Για τον απολογισμό της ΚΟΕ 2012 – 2015: η περίοδος πριν από το 3ο συνέδριο (Γενάρης – Μάρτης 2012)

Έκλεισε, αυτή τη βδομάδα, ο κύκλος της μετατροπής της ΚΟΕ σε μια ανύπαρκτη στο λαϊκό κίνημα και τον πολιτικό αγώνα ομάδα υποστήριξης του ατομικού στοιχήματος της εφημερίδας “Δρόμος”, με τη δημοσιοποίηση (ή και θρασύτατη κοινοποίηση, ακόμα και σε διαγραφέντες) της απόφασης και των νέων αρχών λειτουργίας που εγκρίθηκαν στο σώμα που συγκάλεσε στις 11-12 Μάρτη το “Καθοδηγητικό Όργανο” (πλέον “Πολιτική Επιτροπή”, ελέω “αποφόρτισης όρων”) διορισμένων και εκλεγμένων στο 3ο συνέδριο της ΚΟΕ. Γιατί τι άλλο συμβαίνει όταν, στις νέες αρχές λειτουργίας της (πρώην “καταστατικό”), μέλος είναι πλέον όποιος “εμπνέεται από τις αρχές και τους στόχους της ΚΟΕ, θέλει να συμμετέχει στη ζωή της συλλογικότητας, κατανοεί την κεντρικότητα του εγχειρήματος της εφημερίδας Δρόμος (πρώην “της Αριστεράς”)”; Δεν γίνεται λόγος απλώς για την αναγκαιότητα μιας οργάνωσης να έχει έντυπο με τις απόψεις της, αλλά για την “κεντρικότητα” ενός “εγχειρήματος”, που, κάποτε, το καλοκαίρι του 2010, σε αχτίφ, όταν ο “εμπνευστής” του ζητούσε να παρθεί απόφαση τα μέλη να αγοράζουν υποχρεωτικά δύο φύλλα, αποδοκιμαζόταν μαζικά και ούτε καν μπορούσε να μπει σε ψήφιση.

Όπως και να’χει, τα ερωτήματα για τη μετατροπή ενός φιλόδοξου εγχειρήματος μιας λαϊκής, δημοκρατικής, μαχητικής κομμουνιστικής οργάνωσης σε ένα χόμπι ιδιοτελών ανθρώπων που συνέβαλαν αποφασιστικά όχι μόνο στη σημερινή κατάσταση της χώρας και του λαϊκού κινήματος, αλλά και στη στρατηγικότερων επιπτώσεων συκοφάντηση των εννοιών “αριστερά” και “κομμουνισμός”, παραμένουν και θα παραμένουν. Είναι υποχρέωση, λοιπόν, να μελετηθούν αναλυτικά και να απολογιστούν μία μία οι πράξεις και οι παραλείψεις, οι τακτικές εντός και εκτός οργάνωσης τα χρόνια 2012-2015 και 2015-2016. Μόνο με τη μελέτη αυτής της πλούσιας εμπειρίας μπορεί να ανέβει το πολιτικο-ιδεολογικό και οργανωτικό και μαχητικό επίπεδο όχι μόνο όσων υπήρξαν μέλη αυτής της οργάνωσης εκείνα τα χρόνια, αλλά και όσων ενδιαφέρονται ή μελλοντικά θα ενδιαφερθούν για την οργανωμένη πάλη.

Στο καθήκον αυτό επιδιώκει να συμβάλλει και η σειρά κειμένων που θα δημοσιευτούν εδώ, και όχι επειδή υπάρχει κάποια προσωπική “πικρία” για “χρόνια που χάθηκαν” ή για να βγουν στη φόρα τα άπλυτα του κάθε χομπίστα και ιδιοτελούς (που και τέτοιοι υπήρξαν σε ηγετικά κλιμάκια, όπως και οι “κλασικές” επιζήμιες φιγούρες του πλουσιόπαιδου, του άεργου, του για οτιδήποτε ανίκανου και του τεμπέλη) ή για επιδίωξη καποιας προσωπικής δικαίωσης (η οποία θα έρθει μόνο όταν έρθει ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα). Ασφαλώς, θα υπάρχουν στα κείμενα και διάφορα που μπορούν να θεωρηθούν λεπτομέρειες, και μάλιστα για συγκεκριμένα πρόσωπα, και σίγουρα πρέπει να γίνει γνωστό ποιος κράτησε ποια στάση. Όμως επιδίωξη είναι να μην κυριαρχήσουν αυτές (παρότι καμία έγνοια δεν πρέπει να υπάρχει για την υπόληψη όσων συκοφαντούν το μαρξισμό – λενινισμό), αλλά να αναδειχτεί ό,τι θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για τους προαναφερθέντες στόχους.

Το είδος και η μορφή των κειμένων δεν είναι ακριβώς κάποια “απομνημονεύματα”. Ούτως ή άλλως, ο συγγραφέας τους δεν ήταν και τόσο “μέσα στα γεγονότα” (“μεγαλοστέλεχος”) για να έχει γνώση όλων των σημαντικών γεγονότων. Άλλωστε, περνά ο καιρός, και πολλά σημαντικά μπορεί να έχουν ξεχαστεί (φυσικά, θα προστίθενται και μελλοντικά, αν τώρα ξεχαστούν κάποια).

Αν και έχει δημιουργηθεί ήδη ένα χρονολόγιο καθημερινών εξελίξεων για όλη την υπό εξέταση περίοδο, επί του παρόντος, και επειδή ήδη είναι μερικώς πολύ αργά, και από κάπου πρέπει να πιαστεί το νήμα, προκρίνεται η κατά υποπεριόδους, με σύντομα κείμενα, εξέταση της πενταετίας, και ακολούθως η παράθεση κειμένων με προσωπικές τοποθετήσεις σε εκείνες τις υποπεριόδους. Εδώ πρέπει να γίνει εξαρχής η υπόμνηση ότι οι προσωπικές τοποθετήσεις δεν είναι ενδεικτικές του κλίματος που επικρατούσαν εντός οργάνωσης. Είτε γιατί ήταν καθαρά μειοψηφικές, είτε γιατί τα άλλα μέλη, που μερικώς συμφωνούσαν, δεν ασκούσαν την καταστατική τους υποχρέωση να μιλούν ανοιχτά. Βέβαια, και ο λόγος για τον οποίο τα μέλη δεν κάνουν το καθήκον τους, κάτι που συμπερασματικά μάλλον αποτελεί το βασικό αίτιο εκφυλισμού της οργάνωσης, είναι προς μελέτη, γιατί δεν αφορά μόνο αυτή την οργάνωση: έχει συμβεί και αλλού και συνεχίζει να συμβαίνει και σε άλλες οργανώσεις.

***

Συμπτωματικά, η πιο πάνω παρατήρηση έχει να κάνει και με την πρώτη υποπερίοδο που εξετάζεται εδώ, η οποία είναι η περίοδος από το Γενάρη του 2012 μέχρι το 3ο συνέδριο της ΚΟΕ (16 – 18/03/2012). Η οργάνωση έχει μόλις (στις 13 Γενάρη 2012) εξέλθει από μία κρίση στην ηγεσία της και τη νεολαία της, όταν 13 μέλη του ΚΟ αποκαλύπτουν στο σύνολο των μελών την αλληλογραφία που εντοπίστηκε να έχουν 22 στελέχη, για το πώς θα ανατρέψουν την πορεία που είχε πάρει η οργάνωση (και τα οποία στελέχη οδηγήθηκαν, ακολούθως, αν και χωρίς διαγραφή, στην έξοδο). Δυστυχώς, τα 22 αυτά στελέχη – ομολογουμένως, από τα πιο δυναμικά και διαβασμένα – υπέπεσαν στο λάθος να παίξουν στο γήπεδο που βόλευε κάποιους από τους “νικητές” αυτής της διαμάχης (οι οποίοι παραμένουν στην ομάδα “Δρόμος”): να μην ανοίξουν τη συζήτηση για την πορεία σε όλη την οργάνωση, αλλά μόνο σε μυημένους (εντός και – κάτι το πιο ασυγχώρητο – εκτός οργάνωσης). Αν όμως δεν έχεις πίστη στα μέλη της οργάνωσής σου, δεν έχεις πίστη ούτε στο λαό (έτσι εξηγείται και το ότι συνεχίζουν να διαπράττουν τα ίδια πολιτικά σφάλματα). Με αυτή τους την πρακτική, αντί της ορθής (παραίτηση από όλα τα όργανα και διεκδίκηση να ανοίξει η συζήτηση: ό,τι, δηλαδή, και ο Λένιν απειλούσε ότι θα κάνει μόλις λίγες βδομαδες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, λόγω κωλυσιεργίας των υπολοίπων), πρώτον, βυθίστηκαν στο βούρκο του διαδρομισμού, εκεί, δηλαδή, που οι άλλοι (οι νυν αρθρογράφοι και διακινητές μικροποσοτήτων “Δρόμου”) αυτομάτως έβγαιναν νικητές. Δεύτερον, όχι απλώς αποδυνάμωσαν, με την απουσία τους, την όποια αντιπολίτευση ή συνέβαλαν ώστε, τελικά, να μη γίνει καμία πολιτική συζήτηση για όσα θέματα έθιγαν (στα περισσότερα εκ των οποίων, είχαν την πλειοψηφία, αν όλα τα μέλη τοποθετούνταν ή ψήφιζαν), αλλά και δημιούργησαν το έδαφος ώστε, εφ’εξής όποιος έθιγε το παραμικρό (πολλώ δε μάλλον παραπλήσιο με όσους έφυγαν) ζήτημα, ακόμα και για το βασικό πρόβλημα (το ρίζωμα στο λαό), να αντιμετωπίζεται καχύποπτα ή με το παραδοσιακό κόλπο της αγνόησης (πισώπλατα, συκοφάντησης) ή, το ακόμα πιο σύνηθες, με το να καλοπιάνεται και να ανάγεται η περίπτωση του “αντιφρονούντα” στο “προσωπικό”, να αποπολιτικοποιείται, δηλαδή, και να ξεχνιέται η όποια τοποθέτηση. [Εδώ, φυσικά, έχουμε να κάνουμε με άλλο ένα καθήκον των μελών μιας κομμουνιστικής συλλογικότητας: να μην αφήνονται να προσωποποιούν τις σχέσεις, είτε προς το φιλικό, είτε προς το “εχθρικό” (να μην στέκονται, δηλαδή, μόνο στην προσωποποιημένη ευθύνη).]

Επιστρέφοντας, όμως, στο κλίμα της περιόδου πριν από το 3ο συνέδριο, τα εναπομείναντα μέλη του ΚΟ του 2ου συνεδρίου χρησιμοποίησαν – συνειδητά ή όχι, λίγη σημασία έχει – την τακτική του καλοπιάσματος και της “καλής θέλησης” να “ακούσουν” τα μέλη που ήθελαν να “αλλάξουν όλα” τα δεινά (τα οποία απέδιδαν, όπως και ο συγγραφέας αυτού του κειμένου, παραπάνω από όσο έπρεπε στους ομαδικά αποχωρήσαντες). [Και αυτό, η αδυναμία δίκαιης απόδοσης ευθυνών, ανεξαρτήτως κλίματος, όπως και η υποβάθμιση της κεντρικότητας της πολιτικής συζήτησης, από τη στιγμή που αποτελεί δυνάμει αντικείμενο εκμετάλλευσης, αποτελεί θέμα αυτοκριτικής των μελών και προσοχής από όσους ενδιαφέρονται για την οργανωτική πολιτική μιας κομμουνιστικής συλλογικότητας].

Έτσι, ενώ τα εναπομείναντα μέλη του ΚΟ παρουσιάζονταν ότι “έτειναν ευήκοον ούς” στις παρατηρήσεις των μελών (πολλά από τα οποία έκαναν λόγο ακόμα και για ύπαρξη “δύο κλικών” ή προειδοποιούσαν “να μη λυγίσει το σίδερο από την άλλη” και να μην αποδοθούν όλα τα δεινά στους αποχωρήσαντες), συνέχισαν (ακόμα και αν δεν το έκαναν συνειδητά όλα τα “αντιφραξιονιστικά” στελέχη) να λειτουργούν ως “αντιφράξια”, πρακτικά, δηλαδή, ως φράξια που πλέον, υπό ευνοϊκότερες συνθήκες (αφού οι όποιοι διαφωνούντες, λιγότεροι πλέον, ήταν σε επίπεδο μελών και όχι στελεχών), “έλυνε και έδενε” και λογαριασμό δεν έδινε. [Φυσικά, ένα άλλο ζήτημα προς μελέτη είναι πώς μπορεί να επιτυγχάνεται η γρήγορη προσαρμογή στις νέες εσωτερικές συνθήκες: δηλαδή, πώς δεν θα συνεχίζουν κάποιοι να λειτουργούν ως “αντιφραξιονιστές”, αλλά άμεσα θα αλλάζουν την ψυχολογία τους, ατομική και ομαδική, από “αντιφραξιονιστική” με έκτακτες αρμοδιότητες, στην κανονική, και θα επιστρέφουν στη δημοκρατική, εντός καταστατικών πλαισίων, συμπεριφορά, ώστε να μην υπάρχουν συνέπειες αρνητικές στη φυσιογνωμία της οργάνωσης. Ίσως τα μέτρα κατά του “φραξιονισμού” κάθε φορά πρέπει να συνοδεύονται και με μέτρα εξάλειψης του “αντιφραξιονισμού”].

Το πρώτο μέτρο ήταν το κλείσιμο της ηλεκτρονικής λίστας, στην οποία κάθε μέλος μπορούσε να στείλει στα μέλη όλης της οργάνωσης κάποιο κείμενο. Με αυτό, όπως είναι ευνόητο, δεν επιτυγχάνεται ο έλεγχος της ροής της πληροφορίας, αλλά απλώς ρίχνεται και άλλο υλικό στο γήπεδο του διαδρομισμού, του κουτσομπολιού, εκεί ακριβώς που μπορεί να βολεύει κάποιους. Από την άλλη, επιτυγχάνεται ο (δυνάμει ιδιοτελής) έλεγχος της πολιτικής και ιδεολογικής συζήτησης. Ο τάδε τρίτος, ο οποίος δεν πήρε μέρος σε κάποια φραξιονιστική διαπάλη, έχει λιγότερα μέσα να παλέψει την άποψή του. Φυσικά, δεν είναι η λίστα κάποιο πρόσφορο μέσο για ιδεολογική διαπάλη (Υπάρχει και η εμπειρία λιστών τύπου Σύριζα, όπου με την αποστολή δεκάδων μέηλ ημερησίως, επιτυγχάνεται να περιορίζεται η απήχηση της όποιας άποψης, αφού το μέσο αχρηστεύεται, συχνά συνειδητά). Όμως, αυτό ακριβώς το μέσο μπορούν ιδιοτελώς να αξιοποιήσουν, αν έχουν μονοπώλιο στην πρόσβαση, και όσοι σε προσυνεδριακή περίοδο είναι απερχόμενοι (και επιδιώκουν την παραμονή τους στην καθοδήγηση), ή σε μετασυνεδριακή είναι διορισμένοι (και ξέρουν ότι δε θα λογοδοτήσουν, μιας και η λογοδοσία δεν είναι μια αρχή του δ.σ. που γίνεται σεβαστή από αυτούς). Επίσης, η αλήθεια είναι ότι αυτό ακριβώς για το οποίο κατηγορούνται οι ιδρυτές της “Παρέμβασης”, συνέχισαν και οι “διώκτες” τους, αφού διατήρησαν λίστες στο facebook, όπου δεν είχαν όλα τα μέλη πρόσβαση (ούτε καν γνώση), αλλά γινόταν και αντικειμενικά είναι εύκολο να γίνει – και με τη δυνατότητα κανείς να μη λογοδοτεί – συστηματικό “δούλεμα” μελών (π.χ. για δημιουργία “ταλιμπάν” – άλλο μεγάλο θέμα προς συζήτηση).

Το δεύτερο μέτρο ήταν η υιοθέτηση του αντιδημοκρατικού μέτρου της μαζικής κοοπτάτσιας μελών στο ΚΟ. Με την επίκληση της “αναγκαιότητας” (πρακτικά ανύπαρκτης σε μια προσυνεδριακή περίοδο και μη χρήσιμης, καθώς, ως τι να λογοδοτήσει ο διορισμένος;), ουσιαστικά, αφού ακριβώς βρισκόμασταν σε προσυνεδριακή περίοδο, δινόταν άτυπα η γραμμή για το ποια θα έπρεπε να είναι τα νέα στελέχη της επερχόμενης περιόδου. Βέβαια, αν η μεμονωμένη κοοπτάτσια είναι εκτροπή από την οργανωτική αρχή του δ.σ. που προβλέπει εκλογή των πάντων, η μαζική κοοπτάτσια είναι ακόμα πιο ασυγχώρητη, καθώς, συν τοις άλλοις δημιουργεί ή παγιώνει το κλίμα μη λογοδοσίας, δημιουργεί σχέσεις “ευνοουμένου – ευνοητή” και σχέσεις εξάρτησης, χαλάει – διαφθείρει τον ευνοημένο με την ευκολία της ανάδειξής του σε ηγετικά κλιμάκια από το πουθενά.

Το τρίτο μέτρο ήταν η παράθεση απολογισμού όχι ως ΚΟ, αλλά ως ΚΟΕ, δηλαδή, με διάχυση ευθυνών (όσες δεν είχαν αποδοθεί στους αποχωρήσαντες), στο σύνολο της οργάνωσης, κάτι που επέτεινε τα “υπαρξιακά” ζητήματα, και η αμφισβήτηση θεμελιακών – ταυτοτικών στοιχείων της οργάνωσης, με προώθηση ωμά αντικομμουνιστικών απόψεων (μέσω της νομιμοποίησης, με την εισαγωγή στο κείμενο του απολογισμού, της μιας ή της άλλης “ανανεωτικής” αντικομμουνιστικής άποψης), αλλά και με το από το πουθενά άνοιγμα (και κλείσιμο μαζί, ως είθισται) της συζήτησης περί σχέσεων ατόμου και συλλογικότητας, με συνειδητό στόχο (όπως αποδεικνύεται φανερά πια και με την κατάντια της ομάδας αυτής) την “ελάφρυνση” της συλλογικότητας, ώστε να έρθει στα “μέτρα” και του τελευταίου μικροαστού και τεμπέλη.

Στο ζήτημα, λοιπόν, της σχέσης ατόμου και συλλογικότητας, με παράλληλη, όμως αναφορά σε προβλήματα της οργάνωσης, αναφέρεται το κείμενο παρακάτω που δημοσιεύτηκε σε ένα από τα εσωτερικά δελτία του προσυνεδριακού διαλόγου. Αξίζει να αναφερθεί ότι, στον προσυνεδριακό αυτό διάλογο, τα σημερινά “ηγετικά” στελέχη του “εγχειρήματος” του “Δρόμου”, αντί να αναφερθούν σε πολιτικά ζητήματα και να απολογίσουν μία-μία τις πράξεις και τις παραλείψεις τους ως άτομα και ως μέλη ενός οργάνου, το είχαν ρίξει κυριολεκτικά στην τρελή: άλλος έκφραζε τον καημό του για την προσωπική “προδοσία” από τον “κολλητό του που πήγε με τη φράξια” και έκλεινε με…τραγουδάκια τα κείμενά του, άλλος μιλούσε αποκλειστικά για το αντικείμενο που του είχε ανατεθεί (πολύ σωστό, αλλά λίγο, με δεδομένο ό,τι είχε μεσολαβήσει), άλλος συνέχιζε τον… αντιφραξιονιστικό αγώνα (η γραφικότητα του οποίου ξεπέρασε κάθε όριο, αφού ως και το 2015, διάφορα “στελέχη” επικαλούνταν την…φράξια), άλλος απέδιδε στη φράξια μη επαληθεύσιμες κατηγορίες. Ακόμα και δύο κείμενα ενός μέλους που ακολούθησε μετά το 3ο συνέδριο την Παρέμβαση (και ασχέτως του λόγου της παραμονής του στην οργάνωση ως τότε) ήταν πιο πολιτικά. Πολλά μέλη (συμπεριλαμβανομένου του συντάκτη του παρακάτω κειμένου) είχαν δώσει μεγαλύτερο βάρος στη “φραξιολογία” στον προσυνεδριακό διάλογο από όσο έπρεπε. Άλλα, προς τιμήν τους, είχαν “μυριστεί” ότι σερβίρεται στα μουλωχτά το ζήτημα του Σύριζα, και ζητούσαν ευθέως να μην υπάρχει συνεργασία ή συμμετοχή. Όπως θα δούμε και στο κείμενο στην σχετική ανάρτηση για το ίδιο το 3ο συνέδριο, όσοι είχαν, αφ’ενός, καταλάβει τι επίκειται, δεν πήραν, από την άλλη, κανένα μέτρο για να τεθεί το ζήτημα στο επίκεντρο της (όποιας) συζήτησης. Απλά και εντελώς τυπικά το ανέφεραν. Συν τοις άλλοις, αφού έβλεπαν και τότε τον εκφυλισμό του προσυνεδριακού διαλόγου από μερικούς από τους “νικητές”, έπρεπε άμεσα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που το έβλεπαν, να απαιτήσουν τη διαφύλαξη του επιπέδου του, γιατί αλλιώς, θα έδιναν το δικαίωμα, όπως και έγινε, να εκφυλίζουν εφ’εξής οι “νικητές” όποια άλλη διαδικασία ήθελαν (ή και την ίδια την οργάνωση). Η άμεση, λοιπόν, παρέμβαση, αμέσως μετά τη διάγνωση ενός προβλήματος, αποδεικνύεται ότι είναι υποχρέωση και για το τελευταίο μέλος μίας κομμουνιστικής συλλογικότητας.

***

Για μια διαλεκτική μελέτη των φαινομένων της κοινωνίας και της σχέσης ατομικού-συλλογικού

H αναφορά στον Απολογισμό σε αναγκαιότητα υιοθέτησης μιας άλλης σχέσης ατομικού και συλλογικού είναι λάθος.

Πρώτον, μεθοδολογικά, είναι πρόταση, δεν έχει σχέση με «απολογισμό», μειώνει δε το χώρο και τη σημασία του. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να τίθεται ως ζήτημα γενικά, αφού η ίδια η ζωή το θέτει καθημερινά. Ακριβώς, όμως, για αυτό, δεν χρειάζεται να τίθεται πομπωδώς, ως νεωτερισμός, αλλά να συζητιέται συνεχώς, σε ένα θεωρητικό περιοδικό, ειδικά αφού η μαρξιστική σκέψη δεν το έχει μελετήσει επαρκώς, δίνοντας χώρο στους εχθρούς της, ιντετερμινιστές, υπαρξιστές κλπ να της επιτίθενται.

Δεύτερον, μιλώντας για «κόσμο», αγνοεί την κοινωνική βάση και – συνεπώς – τις διαφορετικές οπτικές γωνίες όσων θέτουν το ζήτημα της ελευθερίας του ατόμου εντός μιας συλλογικότητας ή της κοινωνίας: αλλιώς την εννοεί ο εργάτης, αλλιώς ο μικροαστός, αλλιώς ο απολυμένος πρώην μάνατζερ κοκ.

Τρίτον, αγνοεί το κοινωνικό πλαίσιο συζήτησης του θέματος: την περίοδο της κρίσης, το άτομο, ανεξαρτήτως κοινωνικής καταγωγής, με τον καπιταλισμό να βαρύνει περισσότερο στη ζωή του, «εξατομίζεται» περισσότερο, κλείνεται στον εαυτό του.

Τέταρτον, αγνοεί το πολιτικό καθεστώς εντός του οποίου συζητάμε: σε περίοδο δημοκρατίας υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες να δοθεί «χώρος» στο άτομο. Σε περίοδο περιστολής της, όμως, η απαραίτητα μεγαλύτερη οργανωτική αυτονομία των κατώτερων οργανώσεων (για να ελαχιστοποιηθούν οι συνέπειες από εχθρικά χτυπήματα), δεν συνδυάζεται με μεγαλύτερη πολιτική αυτονομία τους ή των μελών τους.

Πέμπτον, αγνοεί το πλαίσιο στο οποίο διεξάγουμε αγώνες, μετά την «αμεσοδημοκρατική» εμπειρία των πλατειών. Παρά την αυτονόητη χαρά για τη μαζική συμμετοχή, ο κίνδυνος να σταθούμε μόνο στο «δημο-» και όχι και στο «-κρατία», με την έννοια της συγκρότησης και της αξίας της οργάνωσης, αντικειμενικά μεγάλωσε.

Έκτον, αγνοεί την κατάσταση της ΚΟΕ: α) η κρίση στην ηγεσία και τη νεολαία της προήλθε ακριβώς επειδή «αφέθηκε χώρος για το προσωπικό», ελλείψει ελέγχου και συζήτησης, που οδήγησε σε αυθαιρεσίες κάποιων, στην ενίσχυση του «εγώ» τους, στην ακύρωση, δηλαδή, του ρόλου της συλλογικότητας. β) στη βάση, ο «χώρος για το προσωπικό» προκαλούσε – ελλείψει ελέγχου και συζήτησης για τα πεπραγμένα – τη γέννηση της αίσθησης της εγκατάλειψης, και που σταδιακά η αντίδραση ήταν η παραίτηση. Π.χ. αναθέτουμε στον σ.Πέτρο την «εκπροσώπηση» στο Σύριζα 7ου, και πέραν του ότι αναπαράγουμε τη λογική της «ανάθεσης», αυτός, ελλείψει ελέγχου, «έχει χώρο» να αυθαιρετεί, παράλληλα, νιώθει εγκαταλελειμμένος και, τελικώς, δεν βρίσκει το λόγο να παρεμβαίνει. Έτσι, και η ΚΟΕ ζημιώνεται και τελικά ο κάθε Πέτρος συχνά αποχωρεί. Ή, του δίνουμε στήλη στο «Δρόμο», όμως, μη ελέγχοντάς τον, δίνουμε περιθώρια για λάθη που θα εκθέσουν την ΚΟΕ, και ταυτόχρονα του σκοτώνουν την πρωτοβουλία (π.χ. «να πάρω συνέντευξη από τον Κιράν ή θα καταστρέψω τις διεθνείς σχέσεις της ΚΟΕ; δε βαριέσαι, άσ’το»): συνεπώς, ενισχύονται τα συντηρητικά αντανακλαστικά. γ) αν η πολιτική διάσταση της μάχης με τους φραξιονιστές ήταν «στα (δήθεν) αριστερά» μας, έχουμε αφήσει τα νώτα μας «στο δεξιό μέτωπο» ακάλυπτα, και μεγαλώνει ο κίνδυνος δεξιάς (ατομικιστικής) παρέκκλισης τώρα (αυτό διδάσκει η Ιστορία).

Έβδομον, ουσιαστικά «φωτογραφίζουμε» τα στρώματα στα οποία απευθυνόμαστε και θέλουμε να εντάξουμε. Όμως, παρότι επιτέλους αποκτούμε πολιτική στρατολόγησης, αυτή είναι λάθος προσανατολισμένη, αφού η περαιτέρω μικροαστική διάβρωση της κοινωνικής σύνθεσης της ΚΟΕ, θα την οδηγήσει σε χειρότερους οπορτουνισμούς και απογοητεύσεις, ειδικά στο πλαίσιο της κρίσης, όπου το μικροαστικό εγώ και η ταλάντευση κορυφώνονται.

Αν δεν το αναγνωρίζουμε, τότε υποπίπτουμε στο 8ο λάθος: δίνουμε προτεραιότητα στις «ιδέες», στη «συνείδηση», όχι στο είναι, όχι την υλική πραγματικότητα (αυτό δεν σημαίνει πως μόνο τα υλικά συμφέροντα διαμορφώνουν την –αγωνιστική ή μη- στάση των ανθρώπων): Δεν αναγνωρίζουμε πως η αναγκαιότητα της συλλογικότητας και του να δοθεί «περισσότερος χώρος» στη διορθωτική παρέμβασή της (και όχι «ξερά» «στη συλλογικότητα») επί του ατόμου (γιατί άτομο και συλλογικότητα δεν αντιπαρατίθενται εξ ορισμού ανταγωνιστικά), έρχεται ακριβώς ως απότοκο της κοινωνικοποίησης της παραγωγής (όχι απλώς του βιομηχανικού μοντέλου της παραγωγικής διαδικασίας, που δήθεν ξεπεράστηκε): δεν βλέπουμε πως είναι αυτή που διαμορφώνει τις ιδέες, ακόμα και τις ιδέες περί του «εγώ», που κάνουν τον «κόσμο να βοά για κοινωνικό αυτοκαθορισμό». Γι’ αυτό και ιδεαλιστικά αναφερόμαστε στο «σημερινό πιο μορφωμένο κόσμο» στη Θέση 19, αγνοώντας τον αστικό χαρακτήρα της μόρφωσης, τη συνεπακόλουθη ενίσχυση του ατομισμού του, και ότι το να δημιουργούνται περισσότερες προσλαμβάνουσες αφορά μόνο την αισθησιακή –και κατώτερη- βαθμίδα της γνώσης, που «μπορεί να λύσει το ζήτημα του φαινομένου, όμως το ζήτημα της ουσίας δεν λύνεται παρά μόνο με την κατανόηση (σ.Π.: η ανώτερη βαθμίδα γνώσης)» (Μάο, Για την Πράξη). Και αυτή δεν μπορεί να αποσπαστεί από την πράξη: την Παραγωγή, αλλά και τον Αγώνα. Για αυτό, εξάλλου, είναι λάθος η επίθεση στο μοντέλο του θυσιαζόμενου αγωνιστή (και με την οποία, μεταφυσικά δεν αναγνωρίζεται και η αντίστροφη πορεία: ότι αυτός λειτουργεί ως πρότυπο στην κοινωνία, αντίθετα από τον ξερόλα «διανοούμενο»).

Αν, επομένως, η κοινωνικοποίηση της παραγωγής είναι συνεχής, τόσο «περισσότερος χώρος» πρέπει να δοθεί στη διορθωτική παρέμβαση της συλλογικότητας, όχι στο άτομο.

Ένατον, η χοντροκομμένη απαίτηση για περισσότερο χώρο στο άτομο, αγνοεί τις αντιθέσεις που υπάρχουν εντός και του ατόμου και της συλλογικότητας. Όμως, το άτομο έχει και την ατομική του πτυχή και την κοινωνική («Η ουσία του ανθρώπου δεν είναι αφαίρεση σύμφυτη στο ξεχωριστό άτομο. Στην πραγματικότητα, είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων», Μαρξ, Θέσεις για το Φώυερμπαχ). Αντίστοιχα, η συλλογικότητα, έχει τη συλλογική- «καλή»-κομμουνιστική της διάσταση, έχει, όμως και την «ατομική» της διάσταση: που παράγει την αίσθηση της «ανωτερότητας» της τάδε συλλογικότητας και που παράγει τον ατομισμό στο άτομο. Αποδίδοντας «περισσότερο χώρο στο άτομο», θα του καλλιεργήσουμε τα ατομιστικά κατάλοιπα (της καπιταλιστικής κοινωνίας στην οποία διαμορφώθηκε), και ταυτόχρονα της ατομιστικής διάστασης της συλλογικότητας. Θα ακυρώσουμε το ρόλο της κομμουνιστικής συλλογικότητας.

Δέκατον, η απαίτηση για περισσότερο χώρο στο άτομο αντί για αναγκαιότητα περισσότερου ελέγχου και κριτικής, αγνοεί τις εσωτερικές αντιθέσεις αυτών των δύο όπλων του κομμουνιστικού κινήματος. Έλεγχος και κριτική, άρρητα, στο κείμενο μεταχειρίζονται μόνο από την «κατασταλτική» τους πτυχή. Όμως, έχουν και παιδαγωγική διάσταση. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μη αναφορά στο άλλο όπλο, την κυκλικότητα – εναλλαγή προσώπων που διαχειρίζονται ένα μοντέλο: γιατί δεν ευθύνονται αυτά αλλά το μοντέλο, που μάλιστα, δεν δοκιμάστηκε στην πλήρη εφαρμογή του; Την «βγάζουν καθαρή» τα άτομα, αν απλώς αλλάζουμε μοντέλο; Ναι. Διορθώνουμε έτσι τα άτομα; Όχι.

Εντέκατον, τα «παραδείγματα μονομερούς υποταγής» παρατίθενται αντιδιαλεκτικά, καθώς, δεν διακρίνεται κύρια και δευτερεύουσα πτυχή (το «κολλεκτιβίστικο πλάνο» ήταν -κυρίως- μονομερής υποταγή;) και φτάνουν σε αποδοχή μεταφυσικών αντιλήψεων (όπως η δυνατότητα «απόλυτης» διεύθυνσης της κοινωνίας, που μόνο οπαδοί της θεωρίας του ολοκληρωτισμού αποδέχονται).

Είναι τυχαία η συσσώρευση τόσων λαθών σε μία μόνο παράγραφο;

Όχι. Είναι η μη διαλεκτική μελέτη των φαινομένων της κοινωνίας και της ΚΟΕ, και δη στη δυναμική και όχι στατική τους διάσταση, που οδήγησαν σε τόσα λάθη και τέτοιες εκτιμήσεις, καθώς και η μη υιοθέτηση στόχου για τέτοια μελέτη. Είναι η υιοθέτηση τρόπου μελέτης βάσει της μεταφυσικής θεωρίας του «συνδυασμού των δύο σε ένα» αντί για τη διαλεχτική μελέτη «του ενός πράγματος» που χωρίζεται εσωτερικά σε δύο.

Για αυτό, μην απολογίζοντας την πορεία της ΚΟΕ στη βάση των αντιθέσεων π.χ. ηγεσίας και βάσης, συζητάμε « απολογισμό της ΚΟΕ» και όχι και «απολογισμό του ΚΟ της ΚΟΕ», και φτάνουμε να μιλάμε π.χ. για μαρτυρική στράτευση που τόσο μας ενέπνευσε «σαν νέους», ωσάν όλη η ΚΟΕ να έχει τις ίδιες εμπειρίες ή και την ίδια ηλικία: για αυτό απλώς απαριθμούμε λάθη, κάτι το τίμιο αλλά που δεν εξηγεί σε όσους δεν ξέρουν, ή πετάμε ενδιαφέροντα κείμενα (Αμίν, Μεσζάρος, «Δρόμος»), θεωρώντας αυτονόητο ότι (ή, χειρότερα, αδιαφορώντας πώς) όλοι καταλαβαίνουμε πού ενωνόμαστε και πού διαφωνούμε με δαύτους. Ακόμα και την αριστερά, κυριάρχησε το να τη θεωρούμε «ένα», παρότι συσπειρώνονταν ανταγωνιστικά κοινωνικά συμφέροντα εντός της. Αυτό οδήγησε σε πολιτικές μονομέρειες τύπου «Αλαβάνος ή θάνατος», σε πάλη για ενότητα αγνοώντας τις αντιθέσεις. Δεν αναγνωρίζουμε την αντίθεση και την εξέλιξη των στελεχών που διαμορφώθηκαν εντός μιας ομάδας 50 ατόμων και όσων διαμορφώθηκαν στην ΚΟΕ των 700 ατόμων. Δεν αναγνωρίζουμε καν την αλληλεπίδραση με το εξωτερικό χώρο στον οποίο η ΚΟΕ δρα, δεν αναγνωρίζουμε δηλαδή την εξωτερική αντίθεση, την αστική επιρροή που, εν προκειμένω, ήταν η κυρίαρχη και που δημιούργησε την κρίση σε ηγεσία και νεολαία. Γι΄αυτό, διαμορφωμένοι στο μικρόκοσμό μας, και αναγνωρίζοντάς το, θεωρούμε πως η κρίση προήλθε από το εσωτερικό, και ακόμα χειρότερα από τις ρίζες.

Πράγμα που δεν ισχύει. Ή μπορεί να ισχύει, για παλιούς συντρόφους, που έμαθαν το μαρξισμό-λενινισμό σε εποχές κυριαρχίας του δογματισμού στο μ-λ κίνημα. Και τώρα καταλήγουν στο «απεταξάμην». Η ΚΟΕ, όμως, δεν πρέπει να καταλήξει στο «απεταξάμην» τους παλιούς συντρόφους, ούτε τους μελλοντικούς. Αντιθέτως, να τους αξιοποιήσουμε, με τα ενδιαφέροντά τους και να τους τα πολλαπλασιάσουμε. Να χτίσουμε τις δομές για αυτό.

Συνεπώς, όσο στατικό και μονοδιάστατο ήταν όταν λέγαμε «να απελευθερώνουμε περισσότερο χρόνο στην οργάνωση», άλλο τόσο λάθος είναι να λέμε τώρα «να δώσουμε χώρο στο προσωπικό». Μιλώντας συγκεκριμένα, θα είναι γκρέμισμα αυτού που δειλά χτίζουμε, αν αγγίξουμε τις οργανωτικές αρχές (Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός), αντί για τις «μορφές της κομματικής οργάνωσης και τις μέθοδες δουλιάς». Αν τις αγγίξουμε, σημαίνει πως δεν έχουμε καταλάβει τη διάκριση αυτή που έκαναν οι μπολσεβίκοι. Και άρα, μαζί με τα απόνερα (κακή εφαρμογή του ή ξεπέρασμα), πετάμε και το μωρό (ΚΟΕ που πρέπει να γίνει ΚΚΕ, αλλιώς χωρίς τέτοιο στόχο θα εξελιχθεί σε λέσχη αμπελοφιλόσοφων) και τη σκάφη (μπολσεβικισμό).

Πέτρος Αλ Αχμαρ

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: