαζόμενοι κάθε ξεχωριστής χώρας διεκδικούσαν για τους ίδιους. Όμως αυτή η αναγνώριση και συμπάθεια προς τις εθνικές βλέψεις, ήταν περιορισμένες προς τα μεγάλα και καλά ορισμένα ιστορικά έθνη της Ευρώπης: υπήρχε η Ιταλία, η Πολωνία, η Γερμανία, η Ουγγαρία. Η Γαλλία, η Ισπανία, η Αγγλία, η Σκανδιναβία, δεν ήταν ούτε διασπασμένες ούτε υπό ξενικό έλεγχο, και επομένως μόνο έμμεσα ενδιαφέρονταν για το ζήτημα· όσον αφορά τη Ρωσία, θα μπορούσε να αναφερθεί μόνο ως κάτοχος μιας τεράστιας ποσότητας κλεμμένης περιουσίας, η οποία θα έπρεπε να απελευθερωθεί την ημέρα της Κρίσης.

Μετά το πραξικόπημα του 1851 ο Λουδοβίκος Ναπολέων “Θεού επιτρέποντος και έθνους θέλοντος ” έπρεπε να βρει ένα όνομα για την εξωτερική του πολιτική που να ηχεί “δημοκρατικό” και “λαϊκό”. Τι καλύτερο από το να εγγράψει στη σημαία του την “αρχή των εθνοτήτων”; Κάθε εθνότητα ας γίνει κύρια της μοίρας της: σε κάθε αποσπασμένο τμήμα της κάθε εθνότητας να του επιτραπεί να προσαρτιστεί στη μεγάλη μητέρα-πατρίδα. Τι πιο φιλελεύθερο από αυτό; Όμως, προσέξτε, δε γίνεται πλέον λόγος για έθνη, αλλά μόνο για εθνότητες.

Δεν υπάρχει χώρα στην Ευρώπη που δεν υπάρχουν διαφορετικές εθνότητες κάτω από την ίδια κυβέρνηση. Οι Κέλτες των Χάιλαντ της Σκωτίας και οι Ουαλοί είναι αναμφίβολα διαφορετικές εθνότητες από τους Άγγλου, παρότι κανείς δεν μπορεί να δώσει σ΄ αυτά τα κατάλοιπα χαμένων λαών τον τίτλο των εθνών, ούτε πλέον στους Κέλτες κάτοικους της Βρετάνης στη Γαλλία. Επιπροσθέτως, κανένα κρατικό σύνορο δε συμπίπτει με το φυσικό σύνορο μιας εθνότητας που είναι η γλώσσα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι έξω από τη Γαλλία που η μητρική τους γλώσσα είναι Γαλλική, όπως και πολλοί άνθρωποι που μιλούν γερμανικά και οι οποίοι ζουν εκτός Γερμανίας, και κατά πάσα πιθανότητα έτσι θα μείνουν δια παντός. Πρόκειται για μια φυσική συνέπεια της σύνθετης και αργής ιστορικής ανάπτυξης την οποία η Ευρώπη πέρασε τα τελευταία χίλια χρόνια, η οποία κάνει σχεδόν κάθε μεγάλο έθνος να έχει ξεκινήσει με μερικά απόμακρα τμήματα του σώματός του που έχουν αποχωριστεί από την εθνική ζωή και, στις περισσότερες περιπτώσεις, συμμετείχαν στην εθνική ζωή κάποιων άλλων λαών: τόσο ώστε να μη θέλουν να γυρίσουν στον αρχικό τους κύριο κορμό. Οι Γερμανοί της Ελβετίας και της Αλσατίας δε θέλουν να ξαναενωθούν με τη Γερμανία, ούτε οι Γάλλοι στο Βέλγιο και την Ελβετία θέλουν να προσδεθούν πολιτικά στη Γαλλία. Και στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είναι μικρό πλεονέκτημα ότι πολλά έθνη, πολιτικά συγκροτημένα, έχουν, τα περισσότερα, μερικά ξένα στοιχεία μέσα τους, τα οποία αποτελούν συνδετικούς κρίκους με τους γείτονές τους και αλλάζουν την ομοιογένεια του εθνικού χαραχτήρα, η οποία, διαφορετικά, θα ήταν μονότονη.
Εδώ λοιπόν, καταλαβαίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στην “αρχή των εθνοτήτων” και το παλιό δημοκρατικό και εργατικό αξίωμα όσον αφορά το δικαίωμα των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών σε ξεχωριστή και ανεξάρτητη ύπαρξη. Η “αρχή των εθνοτήτων” αφήνει ολότελα ανέγγιχτο το μεγάλο ζήτημα του δικαιώματος της εθνικής ύπαρξης των ιστορικών λαών της Ευρώπης. Ή, μάλλον, όταν το αγγίζει, το κάνει απλώς για να το εμποδίσει. Η αρχή των εθνοτήτων θέτει δύο τάξεων ζητήματα. Πρώτον, ζητήματα συνόρων ανάμεσα σε αυτούς τους μεγάλους ιστορικούς λαούς και, δεύτερο, ζητήματα αναφορικά με το δικαίωμα στην ανεξάρτητη εθνική ύπαρξη αυτών των πολυάριθμων μικρών καταλοίπων λαών που, αφού εμφανίστηκαν για μια μακριά ή σύντομη περίοδο στην ιστορική σκηνή, απορροφήθηκαν, τελικά, ως τμήματα του ενός ή του άλλου από αυτά τα πιο ισχυρά έθνη, των οποίων η μεγαλύτερη ζωτικότητά τους τα ανάγκασε να ξεπεράσουν μεγαλύτερα εμπόδια.

Η ευρωπαϊκή σημασία, η ζωτικότητα ενός λαού δεν είναι τίποτα μπροστά στην αρχή των εθνοτήτων· πριν από αυτή, οι Ρουμάνοι της Βλαχίας, οι οποίοι δε είχαν ποτέ μια ιστορία ή την ενέρχεια που απαιτείται, έχουν ίδια σημασία με τους Ιταλούς που έχουν μία ιστορία 2.000 ετών και μία αμείωτη εθνική ζωτικότητα. Οι ιταλοί και οι κάτοικοι της νήσου Μαν, αν το επιθυμούσαν, θα είχαν ίσο δικαίωμα σε μια ανεξάρτητη πολιτική ύπαρξη, όσο παράλογο και αυτό αν ήταν σε σχέση με τους Άγγλους. Το όλο πράγμα είναι ένας παραλογισμός, ντύθηκε με ένα λαϊκό μανδύα για να ρίξει στάχτη στα μάτια των λαών, και για να χρησιμοποιείται ως μία βολική φράση ή να εγκαταλείπεται, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν.

Όσο ρηχό, βέβαια, κι αν είναι, χρειαζόταν εξυπνότερα μυαλά από του Λουδοβίκου Ναπολέοντα για να εφευρεθεί. Η αρχή των εθνοτήτων όχι μόνο απέχει από το να είναι μια βοναπαρτική εφεύρεση για την ευνόηση της αναβίωσης της Πολωνίας, αλλά δεν είναι τίποτα άλλο από μια Ρώσικη εφεύρεση κατασκευασμένη για την καταστροφή της Πολωνίας. Η Ρωσία απορρόφησε το μεγαλύτερο τμήμα της παλιάς Πολωνίας χάρη στην αρχή των εθνοτήτων, όπως θα δούμε παρακάτω. Η ιδέα αυτή είναι πάνω από 100 χρόνων και η Ρωσία τη χρησιμοποιεί σήμερα σε καθημερινή βάση. Τι άλλο είναι ο Πανσλαβισμός παρά η εφαρμογή, από τη Ρωσία και προς το συμφέρον της Ρωσίας, της αρχής των εθνοτήτων στους Σέρβους, Κροάτες, Ρουθηνούς, Σλοβάκους, Τσέχους και άλλα υπολείμματα των αρχαίων Σλαβονικών λαών στην Τουρκία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία;
Ακόμα και αυτήν ακριβώς τη στιγμή η ρώσικη κυβέρνηση έχει πράκτορες που ταξιδεύουν ανάμεσα στους Λάπωνες της βόρειας Νορβηγίας και της Σουηδίας, που προσπαθούν να ξεσηκώσουν ανάμεσα σ’ αυτούς τους άγριους νομάδες την ιδέα της “μεγάλης Φιννικής εθνότητας” που πρέπει να αναβιώσει στο άκρο του βορρά της Ευρώπης, υπό Ρώσικη προστασία, φυσικά. Η “κραυγή αγωνίας των καταπιεσμένων Λαπώνων” υψώνεται πολύ δυνατά στις ρώσικες εφημερίδες -όχι από τους ίδιους τους καταπιεσμένους νομάδες, αλλά από τους ρώσους πράκτορες. Και πράγματι, αποτελεί φρικτή καταπίεση το να βάζει κανείς αυτούς τους φτωχούς Λάπωνες να μαθαίνουν την πολιτισμένη Νορβηγική ή Σουηδική γλώσσα, αντί να περιορίζονται στο δικό τους βάρβαρο, μισοεσκιμώικο ιδίωμα! Η αρχή των εθνοτήτων, πράγματι, θα μπορούσε να επινοηθεί μόνο για την ανατολική Ευρώπη, όπου το κύμα της Ασιατικής εισβολής, επί χίλια χρόνια, ερχόταν ξανά και ξανά και άφηνε στην παραλία αυτούς τους σωρούς από ανακατεμένα ερείπια εθνών που ακόμα και σήμερα ο εθνολόγος δύσκολα ξεχωρίζει, και όπου ο Τούρκος, ο Φιννικός Μαγυάρος, ο Ρουμάνος, ο Εβραίος και μια δεκάδα Σλαβονικές φυλές ζουν ανάμεικτα σε ένα ατέλειωτο χάος. Αυτό αποτέλεσε το έδαφος για να αξιοποιηθεί η αρχή των εθνοτήτων· και το πώς τη χρησιμοποίησε η Ρωσία εκεί, θα το δούμε ξεκάθαρα στο παράδειγμα της Πολωνίας.

 

IΙΙ.Προς τον εκδότη του “Commonwealth”

The Commonwealth”, ν.165, 5 Μάη 1866

Το δόγμα της εθνότητας εφαρμοζόμενο στην περίπτωση της Πολωνίας

Η Πολωνία, όπως σχεδόν όλες οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κατοικείται από λαούς διαφορετικών εθνοτήτων. Η μάζα του πληθυσμού, ο πυρήνας του, αναμφίβολα αποτελείται από “καθαρούς” Πολωνούς, οι οποίοι μιλούν την πολωνική γλώσσα. Όμως, ήδη από το 1390, η “καθαρή” Πολωνία είχε ενωθεί με το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, το οποίο αποτέλεσε, μέχρι την τελευταία διάσπαση του 1794, ένα συστατικό τμήμα της Πολωνικής Δημοκρατίας. Αυτό το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, το κατοικούσε μια μεγάλη πλειάδα φυλών. Οι βόρειες επαρχίες, στη Βαλτική, βρίσκονταν στην κατοχή των “καθαρών” Λιθουανών, ενός λαού που μιλούσε μια γλώσσα διαφορετική από αυτή των σλαβόνων γειτόνων του· αυτοί οι Λιθουανοί, σε μεγάλο βαθμό, είχαν κατακτηθεί από γερμανούς μετανάστες οι οποίοι, πάλι, το έβρισκαν δύσκολο να διατηρούνται μόνοι τους απέναντι στους λιθουανούς μεγάλους δούκες. Ακόμα πιο νότια, και ανατολικά του σημερινού βασιλείου της Πολωνίας, υπήρχαν οι λευκορώσοι, οι οποιοι μιλούσαν κάτι ανάμεσα σε πολωνικά και ρωσικά, πιο κοντά προς τα ρωσικά. Και τέλος, οι νότιες επαρχίες κατοικούνταν από τους λεγόμενους μικρορώσους (σ.σ. Ουκρανούς), των οποίων η γλώσσα θεωρείται από τις περισσότερες αυθεντίες πλήρως διακριτή από αυτή των μεγαλορώσων (τη γλώσσα που αποκαλούμε ρωσικά). Επομένως, αν κάποιοι λένε ότι το να ζητά κανείς την αποκατάσταση της Πολωνίας σημαίνει πως επικαλείται την αρχή των εθνοτήτων, αυτό αποδεικνύει απλώς πως δεν γνωρίζουν για τι πράγμα μιλάνε, γιατί η αποκατάσταση της Πολωνίας σημαίνει την επανεγκαθίδρυση ενός κράτους το οποίο αποτελούταν από τουλάχιστον τέσσερις εθνότητες.

Όταν το παλιό πολωνικό κράτος δημιουργούταν έτσι από την ένωση με τη Λιθουανία, πού ήταν τότε η Ρωσία; Υπό το ζυγό του Μογγόλου κατακτητή, τον οποίο οι Πολωνοί από κοινού με τους Γερμανούς, 150 χρόνια πριν, είχαν απωθήσει ανατολικά του Δνείπερου. Χρειάστηκε ένας παρατεταμένος αγώνας μέχρι οι μεγάλοι δούκες της Μόσχας να αποτινάξουν τελικά το μογγολικό ζυγό, και να αρχίσουν να ενώνουν τις διάφορες ηγεμονίες της Μεγάλης Ρωσίας σε ένα κράτος. Όμως αυτή η επιτυχία φαίνεται πως συνέτεινε μόνο στην αύξηση των φιλοδοξιών τους. Μόλις η Κωνσταντινούπολη έπεσε στους Τούρκους [1453], τότε ο Μοσχοβίτης Μεγάλος Δούκας [Ιβάν ο Τρίτος] έβαλε στο εθνόσημο το δικέφαλο αετό των βυζαντινών αυτοκρατόρων, εγκαινιάζοντας με αυτό τον τρόπο τη διεκδίκησή του ως συνεχιστή και μελλοντικού εκδικητή· όμως, οι πολωνοί ήταν τότε ένας ισχυρός και πάντοτε ένας θαρραλέος λαός, και όχι μόνο γνώριζαν να παλεύουν από μόνοι τους, αλλά και να ανταποδίδουν· στις αρχές του 17ου αιώνα, μάλιστα, κατείχαν για λίγα χρόνια ακόμα και τη Μόσχα.

Η σταδιακή εξαχρείωση της άρχουσας αριστοκρατίας, η έλλειψη δύναμης να αναπτυχθεί η μεσαία τάξη και οι διαρκείς πόλεμοι που κατέστρεφαν τη χώρα τελικά εξάλειψαν την ισχύ της Πολωνίας. Μια χώρα που επέμενε να διατηρεί ζωντανό το φεουδαρχικό σύστημα, ενώ όλοι οι γείτονες προόδευαν, δημιουργούσαν μια μεσαία τάξη, ανάπτυσσαν εμπόριο και βιομηχανία και σχημάτιζαν μεγάλες πόλεις- μια τέτοια χώρα ήταν καταδικασμένη να καταστραφεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αριστοκρατία πράγματι κατέστρεψε την Πολωνία και την κατέστρεψε στο έπακρο: και αφού την κατέστρεψαν, τα έβαλαν (οι αριστοκράτες) ο ένας με τον άλλο, γι’ αυτό και πουλήθηκαν οι ίδιοι και πούλησαν τη χώρα τους στον ξένο. Η πολωνική ιστορία, από το 1700 ως το 1772, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η καταγραφή της ρώσικης διαρπαγής τμημάτων της Πολωνίας που κατέστη δυνατή χάρη στη δυνατότητα διαφθοράς των ευγενών. Οι Ρώσοι στρατιώτες σχεδόν μόνιμα κατείχαν τη χώρα, και οι βασιλιάδες της Πολωνίας, αν και όχι οικειοθελώς προδότες οι ίδιοι, έμπαιναν όλο και περισσότερο κάτω από την εξουσία του ρώσου πρέσβη. Τόσο καλά είχε πετύχει αυτό το παιχνίδι, για τόσο καιρό παίχτηκε, που, όταν η Πολωνία τελικά εξαφανίστηκε, δεν ξέσπασε καμιά κατακραυγή στην Ευρώπη, και, στην πραγματικότητα, ο κόσμος εξεπλάγη μόνο για το ότι η Ρωσία είχε τη γενναιοδωρία να δώσει ένα τόσο μεγάλο τμήμα του εδάφους της στην Αυστρία και την Πρωσία.

Ο τρόπος με τον οποίο έγινε αυτός ο τεμαχισμός είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων. Υπήρχε, εκείνη την εποχή, ήδη μια πεφωτισμένη “κοινή γνώμη” στην Ευρώπη, παρότι η εφημερίδα Times δεν είχε αρχίσει να κατασκευάζει αυτό το άρθρο, υπήρχε αυτό το είδος κοινής γνώμης που είχε δημιουργηθεί από την τεράστια επιρροή του Ντιντερό, του Βολταίρου, του Ρουσό και των άλλων Γάλλων συγγραφέων του 18ου αιώνα. Η Ρωσία πάντοτε γνώριζε ότι είναι σπουδαίο να έχει κανείς την κοινή γνώμη μαζί του, αν είναι δυνατό, και επίσης φρόντιζε να το αποκτήσει. Η αυλή της Αικατερίνης της Β΄ έγινε το επιτελείο των πεφωτισμένων ανθρώπων της μέρας, ειδικά των Γάλλων. Οι αρχές του διαφωτισμού γίνονταν με ενθουσιασμό δεκτές από την αυτοκράτειρα και την αυλή της και τόσο καλά κατάφερε αυτή να τους εξαπατά, που ο Βολταίρος και πολλοί άλλοι εκθείαζαν τη “Σεμίραμι του Βορρά” και ανακήρυσσαν τη Ρωσία ως την πιο προοδευτική χώρα στον κόσμο, την χώρα των φιλελεύθερων αρχών, τον πρωτοπόρο στη θρησκευτική ανοχή.

Θρησκευτική ανοχή. Αυτή ήταν η λέξη που έλειπε για να υποταχτεί η Πολωνία. Η Πολωνία ήταν πάντα εξαιρετικά φιλελεύθερη σε θρησκευτικά ζητήματα. Το μαρτυρά το άσυλο στους Εβραίους που βρέθηκαν εκεί ενώ καταδιώκονταν σε όλα τα άλλα μέρη της Ευρώπης. Το μεγαλύτερο τμήμα του λαού στις ανατολικές επαρχίες ανήκε στο ελληνικό δόγμα (ορθόδοξοι χριστιανοί), ενώ οι κυρίως Πολωνοί ήταν Ρωμαιοκαθολικοί. Ένα σημαντικό τμήμα αυτών των Ελλήνων Καθολικών οδηγήθηκε κατά το 16ο αιώνα να αναγνωρίσει την πρωτοκαθεδρία του Πάπα και ονομάστηκαν Ουνίτες Έλληνες. Όμως πάρα πολλοί συνέχιζαν το παλιό ελληνικό δόγμα από κάθε άποψη. Επρόκειτο βασικά για δουλοπάροικους, ενώ όλοι οι ευγενείς κύριοί τους ήταν ρωμαιοκαθολικοί. Εθνοτικά ήταν Μικρορώσοι. Τώρα, αυτή η ρώσικη κυβέρνηση, η οποία δεν ανεχόταν στη χώρα της καμιά άλλη θρησκεία εκτός από την ελληνική και τιμωρούσε την αποστασία σαν έγκλημα, η οποία καταχτούσε ξένα έθνη και προσαρτούσε ξένες επαρχίες αριστερά και δεξιά, και η οποία, εκείνη την εποχή, ήταν απασχολημένη με το να δένει ακόμα πιο σφιχτά τις αλυσίδες του ρώσου δουλοπάροικου, αυτή η ίδια ρώσικη κυβέρνηση επιτέθηκε στην Πολωνία στο όνομα της θρησκευτικής ανοχής, γιατί η Πολωνία δήθεν καταπίεζε τους Έλληνες καθολικούς· στο όνομα της αρχής των εθνοτήτων, γιατί οι κάτοικοι αυτών των ανατολικών επαρχιών ήταν Μικρορώσοι και όφειλαν, ως εκ τούτου, να προσαρτηθούν στη Μεγάλη Ρωσία. Και στο όνομα του δικαιώματος στην επανάσταση εξόπλισε τους δουλοπάροικους ενάντια στα αφεντικά τους. Η Ρωσία είναι αδίστακτη στην επιλογή των μέσων της. Μιλάμε για έναν πόλεμο τάξης ενάντια σε άλλη τάξη, κάτι το εξαιρετικά επαναστατικό. Γιατί η Ρωσία έβαλε μπρος έναν τέτοιο πόλεμο στην Πολωνία εδώ και περίπου 100 χρόνια πριν. Και τι τέλειο είδος ταξικού πολέμου ήταν αυτός, στον οποίο οι Ρώσοι στρατιώτες και οι Μικρορώσοι δουλοπάροικοι από κοινού έκαψαν τα κάστρα των Πολωνών αφεντάδων μόνο και μόνο για να προετοιμάσουν τη Ρώσικη προσάρτηση, και η οποία, μόλις πραγματοποιήθηκε, οι ίδιοι Ρώσοι στρατιώτες βάλανε τους δουλοπάροικους πάλι κάτω από το ζυγό των αρχόντων τους.

Όλα αυτά έγιναν για την υπόθεση της θρησκευτικής ανοχής, γιατί τότε η αρχή των εθνοτήτων δεν ήταν της μόδας στη δυτική Ευρώπη. Όμως εξυψώθηκε στις τάξεις των Μικρορώσων χωρικών και έπαιξε έκτοτε ένα σημαντικό ρόλο στα πολωνικά πράγματα. Η πρώτη και κύρια φιλοδοξία της Ρωσίας είναι η ένωση όλων των ρώσικων φυλών υπό τον Τσάρο, που αποκαλεί εαυτόν αυτοκράτορα πασών των Ρωσιών, στις οποίες περιλαμβάνει τη Λευκορωσία και τη Μικρορωσία. Και για να αποδείξει ότι η φιλοδοξία της δεν πήγαινε παραπέρα, φρόντισε πολύ κατά τη διάρκεια των τριών διαμελισμών να μην προσαρτήσει παρά μόνο τις Λευκορώσικες και τις Μικρορώσικες επαρχίες, αφήνοντας τη χώρα να κατοικηθεί από Πολωνούς και δίνοντας ακόμα ένα μικρό τμήμα της Μικρορωσίας (ανατολική Γαλικία) στους συνεργούς της. Πώς όμως έχουν τώρα τα πράγματα; Το μεγαλύτερο τμήμα των επαρχιών που προσαρτήθηκαν το 1793 και το 1794 από την Αυστρία και την Πρωσία βρίσκονται σήμερα υπό ρώσικη κυριαρχία, υπό το όνομα του βασίλειου της Πολωνίας, και κατά καιρούς γεννιούνται ελπίδες στους Πολωνούς ότι αρκεί να τεθούν υπό την ηγεμονία της Ρωσίας και να παραιτηθούν από κάθε διεκδίκηση στις παλιές λιθουανικές επαρχίες, για να μπορούν να αναμένουν μια επανένωση όλων των άλλων πολωνικών επαρχιών και μια αναβίωση της Πολωνίας, με το Ρώσο αυτοκράτορα σαν βασιλιά. Και αν, στην παρούσα συγκυρία, η Πρωσία και η Αυστρία ήρθαν στα χέρια, είναι κάτι παραπάνω από πιθανό ότι ο πόλεμος, τελικά, δεν θα έχει ως έκβαση τόσο την προσάρτηση του Σλέσβιγκ-Χολστάιν στην Πρωσία ή της Βενετίας στην Ιταλία, όσο μάλλον της αυστριακής, και τουλάχιστον τμήματος της πρωσικής Πολωνίας στη Ρωσία.

Να πώς έχουν τα πράγματα με την αρχή των εθνοτήτων στο πολωνικό.

Μεταφράστηκε στα ελληνικά με βάση τα κείμενα που βρέθηκαν στα αγγλικά εδώ

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: