Πασκάλ Πασκάλεφσκι: Λόκβατα (Паскал Паскалевски: Локвата)

H Βουλγαρία σήμερα απέρριψε το πλαίσιο ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας με την ΕΕ, μπλοκάροντας την έναρξή τους, με την επίκληση… ιστορικών και γλωσσικών διαφορών.

Από τη μια, πρακτικά, η ΕΕ μένει πίσω στην εισχώρησή της στη Β. Μακεδονία. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, από την άλλη, δεν είναι απαραίτητα θετική για τους λαούς στην αντίθεσή τους με τον ιμπεριαλισμό. Κι αυτό  γιατί το βουλγαρικό μπλόκο δεν σημαίνει ότι οι μεμονωμένοι ιμπεριαλιστές που συναποτελούν την ΕΕ δεν μπορούν ή δεν έχουν ήδη εισχωρήσει από μόνοι τους στη χώρα αυτή. Ούτε ότι άλλοι ιμπεριαλιστές δεν έχουν κάνει ήδη το ίδιο ή δεν έχουν βάλει την ίδια τη Βουλγαρία να προβάλει τέτοια δικαιολογία. Όσον αφορά το τελευταίο, δεν είναι δα και λίγα τα ερείσματα π.χ. του Πούτιν στη Βουλγαρία, ενώ και οι αντιθέσεις των ΗΠΑ με διάφορες χώρες της ΕΕ μεμονωμένα εκφράζονται στη Βαλκανική.

Το γεγονός ότι το βουλγαρικό βέτο συνοδεύεται από δικαιολογίες για «ανοιχτά ιστορικά και γλωσσικά ζητήματα», και συγκεκριμένα την κατηγορία ότι η Β. Μακεδονία δεν παραδέχεται την εθνική προέλευση της πλειοψηφίας των κατοίκων της από τους Βούλγαρους, ψυχραίνει τις σχέσεις ανάμεσα σε δύο λαούς της Βαλκανικής πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αιτία, γιατί αφορά την ίδια την ταυτότητα των λαών. Δεν δημιουργεί μια περιστασιακή διαφωνία ή αντιπαλότητα, αλλά ένα στρατηγικό μίσος. Κι αυτό, ανεξάρτητα από το επίδικο (ένταξη στην ΕΕ), για το οποίο και οι δύο λαοί μπορεί να σφάλλουν (αν όντως τη θέλουν την ΕΕ). Ένα τέτοιο στρατηγικό, «αιώνιο» μίσος, μόνο όσοι έχουν συμφέρον από το «διαίρει και βασίλευε» μπορούν να το προωθούν.

Από αυτή την άποψη, όσο κι αν η ΕΕ πρέπει να διαλυθεί, συν τοις άλλοις γιατί δεν είναι ένωση λαών πραγματικά εθελοντική, και δεν έχει να προσφέρει κάτι στην πραγματική φιλία των λαών (το αντίθετο), η οποία φιλία βασίζεται στην ισότητα δικαιωμάτων και όχι στην ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, αλλά στην ανισότητα των υποχρεώσεων, με τα πιο προηγμένα έθνη, όπως επί των πρώτων τεσσάρων δεκαετιών της ΕΣΣΔ, να δίνουν βοήθεια στα πιο καθυστερημένα ανιδιοτελώς, και όχι υπό μορφή επιδότησης των εξαγωγών τους όπως στην ΕΕ, όπως είναι τα διάφορα «πακέτα», η εξέλιξη είναι αρνητική. Καθιστά ακόμα πιο δύσκολο το έργο των αντιιμπεριαλιστών να αναδείξουν τον κοινό εχθρό, τον ιμπεριαλισμό, και την αναγκαιότητα των κοινών αγώνων. Γιατί αυτό δεν προωθείται απλώς με την καταδίκη της μίας ή της άλλης ιμπεριαλιστικής έμπνευσης συμφωνίας. Προϋπόθεση για το ξεδίπλωμα κοινών αγώνων είναι το να γνωρίσουμε το γειτονικό έθνος, που συμβιώνει μάλιστα και σε κάποιες περιοχές της χώρας μας, πολλώ δε μάλλον όταν ο λαός μας επλήγη από οξεία εθνικιστική παράκρουση τα τελευταία τρία χρόνια που στρεφόταν ενάντια στη Β. Μακεδονία, προς μεγάλη χαρά των ιμπεριαλιστών. Ας αναρωτηθούν όλοι οι αντιιμπεριαλιστές τι κάνουν για αυτή την προϋπόθεση, ώστε εξελίξεις σαν τη σημερινή να μην γέρνουν σε βάρος των λαών και υπέρ των ιμπεριαλιστών την πλάστιγγα.

Το παρακάτω διήγημα του καστοριανού Πασκάλ Πασκάλεφσκι συνδέει κοινούς και εθνικούς αγώνες με επίκεντρο ένα ορφανό παιδί.

Ο Πασκάλ Πασκάλεφσκι γεννήθηκε στο Ζευγοστάσιο (Ντόλενι) Καστοριάς στις 14 Γενάρη 1914. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση κατά της τριπλής κατοχής της Ελλάδας. Μετά το 1946, οπότε και το ΚΚΕ υιοθέτησε μια ενεργητική πολιτική έναντι της τιτοϊκής υπονόμευσης της ενότητας Ελλήνων και Σλαβομακεδόνων της Ελλάδας, ήταν συντάκτης της εφημερίδας του ΝΟΦ «Νεποκόρεν» («Αλύγιστος»), καθώς και επικεφαλής του παιδαγωγικού σεμιναρίου στη ντόπια μακεδονική γλώσσα της ελληνικής Μακεδονίας στο χωριό Άγιος Γερμανός το Νοέμβρη του 1947. Μετά την ήττα του ΔΣΕ εγκαταστάθηκε στην Πολωνία και ήταν συντάκτης της προσφυγικής εφημερίδας «Δημοκράτης». Το 1965 μετανάστευσε στη Σόφια και μετέφρασε στα ελληνικά αρκετούς βούλγαρους συγγραφείς (Χρίστο Μπότεφ, Ντίμιταρ Ντίμοφ, Πάβελ Μάτοφ κλπ). Είχε εκδώσει δικές του ποιητικές συλλογές, ενώ είχε επιμεληθεί και μια συλλογή λαϊκών τραγουδιών από την ελληνική Μακεδονία. Πέθανε στις 13 Μάη 2004.

Το διήγημα παρατίθεται στην ελληνική γλώσσα και στη ντόπια μακεδονική γλώσσα της ελληνικής Μακεδονίας που τυποποιήθηκε με πρωτοβουλία του ελληνικού λαϊκοδημοκρατικού κινήματος και διαφέρει κατά τι από την παγκοσμίως αναγνωρισμένη επίσημη γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας, στην οποία επί Τίτο για πολιτικούς λόγους (απομάκρυνσης από τη μεγάλη σλαβική οικογένεια και το λαϊκοδημοκρατικό αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο) εισήχθησαν λατινικά και σερβοκροάτικα γράμματα.

***

Δεν ήταν δυο χρονώ όταν ο Σώτηρ έμεινε ορφανός από μάνα στα χέρια της εβδομηντάχρονης γιαγιάς του, της μπάμπα-Γκίτσα. Η μητέρα του, η Νέντα, έπεσε το 1949 στο Μάλι-Μάδι, στην τοποθεσία «Μπούτσι», όταν ο εχθρός είχε ανέβει στην «Πόποβα-Πολιάνα». Ο Δημοκρατικός Στρατός τότε συμπτύσσονταν προς τα σύνορα. Η Νέντα έτρεξε στο κάλεσμα της οργάνωσης για να μαζέψουν τους τραυματίες. Τότε απ’ το βυζί είχε αποκόψει το Σώτηρ και δεν ξαναγύρισε…

Εκεί κοντά στη «Λόκβατα» είχανε επιτεθεί τα αεροπλάνα που έφεραν το θάνατο στη μητέρα του. Ο πατέρας του, Τόμε, είχε γυρίσει στην αρχή της Άνοιξης το 1948 από τα Χάσια, πήγε δυο-τρεις μέρες στο χωριό να δει τη γυναίκα του και το γιό του Σώτηρ, που τότε ήταν 6 μηνώ μωρουδάκι και ξανάφυγε για το Γράμμο. Ύστερα από μερικούς μήνες, τον Αύγουστο, έπεσε στον «Κλέφτη» σαν σκοπευτής βαρειού πολυβόλου. Ο Σώτηρ δεν βρήκε ούτε φωτογραφία από τους γονείς του. Ούτε ξέρει πώς έμοιαζαν. Όλα χάθηκαν μέσα στις φλόγες, σαν κάηκε το χωριό του.

Όταν ο Σώτηρ έγινε 9 χρονώ πέθανε η γιαγιά του μπάμπα-Γκίτσα. Έτσι έμεινε ολομόναχος στον κόσμο. Τότε τον συμμάζεψε ο Γκέλετσκι. Τούδωσε ένα κομμάτι ψωμί, τον έντυσε με τα παλιόρουχα των παιδιών του και τον έστειλε να βόσκει τα γιδοπρόβατα.

Ο Σώτηρ πήγε μόνο ένα χρόνο στο σχολειό. Από τα παιδιά όμως του Γκέλετσκι έμαθε να διαβάζει και τα μικρά γράμματα. Μάλιστα και λίγα σλάβικα έμαθε. Η διαφορά τους δεν ήτανε και μεγάλη. Τα χαραγμένα αρχικά στις γέρικες οξυές και τα δέντρα, ακόμα από τους παλιούς επαναστάτες του Ήλιντεν, τα διάβαζε κι άφηνε την παιδική του φαντασία να πετά στα περασμένα.

Ο Σώτηρ ταχτικά πήγαινε τα γιδοπρόβατα στη «Λόκβατα». Πήγαινε στη βρυσούλα, στην «Αραμίσκα πάντινα», στη σπηλιά πούναι μέσα στις γέρικες οξυές και στο «Ντούλοτο». Εκεί πολλές φορές, έρριχνε μια πέτρα πιο μεγάλη κι απ’ ανθρώπινο κεφάλι και περίμενε περισσότερο από δέκα λεφτά για ν’ ακούσει τον κρότο ώσπου να φτάσει στον πάτο. Στο πηγάδι αυτό οι επαναστάτες του Ήλιντεν πετούσαν τους καταδικασμένους σε θάνατο κακοποιούς τούρκους ή μακεδόνες προδότες του λαού… ο Σώτηρ είχε ακούσει πάρα πολλά παραμύθια και θρύλους από τη γιαγιά του, για τους αγωνιστές του Ήλιντεν και για τους νεώτερους, τους παρτιζάνους. Πόσο παράξενα, όμως, ήταν τα παραμύθια που δημιουργούσε μέσα του για τα μέρη αυτά η παιδική του φαντασία!

Ώρες ολάκερες ο Σώτηρ ξεχνιούνταν, βλέποντας τα γαληνεμένα νερά της «Λόκβατα», θαρρείς και περίμενε να ξεπηδήσουν απ’ αυτού οι μορφές της μητέρας του και του πατέρα του. Κι όταν το δειλινό μάζευε τα γιδοπρόβατα για το χωριό κι ανέβαινε επάνω στον αυχένα, γυρνούσε μια στιγμή κι ώρα πολλή κοιτούσε κατά το Γράμμο. Ο Σώτηρ ήξερε για τον «Κλέφτη» και θαρρείς έβλεπε την κορφή του, όπου απόμεινεν ο πατέρας του. Επέμεινε μέσα του ότι είναι εκείνη εκεί η κορφή που σήκωσε ψηλά το μέτωπό της σαν αγωνιστής μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα.

**

Πάνε εφτά χρόνια από τότε που πέθανε η μπάμπα-Γκίτσα. Ο Σώτηρ δεν την ξεχνά. Εδώ στη «Λόκβατα» η θύμησή της με τ’ ατέλειωτα παραμύθια και τα χωρατά της παίρνει σάρκα και οστά – ζωντανεύει. Στα μονοπάτια και τα βράχια, στα τσουγκάρια και τους θάμνους, στις οξυές και τα δέντρα, ο Σώτηρ βλέπει τα χνάρια των προπάπων. Παίρνει τον τορό τους και σε κάθε βήμα ακούει τον αντίλαλο της φωνής τους. Κινάει με τη σκέψη του στα σύγνεφα, που καθρεφτίζονται στα νερά της «Λόκβατα», ταξιδεύοντας στα παλιά και περασμένα…

Το καλοκαίρι εδώ απάνω κάνει πάρα πολλή ζέστη. Όταν ψηθούν τα βράχια είναι σα νάσαι σε φούρνο. Τότε ο Σώτηρ πάει στη σκιά ενός βράχου που ξεφύτρωσε από τη γης σαν πελώριο μανιτάρι. Έτσι έκανε και σήμερα. Ύστερα ανοίγει τον τορβά του, δίνει ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί στο σκυλί του, τον «Μπέλκο», που το καταβροχθίζει στα πεταχτά κι όλος χαρά ξεχύνεται προς τα κατσίκια, πάει ως το «Ντούλοτο», φέρνει μερικές γυροβολιές τη «Λόκβατα», γαυγίζει προς όλα τα σημεία και λαχανιασμένο, με τη γλώσσα απ’ έξω, γυρίζει για να ξαπλώσει στον ίσκιο, δίπλα στο Σώτηρ. Η κάψα τρέμει στον αέρα και φέρνει νύστα στα βλέφαρα και στο νού. Ο Σώτηρ ξεχάστηκε και τον κυρίεψε μια ευχάριστη νάρκη. Ένα ζεστό αεράκι χάιδεψε τα ώριμα βάτσινα. Από κάπου μια φλογέρα έφτασε στ’ αυτί του. Έλεγε ένα παλιό, παμπάλαιο τραγούδι… Ύστερα ξέσπασε μια γκάιντα. Σήκωσε τα βαριά του βλέφαρα.

-Μην τάχα ονειρεύομαι; – αναρωτήθηκε.

Από τη Μπρέζνιτσα και το Βάμπελο, από το Σμάρντες και το Κόσινετς, από το Ντάμπενη και το Γκάμπρες έρχονταν πλήθος – λαός, ολάκερα χωριά προς τη «Λόκβατα».

-Ναι, σήμερα ήτανε 2 Αυγούστου! Σήμερα είναι Ήλιντεν! – θυμήθηκε ο Σώτηρ. Πόσα πράματα του’χε διηγηθεί η μπάμπα-Γκίτσα για τη γιορτή του Ήλιντεν! Κάθε χρόνο έρχονται εδώ στη «Λόκβατα» από τα ολόγυρα χωριά και γιορτάζουν. Και να τώρα, έρχονταν πάλι κι όσο πλησίαζαν, τους διάκρινε, τους ξεχώριζε… Κρατούσαν στα χέρια τους λάβαρα και σ‘ αυτά! Ω ναι, σ’ αυτά έγραφε «Θάνατος ή Λευτεριά»! Πρώτοι πήγαιναν οι άντρες, με τα γένια… Μα τούτοι δω είναι οι επαναστάτες του Ήλιντεν! Νάτος ο Λάζο Ποπτράικοφ, ο Λάζο Μόσκωφ, ο Βασίλ Τσακαλάρωφ, ο Μήτρε Βλάο, ο Πάντο Κλιάσσεφ κι ο Ποπόφσκι… Νάτος κι ο ΓΚότσε Ντέλτσεφ… κι ο Γιάννε Σαντάσκι… Κι όλοι τους τραγουδούν!

«…Δε θέλουμε μεις πλούτη,

δε θέλουμε λεφτά

μεις θέλουμε Πατρίδα, δίκιο

και Λευτεριά».

Πλησίαζαν. Μάλιστα ο Σώτηρ άκουγε τον θόρυβο απ’ τις μπαλάσκες κι από τα όπλα τους. Έβλεπε τις μπιστόλες τους που ξεπηδούσαν απ’ τα πλατιά ζωνάρια και τις λαβές των μαχαιριών απ’ ταποδόπανα και τις γκαίτες.

-Πω, πω! Πόσο είναι τρομεροί με τις γενιάδες τους, με τα μακρυά μαλλιά τους!

Ένας απ’ αυτούς τον πλησίασε:

-Εσύ, τίνος παιδί είσαι;

-Του Τόμε Μίντζοφσκι – απάντησε ο Σώτηρ. Μήπως γνωρίζετε το μπαμπά μου;… Τον έχετε δει; Αχ, μόνον εγώ δεν έχω δει το μπαμπά μου.

Ο άνθρωπος με τη γενιάδα γέλασε καλοκάγαθα.

-Εσύ είσαι ο Σώτηρ, ο γιος του Τόμε. Είσαι ο δισέγγονος του Μίντζο. Να ‘ξερες μόνο, τι παλλικάρι ήταν ο παππούς σου! Ο μπαμπάς σου όμως, ακόμα πιο μεγάλο παλλικάρι!

-Η μαμά μου; Η μανούλα μου! – ρώτησε με λαχτάρα ο Σώτηρ. Τη μητέρα μου την ξέρετε;

Μέσα από το πλήθος βγήκε μια πολύ όμορφη γυναίκα, καλοντυμένη και με γιορντάνια στολισμένη.

-Για τη μαμά σου τη Νέντα ρωτάς; Εγώ θα σου πω, παιδί μου. Ήταν λεβεντογυναίκα η μάνα σου. Η μητέρα σου η Νέντα είναι εγγονή της αδερφής μου…

Ο Σώτηρ δεν χόρταινε να βλέπει αυτούς τους τρομερούς και καλοκάγαθους άνδρες, αυτές τις πεντάμορφες και καλοντυμένες γυναίκες. Ήθελε ακόμα κι άλλα να ρωτήσει, να του πούνε ακόμα κάτι για το μπαμπά και τη μάνα του. Αυτοί όμως βιάζονταν για το «Ντούλοτο». Κι όταν το τραγούδι τους έσβησε, τότε στον αυχένα φάνηκαν άλλα πλήθη, φάλαγγες ανθρώπων και καινούργια τραγούδια αντήχησαν παντού. Ερχόντουσαν παλλικάρια και κοπέλλες αρματωμένες, με στραβά τα δίκοχα, με μάουζερ και τόμσον. Ο Σώτηρ ξεχώριζε καθαρά και τα λόγια του τραγουδιού τους:

«… Αυτά που έγραψεν ο Ρήγας

έναν καιρό, παλιόν καιρό,

οι παρτιζάνοι απ’ τα Βαλκάνια

τα κάναν έργο ζωντανό!»

Μέσα από την κεντρική φάλαγγα ξέκοψε μια ομάδα παλλικάρια και κοπέλλες και τράβηξε ίσια κατά το Σώτηρ. Δυο παρτιζάνοι κρατούσαν ψηλά ένα σύνθημα που ο Σώτηρ διάβασε: «Ζήτω το Ήλιντεν! Ζήτω η Λευτεριά!» Οι ζωηρές φωνές τους αντιλαλούσαν ολόγυρα.

«… Σ’ αγώνα! Σ’ αγώνα! Σ’ αγώνα!

Εμπρός μακεδόνες, Εμπρός!

Χτυπάτε, συντρίψτε και δώστε

Στο σκλάβο Λαό Λευτεριά!»

Ο Σώτηρ πετούσε. Ήταν έτοιμος να τρέξει και να μπει κι αυτός στην ομάδα τους. Μα ξαφνικά μέσα από τη φάλαγγα των νέων βγήκε η μπάμπα-Γκίτσα, γελαστή, θριαμβευτική. Άνοιξε διάπλατα τα χέρια της και πέταξε κατ’ επάνω του. Η μαύρη της μαντήλα λύθηκε και σαν χτυπημένο μαύρο κοράκι έπεσε στα πόδια των νέων παρτιζάνων που βάδιζαν στη φάλαγγα. Τ’ άσπρα της μαλλιά άστραψαν στον ήλιο σαν αληθινό ασήμι. Τον αγκάλιασε. Ο Σώτηρ μόλις και συγκρατεί τα δάκρυά του, τους λυγμούς του. Κλαίει η καρδούλα του από τη μεγάλη χαρά.

-Μη Σώτηρ, μη παιδάκι μου! Χαίρου! Τάχα νόμισες πως σε ξέχασα; Τη μάνα σου και το μπαμπά σου φέρνω, να τους!

Μπρος στο Σώτηρ στάθηκαν δυο νέοι γελαστοί παρτιζάνοι: μια γυναίκα κι ένας άντρας. Πόσο του ήτανε γνωστοί. Τα πρόσωπα αυτά ο Σώτηρ τα ήξερε. Πού τα΄χε δει;… Δηλαδή αυτοί ήταν οι γονείς του, η μάνα του κι ο μπαμπάς του!… Ακράταγος άνοιξε τα δυο του χέρια και χύθηκε με δύναμη να τους αγκαλιάσει…

-Πατέρα! Μητέρα!

**

Ο «Μπέλκο», το σκυλί του, γαύγισε δυνατά, πήδηξε από δίπλα του κι έτρεξε προς το «Ντούλοτο». Τρεις κατσίκες είχαν απομακρυνθεί και χύμηξε να τις συμμαζέψει. Ο Σώτηρ ξύπνησε θαρείς από λήθαργο. Έτριψε τα μάτια του και δε μπορούσε να πιστέψει πως ήταν όνειρο, ένα μεγάλο, υπέροχο όνειρο. Στ’ αυτιά του ακόμα αντηχούσαν τα επαναστατικά τραγούδια των παρτιζάνων. Κάτι έσφιξε την καρδιά του

-Ναι, σήμερα είναι 2 Αυγούστου, σήμερα είναι Ήλιντεν! – είπε σιγά μέσα του.

Ο ήλιος βασίλευε πίσω από το Πέλιστερ. Έμασε τα γιδοπρόβατά του και τράβηξε για το χωριό. Στον αυχένα στάθηκε για λίγο και κοίταξε κατά το Γράμμο. Ε, εκεί, εκείνη η κορφή εκεί, είναι ο «Κλέφτης». Εκεί έπεσε ο πατέρας του!

***

Немаше две години Сотир кога остана сираче од майка и од татко во скутот на седумдесет—годишната баба му Гица. Майка му Неда падна во 1949 година на Мали—Мади, на п. „Бучи” , кога неприятелот се имаше качено на Попова—поляна. Тогаш Демократската армия отстапуваше кон границата. Неда истрча на повикот на организацията на соберуванье на ранетите. Од цицката го одби Сотира и веке не се врати назад… Таму до „Локвата” ги имаа настигнато аеропланите и со ракети ги здробия сите раненосачки и ранети. Татко му Томе се врати во крайот на пролетта на 1948 год. Од Хасията, се одби за два—три дена во село да си я види невестата и синот Сотир, кой тогаш беше 6 месеци, и замина на Грамос. По неколку време—во август—загина на „Клефтис” како стрелец на тежок митралез. Сотир дури слика нема од майка и татко. Но знае како изгледа. Се пропадна во пламоците кога неприятелот го стапна селото и го запали.

Кога Сотир беше на 9 години умре баба—Гица. Сотир остана сосем сам во светот. Тогаш го прибрал Гелецки. Му даде парче леб, го облече со ветвите алишта од своите деца и го испрати да му ги паси бравите. Не беа кой знае колку. Но мегю овците имаше неколку кози, па нали се проклети, се по нив трчаше да ги варди од зияни.

Сотир ойде само една година во школо. Но од децата на Гелецки се научи да ги чита не само главните букви. Дури и по нашенски се научи малце. Разликата не е голема. Изрезаните букви по старите буки и дабови уште од старите комити, той ги читаше со своята детска фантазия.

Сотир често го тераше стадото кон „Локвата”. Тука той я посетуваше чешмулката, „Арамиската падина”, пештерата мегю големите буки, одеше кон „Дулото” . Често во него фрлаше камен поголем од човечка глава и цели десет и пове минути чекаше да го чуе шумот, кога той стигнуваше на дното, или пак се удираше по страните и леташе уште надолу во темната бездна. Тука комитите ги фрлале осудените на смрт лоши турци — зулумджии и македонци—народни издайници…

Сотир имаше чуено многу приказни и легенди за овие места од баба си за комитите, па и за поновите борби, за партизаните. Но какви чудни приказни той читаше по сите тие места со своята детска фантазия. Той по цели саати се заборавуваше гледайки ги водйето на „Локвата”, како да чекаше од нив да искочат ликовите на майка си и татка си. А после очите му се наполнуваа со солзи. Кога на ужина го потераше стадото кон село и се искачуваше нагоре по ридот, той се свртуваше за миг и долго уперуваше поглед кон Грамос. Той знаеше за „Клефтис” и чиниш, дека го гледа врвот, каде остана татко му. Му се сака да верува, дека е оной врв што го крева високо челото, како борец пред растрел.

***

Седум години поминаа одкако умре баба—Гица. Сотир не може да я заборави. Тука на „Локвата” нейзиниот спомен со безкрайните приказни, добива крв, се оживува. По патечките и бигорите, по карпите и копачките, по буквите и дабовите той ги гледа трагите на прадедите. Той тргнува по нивните стапкии насекаде во ехото го дофакя нивниот глас. По облаците што се одразуваат во „Локвата” той се носи мислено во далечното минато. И каде не патува Сотир!

Летото тука е многу жешко. Кога го напечат карпите—сеедно си во фурна. Во такво време, Сотир седна на сенката до еден огромен бигор, изникнат како зелена габа. Си я отворува торбата и му дава на Белко еден голем комат леб, кой го излапува надве— натри, тотем се спуштува по козите, истрчува до „Дулото” , я обиколува два—трипати „Локвата”, излаюва то неколкупати на сите правци и се вракя со исплезнет язик за да се истргни по край Сотир на сенката. Мараньата се треси во воздухот и го премрежува и погледот и умот. Тогаш дремка ти се дреми.

Сотир се предаде неусетно во еден приятен Унес. Топло ветерче ги погали црвените капинки. Еден далечен кавал долитна до неговото уво: свиреше ветва заманска мелодия… По него писна гайдата. Ги отвори тешките клепачи.

Што пулам? се запрашал.

Од кон Брезница и В’мбел, од Смрдеш и Косинец, од Д’мбени и Габреш многу народ — цели села — гредеа кон „Локвата” .

Да, денеска е 2 август! Денеска е Илинден! — се сети Сотир. Што не му имаше раскажано баба Гица за празникот Илинден! Секоя година, околните села го празнуваа тука на „Локвата”. И ете сега, сега гредеа пак и колку се приближуваа, той ги разликуваше… И носеабайраци, а на нив… Да, на нив илинденски знаци: „Смрт или слобода”. Први врвеа мажите, мажи со бради… Та овие се комити! Та овие се Илинденци! Еве го Лазо Поптрайков, Лазо Москов, Васил Чакаларов, Митре Влао, Пандо Кляшев и Поповски… еве го и Гоце Делчев… и Яне Сандански… Сите пеат и нивните мокни гласови я заглушуваат гайдата: ” … Не сакаме богатство, не сакаме пари,

сал’ сакаме слобода, човечки правини!”

Се и се приближуваат: Сотир дури го слуша и дрнканьето на нивните карабинки и вишеклици. По поясите ги гледа пи штолите, а по новоите — ножовите.

Леле, какви се страшни со тие долги бради, со тие големи коси!

Еден го приближи и го запраша:

Ти, чие дете си?

На Томе Минджовски. Вие го знаете татко ми?… Го видовте? … Ах, яс само не го имам видено!

Брадестиот комита се заслеал со широка усмивка:

Ти си Сотир, синот на Томе, правнукот на Минджо. Каков юнак беше дедо ти! А татко ти уште поюнак, да знаеш!

А майка ми?—запрашал жедно Сотир. А майка ми я знаете?

Измег’у насобраните лугье излезе напред една многу убава жена, промената и со нанизи жолтици накитена:

За майка ти Неда? Яс ке ти речам сине. Сербез жена беше майката. Майка ти Неда, мене ми е правнучка од сестра.

Сотир жедно ги гледаше овие страшни, пак човечки комити, овие убави и променати жени. Сакаше уште нешто да ги праша, уште нешто да му кажат за татка му и майка му. Но тие брзаа кон „Дулото”. Икога нивната песна огаенуваше, од ридот се покажаа нови колони луг’е и нови песни я наполния местноста. Кон него се приближуваа наоружени младинци и младинки, со накривени капчиня, со шмайзери и томсови. Зборовите на нивната песна Сотир ги чуеше ясно:

…Се што напиша Ригас Фереос

в овие стари времина,

во живо дело го створия

балканските партизани”…

Од основната колона с е оддели една група младинци—девойчиня и момци—и тргнаа направо кон Сотир. Две партизанки држеа високо еден плакат во кой Сотир прочете: „Да живее Илинден! Да живее слободата!” Нивните свежи гласови бучеа наоколу:

…Во борба! во борба! во борба!

македонски народе!

За света народна слобода

со песни и радост се мре!”

Сотир сеедно што лети. Той е готов да тргни и се замеши со нив. Но во той момент измегю младинците изникнува баба Гица, засмеяна, сияйна. Ги отворила ранете и лета кон него. Црната шамия се одврзува и како застреляна црна птица пагя над нозете на младите партизани што маршираат. Нейзината бела коса блеснува од сонцето како вистмнско злато.  Го згушнува. Сотир одвай си ги задржува солзите и липаньето што го стега на грло. Срцето му плачи од немерна радост.

Немой Сотире, радвай се сине! Не мисли дека те заборавив! Майка ти и татко ти, ти ги вода, еве ги!

Пред Сотир застанаа два младинци, здрави и засмеенн партизани: маж и жена. Толку му беа познати! Та той тие ги знаеше! Каде ги имаше видено?… Значи тие му беа майка му и татко му!… Незадржливо ги отвори йобете раце и истрча кон нив силно да ги згуши…

Од градите му се откина еден силен вик, што сам се потресе!

Тате! Мамо!…

***

Кучето Белко залая силно и исплашено скокна покрай Сотира од кон „Д улото”. Три кози се имаа оддалечено и одеше да ги сврги наваму. Сотир се разбуди од длабокиот сон. Ги истри очите и уште не можеше да поверува, дека сето това било само еден сон. Еден убав сон! Во неговите уши бучея бунтовните песни на партизаните.

Нешто тешко му легна на срцето:

Да, денеска е 2 август, денеска е Илинден! —рече тивко на себе.

Сонцето зайдуваше кон Пелистер. Ги собра бравите и тргна кон село. На ридот се запра и погледна кон Грамос: Е, оной врв е „Клефтие” . Таму падна таткому!…

Το διήγημα στα ελληνικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πυρσός», δίμηνο εικονογραφημένο εκπολιτιστικό μορφωτικό περιοδικό, τεύχος 5/ 1963, σ.σ.18-19 και υπάρχει στο ψηφιακό αρχείο των ΑΣΚΙ. Στην ντόπια μακεδονική γλώσσα της ελληνικής Μακεδονίας δημοσιεύτηκε στον «Λαϊκό Αγώνα», όργανο του συλλόγου των πολιτικών προσφύγων της Ελλάδας στη Λ.Δ. Ουγγαρίας, Σάββατο 27 Ιούνη, Χρόνος XV, αρ.φ.52, σ.4 και αρ.φ.53, Τετάρτη 1 Ιούλη 1964, σ.4.

Βλ.επίσης

Σλαβο-μακεδονική ποίηση: Κόστα Ράτσιν – Γλαυκές Αυγές (1939)

Αλέξη Πάρνη: Ο παληός καϋμός του γερο-Τράικου (10/03/1949)

Αλέξη Πάρνη: Τσφέτα – Η ηρωίδα του σλαβομακεδονικού λαού (Στην επέτειο του Ήλιντεν) (31/7-09/08/1949)

2 thoughts on “Πασκάλ Πασκάλεφσκι: Λόκβατα (Паскал Паскалевски: Локвата)

  1. αντισοσιαλιμπεριαλιστης 19 Νοεμβρίου, 2020 στο 11:14 πμ Reply

    Απο την εισαγωγη σας ευκολα θα μπορουσε να συμπαιρανει κανεις οτι δηθεν η αστοδημοκρατικη Ε.Ε. ειναι το ιδιο επικινδυνη για τους λαους οσο ειναι και η Ρωσια. Λετε οτι εργο των αντιιμπεριαλιστων ειναι να αναδειξουν τον κοινο εχθρο, τον ιμπεριαλισμο. Ομως ο ιμπεριαλισμος δεν ειναι ενας και αδιαιρετος. Καθηκον των λαων ειναι να ξεχωρισουν τον πιο επικινδυνο απο τους ιμπεριαλισμους και να στρεψουν ολα τα πυρα τους προς αυτον, δηλαδη πρεπει να ιεραρχησουν τους εχθρους τους.
    Ο μονος λογος που κανω αυτο το σχολιο ειναι επειδη βρισκω το περιεχομενο αυτης της σελιδας πολυ ενδιαφερον και επειδη εχω δει οτι δεν κανετε τα στραβα ματια οσο αναφορα τους Ρωσους οπως κανουν αλλοι της λεγομενης αριστερας

    • parapoda 21 Νοεμβρίου, 2020 στο 7:22 πμ Reply

      Δεν μπορούμε να απαιτούμε από τον κάθε λαό συγκεκριμένα, όχι απλώς να κάνει τα «στραβά μάτια», αλλά να μην αφήσει ούτε ένα «πυρό» για τον ιμπεριαλισμό που βιώνει ως πιο επικίνδυνο όχι απλώς στον κόσμο, αλλά στην ίδια του τη χώρα. Δεν μπορούμε να απαιτούμε την εγκατάλειψη των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων και των αγώνων για ανάκτηση της κυριαρχίας, ζητώντας «συμμετοχή» σε έναν θεωρητικό για τον πολύ κόσμο αγώνα. Δεν είναι πολιτικός αγώνας κάτι τέτοιο. Δεν μπορούμε, για να χωρέσουμε στην προκρούστεια υποκειμενική αντίληψή μας την πραγματικότητα, να κάνουμε τα «στραβά μάτια» για την κάθε ΕΕ, καλλωπίζοντάς την ως «αστικοδημοκρατική», και να μη βλέπουμε ότι δεν πρόκειται για πραγματικά εθελοντική ένωση: να απαιτούμε να εγκαταλείψουν πολλοί Αφρικανοί τον αγώνα ενάντια στη γαλλική (κυρίως και τώρα) νεοαποικιοκρατία, οι Παλαιστίνιοι τον αγώνα εναντίον των σιωναζί, τα πυρά των οποίων δέχονται, κ.ο.κ.. Τη λογική υπαγωγής στον Συμμαχικό Αγώνα «όλων» των πυρών την είδαμε στην Ελλάδα το 1944, με τα γνωστά αποτελέσματα. Μήπως να επιτρέψουμε και την παρουσία εκπροσώπων του «Συμμαχικού Στρατηγείου» (Αμερικάνων, εν προκειμένω), σε κάθε ΚΟΒ, όπως και τότε; Γιατί, αφού δεν ήταν ο κύριος λόγος της ήττας αυτή η παρουσία… Εν κατακλείδι, ένα πράγμα το ποιος είναι ο πιο επικίνδυνος από τους ιμπεριαλισμούς για τον κόσμο, και άλλο για την κάθε χώρα (όπου οι συσχετισμοί των διαφόρων ιμπεριαλισμών είναι διαφορετικοί) και φυσικά άλλο το «όλα» τα πυρά. Η νίκη επί του κύριου ανά χώρα ιμπεριαλιστή ανεβάζει το πολιτικό επίπεδο και, υπό προϋποθέσεις (ιδεολογικής δουλειάς για τη διάκριση τυπικής και ουσιαστικής κυριαρχίας), μπορεί να αντιταχθεί (ακόμα και κατά τη διάρκεια του αγώνα) και σε πιο δόλιους ιμπεριαλισμούς, όπως ο ρωσικός. Η ανάλυσή σου δεν είναι απλώς μηχανιστική μεταφορά από άλλη χώρα και άλλη εποχή της θεωρίας των τριών κόσμων, αλλά και δογματική «μετεξέλιξή» της. Με πρακτικές συνέπειες, ολέθριες για τους λαούς και θετικές για τον ιμπεριαλισμό ως σύστημα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: