Αλέξη Πάρνη: Τσφέτα – Η ηρωίδα του σλαβομακεδονικού λαού (Στην επέτειο του Ήλιντεν)

Όπως έχει γραφτεί και άλλες φορές, στην πολιτική, όπως και στον πόλεμο, ενίοτε δεν μπορείς να διεξάγεις μάχες όποτε εσύ το θες, γιατί αυτές κάποιες φορές σου επιβάλλονται, και η προσπάθεια για αποφυγή τους συνιστά στρουθοκαμηλισμό. Έτσι, η καλύτερη άμυνα είναι η προετοιμασία για τέτοιες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στρουθοκαμηλισμού και ελλιπούς προετοιμασίας είναι η στάση πολλών από όσους διαφώνησαν με τη Συμφωνία των Πρεσπών από αντιιμπεριαλιστική σκοπιά και οι οποίοί δεν αρνούνται την ύπαρξη ούτε του γειτονικού λαού ούτε της σλαβομακεδονικής μειονότητας, και της γλωσσικής και της εθνικής. Οι περισσότεροι από αυτούς θυμήθηκαν τα περί αντιιμπεριαλιστικής φιλίας των γειτονικών λαών και ότι “δεν μπορεί ένας λαός να είναι ελεύθερος όταν καταπιέζει άλλο λαό”, μόνο όταν ξανάγινε το μακεδονικό “της μόδας”. Έτσι, ούτε αυτοί απέφυγαν τη λάσπη από πλευράς καθεστωτικών διαφόρων μορφών περί “αριστερής προδοσίας”, που επί χρόνια και βασικά αθόρυβα “χτίζουν” αυτή τη συκοφαντία. Κι όμως, δεν χρειάζεται να ετοιμάζει μια σημαντική αλλαγή ο ιμπεριαλισμός προκειμένου να θυμόμαστε τη φιλία με ένα λαό ή μια μειονότητα. Αυτή μπορεί και πρέπει να χτίζεται καθημερινά, ανεξαρτήτως ατζέντας ιμπεριαλισμού.

Προϋπόθεση για την προώθηση της φιλίας με έναν γειτονικό λαό μιας επίσης εξαρτώμενης χώρας, είναι, πρώτα από όλα, να αναγνωρίζεις την ύπαρξή του κυρίαρχου σε αυτόν έθνους (ακόμα και αυτό είναι αμφίβολο για κάποιους που χρησιμοποιούν ακόμα τον όρο “αριστερά”), και δη τις στιγμές και τα γεγονότα που αυτό θεωρεί κομβικά στη συγκρότησή του. Από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι το γειτονικό σλαβομακεδονικό έθνος γιορτάζει την επέτειο της Επανάστασης του Ήλιντεν (20 Ιούλη 1903, με το σημερινό ημερολόγιο, 2 Αυγούστου), δεν μπορεί να μη γίνεται σεβαστό από ανθρώπους που καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί κανένας λαός να είναι ελεύθερος αν καταπιέζει άλλους λαούς (ακριβώς γιατί ο ιμπεριαλισμός φουντώνει αυτές τις έχθρες, ώστε να βρίσκει πρόσχημα να παρεμβαίνει). Το ότι η επανάσταση του Ήλιντεν έλαβε χώρα και σε εδάφη που βρίσκονται πλέον στη χώρα μας, επουδενί δεν καθιστά αυτομάτως τον εορτασμό της επετείου της “αλυτρωτικό” ή αιτία ώστε να επηρεάζεται από τις εξελίξεις στις διακρατικές σχέσεις με τη γειτονική χώρα (η οποία, όπως παντού, δεν γίνεται αυτομάτως “μητέρα-πατρίδα”, αφού κάτι τέτοιο εξαρτάται ως επί το πλείστον από τη στάση της πλειονότητας στη χώρα που ζει η μειονότητα).

Το ζαχαριαδικό ΚΚΕ, συνεπή προς τον πατριωτισμό του, παρά την υπονομευτική δράση του ανοιχτά φιλοϊμπεριαλιστή Τίτο, δεν υιοθέτησε την τακτική του μοναρχοφασιστικού κράτους της Αθήνας, σφαγιάζοντας τους σλαβομακεδόνες της Ελλάδας, μια τακτική που έδινε πάτημα στους ιμπεριαλιστές να παρεμβαίνουν (ενώνοντας τους μεν μοναρχοφασίστες και τους δε τιτοϊκούς σε αμυντική συμφωνία λίγα χρόνια μετά). Αντίθετα, έδωσε πλήρη δικαιώματα στη μειονότητα αυτή, και, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, δημιουργούσε ένα δεύτερο εθνικό κέντρο για το έθνος αυτό, φιλικό προς τον ελληνικό λαό και όχι εχθρικό σαν αυτό που προήγαγε ο Τίτο με έδρα την ΛΔΜ.

Το παρακάτω διήγημα είναι γραμμένο από τον ποιητή και συγγραφέα Αλέξη Πάρνη, εν μέσω της κορύφωσης του αγώνα του ΔΣΕ τον Ιούλη-Αύγουστο του 1949 για μια ανεξάρτητη και δημοκρατική Ελλάδα, αλλά και του Τίτο (για την υπονόμευση του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, με την προπαγάνδιση της λιποταξίας στο ΔΣΕ, της συκοφάντησης της ελληνοσλαβομακεδονικής και της σλαβομακεδονικής ενότητας και την άδεια στο μοναρχοφασιστικό στρατό για επιδρομές από γιουγκοσλαβικό έδαφος στις θέσεις του ΔΣΕ) και είναι αφιερωμένο ακριβώς στην εθνική επέτειο του γειτονικού έθνους και σε μια ηρωίδα σλαβομακεδόνισσα της Ελλάδας, μια γυναίκα-γέφυρα ανάμεσα στα δύο έθνη. Η Κατίνα Ανδρεοπούλου καταγόταν από το χωριό Βαρικό (ως το 1925 Μόκραινη). Φυλακίστηκε και βασανίστηκε για την αγωνιστική της δράση. Στις 6/9/1946 κατατάχτηκε στο ΔΣΕ και πήρε μέρος σε 90 περίπου μάχες, σαν απλή μαχήτρια, ομαδάρχισσα, Πολιτική Επίτροπος διμοιρίας, στην Κόνιτσα, στο Γράμμο, όπου αιχμαλώτισε μόνη της 6 στρατιώτες του μοναρχοφασισμού, στο Βίτσι, στο Σινιάτσικο. Σκοτώθηκε στη Μάχη στα Κουλκουθούρια τον Ιούνη του 1949. Μετά θάνατον τής απονεμήθηκε το 2ο μετάλιο ανδρείας και προήχθη σε λοχαγό ΠΕ του ΔΣΕ.

Αναδημοσιεύονται αποσπάσματα από αυτό το διήγημα, καθώς δεν βρέθηκαν στο Ψηφιακό Αρχείο του ΑΣΚΙ όλα τα σχετικά φύλλα της εφημερίδας “Προς τη Νίκη”, ενώ πολλά σημεία είναι δυσανάγνωστα.

***

Αλέξη Πάρνη: Τσφέτα – Η ηρωίδα του σλαβομακεδονικού λαού

Στην επέτειο του Ήλιντεν

α’

Ηρωικοί πρόγονοι

Ο μπαρμπα Κόλλιας σιγοσφυρίζει ένα από τα τραγούδια του Ήλιντεν. Και κει ψηλά στη σκεπή της κοιλάδας, σταματάει λίγο να θυμηθεί την άλλη στροφή και ύστερα ξαναρχίζει, χτυπώντας ρυθμικά τη μαγκούρα του στη γη.

Ζορά να βέτσε γκρέη

ντα στάνε, μπόι-μπόι

Είναι ένας ηλικιωμένος σλαβομακεδόνας απ’ το Έλος (σ.parapoda: από το 1955, Δροσερό Εορδαίας). Τούτες τις μέρες που ζυγώνει η επέτειος του Ήλιντεν, οι παλιές θύμησες έχουν φουντώσει μέσα του. Δεν θέλει πολλά παρακάλια για να κάτσει και να σου ιστορήσει εκείνες τις μέρςε της επανάστασης.

-Ήσουν και συ στο Ήλιντεν, μπαρμπα Κόλλια;

-Αν ήμουν ρωτά; Ναι ήμουνα… Εγώ που με βλέπεις κουβάλαγα ντουφέκια στους επαναστάτες μαζί με τη μάνα μου. Μπορώ να σου πω ακόμα και τι στολή φόραγαν οι Τούρκοι…και τι σόι άνθρωπος ήταν ο Κόλλιε Αντρέου, ο οπλαρχηγός που βγήκε απ’ το Βαρικό με 240 παληκάρια. Ξέρω κι αυτούς που πέσανε τότες. Ξέρω τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους που πολεμάνε σήμερα στο ΔΣ…Με τον Κόλλιε Αντρέου είμαστε κουμπάροι…Αυτός σκοτώθηκε…Εγώ έζησα κι ήταν τυχερό μου να δω ακόμα και τον παλληκαρίσιο θάνατο της ανηψιάς του της Τσφέτας που ‘πεσε τον περασμένο Ιούνη στα Κουλκουθούρια…

Τη συγκίνηση που του τρεμούλιασε για λίγο τη φωνή την έπνιξε, ξαναρχίζοντας το ταραγούδι του Ήλιντεν.

Πριν φέξει να σηκωθούμε

όλοι στο πόδι

μικροί μεγάλοι να πολεμήσουμε

για τη λευτεριά

να διώξουμε τον τύραννο τον τούρκο

Δεν θέλουμε πλούτους και παράδες

τη λευτεριά μας θέλουμε

και του ανθρώπου το (σ.parapoda:δυσανάγνωστο)

Όποιος φοβάται σαν (σ.parapoda:δυσανάγνωστο)

στο σπίτι να κάτσει

να πάρει τη ράκα να κλαίει

και να μοιρολογάει..

Έφερε το κάθισμά του κοντά μου έτσι όπως κάνουν οι γέροι σαν έχουν όρεξη να ιστορίσουν περασμένους καιρούς.

-Ναι…αυτό το τραγούδι τραγουδάγαμε τότες…Οι τούρκοι γυρόφερναν όξω απ’ τα σπίτια μας, με γυμνά τα χαντζάρια έτοιμοι να μακελέψουν με το παραμικρό φαμίλιες ολόκληρες… Όμως πίσω απ’ τις πλάτες τους στα κατώγια και τις αυλές σιγοτραγουδιόταν το κάλεσμα της επανάστασης. Στις αρχές ακόμα του 1903 άρχισε να τριγυρίζει στα χωριά μας, ένας περίεργος άνθρωπος που έκανε το γυρολόγο και πούλαγε κάσες και σκερπάνια στους χωριάτες. Τις νύχτες έμπαινε στα σπίτια, μάζευε τον κόσμο και τους μίλαγε ως το ξημέρωμα. Εγώ τότες ήμουν κοτζάμ παιδί-παλληκάρι πια. Έβλεπα τους χωριάτες που έρχονταν στο σπίτι και τα λέγανε με τον πατέρα μου και τη μάνα μου, που πέρναγε τις νύχτες ξάγρυπνη, πίσω απ’ το παράθυρο κι ένιωθα αλλιώτικα τον αγέρα γύρω μου.

Μια μέρα ήρθε κάποιος πάνω απ’ το κρεβάτι και με σκούντηξε.

Ξύπνησα τρομαγμένος μα στο φως της καντήλας γνώρισα τον πατέρα μου που μου πρόσταζε να μη μιλήσω, κρατώντας το δάχτυλο στο στόμα.

-Σήκω, Κόλλιε μόμτσε. Θα πάμε κάπου…

Απ’ την ταραχή μου δεν κατάλαβα πότε ντύθηκα πόσα στενοσόκακα περάσαμε και πώς βρεθήκαμε στου δασκάλου το σπίτι.

Μπήκαμε στη μεγάλη σάλλα που ήταν γεμάτη από παλληκάρια και άντρες και γερόντους.

Ο νοικοκύρης έκλεισε πίσω μας την πόρτα.

Τότες σηκώθηκε μέσα απ’ τη μάζωξη ο γυρολόγος. Στην αρχή διάβασε ένα χαρτί όπου μας είπε απ’ τον αρχηγό που ήρθε να δώσει τη λευτεριά στο Μακεδονικό λαό.

Έτσι έμαθα και γω σήμερα το όνομα Γκότσε Ντέλτσεφ.

-Ο αρχηγός προστάζει να πάρουμε ντουφέκια και να βγούμε στο βουνό. Τους πλούσιους μπέηδες θα τους σφάξουμε. Σα λείψουν αυτοί, εμείς θα ζήσουμε λεύτεροι και μονιασμένοι με τον φτωχό τον τούρκο, το βλάχο, τον έλληνα και τον αρβανίτη.

Έλεγε, έλεγε, η ώρα πέρναγε, η αυγή άρχισε να θαμποφέγγει στο παραθύρι και εγώ είχα ανοίξει το στόμα κι άκουγα.

Γύρω μου οι άλλοι ήταν το ίδιο βουβοί και ξαναμένοι. Στα τελευταία, ο γυρολόγος έβγαλε δυο μαχαίρια, τα βαλε σταυρωτά το ένα πάνω στ’ άλλο και σηκώθηκε.

-Όποιος θέλει να μπει στην επανάσταση θα έρθει εδώ να ορκιστεί…

Ζυγώσαμε όλοι κι απλώσαμε τα χέρια πάνω απ’ τα μαχαίρια. Ο γυρολόγος μάς κοίταξε έναν-έναν, με τα μάτια του που πέταγαν φωτιές κάτω απ’ τα μαυριδερά φρύδια, και πρόφερε με δυνατή τη φωνή.

Σμερτ ίλι Σβομποντά (Θάνατος ή Λευτεριά).

Σμερτ ίλι Σβομποντά”, φωνάξαμε όλοι μαζί και η σάλλα αντιλάλησε σαν θεόρατη καμπάνα. Περνάγαμε ένας-ένας, σκύβαμε να φιλήσουμε τα μαχαίρια κι ο γυρολόγος μάς έσφιγγε τα χέρια.

-Τώρα είμαστε οι ορκισμένοι πιστοί της επανάστασης. Όποιος βγει προδότης εμείς οι άλλοι θα τον βρούμε όπου κι αν πάει και θα τον σκοτώσουμε. Δεν θα τον σκοτώσουμε όμως με βόλι ούτε με κρεμάλα. Από τούτο το μαχαίρι θα πάει..

Απ’ την άλλη μέρα κιόλας άρχισε να δουλεύει το σπίτι μου για την επανάσταση. Ο πατέρας μου έφτιαξε ένα κάρο με διπλό πατάρι, πήγαμε στο στερνό χάνι της Κοζάνης και φορτώσαμε όπλα. Ύστερα γεμίσαμε ως απάνω το κάρρο με βελέτζες. Ενώ ήταν απάνω η μάνα μου και τ’ αδέρφια μου και την τελευταία ώρα που έπαιρνα τα χαλινάρια να ξεκινήσουμε, με ζύγωσε ο πατέρας και μου ψιθύρισε στ’ αυτί:

-Αυτά θα τα πάτε στο Βαρικό…Στον ίδιο τον Κόλλιε Αντρέου το δάσκαλο θα τα παραδώσεις…

Εδώ ο μπαρμπα Κόλλιας σταμάτησε και πήρε ένα βαρύ ανάσεμα.

-Μ’ αυτό τον τρόπο ήταν τυχερό να γνωρίσω τον οπλαρχηγό του Ήλιντεν Κόλλιε Αντρέου που ήταν αδελφός του πατέρα της ΤΣΦΕΤΑΣ ΜΑΣ.

β’

Η Οικογένεια Αντρέου

Τα προμηνύματα της Επανάστασης άρχισαν πολύ πιο μπροστά απ’ τον Ιούλη. Τη μέρα ο κάμπος ήταν ήσυχος. Στα τσιφλίκια των μπέηδων δουλεύανε σκυφτοί και ταπεινοί οι χωριάτες, προσκύναγαν τους αγάδες φέρνοντας το χέρι στο στήθος και ιδροκωπάγανε ολημερίς με το τσαπί στα χέρια.

Όμως τις νύχτες τα κρεβάτια των παλληκαριών μένανε ανέγγιχτα. Σαν έπεφτε το σκοτάδι και τέλειωνε η δουλειά, οι ήσυχοι ραγιάδες μεταμορφώνονταν σε ίσκιους αγριωπούς που νυχτοπερπάταγαν γύρω απ’ τα μπέηκα κονάκια σφίγγοντας τους γκράδες. Τα πρωινά οι περαστικοί βρίσκανε σφαγμένους τούρκους στα στενορύμια και τα ρέματα. Κι έφτασε η παραμονή του Αη – Λιά.

Κείνη τη νύχτα, εγώ με τον πατέρα μου, βρεθήκαμε στο χάνι της Βέρμπενης (σ.parapoda: το χωριό Ιτέα Φλώρινας). Φέραμε κάτι χαρτιά σε κάποιον που μας περίμενε εκεί και μείναμε να περάσουμε τη βραδυά. Το μεσονύχτι στα υψώματα της Βέρμπενης βρόντηξε το ντουφεκίδι. Το χάνι που ήταν γεμάτο από έμπορους, τούρκους αξιωματικούς και φτωχούς σκιζήδες αναστατώθηκε μέσα σ’ ένα λεφτό. Στο δρόμο βγήκανε άνθρωποι με γκράδες και τρέχανε κατά το χωριό.

-Σλομπόντα ίλι σμερτ. (σ.parapoda: “Λευτεριά ή θάνατος”). Οι δικοί μας βάζουν φωτιά στα τούρκικα κονάκια…

Οι τούρκοι αξιωματικοί το ‘σκασαν πάνω στ’ άλογα και παράτησαν τους τρομαγμένους υπηρέτες τους που είχαν σταθεί στη μέση της αυλής και ξεφώνιζαν όλοι μαζί

-Αλλάχ..Αλλάχ…

Ο πατέρας μας άρπαξε έναν και πάσχιζε να τον ησυχάσει.

-Πάψε μπρε…Μη φοβάσαι…Αυτό που γίνεται δεν είναι για σας τους φτωχούς…για τους πλούσιους μπέηδες γίνεται.

Η μάχη που ‘χε πιαστεί στη Βέρμπενη άπλωνε στα διπλανά υψώματα όπως η φωτιά στο ρετσινωμένο ξύλο. Ανεβήκαμε με τον πατέρα μου σε δυο μουλάρια και κινήσαμε για το Βαρικό. Ο δρόμος είχε γεμίσει απ’ το στρατό. Οι πλαγιές του Μπράμορ άσπριζαν απ’ τ’ αντίσκηνα. Όσο ζυγώναμε τόσο πιο δυνατή έρχονταν στ’ αυτιά μας η βουή της μάχης που ‘χε πιάσει ο Κόλλιε Αντρέου με δυο τούρκικα τάγματα στο Ίνσκο, μια ωρα όξω απ’ το Βαρικό.

Οι τούρκοι είχαν μπει στα χωριά, βάζανε φωτιά και πίσω τους άφηναν τους μπασιμπουζούκηδες του τόπου για πλιάτσικο.

Το Βαρικό καίγονταν κι ο καπνός ανέβαινε απ’ ολούθε κι έσμιγε σε μια μαύρη κολώνα. Μια ολόκληρη μέρα τα 240 παλληκάρια του Κόλλιε κράτησαν τη μάχη.

Το βράδυ τραβήχτηκαν στον Αη Λιά της Κλεισούρας, κι εκεί κυκλώθηκαν, από τρεις χιλιάδες τούρκους που βγήκαν απ’ τη Σιάτιστα, απ’ την Καστοριά και τα Καϊλάρια (σ.parapoda: σήμερα, η Πτολεμαΐδα).

Σκοτώθηκαν κάμποσοι δικοί μας. Εκεί έπεσε κι ο Θανάσης Πούλος που τα δυο του ανήψια είναι σήμερα στο Δημοκρατικό Στρατό. Εκεί άφησε τη στερνή του πνοή για τη λευτεριά της Μακεδονίας κι ο Σίμος Λάζος που τα παιδιά του τα τυραγνάνε σήμερις οι μοναρχοφασίστες στα κάτεργα της Γιούρας.

Ύστερα από εξήμιση ώρες μάχη ο Κόλλιε έσπασε τον κλοιό και μέσα απ’ το δάσος πέρασε μαζί με το τμήμα του στις όχτες της λίμνης. Η μάνα του είχε μείνει στο Βαρικό. Άκουγε τη μάχη που ‘διναν τα δυο παιδιά ο Κόλλιε κι ο άλλος ο Κοσμάς και δεν ήθελε να φύγει μαζί με τις άλλες χωριάτισσες. Ήταν ψυχωμένη γυναίκα, λεβεντομάνα που δε λόγιαζε φόβο.

Σαν ήρθαν οι τούρκοι με τ’ αναμμένα δαφλιά στα χέρια να βάλουν φωτιά στο σπίτι της, αυτή άρπαξε ένα στυλιάρι και στάθηκε μπροστά τους.

-Σιο σιάκατε μπρε κούτσινια (Τι θέλετε βρε σκυλιά);

-Κόλλια νιν εβ μπουρντά ντερ; (Εδώ είναι το σπίτι του Κόλλιε;)

-Τούκα ε γιας μους μάικα μου (Εδώ είναι. Εγώ είμαι η μάνα του).

Όρμησαν με τα χατζάρια σηκωμένα κατά πάνω της. Αυτή κατέβασε το στυλιάρι στο κεφάλι του πρώτου που τη ζύγωσε, τον κύλησε κάτω κι όρμησε απάνω στους άλλους δυο.

Πάλεψε μαζί τους, πετσοκόφτηκε απ’ τα χατζάρια τους μα στο τέλος τους ξάπλωσε κι αυτούς κάτω και ξέφυγε τρέχοντας να βρει τα παιδιά της. Αυτή έζησε ως τα τελευταία. Είδε το θάνατο του γιού της του Κόλλιε που τον πρόδωσαν στους Τούρκους οι βερχοβίστες, ντάτεψε τα παιδιά του άλλου του Κοσμά που ζει ακόμα κι ανάστησε το στερνοπαίδι του, τη Τσφέτα με τις ιστορίες και τα τραγούδια του Ίλιντεν.

ε’

Καρβάβα Σφάντμπα (σ.parapoda: Ματωμένος Γάμος)

Σεπτέμβρης 1944…Ξαστεριά στον ουρανό της Μακεδονίας. Η Γερμανική κατοχή είναι στα τελευταία της… Το ένα ύστερα απ’ τ’ άλλο τα χωριά λευτερώνονται…Στα στενορύμια και στις πλατείες τους τριγυρίζουν τώρα οι Ελασίτες, Μακεδόνες και Γραικοί και τραγουδάνε αγκαλιασμένοι.

Θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα

και πανανθρώπινη τη λευτεριά…

Στα χωριά άρχισαν τα πανηγύρια, τα σλαβομακεδόνικα σπίτια άνοιξαν τις πόρτες τους στους αντάρτες, ήταν μια εποχή που το όνομα κομμουνιστής έριχνε τα σύνορα του μίσους, εξηγούσε την ευτυχία του λαού της Μακεδονίας, τα εξηγούσε όλα…

Μια Κυριακή του Σεπτέμβρη το Εμπόριο, το χωριό που’χε μαρτυρήσει στα χρόνια του Μεταξά γέμισε απ’ το λαό της περιοχής…

Οι Επονίτες του Βαρικού θα παίζανε λεύτερα για πρώτη φορά στο θέατρο ένα σλαβομακεδόνικο έργο.

Απ’ όλα τα χωριά μαζεύτηκε ο κόσμος. Η σκηνή στήθηκε καταμεσής της πλατείας. Μια μεγάλη ρεκλάμα έλεγε τον τίτλο του έργου:

…Απόψε θα παιχθεί το έργο “Κάρβοβα Σφάντμπα” (ματωμένο συμπεθεριό)…

Ήταν ένα παλιό σλαβομακεδόνικο έργο, άγνωστου συγγραφέα, που είχε για υπόθεση τον ηρωισμό μιας Σλαβομακεδονοπούλας στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Την άρπαξε ένας μπέης κι αυτή, για να μην υποκύψει, αυτοκτόνησε αφήνοντας παραγγελιά να την εκδικηθούν οι Ιλιντένοι που κείνο τον καιρό πρωτοβγαίνανε. Την κοπέλα που τη λέγανε “Τσφέτα” την εκδικήθηκαν αργότερα οι Ιλιντένηδες σκοτώνοντας το μπέη…

Η αυλαία άνοιξε, άρχισε το έργο κι ο κόσμος, γέροι και παιδιά, μ’ ανοιχτό το στόμα βλέπανε για πρώτη φορά στη ζωή τους σλαβομακεδόνικο θέατρο. Μα πιο πολύ τους έκανε εντύπωση η μικρή επονίτισσα που έπαιζε το ρόλο της Τσφέτας…

-Τι όμορφα που τα λέει. Τι όμορφα κάνανε οι γρηούλες και τεντώνανε τ’ αυτί μη τους φύγει λέξη.

-Καλέ αυτή παίζει σα να’ναι η ίδια η Τσφέτα…ποια είναι;

Οι Βαρικιώτες που ήταν εκεί άρχισαν να δίνουν πληροφορίες.

-Η Κατίνα είναι. Η μικρότερη κόρη του Κοσμά Αντρέου. Η ανεψιά του Κόλλιε του Ιλιντένου.

Από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε ποια ήταν αυτή που έπαιζε τόσο όμορφα τη Τσφέτα.

Σαν τέλειωσε το έργο και βγήκαν οι ηθοποιοί, ο κόσμος μαζεύτηκε να δει την ανηφιά του Κόλλιε Αντρέου.

-Να αυτή είναι η Τσφέτα, κάνανε τα παιδιά και τη δείχνανε.

-Αυτή είναι…

στ’

Η επονίτισσα του Βαρικού

Άνοιξη 1946. Η φωτογραφία του θείου Κόλλιε ξεκρεμάστηκε πάλι και κρύφτηκε. Στο Βαρικό ήρθαν πάλι οι χωροφύλακες με το νωματάρχη το Ντελή.

Κείνες οι αξέχαστες μέρες της λευτεριάς πέρασαν σαν διαβατάρικη βροχή στην καψαλισμένη γη, και πάλι ξανά ήρθε ο λέβας να κόψει το τραγούδι που λουλούδιζε στα στόματα των ανθρώπων. Οι γρηούλες άρχισαν να περπατάνε σκιαγμένες στο δρόμο, και σαν συναπαντιόντουσταν λέγανε ψιθυριστά το “ντόμπρο ντεν” κι η καρδιά τους έτρεμε.

Γιουμπίτσε Μάικω – Μλάντα παρτιζάνκα ντα όντα (Θ’αρματωθώ μάνα μου. Καινούργια αντάρτισσα θ αγίνω).

Τούτο το τραγούδι ακούστηκε ξαφνικά μια νύχτα όξω στα χωράφια του Βαρικού. Ήταν μια κοριτσίστικη φωνή που το’λεγε από κάπου μακρυά.

Πριν αρχίσει καλά καλά η δεύτερη στροφή ακούστηκαν χωροφύλακες, ο Ντελής βγήκε όξω λυσσασμένος και βλαστήμαγε, κι ο κόσμος μέσα στα σπίτια λαχτάρισε. Το άλλο πρωί το χωριό έμαθε πως πιάσανε τη Τσφέτα και τη δείρανε στην αστυνομία.

Τα κορίτσια και τ’ αγόρια του Βαρικού μαζεύτηκαν όξω σ’ έναν αχυρώνα και κει κρύφτηκαν. Οι πιο πολλοί δεν ήθελαν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Ο Ντελής – έλεγαν – θα την βασανίσει να του πει ποιοι άλλοι ήταν μαζί της. Αν μαρτυρήσει η Τσφέτα;

Είχαν δίκιο. Ακόμα δεν μπορούσαν να ξέρουν τι δύναμη είχε μέσα της τούτη η κοπελίτσα του Κοσμά. Κι ύστερα κείνος ο καιρός της Βάρκιζας ήταν μια δοκιμασία που άντρακλες ολάκεροι έτυχαν να μην τα βγάλουν πέρα.

Την ίδια ώρα που σκέφτονταν όλοι τούτα η Τσφέτα στέκονταν με το πρόσωπο ματωμένο μπρος στο Ντελή. Το στόμα της ήταν κλειστό. Τούτα τα σφιγμένα χείλια δεν άνοιξαν κι ούτε φαίνονταν πως θ’ ανοίξουν…

Ο Ντελής κατάλαβε πως άδικα πάσχιζε. Θα μπορούσε να την σκοτώσει και να ξεμπέρδευε. Όμως ακόμα ήταν δύσκολο ένα τέτοιο πράμα.

Την κράτησε μια ολόκληρη βδομάδα στο κρατητήριο και μετά την άφησε.

Την ίδια νύχτα τα τραγούδια ξανάρχισαν. Άλλοτε έλεγαν για την επανάσταση, άλλοτε ήταν σκοποί παλιοί, τραγούδια του λαού. Μ’ αυτό ξέσπαγε ο καημός των νεολαίων του Βαρικού που κείνο τον μαύρο καιρό λουλούδιζε το κορμί τους, κι η καρδιά.

Η Τσφετα δεν ξανάπεσε στα χέρια του νωματάρχη. Κρυβόταν από σπίτι σε σπίτι, ξεσήκωνε όλη τούτη την αντίσταση της νιότητας έπαιρνε τα παιδιά – βγαίνανε στην εξοχή και κει στο λεύτερο αγέρα τραγούδαγαν, την ομορφιά του κόσμου που τους την είχε στερήσει ο βούρδουλας του χωροφύλακα.

Μάλα μόμα τσφέτκε (μικρή κοπέλα λουλούδια μάζευε)…

Ο Ντελής βρήκε το μάστορά του από τούτο το δεκαεφτάχρονο κοριτσάκι.

Ξύπναγε το πρωί κι έβρισκε την επονίτικη προκήρυξη κολλημένη στο ντουβάρι της αστυνομίας. Ξεκίναγε για τον καφενέ και κάτω στη χώρα κάθε δέκα βήματα έβλεπε χαραγμένα τα γράμματα “ΕΠΟΝ”. Λύσσαζε απ’ το κακό του. Στη μανία του έπιανε κι έδερνε όλη τη φαμίλια της Τσφέτας: Απ’ το γέρο πατέρα τον Κοσμά μέχρι τα κορίτσια…

Όμως η Τσφέτα δεν ξανάπεσε στα χέρια του. Και το τραγούδι ακούγονταν ασίγαστο κάθε νύχτα πίσω απ’ τους φράχτες και μέσα απ’ τ’ αθέριστα χωράφια, πάφλαζε στον αέρα βουερό σαν τα νερά του Πούλετρα και μηνούσε το καινούργιο ξεσήκωμα.

Ιζγκρέ ζορά ζα σλομπόντοτα

ζορά να βέτσνα τα μπόρμπα.

Έφεξε για τη λευτεριά

Χάραξε για την επανάσταση..

Δημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας “Προς τη Νίκη”, το α’ μέρος στο φ. 165, Κυριακή 31 Ιούλη 1949, σ.2, 3, το β’ μέρος στο φ.166, Δευτέρα 1 Αυγούστου 1949, σ.2, το ε’ μέρος στο φ.171, Παρασκευή 5 Αυγούστου 1949, σ.3, το στ’ μέρος στο φ.176, Τρίτη 9 Αυγούστου 1949, σ.σ.2, 5.

Βλ. επίσης

Αλέξη Πάρνη: Ο παληός καϋμός του γερο-Τράικου (10/03/1949)

Tagged: , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: