Η συλλογική και οργανωτική διάσταση της στράτευσης στην υπόθεση του κομμουνισμού

Δεκαετίες κυριαρχίας του ρεβιζιονισμού, το καρκίνωμα του οικονομισμού και η επιρροή του φιλελευθερισμού στις τάξεις του προλεταριάτου έχουν φέρει τη διάδοση εσφαλμένων αντιλήψεων και πρακτικών. Η ίδια η θεωρία και η πρακτική της στρατεύσης στην υπόθεση του κομμουνισμού έχουν με διάφορους τρόπους πληγεί από αυτά.

Υπάρχουν κάποιοι που ανοιχτά την αρνούνται, όπως τα αντικομματικά στοιχεία, οι αυθορμητιστές, οι κινηματιστές κλπ. Όμως, υπάρχουν επίσης και κάποιοι οι οποίοι έχουν ιδέες που προσεγγίζουν αυτή της στράτευσης στην υπόθεση του κομμουνισμού ή την υλοποιούν με μορφές μη κατάλληλες ως προς την αναγκαιότητα της επαναστατικής πάλης.

Τι σημαίνει, λοιπόν, να είναι κανείς στρατευμένος στην υπόθεση του κομμουνισμού;

Γνωρίζουμε ότι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας της ανθρωπότητας είναι η πάλη των τάξεων, ότι είναι οι εργατικές και λαϊκές μάζες που καθορίζουν την πορεία της ιστορίας. Ανάμεσα σε αυτές, οι επαναστατικές ιδέες βρίσκουν γόνιμο έδαφος για το μετασχηματισμό τους σε υλική δύναμη και δίνουν ώθηση στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Εντός αυτής της διαδικασίας υπάρχουν οι καθοδηγητές του προλεταριάτου, οι οποίοι προσανατολίζουν και οργανώνουν τις εκμεταλλευόμενες και καταπιεζόμενες μάζες στη μάχη τους, άντρες και γυναίκες που αναλαμβάνουν ένα τέτοιο καθήκον με τις ιδέες της επανάστασης και του κομμουνισμού, εμφορούμενοι από σταθερότητα αρχών και από ευαισθησία που τους επιτρέπει να αγανακτούν μπροστά σε κάθε αδικία, να κάνουν δικό τους το μεγάλο έργο της πάλης για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Η ανάληψη ενός τέτοιου καθήκοντος, η υλοποίηση αυτής της επιλογής ζωής έχει νόημα μόνο εντός – και όχι εκτός – μιας κομμουνιστικής οργάνωσης.

Η στράτευση είναι, στην πραγματικότητα, ένα φαινόμενο που αφορά συλλογικότητες και όχι ατομικό, γιατί αντανακλά τα συμφέροντα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου.

Όλες οι πτυχές της ζωής και της δραστηριότητας ενός στρατευμένου κομμουνιστή (από τη διαπαιδαγώγηση ως τα πρακτικά καθήκοντα, από την πολιτική συζήτηση ως την προλεταριακή δημοκρατία κλπ), βρίσκουν στη διάσταση του συλλογικού, της συλλογικής ζωής των οργανισμών, το έδαφος στο οποίο μπορούν να ανθίσουν και να αναπτυχθούν.

Το λέμε αυτό, γιατί παρατηρούμε να πολλαπλασιάζονται εκδηλώσεις υποκειμενισμού, εκφράσεις προσωποπαγούς αντίληψης, οι οποίες εννοούν την πολιτική πρακτική και τη στράτευση στην υπόθεση του κομμουνισμού ως κάτι περίπου όπως το “κάν’ το μόνος σου”, κάτι που είναι ξένο προς την άμεση συμμετοχή στην ταξική πάλη και στις οργανωμένες της μορφές.

Αυτές οι εκδηλώσεις, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές μίας κατάστασης διάσπασης του κομμουνιστικού κινήματος, αντανακλούν την έλλειψη εμπιστοσύνης στην κομμουνιστική οργάνωση και την επιδίωξη αντικατάστασής της με την ατομική δράση, έξω από τη συλλογική δουλειά και από τα πλαίσιά της παρέμβασης και πρωτοβουλίας στα διάφορα μέτωπα της ταξικής πάλης.

Τέτοιος τύπος υποκειμενισμού και προσωποπαγούς αντίληψης δεν μπορεί παρά να φέρει γνώσειςτης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας επιφανειακές και αποσπασματικές, και ως συνέπεια αυτού, προσεγγίσεις όσον αφορά προσανατολισμούς, προτάσεις, στόχους και μηχανισμούς που δεν ανταποκρίνεται παρά, στην καλύτερη, μερικώς μόνο στην κατάσταση και στις συγκεκριμένες συνθήκες.

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες αυτές οι εκφυλισμένες μορφές στράτευσης επιδρούν αρνητικά με την επιδίωξη προσωπικού κύρους, με την αναγνώριση εκ μέρους των αστικών μέσων εημέρωσης, με το να κυριαρχούν οι προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες ανάμεσα σε συντρόφους.

Υπάρχουν επίσης άλλες περιπτώσεις “ακτιβισμού” και “υπερδραστηριότητας” με τις οποίες εκδηλώνεται η τάση να υλοποιούνται οι επαναστατικές δραστηριότητες με τρόπο προσωποκεντρικό, χωρίς καμία καθοδήγηση και έλεγχο από πλευράς οργάνωσης, χωρίς συνειδητή πειθαρχία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες της ταξικής πάλης.

Οι “στρατευμένοι” αυτών των ειδών είναι γενικά δραστήρια, όμως με τρόπο μη συστηματικό, τιθέμενοι εκτός οποιουδήποτε σχεδίου εργασίας και αντιτιθέμενοι, εκ των πραγμάτων, στη στρατολόγηση, παρακωλύοντας έτσι τη συλλογική δουλειά. Πιστεύουν ότι οι ιδέες τους συνιστούν την απόλυτη αλήθεια, ότι δεν υπάρχει τίποτα πάνω από τις ιδέες τους, ότι δεν υπάρχει κανείς καλύτερος από τους ίδιους, και, επομένως, η οργάνωση είναι που πρέπει να βρίσκεται στην υπηρεσία τους. Ακόμα χειρότερα, ενίοτε, κατ’ αυτούς, δεν χρειάζεται να υπάρχει καμία λενινιστική οργάνωση.

Είναι ξεκάθαρο ότι τέτοιες αντιλήψεις είναι εκδηλώσεις μικροαστικού επαναστατισμού, ανεπαρκούς αφομοίωσης της ιδεολογίας και της επαναστατικής πολιτικής του προλεταριάτου, έλλειψης εμπιστοσύνης προς τις μάζες.

Ακόμα και εξαιτίας αυτών των επικίνδυνων αντιλήψεων προχωρά αργά η οικοδόμηση μιας ισχυρής κομμουνιστικής οργάνωσης στη χώρα μας, και κυριαρχεί η οργανωτική διάσπαση, ο τοπικισμός, ο πρωτογονισμός, ο σεχταρισμός.

Η καταπολέμηση αυτών των εσφαλμένων και αποδυναμωτικών αντιλήψεων, το να ηττηθεί ο υποκειμενισμός και ο οπορτουνισμός – οι οποίοι οδηγούν σε μία ιδέα περί ατομικής στράτευσης ή, στην καλύτερη, στράτευσης σε μικρούς κύκλους τοπικής εμβέλειας, οι οποίοι καθοδηγούνται από μία και μόνο προσωπικότητα – προϋποθέτει την ανάπτυξη της πολιτικής και ιδεολογικής πάλης, της κριτικής και της αυτοκριτικής.

Αναμφίβολα, αυτό επιζητεί μία καλύτερη κατανόηση του μαρξισμού-λενινισμού, όμως, πάνω από όλα, μία πραγματική πολιτική για την ενοποίηση και τη συνοχή όλων όσων αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές και θέλουν να έρθουν σε ρήξη με αυτές τις επιβλαβείς τάσεις, καθιστάμενοι αγωνιστές της κομμουνιστικής μας οργάνωσης.

Από αυτό, θα ευνοηθεί η συλλογικότητα, αλλά και ο μεμονωμένος σύντροφος, γιατί η προσωπική ανάπτυξη είναι αρκετά πιο σημαντική στις περιπτώσεις όπου οι μεμονωμένοι σύντροφοι συγχωνεύουν τα συμφέροντά τους με τα συμφέροντα της κοινωνίας και της οργάνωσης.

Κατά τη δική μας αντίληψη, όλα τα προβλήματα της οργάνωσης – αρχίζοντας από αυτό το θεμελιακό, της στράτευσης – είναι πάνω από όλα πολιτικά.

Η επίλυσή τους – η οποία σημαίνει να θέτουμε πάντοτε τη συλλογική συνεργασία πάνω από το άτομο, την αλληλεγγύη πάνω από τα ατομικά συμφέροντα, την οργάνωση ενάντια στην αποδιοργάνωση – επιτρέπει στο προλεταριάτο να κατακτήσει μία πλήρη ανεξαρτησία, μία φυσιογνωμία και μια πραγματική ταξική συνείδηση, εμποδίζοντας κάθε αποσυνθετική επιρροή των “μεσαίων τάξεων” και στοιχείων που, παρότι υφίστανται την καπιταλιστική καταπίεση, δεν έχουν καμία πρόθεση να οδηγούν καθημερινά την πάλη των μαζών μέχρι την προλεταριακή επανάσταση και την ανθρωπιστικότατη δικτατορία του προλεταριάτου.

Δεν μπορούν να υπάρχουν αμφιβολίες: η μορφή της στράτευσης στην υπόθεση του κομμουνισμού δεν μπορεί παρά να αναπτύσσεται εντός μίας οργάνωσης η οποία αποτελείται από πρωτοπόρα προλεταριακά στοιχεία, για να φτάσουμε μέχρι το κόμμα: ένα κόμμα αποτελούμενο από στρατευμένους αγωνιστές, από επαναστατικά στελέχη, με ένα κατάλληλο ιδεολογικό επίπεδο, για να προσανατολίζονται και να προσανατολίζουν σε οποιαδήποτε κατάσταση, και να είναι πολιτικά δραστήριοι.

Σε αυτό το επίπεδο τίθεται σήμερα η πρόκληση και σε αυτό τον τύπο στράτευσης καλούμε τα καλύτερα στοιχεία του προλεταριάτου, τους νέους επαναστάτες, τους τίμιους διανοούμενους.

Μην καθυστερείτε, σύντροφοι, ας ενωθούμε, ας οργανωθούμε και ας παλέψουμε μαζί, γιατί “η καταστροφή πλήττει τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά” (σ.parapoda: ο τελευταίος στίχος του ποιήματος του Μαγιακόφσκι «Το Κόμμα», του 1913, που δεν στάθηκε δυνατό να βρεθεί στα ελληνικά)!

Δημοσιεύτηκε στη Scintilla, όργανο της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας (Ιταλία), τ. Γενάρης 2017, σ.7

***

Ως συμπλήρωση των σκέψεων που παρατίθενται στο κείμενο της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας σημειώνονται τα παρακάτω:

Κατ’αρχάς, είναι αυτονόητο πως το ανέβασμα σε ανώτερο πολιτικό, ιδεολογικό και μαχητικό επίπεδο γίνεται εντός μίας κομμουνιστικής οργάνωσης, ασχέτως αν έχει σπάσει το σχετικό ολιγοπώλιο που υπήρχε παλαιότερα στην πρόσβαση στην ενημέρωση ή την κατάρτιση στην επαναστατική θεωρία, ή ακόμα και την πρακτική (π.χ. της δημιουργίας μίας προκήρυξης, μίας αφίσας κλπ).

Όμως, ένα βασικό ερώτημα είναι αν υπάρχει κομμουνιστική οργάνωση που να πληροί όλες τις προϋποθέσεις που αναφέρει η Κ.Π. και, αν δεν υπάρχει, τι κάνουμε.

Πρέπει, συνεπώς, πρώτα από όλα, να ορίσουμε τι είναι “κομμουνιστική οργάνωση”. Όπως και το κείμενο της Κ.Π. αναφέρει, δεν είναι κομμουνιστική οργάνωση μία ομάδα γύρω από ένα πρόσωπο. Αυτό και μόνο, αρκεί για να μπορούμε να μειώσουμε αυτομάτως τον αριθμό των κομμουνιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα.

Επίσης, μία κομμουνιστική οργάνωση έχει οργανωτικές αρχές, τις πλέον δημοκρατικές, το σύνολο των οποίων συμπυκνώνεται στη διαλεκτική έννοια “δημοκρατικός συγκεντρωτισμός”: εκλογή σε όλες τις θέσεις, τακτικός απολογισμός, συλλογική δουλειά και προσωποποιημένη ευθύνη, ο διπλός έλεγχος (από τα πάνω κι απ’ τα κάτω) είναι μερικές μόνο από αυτές τις αρχές που έστω και μία να λείπει δεν υπάρχει δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός έρχεται απ’ευθείας από τον τρόπο εργασίας των εργαζομένων και την συνεχή κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας: μόνο οι διανοούμενοι φοβούνται μήπως γίνουν “βίδες και ροδέλες”, μόνο οι μικροαστοί φοβούνται το μεγάλο εργοστάσιο είναι που τον αρνούνται με διάφορα “αέναα” επιχειρήματα” όπως το “ξεπέρασμα” του προτύπου του βιομηχανικού εργάτη (παρότι η κοινωνικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας είναι, σε κάθε περίπτωση, συνεχής). Άρα, ας ξεκαθαρίσουμε πως η κομμουνιστική οργάνωση “απευθύνεται” σε εργαζόμενους, αποτελείται από τέτοιους (στο μεγαλύτερο, έστω, βαθμό, προσοχή όμως: και στη βάση, αλλά και στην ηγεσία), αφού οι οργανωτικές της αρχές είναι οικείες προς τους εργαζόμενους.

Οι οργανωτικές αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού συμβάλλουν στην άνοδο του επιπέδου του κομμουνιστή, και είναι προφανές πως μόνο εντός μίας οργάνωσης μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Όμως, αν αναρωτηθούμε πόσες οργανώσεις στην πράξη έχουν τέτοιες δημοκρατικές και δημιουργικές οργανωτικές αρχές, αυτό και μόνο, αρκεί για να μπορούμε να μειώσουμε περαιτέρω τον αριθμό των κομμουνιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα.

Ένα ακόμα σημείο. Πράγματι, όλες οι πτυχές της ζωής και της δραστηριότητας αναπτύσσονται στον κομμουνιστή όταν είναι μέλος μίας κ.ο., όπως λέει η Κ.Π. Αυτό, όμως, προϋποθέτει ότι και η κ.ο. είναι παρούσα σε όλα τα μέτωπα: π.χ. το ιδεολογικό, σε κάθε επιστήμη. Ή αν δεν είναι, με κάθε τρόπο προσπαθεί το συντομότερο δυνατό να το ανοίξει. Το σημείο αυτό πρέπει να αποσαφηνιστεί: δεν μπορεί να κατηγορηθεί ο κομμουνιστής που, λόγω π.χ. επαγγέλματος, προσπαθεί να ανοίξει ένα ιδεολογικό μέτωπο, να αναπτύξει το μαρξισμό (ή θέσεις μαρξιστικές) για το αντικείμενο που έχει σπουδάσει (δεν συζητάμε εδώ τον ελιτισμό π.χ. ότι ένας κάτοχος διδακτορικού δεν πρέπει να κάνει “λάντζα”). Δεν είναι “παρτικολαρισμός” και υποκειμενισμός αυτό. Ενίοτε παρτικολαρισμός και υποκειμενισμός προκύπτει από την αντίθετη πλευρά: όταν κάποιος κατσικωμένος στην ηγεσία και χωμένος στους μικρόκοσμους που αναπτύσσονται όταν μία ηγεσία δεν κάνει χαμάλικη δουλειά (ασταμάτητα, δηλαδή, να προσπαθούν τα μέλη της, σε ατομικό επίπεδο, να ριζώνουν στο λαό), και νομίζει ότι η δική του “φαεινή” (που ενίοτε τον προβάλλει προσωπικά, όπως π.χ. η προώθηση εκδηλώσεων με ομιλητή Αυτόν, η διάδοση άρθρων Του κλπ), είναι η “λυδία λίθος” για το αν κανείς πρέπει να ανήκει σε μία κ.ο., κάτι που βασικά λειτουργεί ως κλίνη του Προκρούστη.

Φυσικά, όντας μέλος μίας κομμουνιστικής οργάνωσης, ο κομμουνιστής μπορεί να το κάνει, και πρέπει να το κάνει, να αναπτύξει θέσεις (σχηματίζοντας μία ομάδα), να βγάλει ένα βιβλίο (έστω και όχι από τον “κομματικό” εκδοτικό οίκο – πράγματα αυτονόητα για το κομμουνιστικό κίνημα που επί ρεβιζιονισμού ξεχάστηκαν), σεβόμενος, βέβαια, τις προτεραιότητες που αποφασίζει συλλογικά η οργάνωση· προτεραιότητες, όμως: δηλαδή, όχι να ξεχνιούνται εντελώς τα περισσότερα ζητήματα προς χάριν της “φαεινής” της πεφωτισμένης (λυδία λίθος η αυτοπρόσωπη παρουσία της στο λαϊκό κίνημα) ηγεσίας ή των όσων λίγων ο κάθε ηγετίσκος φαντάζεται ότι η οργάνωση μπορεί (ή επειδή ο ίδιος είναι ενίοτε περιορισμένων οριζόντων και ικανοτήτων βολεύεται να επιβάλει στην οργάνωση).

Εξάλλου, είναι πράγματι, όπως λέει το κείμενο της Κ.Π., υπαρκτός ο κίνδυνος η ατομική δράση ενός ανένταχτου κομμουνιστή (ή και γενικά αγωνιστή) να αυξήσει τις τάσεις του για παραγοντισμό και ελιτισμό που η αστική κοινωνία προωθεί σε κάθε άνθρωπο. Όμως, αυτός ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και εντός μίας (έστω και κατ’ όνομα) κ.ο., στην οποία βασιλεύουν οι “αρχές” της αστικής κοινωνίας: κοοπτάτσιες, αλληλοκάλυψη και αλληλοσυγχώριο, κολακεία, υπονόμευση, οικονομική και άλλων ειδών εκμετάλλευση κοκ.

Με λίγα λόγια, πάλι, το ερώτημα είναι τι μπορεί να γίνει αν δεν υπάρχει μια τέτοια ιδανική κομμουνιστική οργάνωση όπως την περιγράφει (ή όπως αφήνει να εννοηθεί ότι πρέπει να είναι) το κείμενο της Κ.Π, δεδομένου των κινδύνων της ιδιώτευσης, του παραγοντισμού και των άστοχων πολιτικών εκτιμήσεων και μη optimal δράσεων των μεμονωμένων κομμουνιστών. Η ένταξη σε μία οργάνωση που μπορεί να έχει πολλά από τα στοιχεία που θα έπρεπε να έχει μία ιδανική κ.ο., είναι μία λύση. Βέβαια, μπορεί να υπάρχουν φαινόμενα αυτά στα οποία είναι πιο εκτεθειμένοι οι ανένταχτοι, αλλά σε “συλλογικό επίπεδο” ή άλλα που έχουν διαμορφωθεί με την πάροδο των ετών εντός αυτής της οργάνωσης και είναι μάλλον δύσκολο να αλλάξουν. Π.χ. η παγίωση της παραλυτικής αίσθησης της μεταβατικότητας της υπόστασης της οργάνωσης (που δεν έχει σχέση με την ανέλιξη σε κόμμα, αλλά με συμμετοχή σε παραγοντίστικα «μέτωπα»), η όχι συχνότατη παρουσία σε χώρους δουλειάς και γειτονιάς, και αντιστοίχως η δουλειά μόνο σε «μυημένους» (πόσοι συνεχίζουν την ανούσια συνήθεια να μοιράζουν τις ανακοινώσεις τους μόνο σε όσους βρίσκονται ήδη σε διαδήλωση;), η αυτοαναγόρευση σε πρωτοπορία και η κάλυψη κάτω από αυτό διαφόρων ελαττωμάτων (μη δημιουργία πολιτικών συμμαχιών ή ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών, πνευματική οκνηρία, υποδραστηριότητα, μη άνοιγμα μετώπων και η μη διαμόρφωση θέσεων σε όλο και περισσότερα θέματα κοκ). Ή οι διασπάσεις που έγιναν δεκαετίες πριν και έχουν χάσει κάθε νόημα. Ή – το κυριότερο, κι ας είναι εδώ τελευταίο σε σειρά – οι αναλύσεις που έχουν “αποστεωθεί” και σε θέτουν εκτός ζωής (που “όλα τα σφάζουν και όλα τα μαχαιρώνουν” μόνο με βάση την απολυτοποιημένη αντίθεση ΗΠΑ-Ρωσία).

Όπως και να’χει, δεν πρέπει να στέκεται κανένας ανένταχτος στα παραπάνω, γιατί υπαρκτός είναι ο κίνδυνος να τα μεγαλοποιεί, υπαρκτότατος σε καιρούς υποχώρησης του λαϊκού κινήματος είναι, πάνω από όλα ο κίνδυνος δικής του ιδιώτευσης, και, πρωτίστως, η πραγματικότητα είναι το ρητό “η ισχύς εν τη ενώσει”.

Advertisements

Tagged: , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: