Οι νόμοι της διαλεκτικής & η οικοδόμηση του κομμουνιστικού κόμματος

Εσχάτως, ανάμεσα στις διάφορες συζητήσεις που έχουν αρχίσει στο χώρο πέραν του Σύριζα (συγκεκριμένα, μεταξύ Ανταρσύα και ΛΑΕ), έχει φουντώσει και αυτή για την ανάγκη ύπαρξης κομμουνιστικού φορέα. Ας γίνει, κατ’αρχάς, μια αρχική παρατήρηση, και, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, χωρίς να σχετίζεται με τη συγκεκριμένη συζήτηση σε αυτό τον πολιτικό χώρο: ότι μια τέτοια συζήτηση είναι πιθανό να αξιοποιηθεί ακόμα και από τον αντίπαλο. Γιατί το “ό,τι δηλώσεις είσαι”, στην Ελλάδα, δεν αφορούσε μόνο τον όρο “αριστερά”, αλλά και τον όρο “κομμουνιστής”. Και είναι λογικό, αφού το σύστημα αξιοποίησε τον δεξιό οπορτουνισμό, όταν του στερέψει και αυτό το στήριγμα, να μην το ‘χει σε τίποτα να αξιοποιήσει και τον “αριστερό”. Το ‘χει κάνει και στην Ινδία και στη Ρωσία, και αλλού.

Επιστρέφοντας όμως στην αρχική πρόταση, η συζήτηση για το θέμα αυτό από αυτό τον πολιτικό χώρο, όταν δεν απορρίπτει όλες τις θετικές κατακτήσεις σε οργανωτικό επίπεδο που έχει αφήσει η εμπειρία του 20ού αιώνα (π.χ. το σύνολο των οργανωτικών αρχών που αποτελούν το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό), μέχρι στιγμής (και αν τη θεωρήσει κανείς ειλικρινή, ότι δεν γίνεται, δηλαδή, για λόγους εκλογικών συσπειρώσεων και αλλαγής μικροσυσχετισμών), αφήνει να εννοηθεί ότι το κόμμα αυτό θα χτιστεί πάνω σε πολιτική ενότητα (π.χ. “μεταβατικό πρόγραμμα”, “έξω από το ευρώ”, “ενότητα της αριστεράς”, κοκ.). Όμως, το κόμμα χτίζεται σε διαλεκτική σχέση πολιτικής και ιδεολογικής ενότητας. Αφ’ενός δεν μπορεί να οικοδομηθεί σε συνθήκες εργαστηρίου (γραφείου) και αποσπασμένο από την πολιτική συγκυρία και τους αντίστοιχους αγώνες που αναπτύσσονται. Αφέτέρου, αν προταχθεί η οικοδόμηση κόμματος πάνω σε αμιγώς πολιτική ενότητα, τότε μόλις οι συνθήκες ή απλώς η τακτική αλλάξουν ή η συμμαχία που υπήρχε κατά την οικοδόμηση αυτού του κόμματος αποτύχει, θα υπάρχει σε αυτό το κόμμα ταυτοτική κρίση και αποστράτευση.

Σε κάθε περίπτωση, εγγύηση για την αποτυχία τέτοιων πειραμάτων είναι όχι μόνο η μη αξιοποίηση της συσσωρευθείσας εμπειρίας και των θετικών κατακτήσεων σε οργανωτικό επίπεδο, αλλά και η αδιαφορία για τη μελέτη της οικοδόμησης από φιλοσοφική σκοπιά. Το παρακάτω κείμενο, γραμμένο από μέλος του Μαρξιστικού – Λενινιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος Εκουαδόρ, μελετά την οικοδόμηση σε σχέση με τους τρεις νόμους της διαλεκτικής: όχι όμως σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά σε εντελώς πρακτικό. Αναδεικνύει έτσι την αναγκαιότητα να οικοδομούμε την οποια οργάνωση ανοίγοντας μέτωπο με συγκεκριμένα φαινόμενα που εκδηλώνονται (και τα οποία μπορούμε να αναγνωρίζουμε ότι εμφανίζονται ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό). Αν και η έμφαση δίνεται κυρίως στον πρώτο νόμο (ιδεολογική διαπάλη εντός του κομμουνιστικού κόμματος), σημασία έχει και ο δεύτερος (πλατιά απεύθυνση) και ο τρίτος (άρνηση της άρνησης, που πρακτικά μεταφράζεται – αν και δεν το αναφέρει ο αρθρογράφος – στην ταχύτητα προσαρμογής μας σε μια νέα κατάσταση).

***

Domingo Sevilla: Οι νόμοι της διαλεκτικής & η οικοδόμηση του κομμουνιστικού κόμματος

Η μαρξιστική – λενινιστική φιλοσοφία βασίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: την αντίληψη για τον κόσμο και τη μέθοδο ανάλυσης των φαινομένων που λαμβάνουν χώρα σε τρία πεδία: τη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη, παρότι αυτή η διάκριση γίνεται μόνο για διδακτικούς σκοπούς, καθότι η αντίληψη και η μέθοδος είναι στενά αλληλοσυνδεόμενες τόσο που η ιδεαλιστική αντίληψη αντιστοιχεί στη μεταφυσική μέθοδο και η υλιστική στη διαλεκτική. Επιπρόσθετα, κάθε μια από αυτές, αντιστοιχούν στα συμφέροντα της τάξης που τις υιοθετεί: η μία για να διατηρήσει το εκμεταλλευτικό σύστημα και η άλλη για να το καταστρέψει.

Ας θυμηθούμε επιγραμματικά τις αντιλήψεις για τον κόσμο: υπάρχουν μόνο δύο, η ιδεαλιστική και η υλιστική, οι οποίες συνίστανται απλούστατα στην διατύπωση του τι είναι πρωταρχικό ή ποιο πράγμα παράγει ποιο, η ύλη και το πνεύμα ή η ύλη και η νόηση.

Για τους ιδεαλιστές, η ιδέα ή ένα “καθολικό πνεύμα” είναι η πηγή της ύλης, δημιούργησε το σύμπαν και τα ανθρώπινα όντα. Ως εκ τούτου, η ύλη είχε μια αρχή και, κατά συνέπεια, θα έχει και τέλος.

Για τους υλιστές, η ύλη είναι αιώνια και μπορεί αυτό να αποδειχθεί από το γεγονός ότι είναι αδύνατο να δημιουργήσει κανείς ύλη από το τίποτα ή να την κάνει να εξαφανιστεί, καθώς αν αυτό ήταν εφικτό, όπως ισχυρίζονται οι ιδεαλιστές, οι λαοί θα είχαν επιλύσει τα υλικά τους προβλήματα, αφού, μόνο με την ιδέα ή τη σκέψη θα μπορούσε να δημιουργηθεί στέγη, τροφή, οχήματα και άλλα αναγκαία για τη ζωή στοιχεία.

Υποστηρίζουμε, επομένως, ότι η ύλη πάντοτε υπήρχε και πάντοτε θα υπάρχει, φυσικά, σε διαφορετικές μορφές· ότι τίποτε δεν τη δημιούργησε, αλλά βρισκόταν σε συνεχή αλλαγή και ανάπτυξη, μέχρι του σημείου να φτάσει τη μέγιστη έκφρασή της που είναι μέχρι στιγμής γνωστή, τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη μόνη ύλη που είναι ικανή να γεννήσει τη σκέψη, την ιδέα ή τη συνείδηση. Για αυτό, αποδεχόμενοι το φαινόμενο του Big Bang, αυτό δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζονται οι ιδεαλιστές, την αποδοχή της απαρχής της ύπαρξης της ύλης, παρά την αποδοχή της αρχής μιας ανάπτυξης της ίδιας μέχρις ότου να φτάσει τη σημερινή της κατάσταση.

Η διαλεκτική

Ο μαρξισμός ισχυρίζεται ότι είναι η “επιστήμη η οποία πραγματεύεται τους πιο γενικούς νόμους της ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης σκέψης”, με τέτοιο τρόπο που όλα τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στα τρία πεδία που προαναφέρθηκαν μπορούν να αναλυθούν με τη διαλεκτική μέθοδο, η οποία προέρχεται από την ελληνική λέξη “διαλέγομαι”, που σημαίνει διάλογος αλλά και πολεμική. Στην αρχαιότητα λεγόταν ότι μέσω του διαλόγου ή της σύγκρουσης ιδεών ανακαλύπτεται η αλήθεια. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για το ότι η πάλη ανάμεσα σε αντίθετα πράγματα είναι ο νόμος που βρίσκεται στη βάση της ανάπτυξης οποιουδήποτε φαινομένου σε οποιοδήποτε από τα τρία προαναφερθέντα πεδία.

Σε αντίθεση με τη μεταφυσική, ο διαλεκτικός υλισμός έχει τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

1.Δεν βλέπει τα αντικείμενα ή τα φαινόμενα απομονωμένα το ένα από τα άλλα, αλλα ως συνδεόμενα μεταξύ τους, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, θα είχαμε φαινόμενα μη εξηγήσιμα, μεμονωμένα. Δεν υπάρχει, επομένως, φαινόμενο χωρίς αιτία, ούτε αιτία που δεν παράγει κάποιο νέο φαινόμενο.

2.Βλέπει ότι μέσα σε κάθε φαινόμενο υπάρχουν δύο στοιχεία αντίθετα, ευρισκόμενα σε διαπάλη και μόνιμη σύγκρουση, η οποία συνιστά την κινητήρια δύναμη ανάπτυξης του φαινομένου.

3.Πραγματεύεται τη φύση, την κοινωνία και τη σκέψη ωσάν αυτές να βρίσκονται σε μόνιμη κίνηση και αλλαγή. Τίποτα δεν είναι σε ηρεμία: η ακινησία είναι επιφανειακή, γιατί η ύλη βρίσκεται σε μόνιμη κίνηση και, ως εκ τούτου, σε διαρκή αλλαγή και ανάπτυξη.

4.Θεωρεί ότι υπάρχουν δύο τύποι στις αλλαγές που προκαλούνται κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης της ύλης: ποιοτικοί και ποσοτικοί· αλλαγές στην ποσότητα, οι ίδιες που συσσωρεύονται στο φαινόμενο και καθορίζουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μία αλλαγή στην ποιότητα του ίδιου του φαινομένου, το οποίο αποκτά μια νέα διακριτή από την προηγούμενη ποιότητα και ενός σταδίου ανώτερου.

Έννοια του νόμου

Κατά το μαρξισμό – λενινισμό, είναι η βαθιά, ουσιαστική, σταθερή, επαναλαμβανόμενη σχέση ανάμεσα σε φαινόμενα ή σε πτυχές του ίδιου φαινομένου. Ο νόμος είναι η αντανάκλαση του ουσιαστικού στην κίνηση του καθολικού.

Οι νόμοι, ανάλογα με τα πεδία που επενεργούν, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε καθολικούς, γενικούς και ιδιαίτερους. Σε αυτό το κείμενο θα αναφερθούμε στους καθολικούς νόμους, οι οποίοι επενεργούν στα πεδία της φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης, δηλαδή, στους νόμους της διαλεκτικής και την εφαρμογή τους στην οικοδόμηση του κόμματος του προλεταριάτου.

Οι τρεις νόμοι της διαλεκτικής και η οικοδόμηση του κόμματος

Πρώτος νόμος: ενότητα και πάλη των αντιθέτων

Είναι η πηγή της ανάπτυξης των φαινομένων και εκφράζεται με το ότι σε κάθε φαινόμενο υπάρχουν δύο αντιτιθέμενα, δύο αντίθετα, τα οποία υπάρχουν υπό τον όρο ότι υπάρχει το άλλο, δηλαδή αποκαλείται ενότητα για αυτό το λόγο· όμως δεν συμφιλιώνονται, αλλά βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση, επιχειρώντας το ένα να αντικαταστήσει το άλλο· και αυτή η σύγκρουση είναι που καθορίζει την ανάπτυξη του φαινομένου.

Όμως ας δούμε πώς αυτός ο νόμος διέπει την ανάπτυξη ενός φαινομένου όπως είναι το κόμμα του προλεταριάτου, το κομμουνιστικό κόμμα.

Το κομμουνιστικό κόμμα είναι αυτό που εκπροσωπεί τα οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, σε αντιπαράθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με δεδομένο ότι πρόκειται για τις δύο σημαντικότερες (όχι τις μοναδικές) τάξεις που υπάρχουν στην καπιταλιστική κοινωνία.

Σε κοινωνικό, πολιτικό, εκλογικό επίπεδο, η αστική και η εργατική τάξη είναι τα δύο ανταγωνιστικά αντίθετα για τα οποία κάνει λόγο ο πρώτος νόμος και για αυτό βρίσκονται σε μια διαλεκτική ενότητα, δηλαδή, στην καπιταλιστική κοινωνία, όμως ευρισκόμενες σε μόνιμη σύγκρουση και διαπάλη: η μία για να διατηρήσει το σύστημά της και η εργατική τάξη για να το καταστρέψει και να το αντικαταστήσει από ένα άλλο, το σοσιαλισμό.

Όμως, καθώς αυτός ο νόμος, ο οποίος έχει καθολικό χαρακτήρα, επενεργεί επίσης στη σφαίρα της σκέψης, αυτή η πάλη των τάξεων ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο αναπαράγεται και στο ιδεολογικό πεδίο, τόσο εντός κοινωνίας όσο και εντός κομμουνιστικού κόμματος. Πώς; Εντός κοινωνίας, με την παρουσία της αστικής τάξης και την επιβολή από πλευράς της των ιδεών της, των πεποιθήσεών της, των αντιλήψεών της κλπ. Και, από την άλλη, με την παρουσία – στην ίδια καπιταλιστική κοινωνία – των ιδεών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Και οι δύο συγκρούονται στον καπιταλισμό, με την αστική τάξη να έχει το πλεονέκτημα, καθώς, κατέχει την εξουσία.

Επίσης εκφράζεται εντός κομμουνιστικού κόμματος, με την ιδεολογική διαπάλη ανάμεσα σε ιδέες, αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις αστικές και μικροαστικές, τις οποίες υιοθετούν κάποια μέλη του κόμματος, και τις προλεταριακές αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις των άλλων. Δεν πρόκειται απλώς για μια φυσική ή φραστική συγκρουση: πρόκειται για μια βαθιά σύγκρουση ανάμεσα σε ιδεολογικές αντιλήψεις και πρακτικές αντιτιθέμενων τάξεων.

Ποιες είναι αυτές οι μη προλεταριακές αντιλήψεις, πρακτικές και δράσεις που υιοθετούν κάποια μέλη του κόμματος;

Ο υποκειμενισμός, ρεύμα που βλέπει και αναλύει τα φαινόμενα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας και όχι με την πραγματικότητα, δηλαδή, μια ιδεαλιστική εκτίμηση της πραγματικότητας, η οποία τοποθετεί πιο ψηλά την ιδέα, τη σκέψη μας, πιο πάνω από αυτό που είναι πραγματικό. Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπει να αναλύουμε με αντικειμενικό τρόπο το ή τα φαινόμενα, την ουσία τους, ώστε να μετασχηματίσουμε αυτή την πραγματικότητα· και με το να μη μπορούμε να τη μετασχηματίσουμε, αυτή συνεχίζει απαράλλαχτη προς όφελος της αστικής τάξης, η οποία κυριαρχεί. Όταν δρούμε κατ’ αυτό τον τρόπο, τα τίμια μέλη, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, υπηρετούμε τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Ένα από τα στυλ δουλειάς μας που αντιμετωπίζουμε μόνιμα με την ιδεολογική πάλη είναι ο γραφειοκρατισμός, το οποίο είναι ένα αντιδραστικό ρεύμα που αποσπά την ηγεσία από τα μέλη του κόμματος, αποσπά τον αγωνιστή της βάσης από τις μάζες, επιδιώκει με ιδεαλιστικό τρόπο να “διευθύνει και να ελέγχει” την επαναστατική δουλειά από την καρέκλα, το γραφείο, το σπίτι ή με τις νέες τεχνολογίες, μέσω του διαδικτύου, με το κινητό ή το facebook, αφήνοντας στην άκρη μια προλεταριακή πρακτική άμεσης σύνδεσης για την καλύτερη γνώση της πραγματικότητας όπου εργαζόμαστε και για να μπορούμε έγκαιρα να κάνουμε τροποποιήσεις και αλλαγές πορείας. Πρόκειται για μια ιδεαλιστική μέθοδο, γιατί θέτει σε πρώτο πλάνο την περιορισμένη, επιφανειακή και όχι επιστημονική γνώση της πραγματικότητας.

Άλλη έκφραση επίσης ιδεαλιστικών αντιλήψεων μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα είναι ο βολονταρισμός, ο οποίος εκφράζεται με το να θέλουμε να εκπληρώσουμε καθήκοντα εκτός πραγματικότητας, πέραν των δυνατοτήτων, μόνο με την “απόφαση και θέληση” να τα εκπληρώσουμε. Και, συγκρουόμενες με την πραγματικότητα, οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί, δεν μπορούν να υλοποιηθούν ή υλοποιούνται μόνο μερικώς, προκαλώντας έτσι στον αγωνιστή απογοήτευση, αποθάρρυνση, με συνέπεια τη μη ανάληψη ευθυνών. Και, με την επιμονή σε αυτή την πρακτική, ενίοτε επέρχεται ως και η έξοδος από την κομματική οργάνωση, αφού τότε κυριαρχεί το μικροαστικό πνεύμα της αποκαρδίωσης μπροστά στα πρώτα εμπόδια, μία ταξική πρακτική η οποία αντιτίθεται στο επίμονο και ανθεκτικό πνεύμα της εργατικής τάξης. Η καταπολέμηση αυτής της πρακτικής αποτελεί επίσης τμήμα της ταξικής πάλης που λαμβάνει χώρα εντός κόμματος.

Άλλη πρακτική η οποία καταπολεμάται με την μαρξιστική – λενινιστική ιδεολογία μας είναι ο εμπειρισμός, ένα ρεύμα το οποίο θεωρεί μόνο την “εμπειρία” μέσο γνώσης, περιφρονεί τη μελέτη και την έρευνα, και το οποίο επίσης εκφράζει μια μικροαστική πρακτική, καθώς οι επιστημονικές γνώσεις για την επίλυση των πρακτικών προβλημάτων της επανάστασης δεν μελετώνται, δεν αφομοιώνονται και δεν τίθενται στην πράξη από τους αγωνιστές, κάτι που σημαίνει περιφρόνηση ενός πολύ σημαντικού εργαλείου για τη γνώση και την καλύτερη ανάλυση της πραγματικότητας που επιθυμούμε να αλλάξουμε.

Αυτή η αντίληψη δουλειάς στις τάξεις των επαναστατών βρίσκει μια ξεκάθαρη έκφραση στον πρακτικισμό, ένα ρεύμα το οποίο μετατρέπει το μέλος σε απλό εκτελεστή καθηκόντων, σε άνθρωπο που δεν εκπονεί πολιτική ούτε πρωτοβουλίες για το μέτωπο ή τον τομέα δουλειάς που βρίσκεται, και το οποίο έτσι μετατρέπει τη δράση του σε ένα σύνολο ατομικιστικών ενεργειών οι οποίες είναι απομονωμένες από τις μάζες, άσκοπες, χωρίς συγκεκριμένο στόχο ο οποίος να συμβάλλει στην επαναστατική διαδικασία, και οι οποίες τελικά καταλήγουν να το εξουθενώσουν, το κάνουν να χάσει την επαναστατική προοπτική και, σε όχι λίγες περιπτώσεις, να εγκαταλείψει τις τάξεις του κόμματος της εργατικής τάξης.

Πρόκειται για μια ακόμα μικροαστική πρακτική η οποία έλκει, όπως και στις άλλες κοινωνικές τάξεις, την καταγωγή της στην παραγωγή. Ο μικροαστός, όπως ο μικροϊδιοκτήτης, ο χειροτέχνης, ο ιδιοκτήτης μικρού εργαστηρίου, η μοδίστρα, ο ράφτης, ο τσαγκάρης και άλλοι μικροπαραγωγοί εκτελούν όλα τα καθήκοντα της παραγωγής: προετοιμάζουν την πρώτη ύλη, την επεξεργάζονται και τελικά αποκτούν ένα προϊόν προορισμένο για ανταλλαγή, δηλαδή ένα εμπόρευμα το οποίο ήταν το προϊόν της μοναχικής δράσης του καθενός από αυτούς. Πέραν αυτού, ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παραγωγής είναι ότι είναι χωρίς τάξη, μη σχεδιασμένη, αυθόρμητη και, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ατελής την ώρα που προσφέρεται στους πελάτες. Τελικά, το χαρακτηριστικό του χειροτέχνη είναι ότι αισθάνεται ευχαριστημένος με το καθήκον του που ολοκλήρωσε μοναχικά.

Αυτό αντιτίθεται προς τη συλλογική, συντεταγμένη και σχεδιασμένη δράση της ίδιας της αστικής τάξης στην οποία υποτάσσει και υποχρεώνει το προλεταριάτο στην παραγωγική διαδικασία εμπορευμάτων σε ένα εργοστάσιο. Όλοι οι εργάτες εισέρχονται με ακρίβεια για να υλοποιήσουν τους “στόχους” της παραγωγής που έχουν τεθεί από τον εκμεταλλευτή, με ωράρια και δράση που τοποθετούν τον εργαζόμενο σχεδόν σε κατάσταση “επέκτασης” των μηχανών που χειρίζεται. Αντίθετα με το μικροαστό χειροτέχνη, κανένας εργάτης δεν μπορεί να πει ότι παρήγαγε αυτός μόνος το ζευγάρι παπούτσια, ρούχα, καρέκλες κλπ, καθώς επρόκειτο για μία συλλογική δράση των εργαζομένων για να παράγουν πολλά εμπορεύματα.

Στην επαναστατική μας δουλειά εκφράζονται με σαφήνεια αυτά τα δύο αντιτιθέμενα ρεύματα: Το ένα, το χειροτεχνικό, το οποίο εμφανίζεται όταν αρνούμαστε να συνδέσουμε επαναστατικά καθήκοντα και τις πιο πρωτοπόρες μάζες και τμήματα, να τα κερδίσουμε ιδεολογικά και πολιτικά στις θέσεις του κόμματος και να τα πείσουμε ότι τα καθήκοντα που τίθενται είναι τμήμα της επαναστατικής διαδικασίας ώστε συλλογικά να μπορούμε να προχωρήσουμε σε αυτή τη διαδικασία. Θυμίζοντας τον χειροτέχνη που είναι ευχαριστημένος, όταν δρούμε ως μικροαστοί, προκειμένου να έχουμε εκπληρώσει τα καθήκοντα, αισθανόμαστε μια “επαναστατική ικανοποίηση”, όμως, όπως και ο χειροτέχνης, είμαστε μονάχοι.

Αυτή η πρακτική, η οποία έχει μια ιδεολογική προέλευση, δίνει τροφή στο να εμφανιστεί σε πολλά στελέχη ο προσωποκεντρισμός, τα οποία πιστεύουν ότι είναι απαραίτητα για την επαναστατική διαδικασία, τα οποία πιστεύουν ότι “χωρίς εμένα τίποτα δεν ολοκληρώνεται, τίποτα δεν βγαίνει”, υιοθετώντας πολλές φορές πρακτικές “αυτάρκειας”, αλαζονίας, υπεροχής, σύγκρουσης ανάμεσα στα ίδια τα μέλη, για το “ποιος θα είναι στην πρώτη γραμμή”, ή “ποιος θα καταλαμβάνει το πρώτο πλάνο στον Τύπο ή τα τηλεοπτικά μέσα”, και τα οποία εκφυλίζονται ενίοτε σε θέσεις οπορτουνιστικές. Η πάλη ενάντια σε αυτή την παρέκκλιση αποτελεί τμήμα μιας ιδεολογικής πάλης: πρέπει να αντιτάξουμε σε αυτό τον τύπο εκφράσεων την επαναστατική ταπεινότητα, την επαναστατική απλότητα, την ευελιξία για να ξεπερνάμε δυσμενείς καταστάσεις, δηλαδή, να αντιτάξουμε τις προλεταριακές στάσεις απέναντι στις αστικές και μικροαστικές στάσεις, οι οποίες είναι εσφαλμένες.

Όμως επίσης, ως τμήμα μη προλεταριακών εκφράσεων, συναντούμε και το φορμαλισμό, το μικροαστικό εκείνο κίνημα της βολικότητας, της “εκπλήρωσης” των καθηκόντων χωρίς επαναστατική πρωτοβουλία, όταν δουλεύουμε “με τη δύναμη της συνήθειας”, δηλαδή, αφήνουμε τα πράγματα ως έχουν παρότι είμαστε κομμουνιστές, “προκειμένου να μη μας ασκηθεί κριτική”. Η σύγκρουση σε αυτή την τάση είναι επίσης τμήμα της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό του κόμματος.

Αυτές δεν είναι οι μοναδικές ιδεολογικές εκφράσεις που απαντώνται κατά την ιδεολογική πάλη που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του κόμματος, όμως είναι οι πιο σημαντικές και, ως εκ τούτου, είναι αυτές που πρέπει να αντιπαλεύουμε έχοντας μια θεμελιώδη αντίληψη: οι μαρξιστές – λενινιστές δεν είμαστε μάζα, είμαστε επαναστάτες ηγέτες, οργανωτές και καθοδηγητές της επαναστατικής διαδικασίας, δηλαδή – ας το αποσαφηνίσουμε αυτό – πηγαίνουμε με μια διαφορετική νοοτροπία να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, να τις κάνουμε κτήμα των μεσαίων στελεχών, των μελών του κόμματος, των υποψήφιων μελών, των μελών των αριστερών μετώπων, πηγαίνουμε με μια πρακτική οργανωτών της διαδικασίας, να κάνουμε τα καθήκοντα κτήμα κάθε φορά όλο και πιο πλατιών στρωμάτων των μαζών.

Αν πραγματευόμαστε αυτά τα ιδεολογικά καθήκοντα με προλεταριακές αντιλήψεις, αναπτύσσοντας μια δίκαιη, επίμονη και βαθιά ιδεολογική διαπάλη στους κόλπους μας, θα τα εκπληρώσουμε και θα επιβάλλουμε τη μαρξιστική – λενινιστική πρακτική και, συνεπώς, θα βάλουμε το κόμμα σε μια άλλη κατάσταση, που θα σημάνει μια αλματική πρόοδο στην οικοδόμηση του κόμματος.

Δεύτερος νόμος: νόμος της μετατροπής των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές

Ας αρχίσουμε ορίζοντας αυτό το οποίο στη φιλοσοφία συνιστά ποιότητα: είναι το σύνολο των ιδιοτήτων που κάνει ένα φαινόμενο ή ένα αντικείμενο αυτό που είναι. Δηλαδή, το σύνολο χαρακτηριστικών που κάνουν ένα σκύλο να είναι σκύλος, μια εστία να είναι μια εστία και ένα κοινωνικό σύστημα να είναι κοινωνικό σύστημα, για παράδειγμα, ο καπιταλισμός.

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι τα φαινόμενα, τα πράγματα, ή γενικά η ύλη δεν βρίσκονται σε ηρεμία, αλλά είναι σε διαρκή αλλαγή. Για ποιο λόγο προκαλείται αυτή η αλλαγή; Ας πούμε, βασικά, από τη σύγκρουση ανάμεσα στα αντίθετα που υπάρχουν στο εν λόγω φαινόμενο. Όμως εδώ πρέπει να διακρίνουμε τι τύποι αλλαγών υπάρχουν: αλλαγές ποσοτικές, οι οποίες δεν αλλάζουν την ουσία του φαινομένου, και αλλαγές στην ποιότητά του, δηλαδή, μια αλλαγή στην ουσία του.

Ωστόσο, οι αλλαγές στην ουσία ενός φαινομένου δεν λαμβάνουν χώρα με τρόπο αυθόρμητο, αλλά είναι το αποτέλεσμα συσσώρευσης αλλαγών στην ποσότητα. Για παράδειγμα, η αλλαγή από την ποιότητα ενός εμβρύου σε αυτή ενός νεογέννητου ανθρώπου, αποτελεί προϊόν μηνών εγκυμοσύνης, μέχρις ότου η συσσώρευση αλλαγών θα δημιουργήσει σε μια πολύ σύντομη στιγμή την αλλαγή σε μια νέα ποιότητα. Αυτή η ξαφνική, βίαιη, κομβική αλλαγή ονομάζεται διαλεκτικό άλμα.

Το κομμουνιστικό κόμμα είναι ένα φαινόμενο, μια διαλεκτική ενότητα όπου, όπως είδαμε προηγουμένως, συγκρούονται σε ιδεολογικό επίπεδο οι δύο κοινωνικές τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας και, σε αυτό, συναντούμε ηγετικά κλιμάκια όπως και δεκάδες, εκατοντάδες και χιλιάδες μελών που, ως σύνολο, και με την επαναστατική τους πρακτική, διαμορφώνουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, μια ποιότητα.

Το κομμουνιστικό κόμμα έχει συνείδηση του ότι δεν μπορεί από μόνο του να αποκτήσει την ιδιότητα του οδηγητή της επαναστατικής διαδικασίας και να τη φτάσει στην κορύφωσή της με την κατάληψη της εξουσίας: χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η συσσώρευση ποσοτικών αλλαγών τόσο στην πολιτική, όσο και στο οργανωτικό σκέλος του κόμματος θα οδηγήσει σε μία νέα ποιότητά του· ως εκ τούτου, επιβάλλεται να κατανοήσουμε την υποχρεωτικότητα της διαδικασίας συσσώρευσης δυνάμεων οι οποίες έχουν συμφέρον από την κοινωνική αλλαγή, οι οποίες επιδιώκουν την εγκαθίδρυση ενός νέου κοινωνικού καθεστώτος, χωρίς εκμεταλλευτές. Για όσο αυτό δεν συμβαίνει, απλούστατα, η “έφοδος στον ουρανό” δεν θα μπορεί να αποτελεί πραγματικότητα.

Το πρώτο βήμα για αυτή τη διαδικασία είναι το να διαρθρωθεί η σπονδυλική στήλη της ίδιας, όπως είναι η συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά, κυρίως τη φτωχή· όμως επίσης σημαίνει να εντάξουμε σε αυτό το σχέδιο όλες τις εργαζόμενες κοινωνικές τάξεις και στρώματα και τους καταπιεσμένους λαούς του Ισημερινού που νιώθουν κοινωνική και γενική περιθωριοποίηση, αποστρέφονται την εκμετάλλευση των φυσικών μας πλούτων και την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, θύματα του ιμπεριαλισμού, όλους τους άντρες και τις γυναίκες του Εκουαδόρ που αισθάνονται την αναγκαιότητα να φτάσουμε σε μια κοινωνία που δημιουργεί ένα νέο άτομο, ένα νέο πρόσωπο, χωρίς μικροπρέπειες και βλαβερούς ατομικισμούς. Το να καταλαβαίνουμε έτσι την επαναστατική δουλειά σημαίνει πως εφαρμόζουμε σωστά το δεύτερο νόμο της διαλεκτικής, καθώς το αποτέλεσμα θα είναι ένα άλμα στο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων το οποίο προφανώς θα φέρει πιο κοντά τη στιγμή της εξέγερσης στο Εκουαδόρ και την ανατροπή της αστικής τάξης ως τάξης.

Ως τμήμα αυτής της ενιαίας διαδικασίας, είναι υποχρεωτικό οι δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς να μεγαλώσουν ταχύτατα και σε μεγάλη ποσότητα, με τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η καθοδήγηση από πλευράς εργατικής τάξης αυτής της ενιαίας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να καταλαβαίνουμε επίσης αυτό το νόμο ως την ανάγκη οι διάφορες τακτικές του κόμματος του προλεταριάτου να επιφέρουν μία μετεωρική ανάπτυξη σε οργανωτικό επίπεδο· και, τέλος, στο εσωτερικό του κόμματος του προλεταριάτου, να αναπτύσσεται η συνείδηση του ότι η διαδικασία της συσπείρωσης, επιλογής και στρατολόγησης αποτελεί επίσης και μια διαδικασία συσσώρευσης ποιοτικών αλλαγών ώστε, σε μια δεδομένη στιγμή, αυτή η συσσωρευμένη ποσότητα να επιφέρει ένα διαλεκτικό άλμα στην ποιότητα του κόμματος, και αυτό να φτάνει σε νέο στάδιο για να πραγματεύεται με καλύτερο τρόπο την επαναστατική διαδικασία και τις πολιτικές προϋποθέσεις που αυτή απαιτεί.

Συνεπάγεται, επομένως, ότι πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή η διαδικασία συσπείρωσης μελλοντικών μελών του κομμουνιστικού κόμματος πρέπει να λαμβάνει χώρα με πραγματικά κύματα, με μεγάλο τρόπο, ώστε αυτό να επιτρέψει στο μέλος να επιλέξει τους καλύτερους άντρες και γυναίκες της εργατικής τάξης και του λαού, ώστε να πετύχει την μεγέθυνση του κόμματος.

Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις αυτή η πρακτική ευτελίζεται, συσπειρώνονται λίγοι και φυσικά απομένουν τόσο λίγοι για στρατολόγηση στο τέλος μιας διαδικασίας που αυτές οι στρατολογήσεις δεν διαμορφώνουν πραγματικά ένα άλμα στην ποιότητα. Έτσι, πρέπει να αναμένουμε χρόνια πολλά για να πετύχουμε μία αρκετά σημαντική μεγέθυνση.

Το να μην κατανοούμε, επομένως, ότι η πολιτική και ιδεολογική δουλειά με τις μάζες μας πρέπει να μας κάνει να καθοδηγούμε τους αγώνες για τις υλικές και πολιτικές διεκδικήσεις και ότι, σε αυτή τη διαδικασία, πρέπει να συσπειρώνουμε τους φυσικούς αγωνιστές αυτών των μαζών, τους πιο σκληρά εργαζόμενους, τους πιο εξεγερμένους, αυτούς ακόμα που ενίοτε δεν συμφωνούν με ό,τι λέμε, όμως είναι από σκαρί μαχητών και καθοδηγητών, σημαίνει πως δεν κατανοούμε στην πράξη το δεύτερο νόμο της διαλεκτικής.

Η συσπείρωση δεκάδων, εκατοντάδων, χιλιάδων προσώπων για τη διαμόρφωση πυρήνων υποψηφίων για μέλη του κόμματος, θα επιλύει, εξάλλου, προβλήματα όπως την ανάπτυξη και την πώληση του επαναστατικού Τύπου, τα οικονομικά της οργάνωσης, την ύπαρξη ανθρώπων για τις διάφορες τακτικές και, το πιο σημαντικό: μια νέα και πολυάριθμη στρατιά κομμουνιστών.

Αυτή η μορφή εργασίας για την οικοδόμηση του κόμματος θα έχει ως συνέπεια μια μεγαλύτερη επιρροή στις λαϊκές μάζες, θα πολλαπλασιάσει τον αγώνα στα άλλα κοινωνικά τμήματα, θα δημιουργήσει όρους για αγώνες όλο και πιο μεγάλους, διεκδικητικούς και, πάνω από όλα, το κόμμα, σε μια αδιάσπαστη διαδικασία, θα μεγεθύνεται με μεγάλα άλματα. Κατανοώντας έτσι αυτό το νόμο, θα διασφαλίζουμε ένα κόμμα όλο και πιο μεγάλο και ποιοτικότερο, το οποίο να είναι σε καλύτερες συνθήκες για να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή να οδηγήσει την εργατική τάξη και τους λαούς του Εκουαδόρ στην κατάκτηση της εξοσυάις και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

Τρίτος νόμος: ο νόμος της άρνησης της άρνησης

Πρώτα πρέπει να ορίσουμε την έννοια της άρνησης στη διαλεκτική: άρνηση είναι η απαραίτητη, υποχρεωτική αντικατάσταση μιας παλιάς ποιότητας από μια νέα, η οποία γεννήθηκε μέσα στην παλιά, όμως είναι σε ένα στάδιο και ποιοτικά ανώτερη από την προηγούμενη. Έτσι, για παράδειγμα, η πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία αντικαταστάθηκε από τη δουλοκτητική, αυτή από τη φεουδαρχία, αυτή από τον καπιταλισμό και ο καπιταλισμός από το σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει πως η δουλοκτητική ήταν άρνηση της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας, η φεουδαρχία άρνηση της δουλοκτητικής, ο καπιταλισμός άρνηση της φεουδαρχίας και ο σοσιαλισμός άρνηση του καπιταλισμού, για να φτάσουμε τελικά, στη μετάβαση στον κομμουνισμό. Όλες οι νέες ποιότητες, οι οποίες είναι προϊόν της κοινωνικής ανάπτυξης, συνιστούν ένα ανώτερο στάδιο σε αυτή την ανάπτυξη. Είναι αυτό που αποκαλείται σπειροειδής ανάπτυξη.

Ας εργαστούμε λοιπόν για να αντικαταστήσουμε την παλιά, διεφθαρμένη και εκμεταλλευτική καπιταλιστική αστική κοινωνία από μια νέα κοινωνία, χωρίς εκμετάλλευση, τη σοσιαλιστική κοινωνία, την κοινωνία της ευημερίας. Για κάτι τέτοιο, χρειαζόμαστε επίσης ένα κόμμα με μια νέα ποιότητα, το οποίο έχει τις ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για να εκπληρώσει το πιο σύνθετο ως τώρα καθήκον, αυτό του να προχωρήσει προς τη διαδικασία που να θέτει τις βάσεις για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού στο Εκουαδόρ.

Κάθε φορά που υπάρχει μια σημαντική ποσοτική ανάπτυξη, με τη μορφή που αναπτύχθηκε προηγουμένως, αυτό οδηγεί σε μια νέα ποιότητα που, με τη σειρά της, αποτελεί άρνηση της προηγούμενης, η οποία όμως θέτει το κομμουνιστικό κόμμα σε ένα στάδιο κάθε φορά ανώτερο, το οποίο επιτρέπει, επίσης, ως προϊόν της αριθμητικής του ανάπτυξης, μία καθοδήγηση όλο και πιο ικανή, με μεγαλύτερη αφοσίωση και ανάπτυξη, όπως επίσης και μία βάση όλο και πιο αφοσιωμένη στη διαδικασία που αναφέρεται μια καθοδήγηση του κόμματος, με μεγαλύτερη δεξιότητα για την εκπόνηση επαναστατικών πολιτικών, με καλύτερες ιδεολογικές προϋποθέσεις για την υλοποίηση αυτής της γραμμής, με μέλη όλο και πιο διακεκριμένα και θαρραλέα, για την ανταπόκριση στις νέες προκλήσεις που θέτει η επαναστατική διαδικασία.

Πρέπει να καταλάβουμε επίσης ότι αυτή η διαδικασία δεν ανακόπτεται: η διαλεκτική ανάπτυξη του κομμουνιστικού κόμματος θα συνεχίσει και μετά την κατάληψη της εξουσίας, με τα καθήκοντα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας· και κάτι τέτοιο θα απαιτεί ένα κόμμα ανώτερης ποιότητας, το οποίο θα σταματήσει να υπάρχει με την οικοδόμηση του κομμουνισμού, η οποία θα προκαλέσει την εξαφάνιση των κοινωνικών τάξεων και την εξαφάνιση τόσο του σοσιαλιστικού κράτους όσο και του ίδιου του κόμματος, καθώς αυτό εκπροσωπεί τα πολιτικά και ιδεολογικά συμφέροντα της εργατικής τάξης· και, καθώς αυτή θα έχει εξαφανιστεί, ούτε το κόμμα θα είναι πλέον απαραίτητο.

Οι νόμοι της διαλεκτικής θα συνεχίσουν να δρουν στην ανθρώπινη κοινωνία σε άλλες σφαίρες και όχι πλέον στην πάλη των τάξεων.

Νοέμβρης 2014

Περιοδικό Revista Politica, Θεωρητικό Περιοδικό της Κεντρικής Επιτροπής του Μαρξιστικού Λενινιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος Εκουαδόρ, τ. 29, Δεκέμβρης 2014, σ.σ. 111-126

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: