Για το βιβλίο του εδεσσαίου Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσε, “Αιγαιάτικες Καταιγίδες” και για τα αντιΚΚΕ “φιλομειονοτικά” επιχειρήματα

Αναρτήθηκε, πριν από λίγους μήνες, από τη Μακεδονική Μορφωτική & Πολιτιστική Κίνηση Έδεσσας, ολόκληρη η μετάφραση του βιβλίου του Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσε, “Αιγαιάτικες Καταιγίδες”, το οποίο είχε πρωτοκυκλοφορήσει στα Σκόπια το 1975. Παρά τις διορθώσεις που επιδέχεται η μετάφραση (με τη χρήση πιο πρόσφορης πολιτικής ορολογίας), η δημοσίευσή της είναι πολύ σημαντική, καθώς καλύπτει ένα κενό που υπήρχε στην πληροφόρηση τόσο για την πραγματική κατάσταση σε μια περιοχή της χώρας μας, όσο και για την πλευρά εκείνη των μειονοτικών στελεχών τα οποία συντάχθηκαν με το πλευρό της ΛΔ Μακεδονίας και τον Τίτο ιδίως στα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στο ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα και στην ίδια τη μειονότητα. Ο Ότσε ήταν ένα από τα στελέχη που έζησαν (ή καλύτερα, δημιούργησαν) τα γεγονότα ένα προς ένα, τα οποία και περιγράφει στο βιβλίο, οπότε, όπως και να’χει, αξίζουν συγχαρητήρια στους μεταφραστές.

Ο Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσε (Έδεσσα, 05/02/1909 – Σκόπια, 19/05/1996)

Το 250 σελίδων (σε Α4) βιβλίο, γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο (προς τιμήν του συγγραφέα), ξεκινά με την εξιστόρηση των πολιτικών και οικονομικών αγώνων του εδεσσαϊκού προλεταριάτου που ξεκινούν με την ίδρυση του ΚΚΕ και ταυτίζονται με την πορεία συνολικά του προπολεμικού ΚΚΕ. Ο Ότσε περιγράφει περιεκτικά τις πρώτες δράσεις των εδεσσαίων κομμουνιστών. Με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο περιγράφει μερικές παράτολμες ενέργειες, όπως την ύψωση της κόκκινης σημαίας σε όλα τα δημόσια κτίρια το 1932, κατά τη διάρκεια της αναστάσιμης λειτουργίας στο μητροπολιτικό ναό της Έδεσσας, με το που ψάλθηκε το “Χριστός Ανέστη”. Παράλληλα, με ιδιαίτερα ζωντανό τρόπο περιγράφει και τα χτυπήματα από την αστυνομία. Είναι συγκλονιστική η περιγραφή των όσων βίωσε ο νιόπαντρος κομμουνιστής Ν.Ν., μπροστά στα μάτια του οποίου τη σύζυγο βίασαν κατά σειρά δέκα γουρούνια του Μανιαδάκη. Ο σαδιστής Μανιαδάκης, μετά από αυτό, τον πήγε σε διπλανό δωμάτιο, όπου υπήρχε ένας ένστολος με βαθμό αξιωματικού που κοιτούσε έξω από το παράθυρο, και ο οποίος, όταν γύρισε το πρόσωπο προς το Ν.Ν., ο τελευταίος αναγνώρισε τον “καθοδηγητή” που για καιρό έκρυβαν σε βαθιά παρανομία οι εδεσσαίοι κομμουνιστές (ευτυχώς, δεν περιγράφεται και αν ο “καθοδηγητής” ήταν εξαρχής αστυνομικός ή “έσπασε” αργότερα και τον έντυσαν αστυνομικό, γιατί, στη δεύτερη περίπτωση, θα ήταν ανατριχιαστική η περιγραφή της ανταλλαγής βλεμμάτων μεταξύ των δύο).

Με πλάγιο, επίσης, τρόπο, ο Ότσε αναφέρει, προς τιμήν του, ως και τη δική του δήλωση μετανοίας (σε αντίθεση με διάφορους λαλίστατους ελληνόφωνους αντιζαχαριαδικούς), και τις πρώτες προπολεμικές διαφωνίες με το ΚΚΕ για το Μακεδονικό.

Κάπου εδώ αρχίζουν τα προβληματικά σημεία της περιγραφής του Ότσε (παρότι, ουδέν κακόν αμιγές καλού, καθώς το βιβλίο οδηγεί τον αναγνώστη να κάνει γενικότερες σκέψεις για την τακτική κάποιων ηγετών της μειονότητας κατά τα χρόνια εκείνα και μέχρι το 1949). Πρώτον, ο Ότσε ως ένα σημείο αποφεύγει να διατυπώσει ρητά τις επιδιώξεις της ηγεσίας της μειονότητας, ή, έστω, τις δικές του. Περιγράφει, απλώς, ό,τι θεωρεί “ρίξιμο” από την πλευρά των διαφόρων ηγεσιών του ΚΚΕ (περιφερειακών ή κεντρικών). “Ρίξιμο”, όμως, έναντι τίνος στόχου; Παρότι ο Ότσε δεν τον αναφέρει, συνάγεται πως, αν λάβει κανείς τα συνολικά συμφέροντα του ελληνικού επαναστατικού λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, ρίξιμο δεν υπάρχει (πέρα από ελάχιστες και παροδικές περιπτώσεις), και ότι ο Ότσε μιλά μονίμως από εθνικιστική σκοπιά, αδιαφορώντας για το γενικό συμφέρον (ελληνικού και σλαβομακεδονικού λαού). Ο Ότσε δεν μιλά ως κομμουνιστής. Έστω, όμως κι άθελά του, ο Ότσε παρέχει όλες τις αποδείξεις για τον πατριωτικό (και συνάμα διεθνιστικό) χαρακτήρα του ΚΚΕ. Και αυτό είναι μια μεγάλη υπηρεσία του στο ελληνικό λαϊκό δημοκρατικό κίνημα, το οποίο τόσα έχει υποστεί από την αντίδραση και τους φασίστες για το Μακεδονικό.

Ας μιλήσουμε συγκεκριμένα. Ο Ότσε περιγράφει την αντίστασή του στη διάλυση της σλαβομακεδονικής ΜΑΟ (Μακεδονικής Αντιφασιστικής Οργάνωσης), όμως δεν επιχειρηματολογεί γιατί η διατήρησή της δεν αποτελούσε εμπόδιο στην περαιτέρω ενίσχυση και εξάπλωση του ΕΑΜ στην περιοχή. Κι αυτό, όταν και ο ίδιος ακόμα πολλές φορές περιγράφει ότι η αντιδραστική προπαγάνδα έπιανε στους πόντιους πρόσφυγες και τους έλληνες κατοίκους της περιοχής. Σαν να μοιάζει τυφλωμένος από τον εθνικισμό του, δεν λαμβάνει υπόψη ούτε τα εθνολογικά δεδομένα που ο ίδιος παραθέτει (σ.σ. 152- 153), τα οποία αποδεικνύουν ότι – καλώς ή κακώς – ήταν μειοψηφία.

Βέβαια, είναι ένα πράγμα ο “θεμιτός” εθνικισμός του, και άλλο – εντελώς ασυγχώρητο – οι διασπαστικές πρακτικές του, οι φραξιονιστικές δραστηριότητές του, και οι συνεννοήσεις με τους τιτοϊκούς της Γιουγκοσλαβίας. Ο Ότσε τα περιγράφει όλα αυτά ανοιχτά. Για παράδειγμα, ομολογεί ότι, με πρωτοβουλία του, το Γενάρη του 1944 συγκαλεί σύσκεψη 27 μειονοτικών εν αγνοία της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ (σ.80), αλλά “ζητά τα ρέστα” όταν του καταλογίζεται από το κόμμα ότι είναι απαράδεκτη η σύγκλησή της. Στη φραξιονιστική αυτή συνάντηση αποφασίζεται η διατύπωση διασπαστικών αιτημάτων προς το ΚΚΕ, όπως η ύπαρξη ξεχωριστής εθνικής πολιτικής οργάνωσης και εθνικών ένοπλων δυνάμεων με ξεχωριστά (τιτοϊκά) σύμβολα (σ.82). Πόσο μπορούν να συμβάλλουν όλα αυτά στην ενότητα του λαού της περιοχής και στην ενίσχυση του μετώπου κατά του εχθρού, ο οποίος ήταν ενισχυμένος και από τη βουλγαρική Οχράνα αλλά και από την ΠΑΟ; Καθόλου. Ο Ότσε δεν αναγνωρίζει ότι τέτοιες πρακτικές έστελναν κόσμο στην ΠΑΟ.

Εξάλλου, για το ότι ο Ότσε δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για εθνικό κράτος, αλλά για υπαγωγή του στην τιτοϊκή σφαίρα επιρροής, φαίνεται και από την αντίδρασή του, όταν ο εχθρός έριξε (για να διασπάσει τους μειονοτικούς, αλλά και τους μειονοτικούς με τους έλληνες και τους βλάχους) το σύνθημα της αυτόνομης Μακεδονίας υπό την προστασία της βουλγαρικής κυβέρνησης (σ.83). Ο Ότσε ήταν ενάντια “σε αυτή” την αυτονομία, όχι επειδή ήταν φασιστική η βουλγαρική κυβέρνηση, αλλά γιατί δεν είχε πρόβλημα, όπως θα δούμε, να τεθεί υπό την προστασία μιας άλλης (της γιουγκοσλαβικής) κυβέρνησης.

Ο Ότσε περιγράφει ξεδιάντροπα και το διπλό του παιχνίδι, όσον αφορά τη δημιουργία ξεχωριστών ένοπλων τμημάτων. Από τη μια, “με σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες κάθε πιθανής παρανόησης”, “έθετε ξανά το ερώτημα” δημιουργίας τους στο ΚΚΕ. Από την άλλη, αυτά.. δημιουργούνταν: όχι ως δια μαγείας, και ανεξάρτητα από αυτόν, καθώς έκαναν δεκτό τον Ότσε, όταν αυτός, μετά από 43 ημέρες κράτησης από τον ΕΛΑΣ, απελευθερώθηκε και αρνήθηκε να επιστρέψει στα καθήκοντά του ως μέλους της ΠΕ Έδεσσας του ΚΚΕ (στα πλαίσια μίας ακόμα προσπάθειας του ΚΚΕ να πετύχει την ενότητα με αυτούς). Πραγματικά, μόνο ένας αφελής θα μπορούσε να πιστέψει ότι τον Ιούνη του 1944 η συρροή μειονοτικών στο Καϊμάκτσαλαν για να γίνουν αντάρτες ήταν ασύνδετη με την κάθοδο γιουγκοσλάβων ανταρτών στην περιοχή (σ.83).

Ο Ότσε, στην καλύτερη, δείχνει προκατειλημμένος. Ακόμα και παρά την πραξικοπηματική ίδρυση ξεχωριστών μονάδων, το ΚΚΕ προέβαινε σε έσχατη προσπάθεια συμβιβασμού, παρουσιάζοντάς την ως εκτέλεση της απόφασής της για δημιουργία ξεχωριστού τμήματος εντός του ΕΛΑΣ. Στον Ότσε δεν αρκούσε το να είναι τα στελέχη του τμήματος μειονοτικοί: τον ενδιέφερε ως και “από τη φύση τους” να μην είναι “διαλλακτικοί” έναντι του ΚΚΕ (βλ. κατηγορίες σε βάρος του Τζότζο Ούρντοβ, οργανωτικού γραμματέα της ΠΕ Έδεσσας του ΚΚΕ που διορίστηκε πολιτικός επίτροπος στο τάγμα, σ.85).

Το ότι ο Ότσε δεν ενδιαφερόταν για συνεννόηση, αλλά για να περάσει μαζικά μειονοτικούς στην τιτοϊκή επιρροή, αποδεικνύεται από την ανοιχτή ομολογία του ότι στις 8 Οκτώβρη του 1944, μόλις ενημερώθηκε για τη διαταγή όχι “αφοπλισμού του τάγματος” όπως ψευδώς λέει, αλλά για τη μεταφορά τους στη Σιάτιστα (για να ενωθεί επιτέλους με τον υπόλοιπο ΕΛΑΣ), και για να σταματήσει να φορά τιτοϊκά (και όχι απλώς “διεθνιστικά” ή “εθνικά”) σύμβολα, το πρώτο που έκανε δεν ήταν συνομιλίες (παρότι ήταν πια ένοπλοι, άρα είχαν ισχύ, και, όπως τα περιγράφει, πολλή μεγάλη), αλλά, πέρα από μεμονωμένα μηνύματα επί προσωπικού, “άμεση σύνδεση με τη διοίκηση των μακεδονικών μονάδων”, με τις οποίες συμφώνησε “να μετακινηθεί το τάγμα στο γιουγκοσλαβικό έδαφος” (λίγο αργότερα – σ. 95 – ομολογεί και την οργανωτική προσχώρησή τους στον τιτοϊκό στρατό και μέτωπο).

Ο Ότσε περιγράφει πώς, μέσα σε μία εβδομάδα, πραγματοποιήθηκε φραξιονιστική συνάντηση μειονοτικών μπαινοβγαίνοντων στο ΚΚΕ και από τις άλλες βασικές μειονοτικές περιοχές της Μακεδονίας, δηλαδή, από τη Φλώρινα, με συμμετοχή των Ηλία Δημάκη (Γκότσε), και Γκιόργκι Τουρούντζοφ, και την Καστοριά, με συμμετοχή του Ναούμ Πέιοφ και του Μιχάλη Κεραμιτζίεφ. Όλοι τους μετά έπαιζαν διπλό παιχνίδι, όπως θα δούμε, προς όφελος των τιτοϊκών, οι οποίοι, επιτρέποντας μία τέτοια σύναξη στο απελευθερωμένο Μοναστήρι, έδειχναν πόσο αδιαφορούσαν όχι απλώς για την ενότητα του “αδελφού κόμματος”, αλλά και για την ενότητα των μειονοτικών με τον ελληνικό λαό. Όπως θα δούμε σε παρουσίαση άλλου αντιΚΚΕ φιλοτιτοϊκού βιβλίου, η μετάβαση στη Γιουγκοσλαβία έγινε κατόπιν όχι απλώς συνεννοήσεων, αλλά υποδείξεων των τιτοϊκών.

Ο Ότσε παραστατικά περιγράφει την κλιμάκωση των εξελίξεων, όταν αναφέρει ότι στις 4 Νοέμβρη δημιουργούν – σε ελεγχόμενο από τιτοϊκούς έδαφος και σε συνεννόηση με αυτούς – την ξεχωριστή πολιτική οργάνωση που ήθελαν, αδιαφορώντας για τις σχέσεις με το ελληνικό κίνημα, και στις 18 Νοέμβρη του 1944 επιτυγχάνει την ενοποίηση των τριών μειονοτικών μονάδων (Έδεσσας, Φλώρινας, Καστοριάς). Αποδεικνύει ότι “έφτιαχναν κλίμα” υπέρ του Τίτο και αποκαλύπτει τις προθέσεις τους όταν, στη διακήρυξη της “Προσωρινής Πολιτικής Επιτροπής των Μακεδόνων στην Ελλάδα” (04/11/1944) επικαλούνται την αναφορά Τίτο στο δικαίωμα αυτοδιάθεσής τους (μάλιστα, έστειλαν και εκπροσώπους τους στην ελληνική Μακεδονία για ζύμωση). Αποκρύπτει ότι στην ενωμένη ταξιαρχία επίθεσης που ίδρυσαν αρχικά είχε γίνει ο εκπρόσωπος του ΚΚ Μακεδονίας σε αυτή (δε μας πληροφορεί από πότε έγινε μέλος του κόμματος αυτού και καμωνόταν ταυτόχρονα και το τίμιο μέλος του ΚΚΕ).

Ο Ότσε δεν περιγράφει αναλυτικά τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των μονάδων αυτών των μειονοτικών (που – ας διευκρινιστεί – δεν είχαν όλους τους μειονοτικούς) με τον ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη του 1944. Περιγράφει όμως διεξοδικά πώς με πρωτοβουλία του, στις 20 Γενάρη του 1945, αντί αυτός και η ομάδα του να βοηθήσουν στην ανασύνταξη του ελληνικού κινήματος, το οποίο μόλις είχε ηττηθεί στην Αθήνα από τους Βρετανούς, προέβαινε στην ίδρυση της ΤΟΜΟ (Μυστικής Απελευθερωτικής Μακεδόνικης Οργάνωσης), και πώς κορόιδευε τα μέλη του ΚΚΕ που τους είχαν συλλάβει όταν παρείσφρησαν στην Ελλάδα, και περιδιάβαινε στους δρόμους της Έδεσσας με αντάρτικη στολή και ξεχωριστά (τιτοϊκά) σύμβολα. Ομολογεί, ωστόσο, (σ.97) ότι πολλοί ήταν οι μειονοτικοί που τους προσέγγισαν και ζητούσαν εξηγήσεις για τους λόγους της διάσπασης.

О Ότσε, πάντως, με την αναφορά του για τη μεταβαρκιζιανή περίοδο, αναδεικνύει μία κατάσταση αδυναμίας του ΚΚΕ, όπου είχε όχι μόνο το κράτος φασιστών και δοσιλόγων να ανασυντάσσεται, αλλά και δύο συνολικά δυνάμεις με τις οποίες κάποτε είχαν σχετιστεί με αυτό (ΕΛΑΣ – Ν του Άρη Βελουχιώτη και ΤΟΜΟ, με σύνδεση με τους τιτοϊκούς) να είναι ένοπλες, παρά τη Βάρκιζα, και να τις “φορτώνεται” αυτό. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, αν δει τη συνολική εικόνα της χώρας, ότι η ύπαρξη της ΤΟΜΟ στους ακριβώς διπλανούς νομούς από αυτούς που κινούταν ο Άρης, βάρυνε για την καταδίκη του.

Ακολούθως, ο Ότσε περιγράφει τη διαδικασία δημιουργίας του ΝΟΦ, όπου του “ξεφεύγει” ο σκοπός του: ταυτίζει “την τελική απελευθέρωση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας” με “τη σύνδεσή του με την ελεύθερη Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Δηλαδή, σύνδεση με τον Τίτο. Κατά τα λοιπά, καταγγέλει την ενοποίηση των τριών κομματιών της Μακεδονίας που ζύμωνε στα μέσα του 1945 η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών (επιβεβαιώνοντας τις καταγγελίες που έκανε το ΚΚΕ τότε). Αποδεικνύει, λοιπόν, ότι η σύνδεση με τον Τίτο τον ενδιέφερε και τίποτε άλλο, αφού, όπως λέει και ο Τίτο (σ. 107), το “κάτω από ποιανού την αιγίδα” ήταν που τον ένοιαζε και όχι η ένωση αυτή καθ’ εαυτή.

Με συκοφαντίες προσπαθεί να μειώσει το εύρος των διώξεων που αντιμετώπιζε το ΚΚΕ (“Η διοίκηση του ΚΚΕ, με επικεφαλής το γενικό γραμματέα Νίκο Ζαχαριάδη, εκείνο τον καιρό ζούσε έννομη ζωή στην Αθήνα, ούτε ελάχιστα αναστατωμένη και ανήσυχη για την οδυνηρή μοίρα του λαού”, σ. 116). Αχαριστία επιδεικνύει ο Ότσε και απέναντι στην προσπάθεια του Ζαχαριάδη (σ.121) να αποτραβήξει το ΝΟΦ από την επιρροή “από τις απόψεις του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή του ΚΚ Μακεδονίας” που παραδέχεται ο Ότσε (σ.119), οι οποίες, με δεδομένο το ανηλεές πογκρόμ του μοναρχοφασιστικού κράτους και τη βρετανική αυτονομιστική προπαγάνδα (που ποτέ δεν λαμβάνουν υπόψη όσοι κατηγορούν το ΚΚΕ), απέκοπταν οριστικά τη μειονότητα από τον ελληνικό εθνικό κορμό.

Στο β’ μέρος του βιβλίου παρουσιάζει ο Ότσε την κατάσταση επί εμφυλίου πολέμου. Εκεί φαίνεται καθαρά πώς ο Ότσε και οι όμοιοί του σαμπόταραν οποιαδήποτε προσπάθεια αποκατάστασης της ενότητας των μειονοτικών μεταξύ τους και διαφύλαξης της ενότητας των μειονοτικών συνολικά με τον ελληνικό λαό, στα πλαίσια της άτυπης συμφωνίας για αναγνώριση του ΝΟΦ και ένταξή του στο ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα. Με μόνιμη “καραμέλα” την υποεκπροσώπηση των μειονοτικών σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, απαιτούσαν όχι απλώς την απόδοση περισσότερων “θέσεων” σε μειονοτικούς, αλλά την απομάκρυνση όσων μειονοτικών δεν ήταν μαζί τους την περίοδο προ της αναγνώρισης, αλλά ήταν αμόλυντοι από τιτοϊκή επιρροή (η οποια, αντικειμενικό ήταν να υπάρχει, σε όλη τη μειονότητα, μόνο όμως σε ψυχολογικό επίπεδο και όχι ως “αδιαίρετη και πλήρη συνεργασία και δέσμευση” – σ. 172). Ενώ σωστά περιγράφει καταστάσεις υποεκπροσώπησης, ουδόλως ασχολείται και με το αντίθετο φαινόμενο (“οι Σλαβομακεδόνες είναι πιο μαχητικοί, πιο ενωτικοί, πιο επαναστάτες, πολιτικά και ιδεολογικά πιο διαμορφωμένοι, χωρίς οποιεσδήποτε αμφιβολίες, σε σύγκριση με το ελληνικό στοιχείο”, σ.150). Φυσικά, και οι καταστάσεις υποεκπροσώπησης, πρέπει να διαιρεθούν σε πράγματι άδικες και κάποιες πράγματι αντικειμενικές: για παράδειγμα, δεν ήταν λογικό να υπάρχει ζήτημα εμπιστοσύνης “για το στρατιωτικό προσωπικό που υπηρέτησε στον τιτοϊκό στρατό” (σ.151); Ή, γιατί δεν λαμβάνεται υπόψη η απάντηση του ίδιου του Ζαχαριάδη (σ.180) ότι “για την ώρα” μειονοτικός δεν θα μπορούσε να είναι μέλος στην κυβέρνηση για λόγους εχθρικής προπαγάνδας; Δεν λαμβάνεται υπόψη, γιατί ο Ότσε κινούταν σαν να μην κοιτούσε τα συνολικότερα συμφέροντα του κινήματος, ούτε καν της μειονότητάς του. Γι’ αυτό και ο ίδιος είναι που εισάγει την ορολογία “παλιά ηγεσία του ΝΟΦ”, δηλαδή, παίρνει υπό την προστασία του όλους τους τιτοϊκούς, και δείχνει έτσι ότι δεν ήθελε να κάνει το ΝΟΦ οργάνωση όλων των μειονοτικών, με την προσθήκη “νέου αίματος” στην ηγεσία της, αλλά οργάνωση ελεγχόμενη από αμετανόητους τιτοϊκούς.

Ο Ότσε έμμεσα, αν και δεν το παραδέχεται, περιγράφει και την ύπαρξη διαφωνιών εντός της ηγεσίας των φιλοτιτοϊκών μειονοτικών. Γιατί, πάντοτε, η καλλιέργεια εγωισμών (στη μειονότητα συνολικά) γίνεται μπούμερανγκ. Όμως, ακόμα και την καλοπροαίρετη παρέμβαση του ΚΚΕ (πρόταση απομάκρυνσης των δύο βασικών υπευθύνων της φραξιονιστικής σύγκρουσης χωρίς αρχές, Μήτρεφσκι – Κεραμιτζίεφ), ο Ότσε την περιγράφει ως ιδιοτελή, με αφορμή το ότι ο Μήτρεφσκι, για να τους παρασύρει και αυτούς στα δίχτυα του Τίτο και να χτίσει αυλή, καλόπιανε “τους νεοαφιχθέντες εαμίτες στην ηγεσία του ΝΟΦ” (Κωτσόπουλο, Γουσόπουλο) (σ. 160).

Ο Ότσε, ακολούθως, περιγράφει και την ομαδική αποστολή “μεμονωμένων” επιστολών από “άλλα” (παλιά, τιτοϊκά) στελέχη της ηγεσίας του ΝΟΦ στο ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ εναντίον του Μήτρεφσκι, αλλά και εναντίον της συμμετοχής νέων (μη τιτοϊκών) ανθρώπων στην ηγεσία του ΝΟΦ. Καταφέρεται ανοιχτά εναντίον της υπαγωγής του μειονοτικού απελευθερωτικού κινήματος στο συνολικότερο ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα (ισχυριζόμενος ότι “μερικοί ηγέτες του ΚΚΕ (…) βάζουν σε εξαρτημένη θέση το μακεδονικό απελευθερωτικό κίνημα” – σ. 166), θεωρώντας ίσως πως “ανεξάρτητη” θέση ήταν η προαναφερθείσα “σύνδεση” με τον Τίτο. Ξεδιάντροπα, άλλωστε παραθέτει και τη φραξιονιστική επιστολή μεμονωμένων ηγετών του ΝΟΦ (Κεραμιτζίεφ, Βέρα, Ράκοβσκι, Ότσε, Γκότσε) προς την ΚΕ του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, από την οποία ζητούσαν ανοιχτή παρέμβαση στα του ΝΟΦ, στις ένοπλες δυνάμεις στην απελευθερωμένη Ελλάδα, ως και στη σύνθεση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης.

Όπως είναι λογικό, μετά από όλα αυτά, ο Ότσε περιγράφει υποκριτικά παθητικά, ωσάν να είναι “θέλημα Θεού”, το “πέρασμα στη Γιουγκοσλαβία” περισσότερων από 500 στελεχών του ΝΟΦ και ανταρτών του ΔΣΕ (αποφεύγει να μιλήσει συγκεκριμένα και για τη δική του λιποταξία), μετά την καταγγελία του Τίτο από την Κομινφόρμ, για την οποία αρχικά δεν παίρνει θέση, όμως, με τα λόγια διαφόρων λιποτακτών που παραθέτει αποκαλύπτει ποια θεωρεί “ορθή”. Ακόμα και την απεγνωσμένη προσπάθεια του Ζαχαριάδη να ενοποιήσει τους μειονοτικούς, αναγνωρίζοντας ότι “το φταίξιμο δεν είναι μόνο δικό τους, αλλά και αρκετών μελών της ΚΕ του ΚΚΕ” που δεν καθοδηγούσαν σωστά το ΝΟΦ, και ότι πρέπει να ανελιχθούν στην ιεραρχία, να μαθαίνουν τη γλώσσα τους και να αναπτύξουν την εθνική τους αυτεπίγνωση, την χαρακτηρίζει “καλά συγχρονισμένα δημαγωγική”.

Πραγματικά, ο Ότσε και οι όμοιοί του δεν επιθυμούσαν κάποια ενότητα ή τη νίκη του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος. Κι αυτό αποδεικνύεται με τη στάση τους όταν το ΚΚΕ τους έδωσε μία 3η (!) ευκαιρία. Συγκεκριμένα, το ΚΚΕ, ακόμα και από τους λιποτάκτες ζητούσε να γυρίσουν από τη Γιουγκοσλαβία και, αφ’ενός να συμμετέχουν στις διαδικασίες πολιτικής επανένωσης και, αφ’ετέρου, να αναλάβουν με δικά τους στελέχη να διοικούν δικές τους εθνικές μονάδες. Όσον αφορά την πολιτική επανένωση, αυτοί αρνήθηκαν τις ατομικές προσκλήσεις να παρευρεθούν στη 2η ολομέλεια του ΝΟΦ (η οποία θα ήταν προσυνεδριακή) και αδιαφόρησαν ακόμα και στη νέα υποχώρηση προς την “παλιά ηγεσία του ΝΟΦ” που έκανε ο Ζαχαριάδης με το να δηλώσει ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ηγεσία του ΝΟΦ την περίοδο ανάμεσα στο 1ο και το 2ο συνέδριο δεν ανταποκρίθηκε στο καθήκον της, και να δημιουργηθούν οργανώσεις του ΝΟΦ όπου υπάρχουν μειονοτικοί πρόσφυγες, ιδίως στη Γιουγκοσλαβία (σ. 183). Όσον αφορά το στρατιωτικό τομέα, ο Ζαχαριάδης δέχτηκε να θεωρείται μειονοτική η 11η ταξιαρχία (με διοικητή το μειονοτικό Βαϊνά) παρότι η σύνθεσή της δεν ήταν μειονοτική. Όμως, οι ομοϊδεάτες του Ότσε, όχι απλώς αρνήθηκαν, αλλά και σχημάτισαν προβοκατόρικα μονάδα ενόπλων που θα κατέβαζαν στην Ελλάδα, αποτελούμενη από 90% γυναίκες, για την αυτονόητη διάχυσή της οποίας σε άλλες μονάδες, ακολούθως, διαμαρτύρονταν.

Όμως, ακόμα και μετά από αυτή την αρνητικότητα, το ΚΚΕ προσπαθούσε να διατηρήσει επαφές μαζί τους, και πραγματοποίησε κοινή συνάντηση στα Σκόπια στα μέσα Φλεβάρη του 1949 (σ. 185), όπου ζητήθηκε από τους φυγάδες, την “παλιά ηγεσία” (Γκότσε, Ότσε, Κεραμιτζίεφ, Σλαβιάνκα) να σχολιάσουν τον απολογισμό της 2ης ολομέλειας του ΚΣ του ΝΟΦ και να απολογίσουν το τι έκαναν για τη στρατολόγηση δυνάμεων από τις τάξεις των μειονοτικών. Θρασσύτατα, ο Γκότσε, και παρά την απόφαση της 5ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, επιμένει ότι η ηγεσία του ΚΚΕ “δεν λύνει δίκαια” το μακεδονικό στην Ελλάδα, και ομολογεί ότι στο γιουγκοσλαβικό έδαφος γινόταν προπαγάνδα ενάντια στο ΚΚΕ (σ.188), ενώ ο Κεραμιτζίεφ προαναγγέλει την κατάπτυστη επιστολή που συνυπέγραψε με τον Γκότσε (βλ.παρακάτω). Ο Ότσε πουλάει τρέλα αναρωτώμενος για τους λόγους για τους οποίους ξένος σλαβομακεδονικός Τύπος στην Ελεύθερη Ελλάδα κυκλοφορούσε πια μόνο από τους ομοεθνείς της Βουλγαρίας και όχι της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (η οποία έκανε προπαγάνδα κατά του ΔΣΕ). Η Σλαβιάνκα απαίτησε να σταματήσει η αυτονόητη διατύπωση της κατηγορίας (ακόμα και από την τιτοϊκιά Βέρα Φώτεβα) σε βάρος τους για “αποστασία”. Ο Ότσε παραθέτει τις τοποθετήσεις και του Πορφυρογένη (εκ μέρους του ΚΚΕ) και των ΝΟΦιτών που ήταν στην ελληνική Μακεδονία, όπου αναδεικνύεται ξεκάθαρα η ενωτική διάθεσή τους.

Ακολούθως, ο Ότσε περιγράφει το παρασκήνιο με την τοποθέτηση Ζαχαριάδη στη 2η ολομέλεια του ΝΟΦ, η οποία παρουσιάστηκε (από τους τιτοϊκούς εντός ΝΟΦ) διαστρεβλωμένα, ακόμα και στο πρωτοσέλιδο του οργάνου του ΝΟΦ, και έφερε τον ίδιο να μιλά για “ίδρυση ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους στα πλαίσια της βαλκανικής ομοσπονδίας”, πράγμα για το οποίο ο Ζαχαριάδης συγκάλεσε συνάντηση με τη γραμματεία του ΝΟΦ για να εκδοθεί διάψευση.

Ο Ότσε υποτιμά και το ενωτικό κλίμα που επικράτησε στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ. Την ενωτική πρόταση του ΚΚΕ (όπως και σε άλλα σώματα του ΝΟΦ) να μην υπάρχουν (διχαστικές) εκλογές αλλά εκλογή όλων των προτεινόμενων στο ΚΣ, την αξιολογεί ως φυγομαχία του ΚΚΕ που θα έχανε στις κάλπες, αφού θα εκλέγονταν τιτοϊκοί. Το ίδιο κάνει και με τον ορισμό υπευθύνου, κατά την ολομέλεια του ΚΣ του ΝΟΦ στις 7 Απρίλη 1949, για την υποβολή προτάσεων για ανάδειξη μειονοτικών στο ΔΣΕ, και για την ενασχόληση με τις καταγγελίες και τα αιτήματα που θα υποβάλλονταν στο ΝΟΦ. Ο Ότσε, σα να μην είναι κάτι σημαντικό, περνά στο χαλαρό το ότι ο ίδιος ο Ζαχαριάδης έκανε άλλη μια ενωτική κίνηση και ζήτησε έναντι των λιποτακτών να μην ανοίγεται ζήτημα.

Στο τέλος του βιβλίου, ο Ότσε παραθέτει ολόκληρη την κατάπτυστη επιστολή των Κεραμιτζίεφ – Γκότσε προς την ΚΕ του ΚΚΕ (την οποία, ωστόσο, ήδη διακινούσαν παντού, κάνοντας ζύμωση).

Στη μακροσκελή επιστολή, επαναλαμβάνονται τα περί “μονόπλευρης” αναβάθμισης στο ΝΟΦ (ζητώντας αποκλεισμό των μη τιτοϊκών), όπως και τα ψέματα περί μη συμμετοχής μειονοτικών στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελεύθερης Ελλάδας, σαν να μην υπήρχαν ήδη διορθώσεις. Ως “αποδεικτικά στοιχεία” παραθέτουν…δικές τους τοποθετήσεις. Σταδιακά, τους ξεφεύγουν και οι φιλοτιτοϊκές τοποθετήσεις, ενώ, η μεγάλη σειρά αιτημάτων που διατυπώνουν, αποδεικνύει όχι ότι αυτά ήταν απλώς μαξιμαλιστικά, αλλά ότι δεν τους ενδιέφερε η σύγκλιση, αλλά η περαιτέρω διάσπαση. Χαρακτηριστικά είναι απ’ αυτή την άποψη:

-το αίτημα για απόλυτη επιλογή των διοικητών των ξεχωριστών (εννοείται) στρατιωτικών μονάδων από τους ίδιους τους μαχητές, και όχι από το ΔΣΕ κεντρικά (δείγμα του ότι δεν ενδιαφέρονταν να είναι ενταγμένοι σε κάποιο συνολικό σχέδιο του ελληνικού λαϊκοδημοκρατικού κινήματος).

-η απαίτηση το ΝΟΦ να ανακοινώσει ότι το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας έλυσε σωστά το μακεδονικό, ενώ η Βουλγαρία όχι (προκειμένου το ΚΚΕ να τα χαλάσει και με το ΚΚ Βουλγαρίας, προς όφελος του ιμπεριαλισμού).

-να μη ζητούνται ευθύνες από όσους διέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία (ώστε να θεωρούνται κορόιδα όσοι έμειναν, να προκληθεί διάσπαση και να πέσει το ηθικό των μαχητών περαιτέρω).

-να σταματήσει η “προπαγάνδα κατά του Τίτο, προς όφελος του Γραφείου Πληροφοριών”, ή, αν επιτρέπεται η μία προπαγάνδα, να επιτρέπεται και η…τιτοϊκή (πράγμα που διέλυε το ΚΚΕ ως πολιτικό κόμμα και το έθετε σε σύγκρουση και με τα ΚΚ όλης της Γης, στη χειρότερη στιγμή).

Αξίζει να αναφερθεί ότι το κείμενο αυτό το διένειμαν, ώστε να κρίνει κάθε μειονοτικός κομμουνιστής από μόνος του, και κατά τη διάρκεια της ολομέλειας της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Αιγαιατών Μακεδόνων (ΚΟΕΜ), η οποία ψήφισε απόφαση που καταδίκασε την επιστολή αυτή. Η απόφαση, επίσης, λέει ότι η 5η Ολομέλεια σε ακατάλληλη στιγμή για τα κύρια συμφέροντα της επανάστασης ψήφισε την αναγνώριση δικαιώματος αυτοδιάθεσης των σλαβομακεδόνων (αυτό, συν τοις άλλοις, απαντά και στους φιλελεύθερους σημερινούς υποστηρικτές της μειονότητας που “καταγγέλουν” ότι το ΚΚΕ πούλησε τους σλαβομακεδόνες όταν πια δεν τους χρειαζόταν, τον Οκτώβρη του 1949, στην 6η Ολομέλεια, όταν και επανέφερε το σύνθημα για ισοτιμία). Αξιοσημείωτο είναι και το ότι και σε αυτό το σώμα τοποθετήθηκε ο Ζαχαριάδης, δείγμα της έγνοιας για τη μειονότητα, και πάλι μίλησε αυτοκριτικά και ενωτικά. Ο Ότσε, από την άλλη, εκφράζει την πικρία του που ακόμα και το 1975 κάποιοι μειονοτικοί που υπέγραψαν το κείμενο της απόφασης της ΚΟΕΜ, δεν το θεωρούσαν λάθος τους.

Στο τέλος, ο Ότσε παρουσιάζει τη λήξη του εμφυλίου και την αναγνώριση από το ΚΚΕ ότι ο Τίτο δεν ήταν ο βασικός λόγος ήττας (όπως, αντίθετα, του προσάπτουν οι αντιΚΚΕ συκοφάντες), και τέλος, εν είδει “δικαίωσής του”, παραθέτει απόσπασμα απόφασης… από τους πραξικοπηματίες της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ.

Και τώρα κάποιες γενικότερες αλλά ίσως αποσπασματικές σκέψεις που προκλήθηκαν από την ανάγνωση του βιβλίο του Ότσε.

Πρώτον, ο Ότσε εκφράζει χαρακτηριστικά μία αντίληψη που παρέσυρε μεγάλο τμήμα της μειονότητας, και η οποία αντίληψη δεν πάταγε στην πραγματικότητα που καλώς ή κακώς είχε διαμορφωθεί, με την αλλαγή των εθνολογικών δεδομένων, ακόμα και στην “καρδιά” της μειονότητας. Ο ίδιος ο Ότσε δίνει τους εξής αριθμούς για την Έδεσσα(βάσει έκθεσης επαρχιακής διάσκεψης ΝΟΦ Έδεσσας, 19/12/1947): 202 χωριά, καθαρά μακεδονικά 28, μεικτά 115, καθαρά ελληνικά 49, βλάχικα 10. Σύνολο πληθυσμού 219.885, 75.779 μακεδόνες, 12.564 βλάχοι, 125.442 έλληνες, 100 αρβανίτες. Αν τέτοιοι αριθμοί ισχύουν για την “καρδιά” της μειονότητας, είναι οριακό το αίτημα για διοικητική αυτονομία έστω σε κάποιους νομούς, και εντελώς ανεδαφικό το αίτημα για συνολικότερη αυτονόμηση της ελληνικής Μακεδονίας, πολλώ δε μάλλον απόσπαση.

Δεύτερον, η επίκληση του Χάρτη του Ατλαντικού και της Γιάλτας ή η επίκληση της αντιφασιστικής στάσης της μειονότητας, για την αναγνώριση όχι απλώς του δικαιώματος αυτοδιάθεσης, αλλά της εδαφικής απόσπασης από την Ελλάδα, αγνοεί κάτι βασικό: ότι όπου αυτή μεταπολεμικά εφαρμόστηκε, αφορούσε τους ηττημένους: την Αυστρία, την Ουγγαρία, τη Γερμανία. Η περίπτωση της Τεργέστης είναι όχι εξαίρεση, αλλά χαρακτηριστική για το πόσο σημαντική ήταν η διαπραγμάτευση και στην κυριολεξία για κάθε τετραγωνικό χιλιοστό ξεχωριστά (και όχι συνολικά για κάποια περιοχή, με όρους 1900).

Τρίτον, η αντίληψη που εξέφραζε χαρακτηριστικά ο Ότσε δείχνει να είναι το “όλα ή τίποτα”. Αδιαφορούσε, για παράδειγμα, να κερδίσει την ελληνική κοινή γνώμη, όσον αφορά το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης αυτής καθ’αυτής της μειονότητας. Απαξίωσε να την κερδίσει για την κατοχύρωση των στοιχειωδών δικαιωμάτων του. Σίγουρα, το μοναρχοφασιστικό κράτος είχε δείξει ότι δεν ήθελε τις μειονότητες (βλ. και τύχη αλβανικής και βλάχικης μειονότητας), όμως η σλαβομακεδονική μειονότητα μπόρεσε με τα όπλα κατά τη διάρκεια της κατοχής να αποδείξει ότι διέθετε τον απαραίτητο “πρότερο έντιμο βίο”. Ακόμα και η διατήρηση των όπλων, παρά ακόμα και τη Βάρκιζα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων, και φυσικά να μη σπαταληθεί με τη σύνδεση της μειονότητας με μία ξένη χώρα.

Συγχαρητήρια και πάλι στους συμπολίτες μας για τη μετάφραση του βιβλίου. Ας ελπίσουμε σύντομα να μεταφράσουν βιβλίο και από κάποιον μειονοτικό που παρέμεινε αντιτιτοϊκός.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: