Η πραγματικότητα της πετρελαϊκής συμμαχίας Ρωσίας – Κίνας

Διάφοροι μη μαρξιστές αναλυτές κάνουν λόγο για απόσπαση της πολιτικής από την οικονομία και για απόλυτο έλεγχο της πρώτης (συχνά αποκαλούμενης ως “γεωπολιτικής”) στην οικονομία. Αποτέλεσμα είναι να μιλούν για “χάος” στην διεθνή σκηνή (βασικά, στη Δύση), μία έννοια που ήδη από 125ετίας ο Ένγκελς έχει απορριφθεί. Ο λόγος είναι γιατί υποτιμούν ως και αγνοούν τον ρόλο της οικονομίας ως βάσης της πολιτικής. Από αυτό το φιλοσοφικό λάθος προκύπτουν ολέθρια πολιτικά σφάλματα. Για παράδειγμα, παρουσιάζουν ακλόνητο το ρωσοκινεζικό άξονα, στον οποίο, προφανώς, η χώρα πρέπει να στραφεί, καθότι είναι και το “αντίβαρο” στη “Δύση” που κάνει κόλαση τη ζωή των κατοίκων της χώρας μας.

Το παρακάτω άρθρο, συνέχεια άλλων που έχουν μεταφραστεί στο parapoda και πραγματεύονται τις υπαρκτές αλλά υποτιμημένες στην Ελλάδα ρωσοκινεζικές αντιθέσεις, αναδεικνύει ότι η ρωσοκινεζική συνεργασία στον πετρελαϊκό τομέα (που από το 2013 έδωσε ιδιαίτερη τροφή στους παραπάνω αναλυτές) βασίζεται σε (πρόσκαιρα ευνοϊκά) οικονομικά δεδομένα και υπενθυμίζει ότι ίσως αυτή η συνεργασία μπορεί να μην είναι τόσο στρατηγική και ακλόνητη (άρα και αξιόπιστη) όπως οι παραπάνω (αναξιόπιστοι) αναλυτές θέλουν να παρουσιάζουν.

***

Η πραγματικότητα της πετρελαϊκής συμμαχίας Ρωσίας – Κίνας

Οι δεσμοί της Ρωσίας με την Κίνα για το πετρέλαιο βαθαίνουν, όμως οι αγορές καθοδηγούν την αναπτυσσόμενη σχέση, όχι η πολιτική.

του Nicholas Trickett

26 Απρίλη 2017

Καθώς η Μόσχα στρέφεται προς τις ασιατικές πετρελαϊκές αγορές, η αυξανόμενη εξάρτηση της Ρωσίας από την κινεζική κατανάλωση ενέργειας τραβά πολύ την προσοχή. Όμως όταν τη θεωρούμε απόδειξη της αυξανόμενης “πετρελαϊκής συμμαχίας” ή στρατηγικής συνεργασίας, τείνουμε να παρερμηνεύουμε τη σινορωσική ενεργειακή σχέση. Διάφορες αναλύσεις συχνά ταυτίζουν το αυξανόμενο εμπόριο με την αυξανόμενη εμπιστοσύνη. Η οικονομική, όμως, πραγματικότητα κάνει πιο σύνθετο τον πολιτικό στόχο της Ρωσίας να βρει ένα ευρύ φάσμα συνεταίρων στην ενεργειακή ασφάλεια καθώς επιδιώκει μεγαλύτερο ρόλο ως εγγυητή της ενεργειακής ασφάλειας στη Βορειοανατολική Ασία και γενικότερα την περιοχή Ασίας – Ειρηνικού. Οποιαδήποτε πολιτική στρατηγική που χρησιμοποιεί την διπλωματία του πετρελαίου ως κριτήριο, υπάρχει μόνο εντός του πλαισίου που ορίζουν οι δυνάμεις της αγοράς, οι οποίες είναι πέραν του ελέγχου της Ρωσίας, κάτι που συχνά ξεχνιέται στις ατέρμονες συζητήσεις για τη σύνθετη σχέση Ρωσίας – Κίνας.

Το εμπόριο με την Κίνα βαθαίνει

Η συζήτηση για μια σινορωσική πετρελαϊκή συμμαχία ή στρατηγική συνεργασία ξεκίνησε ήδη από τη σημαντική συμφωνία της Ρόσνεφτ με τη CNPC το 2013, αξίας, σύμφωνα με αναφορές, $270 δις σε βάθος 25ετίας. Όμως η πολιτική σκοπιά είναι κάτι το πολύ βολικό για να μπορούμε να κάνουμε λόγο για δήθεν κοινά ρωσοκινεζικά συμφέροντα, τα οποία καταστρέφουν το μονοπολικό κόσμο που οικοδομήθηκε από τις ΗΠΑ.

Γιατί, στην πραγματικότητα, η συμφωνία της Ρόσνεφτ για αποστολή 600.000 βαρελιών πετρελαίου ημερησίως μέσω αγωγού αντανακλούσε μία προ δεκαετίας συμφωνία της ιδιωτικής εταιρίας Γιούκος, την οποία η Ρόσνεφτ αργότερα κατάπιε, μέσω της νομικής επίθεσης ενάντια στο Μιχαήλ Χοντορκόφσκι και την εταιρία του. Η Γιούκος δεν διαπραγματευόταν με τους κινέζους βάσει στρατηγικών συμφερόντων της Ρωσίας και η αρχική της πρόταση για αγωγό μετατράπηκε σε αγωγό Ανατολικής Σιβηρίας – Ειρηνικού Ωκεανού (ESPO) που θα έφτανε ως το Βλαδιβοστόκ. Η μεγάλη άσκηση παρασκηνιακής πίεσης από την Ιαπωνία, καθώς μία υπόσχεση για πιο ευέλικτες εξαγωγές πετρελαίου στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού, συνέβαλαν στο να επικρατήσουν όσοι στο Κρεμλίνο προτιμούσαν να αποφύγουν να προσδέσουν τις περιφερειακές πετρελαϊκές τύχες της Ρωσίας μόνο στην Κίνα, αν και οι αγωγοί ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα και πάλι δημιουργούνταν ως τμήματα του ευρύτερου συστήματος ESPO.

Οι επιδέξιοι ελιγμοί της Ρόσνεφτ έναντι των κινέζων συνεταίρων της – η εταιρία έχει βγάλει δεκάδες δις από τη CNPC και άλλους για να αποπληρωθούν χρέη χωρίς μεγάλες παραχωρήσεις, έχει χρησιμοποιήσει ινδούς συνεταίρους ως αντιστάθμισμα, και πουλά στην Κίνα αποθέματα φυσικού πετρελαίου για να εξαγριώσει τη Γκάζπρομδεν έχουν συμβάλει καταλυτικά στο βάθεμα του εμπορίου πετρελαίου ανάμεσα στις δύο χώρες. Η CNPC άρχισε την κατασκευή της επέκτασης της χωρητικότητας των αγωγών από το ESPO προς την παλιά πετρελαιούπολη Ντάκινγκ τον περασμένο Αύγουστο βάσει της ενεργειακής συμφωνίας του 2013. Οι εισαγωγές αργού από την Ρωσία επίσης έχουν αυξηθεί, κάτι που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η Ρωσία ξεπέρασε τη Σαουδική Αραβία ως προμηθευτή, καθώς προμήθευε την Κίνα κατά μέσο όρο 1,05 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2016. Το σύστημα ESPO παίζει ένα ρόλο κλειδί σε αυτή την αλλαγή.

Το λιμάνι Κοζμίνο, 100 χιλιόμετρα ανατολικά του Βλαδιβοστόκ (πηγή)

Το 2011, μόλις το 8% του πετρελαίου από το ESPO πήγε στην Κίνα, καθώς το 75% συνολικά αγοράστηκε από την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και τις ΗΠΑ. Η Κίνα αγόρασε σχεδόν το 70% του συνολικού εμπορίου το οποίο πέρασε από το λιμάνι του ESPO, Κοζμίνο, πέρσι, σχεδόν 445.000 βαρέλια ημερησίως. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα – οι προτιμώμενοι από τη Ρωσία περιφερειακοί συνέταιροι για την αντιστάθμιση της Κίνας – έχουν περιορίσει τις προμήθειές τους σε ρωσικό πετρέλαιο, καθώς έχουν βρει τις εισαγωγές αργού από το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία πιο ελκυστικές. Αυτές οι τάσεις εντάσσονται στις ευρύτερες περιφερειακές δυναμικές που η Ρωσία πρέπει να διαπραγματευτεί, αν θέλει να χρησιμοποιήσει τον πετρελαϊκό της πλούτο ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού.

Οι αλλαγές στην κινεζική αγορά

Η Κίνα αντιμετωπίζει πρόβλημα στην παραγωγή πετρελαίου: τα μεγαλύτερά τηςκοιτάσματα πετρελαίου γερνούν και είναι ακριβό να συντηρούνται, οι χαμηλές τιμές πετρελαίου πλήττουν τις επενδύσεις και επιταχύνουν την πτώση της παραγωγής πετρελαίου, και η ζήτηση πετρελαίου θα συνεχίσει να αυξάνεται. Αναγνωρίζοντας αυτή την πραγματικότητα, το Πεκίνο άρχισε να δίνει άδειες σε ανεξάρτητα “μικρών διαστάσεων” (teapot) διυλιστήρια για να διευκολύνει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά που θα έκαναν πιο ανταγωνιστικές τις κρατικές εταιρίες πετρελαίου της Κίνας. Τα teaport συνέβαλαν κατά 90% και πλέον στην αύξηση των εισαγωγών της Κίνας το 2016, μία τάση που πιθανώς να συνεχιστεί.

Αυτές οι εξελίξεις δημιουργούν μεγαλύτερη ευελιξία στις ρωσικές μη κρατικές εταιρίες για να ανταγωνίζονται, δημιουργούν μεγαλύτερη ευελιξία στις κινέζικες εταιρίες ώστε να εμπορεύονται πετρέλαιο όχι με μακροπρόθεσμα συμβόλαια προμήθειας, και καθιστούν τις αυξανόμενες εισαγωγές πετρελαίου από τη Ρωσία μία αναγκαιότητα ξεχωριστή από τη συζήτηση για το “δίλημμα της Κίνας για τα Στενά της Μαλάκκα”, δηλαδή, την αυξανόμενη ανησυχία για το ότι η εξάρτηση από εισαγωγές δια μέσου θαλάσσιων διαδρόμων που περιπολούνται από ανταγωνίστριες δυνάμεις θα μπορούσαν να θέσουν μία υπαρξιακή απειλή σε περίπτωση κρίσης.

Το Γενάρη, η Ρόσνεφτ και η CNPC συνήψαν συμφωνίες για μια μελέτη σκοπιμότητας για ένα διυλιστήριο στο Τιαντζίν που θα δημιουργηθεί για να διυλίζει πετρέλαιο (blend) από το σύστημα ESPO, το οποίο θα κατευθύνει την μελλοντική αύξηση της παραγωγής προς την κινέζικη αγορά. Όμως η συμφωνία ήταν μία πραγματιστική επιλογή για το ρωσικό πετρελαϊκό γίγαντα, και δεν συνάφθηκε λόγω κάποιας πολιτικής συνεργασίας, αν κανείς αναλογιστεί το περιφερειακό σκηνικό.

Η Ρωσία και η πετρελαϊκή αγορά Ασίας – Ειρηνικού

Ιστορικά, το πετρέλαιο (blend) της Ρωσίας μέσω ESPO πάλεψε για να βρει χώρο στην Ασία. Όμως αλλαγές στις περιβαλλοντικές πολιτικές στην Κίνα υποχρεώνουν σε χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο όπως το πετρέλαιο (blend) του ESPO, του Sokol και της ρωσικής Άπω Ανατολής. Η Ρόσνεφτ σύναψε επίσης παρόμοιες συμφωνίες διύλισης με την πετρελαϊκή εταιρία της Ινδονησίας, Περταμίνα, η οποία ονομάστηκε Tuban, προσβλέποντας να αφήσει την Περταμίνα να συμμετέχει στα πετρελαϊκά πρότζεκτ στην Άπω Ανατολή που θα τροφοδοτήσουν το διυλιστήριο. Η Ρωσία προσβλέπει σε μεγαλύτερα ανοίγματα για τα πετρελαϊκά της μείγματα από τότε που άρχισαν οι περικοπές στην παραγωγή πετρελαίου από τον ΟΠΕΚ να επιδρούν στις ασιατικές αγορές, όμως δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο αν ένας τερματισμός αυτών των περικοπών θα εξάλειφε αυτά τα νεότερα κέρδη.

Η παραγωγή της περιοχής θα επιδράσει επίσης στη ζωτικότητα του ρωσικού εμπορίου. Η Mackenzie Wood προβλέπει ότι η παραγωγή πετρελαίου της περιοχής Ασίας – Ειρηνικού θα μειωθεί κατά ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως ως το 2020, κυρίως εξαιτίας των εξελίξεων στην Κίνα. Όμως οι χαμηλές τιμές πετρελαίου έχουν πλήξει την παραγωγή σε Ινδονησία, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη και οποιοδήποτε υπάρχουν υπεράκτια σχέδια άντλησης, τα οποία απαιτούν υψηλές τιμές για να παραμείνουν κερδοφόρα. Η Ρόσνεφτ μπορεί να επιδιώκει να βοηθήσει το Βιετνάμ για την ανάπτυξη των αποθεμάτων πετρελαίου στη Νότια Κινεζική Θάλασσα όμως δεν μπορεί να βγάλει κέρδος από αυτό ακόμα, ιδίως επειδή τα περισσότερα κοιτάσματα στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού είναι μικρού ή μεσαίου μεγέθους. Η υποδομή που χρειάζεται για να λειτουργήσει η άντληση από ένα μικρό κοίτασμα δεν είναι πολύ διαφορετική από ένα γιγαντιαίο, κάνοντας έτσι τη σχετική ανάπτυξή τους να κοστίζει ακριβότερα. Συνολικά, οι χαμηλές τιμές μεγαλώνουν την εξάρτηση της περιοχής Ασίας- Ειρηνικού από εισαγωγές, καθώς εκμηδενίζουν την επένδυση στην παραγωγή πετρελαίου.

Η απόκτηση του λιμανιού Βαντινάρ στην Ινδία από τη Ρόσνεφτ θα επιτρέψει να υπάρχουν νέες ροές πετρελαίου από τη ρωσική ανατολή. Οι ινδοί εισαγωγείς, από τότε που έλαβαν χώρες οι περικοπές του ΟΠΕΚ, αγοράζουν επίσης περισσότερο από το πετρέλαιο (blend) των Ουραλίων της Ρωσίας, το οποίο συχνά προορίζεται για τις ευρωπαϊκές αγορές. Οι συναλλαγές αυτές έρχονται ως έκπληξη, αλλά μοιάζουν με ένα νέο ρήγμα στην περιοχή που έρχεται με υποσχέσεις και παγίδες για τη Ρωσία. Οι ΗΠΑ και η Bραζιλία εξάγουν τώρα περισσότερο πετρέλαιο στην Κίνα και σε άλλες ασιατικές αγορές, μειώνοντας τις επιπτώσεις από τις περικοπές του ΟΠΕΚ. Οι ανακοινωθείσες περικοπές οδήγησαν σε έναν αγώνα ταχύτητας για τα τάνκερ για να διασφαλίσουν στις εταιρίες αγορές, ωθώντας τις τιμές μεταφοράς πετρελαίου ανοδικά. Έκτοτε, οι αυξήσεις στην παραγωγή σε άλλα μέρη, η μειούμενη κινεζική παραγωγή και η αβεβαιότητα για την αποτελεσματικότητα των περικοπών του ΟΠΕΚ διατήρησαν τις τιμές μεταφοράς χαμηλότερα, κάνοντας το πετρέλαιο από την αμερικανική ήπειρο και τη Ρωσία πιο ανταγωνιστικό σε αγορές που ιστορικά δεν ήταν προσβάσιμες. Ένας φόρος κατανάλωσης που έχει προταθεί στην Κίνα για διάφορα πετρελαϊκά προϊόντα μπορεί επίσης να πλήξει τη ζήτηση τάνκερ, εμποδίζοντας περαιτέρω την αύξηση των τιμών και πιθανώς δίνοντας στη Ρωσία και σε άλλους μεγαλύτερο περιθώριο για να πάρουν μερίδιο σε νεότερες αγορές.

Ακόμα και με μεγαλύτερη άμεση πρόσβαση της Ρωσίας, οι ΗΠΑ φαίνονται σε καλύτερη θέση για να αυξήσουν την παραγωγή τους έναντι της Ρωσίας, λόγω μεγαλύτερης ευελιξίας, καινοτομίας και πρόσβασης σε πιστώσεις για τις αμερικανικές εταιρίες. Η ρωσική πετρελαϊκή διπλωματία στην Κίνα μπορεί να έχει μια πολιτική διάσταση, όμως είναι μια απόλυτη αναγκαιότητα για μια χώρα που έχει ανάγκη από χρήματα από πετρέλαιο και αέριο, και η οποία τώρα έρχεται όλο και πιο πολύ σε σύγκρουση με το όλο και πιο αυξανόμενο προφίλ των ΗΠΑ ως εξαγωγέα.

Οι αναδυόμενες αγορές έχουν καταναλώσει περισσότερο πετρέλαιο από όσο οι αναπτυγμένες οικονομίες κατά τα τέσσερα τελευταία χρόνια και η Ευρώπη, η “αγελάδα μετρητών από ενέργεια” της Ρωσίας, δεν είναι το μέλλον για το πετρέλαιο. Το 2015, η Ρωσία ήδη είχε πουλήσει το 32% του πετρελαίου της σε μη ευρωπαϊκές αγορές. Αυτή η τάση πιθανώς αυξηθεί περισσότερο καθώς η ρωσική παραγωγή στρέφεται προς ανατολάς, καθοδηγούμενη κυρίως από την Κίνα λόγω του μεγάλου της μεγέθους, των αναγκών της και των ανασφαλών εισαγωγών της παρά λόγω πολιτικής συνεργασίας. Ωστόσο, το απρόβλεπτο άνοιγμα της Ασίας σε πετρέλαιο από τον Ατλαντικό σημαίνει ότι η γειτονιά γίνεται όλο και πιο πολυπληθής. Η Σαουδική Αραβία αποδεικνύεται ότι είναι πρόθυμη και δυναμική στην προσέγγιση συνεταίρων από την Ασία. Καθώς η Ρόσνεφτ και άλλες ρωσικές εταιρίες προσπαθούν να κλείσουν συμφωνίες στην Κίνα, είναι ώρα να αποσύρουμε το τροπάριο για μια σινορωσική πετρελαϊκή συμμαχία. Οι δύο είναι κολλημένοι μεταξύ τους, θέλοντας και μη, όμως δεν είναι ξεκάθαρο ότι πράγματι το θέλουν.

Ο Nicholas Trickett εργάζεται σε ένα θινκ τανκ στην πόλη της Ουάσινγκτον. Ολοκληρώνει ένα μεταπτυχιακό στις ευρασιατικές σπουδές με το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο στην Αγ. Πετρούπολη με επίκεντρο στην ενεργειακή ασφάλεια και τη ρωσική εξωτερική πολιτική.

Το κείμενο εμφανίστηκε στο The Diplomat στις 26/04/2017.

Advertisements

Tagged:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: