Β. Σ. Μέρλιν: Ενάντια στην αντιδραστική “θεωρία της ματαίωσης”

Πολλές φορές, για διάφορα άσχημα φαινόμενα, κάποιοι αποδίδουν την ευθύνη αποκλειστικά στο άτομο ή, με ρατσιστικό τρόπο, σε λαούς ολόκληρους. Αποσπούν δηλαδή τους “υπεύθυνους” από το χώρο και τον χρόνο, τις συνθήκες στις οποίες έδρασαν και, πρώτα από όλα, διαμορφώθηκαν. Ταυτόχρονα, η “τιμωρία” τους πρέπει να θεωρείται “φυσιολογική”. “Μνημόνιο μέχρι να δύσει ο ήλιος”, ακούμε όλο και συχνότερα, ως τιμωρία του Έλληνα που κλέβει, φοροδιαφεύγει κλπ.

Τέτοιες απόψεις, φυσικά, δεν είναι ασύνδετες, ή, για την ακρίβεια, προωθούνται από το εκμεταλλευτικό σύστημα, τον καπιταλισμό, ιδίως στην παρακμιακή του φάση, τον ιμπεριαλισμό, ακριβώς γιατί (είναι φυσιολογικό να) προσπαθεί να διατηρήσει την αιωνιότητά του. Έτσι, όχι μόνο προωθεί τέτοιες απόψεις, αλλά με το πέρασμα του χρόνου, τις “τελειοποιεί”, προσπαθώντας να τους δώσει ακόμα και “επιστημονικό κύρος”. Μία τέτοια προσπάθεια είναι και η θεωρία της ματαίωσης, στην επιστήμη της ψυχολογίας, η οποία νομιμοποιεί και, εν τέλει, θεωρεί ορθή την ύπαρξη δεινών για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου και, κατά συνέπεια, εξαλείφει την ανάγκη να κατανοήσουμε τις συνθήκες που όχι μόνο δημιουργούν τα δεινά, αλλά και κάνουν ανέφικτες τις όποιες επιθυμίες μπορεί να αναπτύξει ο άνθρωπος.

Βέβαια, η θεωρία της ματαίωσης έγινε πιο “εκλεπτυσμένη” τις επόμενες δεκαετίες, και παρά το ότι ο ίδιος ο συγγραφέας φέρνει ως αντιπαράδειγμα μία κοινωνία που δεν υπάρχει πια, ή έχει επιστημονικές μεθόδους οι οποίες έχουν πια εξελιχθεί. Όμως, η κριτική του παραμένει επίκαιρη, όχι μόνο για την εν λόγω θεωρία, αλλά για κάθε προσπάθεια “επιστημονικής τεκμηρίωσης” της άποψης που είτε ρίχνει την ευθύνη στο άτομο, εξαλείφοντας τον ταξικό και κοινωνικό καθορισμό της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς του, ή στο λαό, προσπαθώντας να εμφυσήσει την έλλειψη εμπιστοσύνης στη δυνατότητά του να αλλάξει την κοινωνία και γενικά στη δυνατότητα να αλλάξει η κοινωνία, είτε θεωρεί τα δεινά μας “αναπόφευκτα”, δηλαδή, φυσιολογικά, δηλαδή, ότι πρέπει να τα υπομένουμε δια παντός χωρίς να αντιδρούμε και χωρίς να προσπαθήσουμε να ζήσουμε χωρίς αυτά

Ταυτόχρονα, το κείμενο αυτό αναδεικνύει την αναγκαιότητα της έντασης της ιδεολογικής πάλης σε κάθε επιστημονικό κλάδο, όπως και την αναγκαιότητα επικαιροποίησης των επιχειρημάτων όσων δεν θεωρούν αιώνιο αυτό το κοινωνικό καθεστώς.

***

Βολφ Σολομόνοβιτς Μέρλιν: Ενάντια σε μια αντιδραστική θεωρία στην ψυχολογία

%d0%bc%d0%b5%d1%80%d0%bb%d0%b8%d0%bd_%d0%b2%d0%be%d0%bb%d1%8c%d1%84_%d1%81%d0%be%d0%bb%d0%be%d0%bc%d0%be%d0%bd%d0%be%d0%b2%d0%b8%d1%87O Βολφ Σολομόνοβιτς Μέρλιν (22/01/1898 – 06/04/1982), ψυχολόγος, δρ. παιδαγωγικών επιστημών, καθηγητής και εκ των στενών συνεργατών του Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς Μπάσοφ

Ανάμεσα στα διάφορα ρεύματα και ρευματάκια της σύγχρονης αντιδραστικής και αντεπιστημονικής ψυχολογίας, αρκετά ευρεία διάδοση στις αστικές χώρες πήρε η λεγόμενη “θεωρία της ματαίωσης”. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, ένα πρόσωπο μπορεί να αναπτυχθεί μόνο σε τέτοιες συνθήκες όπου αντιμετωπίζει δεινά και δυσκολίες, μη έχοντας δυνατότητα να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες. Το πολιτικό νόημα αυτής της βασικής θέσης της “θεωρίας της ματαίωσης” συμπυκνώνεται στην αναγνώριση της κοινωνικής φτώχειας: τους πολέμους, την ανεργία, την καπιταλιστική καταπίεση – που θεωρούνται απαραίτητα για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Κατά την εν λόγω “θεωρία”, σε μια κοινωνία όπου όλα προσανατολίζονται για τη μέγιστη ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών των ανθρώπων, όπου όλοι εκτελούν το καθήκον της διασφάλισης των συμφερόντων του λαού, δηλαδή, στις συνθήκες οικοδόμησης σοσιαλισμού και κομμουνισμού, οποιαδήποτε επιτυχημένη ανάπτυξη της προσωπικότητας είναι τάχα αδύνατη.

Η λέξη “ματαίωση” σημαίνει ανεπιτυχής, ματαιωμένη ελπίδα. Η “θεωρία της ματαίωσης” έχει σχεδιαστεί ώστε να πείσει ότι τα δεινά που αντιμετωπίζουν σε συνθήκες ιμπεριαλισμού εκατομμύρια μαζών είναι απαραίτητα, γιατί αυτά καθορίζουν την ψυχική τελειοποίηση του ανθρώπου. Από όλα τα είδη επιστημονικοφανών φανταχτερών ιδεών των ψευτοεπιστημόνων ψυχολόγων, η λεγόμενη “θεωρία της ματαίωσης” χρησιμεύει ως κάλυμμα για την κυνική κοροϊδία των δεινών των ανθρώπων.

Οποιαδήποτε δυσαρέσκεια αντιμετωπίζει ο άνθρωπος, οι υποστηρικτές αυτής της “θεωρίας” τείνουν να την παρουσιάζουν ως καθολική και απαραίτητη κατάσταση όχι μόνο για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, αλλά και για τη δραστηριότητα του οργανισμού γενικά.

Εξαιρουμένης της ανάγκης για αέρα, λέει, για παράδειγμα, ο Σάιμοντς, όλες οι υπόλοιπες ανάγκες ποτέ δεν ικανοποιούνται πλήρως, σε καμία στιγμή της ζωής. Όμως αυτό…είναι για το καλό του ανθρώπου, καθώς μόνο χάρη στις συγκρούσεις είναι σε θέση να αναπτυχθεί και να πετύχει να ωριμάσει στον έξω κόσμο.

Η “θεωρία της ματαίωσης” πραγματεύεται κυρίως τις βιολογικές ανάγκες των ανθρώπων. Υπογραμμίζει, για παράδειγμα, την “επωφελή” ιδιότητα του βασανιστηρίου της πείνας, της δίψας, της ασθένειας κλπ. για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Η “θεωρία της ματαίωσης” αποπειράται να αποδείξει ότι τα δεινά του λαού είναι απαραίτητα ώστε να μπορεί να αναπτυχθεί μια “δυνατή προσωπικότητα”. Αυτό είναι ένας τρόπος για τη δικαιολόγηση του ατομικού και βακτηριολογικού πολέμου, των αποκλεισμών, των μέσων μαζικής καταστροφής των ανθρώπων.

Η ερμηνεία των νόμων της ανάπτυξης της προσωπικότητας ως νόμων αέναων, βιολογικών, χρειάζεται στη “θεωρία της ματαίωσης” προκειμένου να παρουσιάσει τις ιδιαίτερες συνθήκες διαμόρφωσης της προσωπικότητας οι οποίες χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική κοινωνία, ως συνθήκες γενικές και απαραίτητες για οποιαδήποτε κοινωνία, σε οποιαδήποτε φάση της ιστορικής της ανάπτυξης. Κατά τη “θεωρία της ματαίωσης”, θα χρειαζόταν, προφανώς, να θεωρούμε ότι η μέγιστη ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου – που είναι μία κανονικότητα για τη σοσιαλιστική κοινωνία – είναι αφύσικη, καθώς αντιτίθεται στη βιολογική φύση του οργανισμού, η οποία πάντοτε πρέπει να νιώθει κάτι να του λείπει. Τα δεινά του λιμού, του πολέμου, της φτώχειας είναι “φυσιολογικά”, γιατί μόνο χάρη σε αυτά ο οργανισμός, βλέπετε, επιδεικνύει δραστηριότητα. Τέτοια υποδουλωτική, ανθρωποφαγική, μαλθουσιανή είναι η ουσία αυτών των επιχειρημάτων.

Η “θεωρία της ματαίωσης” ιστορικά και ιδεολογικά προέκυψε στη βάση των ιδεών του Φρόιντ, του Άντλερ, της λεγόμενης “δυναμικής ψυχολογίας”. Η κοινή ιδεολογική τους βάση συμπυκνώνεται στον ισχυρισμό ότι το μεγαλύτερο ρόλο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας παίζουν οι φυλογενετικές αρχέγονες κινητήριες δυνάμεις της συμπεριφοράς. Ένας από τους σύγχρονους υποστηρικτές της δυναμικής θεωρίας, ο Diserens, εκφράζει αυτή την ιδέα ως εξής: “η ενέργεια της κινητήριας δύναμης ποικίλει ακριβώς ανάλογα με το πόσο αρχέγονη είναι” (Diserens, Charles M.; Vaughn, James, The experimental psychology of motivation, Psychological Bulletin, τόμος 28(1), Γενάρης 1931, σ.σ.15-65).

Το στάδιο των φυλογενετικών ορμών το οποίο οι διάφοροι εκπρόσωποι της “θεωρίας της ματαίωσης” θεωρούν πρωταρχικό και καθοριστικό για την ανάπτυξη της προσωπικότητας διαφέρει. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρωταρχικές και καθοριστικές θεωρούνται οι ενστικτώδεις ορμές των ζώων, η πείνα, η δίψα, το σεξουαλικό ένστικτο, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κλπ. Σε αυτή τη βάση, θεωρούν δυνατό να αναζητήσουν τη δικαιολόγηση της “θεωρίας της ματαίωσης” μέσω πειραμάτων σε αρουραίους, τους οποίους υποβάλλουν σε καθεστώς πείνας, πρόκλησης φόβου, πόνου και άλλες “στερήσεις” και “διαταραχές”. Υπάρχουν, ωστόσο, και “ερευνητές” οι οποίοι στέκονται σε ένα πιο κατοπινό φυλογενετικό στάδιο, σε καθαρά ανθρώπινα κίνητρα, τα οποία προκύπτουν, κατ’ αυτούς, στην πρώτη φάση της ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Σε αυτή την κατάσταση, αυτοί, πρωταρχικές και καθοριστικές θεωρούν κινητήριες δυνάμεις όπως τον αυτοσεβασμό ή το αίσθημα της υποστήριξης. Η μη ικανοποίηση ακριβώς αυτών των δυνάμεων είναι που βρίσκεται, κατ’αυτούς, στη βάση της “ματαίωσης”.

Παρά το γεγονός ότι σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση μοιάζει να γίνεται λόγος για κοινωνικά προσδιοριζόμενες κινητήριες δυνάμεις, ωστόσο, το αίσθημα αυτοσεβασμού ή η αίσθηση της αλληλοβοήθειας, νοούνται ως “διαχρονικές” ανθρώπινες κινητήριες δυνάμεις, επομένως στερούνται οποιουδήποτε συγκεκριμένου ιστορικού και πραγματικά κοινωνικού περιεχομένου.

Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ιδέας που υποστηρίζει να αναγνωρίσουμε τον κύριο ρόλο για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, στις πλέον αρχέγονες κινητήριες δυνάμεις. Αν τέτοιες –διαχρονικές και αναλλοίωτες– δυνάμεις, οι οποίες δεν ικανοποιούνται, βρίσκονται, σύμφωνα με τη “θεωρία της ματαίωσης”, στη βάση της ανάπτυξης της προσωπικότητας, τότε διαχρονικοί και αναλλοίωτοι είναι επίσης οι νόμοι ανάπτυξης της προσωπικότητας και οι αντικειμενικές συνθήκες από τις οποίες αυτή εξαρτάται. Στη σοσιαλιστική κοινωνία πολλές “φυλογενετικές αρχέγονες δυνάμεις” – η πείνα, ο φόβος για το μέλλον μας, η ταπείνωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας – εξαφανίζονται εντελώς. Τόσο το χειρότερο για εσάς, δηλώνει η “θεωρία της ματαίωσης”: δεν είστε σε θέση να αναπτύξετε την προσωπικότητά σας, καθώς εξαφανίστηκαν οι κινητήριες δυνάμεις της συμπεριφοράς.

Ξεκινώντας από τον κυρίαρχο ρόλο των φυλογενετικών αρχέγονων δυνάμεων, οι υποστηρικτές της “θεωρίας της ματαίωσης” αποπειρώνται να εξηγήσουν τη διαδικασία της ανάπτυξης του μεμονωμένου ανθρώπου. Η φυλογένεση αντανακλάται στην οντογένεση. Οι φυλογενετικές αρχέγονες δυνάμεις με τη μεγαλύτερη ισχύ και καθαρότητα εκδηλώνονται ήδη νωρίς στην παιδική ηλικία. Η μη ικανοποίηση αυτών των αρχέγονων δυνάμεων στην πρώιμη παιδική ηλικία παίζει, σύμφωνα με τη “θεωρία της ματαίωσης”, αποφασιστικό ρόλο για όλη την ακόλουθη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Έτσι προκύπτει η πεποίθηση για μοιραίο προκαθορισμό της προσωπικότητας από τα γεγονότα της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Όμως, όσο περισσότερο μεγαλώνει το παιδί, τόσο περισσότερο και βαθύτερα αποκτά μια συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη, κανόνες και ιδανικά συμπεριφοράς. Το πολιτικό νόημα της “θεωρίας της ματαίωσης” σε αυτό το πλαίσιο είναι η πλήρης άρνηση ταξικού και γενικά κοινωνικού προσδιορισμού της προσωπικότητας. Στη θέση της κοινωνικής δυναμικής, η “θεωρία της ματαίωσης” αναγνωρίζει μία εσωτερική ορμή μυθολογικού χαρακτήρα, με τη βοήθεια της οποίας οι διάφοροι άνθρωποι ξεπερνούν την “ματαίωση” της πρώιμης παιδικής τους ηλικίας. Ανάλογα με τη δύναμη αυτής της ορμής ξεδιπλώνεται, λένε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η προσωπικότητα του ανθρώπου.

Η ανάπτυξη της προσωπικότητας περιορίζεται μόνο σε μια αέναη επανάληψη των συγκρούσεων της πρώιμης ηλικίας. Ανάλογα με την ηλικία αλλάζει μόνο η μορφή την οποία λαμβάνουν οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις, ενώ το περιεχόμενο της σύγκρουσης παραμένει δήθεν όλο τον καιρό το ίδιο.

Ας δούμε μια κεντρική θέση της εν λόγω “θεωρίας προσωπικότητας”, αυτή περί του θετικού και αποφασιστικού ρόλου στην ανάπτυξη της προσωπικότητας που παίζουν οι αποτυχίες και τα δεινά. Κατ’ αυτή τη “θεωρία”, σε μια κατάσταση όπου το αίσθημα μη ικανοποίησης είναι αρκετά ισχυρό, προκύπτει μία αμυντική αντίδραση απέναντι στο βίωμα του τραύματος. Αυτή η αμυντική αντίδραση έγκειται στο γεγονός ότι η πηγή αυτής της μη ικανοποίησης βιώνεται ως μία εχθρική οντότητα, ως ένας πραγματικός “ένοχος” για αυτή τη μη ικανοποίηση. Ως τέτοιος καθίσταται αντικείμενο επιθετικής αντίδρασης.

Αυτή η επιθετική αντίδραση έχει, κατά κανόνα, παράλογο χαρακτήρα, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ένα παιδί, το οποίο τραυματίστηκε, θυμωμένα χτυπάει ένα άψυχο αντικείμενο, θεωρώντας το υπεύθυνο για τον πόνο που αισθάνεται. Η επιθετική αντίδραση μπορεί να στρέφεται όχι μόνο ενάντια σε εξωτερικά αντικείμενα, αλλά και ενάντια στον εαυτό μας. Τότε αυτή εκφράζεται ως μετάνοια, αυτοενοχοποίηση, αυτομαστίγωση. Χάρη σε αυτή την “απελευθέρωση” εξαλείφεται η “ένταση”.

Διάφορες μορφές επιθετικής αντίδρασης υπάρχουν και δημιουργούν ως φαίνεται ολόκληρη σειρά από συμπεριφορές και διαπροσωπικές σχέσεις του υποκειμένου. Είναι ξεκάθαρο από αυτό ότι οι περισσότερες συμπεριφορές του ανθρώπου είναι αυθόρμητες, ασυνείδητες. Αυτό εξαλείφει την ανάγκη κατανόησης της κατάστασης και των πραγματικών συνθηκών που κάνουν ανέφικτες τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες του ανθρώπου. Πρωτόγονη, στην ουσία, ζωώδης είναι η σχέση με την πραγματικότητα – τέτοιες θεωρούνται οι ανθρώπινες πράξεις κατά τη “θεωρία της ματαίωσης”.

Ο παραλογισμός είναι τυπικό και χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδεολογίας της τάξης που πεθαίνει. Η τάξη αυτή δεν πιστεύει στη δύναμη του ορθού λόγου, καθώς αυτός ανακαλύπτει μόνο το αναπόφευκτο του θανάτου της.

Ο παραλογισμός της “θεωρίας της ματαίωσης” αναπόφευκτα οδηγεί σε παράλογες και υποκειμενικές μεθόδους ερμηνείας συγκεκριμένων γεγονότων.

Σε σχέση με αυτό η “θεωρία της ματαίωσης” προσομοιάζει στο φροϋδισμό. Στις ψευδαισθήσεις και στις παραισθήσεις, στα ολισθήματα της γλώσσας, στους συνειρμούς, στα όνειρα, οι υποστηρικτές αυτής της “θεωρίας” βλέπουν τη συμβολική εκδήλωση των επιθετικών αντιδράσεων οι οποίες συνδέονται με γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την πρώιμη παιδική ηλικία.

Η αντιδραστική, ανθρωποφάγα “θεωρία της ματαίωσης” στερείται επιστημονικής θεμελίωσης. Το ότι πραγματικά δεν μπορεί να τεκμηριωθεί το δείχνουν τα αποτελέσματα της δικής μας έρευνας των ψυχολογικών συγκρούσεων.

Για την έρευνα χρησιμοποιήθηκαν περιπτώσεις ψυχολογικών συγκρούσεων οι οποίες προέκυπταν στη βάση μίας σοβαρής απώλειας ικανότητας προς εργασία ή απρόσμενης έκπτωσης των εργασιακών ή των κοινωνικών δεξιοτήτων. Η έρευνα διεξήχθη σε διάφορα εργοστάσια και στο ινστιτούτο και συνδυάστηκε με το ανάλογο εκπαιδευτικό έργο. Συμπεριέλαβε πάνω από 70 περιπτώσεις.

Η ψυχολογική σύγκρουση είναι ένα βαθύ σοκ για την προσωπικότητα, το οποίο εκδηλώνεται με μια καταθλιπτική διάθεση, με την απώλεια ή τη μείωση του ενδιαφέροντος, με μειωμένη ικανότητα προς εργασία, με την απώλεια ή την αποδυνάμωση των προγενέστερων γνωρισμάτων του χαρακτήρα κλπ. Είναι εντελώς προφανές ότι η μη ικανοποίηση κλπ κάποιας ασήμαντης, επιφανειακής κινητήριας δύναμης δεν μπορεί να προκαλέσει ψυχολογική σύγκρουση. Μόνο η μη ικανοποίηση πολύ βαθιών και πηγαίων κινητήριων δυνάμεων μπορεί να προκαλέσει σοκ σε ένα πρόσωπο.

Ποιο ρόλο στις ψυχολογικές συγκρούσεις του πρωτοπόρου – σοβιετικού ανθρώπου παίζουν οι στοιχειώδεις, φυλογενετικές, αρχέγονες ορμές και αυτές που δημιουργούνται και αναπτύσσονται στη σοσιαλιστική κοινωνία;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί στην ανάλυση, για παράδειγμα, των εργασιακών συγκρούσεων. Η αντικειμενική κατάσταση, η οποία γεννά μια τέτοια σύγκρουση, έγκειται είτε σε ένα πλήγμα στην τιμή είτε γενικά στην αρνητική κοινωνική αξιολόγηση των ηθικών χαρακτηριστικών του σοβιετικού ανθρώπου. Ψυχολογική σύγκρουση προέκυψε μετά την επίπληξη στη δουλειά ή ως αποτέλεσμα καταδίκης από τους συναδέλφους σε συνέλευση ή, τέλος, όταν ο παρατηρούμενος ο ίδιος πείστηκε ότι δεν είναι αρκετά καλός στην εργασία του. Σύγκρουση εμφανίστηκε και όταν ο παρατηρούμενος παρέβη το κοινωνικό καθήκον του, θυσίασε τα ζωτικά συμφέροντα της συλλογικότητας κλπ. Σημειώσαμε επίσης ότι ψυχολογικές συγκρούσεις εμφανίστηκαν μετά από αβάσιμες κατηγορίες προς τον παρατηρούμενο για μη ορθή εκπλήρωση των κοινωνικών του υποχρεώσεων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, στις εκφράσεις παραπόνων και στις δηλώσεις των παρατηρούμενων, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο και πλήρως αντανακλώνται οι αξίες που αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις, ιστορικά προσδιορισμένες, τυπικές και χαρακτηριστικές ακριβώς για το σοβιετικό άνθρωπο – τα κίνητρα της εργασιακής τιμής, της υπηρέτησης της κομμουνιστικής πατρίδας, της αφοσίωσης στην υπόθεση του κομμουνισμού κλπ. Όμως τα παράπονα και οι επισημάνσεις των παρατηρούμενων, παρμένες από μόνες τους, μπορούν να αμφισβητηθούν ότι είναι αξιόπιστοι δείκτες των πραγματικών αιτιών της σύγκρουσης. Μπορεί κανείς, στην πραγματικότητα, να υποθέσει ότι σε αυτά παράπονα υπάρχει η τάση να βελτιώνουν την εικόνα της προσωπικότητάς τους στα ίδια τους τα μάτια, όπως και στα μάτια των άλλων, η επιθυμία να εξηγήσουν τη συμπεριφορά τους από τη σκοπιά των χαρακτηριστικών στην κοινωνία μας ηθικών κανόνων συμπεριφοράς.

Για να κατανοήσουμε αυτό το ζήτημα, μας βοηθούν δύο καθαρά αντικειμενικά κριτήρια. Το πρώτο, μία αντιπαραβολή των επιχειρημάτων με το βιογραφικό του παρατηρούμενου. Σε μερικές περιπτώσεις, παρατηρήσαμε σε αυτόν κάποιες επαναλαμβανόμενες και ομοιογενείς συγκρουσιακές καταστάσεις, οι οποίες προκάλεσαν ταυτόχρονα και ψυχολογική σύγκρουση και τον ίδιο τρόπο δράσης.

Αν μια σύγκρουση προκύπτει συνεχώς υπό τις ίδιες περιστάσεις και εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο δράσης, κατά συνέπεια, η μη ικανοποίηση συνδέεται ακριβώς με αυτή την αντικειμενική κατάσταση. Άλλα αντικειμενικά κριτήρια πραγματικών αιτιών σύγκρουσης είναι η πορεία και η έκβαση της σύγκρουσης. Αν η σύγκρουση επιλύεται μόνο όταν ο παρατηρούμενος βρίσκει νέους τρόπους αποκατάστασης της εργασιακής χρησιμότητάς του ή όταν αποκαθίσταται πλήρως στα μάτια της συλλογικότητάς του, αυτό σημαίνει ότι στα παράπονά του για την προσβολή της εργασιακής του τιμής και την αξιοπρέπειά του ως σοβιετικού ανθρώπου αυτός αντανάκλασε τα πραγματικά αίτια τις σύγκρουσης.

Αυτά τα παραδείγματα ερευνών ψυχολογικών συγκρούσεων δεν μας αποκαλύπτουν τίποτα νέο ή άγνωστο για τον ψυχολογικό χαρακτήρα του σοβιετικού ανθρώπου. Όλη η κοινωνική μας πρακτική, η εμπειρία του Μεγάλου Πατριωτικού πολέμου και της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της χώρας με αρκετή σαφήνεια μιλούν για το βάθος και τη δύναμη τέτοιων κινήτρων όπως η αφοσίωση στην υπόθεση του κομμουνισμού και της Πατρίδας μας, η δημιουργική κομμουνιστική σχέση με την εργασία κλπ – κινήτρων ιστορικά νέων, τα οποία προσιδιάζουν στον σοβιετικό άνθρωπο.

Η μελέτη των ψυχολογικών συγκρούσεων μάς επιτρέπει να απορρίψουμε και άλλη μια θέση της “θεωρίας της ματαίωσης” – για τον τάχα μοιραίο προκαθορισμό της ανάπτυξης της προσωπικότητας ως αποτέλεσμα της μη ικανοποίησης αναγκών στην πρώιμη παιδική ηλικία. Η “δυναμική ψυχολογία” μπορούσε να δώσει κάποια αλήθεια σε αυτή τη θέση μόνο επειδή ανέλυε χρόνιους νευρωτικούς. Η ψυχολογική σύγκρουση του νευρωτικού δεν μπορεί, φυσικά, να εξηγηθεί μόνο από την αντικειμενική κατάσταση, η οποία άμεσα είχε προηγηθεί της σύγκρουσης. Χρειάζεται να αναζητήσουμε ποιες συνθήκες ζωής στο παρελθόν, μέχρι και την πρώιμη παιδική ηλικία ακόμα, έκαναν τον άνθρωπο νευρωτικό.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τη “δυναμική ψυχολογία” μελετήσαμε όχι χρόνιους νευρωτικούς, αλλά ανθρώπους φυσιολογικούς οι οποίοι έζησαν ψυχολογικές συγκρούσεις πρόσφατα. Η πιο εμβριθής μελέτη της ιστορίας της προσωπικότητας δεν βρίσκει σε αυτή στην πρώιμη παιδική ηλικία καμία νευρωτική εκδήλωση ή συγκρούσεις. Είναι εξαιρετικά απίθανο, επομένως, η μη ικανοποίηση των αρχέγονων ορμών στην πρώιμη παιδική ηλικία να μην έδωσε στην εποχή της κανένα αξιόλογο αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα αυτό να εμφανίζεται μόνο στην ενήλικη ζωή και σε σύνδεση με μια τέτοια αντικειμενική κατάσταση, η οποία είναι εντελώς ανέφικτη στην πρώιμη παιδική ηλικία.

Να γιατί υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι η πραγματική αιτία της σύγκρουσης είναι η άμεσα προηγηθείσα της σύγκρουσης αντικειμενική κατάσταση και όχι φυλογενετικές αρχέγονες ορμές.

Προκύπτει και κάτι παραπάνω. Η μη ικανοποίηση των κινητήριων δυνάμεων, πράγματι, είναι μια απαραίτητη πηγή της ενεργού δράσης του ανθρώπου. Μόνο επειδή ο άνθρωπος δεν είναι πλήρως σε θέση να ικανοποιηθεί από το παρόν, έχει φιλοδοξίες για ένα καλύτερο μέλλον. Όμως μάταια οι εχθροί του σοσιαλισμού φωνάζουν ότι στον άνθρωπο χρειάζεται το μαστίγιο της πείνας, της φτώχειας, της ανεργίας, των πολέμων, ώστε αυτός να παρακινείται να εργάζεται και να ενεργεί. Όχι στη μη υλοποίηση όσων απαιτούνται αλλά, το αντίθετο, ακριβώς στην ικανοποίηση των αναγκών είναι που εμφανίζονται νέες, πιο πλατιές και ποικίλες ανάγκες των ανθρώπων. Οι Μαρξ και Ένγκελς έγραφαν: “…η ίδια η πρώτη ανάγκη που ικανοποιήθηκε, η πράξη της ικανοποίησης και το όργανο που αποκτήθηκε απ’ αυτή την ικανοποίηση, οδηγεί σε καινούργιες ανάγκες. Και αυτή η παραγωγή νέων αναγκών είναι η πρώτη ιστορική πράξη” (Γερμανική Ιδεολογία, εκδ. Gutenberg, α’ τόμος, σ.74). Όχι εξαιτίας των δεινών – της ματαίωσης και των δυσκολιών – είναι που οι σοβιετικοί εργάτες έγιναν κύριοι της παραγωγής. Το αντίθετο, η ανάπτυξη της υλικής ευημερίας του λαού, η άνοδος του πολιτισμού και της τεχνικής καθόρισαν την διάδοση του σταχανοφικού κινήματος.

Οι πραγματικές κινητήριες δυνάμεις ανάπτυξης της προσωπικότητας χρειάζεται να αναζητούνται όχι στη σύγκρουση, αλλά πέρα από αυτές, στην παραγωγική εργασία και κοινωνική δραστηριότητα, η οποία διαμορφώνει τα ιδεολογικά κίνητρα.

Τα φυσιολογικά προαπαιτούμενα για την επίλυση της σύγκρουσης βρίσκονται στην αποκατάσταση της ικανότητας του φλοιού για σκληρή δουλειά, η οποία χάθηκε ή περιορίστηκε εξαιτίας της υπερπροσπάθειας των νευρικών διεργασιών σε κρίσιμες καταστάσεις σύγκρουσης.

Τέτοιος περιορισμός επιτυγχάνεται χάρη στην προηγηθείσα ανάπτυξη προστατευτικής αναστολής. Όμως, αυτά τα φυσιολογικά προαπαιτούμενα αποκατάστασης εύκολα δημιουργούνται μόνο όταν, εξαιτίας αντικειμενικών καταστάσεων, υπάρχουν διαθέσιμες όλες οι δυνατότητες για την επιτέλεση κοινωνικά χρήσιμων σκοπών.

Μόνο στη σοσιαλιστική κοινωνία, για τη μέγιστη ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών του ανθρώπου είναι εφικτή η πραγματική και πλήρης ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Η ιησουίτικη δικαιολόγηση των δεινών, αυτό το βασικό θέμα της “θεωρίας της ματαίωσης”, είναι μια νέα σάπια απόπειρα να δικαιολογηθούν, μέσα από λεκτικά τρικ, σοφιστείες και μύθους για ψυχολογική και φυσιολογική ουσία των ψυχολογικών συγκρούσεων τα κοινωνικά δεινά των ανθρώπων σε συνθήκες καπιταλιστικής κοινωνίας.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ζητήματα Φιλοσοφίας” (Βαπρόσι Φιλαζόφιι), 1953, ν.5, σ.σ.220-224, από όπου και μεταφράστηκε.

Σημείωση: στη ρωσική, ο όρος мотивы περιγράφει ένα μεγάλο φάσμα εννοιών που στα ελληνικά έχουν αποδοθεί με όρους όπως “ορμές”, “κίνητρα”, “κινητήριες δυνάμεις”.

Επιμέλεια – διόρθωση μετάφρασης: Εύα Γ.

Advertisements

Tagged: , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: