Πέθανε ο Λάμπρος Κατσάπας

Πέθανε στις 24 του περασμένου Φλεβάρη ο Λάμπρος Κατσάπας. Η ζωή του, όπως και χιλιάδων άλλων συγχρόνων του, μοιάζει καταπληκτικά με παραμύθι. Γεννήθηκε στο χωριό Γολά της επαρχίας Φιλιατών το 1923. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά της Ευδοξίας και του Τρύφωνα Κατσάπα, ο οποίος μετεγκαταστάθηκε από το χωριό Τσουρίλα (Καλλιθέα). Η οικογένειά του ασχολιόταν με κτηνοτροφικές εργασίες, και έτσι βίωσε την εξαπάτηση, τη βαριά φορολόγηση και τις συλλήψεις του έφορα που συχνά έστελνε το αστικό κράτος. Στα 14 του κατέβηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε σε καφενεία στην οδό Βαλαωρίτου και σε εστιατόριο στην οδό Αδριανού, στην Πλάκα. Επέστρεψε όμως το 1939 στο χωριό, όταν ο πρωτότοκος αδελφός του σκοτώθηκε κατά τις εργασίες ανέγερσης του οικογενειακού σπιτιού. Στο χωριό τον βρήκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Κατά την εμφάνισή τους στο χωριό, οι ναζί σκότωσαν δύο χωρικούς που είχαν απομείνει εκεί, και έβαλαν φωτιά σε διάφορα σπίτια. Ένα από αυτά ήταν της οικογένειας του Λάμπρου Κατσάπα, ο οποίος είχε κρυφτεί σε έναν παρακείμενο γκρεμό, και πρόλαβε να σβήσει τη φωτιά, καθώς οι ναζί απομακρύνονταν.

Με τον υπεύθυνο της ΕΠΟΝ στη Γολά Σπύρο Γκατζώνη (αριστερά)

Ακολούθησαν νέα βάσανα για το χωριό, καθώς συχνά ένοπλοι δοσίλογοι μειονοτικοί επέδραμαν τα βράδια για να πάρουν τη σοδιά. Ο Λάμπρος, μαζί με άλλον ένα συγχωριανό και έναν από το γειτονικό Παλαιοκκλήσι, αποφάσισαν να απαντήσουν στους Τσάμηδες δοσίλογους. Ένα βράδι, το Σεπτέμβρη του 1942, έστησαν καρτέρι σε δύο λοφίσκους και περίμεναν. Όταν οι δοσίλογοι Τσάμηδες έκαναν την εμφάνισή τους, από κακή συνεννόηση των χωριανών, άρχισε πρόωρα η ένοπλη αντιπαράθεση. Ένας από τους δοσίλογους έπεσε κάτω με διαμπερές τραύμα από πυρά. Την επομένη, οι ιταλοί εισβολείς συγκέντρωσαν όλους τους άντρες του χωριού. Φτάνουν στο Λάμπρο και τον ρωτούν: “Πώς ονομάζεσαι;”. “Σταυρόπουλος”, απαντά, αναφέροντας το επώνυμο κάποιου μακρινού συγγενούς του βουλευτή των Φιλελευθέρων, του Σταύρου Δ. Σταυρόπουλου. Όμως, ο πρόεδρος του χωριού δεν άκουσε την απάντηση του Λάμπρου, και έτσι, όταν οι Ιταλοί, δείχνοντας το Λάμπρο, τον ρώτησαν πώς ονομάζεται, εκείνος απάντησε “Κατσάπας”. Ο Λάμπρος συνελήφθη και ρίχτηκε πρώτα σε τοπικές φυλακές και ύστερα κατέληξε στις φυλακές Πρέβεζας. Δάρθηκε ανηλεώς με σιδερολοστούς και δεν μπορούσε να κουνηθεί επί τρεις ημέρες. Για να γερέψει τον τύλιξαν σε δέρμα προβάτου. Από τις φυλακές απελευθερώθηκε όταν συνθηκολόγησαν οι Ιταλοί το Σεπτέμβρη του 1943. Επέστρεψε στο χωριό του φορώντας αυτοσχέδιες σόλες από ελαστικό αυτοκινήτου. Προσχώρησε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα στον ΕΔΕΣ, αλλά αμέσως εντάχθηκε στο ΕΑΜ, όπου έγινε μέλος της Υποδειγματικής Διμοιρίας ΕΠΟΝ του 15ου Συντάγματος (Ηπείρου) του ΕΛΑΣ.

Ακολούθησαν τα δύσκολα μεταβαρκιζιανά χρόνια. Οι βιαιοπραγίες, οι συνεχείς ανακρίσεις για την τύχη των όπλων του, για το πού βρισκόταν τη μια ή την άλλη μέρα, για το ποιους συνάντησε, ήταν συνεχείς. Το Νοέμβρη του 1947 παντρεύτηκε τη συγχωριανή του, Αθηνά Φώτου. Όμως, το στυγνό καθεστώς που επιβλήθηκε από τους Αγγλοαμερικάνους στη χώρα δυσκόλεψε περαιτέρω τη διαβίωση του Λάμπρου και έτσι, λίγες μόνο εβδομάδες μετά το γάμο του, το Γενάρη του 1948, μαζί με άλλους 25 συγχωριανούς και κατοίκους των διπλανών χωριών Ραβοστίβα, Βίλια, Παλαιοκκλήσι, προσχωρεί στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, στο Αρχηγείο Ηπείρου. Πρώτα κατατάσσεται στην ανταρτοομάδα των μετόπισθεν στη Μουργκάνα και μετά στο ανεξάρτητο απόσπασμα του Κώστα Παλαιολόγου. “Θα’ρθω το συντομότερο να σε πάρω μαζί μου”, είπε στην έγκυο Αθηνά. Όμως, το στυγνό μοναρχοφασιστικό καθεστώς τον πρόλαβε και τη Μεγάλη Τετάρτη του 1948 συνέλαβε την Αθηνά (της οποίας και ο αδελφός, Γρηγόρης, είχε προσχωρήσει στο ΔΣΕ), τη μητέρα της, τον αδελφό του Λάμπρου, τη γυναίκα του αδελφού του, άλλους συγχωριανούς και χωριανούς από το γειτονικό Παλαιοκκλήσι. Μεγάλο Σάββατο οι όμηροι του μοναρχοφασιστικού στρατού έφτασαν μετά από πεζοπορία στην Παραμυθιά, όπου και τους έκλεισαν μέσα στο σχολείο της κωμόπολης στο οποίο επί κατοχής οι ναζί είχαν κλείσει τους 49, προτού τους εκτελέσουν. Από εκεί, θα απελευθερωθούν από το ΔΣΕ το Μάη του 1948. Όταν ρωτήθηκε η Αθηνά τι θα κάνει, απάντησε “θα πάω στον άντρα μου”. Μαζί με άλλες γυναίκες και τμήματα του ΔΣΕ έφυγε πεζή προς την Αλβανία, όπου και γέννησε την πρώτη τους κόρη.

Φωτογραφία των ομήρων της Παραμυθιάς που αργότερα απελευθέρωσε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας

Στις μάχες του Γράμμου ο Λάμπρος τραυματίζεται στο πόδι και μεταφέρεται για αποθεραπεία στο Ελμπασάν της ΛΔ Αλβανίας, αλλά επέστρεψε και συνέχισε να μάχεται, ζώντας και την επίγεια κόλαση που δημιούργησαν οι βόμβες ναπάλμ που έριχναν οι αμερικάνοι.

Με την υποχώρηση του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949, ο Λάμπρος βρέθηκε, μαζί με χιλιάδες άλλους μαχητές του ΔΣΕ, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν παραδώσει στις αλβανικές αρχές τον οπλισμό τους, στο Μπουρέλι. Πήγε πολύ γρήγορα στη Σκόδρα για να συναντήσει τη γυναίκα του και την κόρη τους, όμως ακολούθως επέστρεψε για να πάρει την άδεια να τις φέρει μαζί τους. Ωστόσο, όταν η γυναίκα του με το παιδί τους έφτασαν στο Μπουρέλι, η αποστολή του Λάμπρου είχε ήδη πάει στο Δυρράχιο για το μεγάλο ταξίδι προς τη Σοβιετική Ένωση με πλοίο. Η γυναίκα του ακολούθησε κι αυτή την ίδια διαδρομή, με λίγες άλλες μωρομάνες που συνόδευαν συγγενείς τους μαχητές του ΔΣΕ. Ξαναείδε το Λάμπρο κυριολεκτικά στην άλλη άκρη της γης, στην Τασκένδη της φιλόξενης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν.

Στην Τασκένδη ο Λάμπρος για λίγο διάστημα δούλεψε στο εργοστάσιο κατασκευής βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών “Τασελμάς”, όπου και αναδείχτηκε πρωτοπόρος στην εργασία και η φωτογραφία του αναρτήθηκε στους τοίχους του εργοστασίου. Όμως, πολύ γρήγορα κλήθηκε να φοιτήσει στη διετούς διάρκειας στρατιωτική σχολή κοντά στην 7η πολιτεία. Μετά το 1952, όταν οι μαχητές του ΔΣΕ έφυγαν από τις στρατιωτικές σχολές, ο Λάμπρος επέστρεψε στη 12η πολιτεία, όπου ζούσε η οικογένειά του, και εργάστηκε σε κατασκευαστικά έργα ως οικοδόμος.

Ο Λάμπρος Κατσάπας

Μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία των χιλιάδων κομμουνιστών της Τασκένδης, διαγράφτηκε το 1956 από την εγκάθετη ηγεσία που επιβλήθηκε στο ΚΚΕ από τους σοβιετικούς αναθεωρητές, η οποία και διέλυσε το κόμμα, αποκηρύσσοντας παράλληλα τον επαναστατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό. Ο Λάμπρος αρνήθηκε να παραδώσει το κομματικό βιβλιάριό του στους εγκάθετους και το κρατούσε ως το τέλος. Ακολούθως, συμμετείχε επί δύο σχεδόν δεκαετίες στις παράνομες και υπό την πολιτική καθοδήγηση του Νίκου Ζαχαριάδη οργανώσεις των ελλήνων κομμουνιστών της Τασκένδης, υφιστάμενος αυτός και η οικογένειά του όλων των ειδών τις συνέπειες. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 πήγε να εργαστεί επί δύο χρόνια στο Καζαχστάν για να δημιουργήσει κατοικίες και υποδομές στην Γκαλόντναγια (“Πεινασμένη”) Στέπα.

Επέστρεψε τον Ιούλη του 1977 στην Ελλάδα. Όμως το αστικό καθεστώς του τη φύλαγε και το Νοέμβρη του 1977 τον συνέλαβε ως… “λιποτάκτη”. Κλείστηκε αρχικά στα κρατητήρια στην αρχή της Μεσογείων και μετά στα Γιάννενα. Κρατήθηκε επί 15 ημέρες. Εργάστηκε ως υπεύθυνος αποθήκης και σε ξυλουργικές εργασίες. Το 1979 έχτισε με τα ίδια του τα χέρια το σπίτι του. Μεταξύ 1986 – 1990 ήταν κοινοτικός σύμβουλος στην κοινότητα Γολάς. Τη δεκαετία του 1990 νίκησε δύο φορές τον καρκίνο. Θυμόταν έναν – έναν όσους στη Θεσπρωτία επωφελήθηκαν, με διάφορες δικαιολογίες, από την Κατοχή και δεν δίσταζε να απαντά στους προκλητικότερους από αυτούς ή τους συγγενείς τους.

Από το 2009 βρισκόταν μέχρι και τις τελευταίες ημέρες καθημερινά στο προσκεφάλι του άρρωστου γιου του.

Αποστρεφόταν τη λούφα και την επίδειξη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: