Κάθε Ιούλη «επιβεβαιωμένοι» και «δικαιωμένοι» (ή να τελειώσουμε κάποτε με τον σεχταρισμό)

Παρέλαση «επιβεβαιωμένων» και «δικαιωμένων» λαμβάνει χώρα αυτές τις μέρες καθ’ άπασα την επικράτεια (ιδίως του «χώρου»), με αφορμή τη συμπλήρωση 7 χρόνων από την προκήρυξη και διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για τη συμφωνία με τους δανειστές της χώρας και την kolotoumba. Με «τεκμήρια» κάποια άρθρα ή αναρτήσεις τους στο διαδίκτυο επαίρονται όλοι αυτοί οι παρελαύνοντες γιατί «αυτοί τα ‘λεγαν». Τόσοι πολλοί είναι οι παρελαύνοντες που εύλογα αναφύεται το ερώτημα αν, τελικά, έχει απομείνει κανείς που δεν «επιβεβαιώθηκε» ή «δικαιώθηκε».

Το ερώτημα, βεβαίως, από το οποίο πρέπει να ξεκινά κανείς είναι «τι σημαίνει επιβεβαίωση/δικαίωση». Γιατί «επιβεβαίωση/δικαίωση» κάποιου δεν έρχεται με τον ισχυρισμό ότι «αυτός τα ‘λεγε». Πρώτα από όλα, το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου είναι να «τα λες». Για παράδειγμα, «επιβεβαιωμένος/δικαιωμένος» μπορεί να αισθάνεται κανείς που την περίοδο 2010-2015 και ιδιαίτερα 2010-2012, έλεγε ότι «μόνο με σοσιαλισμό αλλάζει η κατάσταση», ή – για πιο σκληρά γούστα – «μόνο με ένοπλη επανάσταση αλλάζει η κατάσταση». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, έτσι, εσαεί, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων εξελίξεων, θα βγαίνει αυτός «επιβεβαιωμένος/δικαιωμένος». Μπορείς να «τα λες» αυτά, λοιπόν, και να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου, λίγο πριν πεθάνεις, ότι «έκανες το καθήκον σου», αφού εσύ είχες ξεκαθαρίσει σε όσους σε άκουγαν ότι «είναι ο καπιταλισμός» (προσθέτοντας, αν έχεις και ελάχιστη πίστη στο λαό, παρότι επαναστάτης, και δη στον κινητοποιημένο, το «ηλίθιε»). Οπότε, δεν χρειάζεται να συνεχίσεις την ανάγνωση του άρθρου αυτού.

Για να σοβαρευτούμε, όσοι, κομίζουν άρθρα και αναρτήσεις τους ως «τεκμήρια επιβεβαίωσης/δικαίωσης», καθόλου επιβεβαιωμένοι/δικαιωμένοι δεν είναι. Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι το θέμα δεν είναι μόνο τι λες, αλλά και τι κάνεις. Και αυτό, το τι κάνεις και το τι έκανες είναι που πρέπει να κριθεί. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο μιας ολόκληρης περιόδου, της περιόδου  2010-2015 και ιδιαίτερα 2010-2012, όπου ξέσπασε ένα τεράστιο λαϊκό κύμα αγανάκτησης με τα αντιλαϊκά μέτρα, απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος και πρωτοφανούς, μετά από δεκαετίες, αριθμού «ευήκοων ώτων». Κι όχι, απολυτοποιώντας (καίτοι όντας του… «επαναστατικού δρόμου») τη στιγμή του δημοψηφίσματος (που και λάθος να ήταν η τοποθέτηση κανενός υπέρ της συμμετοχής σε αυτό – που δεν ήταν, αλλά δεν θα γίνει λόγος εδώ για αυτό –, θα επρόκειτο για λάθος τακτικής, όχι για στρατηγικό, όπως λέγαν και οι εγκάθετοι της «6ης Ολομέλειας» του ‘56 για την αποχή του ‘46).

Για να δούμε, λοιπόν, αν και ποιος «επιβεβαιώθηκε/δικαιώθηκε», πρέπει να συζητήσουμε το πλαίσιο και, έπειτα, με βάση αυτό, τις πράξεις.

Τι ζήσαμε το 2010; Το πρώτο ιδιαίτερο στοιχείο δεν ήταν η περαιτέρω απόλυτη εξαθλίωση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων γενικά (που εκείνη την περίοδο είχε και έκτοτε έχει μια «ποιοτική αναβάθμιση», δηλαδή, δεν είναι μόνο «ποσοτική», συνεπώς, όπως θα δούμε, δεν φτάνουν τα γνώριμα εργαλεία, π.χ. συνδικάτα, για την αντιμετώπισή της), αλλά η ρήξη της άτυπης συμμαχίας μεγαλοαστικής τάξης-μικρομεσαίων στρωμάτων. Από τα τελευταία, είχαμε μια άμεση συνθηκολόγηση από τα ανώτερα (και όσους αυτά επηρέαζαν ιδεολογικά άμεσα), μια διάθεση των πιο «ενδιάμεσων» για συμβιβασμό το συντομότερο – που αλληλοδιαδεχόταν την  έκφραση αγανάκτησης, σταδιακά όλο και σπανιότερα – και ένα πιο ριζοσπαστικοποιημένο τμήμα των κατώτερων, χωρίς ωστόσο να έχει ξεχάσει τις «παλιές καλές εποχές» (που σημαίνει, όλο και λιγότερη διάθεση για κινητοποίηση) και χωρίς να έχει διακόψει την επικοινωνία του (βλ. ιδεολογική επιρροή) με τα δύο ανώτερα αυτού στρώματα.

Σε κάθε περίπτωση, και παρά την (σε διαφορετικό βαθμό) ταλάντευση διαφόρων πρώην μικρομεσαίων στρωμάτων, οι δυνάμει ενδιαφερόμενοι (συμπεριλαμβανομένων των περισσότερο ταλαντευόμενων) για το σχηματισμό ενός κοινωνικού μετώπου ανατροπής της κατάστασης φτωχοποίησης ήταν περισσότεροι από ποτέ. Αυτό, βέβαια, αν εμφορούμαστε, που πρέπει να εμφορούμαστε και να κινούμαστε με το σκεπτικό «όσο πιο πλατιά η επίθεση, τόσο πιο πλατύ το μέτωπο».

Όμως, ακόμα και ένα κοινωνικό μέτωπο όλων αυτών δεν θα αρκούσε. Γιατί το δεύτερο ιδιαίτερο στοιχείο ήταν η πρωτοφανής ποιοτική «αναβάθμιση» της εξάρτησης της χώρας συνολικά, με παρέμβαση κι άλλων ιμπεριαλισμών, πέραν των δυτικών (που, έτσι κι αλλιώς, είχαν λόγο στη διαμόρφωση του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος). Το μέτωπο, λοιπόν, έπρεπε να είναι πολιτικό και όχι μόνο κοινωνικό, αφού έπρεπε να αρθρώνει λόγο συνολικά για την πορεία της χώρας, του κράτους (δεν εννοείται εδώ ο δημόσιος τομέας), στα πλαίσια της κρίσης του 2008 που «γενίκευε» τη γενική κρίση του καπιταλισμού και έδινε χώρο σε άλλους πλην των δυτικών ιμπεριαλιστών να παρεμβαίνουν όλο και πιο πολύ. Το να μιλά κανείς με όρους χώρας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη συμπερίληψη στο προαναφερθέν εκτεταμένο κοινωνικό μέτωπο των απειροελάχιστων εκείνων (ερώτημα είναι, μάλιστα, αν, στις συνθήκες της Ελλάδας, υπάρχουν) μεγαλοεκμεταλλευτών που θα μπορούσαν να θίγονται από την υποβάθμιση της χώρας. Αντίθετα, σημαίνει, πέραν της απάντησης στην πραγματικότητα, και διεύρυνση των δυνατοτήτων για μεγαλύτερη συμμετοχή εκείνων των μελών των κατώτερων μικρομεσαίων στρωμάτων και της εργατικής τάξης που ανέκαθεν είναι τα πλέον επηρεασμένα ιδεολογικά από τα διάφορα αφηγήματα της μεγαλοαστικής.

Συν τοις άλλοις, για όσους αμφιβάλλουν, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η προαναφερθείσα ρήξη μεγαλοαστικής τάξης-μικρομεσαίων στρωμάτων εκφράστηκε καταρχάς στο κομματικό σκηνικό (κατάρρευση ΠΑΣΟΚ, δημιουργία Δημ.Αρ, αξιοποίηση του «χαρτιού» ΛΑΟΣ κλπ.), αλλά και συνολικά στο πολιτικό σκηνικό της μεγαλοαστικής τάξης, το οποίο απονομιμοποιήθηκε σε πρωτοφανή βαθμό. Η απάντηση που έπρεπε να δοθεί, επομένως, αφορούσε συνολικά μια νέα δομή του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, υπήρχαν τόσα ευήκοα ώτα. Αναμφίβολα, λοιπόν,  δεν μπορούν να καμώνονται τους «δικαιωμένους/επιβεβαιωμένους» αυτοί που μιλούσαν «άλλη γλώσσα» από αυτή που μπορούσαν να καταλάβουν τα «ευήκοα ώτα». Εδώ δεν μιλάμε μόνο για τη μορφή απεύθυνσης, για το γλωσσικό ύφος κάποιου ή για το αν μόνο αφίσες κόλλαγε και δεν είχε καν σελίδα στο fb (παρότι ζήσαμε ως και την καχυποψία-συνωμοσιολογία έναντι των πλατειών κάποιων «μπαρουτοκαπνισμένων», με το επιχείρημα το ότι «δεν έγινε κάλεσμα στις 25/5/11 με αφίσα»). Εισερχόμαστε, με αυτό, στον τομέα της πράξης. Γιατί πράξη είναι και η προσαρμογή στη νέα κατάσταση, στο γεγονός δηλαδή ότι υπάρχουν όσο ποτέ άλλοτε ευήκοα ώτα, σε όσους έχουν διάθεση να ακούσουν το οτιδήποτε. Πιάνονταν από τα μαλλιά τους τότε πολλοί. Η πλάκα είναι ότι, αν το επιχειρούσαν συστηματικά, θα εύρισκαν ενδιαφερόμενους ακόμα και οι προαναφερθέντες οπαδοί της άμεσης –  χωρίς καν τις οργανωτικές, πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις – κήρυξης «ένοπλης επανάστασης» γενικώς και αορίστως.

Ο φόβος, όμως, της «αλλοίωσης» του «στίγματός» μας («ταξικού», εννοείται) οδήγησε σε ακινησία. Αυτή η ακινησία είναι αντανάκλαση του μικροαστικού φόβου για το άγνωστο, το μεγάλο, που συνιστά ο «όχλος», αυτός που «δεν ξέρει», αυτός που δεν έχει επαρκή «ταξική συνείδηση». Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η ακινησία ήταν απευθείας προϊόν όχι μόνο της ιδεολογίας της μεγαλοαστικής τάξης (ενίοτε όχι μέσω των ευρεθέντων σε ρήξη με αυτή μικρομεσαίων στρωμάτων) που κηρύσσει ότι «δεν αλλάζουν τα πράγματα» (με την προσθήκη από κάποιους της τάχα κόκκινης σάλτσας «…αν δεν καταλάβει ο λαός ότι χρειάζεται σοσιαλισμός»), αλλά και της πολιτικής της που ανάγεται στο μεταπολιτευτικό συμβόλαιο, με τους «καθαρούς» και «συνεπείς» στην «γωνίτσα τους», την οποία, βέβαια, απλόχερα τους την είχε χαρίσει το καθεστώς.

Ασφαλώς, μπορεί να εγερθεί το ερώτημα περί ηγεμονίας ενός τόσο πλατιού πολιτικού μετώπου. Όμως, πότε η εργατική τάξη ήταν εξαρχής επικεφαλής ενός πλατιού πολιτικού μετώπου; Σπάνια, και υπό προϋποθέσεις που δεν υπήρχαν το 2010, ούτε τώρα, όπως π.χ. η οργάνωσή του πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης ενίοτε και πριν από το ίδιο το εργατικό κίνημα (Ρωσία). Άλλωστε, κάποιοι συγχέουν την αριθμητική υπεροχή της εργατικής τάξης με την ηγεμονία. Συνήθως είναι αυτοί που ποτέ δεν αναρωτιούνται για την ίδια την κοινωνική σύνθεση της οργάνωσής τους (τα επαναστατικά-τριτοδιεθνιστικά ΚΚ, πάντως, τόση σημασία έδιναν, που δημοσίως έθιγαν το εν λόγω ζήτημα και την ανέφεραν με ποσοστά και αριθμούς). Είναι οι ίδιοι που προτείνουν απεργία κάθε τρεις και λίγο, κρίνοντας ενίοτε μόνο από τον κλάδο που ανήκουν τα στελέχη τους, τις επιτυχίες (σε όρους μαζικότητας) απεργιών σε κλάδους με μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων ή επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό προσωπικού ή με μεγάλη συμπαράσταση από το λαϊκό ή απλώς καταναλωτικό κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η ηγεμονία έρχεται με την πράξη, δεν κηρύσσεται, ούτε επιβάλλεται συνταγματικά (όπως είδαμε στην περίπτωση του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, που τίποτα δεν διασφάλισε), πολλώ δε μάλλον εκ των προτέρων.

Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι λόγος γίνεται για «μέτωπο» και όχι «συμμαχία». Τα μικρομεσαία στρώματα έπρεπε (και πρέπει) να εκφραστούν μέσα από τους δικούς τους πολιτικούς φορείς, όχι με ξυπνητζίδικες προτάσεις για «κοινωνικές συμμαχίες» όπου ένα πολιτικό κόμμα κρύβεται πίσω από αυτές και οι άλλοι παραμένουν ανένταχτοι. Πρώτα από όλα, αυτά τα ίδια τα στρώματα ζητούσαν (και θα ξαναζητήσουν) συμμετοχή στα μεγάλα ζητήματα, της πορείας της χώρας κλπ. Άρα, έπρεπε να εκφραστούν μέσω κομματικών φορέων. Δεύτερον, δεν έχουμε ξεπεράσει εκείνη την εποχή που ξεκίνησε από τη δεκαετία του ’50 και μετά, όπου τα στρώματα αυτά, ενθαρρυμένα και από τη σχετική οικονομική αναβάθμισή τους, είχαν αποκολληθεί οργανωτικά από το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης και, ακόμα, εμφορούνται από κάποια καχυποψία. Τρίτον, όπως είδαμε στην περίπτωση των ευρωπαϊκών ΛΔ, μόνο κακό έκανε η – μερικώς ενθαρρυμένη και από την αντιμετωπική ελέω ρεβιζιονισμού πολιτική που έπληξε, από ένα σημείο και μετά, κάποια ενοποιημένα εργατικά κόμματα – πρόωρη οικειοθελής διάλυση πολλών μικροαστικών κομμάτων και η προσχώρηση των μελών τους στα ενοποιημένα εργατικά κόμματα (και παρότι η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού δεν οφείλεται σε αυτό).

Επίσης λάθος είναι και η πρόταση για διάχυση όλου αυτού του μετώπου τάξεων και στρωμάτων σε ένα «αμεσοδημοκρατικό ενιαίο κόμμα των μελών», αντί για οργάνωση του σε πολιτικό μέτωπο. Όπως έχουμε δει πολλάκις, όχι μόνο δεν διασφαλίζεται η συμμετοχή όλων των τάξεων και στρωμάτων και η δημοκρατική διαπαιδαγώγηση των μελών τέτοιων επουδενί «ενιαίων» χυλών, αλλά ακόμα πιο κρυφά δημιουργούνται ιεραρχίες και αρχηγικοί φορείς και παρασκηνιακές συνεννοήσεις με το καθεστώς, με ακόμα μεγαλύτερη ζημιά από όση μια απλή (και αναμενόμενη) άμπωτη.

Υπάρχουν, βέβαια και κάποιοι που, σε γενικές γραμμές, πάνω-κάτω, συμφωνούσαν με τα παραπάνω και τότε. Έκαναν λόγο για ανάγκη δημιουργίας πραγματικών μετώπων λαϊκής, αντιιμπεριαλιστικής πάλης. Όμως, το ερώτημα που πρέπει να τους τεθεί είναι αν έχουν να επιδείξουν έστω μία σχετική πρωτοβουλία, μία πρόταση σε έναν φορέα ή έστω άνθρωπο εντελώς διαφορετικό από αυτούς, και βεβαίως, ούτε καν ρητά αριστερό. Πόσο «κάηκαν» σε αυτόν τον «χυλό» των μη αριστερών, ποιες εμπειρίες αποκόμισαν από αυτές τις κινήσεις τους. Αυτό θα αφορούσε το μέλλον. Τίποτα. Γι’ αυτό συνεχίζουν σαν να μην έγινε τίποτα το ιδιαίτερο. Μάλιστα, «δικαιωμένοι» πλέον, είναι ακόμα πιο σφιχτοί, ενώ το τεράστιο δυναμικό εκατοντάδων χιλιάδων (αν όχι εκατομμυρίων) ανθρώπων που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αγωνίστηκαν, εξακολουθούσε για καιρό να προτάσσει την ανάγκη για συμμετοχή στην πολιτική.

Υπάρχουν και αυτοί που «τα έλεγαν» ότι ο Σύριζα είναι το νέο Πασόκ, νέος ευνοούμενος από το καθεστώς, και θα προδώσει. Όμως, το ερώτημα τίθεται και σε αυτούς: ποιες πρωτοβουλίες πήραν, ώστε να αποτρέψουν τα σχέδια του καθεστώτος για ανασύνταξη του κομματικού του συστήματος με άξονα ή (έστω μερικό) πυλώνα τον Σύριζα; Τι έκαναν για να τον διαλύσουν εν τη (τρίτη) γενέσει του, να του αποσπάσουν «συνιστώσες», ιδίως αυτές που του έδιναν άλλη ποιοτική διάσταση, άλλο χρώμα από το ελιτίστικο που είχε ως τότε, κι αυτό ασχέτως της δυσκολίας που έχει αυτό το καθήκον, καθώς έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τη γλύκα του χρήματος; Γιατί, εδώ, πρέπει να ρωτήσει κανείς όλους τους «δικαιωμένους/επιβεβαιωμένους». Τελικά, κλονίστηκε μερικώς, έστω, ή όχι, αρχικά, το καθεστώς; Όποιος λέει όχι, είναι ήδη παραιτημένος και απλώς δεν το ομολογεί, προβαίνει σε εγκεφαλικά κατασκευάσματα για την απεικόνιση του λαϊκού κινήματος ως συντεταγμένου, με ομόκεντρους κύκλους, γύρω από το κόμμα του (τους οποίους το ίδιο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία είχε πια απορρίψει, βλ.π.χ. Παγκόσμιο Κίνημα Ειρήνης ή Δημοκρατική Ένωση στην Ελλάδα). Αν, πάντως, όντως, κλονίστηκε, τότε, θα έπρεπε να περιμένουμε την απάντησή του. Ότι θα ανασυνταχθεί. Και άρα, ότι ο χρόνος που διαθέταμε, με τέτοιο έμπειρο αντίπαλο, ήταν λίγος. Επουδενί, λοιπόν, δεν έπρεπε να περιμένουμε πρώτα την ήττα της πολιτικής του Σύριζα, αφού ξέραμε ότι το καθεστώς θα επένδυε στην απογοήτευση, θα την καλλιεργούσε, ούτε καν έπρεπε να περιμένουμε πρώτα το ξεφούσκωμα της αγανάκτησης, αφού η χώρα δεν μπορεί να κυβερνηθεί από πλατείες-«σοβιέτ». Κάποια στιγμή θα γινόταν η αναγωγή στη σφαίρα της πολιτικής, θα ενισχυόταν η «ανάθεση», θα ερχόταν η άμπωτη. Το ξέραμε.

Μην ξεχνάμε και κάτι άλλο: Η απονομιμοποίηση αφορούσε όλο το καθεστώς, όλο το πολιτικό σύστημα, δηλαδή, και τα πολιτικά κόμματα που φάνταζαν ως πιο αριστερά, αλλά και τα συνδικάτα, καθότι εκφυλισμένα (σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο). Βεβαίως, με αυτά, υπήρχε μια αλληλοεπικοινωνία (όχι ανταγωνιστική αντίθεση, όπως φαντάζονται διάφοροι λικβινταριστές αμεσο-αντι-δημοκράτες) όχι οργανωτικής μορφής (λίγο, λοιπόν, το να προτείνεις μόνο το «να παλεύουμε μέσα από τα συνδικάτα»), αλλά πολιτικής. Για παράδειγμα, οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις γίνονταν και κάποιες Κυριακές των Αγανακτισμένων, αλλά και σε γενικές απεργίες που τα τριτοβάθμια συνδικάτα προκήρυσσαν και τα αριστερά κόμματα στήριζαν οργανωτικά. Αυτή την αλληλοεπικοινωνία, λοιπόν, το καθεστώς θα την αξιοποιούσε. Και επειδή  μια χώρα δεν κυβερνιέται από συνδικάτα, θα αντεπιτιθόταν, θα επένδυε στην ανασύνταξη του κομματικού συστήματος πρωτίστως (ακόμα και η ιμπεριαλιστική Ρωσία εκεί επένδυσε). Να γιατί ανέσυρε τον Σύριζα (τον παλιό ΣΥΝ, βασικά, το παλιό ΚΚΕ εσωτ., ένα τμήμα από τους από το 1956 «δικούς του») και δεν έβγαλε ένα εντελώς νέο πολιτικό προσωπικό (φυσικά, αυτό δείχνει και το ότι ο κλονισμός δεν ήταν συθέμελος). Πολύ πιο επιτακτικό και κύριο, λοιπόν, ήταν το να αντιπροτείνει κανείς κάτι σε κομματικό επίπεδο και όχι «να παλέψουμε μέσα από τα συνδικάτα, τα οποία θα καθαρίσουμε από τη γραφειοκρατία», κάτι που ήθελε πολύ περισσότερο χρόνο, πολλώ δε μάλλον αφού το καθεστώς δεν είχε χτυπηθεί τόσο σε αυτά – ο παλιός δικομματισμός επέζησε εκεί και συχνά αντεπιτέθηκε από εκεί, αφού ήταν πιο εύκολο να κουρνιάσει εκεί. Άλλωστε, τα συνδικάτα θα καθάριζαν και θα καθαρίσουν μόνο αν και όταν θα μιλήσει κάποιος για το ρόλο τους σε ένα νέο πολιτικό σύστημα, μόνο με λόγο που προτάσσει συνολική αλλαγή για τη χώρα. Τότε είναι που θα αναδείξουμε το ρόλο αποκουμπιού που έπαιξαν και παίζουν για τον αντίπαλο, όταν γενικεύσουμε τον «πόλεμο».  Δεν καθάρισαν και δεν θα καθαρίσουν με την επίκληση απλώς της ανάγκης απόκρουσης μιας (ακόμα) αντιλαϊκής επίθεσης. Στον πόλεμο, άλλωστε, δεν ξεκινάς επιτιθέμενος στα προπύργια του αντιπάλου, αλλά από τα αδύνατα σημεία του. Και αυτό ήταν το κομματικό του σύστημα πρωτίστως.

Από αυτό, βέβαια, δεν συνάγεται ότι ο ΣΥΝ ή η όποια μετεξέλιξή του οπωσδήποτε δεν θα έπρεπε να έχει χώρο σε ένα τέτοιο πολιτικό μέτωπο, αφ’ης στιγμής εξέφραζε κάποια στρώματα που και αυτά ήταν «ριγμένα». Στο βαθμό που θα υπήρχε, θα έπρεπε να συμμετέχει, όπως αντίστοιχα όσοι πρώην βουλευτές προ του 1936 βρήκαν αυτοδικαίως θέση στις Κορυσχάδες ή όπως έγινε στη ΛΔ Βουλγαρίας, όπου στο Πατριωτικό Μέτωπο συμμετείχε ως και ο υποκινητής προπολεμικού πραξικοπήματος Στρατιωτικός Σύνδεσμος «Ζβενό». Δεν εξαφανίστηκαν με οξύ τα κόκαλά τους, όπως θα καλόβλεπαν σήμερα κάποιοι που «μισούν» τους ΣΥΝασπισμένους (αφήνοντάς τους να παίζουν μονότερμα, βέβαια). Φυσικά, δεν θα έπρεπε να συμμετέχουν για να καταλάβουν θέση ηγεμονική, όπως έγινε τελικά. Είτε, όμως, συμμετείχαν ως ΣΥΝ (ή μετεξέλιξή τους) είτε όχι, είτε με «επαναστατική» μάσκα με νέο προσωπικό, το βέβαιο είναι ότι, εκμεταλλευόμενο την ταλάντευσή τους, το καθεστώς θα πάταγε σε αυτά για να ανασυνταχθεί (και στην «παραίτηση» που αυτά μεταλαμπαδεύουν στα σεχταριστικά αριστερά κόμματα). Το μόνο σίγουρο, λοιπόν, είναι ότι δεν έπρεπε και δεν πρέπει να στρουθοκαμηλίζουμε, είτε δωρίζοντάς τα στον αντίπαλο ρητά είτε «αποκλείοντας» αυτές τις «ταξικές συνεργασίες» που, ούτως ή άλλως, έπρεπε και πρέπει να γίνουν, είτε από εμάς είτε από τον αντίπαλο. Οι «επιβεβαιωμένοι/δικαιωμένοι» δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μία πολιτική τους έναντι αυτής της ταλάντευσης, πώς θα την αξιοποιούσαν υπέρ τους. Έμειναν στα γνωστά.

Υπάρχουν και κάποιοι που, προκειμένου να κρύψουν το ότι δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να αποτρέψουν αυτή την κατάσταση, λόγω της σεχταριστικής τους στάσης, ισχυρίζονται στα σοβαρά ότι «ο Σύριζα δεν τους άφησε χώρο». Καταρχάς, ο Σύριζα από το Μάη του 2010 κυριολεκτικά δεν υπήρχε ως ενιαίος φορέας «στο δρόμο», στη βάση. Η διάσπασή του, μάλιστα, αποτυπώθηκε και εκλογικά, με το κατέβασμα Αλαβάνου το φθινόπωρο του 2010 στις περιφερειακές εκλογές. Το Φλεβάρη του 2011 έγινε κάποιο κάλεσμα για «επανεκκίνηση», όμως, όλοι ξέρουν ότι οι συνιστώσες του κινούνταν διαφορετικά: π.χ.επί Πλατειών (Μάης-Ιούλης 2011), ο ΣΥΝ κατέβηκε με αυτοκολλητάκια «να μιλήσει ο λαός» εκλογικά (με ένα σκίτσο με ένα χέρι που βάζει μια ψήφο σε κάλπη), άλλοι συμμετείχαν με τα περσινά ξινά σταφύλια του «δεν πληρώνω- δεν χρωστάω-δεν πουλάω», άλλοι συνέβαλλαν στο οργανωτικό συμμάζεμα των Πλατειών κ.ο.κ. Μόλις στα τέλη του ’11 άρχισε να «ξαναμαζεύεται» ο Σύριζα, και αφού είχε αποσαφηνιστεί η τοποθέτηση του καθενός στην αριστερά, βασικά, ότι καθένας θα συνεχίσει με μια από τα ίδια, μην αναγνωρίζοντας εμπράκτως την ποιοτική αλλαγή του 2010: είτε με αντι-πατατικό λόγο, είτε με «υπογραφές των χιλίων», είτε με «αριστερά ριζοσπαστικά μέτωπα», είτε με άτολμη σύμπραξη με τον ίδιο σου τον εαυτό με τον οποίον είχες προ αμνημονεύτων χρόνων διασπαστεί κλπ.

Δείγμα της μη επιβεβαίωσης/δικαίωσής των «επιβεβαιωμένων/δικαιωμένων» είναι και η στάση όλων αυτών την εφταετία που ακολούθησε: διασπώνται περαιτέρω, και, με το κλίμα να μη σηκώνει, αφού ούτε οι ίδιοι έχουν αλλάξει στο παραμικρό, αλληλοκατηγορούνται για το ποιος άφησε ανεκμετάλλευτες «δυνατότητες κλιμάκωσης» ή, έστω, «αντίστασης» που εκτιμούν (κρίνοντας εξ ιδίων, εκ του αγωνιστικού μικροκλίματός τους) ότι υπήρχαν εδώ κι εκεί. Κι όλα αυτά, ενώ ήξεραν την απογοήτευση που θα ξεσπούσε και που, εν γνώσει τους, άφησαν να επικρατήσει, «χάρη» στη σεχταριστική τους στάση, που το ίδιο το καθεστώς γνώριζε ότι θα επιδεινωνόταν μετά το ’15.

Παρ’ όλα αυτά, αν και οριακή, η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Ξεκινώντας, όμως, από τα βασικά: Αναγνωρίζοντας το πλαίσιο, και το τι θα ήθελε ο αντίπαλος από εμάς, το πώς αυτός μας εντάσσει στα σχέδιά του. Και αναγνωρίζοντας, συγκεκριμένα, ότι ο σεχταρισμός είναι (ο) πλέον θανάσιμος εχθρός. Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει έλλειψη από άλλη μια οργάνωση που «δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της», είναι «συνεπής» και ταξικά «αυστηρή». Αντίθετα, ένας κομμουνιστικός φορέας-οργάνωση (οργανωτικά, με αρχή, μέση και τέλος και με προσοχή στην κοινωνική του σύνθεση, ιδίως στην ηγεσία του) που να προτάσσει ένα πραγματικά αντιιμπεριαλιστικό (με αναλύσεις στη βάση αντιθέσεων και στη δυναμική τους διάσταση, όχι αντιδυτικό-ρωσόφιλο) και πολιτικό (όχι αριστερό) μέτωπο (όχι «συμμαχία» ή «των μελών»), που να δοκιμάζει στην πράξη να κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, που να καίγεται, έστω και στο χυλό, είναι που δεν υπήρχε το 2010-2015 και εξακολουθεί να μην υπάρχει. Όλοι, λοιπόν, κρίνονται από το αν μετασχηματίζονται προς τέτοιον φορέα, ή συμβάλλουν στη δημιουργία του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: