Η συμβολή του αδελφού βουλγάρικου λαού στον εθνικό ξεσηκωμό του 1821

Η συμβολή του αδελφού βουλγάρικου λαού στον εθνικό ξεσηκωμό του 1821

του Γιώργη Ζωίδη

Η συνεισφορά των φιλελλήνων στην επανάσταση του 1821 στάθηκε σημαντική. Η νεοελληνική ιστορία θα την εκτιμήσει κάποτε όπως της αξίζει. Ιδιαίτερα σοβαρή στάθηκε η συμβολή των βαλκανικών λαών και πλούσια η συμβολή του βουλγάρικου λαού.

Η μετεπαναστατική επίσημη αστική ιστοριογραφία αποσιώπησε και αποσιωπά συστηματικά όχι μονάχα τη συμβολή του βουλγάρικου λαού στην επανάσταση του 1821 και τη μαζική συμμετοχή βουλγάρων εθελοντών σ’ αυτήν, αλλά και την… παρουσία Βουλγάρων στην Ελλάδα στα χρόνια της επανάστασης. Ακόμα και το περιοδικό «Φιλελληνικά» του Θ. Βαγενά, που η έκδοσή του έχει αποκλειστικό σκοπό, όπως διακηρύχνει ο ίδιος ο εκδότης του, να εκλαϊκεύσει τη συνεισφορά των φιλελλήνων στην επανάσταση του 1821, ενώ μίλησε για τη συνεισφορά των πορτογάλων, των ισπανών κτλ κι αναγγέλλει ότι σε επόμενα τεύχη θα μιλήσει για τη συμβολή των νορβηγών, των ιρλανδών, κι αργότερα ίσως και άλλων, δε βρήκε ως τα σήμερα να πει λέξη για τις αιμάτινες σπονδές του βουλγάρικου λαού για τη λευτεριά του αδελφού του ελληνικού λαού.

Και το πράγμα φυσικά δεν είναι δυσκολοεξήγητο. Όταν ο κόσμος της αμερικανοδουλείας, στο όνομα της φιλίας με τους τουρκομεντερέδες, προσπαθεί να ξεγράψει τους ίδιους τους αγώνες του ελληνικού λαού και χαρακτηρίζει τους Βουλγάρους «προαιώνιους εχθρούς της φυλής» ενώ πιπιλίζει καθημερινά το τροπάρι του «από βορράν κινδύνου», τότε είναι επικίνδυνο να μιλάει κανείς για αδερφικούς δεσμούς και κοινές αγωνιστικές παραδόσεις του ελληνικού και του βουλγάρικου λαού.

Μα ό,τι είναι επικίνδυνο, ό,τι δε συμφέρει στους γιάνκηδες και στους λακέδες τους στην Ελλάδα, συμφέρει στο λαό μας, εξυπηρετεί την υπόθεση της Ειρήνης στα Βαλκάνια. Και το σημείωμά μας αυτόν ακριβώς το σκοπό αποβλέπει φωτίζοντας τη συμβολή του βουλγάρικου λαού στην επανάσταση του 1821, να συντελέσει στην καλλιέργεια φιλικών, αδερφικών σχέσεων ανάμεσα στους δυο λαούς.

***

Το φλογερό κάλεσμα του Ρήγα σε κοινή παμβαλκανική εξέγερση βρήκε βαθιά απήχηση στην ψυχή του βουλγάρικου λαού. Κλέφτες και χαϊντούτοι, πανδούροι και χαϊδούκοι παλεύουν όλο και πιο συχνά ο ένας δίπλα στον άλλο ενάντια στον τούρκο τύραννο. Τα δημοτικά τραγούδια είναι ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της ένοπλης αδερφικής σύμπραξης των βαλκανικών λαών:

Ανέβ’ ο Νάννος στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια,

και παλικάρια μάζευε, Βουλγάρους κι Αρβανίτες,

και τα Μωραϊτόπουλα με τα πολλά τ’ ασήμια,

 κι ολημερίς τους δίδασκε κι ολονυχτίς τους λέγει

-Βάλτε ατσάλι στην καρδιά και σίδερο στα πόδια

Κι όταν η Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε στη φιλόξενη ρωσική γη ήρθε να ενσαρκώσει το μεγαλόπνοο επαναστατικό σχέδιο του Ρήγα, τότε πλήθος βούλγαροι κατατάχτηκαν στις γραμμές της. Η συμμετοχή των Βουλγάρων στη Φιλική ήταν μαζική. Το γεγονός αυτό το μαρτυρούν πλήθος ελληνικές και βουλγάρικες πηγές. Το βουλγάρικο λαό τον κατήχησαν στην Εταιρία οι απόστολοί της Παπαφλέσσας, Αριστείδης Παπάς, Περαιβός κτλ. Ο Γεώργιος Λεβέντης, στα απομνημονεύματά του, γράφει πως «πολλοί Βούλγαροι εκοινώνησαν της φιλικής εταιρίας και επέδειξαν αξιόλογον προθυμίαν και ζήλον χριστιανικώτατον».

Κι όχι μονάχα οι Βούλγαροι πήραν μαζικά μέρος στη Φιλική Εταιρία, αλλά πολλοί Βούλγαροι αναδείχτηκαν δραστήρια στελέχη κι επιφανείς φιλικοί. Τέτοιος διαλεχτός φιλικός ήταν ο Αθανάσιος Βογορίδης. Στην εφημερίδα «Ελπίς» της 21 Ιουνίου 1860. ο Κωνσταντίνος Λεβίδης έγραφε: «Ο Βούλγαρος Θ. Βογορίδης ήτο ο εν Βιέννη δραστήριος απόστολος της Φιλικής Εταιρείας τρέχων πάντοτε τον κίνδυνον να συλληφθεί υπό της Αυστριακής αστυνομίας και να λάβη την τύχην Ρήγα του Φερραίου, αυτός κατήχησε και ημάς και άλλους εν Βιέννη τότε διατρίβοντας, αυτός ο Βούλγαρος Βογορίδης μετά των Θεσσαλών Φαρμακίδου και Μανούσου, μετά του Χίου Κοκκινάκη κ.λ. εξέδιδον τον Λόγιον Ερμήν».

Μόλις ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο, πολλοί βούλγαροι εθελοντές έτρεξαν να καταταχθούν κάτω απ’ τις σημαίες του. Ο Φιλήμονας στο «Δοκίμιό» του για τη Φιλική αναφέρει ότι τη ζύμη του στρατού του Υψηλάντη την αποτέλεσαν έλληνες, βούλγαροι, σέρβοι κτλ.μαχητές.

Ήταν τέτοια η προσέλευση εθελοντών που ο Υψηλάντης έγραφε γεμάτος χαρά στον Ξάνθο.

Αριθμός εγγράφου ΙΙΙ

«Ο ενθουσιασμός μεγαλώτατος εδώ, δεν ηξεύρω πού να βάλω τους όσους έρχονται Βουλγάρους και άλλους. Προθύμως ας διευθύνονται εις Φαξάνην κι από εκεί εμπρός, όπου ακούουν το όνομα του ελληνικού στρατοπέδου»…

Η προέλαση του Υψηλάντη στη Ρουμανία προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού στη Βουλγαρία.

Ο Βούλγαρος οπλαρχηγός Χατζηχρήστος έστειλε δυο απεσταλμένους στον Υψηλάντη και τον καλούσε να περάσει το ταχύτερο το Δούναβη. Κι όταν ο Υψηλάντης ρώτησε ποιες ήταν οι προετοιμασίες των Βουλγάρων, οι απεσταλμένοι απάντησαν ότι στη Ζίμνιτσα (σ.parapoda: ρουμάνικη παραδουνάβια πόλη, απέναντι από τη βουλγάρικη Σβίσοβ) είναι έτοιμα 70 πλοιάρια και 300 επαναστάτες και πρόσθεσαν πως, μόλις περάσει το Δούναβη με το στράτευμά του, όλη η χώρα θα ξεσηκωθεί. Το γεγονός αυτό το αναγράφει κι ο γερμανός ιστορικός Τσιγκάιζεν στον 3ο τόμο της «Ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης».

Οι βούλγαροι εθελοντές που υπηρέτησαν κάτω από τις διαταγές του Υψηλάντη, πήραν μέρος σ’ όλες τις μάχες και επέδειξαν εξαιρετικό ηρωισμό. Στη μάχη στο Δραγατσάνι, π.χ., τα πιο πολλά θύματα έδωσε ο Ιερός Λόχος κι οι βούλγαροι εθελοντές.

Στη Μονή του Σέκου, βούλγαροι και έλληνες μαχητές, με επικεφαλής τον υπέροχο αγωνιστή Γιωργάκη Ολύμπιο, πάλεψαν σαν λιοντάρια και έχυσαν μαζί το αίμα τους στο βωμό της λευτεριάς.

***

Η συμβολή των Βουλγάρων στην Επανάσταση του 1821 δεν περιορίστηκε μονάχα στις ηγεμονίες, επεκτάθηκε και στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Χαρίλαος Δημόπουλος, στη δυσεύρετη σήμερα «Ιστορία περί των Βουλγάρων» (Βραΐλα, 1866) γράφει τα εξής χαρακτηριστικά: «Αλλ’ όσοι εταιρισταί ηριθμούντο εκ των Βουλγάρων και όσοι εις την φωνήν ης θρησκείας και της πατρίδος εξηγέρθησαν, αυτοί δεν κατέθεσαν τα όπλα. Μετέβησαν εις την μικράν γωνίαν, οπου η επανάστασης ενεκλείσθη, επολέμησαν εκείθεν τον Τούρκον και αν της ιδίας πατρίδος την τύχην δεν εβελτίωσαν, εδόξασαν όμως το όνομα των Βουλγάρων και απέκτησαν την ευγνωμοσύνην των συμπολεμιστών».

Όμως δεν είναι μόνο οι Βούλγαροι απ’ τις ηγεμονίες που πήγαν στην Ελλάδα για να βοηθήσουν την επανάσταση. Μόλις κηρύχτηκε η επανάσταση στην Ελλάδα, τρέξανε και πήραν μέρος στον αγώνα απ’ όλη τη Βουλγαρία και ιδιαίτερα από τη Νότια πάνω από 2.000 αγωνιστές.

Ο σύγχρονος βούλγαρος ιστορικός Νικόλα Τραϊκόφ, μιλώντας για τη μαζική συμμετοχή των Βουλγάρων στην επανάσταση του 1821 και για τους λόγους αυτής της συμμετοχής, σε άρθρο του με τον τίτλο «Σλαύοι φιλλέλληνες αγωνισταί» που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία» της Αθήνας, αριθμός φύλλου 321 (1/5/1940), έγραψε τα εξής:

«Από όλους τους Σλαύους αγωνιστάς του 1821 πολυπληθέστεροι υπήρξαν οι Βούλγαροι. Ο αριθμός των είναι μεγαλύτερος από τον συνολικόν αριθμόν των Ευρωπαίων εθελοντών. Άμεσοι γείτονες των Ελλήνων, μεθ’ ων επί αιώνας συνεμερίσθησαν την κοινήν μοίραν του ζυγού, διατελούντες επίσης και εις άμεσον πνευματικήν και οικονομικήν επαφήν, ήτο φυσικόν να ανταποκριθούν με μεγαλυτέραν προθυμίαν εις το επαναστατικόν κήρυγμα του Ρήγα Φεραίου και να λάβουν ενεργητικώτατον μέρος εις τον αναληφθέντα αγώνα υπέρ της ελευθερίας, ο οποίος εθεωρείτο από αυτούς ως κοινή υπόθεσις. Από την συντριβήν του κοινού εχθρού ανέμενον την απελευθέρωσιν και της ιδίας των πατρίδος». 

Ο Χατζή Χρήστος Βούλγαρης

Οι Βούλγαροι που πήραν μέρος στην επανάσταση αντιμετώπισαν παλικαρίσια μαζί με τους Έλληνες τις πιο σκληρές δοκιμασίες. Ο Χατζηχρήστος με το αρ. 920 έγγραφο του εκτελεστικού ονομάστηκε στρατηγός κι ο λαός μας του αφιέρωσε τραγούδι.

Να’ταν η μέρα βροχερή και η νύχτα ποντισμένη,

Όντας έβαλαν στη βουλή στο Νιόκαστρο να πάνε

Την Κυριακή αποκλείστηκε μέσα στο Ναβαρίνο,

Ρίχνουν τα τόπια σαν βροχή μεσ’ από τα καράβια.

Μπραήμ πασάς εφώναξε, λέγει του Χατζηχρήστου

-Εύγα Χρήστο, προσκύνησε, τι θε, να σε χαλάσω;

-Τι λες μωρέ Μπραήμ πασά, πώς να σε προσκυνήσω;

Στις μάχες διακρίθηκε επίσης ο Πέτρε (δυσανάγνωστο), ο Χατζή Μιχάλης απ’ την Κοπρίβνιτσα, ο Χίμκο απ’ το Τίρνοβο και πολλοί άλλοι.

Βούλγαροι αγωνιστές πήραν μέρος στις πιο σκληρές μάχες της επανάστασης. Τον καιρό της εκστρατείας του Δράμαλη, αναφέρει ο Γέρος του Μωριά στα Απομνημονεύματά του, όταν οι Τούρκοι πηγαίνανε στην Κόρινθο «πήραν μαζί τους και Αναπλιώτες με σκοπό να τους στείλουν πίσω με ζαϊρέ. Οι εντόπιοι Τούρκοι ήξεραν καλά τον τόπο και εκίνησαν δέκα χιλιάδες… και στέλνουν και 50 διά να πάνε από πάνω από το Νικήτα… και άρχισε ο πόλεμος και εκείνους όπου ήταν από τις πλάτες, τους έπεσαν από πίσω και έτσι τα στρατεύματα ετσάκισαν τα ειδικά μας και εσκοτώθη ο Παπα-Αρσένιος. Ο Νικήτας εκλείσθη μέσα εις τον Πύργο. Ο Χατζη-Χρήστος προφθάνει βοήθεια και τους βαρεί από τις πλάτες. Τότε ετσάκισαν οι Τούρκοι». Επίσης, στις 12/24 Ιούλη 1827, ο Κολοκοτρώνης, ενισχυμένος από βουλγάρους ιππείς υπό τον Χατζή Μιχάλη, χτύπησε τρεις αραβικούς (σ.parapoda: αιγυπτιακούς υπό τον Ιμπραήμ) λόχους, σκότωσε 200 και τους υπόλοιπους άνδρες τους σκόρπισε, όπως αναφέρει ο Χέρτσβεργ (Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης, τόμος 3ος).

Και στα τμήματα του λαογέννητου στρατηγού Καραϊσκάκη, όταν αναρρίπιζε τις φλόγες της επανάστασης στη Ρούμελη, υπηρετούσαν βούλγαροι αγωνιστές. Ο Χέρτσβεργ αναφέρει ότι «Ο καραϊσκάκης, ενισχυθείς την 11η Νοεμβρίου από βουλγάρους ιππείς, όρμησε την 14η προς τη Φωκίδα, χτύπησε μεταβατική φάλαγγα κλπ.

Υψηλή εκτίμηση της συμβολής των Βουλγάρων στην επανάσταση του ’21 δίνει ο έλληνας συμπολεμιστής τους Κ. Λεβίδης, στην εφημερίδα του, «Ελπίς», της 21/6/1860. Εκφράζοντας τα αδερφικά αισθήματα των Ελλήνων προς τους Βουλγάρους γράφει: «Οι Βούλγαροι στρατηγοί επί κεφαλής Βουλγάρων συνηγωνίζοντο μετα του Κολοκοτρώνη, του Μπότσαρη, του Καραϊσκάκη και των λοιπών της Ελλάδος ηρώων τον ιερώτατον υπέρ πατρίδος και ελευθερίας αγώνα. Άφθονον βουλγαρικόν αίμα έρρευσε μετά του ελληνικού εις τα πεδία των μαχών, όπου έλαβε θανατηφόρους κτύπους ο έως τότε αήττητος νομισθείς κολοσσός της Τουρκίας».

Αυτό είναι ελάχιστο από τα πολλά στοιχεία που υπάρχουν και που μιλούν όχι για προαιώνιο μίσος, αλλά για την προαιώνια φιλία του ελληνικού και του βουλγάρικου λαού που γεννήθηκε στα πικρά χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς, σφυρηλατήθηκε στους κοινούς αγώνες ενάντια στον κοινό εχθρό τον τούρκο σουλτάνο, και καθαγιάστηκε με το αίμα των ελλήνων και βουλγάρων ηρώων που έχυσαν πολεμώντας δίπλα-δίπλα για τη λευτεριά.

Και χρέος κάθε τίμιου έλληνα πατριώτη τις παραδόσεις αυτές της αγάπης, της φιλίας, της αγωνιστικής συνεργασίας ανάμεσα στους δυο λαούς να τις φυλάει σαν την κόρη των ματιών του, να τις καλλιεργεί και να τις δυναμώνει. Και ταυτόχρονα να ξεσκεπάζει αμείλιχτα όλους όσους προσπαθούν να σπείρουν την έχθρα και το μίσος ανάμεσα στους δυο αδερφούς λαούς, να σπρώξουν το λαό μας σε ολέθριες πολεμικές περιπέτειες ενάντια στο βουλγάρικο λαό που με το σημερινό λαϊκοδημοκρατικό καθεστώς του μας τείνει αδελφικό χέρι φιλίας, συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης. «Πλατιά είναι η γη μας για το τράνεμα όλων» είπε ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.

Εκφωνήθηκε στην εκπομπή «Ιδεολογικό-πολιτιστικό πρόγραμμα» από το Ραδιοσταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» την 1η Μάη 1955. Το δακτυλογραφημένο κείμενο υπάρχει με σημειώσεις στο ψηφιακό αρχείο των ΑΣΚΙ.

Κάποιες αναφερόμενες στο άρθρο πηγές που βρίσκονται στο διαδίκτυο:

Ν.Τραϊκόφ, Σλαύοι φιλέλληνες αγωνισταί υπέρ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, Νέα Εστία, 1η Μαΐου 1940,  τ.321, σ.570-574 (βλ.εδώ)

Εφημερίδα «Η Ελπίς», Τρίτη 21 Ιουνίου 1860, αρ.1056, έτος ΚΔ’, σ.1 (εδώ, σ.471). Στο άρθρο αυτό, ο συγγραφέας αναφέρεται στο «σκάνδαλο» της εποχής: τη βράβευση του βούλγαρου Γρηγορίου Παραλίτσα-Σταυρίδη (Γκριγκόρ Παρλίτσεφ) από την Αχρίδα στον Ράλλειο Ποιητικό Διαγωνισμό του 1860. Ο Παρλίτσεφ αποδεικνύει την ανυπαρξία της «χαλαρότητας» – στην οποία προσέβλεπε ο αρθρογράφος και εκθειάζει το Ourbalkans – (άλλο πράγμα η πρόσκαιρη ταύτιση βουλγαρικού έθνους με ελληνικό πολιτισμό) και επιστρέφει στην Αχρίδα για να υπερασπίσει τη σλαβική (τότε βουλγαρική) εκπαίδευση στην περιοχή. Για περισσότερα, Γκριγκόρ Παρλίτσεφ, Αυτοβιογραφία, εκδ. Μαύρη Λίστα.

Γουσταύος Φρειδερίκος Χέρτσβεργ, Ιστορία Ελληνικής Επανάστασης, τόμος 3ος, σ.93, σ.σ.101- 102.

Σχόλιο parapoda: Το ντελίριο φιλοϊμπεριαλιστικού εθνικισμού από τα ΜΜΕ και την ακροδεξιά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εξωθεί τις επαναστατικές δυνάμεις της χώρας στο περιθώριο, με την απάρνηση ή μια διαστρέβλωση δήθεν ταξική των επαναστατικών ξεσπασμάτων του ελληνικού λαού που έλαβαν χώρα τους τελευταίους αιώνες. Γιατί και μια τέτοια η στάση είναι αταξική και φιλοϊμπεριαλιστική. Τον καιρό του ιμπεριαλισμού, μόνο η εργατική τάξη και οι εργαζόμενοι γενικά μπορούν να ηγηθούν του έθνους, να σηκώσουν τη σημαία του έθνους (Βλ. Στάλιν, ομιλία στο 19ο συνέδριο του ΚΚΣΕ(μπ.), 1952). Δεν την βυθίζουν αυτή τη σημαία ακόμα πιο πολύ στον ιμπεριαλιστικό βούρκο που την έριξαν η μεγαλοαστική αλλά και η μικροαστική τάξη. Η εργατική τάξη είναι «η ραχοκοκαλιά του έθνους» (Κομιντέρν, Προκήρυξη για την Πρωτομαγιά 1941). «Σε κάθε σύγχρονο έθνος υπάρχουν δύο έθνη» (Λένιν). Επουδενί, λοιπόν, το προλεταριάτο δεν θεωρεί τεχνητή την έννοια «έθνος». Αντίθετα, «καθώς το προλεταριάτο κάθε χώρας πρέπει να κατακτήσει σε πρώτη φάση την πολιτική εξουσία, να γίνει σε εθνικό επίπεδο η ηγέτιδα τάξη, να γίνει η ίδια το έθνος, για αυτό είναι ακόμα εθνική» (Μαρξ-Ένγκελς). Αλλά ούτε και αποκλείεται συνεργασία, τακτική, φυσικά, ανάμεσα σε αυτά τα δύο έθνη. Το θέμα είναι αν από αυτή τη συνεργασία θα βγει κερδισμένο το ανερχόμενο έθνος, ραχοκοκαλιά του οποίου είναι η εργατική τάξη. Έτσι έγινε το 1940. Αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό, ειδικά στην Ελλάδα του σήμερα, όπου το φιλοϊμπεριαλιστικό εθνικιστικό δηλητήριο προωθεί την απάρνηση της ύπαρξης κάποιων γειτονικών εθνών. Σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να αποδεχόμαστε τη φιλοϊμπεριαλιστική θέση περί άρνησης της ύπαρξης εθνών, αλλά να απαντούμε με την ισοτιμία των εθνών, ακόμα και των πιο πρόσφατα εμφανισμένων (τα οποία, σε ένα λαϊκοδημοκρατικό ή σοσιαλιστικό καθεστώς, τα προηγμένα έθνη  θα είχαν υποχρέωση να τα βοηθούν να αναπτυχθούν).

Σε αντίθεση λοιπόν με τους φιλοϊμπεριαλιστές, που φτάνουν να απαρνούνται ως και τον εθνικό χαρακτήρα της επανάστασης του 1821, στα πλαίσια μιας «φιλίας» στα Βαλκάνια «μας», που, δεν στοχοποιεί τους πραγματικούς «ιδιοκτήτες» των Βαλκανίων, που δεν κατονομάζει ούτε καν τις εκμεταλλεύτριες τάξεις στην υπονόμευση του μεγάλου οράματος της διαβαλκανικής φιλίας, για την επίτευξη του οποίου, ως προϋπόθεση, άρρητα προκρίνει μια «χαλαρότητα» στην εθνική ταυτότητα (βλ. φιλοτιτοϊκό “Our Balkans”, με άρθρα τύπου «Το παμβαλκανικό 1821»), δημοσιεύτηκε ένα σύντομο άρθρο για τη συμβολή ενός βαλκανικού λαού και συγκεκριμένα του βουλγαρικού, στον ελληνικό εθνικό ξεσηκωμό του 1821. Γιατί οι ίδιοι οι αλλοεθνείς συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821 επειδή έβλεπαν ότι ο ξεσηκωμός ενός έθνους θα βοηθούσε την ελευθερία του δικού τους, ισότιμου, έθνους και όχι απλώς την προσωπική τους ελευθερία. Και αυτό δεν είχε σχέση με την όποια προτίμηση είχαν για την κρατική-διοικητική μορφή ένωσης («βαλκανική δημοκρατία», ομοσπονδία, συνομοσπονδία κλπ κλπ) ανάμεσα στους λαούς (και όχι ανάμεσα σε κάποια δήθεν αεθνικά άτομα).

***

Tagged: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: