Αλέξη Πάρνη: Ο παληός καϋμός του γερο-Τράικου (10/03/1949)

Στην πολιτική, όπως και στον πόλεμο, ενίοτε δεν μπορείς να ακολουθήσεις τον κανόνα που θέλει να ανοίγεις μέτωπα όταν σε συμφέρει, δεν μπορείς να αποφύγεις μάχες. Κάποιες φορές αυτές σού επιβάλλονται. Αν εσύ αποφύγεις να δεις τη μάχη στις πραγματικές της διαστάσεις, τότε απλά στρουθοκαμηλίζεις. Όμως αυτό, δεν μπορεί να αποτρέψει τον αντίπαλο να σε αποκεφαλίσει. Η πολιτική δεν διεξάγεται από “ΕΠΕ”. Για την ακρίβεια, όσοι στην αριστερά νομίζουν ότι μπορούν να αυτομετατρέπουν τις οργανώσεις τους σε ΕΠΕ, δεν είναι απλώς εκτός ζωής, αλλά παίρνουν μαζί τους, στην δική τους κατά φαντασίαν ζωή, την ίδια την αριστερά. Τέτοιους ακριβώς “αντιπάλους” θέλει να έχει ο αντίπαλος. Στον κόσμο τους και όχι στον κόσμο του.

Μεγάλο τμήμα όσων διαφώνησαν με τη Συμφωνία των Πρεσπών από αντιιμπεριαλιστική σκοπιά, μπορεί να μην αμφισβήτησαν τα δικαιώματα, το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού, ακόμα και αυτοδιάθεσης του γειτονικού λαού και της εν Ελλάδι σλαβομακεδονικής μειονότητας, γλωσσικής και εθνικής, Ενίοτε, τα διατράνωσαν, ως αρχή, στα διάφορα κείμενά τους. Ωστόσο, έμειναν μόνο στη λεκτική “μη αμφισβήτηση”, και δεν τα υπεράσπισαν ενεργητικά, ούτε ενεργητικά προώθησαν την φιλία των δύο εθνών. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η στάση τους ήταν οπορτουνιστική. Και, αφού ο οπορτουνισμός έχει κοντά ποδάρια, δεν απέφυγαν ούτε αυτοί την ακροδεξιά σοβινιστική μήνη που συνέβαλε στην ιδεολογική μετατόπιση επί το δεξιότερο σημαντικών τμημάτων του λαού. Έφαγαν και αυτοί τη λάσπη περί “αριστερής προδοσίας”.

Από την αντίθετη πλευρά, άλλοι, που ενεργητικά υπερασπίζονται τα δικαιώματα της μειονότητας, μιλούν από απλή ανθρωπιστική σκοπιά. Αποπολιτικοποιούν το ζήτημα, δεν αναδεικνύουν ότι ένας λαός δεν μπορεί να είναι ελεύθερος αν καταπιέζει κάποιον άλλο λαό και ότι η καταπίεση δίνει πάτημα στον ιμπεριαλισμό να παρέμβει. Ακόμα χειρότερα, αποδέχονται τη μετατροπή ενός εσωτερικού ζητήματος σε “διμερές ζήτημα” με κάποια “μητέρα-πατρίδα” στην οποία καταφεύγουν ψυχικά κάποιοι μειονοτικοί, οπότε και ο εσωτερικός κρατικός πόλεμος (εναντίον της μειονότητας) εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε διακρατικό, ανάλογα με τις βουλές του ιμπεριαλισμού, πολλώ δε μάλλον όταν η “μητέρα-πατρίδα” της μειονότητας είναι “πιασμένη” από τον ιμπεριαλισμό όπως το καταπιέζον κράτος.

Η αριστερά, ωστόσο, δεν μπορεί να αποδέχεται αυτομάτως τα περί “μητέρας-πατρίδας”, ακόμα κι αν αυτά προέρχονται από επικεφαλής συλλογικοτήτων της όποιας μειονότητας. Της ντόπιας αριστεράς είναι δουλειά να υπερασπίζεται τα εθνικά, γλωσσικά κλπ δικαιώματα κάθε πολίτη της χώρας, όχι του κάθε φιλοϊμπεριαλιστή εξωτερικού παράγοντα. Γιατί αν η “μητέρα-πατρίδα” είναι “πιασμένη” από τον ιμπεριαλισμό, μπορεί και οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των μειονοτικών να είναι κι αυτοί “πιασμένοι” (ας μην εξεταστεί εδώ η αντίθετη περίπτωση). Επίσης, αν στο καταπιέζον κράτος υπάρχει ένα ισχυρό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, η κατασκευή “μητέρας-πατρίδας” είναι επιζήμια για το ίδιο το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα.

Εξάλλου, πρέπει να λάβουμε υπόψη και το βαθμό ανάπτυξης του καταπιεζόμενου έθνους-μειονότητας. Εν προκειμένω, το νεαρό σλαβομακεδονικό έθνος, μπορεί, πράγματι, μόλις στη ΛΔΜ της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας να άρχισε για πρώτη φορά να αναπτύσσεται σχετικά ελεύθερα (αν και με περιορισμούς, ώστε να μην ενταχθεί στη μεγάλη σλαβική οικογένεια, στην οποία τότε επικρατούσαν ισχυρά αντιιμπεριαλιστικά και λαϊκοδημοκρατικά κινήματα, αλλά να περιοριστεί – για πολιτικούς σκοπούς των τιτοϊκών φιλοϊμπεριαλιστών – στη μικρή γιουγκοσλαβική οικογένεια, π.χ.εκγιουγκοσλαβισμός του αλφαβήτου) και να ανακτά το χαμένο έδαφος, ωστόσο, στο βαθμό που αυτή η ανάπτυξη λάμβανε χώρα υπό τους περιορισμούς που επέβαλλαν οι τιτοϊκοί για να εξυπηρετήσουν τον ιμπεριαλισμό, έπρεπε να δημιουργηθεί ένα νέο εθνικό κέντρο, με αντιιμπεριαλιστικό και δημοκρατικό προσανατολισμό (όπου, μάλιστα, στην περίπτωση των σλαβομακεδόνων, θα αποκαθιστούσε την πορεία που είχε από την αρχή αυτό το έθνος). Το επαναστατικό-ζαχαριαδικό ΚΚΕ, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, επεδίωξε κάτι τέτοιο μεταξύ 1949-1956, αφότου, δηλαδή, είχε ανοιχτά καταγγείλει τις προσπάθειες εκτροπής της ανάπτυξης του σλαβομακεδονικού έθνους για φιλοϊμπεριαλιστικούς σκοπούς από τον Τίτο (όπως και τις φιλοϊμπεριαλιστικές πολιτικές των αχυρανθρώπων του κράτους της Αθήνας). Αλλά και νωρίτερα, επεδίωκε τη μαχητική, αντιιμπεριαλιστική ενότητα των δύο εθνών, και όχι μια επιδεχόμενη ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων φιλία.

Σε κάθε περίπτωση, η ενεργητική υποστήριξη των δικαίων των πολιτών προϋποθέτει τη γνώση των καημών τους, των δεινών που έχουν υποστεί από απάνθρωπες, αλλά πάνω από όλα φιλοϊμπεριαλιστικές πολιτικές των κρατούντων. Το παρακάτω μικρό διήγημα, γραμμένο από τον Αλέξη Πάρνη, το Μάρτη του 1949, δηλαδή, αφότου το ΚΚΕ, με την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης στους σλαβομακεδόνες της Ελλάδας, άνοιξε το δρόμο για την αποκάλυψη της φιλοϊμπεριαλιστικής πολιτικής “μητέρας-πατρίδας” του Τίτο στα μάτια των σλαβομακεδόνων που αντικειμενικά στρέφονταν σε αυτόν λόγω της αιμοσταγούς φιλοϊμπεριαλιστικής πολιτικής του – μετέπειτα συνέταιρου του Τίτο – κράτους των Αθηνών, παρουσιάζει παραστατικά τους καημούς των σλαβομακεδόνων συμπολιτών μας που εξίσου έχυσαν το αίμα τους σε όλες τις μεγάλες στιγμές του αγώνα του ελληνικού λαού για ανεξαρτησία και δημοκρατία, αλλά και τις ελπίδες τους που αναπτερώνονται αποκλειστικά με τη μαχητική δημοκρατική και αντιιμπεριαλιστική ενότητα.

***

Ο παληός καϋμός του γερο-Τράικου

Ο γερο Τράικος στέκει στο κατώφλι του και βλέπει τη μακρυά φάλαγγα με τους αντάρτες που περνάει αργά το καλντερίμι του χωριού. Στην πλατεία οι μεταγωγικοί τόχουν στήσει στο χορό μαζί με τους σαμποτέρ ως ναρθεί η ώρα να ξεκινήσουν κι αυτοί. Ένα νταούλι πιο πέρα κρατάει το ρυθμό του χορού, τα χοντρά άρβυλα χτυπάνε με δύναμη στο χώμα κι ο καλαματιανός ξετυλίγει τις δίπλες του μπρος στα θολά γεροντικά μάτια του γέρο-Τράικου.

Σε λίγο σταμάτησαν.

-Άντε…παίξε και κανένα σλαβομακεδόνικο, λέει ένας αντάρτης σ’ αυτόν που βαράει το νταούλι. Τα μάτια του γέρου γλύκαναν στο λιγοστό φως του δειλινού. Είναι ντόπιος, σλαβομακεδόνας και σαν ήταν νιός τού άρεσε να χορεύει τούτο το χορό.

-Ντούπι μωρέ, κάνει ανυπόμονα και χτυπάει το μπαστούνι του στο χώμα.

Το νταούλι άρχισε πάλι κι οι αντάρτες σήκωναν σύννεφο τη σκόνη με τα πηδήματά τους… Αυτό το θαμπό σύννεφο που τους σκέπασε για λίγο έφερε ξανά στη θύμιση του γέρου, κάτι μακρυνές, πολύ παληές πια, μέρες…

Ήταν τότε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Τα δυο παιδιά του γέρου Τράικου επιστρατεύθηκαν και φύγανε με τους πρώτους για το μέτωπο. Ο μεγάλος, ο Πέικος ακούστηκε γρήγορα. Σε μια μάχη εκεί στο Πόγραδετς μαζί μ’ άλλους δο φαντάρους απτήν παληά Ελλάδα έπεσε πάνω σ’ ένα ιταλικό πολυβολείο, το λιάνισε με τις χειροβομβίδες κι αιχμαλώτισε έναν ιταλό λοχαγό μαζί με ολόκληρη διμοιρία. Σαν τόμαθε ο γέρος, μάζεψε τους φίλους του κι έβγαλε το καλό κρασί απτό κελλάρι να γιορτάσει για το γιό του που πολέμαγε παλληκαρίσια τους φασίστες. Το κρασί άναψε γρήγορα το κέφι. Ο γέρος πετάχτηκε σε μια στιγμή απάνω, τράβηξε και δυο τρεις άλλους και τόριξε στο χορό. Το τραγούδι ξεχύθηκε δυνατά έξω, ο πεταχτός σλαβομακεδόνικος σκοπός που η γλύκα του ήταν ριζωμένη βαθειά στην καρδιά του γέρου έφτασε ως την πλατεία:

Ελένο μόμε Ελένο

να μάικα τσούπε γκαλένο

οπ…οχ…οχ…Άντε!

Μα δεν κράτησε για πολύ. Την πόρτα την βρόντηξαν ξαφνικά δυνατές κλωτσιές και το θυρόφυλλο τινάχτηκε σπασμένο από τους χωροφύλακες και το νωματάρχη που όρμησαν με σηκωμένες τις γροθιές, καταπάνω στο γέρο-Τράικο.

-Βούλγαρε…Τα σλάβικα άρχισες πάλι;

Άρχισαν να τον χτυπάνε άγρια, πέταξαν έξω όλους τους άλλους κι ύστερα τον έσουραν τελευταίο στο σταθμό.

Ο γέρος τάχε χάσει και το ματωμένο σαγώνι του έτρεμε.

-Να…Για το παιδί πούναι φαντάρος τόκανα…

Επειδή πολεμάει καλά τους φασίστες κει στην Αλβανία.

-Δεν ξέρεις ρε ότι απαγορεύεται διά νόμου να μιλάς και να εκφράζεσαι εις την σλαβικήν;

-Να…Για το παιδί καπετάνιο μου…Δεν ήξερα άλλο χορό να χορέψω…

Τον κλείσανε μέσα στο υγρό μπουντρούμι του σταθμού. Ο γέρος πέρασε όλη τη νύχτα βογγώντας. Άγρυπνος συλλογίζονταν το παιδί του και κοίταγε απτό αραχνιασμένο παραθυράκι της φυλακής ένα αστέρι που τρεμόπαιζε στον ουρανό.

Και σαν νάταν το άστρο που μπορούσε ν’ ακούσει μονάχα τον πόνο του έσφιξε τα χέρια του και το κοίταξε παρακαλεστικά.

-Πότε λοιπόν θα φωτίσεις και για μας; Πότε;

***

Το σύννεφο της σκόνης διαλύθηκε στο βραδυνό αγέρα. Κείνα τα χρόνια είναι πια μακρυνά, ξεχασμένα. Ο Πέικος τότε σκοτώθηκε κοντά στην Κορυτσά μα ο μικρός είναι τώρα αξιωματικός στο Δημοκρατικό Στρατό και πολεμάει.

Το νταούλι παίζει αδιάκοπα κι ο γέρος αφήνει πια τη συλλογή και βλέπει τους αντάρτες που χορεύουν το χορό του τόπου του. Σε μια στιγμή βγαίνει ένας και τον πιάνει απτό χέρι.

-Έλα συναγωνιστή να χορέψεις και συ… Άντε παπού!…τι ξεχάστηκες στη γωνιά σου. Τον βάλανε με το ζόρι στο χορό. Πέταξε το μπαστούνι κι άρχισε να χορεύει με τα κουρασμένα γεροντικά πόδια του.

Ελένο μόμε..

Τ’αστέρια ξεπρόβαλλαν ένα-ένα στον ουρανό. Και σαν να ξεχώρισε ο γέρος εκεί ψηλά εκείνο το αστέρι πούχε δει τότε απτό αραχνιασμένο παράθυρο της φυλακής μισόκλεισε τα βουρκωμένα του μάτια και το κοίταξε με αγάπη.

-Επιτέλους…Φώτισες και για μας…

Πηγή: “Είμαι μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού (σελίδες από πολεμικό ημερολόγιο)”. Η σειρά αυτή διηγημάτων ξεκίνησε να δημοσιεύεται από το 10ο φύλλο της καθημερινής εφημερίδας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, “Προς τη Νίκη”,  την Παρασκευή 25 Φλεβάρη 1949. Το συγκεκριμένο, 11ο τμήμα, δημοσιεύτηκε στο φ. 23, Πέμπτη 10 Μάρτη 1949, σ. 2, ενώ κυκλοφόρησε και σε βιβλίο τον Απρίλη του 1949. Και οι δύο μορφές υπάρχουν στο Ψηφιακό Αρχείο των ΑΣΚΙ.

Tagged: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: