Η Δήλωση των Κομμουνιστικών & Εργατικών Κομμάτων στη σύσκεψη της Μόσχας (1957), η τοποθέτηση του ΚΚ Κίνας & οι «αντιρεβιζιονιστές» πλασιέ του ρώσικου ιμπεριαλισμού

Ένα από τα πρόσφατα αποτελέσματα της σύγχυσης στις τάξεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος την οποία σπέρνει ο ρώσικος ιμπεριαλισμός, είναι και η εμφάνιση κάποιων που, όντας πρακτορεύοντες τη γραμμή του ρώσικου ιμπεριαλισμού, ταυτόχρονα «αντιτίθενται» στον ρεβιζιονισμό του Χρουσιώφ.

Μετά την κατάρρευση του ρεβιζιονισμού στις ΛΔ και την υποχώρηση και μετάλλαξη του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού το ‘89-‘91, ο δεξιός οπορτουνισμός τέθηκε σε αμφισβήτηση από πλατιές προοδευτικές μάζες. Διάφορες θέσεις του ρεβιζιονισμού, όπως οι αυξημένες δυνατότητες για ειρηνικό πέρασμα στον σοσιαλισμό, έστω και στα λόγια απορρίπτονται πια από τους περισσότερους κομμουνιστές. Με την επίμονη δε δουλειά των αντιρεβιζιονιστικών-αντισοσιαλιμπεριαλιστικών δυνάμεων, χάρη, ομολογουμένως, και στη χρήση του διαδικτύου που ξεπέρναγε τα φυσικά εμπόδια των ρεβιζιονιστών-(φιλο-)σοσιαλιμπεριαλιστών, αναδείχθηκαν οι ολέθριες επιπτώσεις από την επισφράγιση της νίκης του ρεβιζιονισμού στο ΚΚΣΕ με το 20ό συνέδριό του το 1956.

Ωστόσο, ακόμα κι αν είναι λίγοι πια όσοι αποφεύγουν ακόμα και τώρα να αποκαλέσουν «ρεβιζιονιστικό» το ΚΚΣΕ από το 1956 και μετά, πολλοί περισσότεροι (ακόμα και εξαρχής αντιρεβιζιονιστές που έχουν «χάσει επεισόδια») είναι όσοι ταυτίζουν ρεβιζιονισμό με δεξιό οπορτουνισμό. Πράγματι, σε γενικές γραμμές μπορεί να αντιστοιχηθεί ο ρεβιζιονισμός με τον δεξιό οπορτουνισμό στην ΕΣΣΔ από το ’56 και μετά, για μια δεκαετία περίπου. Όμως, ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός, πέραν του ότι δεν είναι μόνο δεξιός, δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό ρεύμα. Έγινε πράξη. Και αυτό δεν συνέβη εντός μιας οργάνωσης που απλώς εκφυλίστηκε, ούτε σε μια απομονωμένη νησίδα με επιπτώσεις περιοριζόμενες σε αυτή, αλλά σε κυβερνών κόμμα και κράτος με επιπτώσεις σε άλλα, και δη σε κράτος μεγάλο, καταρχάς, που είχε, δηλαδή, όλες τις δυνατότητες, αν ανακοβόταν και παλινδρομούσε η σοσιαλιστική του οικοδόμηση, να επιδείξει μεγαλοκρατική στάση, προοίμιο της ιμπεριαλιστικής. Το συγκεκριμένο κράτος, μάλιστα, είχε τη δυνατότητα να ασκεί επιρροή όχι μόνο στους κομμουνιστές, αλλά και σε πλατιές λαϊκές μάζες και εθνοαστικές και μεσοαστικές δυνάμεις ανά την υφήλιο, λόγω της σωτήριας για την ανθρωπότητα στάσης του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και της ανάπτυξης καθυστερημένων λαών χάρη στο σοσιαλισμό.

Ο ρεβιζιονισμός ως δεξιός οπορτουνισμός, εν ολίγοις, αποτέλεσε απλώς το βατήρα για τον σοσιαλιμπεριαλισμό. Οι θέσεις του όπως η ειρηνική συνύπαρξη, αφού έπαιξαν το ρόλο τους στο να φέρουν το ρωσικό ιμπεριαλισμό σε θέση να συνεννοείται «με τα μάτια» με τον αμερικάνικο για να «ρίχνουν» όλους τους άλλους – λαούς και ιμπεριαλιστές, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι πια τόσο στην ημερήσια διάταξη. Ταυτόχρονα, φυσικά, είναι πιο οξυμένος ο ανταγωνισμός των δύο αυτών ιμπεριαλισμών και έχει ανάγκη ο ρώσικος να αξιοποιήσει το πολύμορφο «στρατόπεδο» και οπλοστάσιό του. Έτσι, πολύ πιο επίκαιρα και ευρισκόμενα στην ημερήσια διάταξη, καθότι σε πλήρη εφαρμογή, παραμένουν τα αξιώματα που διατυπώθηκαν επί μπρεζνιεφικού σοσιαλιμπεριαλισμού, όπως η θεωρία της περιορισμένης κυριαρχίας (βλ.π.χ. Ουκρανία) και, μετεξελιγμένα φυσικά, η θεωρία του διεθνούς καταμερισμού εργασίας (αποτέλεσμα στην οικονομία το οποίο το αξίωμα περί «περικύκλωσης» της Ρωσίας επιφέρει), η στήριξη στη «μη καπιταλιστική (μη δυτική) ανάπτυξη» (βλ. π.χ.  Λ. Αμερική/Καραϊβική και «προοδευτικές» κυβερνήσεις, εν είδει, μάλιστα, μικρότερου κακού) κ.ο.κ. Ειδικά η πρώτη έχει τη μεγαλύτερη πέραση σε όσους ταυτίζουν εμπράκτως αντιιμπεριαλισμό με αντιδυτικισμό, τους αφιονίζει σε καιρούς όπως τον σημερινό, με την εισβολή στην Ουκρανία, και θέτουν έτσι τον εαυτό τους ανοιχτά και ωμά στην υπηρεσία του ρώσικου ιμπεριαλισμού.

Το να είναι, λοιπόν, κανείς ενάντιος στις «νεκρές» σε γενικές γραμμές «φαεινές» του 20ού συνεδρίου, χωρίς να είναι ενάντιος στη συνέχειά τους, δηλαδή, τον μπρεζνιεφικό σοσιαλιμπεριαλισμό και τις προαναφερθείσες θέσεις του, ή ακόμα χειρότερα, η υποστήριξη τέτοιων θέσεων που υλοποιούνται όσο ποτέ άλλοτε από τον ρωσικό ιμπεριαλισμό, δεν είναι απλώς μια αντίφαση ή μια «τρύπα στο νερό», δεν είναι ότι «δεν αρκεί», δεν συμβάλλει απλώς στη μετατροπή του κομμουνιστικού κινήματος σε λέσχη συζητήσεων για την ιστορία δήθεν ασύνδετων με το σήμερα περιόδων: είναι καλλωπισμός του ρώσικου ιμπεριαλισμού. Μάλιστα, είναι εκ του πονηρού, γιατί αυτού του είδους η «εναντίωση στο 20ό συνέδριο» δίνει άκοπα «επαναστατικά παράσημα» και, πλέον, ακροατήρια, εύηκοα ώτα. Νο.1 εχθρός, επομένως, για την ίδια την ανεξαρτησία, την αξιοπιστία και, κατ’ επέκταση, την υπόσταση του κομμουνιστικού κινήματος είναι ο ρώσικος ιμπεριαλισμός. Και τέτοιοι «αντιρεβιζιονιστές» είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο αυτού του ιμπεριαλισμού, αφού υποσκάπτουν την ίδια την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος, προϋπόθεση για την οποία είναι η ανεξαρτησία του και η αναγνώρισή της από αυτούς στους οποίους απευθύνεται (πράγματα που ουδόλως επιθυμεί ο ρώσικος ιμπεριαλισμός).

Το πόσο κάλπικος είναι ο «αντιρεβιζιονισμός» όσων ταυτόχρονα δεν αντιτίθεται, αλλά προωθούν τη γραμμή του ρώσικου ιμπεριαλισμού, αποδεικνύεται και από την παρατιθέμενη ακολούθως Δήλωση των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη σύσκεψη της Μόσχας το Νοέμβρη του 1957, στον απόηχο, δηλαδή, της επισφράγισης της νίκης του ρεβιζιονισμού στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, των αντεπαναστατικών γεγονότων στην Ουγγαρία, της «αποκατάστασης» Τίτο κλπ. Σε αυτή, ακόμα και το ρεβιζιονιστικό πια ΚΚΣΕ δεν έχει κανένα πρόβλημα να «καταδικάσει» τον… ρεβιζιονισμό (νοούμενο τότε ως δεξιό οπορτουνισμό) ως βασικό κίνδυνο για το κομμουνιστικό κίνημα. Μάλιστα, αποδέχεται να συνυπογράψει ως και ανάλυση της προέλευσής του. Η σύνταξη της Δήλωσης, όπως είναι ήδη ευνόητο, σφραγίστηκε από την παρέμβαση του ΚΚ Κίνας που απεγνωσμένα αναζητούσε σημεία συνεννόησης για την αποφυγή διάσπασης του κομμουνιστικού κινήματος. Έτσι, στη Δήλωση αναφέρεται η ειρηνική συνύπαρξη του 20ού συνεδρίου, αλλά και αυτή όπως την εννοούσαν Κίνα/Ινδία και η διάσκεψη στο Μπαντούνγκ. Πέρασαν επίσης και θέσεις περί πλήρους ισοτιμίας και σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, της κρατικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, της μη ανάμιξης του ενός σοσιαλιστικού κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου, παρότι ο Χρουσιώφ ήδη έπλαθε με τα χεράκια του τη μπρεζνιεφική θεωρία της περιορισμένης κυριαρχίας, του «σοβιετικού έθνους» κ.ά.. Αναφέρει, τέλος η δήλωση, τη δυνατότητα για ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό, δεν αναφέρει ωστόσο την όλο και πιο αυξημένη δυνατότητα, λόγω της «νομοτελειακότητας» της αύξησης των «ποικιλιών» των μορφών περάσματος που πρόκρινε το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ. Κι αυτό, χάρη στην παρέμβαση του ΚΚ Κίνας, η οποία παρατίθεται πρώτη.

Τοποθέτηση του ΚΚ Κίνας για τους δρόμους περάσματος στο σοσιαλισμό (10/11/1957)

Στο πρόβλημα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό πρέπει, αντί να μιλάμε για μια μονάχα δυνατότητα, να δείχνουμε ότι υφίστανται δύο δυνατότητες: η δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος και η δυνατότητα του μη ειρηνικού περάσματος. Αυτό θα μας δώσει μεγαλύτερη ευλυγισία και θα μας εξασφαλίσει κάθε στιγμή την πολιτική πρωτοβουλία.

Το γεγονός ότι υποδείχνουμε τη δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος καταδεικνύει ότι στο θέμα προσφυγής στη βία, βρισκόμαστε, πριν απ’ όλα, στην άμυνα: Αυτό επιτρέπει στα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών να αποφεύγουν τις επιθέσεις που εξαπολύονται εναντίον τους σ’ αυτό το θέμα και προσφέρει πλεονεκτήματα στο πολιτικό πεδίο: Συμβάλλει στο να κερδίζονται οι μάζες, να αφαιρείται κάθε πρόσχημα από την αστική τάξη και να απομονώνεται.

Αν στο μέλλον, μέσα σε συνθήκες όπου μια απότομη αλλαγή θα γινόταν στη διεθνή κατάσταση ή μέσα στην εσωτερική κατάσταση μιας καθορισμένης χώρας, παρουσιάζονταν για τη χώρα αυτή η δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος, θα ήταν εύκολο να αδράξουμε την ευκαιρία και να κερδίσουμε την υποστήριξη των μαζών για να λύσουμε το ζήτημα της κρατικής εξουσίας με ειρηνικά μέσα.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να δένουμε τα χέρια εξαιτίας αυτής της επιθυμίας. Η αστική τάξη δεν αποσύρεται οικειοθελώς από τη σκηνή της ιστορίας, αυτό αποτελεί έναν γενικό νόμο του ταξικού αγώνα. Το προλεταριάτο, το κομμουνιστικό κόμμα κάθε χώρας δεν πρέπει διόλου να εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους προπαρασκευής της επανάστασης. Πρέπει να είναι έτοιμο κάθε στιγμή να αντιμετωπίσει μια αντεπαναστατική επίθεση και κατά την κρίσιμη στιγμή της επανάστασης, ενώ η εργατική τάξη θα πάρει την εξουσία, να είναι έτοιμο το κόμμα να τσακίσει την αστική τάξη με βία, στην περίπτωση που αυτή θα κατέφευγε στη βία για να καταστείλει την επανάσταση του λαού (μια προσφυγή στη βία που γενικά είναι αναπόφευκτη).

Στη σημερινή κατάσταση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, θα ήταν πλεονεκτικό από την άποψη τακτικής να εκδηλωθεί η επιθυμία να πραγματοποιηθεί το ειρηνικό πέρασμα, αλλά δεν ταιριάζει να επιμένουμε πολύ σ’ αυτή τη δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος. Και ιδού για ποιους λόγους:

Η δυνατότητα και η πραγματικότητα, η επιθυμία και η πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Πρέπει να εκδηλώνουμε την επιθυμία μας για το ειρηνικό πέρασμα, αλλά δεν πρέπει να τοποθετούμε την επιθυμία μας κυρίως σ’ αυτό. Δεν πρέπει λοιπόν να επιμένουμε πολύ σ’ αυτή την όψη του προβλήματος.

Αν τονιζόταν πολύ η δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος και, κυρίως, η δυνατότητα να πάρουμε την εξουσία με την κατάκτηση μιας κοινοβουλευτικής  πλειοψηφίας, αυτό εύκολα θα μπορούσε να συνεπάγεται τη χαλάρωση της επαναστατικής θέλησης του προλεταριάτου, του εργαζόμενου λαού και του κομμουνιστικού κόμματος, και θα τα αφόπλιζε στο ηθικό πεδίο.

Απ’ ό,τι ξέρουμε, δεν υπάρχει ακόμα ούτε μία χώρα για την οποία μια τέτοια δυνατότητα ενέχει μια πραγματική σημασία. Και δεν θα ταίριαζε επίσης να επιμένουμε πολύ σ’ αυτή τη δυνατότητα, έστω κι αν εκδηλωνόταν λίγο πιο πολύ σε μια ιδιαίτερη χώρα, δεδομένου ότι δεν είναι πραγματική στην απέραντη πλειοψηφία των χωρών. Όταν η δυνατότητα θα παρουσιασθεί πράγματι σε μια δεδομένη χώρα, το κομμουνιστικό κόμμα θα πρέπει, απ’ τη μια μεριά, να δοκιμάσει να την κάνει πραγματικότητα και, απ’ την άλλη, να προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει, σε κάθε στιγμή, μια ένοπλη επίθεση της αστικής τάξης.

Η επιμονή σε μια τέτοια δυνατότητα δεν μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη μετρίαση του αντιδραστικού χαρακτήρα της αστικής τάξης, ούτε το αποκοίμισμα της αστικής τάξης.

Σε ό,τι αφορά τα σοσιαλιστικά κόμματα, αυτό επίσης δεν μπορεί να τα κάνει επαναστατικά.

Αυτό δεν θα προκαλέσει επίσης μια μεγαλύτερη ανάπτυξη στα κομμουνιστικά κόμματα των διαφόρων χωρών. Αντίθετα, αν υπάρχουν κομμουνιστικά κόμματα που αμβλύνουν μ’ αυτό το επαναστατικό τους πρόσωπο και συγχέονται, στα μάτια των μαζών, με τα σοσιαλιστικά κόμματα, αυτό δεν μπορεί παρά να αδυνατίσει τα κομμουνιστικά κόμματα.

Το πιο επιτακτικό καθήκον είναι η συσσώρευση των δυνάμεων και η προπαρασκευή της επανάστασης, και ο κοινοβουλευτικός αγώνας είναι, στο κάτω-κάτω, ένα πράγμα πιο εύκολο. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε πλήρως τη μορφή του κοινοβουλευτικού αγώνα, αλλά ο αγώνας αυτός δεν θα έχει παρά ένα περιορισμένο αποτέλεσμα, και το πιο σημαντικό είναι να καταφύγουμε σ’ αυτό το επιτακτικό καθήκον που είναι η συσσώρευση των επαναστατικών δυνάμεων.

Η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν σημαίνει τη συντριβή της παλιάς κρατικής μηχανής (των ένοπλων δυνάμεων, κυρίως), ούτε την εγκατάσταση μιας νέας κρατικής μηχανής (με τον έλεγχο των ένοπλων δυνάμεων). Αν η στρατιωτική και γραφειοκρατική κρατική μηχανή της αστικής τάξης δεν συντριβεί, τότε, ή το προλεταριάτο και οι σίγουροι σύμμαχοί του θα είναι αδύνατο να επιτύχουν την πλειοψηφία μέσα στη Βουλή (γιατί η αστική τάξη θα μπορεί, κάθε στιγμή, να αναθεωρήσει το σύνταγμα, σύμφωνα με τις ανάγκες της, με σκοπό να ενδυναμώσει τη δικτατορία της) ή αυτή η πλειοψηφία θα παραμείνει επισφαλής (παραδείγματος χάρη: με την ακύρωση των εκλογών, τη θέση του κομμουνιστικού κόμματος εκτός νόμου, τη διάλυση του κοινοβουλίου, κ.ο.κ.).

Το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό δεν πρέπει να ερμηνευθεί μονάχα ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι το πρόβλημα του κρατικού μηχανισμού. Το 19ο αιώνα, ο Μαρξ έκρινε ότι θα ήταν δυνατό για τον σοσιαλισμό να θριαμβεύσει ειρηνικά στην Αγγλία, γιατί η Αγγλία ήταν, εκείνη την εποχή, το κράτος που είχε το λιγότερο μιλιταρισμό και γραφειοκρατία. Κατά την περίοδο που ακολούθησε την επανάσταση του Φλεβάρη, ο Λένιν ήλπισε, με την πραγματοποίηση του συνθήματος «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», να οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη με μια ειρηνική ανάπτυξη γιατί εκείνη την εποχή τα όπλα βρίσκονταν στα χέρια του λαού. Ούτε ο Μαρξ, ούτε ο Λένιν δεν εννοούσαν μ’ αυτό ότι πραγματοποιούν την ειρηνική μετάβαση με τη χρησιμοποίηση της παλιάς κρατικής μηχανής. Ο Λένιν εξήγησε πολλές φορές τη διάσημη φράση του Μαρξ και του Ένγκελς: «Η εργατική τάξη δεν πρέπει να περιορισθεί να πάρει έτοιμη την κρατική μηχανή και να την κάνει να λειτουργήσει για δικό της λογαριασμό».

Τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν είναι κόμματα που έχουν σκοπό τους τον σοσιαλισμό. Βρίσκονται στην υπηρεσία της αστικής τάξης και του καπιταλισμού, εξαιρέσει μιας ελάχιστης μειοψηφίας που αποτελεί την αριστερή πτέρυγα αυτών των κομμάτων, και είναι μια παραλλαγή των αστικών κομμάτων. Στο θέμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, η θέση μας είναι θεμελιωδώς διαφορετική από τη θέση των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι ηγέτες αυτών των κομμάτων θα επωφελούνταν απ’ αυτό για να εξαπατήσουν τις μάζες και εμείς θα μειονεκτούσαμε στη δουλειά μας για το κέρδισμα των μαζών που βρίσκονται κάτω από την επίδραση των σοσιαλιστικών κομμάτων. Εντούτοις, είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι η ενίσχυση της δουλειάς στα σοσιαλιστικά κόμματα και ο αγώνας για τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου με την αριστερή πτέρυγα και τα κεντρώα στοιχεία αυτών των κομμάτων είναι πράγματα πολύ σημαντικά.

Να πώς κατανοούμε αυτό το πρόβλημα. Έχουμε πράγματι μια διαφορετική γνώμη και διαφορετικές σκέψεις μας έχουν εμποδίσει να εκφράσουμε τη γνώμη μας για το θέμα αυτό μετά το 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Τώρα που μια κοινή δήλωση πρόκειται να δημοσιευθεί, βρισκόμαστε στην ανάγκη να εκθέσουμε την άποψή μας. Αυτό όμως δεν εμποδίζει να βρούμε μια κοινή γλώσσα στο προσχέδιο της δήλωσης. Για να καταδείξουμε ότι σ’ αυτό το πρόβλημα το προσχέδιο δήλωσης ήταν σε συνάρτηση με τη διατύπωση του 20ού συνεδρίου του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης, συγκατανεύουμε να ληφθεί σαν βάση το προσχέδιο που υποβλήθηκε σήμερα από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης, προτείνοντας ταυτόχρονα τροποποιήσεις σε μερικά σημεία.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε σαν παράρτημα του κύριου άρθρου της «Κόκκινης Σημαίας» και της «Λαϊκής Ημερησίας» στις 6/9/1963. Στα ελληνικά πάρθηκε από το βιβλίο του Ροζέ Γκαρωντύ «Το κινεζικό πρόβλημα» (μετάφραση Απόστολου Σπήλιου), εκδ. Βέγας, 1971, σ.σ.244-248. Εδώ, δημοσιεύεται με μερικές διορθώσεις από parapoda.

**

Δήλωση των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών που εγκρίθηκε στη σύσκεψη της Μόσχας

Οι αντιπρόσωποι του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας, του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, του Κόμματος Εργαζομένων του Βιετνάμ, του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Λαοκρατικής Γερμανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, του Κόμματος Εργασίας της Κορέας, του Λαϊκού Επαναστατικού Κόμματος της Μογγολίας, του Ενιαίου Εργατικού Κόμματος της Πολωνίας, του Εργατικού Κόμματος της Ρουμανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας εξέτασαν στη σύσκεψη τα επίκαιρα προβλήματα της τωρινής διεθνούς κατάστασης και της πάλης που διεξάγεται για την ειρήνη, για τον σοσιαλισμό, καθώς και το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ τους.

Βίντεο από την υπογραφή της δήλωσης από τους επικεφαλής των αντιπροσωπειών. Πρώτος ο Ενβέρ Χότζα του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας.

Η ανταλλαγή γνωμών έδειξε την ενότητα των απόψεων των αντιπροσωπευθέντων στη σύσκεψη κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων σε κάθε ζήτημα που εξετάστηκε, και την ταυτότητα της θέσης τους όσον αφορά την εκτίμηση της σύγχρονης διεθνούς κατάστασης. Στη σύσκεψη έθιξαν επίσης και τα κοινά προβλήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Οι αντιπρόσωποι που πήραν μέρος στη σύσκεψη κατά την επεξεργασία του σχεδίου Δήλωσης, συμβουλεύτηκαν και τους αντιπροσώπους των αδελφών κομμάτων των καπιταλιστικών χωρών. Τα αδελφά κόμματα, που δεν πήραν μέρος στη σύσκεψη, θα εκτιμήσουν τις σκέψεις που περιέχονται στην παρούσα Δήλωση και τα ίδια θα αποφασίσουν πώς θα ενεργήσουν σε σχέση με αυτά που περιλαβαίνει.

Ι. Το κύριο περιεχόμενο της εποχής μας το αποτελεί το πέρασμα απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, πέρασμα που άρχισε με τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση της Ρωσίας. Σήμερα κιόλας περισσότερο απ’ το 1/3 του πληθυσμού όλου του κόσμου – πάνω από 950 εκατομμύρια άνθρωποι – μπήκαν στο δρόμο του σοσιαλισμού και χτίζουν τη νέα ζωή. Η τεράστια ανάπτυξη των σοσιαλιστικών δυνάμεων έδωσε ώθηση στην μεταπολεμική περίοδο για την θυελλώδη ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού εθνικού κινήματος. Στα τελευταία 12 χρόνια, εκτός από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ και τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας, άλλα 700 και περισσότερο εκατομμύρια άνθρωποι αποτίναξαν τον αποικιακό ζυγό και δημιούργησαν το δικό τους ανεξάρτητο εθνικό κράτος. Οι λαοί των αποικιακών και εξαρτημένων χωρών, που εξακολουθούν να είναι σκλαβωμένοι, εντείνουν τον αγώνα τους για την εθνική απελευθέρωσή τους. Η ανάπτυξη του σοσιαλιστικού και εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος επιτάχυνε σημαντικά το προτσές της κατάρρευσης του ιμπεριαλισμού. Ο ιμπεριαλισμός έχασε την προηγούμενη εξουσία του πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Την κοινωνία των ιμπεριαλιστικών κρατών την κατατρώγουν βαθιές ταξικές αντιθέσεις και ταυτόχρονα υπάρχουν οξείες αντιθέσεις ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη. Στις ίδιες αυτές χώρες η εργατική τάξη όλο και πιο αποφασιστικά αντιστέκεται στην πολιτική του ιμπεριαλισμού και των μονοπωλίων, μάχεται για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής της, για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την ειρήνη και τον σοσιαλισμό.

Στην εποχή μας, την παγκόσμια εξέλιξη την καθορίζουν η πορεία και τα αποτελέσματα της άμιλλας ανάμεσα στα δύο αντίθετα κοινωνικά συστήματα. Ο σοσιαλισμός μέσα σε 40 χρόνια απόδειξε, ότι σαν κοινωνικό σύστημα κατά πολύ ξεπερνά τον καπιταλισμό. Ο σοσιαλισμός εξασφάλισε τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που για τον καπιταλισμό είναι άγνωστοι και απρόσιτοι, εξασφάλισε το ανέβασμα του υλικού και εκπολιτιστικού επιπέδου των εργαζομένων. Την τεράστια ζωτικότητα του σοσιαλισμού αποδείχνουν πειστικά οι μεγάλες επιτυχίες της Σοβιετικής Ένωσης στον τομέα της οικονομίας, της επιστήμης και της τεχνικής, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα εκείνα, που πέτυχαν άλλες σοσιαλιστικές χώρες στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι εργαζόμενες μάζες των σοσιαλιστικών κρατών απολαμβάνουν πραγματική ελευθερία και δημοκρατικά δικαιώματα, η λαϊκή εξουσία εξασφαλίζει την πολιτική ενότητα των λαϊκών μαζών, πραγματοποιεί την ισότητα και φιλία των εθνών. Τα σοσιαλιστικά κράτη ακολουθούν τέτοια εξωτερική πολιτική, η οποία έχει σαν σκοπό την διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και την υποστήριξη της απελευθερωτικής πάλης των καταπιεζόμενων λαών. Το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα, που αναπτύσσεται και δυναμώνει, εξασκεί όλο και μεγαλύτερη επίδραση πάνω στη διεθνή κατάσταση προς το συμφέρον της ειρήνης, της προόδου, της ελευθερίας των λαών.

Όσο ο σοσιαλισμός βρίσκεται σε ανάπτυξη, ο ιμπεριαλισμός βρίσκεται σε κατάπτωση. Οι θέσεις του ιμπεριαλισμού αδυνάτισαν σημαντικά σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του αποικιακού συστήματος. Οι λαοί που αποτινάζουν τον αποικιακό ζυγό υπερασπίζουν την ανεξαρτησία που κέρδισαν και αγωνίζονται για την οικονομική αυτοτέλειά τους, για την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς. Η ύπαρξη του σοσιαλιστικού συστήματος, εκείνη η βοήθεια, την οποία οι σοσιαλιστικές χώρες προσφέρουν στις χώρες αυτές με βάση την ισοτιμία, καθώς επίσης η συνεργασία ανάμεσα στις σοσιαλιστικές και σ’ αυτές τις χώρες για την ειρήνη, στην πάλη που διεξάγεται ενάντια σε κάθε επίθεση – διευκολύνουν, τους λαούς αυτών των χωρών να υπερασπίσουν την εθνική λευτεριά τους και να προχωρήσουν στο δρόμο της κοινωνικής προόδου.

Στα ιμπεριαλιστικά κράτη οξύνθηκαν οι αντιθέσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Δεν χρησιμοποιούν σε πολλές περιπτώσεις την μοντέρνα επιστήμη και τεχνική για το καλό της κοινωνικής προόδου και ολόκληρης της ανθρωπότητας και έτσι ο καπιταλισμός παραλύει και στρεβλώνει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας. Η θέση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας είναι ασταθής και αβέβαιη. Η σχετικά καλή οικονομική συγκυρία, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα σε μια σειρά χώρες του καπιταλιστικού κόσμου, δημιουργήθηκε, σε μεγάλο βαθμό, πάνω στο ασταθές έδαφος του κυνηγητού των εξοπλισμών και ορισμένων άλλων παραγόντων μεταβατικού χαρακτήρα. Η καπιταλιστική όμως οικονομία δεν είναι ικανή να αποφύγει τους καινούργιους βαθιούς τρανταγμούς και κρίσεις. Η προσωρινή υψηλή οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει ώστε να διατηρούνται σ’ ένα μέρος των εργατών των καπιταλιστικών χωρών ρεφορμιστικές αυταπάτες. Στην μεταπολεμική περίοδο, ένα τμήμα της εργατικής τάξης των υψηλά αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, στην πάλη για την βελτίωση των όρων ζωής ενάντια στην αυξανόμενη εκμετάλλευση, κατάφερε να πετύχει μια ορισμένη αύξηση των μεροκάματων, αν και σε μια ολόκληρη σειρά καπιταλιστικές χώρες το πραγματικό μεροκάματο βρίσκεται χαμηλότερα από το προπολεμικό επίπεδο. Στο μεγαλύτερο μέρος του καπιταλιστικού κόσμου, ιδιαίτερα στις αποικιακές και εξαρτημένες χώρες, τα εκατομμύρια των εργαζομένων βρίσκονται σε εξαθλίωση. Η σε μεγάλο βαθμό διείσδυση των μονοπωλίων στην αγροτική οικονομία, η πολιτική τιμών που επιβάλλουν, το σύστημα των δανείων και της τραπεζικής πίστης, καθώς επίσης και το κυνήγι των εξοπλισμών, είχαν σαν αποτέλεσμα τα μεγαλύτερα φορολογικά βάρη, την συνέχιση της πτώχευσης και εξαθλίωσης των βασικών μαζών της αγροτιάς. Οι αντιθέσεις δεν οξύνονται μόνο ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική, αλλά και ανάμεσα στην μονοπωλιακή αστική τάξη και σε κάθε στρώμα του λαού, καθώς επίσης ανάμεσα στην μονοπωλιακή αστική τάξη των ΕΠΑ και στους λαούς, ακόμα και στην αστική τάξη των υπόλοιπων καπιταλιστικών χωρών. Οι εργαζόμενοι των καπιταλιστικών χωρών ζουν τώρα μέσα σε τέτοιες συνθήκες που όλο και πιο πολύ τους πείθουν ότι μοναδική διέξοδος από τη δύσκολη κατάστασή τους είναι ο σοσιαλισμός. Έτσι δημιουργούνται όλο και περισσότερο ευνοϊκές δυνατότητες για την προσέλκυσή τους στο δραστήριο αγώνα για το σοσιαλισμό.

Οι επιθετικοί ιμπεριαλιστικοί κύκλοι των ΕΠΑ, συνεχίζοντας τη λεγόμενη πολιτική της πυγμής επιδιώκουν να πετύχουν την κυριαρχία πάνω στην πλειοψηφία των χωρών του κόσμου και προσπαθούν να εμποδίσουν την πορεία της ανθρωπότητας σύμφωνα με τους νόμους εξέλιξης της κοινωνίας. Κάτω απ’ την ταμπέλα του «αγώνα ενάντια στον κομμουνισμό» επιδιώκουν να υποτάξουν κάτω από την κυριαρχία τους όλο και μεγαλύτερο αριθμό χωρών, τείνουν στην εξάλειψη των δημοκρατικών ελευθεριών, απειλούν την εθνική ανεξαρτησία αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, θέλουν να επιβάλουν με νέα μορφή τον αποικιακό ζυγό στους απελευθερωμένους λαούς και διεξάγουν συστηματική εχθρική υπονομευτική δράση ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες. Ορισμένοι επιθετικοί κύκλοι των ΕΠΑ προσπαθούν με την πολιτική τους να συσπειρώσουν γύρω τους όλες τις αντιδραστικές δυνάμεις του καπιταλιστικού κόσμου. Μ’ αυτό τον τρόπο οι κύκλοι αυτοί γίνονται κέντρο της παγκόσμιας αντίδρασης και χειρότεροι εχθροί των λαϊκών μαζών. Αυτές οι αντιλαϊκές επιθετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με την πολιτική τους ετοιμάζουν το χαμό τους, μόνες τους ανοίγουν τον τάφο μέσα στον οποίο θα ταφούν.

Όσο διατηρείται ο ιμπεριαλισμός θα συνεχίζει να υπάρχει και η δυνατότητα για επιθετικούς πολέμους. Στα μεταπολεμικά χρόνια, οι αμερικανοί, οι άγγλοι, οι γάλλοι και άλλοι ιμπεριαλιστές και οι λακέδες τους, διεξήγαγαν ή διεξάγουν πολέμους στην Ινδοκίνα, Ινδονησία, Κορέα, Μαλαισία, Κένυα, Γουατεμάλα, Αίγυπτο, Αλγερία, Ομάν και Υεμένη. Ταυτόχρονα οι επιθετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αρνούνται επίμονα τον περιορισμό των εξοπλισμών, την απαγόρευση της χρησιμοποίησης και της παραγωγής του ατομικού και υδρογονικού όπλου, τη συμφωνία για το άμεσο σταμάτημα των δοκιμών αυτού του όπλου. Συνεχίζουν τον λεγόμενο «ψυχρό πόλεμο», διεξάγουν κυνήγι εξοπλισμών, χτίζουν νέες και νέες πολεμικές βάσεις, ασκούν επιθετική πολιτική υπόσκαψης της ειρήνης, δημιουργούν κίνδυνο νέου πολέμου. Σε περίπτωση έκρηξης παγκόσμιου πολέμου – σε συνθήκες που ακόμα δεν θα έχει επιτευχθεί συμφωνία για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων – αυτός ο πόλεμος θα είναι αναπόφευχτα πυρηνικός πόλεμος και πρωτοφανής σε καταστροφές.

Στη Δυτική Γερμανία, με τη βοήθεια των ΕΠΑ αναγεννιέται ο γερμανικός μιλιταρισμός και μ’ αυτό δημιουργείται εστία σοβαρής πολεμικής απειλής στο κέντρο της Ευρώπης. Ο αγώνας ενάντια στο δυτικογερμανικό μιλιταρισμό και ρεβανσισμό που απειλούν την ειρήνη, είναι σπουδαίο καθήκον των φιλειρηνικών δυνάμεων του γερμανικού λαού  και όλων των λαών της Ευρώπης.

Σ’ αυτό τον αγώνα είναι ιδιαίτερα μεγάλος ο ρόλος της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας – του πρώτου στην ιστορία της Γερμανίας κράτους των εργατών και αγροτών, προς το οποίο οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη εκφράζουν την πλήρη αλληλεγγύη και υποστήριξή τους.

Τον ίδιο καιρό οι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να υποτάξουν τους φιλειρηνικούς λαούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής στο περίφημο « «δόγμα Ντάλλες-Αϊζενχάουερ», δημιουργώντας έτσι απειλή κατά της ειρήνης σ’ αυτή την περιοχή. Οργανώνουν συνωμοσίες και προβοκάτσιες ενάντια στην ανεξάρτητη Συρία. Οι προβοκάτσιες ενάντια στη Συρία, Αίγυπτο και τις άλλες αραβικές χώρες έχουν σκοπό να διασπάσουν την ενότητα των αραβικών κρατών και να τα θέσουν σε κατάσταση απομόνωσης για να εκκαθαρίσουν το δρόμο για την κατάλυση της λευτεριάς και ανεξαρτησίας τους.

Το επιθετικό μπλοκ του ΣΕΑΤΟ δημιουργεί κίνδυνο πολέμου στη Νοτιοανατολική Ασία.

Το ζήτημα του πολέμου ή της ειρηνικής συνύπαρξης έγινε ζωτικό πρόβλημα της παγκόσμιας πολιτικής. Οι λαοί όλων των χωρών πρέπει να κρατούν την ανώτατη επαγρύπνηση απέναντι στον κίνδυνο του πολέμου που δημιουργήθηκε από τον ιμπεριαλισμό.

Σήμερα, οι δυνάμεις της ειρήνης έχουν αναπτυχθεί τόσο πολύ ώστε υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα για την αποτροπή του πολέμου, όπως εξόφθαλμα έδειξε η χρεωκοπία των επιθετικών σχεδίων των ιμπεριαλιστών στην Αίγυπτο. Χρεωκόπησαν επίσης τα σχέδιά τους που είχαν σκοπό να εκμεταλλευτούν τις αντεπαναστατικές δυνάμεις για τη συντριβή του λαϊκοδημοκρατικού καθεστώτος στην Ουγγαρία.

Την υπόθεση της ειρήνης την υπερασπίζονται ισχυρές δυνάμεις της εποχής μας: το ασύντριφτο στρατόπεδο των σοσιαλιστικών χωρών με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση, οι φιλειρηνικές χώρες της Ασίας και της Αφρικής που παίρνουν αντιιμπεριαλιστική θέση και συγκροτούν μαζί με τις σοσιαλιστικές χώρες την τεράστια ζώνη της ειρήνης, η διεθνής εργατική τάξη και, στην πρώτη γραμμή, η πρωτοπορία της – τα κομμουνιστικά κόμματα, το απελευθερωτικό κίνημα των λαών των αποικιών και μισοαποικιών, το μαζικό κίνημα των λαών για την ειρήνη. Αποφασιστική αντίσταση στα σχέδια της οργάνωσης νέου πολέμου εκδηλώνουν και οι λαοί των χωρών της Ευρώπης που διακήρυξαν την ουδετερότητά τους, οι λαοί της Λατινικής Αμερικής, οι λαϊκές μάζες των ίδιων των ιμπεριαλιστικών χωρών. Η συνένωση όλων αυτών των ισχυρών δυνάμεων μπορεί να αποτρέψει την έκρηξη του πολέμου. Και στην περίπτωση που οι πολεμόχαροι μανιακοί ιμπεριαλιστές θα αποτολμήσουν, χωρίς να σκεφτούν τίποτε, να εξαπολύσουν τον πόλεμο, τότε ο ιμπεριαλισμός θα καταδικάσει τον εαυτό του στην εξαφάνιση, γιατί οι λαοί θα πάψουν πια να ανέχονται εκείνο το καθεστώς που τους φέρνει τόσο μεγάλα βάσανα και  θυσίες.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα που συμμετέχουν στην τωρινή σύσκεψη δηλώνουν ότι η λενινιστική αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης των δυο συστημάτων που αναπτύχθηκε παραπέρα, με βάση τις σημερινές συνθήκες, στις αποφάσεις του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ, αποτελεί ακλόνητη βάση της εξωτερικής πολιτικής των σοσιαλιστικών χωρών και ελπιδοφόρα βάση της ειρήνης και της φιλίας ανάμεσα στους λαούς. Οι πέντε αρχές της κοινής διακήρυξης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και της Ινδικής Δημοκρατίας ανταποκρίνονται στα συμφέροντα της ειρηνικής συνύπαρξης, καθώς και οι θέσεις που ψηφίστηκαν στη διάσκεψη των ασιατικών και αφρικανικών χωρών στο Μπαντούνγκ. Σήμερα, ο αγώνας για την ειρήνη και την ειρηνική συνύπαρξη έγινε απαίτηση των πιο πλατιών μαζών όλων των χωρών του κόσμου.

Τα κομμουνιστικά κόμματα θεωρούν τον αγώνα για την ειρήνη σαν δικό τους πρωταρχικό καθήκον. Μαζί με όλες τις φιλειρηνικές δυνάμεις θα κάνουν κάθε τι που εξαρτάται απ’ αυτά για να αποτρέψουν τον πόλεμο.

ΙΙ. Η σύσκεψη θεωρεί ότι στη σύγχρονη κατάσταση αποχτά ιδιαίτερη σημασία το δυνάμωμα της ενότητας και της ειρηνικής συνεργασίας των σοσιαλιστικών χωρών, των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, η συσπείρωση του διεθνούς εργατικού, εθνικοαπελευθερωτικού και δημοκρατικού κινήματος.

Βάση των αμοιβαίων σχέσεων των χωρών του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος και όλων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων αποτελούν οι δοκιμασμένες στη ζωή αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, οι αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Στη σημερινή εποχή ανταποκρίνεται στα ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών η υποστήριξη απ’ την πλευρά τους, προς τη Σοβιετική Ένωση και προς όλες τις σοσιαλιστικές χώρες, που ακολουθούν πολιτική διαφύλαξης της ειρήνης σ’ όλον τον κόσμο και αποτελούν φρούριο της ειρήνης και της κοινωνικής προόδου. Η εργατική τάξη, οι δημοκρατικές δυνάμεις, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών έχουν συμφέρον να δυναμώνουν ασταμάτητα τους αδελφικούς δεσμούς για το καλό της γενικής υπόθεσης, έχουν συμφέρον να υπερασπίζονται από κάθε απόπειρα των εχθρών του σοσιαλισμού, τις ιστορικές πολιτικές και κοινωνικές καταχτήσεις που πραγματοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση – το πρώτο και ισχυρό σοσιαλιστικό κράτος –, στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σ’ όλες τις σοσιαλιστικές χώρες για το πλάτεμα και το στερέωμα αυτών των καταχτήσεων. Τις αμοιβαίες σχέσεις τους οι σοσιαλιστικές χώρες τις οικοδομούν στις αρχές της πλήρους ισοτιμίας, του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, της κρατικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, της μη ανάμιξης του ενός στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου. Αυτές οι σπουδαίες αρχές όμως δεν εξαντλούν όλη την ουσία των σχέσεων ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες. Αναπόσπαστο μέρος των σχέσεων μεταξύ τους αποτελεί η αδελφική αλληλοβοήθεια. Σ’ αυτή την αμοιβαία βοήθεια βρίσκει την πραγματική της έκφραση η αρχή του σοσιαλιστικού διεθνισμού.

Στη βάση της πλέριας ισοτιμίας, του αμοιβαίου συμφέροντος και της συντροφικής αλληλοβοήθειας τα σοσιαλιστικά κράτη δημιουργούν ανάμεσά τους πλατιά οικονομική και εκπολιτιστική συνεργασία, που παίζει σπουδαίο ρόλο στο δυνάμωμα της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της κάθε μιας σοσιαλιστικής χώρας, στο δυνάμωμα ολόκληρης της σοσιαλιστικής κοινότητας γενικά. Τα σοσιαλιστικά κράτη θα συνεχίσουν παραπέρα να πλαταίνουν και να ολοκληρώνουν την οικονομική και πολιτική συνεργασία τους.

Τα σοσιαλιστικά κράτη επίσης τάσσονται υπέρ της ολόπλευρης ανάπτυξης των οικονομικών και εκπολιτιστικών σχέσεων μ’ όλες τις άλλες χώρες, εάν και απ’ την πλευρά τους εκφράζεται παρόμοια επιθυμία, στη βάση της ισότητας, του αμοιβαίου συμφέροντος και της μη ανάμιξης του ενός στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου.

Η αλληλεγγύη των σοσιαλιστικών χωρών δεν κατευθύνεται ενάντια σε κανένα κράτος. Αντίθετα, αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των φιλειρηνικών λαών, συγκρατεί τις επιθετικές επιδιώξεις των πολεμόχαρων επιθετικών κύκλων, βοηθώντας και ενθαρρύνοντας τις δυνάμεις της ειρήνης που σταθεροποιούνται. Οι σοσιαλιστικές χώρες είναι ενάντια στο χώρισμα του κόσμου σε πολεμικά μπλοκ. Αλλά στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν (όταν οι δυτικές δυνάμεις αρνούνται να δεχτούν την πρόταση των σοσιαλιστικών χωρών για την κατάργηση, σε αμοιβαία βάση, των στρατιωτικών μπλοκ) πρέπει να υπάρχει και να δυναμώνει η οργάνωση του συμφώνου της Βαρσοβίας, η οποία έχει αμυντικό χαρακτήρα και εξυπηρετεί την ασφάλεια των λαών της Ευρώπης και την υποστήριξη της ειρήνης σ’ όλο τον κόσμο.

Τα σοσιαλιστικά κράτη έχουν συνενωθεί σε μια ενιαία κοινότητα με την είσοδό τους στον κοινό δρόμο του σοσιαλισμού, με την κοινή ταξική ουσία του κοινωνικο-οικονομικού καθεστώτος και της κρατικής εξουσίας, με την αλληλοϋποστήριξη και αλληλοβοήθεια, με την κοινότητα συμφερόντων και σκοπών στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό για τη νίκη του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, με την κοινή για όλα τα κράτη ιδεολογία του μαρξισμού-λενινισμού.

Η συσπείρωση και η στενή ενότητα των σοσιαλιστικών χωρών αποτελεί γερή εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας κάθε σοσιαλιστικής χώρας. Για το δυνάμωμα των αδελφικών σχέσεων και της φιλίας ανάμεσα στις χώρες του σοσιαλισμού είναι απαραίτητη η μαρξιστικο-λενινιστική διεθνιστική πολιτική των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, η διαπαιδαγώγηση όλων των εργαζομένων στο πνεύμα του συνδυασμού του διεθνισμού με τον πατριωτισμό, ο αποφασιστικός αγώνας για την εξάλειψη των υπολειμμάτων του αστικού εθνικισμού και σωβινισμού. Όλα τα προβλήματα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες μπορούν πλέρια να λύνονται με την συντροφική συζήτηση στη βάση του σεβασμού των αρχών του σοσιαλιστικού διεθνισμού.

ΙΙΙ. Η νίκη του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, οι επιτυχίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας προκαλούν όλο και πιο βαθιά συμπάθεια ανάμεσα στις πλατιές μάζες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων όλου του κόσμου. Οι ιδέες του σοσιαλισμού καταχτούν τη συνείδηση καινούργιων εκατομμυρίων ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση η ιμπεριαλιστική αστική τάξη δίνει όλο και μεγαλύτερη σημασία στην ιδεολογική παραπλάνηση των μαζών, διαστρέφει το σοσιαλισμό και συκοφαντεί το μαρξισμό-λενινισμό, εξαπατά τις μάζες και προκαλεί σύγχυση ανάμεσά τους. Γι’ αυτό, το δυνάμωμα της μαρξιστικής-λενινιστικής διαπαιδαγώγησης των μαζών, ο αγώνας ενάντια στην αστική ιδεολογία, το ξεσκέπασμα της ψευτιάς και των συκοφαντιών της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας ενάντια στο σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κίνημα, η πλατιά προπαγάνδα σε προσιτή πειστική μορφή των ιδεών του μαρξισμού, της ειρήνης και της φιλίας των λαών, αποχτά πρωταρχική σημασία.

Η σύσκεψη υπογράμμισε την ενότητα απόψεων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων πάνω στα θεμελιακά προβλήματα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η πείρα της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών επιβεβαίωσε πλέρια την ορθότητα της θέσης της μαρξιστικο-λενινιστικής θεωρίας σχετικά με το ότι τα προτσές της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στηρίζονται σε σειρά βασικών νομοτελειών που ισχύουν για όλες τις χώρες που εισέρχονται στο δρόμο του σοσιαλισμού. Αυτές οι νομοτέλειες εκφράζονται παντού με την ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας ιστορικά διαμορφωμένων ιδιομορφιών και παραδόσεων, οι οποίες πρέπει απαραίτητα να παίρνονται υπόψη.

Τέτοιες γενικές νομοτέλειες είναι: η καθοδήγηση των εργαζομένων μαζών απ’ την πλευρά της εργατικής τάξης, που πυρήνας της είναι το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, στην διεξαγωγή της προλεταριακής επανάστασης μ’ αυτή ή με την άλλη μορφή· η συμμαχία της εργατικής τάξης με τη βασική μάζα της αγροτιάς και των άλλων στρωμάτων των εργαζομένων· η εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοχτησίας και η εγκαθίδρυση της κοινωνικής ιδιοχτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής· ο βαθμιαίος σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της αγροτικής οικονομίας· η σχεδιασμένη ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας που κατευθύνεται στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και κομμουνισμού, στο ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων· η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης στον τομέα της ιδεολογίας και του πολιτισμού και η δημιουργία πολυάριθμης διανόησης, αφοσιωμένης στην εργατική τάξη, στον εργαζόμενο λαό, στην υπόθεση του σοσιαλισμού· η εξάλειψη της εθνικής καταπίεσης και η εγκαθίδρυση ισοτιμίας και αδελφικής φιλίας ανάμεσα στους λαούς· η υπεράσπιση των καταχτήσεων του σοσιαλισμού απ’ τις απόπειρες των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών· η αλληλεγγύη της εργατικής τάξης μιας δοσμένης χώρας με την εργατική τάξη των άλλων χωρών – ο προλεταριακός διεθνισμός.

Ο μαρξισμός-λενινισμός απαιτεί τη δημιουργική εφαρμογή των αρχών της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε εξάρτηση με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες κάθε χώρας, δεν επιτρέπει τη μηχανική αντιγραφή της πολιτικής και ταχτικής των κομμουνιστικών κομμάτων των άλλων χωρών. Ο Β.Ι.Λένιν επανειλημμένα προειδοποιούσε για το απαραίτητο της σωστής εφαρμογής των βασικών αρχών του κομμουνισμού σε αντιστοιχία με τις ιδιομορφίες του δοσμένου εθνικού κράτους. Η άγνοια των εθνικών ιδιομορφιών απ’ το προλεταριακό κόμμα αναπόφευχτα το οδηγεί στην απόσπαση απ’ τη ζωή, απ’ τις μάζες, αναπόφευχτα προξενεί ζημιά στην υπόθεση του σοσιαλισμού, και αντίθετα, η διόγκωση του ρόλου αυτών των ιδιομορφιών και η απόκλιση απ’ τη γενική αλήθεια του μαρξισμού-λενινισμού για τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, με το πρόσχημα των εθνικών ιδιομορφιών, επίσης αναπότρεπτα προξενεί ζημιά στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη θεωρούν ότι είναι απαραίτητο να διεξάγονται ταυτόχρονα αγώνας ενάντια και στις δυο αυτές τάσεις.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα των σοσιαλιστικών χωρών πρέπει σταθερά να ακολουθούν τις αρχές του συνδυασμού της γενικής αλήθειας του μαρξισμού-λενινισμού με τη συγκεκριμένη πρακτική της επανάστασης και της οικοδόμησης στις χώρες τους, δημιουργικά να εφαρμόζουν τις γενικές νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε αντιστοιχία με τις συγκεκριμένες συνθήκες των χωρών τους, να διδάσκεται ο ένας απ’ τον άλλον και να ανταλλάσσεται η πείρα. Η δημιουργική εφαρμογή των δοκιμασμένων από την πείρα της ζωής γενικών νομοτελειών της σοσιαλιστικής  οικοδόμησης και η ποικιλία των μορφών και μεθόδων της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στις διάφορες χώρες αποτελούν συλλογική συνεισφορά στη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού.

Θεωρητική βάση του μαρξισμού-λενινισμού είναι ο διαλεχτικός υλισμός. Αυτή η κοσμοαντίληψη αντανακλά τους γενικούς νόμους εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης. Αυτή η κοσμοαντίληψη είναι χρήσιμη για το παρελθόν, για το παρόν και για το μέλλον. Στο διαλεχτικό υλισμό αντιπαρατίθεται η μεταφυσική και ο ιδεαλισμός. Εάν το μαρξιστικό-πολιτικό κόμμα στην εξέταση των προβλημάτων δεν ξεκινά απ’τη διαλεχτική και τον υλισμό, τότε οδηγείται σε μονόπλευρο δρόμο και στον υποκειμενισμό, οδηγείται στην αποστέωση της σκέψης, στην απόσπαση απ’ την πραχτική και στην απώλεια της ικανότητας να κάνει την ανάλογη ανάλυση των πραγμάτων και φαινόμενων, οδηγείται σε ρεβιζιονιστικά ή δογματικά λάθη και σε λάθη στην πολιτική. Η εφαρμογή του διαλεχτικού υλισμού στην πραχτική δουλιά, η διαπαιδαγώγηση των στελεχών και των πλατιών μαζών στο πνεύμα του μαρξισμού-λενινισμού είναι ένα απ’ τα επίκαιρα καθήκοντα των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων.

Στη σημερινή εποχή αποχτά σοβαρή σημασία το δυνάμωμα του αγώνα ενάντια στα οπορτουνιστικά ρεύματα μέσα στο εργατικό και στο κομμουνιστικό κίνημα. Η σύσκεψη υπογραμμίζει την ανάγκη της αποφασιστικής εξάλειψης του ρεβιζιονισμού και του δογματισμού απ’ τις γραμμές των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων. Ο ρεβιζιονισμός και ο δογματισμός στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, όπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα έχουν διεθνή χαραχτήρα. Ο δογματισμός και ο σεχταρισμός δυσκολεύουν την ανάπτυξη της θεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού και την δημιουργική της εφαρμογή στις συγκεκριμένες συνθήκες, που συνεχώς αλλάζουν, υποκαθιστούν την μελέτη της συγκεκριμένης κατάστασης με τσιτάτα και με κόλλημα στο γράμμα, οδηγούν στην απόσπαση του κόμματος απ’ τις μάζες. Το κόμμα που έχει κλειστεί στο σεχταρισμό, που έχει αποσπαστεί απ’ τις πλατιές μάζες σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει στη νίκη την υπόθεση της εργατικής τάξης.

Καταδικάζοντας τον δογματισμό, τα κομμουνιστικά κόμματα θεωρούν ότι στις σύγχρονες συνθήκες, βασικός κίνδυνος είναι ο ρεβιζιονισμός, με άλλα λόγια ο δεξιός οπορτουνισμός, σαν έκφραση της αστικής ιδεολογίας, που παραλύει την επαναστατική ενέργεια της εργατικής τάξης, που ζητά τη διατήρηση ή την αποκατάσταση του καπιταλισμού. Ωστόσο, ο δογματισμός και σεχταρισμός μπορεί επίσης να είναι βασικός κίνδυνος σε ορισμένες περίοδες της εξέλιξης αυτού ή εκείνου του κόμματος. Κάθε κομμουνιστικό κόμμα καθορίζει για τον εαυτό του ποιος κίνδυνος είναι, στη δοσμένη περίοδο, βασικός.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι για την εργατική τάξη, η κατάχτηση της εξουσίας, είναι μόνο η αρχή της επανάστασης και όχι το τέλος της. Μετά την κατάχτηση της εξουσίας, μπροστά στην εργατική τάξη μπαίνουν σοβαρά καθήκοντα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της λαϊκής οικονομίας και τη δημιουργία οικονομικής και τεχνικής βάσης του σοσιαλισμού. Τον ίδιο καιρό, η συντριμμένη αστική τάξη πάντα επιδιώκει την παλινόρθωση. Η επιρροή της αστικής τάξης, της μικροαστικής τάξης και της διανόησής τους στην κοινωνία είναι ακόμα μεγάλη. Γι’ αυτό, για τη λύση του ζητήματος «ποιος ποιον» – καπιταλισμός ή σοσιαλισμός – απαιτείται αρκετά μακρόχρονο διάστημα. Η ύπαρξη της αστικής επίδρασης αποτελεί την εσωτερική πηγή του ρεβιζιονισμού, ενώ η τάση για συνθηκολόγηση μπροστά στην πίεση απ’ την πλευρά του ιμπεριαλισμού αποτελεί την εξωτερική πηγή του.

Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός προσπαθεί να δυσφημίσει τη μεγάλη διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού, την θεωρεί «παλαιωμένη» και ότι τάχα έχασε τώρα τη σημασία της για την κοινωνική εξέλιξη. Οι ρεβιζιονιστές επιδιώκουν να ευνουχίσουν την επαναστατική ψυχή του μαρξισμού, να υποσκάψουν την πίστη της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού στο σοσιαλισμό. Οι ρεβιζιονιστές τάσσονται ενάντια στην ιστορική αναγκαιότητα της προλεταριακής επανάστασης και της διχτατορίας του προλεταριάτου στην περίοδο του περάσματος απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, αρνούνται τον καθοδηγητικό ρόλο του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος, αρνούνται τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, απαιτούν την παραίτηση απ’ τις βασικές λενινιστικές αρχές της κομματικής οικοδόμησης και πριν απ’ όλα απ’ τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, ζητούν την μετατροπή του κομμουνιστικού κόμματος από μαχητική επαναστατική οργάνωση σε ένα είδος λέσχης συζητήσεων.

Όλη η πείρα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος διδάσκει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της πετυχημένης εκπλήρωσης των καθηκόντων της σοσιαλιστικής επανάστασης, της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, είναι η αποφασιστική υπεράσπιση απ’ την πλευρά των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων της μαρξιστικο-λενινιστικής ενότητας των γραμμών τους και η απαγόρευση των φραξιών και ομάδων που υποσκάφτουν αυτή την ενότητα.

ΙV.Μπροστά στα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα στέκουν μεγάλα ιστορικά καθήκοντα. Για την πραγματοποίηση αυτών των καθηκόντων είναι απαραίτητη η συσπείρωση όχι μόνο των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, αλλά και ολόκληρης της εργατικής τάξης. Είναι απαραίτητο το δυνάμωμα της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, η συσπείρωση όλων των εργαζομένων και ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπότητας, η συσπείρωση των φιλελεύθερων και φιλειρηνικών δυνάμεων όλου του κόσμου.

Στη σημερινή εποχή, το βασικότερο καθήκον σ’ όλο τον κόσμο είναι η πάλη για την υπεράσπιση της ειρήνης. Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα όλων των χωρών πετυχαίνουν κοινές ενέργειες σε πλατιές διαστάσεις με όλες τις φιλειρηνικές δυνάμεις. Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη δηλώνουν ότι υποστηρίζουν τις προσπάθειες όλων των κρατών, κομμάτων, οργανώσεων, κινημάτων και ξεχωριστών προσώπων που τάσσονται υπέρ της ειρήνης, ενάντια στον πόλεμο, για την ειρηνική συνύπαρξη, για τη δημιουργία συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη και στην Ασία, για την περικοπή των εξοπλισμών, την απαγόρευση της χρησιμοποίησης και των δοκιμών των ατομικών όπλων.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα είναι πιστοί υπερασπιστές των εθνικών και δημοκρατικών συμφερόντων των λαών όλων των χωρών. Μπροστά στην εργατική τάξη, μπροστά στους λαούς πολλών χωρών στέκουν ακόμα ιστορικά καθήκοντα πάλης για την εθνική ανεξαρτησία, ενάντια στην αποικιακή επίθεση και την φεουδαρχική καταπίεση. Εδώ συμπεριλαβαίνεται το ζήτημα της αναγκαιότητας της δημιουργίας ενιαίου αντιιμπεριαλιστικού και αντιφεουδαρχικού μετώπου των εργατών, αγροτών, της μικρής μπουρζουαζίας των πόλεων, της εθνικής μπουρζουαζίας και των άλλων πατριωτικών δυνάμεων. Πολυάριθμα γεγονότα μαρτυρούν ότι όσο πιο πλατιά και στέρεα είναι η συσπείρωση των διαφόρων πατριωτικών και δημοκρατικών δυνάμεων, τόσο περισσότερο είναι εγγυημένη η νίκη στον κοινό αγώνα.

Η εργατική τάξη και οι λαϊκές μάζες, παλεύοντας ενάντια στον κίνδυνο του πολέμου και αγωνιζόμενες για τα ζωτικά τους συμφέροντα, όλο και περισσότερο κατευθύνουν την αιχμή αυτού του αγώνα ενάντια στις μεγάλες μονοπωλιακές γκρούπες του κεφαλαίου, που είναι βασικοί υπεύθυνοι του κυνηγητού των εξοπλισμών, οργανωτές και εμψυχωτές των σχεδίων της προετοιμασίας του νέου παγκόσμιου πολέμου, στήριγμα της επίθεσης και της αντίδρασης. Τα συμφέροντα και η πολιτική αυτής της στενής ομάδας των μονοπωλίων, όλο και περισσότερο έρχονται σε αντίθεση όχι μόνο με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά και με τα συμφέροντα όλων των υπόλοιπων στρωμάτων της καπιταλιστικής κοινωνίας, της αγροτιάς, της διανόησης, της μικρής και μεσαίας μπουρζουαζίας της πόλης. Σε κείνες τις καπιταλιστικές χώρες τις οποίες προσπαθούν να τις υποτάξουν τα αμερικάνικα μονοπώλια, και στις χώρες που υποφέρουν απ’ την αμερικάνικη πολιτική του οικονομικού και στρατιωτικού επεχτατισμού, δημιουργούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη συνένωση, κάτω απ’ την καθοδήγηση της εργατικής τάξης και των επαναστατικών της κομμάτων, των πιο πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού στον αγώνα για την ειρήνη, για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και των δημοκρατικών ελευθεριών, για την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων, για την πραγματοποίηση ριζοσπαστικών αγροτικών μεταρρυθμίσεων, για τη συντριβή της παντοδυναμίας των μονοπωλίων που προδίνουν τα εθνικά συμφέροντα.

Σε σύνδεση με τις βαθιές ιστορικές αλλαγές και με τις ριζικές ανακατατάξεις στο συσχετισμό των δυνάμεων στο διεθνή στίβο προς όφελος του σοσιαλισμού σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης της ελκτικής δύναμης των ιδεών του σοσιαλισμού ανάμεσα στην εργατική τάξη, την εργαζόμενη αγροτιά και διανόηση, δημιουργούνται οι πιο ευνοϊκές συνθήκες για τη νίκη του σοσιαλισμού.

Οι μορφές του περάσματος των διαφόρων χωρών απ’ τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό μπορεί να είναι διαφορετικές. Η εργατική τάξη και η πρωτοπορία της, το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν τη σοσιαλιστική επανάσταση με ειρηνικό τρόπο. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνατότητας θα ανταποκρινόταν στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και όλου του λαού, στα πανεθνικά συμφέροντα της χώρας.

Στις σύγχρονες συνθήκες, σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες, η εργατική τάξη μ’ επικεφαλής το πρωτοπόρο τμήμα της έχει τη δυνατότητα, με βάση το εργατικό και λαϊκό μέτωπο, καθώς και με βάση άλλων δυνατών μορφών συμφωνίας και πολιτικής συνεργασίας με τα διάφορα κόμματα και κοινωνικές οργανώσεις, να συνενώσει την πλειοψηφία του λαού, να καταχτήσει την κρατική εξουσία χωρίς εμφύλιο πόλεμο και να εξασφαλίσει το πέρασμα των βασικών μέσων παραγωγής στα χέρια του λαού. Στηριζόμενη στην πλειοψηφία του λαού και αποκρούοντας αποφασιστικά τα οπορτουνιστικά στοιχεία που δεν εννοούν να παραιτηθούν απ’ την πολιτική του συμβιβασμού με τους καπιταλιστές και τους τσιφλικάδες, η εργατική τάξη έχει τη δυνατότητα να νικήσει τις αντιδραστικές αντιλαϊκές δυνάμεις, να καταχτήσει σταθερή πλειοψηφία στη βουλή, να μετατρέψει τη βουλή από όπλο που εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντα της μπουρζουαζίας σε όπλο εξυπηρέτησης του εργαζόμενου λαού, να αναπτύξει εσωκοινοβουλευτική πλατιά μαζική πάλη, να συντρίψει την αντίσταση των αντιδραστικών δυνάμεων και να δημιουργήσει της απαραίτητες προϋποθέσεις για την ειρηνική πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όλα αυτά είναι δυνατά μόνο με την πλατιά, αδιάκοπη ανάπτυξη του ταξικού αγώνα των εργατών, των αγροτικών μαζών και των μεσαίων στρωμάτων των πόλεων, ενάντια στο μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο, ενάντια στην αντίδραση, με την ανάπτυξη του αγώνα για βαθιές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, για την ειρήνη και το σοσιαλισμό.

Στις συνθήκες που οι εκμεταλλεύτριες τάξεις καταφεύγουν στην βία ενάντια στο λαό, είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε άλλη δυνατότητα – όχι ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό. Ο λενινισμός διδάσκει και η ιστορική πείρα επιβεβαιώνει ότι οι κυρίαρχες τάξεις εθελοντικά δεν παραιτούνται απ’ την εξουσία. Ο βαθμός της έντασης και οι μορφές του ταξικού αγώνα σ’ αυτές τις συνθήκες θα εξαρτούνται όχι τόσο απ’ το προλεταριάτο, όσο απ’ τις δυνάμεις αντίστασης των αντιδραστικών κύκλων ενάντια στη θέληση της συντριφτικής πλειοψηφίας του λαού, θα εξαρτούνται απ’ τη χρησιμοποίηση βίας απ’ την πλευρά αυτών των κύκλων σ’ αυτό ή σ’ εκείνο το στάδιο του αγώνα για το σοσιαλισμό.

Σε κάθε μια ξεχωριστή χώρα, η ρεαλιστική δυνατότητα του τέτοιου ή διαφορετικού τρόπου περάσματος στο σοσιαλισμό, καθορίζεται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.

Όπως στον αγώνα για την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων, για το πλάτεμα και διατήρηση των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων, για την κατάχτηση και υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, για την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς, έτσι και στον αγώνα για την κατάχτηση της εξουσίας και το χτίσιμο του σοσιαλισμού, τα κομμουνιστικά κόμματα τάσσονται υπέρ της συνεργασίας με τα σοσιαλιστικά κόμματα. Παρά το γεγονός ότι οι δεξιοί ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προσπαθούν με κάθε μέσο να εμποδίσουν αυτή τη συνεργασία, οι δυνατότητες για μια τέτοια κοινή δράση ανάμεσα στους κομμουνιστές και σοσιαλιστές πάνω σε πολλά ζητήματα αυξαίνουν. Οι ιδεολογικές διαφορές που υφίστανται ανάμεσα στα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο για την πραγματοποίηση της ενότητας δράσης πάνω σε πολλά επίκαιρα προβλήματα που στέκουν σήμερα μπροστά στο εργατικό κίνημα.

Στις σοσιαλιστικές χώρες, όπου η εργατική τάξη πήρε την εξουσία στα χέρια της, τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, που έχουν όλες τις δυνατότητες να δημιουργήσουν τους πιο στενούς δεσμούς με τις πιο πλατιές μάζες, πρέπει να στηρίζουν όλη τη δραστηριότητά τους σταθερά στις λαϊκές μάζες, να κάνουν την οικοδόμηση και την υπεράσπιση του σοσιαλισμού υπόθεση των εκατομμυρίων εργαζομένων που νιώθουν βαθιά ότι είναι αφέντες της χώρας τους. Για το δυνάμωμα της συσπείρωσης, της δραστηριότητας και της δημιουργικής πρωτοβουλίας των πλατιών λαϊκών μαζών, για το στερέωμα του σοσιαλιστικού καθεστώτος και το δυνάμωμα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αποχτούν ξεχωριστή σημασία τα βήματα που σημειώθηκαν στα τελευταία χρόνια στα σοσιαλιστικά κράτη, με σκοπό το πλάτεμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και την ανάπτυξη της κριτικής και αυτοκριτικής.

Είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι για να επιτευχθεί πραγματική συσπείρωση της εργατικής τάξης, συσπείρωση όλων των εργαζομένων και ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπότητας, συσπείρωση των φιλελεύθερων και ειρηνόφιλων δυνάμεων όλου του κόσμου, είναι απαραίτητο πριν απ’ όλα να δυναμώνουμε τη μονολιθικότητα των ίδιων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, να δυναμώνουμε την ενότητα ανάμεσα στα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα όλων των χωρών. Αυτή η μονολιθικότητα είναι ο πυρήνας της πιο πλατιάς συσπείρωσης, πράγμα που αποτελεί την βασικότερη εγγύηση για τη νίκη της υπόθεσης της εργατικής τάξης.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα φέρνουν ιδιαίτερα σοβαρή ιστορική ευθύνη για τις τύχες του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα που συμμετέχουν στη σύσκεψη δηλώνουν ότι ασταμάτητα θα δυναμώνουν την ενότητά τους και τη συντροφική συνεργασία προς το συμφέρον της παραπέρα συσπείρωσης της κοινότητας των σοσιαλιστικών κρατών, προς το συμφέρον του διεθνούς εργατικού κινήματος, της υπόθεσης της ειρήνης και του σοσιαλισμού.

Η σύσκεψη σημειώνει με ικανοποίηση ότι το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα αναπτύχθηκε, άντεξε σε πολλές σοβαρές δοκιμασίες, κατέχτησε σειρά από περίλαμπρες νίκες. Οι κομμουνιστές, με τα έργα τους σε παγκόσμια κλίμακα έδειξαν στους εργαζόμενους τη ζωτικότητα της μαρξιστικο-λενινιστικής θεωρίας και την ικανότητά της όχι μόνο να προπαγανδίζει, αλλά και να πραγματοποιεί στην πράξη τα μεγάλα ιδεώδη του σοσιαλισμού.

Όπως και κάθε προοδευτικό κίνημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, έτσι και το κομμουνιστικό κίνημα αναπόφευχτα συναντά στο δρόμο του δυσκολίες και καμπές. Ωστόσο, όπως στο παρελθόν και το παρόν, έτσι και στο μέλλον οποιεσδήποτε δυσκολίες και καμπές δεν θα μπορέσουν να αλλάξουν την αντικειμενική νομοτέλεια της ιστορικής εξέλιξης, δεν θα μπορέσουν να συντρίψουν τη μεγάλη αποφασιστικότητα της εργατικής τάξης να μεταμορφώσει τον παλιό κόσμο και να δημιουργήσει τον καινούργιο. Από τότε που οι κομμουνιστές εμφανίστηκαν στο στίβο της πάλης, υποβάλλονται στους κατατρεγμούς και στις καταδιώξεις των αντιδραστικών δυνάμεων. Αλλά το κομμουνιστικό κίνημα ηρωικά αποκρούει τις επιθέσεις τους και βγαίνει απ’ τις δοκιμασίες ακόμα πιο δυνατό και σφυρηλατημένο. Στις απόπειρες των αντιδραστικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να εμποδίσουν την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας προς την νέα εποχή, οι κομμουνιστές απαντούν με το μεγαλύτερο δυνάμωμα της ενότητας και μονολιθικότητάς τους.

Παρά τις ανόητες διαβεβαιώσεις του ιμπεριαλισμού για δήθεν «κρίση του κομμουνισμού», το κομμουνιστικό κίνημα αναπτύσσεται και στερεώνεται. Οι ιστορικές αποφάσεις του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ έχουν μεγάλη σημασία όχι μόνο για το ΚΚΣΕ και την κομμουνιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, αλλά και εγκαινίασαν την έναρξη νέας περιόδου στο διεθνές εργατικό κίνημα, βοήθησαν στην παραπέρα ανάπτυξή του στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού. Η πετυχημένη διεξαγωγή των συνεδρίων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών, που έγιναν την τελευταία περίοδο, απόδειξαν πειστικά την ενότητα και μονολιθικότητα των κομματικών γραμμών, την προσήλωσή τους στις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Η σύσκεψη των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων μαρτυρά επίσης την διεθνή συσπείρωση του κομμουνιστικού κινήματος.

Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη, ύστερα από ανταλλαγή γνωμών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στις σύγχρονες συνθήκες, δίπλα στις διμερείς συναντήσεις των καθοδηγητικών παραγόντων και την ανταλλαγή αμοιβαίων πληροφοριών, είναι ενδεδειγμένο, στο βαθμό που χρειάζεται, να γίνονται πιο πλατιές συσκέψεις των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων για την εξέταση επίκαιρων προβλημάτων, την ανταλλαγή πείρας, την γνωριμία των απόψεων και των θέσεων του καθενός και την συμφωνία συνδυασμένης πάλης για τους κοινούς σκοπούς που είναι η ειρήνη, η δημοκρατία και ο σοσιαλισμός.

Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη ομόφωνα εκφράζουν τη σταθερή πίστη τους ότι τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα συσπειρώνοντας τις γραμμές τους και πάνω στη βάση αυτή συσπειρώνοντας την εργατική τάξη και τους λαούς όλων των χωρών, χωρίς αμφιβολία, θα υπερνικήσουν όλα τα εμπόδια στο δρόμο της κίνησης προς τα μπρος και θα φέρουν πιο κοντά νέες μεγάλες νίκες της υπόθεσης της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Δημοσιεύτηκε στον «Λαϊκό Αγώνα», Εφημερίδα των Ελλήνων και Σλαβομακεδόνων στην Ουγγαρία, φύλλο 56 (1032), Τετάρτη 27 Νοέμβρη 1957, σ.1-3. Εδώ, δημοσιεύεται με μερικές διορθώσεις από parapoda.

Στη σύσκεψη των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη Μόσχα συνολικά συμμετείχαν τα εξής κόμματα: Κ.Κ. Αυστραλίας, Κ.Κ. Αυστρίας, Κόμμα Εργασίας Αλβανίας, Κ.Κ. Αλγερίας, Κ.Κ. Αργεντινής, Κ.Κ. Βελγίου, Κ.Κ. Βολιβίας, Κ.Κ. Βουλγαρίας, Κ.Κ. Βραζιλίας, Κ.Κ. Μεγάλης Βρετανίας, Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουγγαρίας, Κ.Κ. Βενεζουέλας, Κόμμα Εργαζομένων Βιετνάμ, Εργατικό Κόμμα Γουατεμάλας, Κ.Κ. Γερμανίας, Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, Κ.Κ. Ονδούρας, Κ.Κ. Ελλάδας, Κ.Κ. Δανίας, Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα Δομινικανής Δημοκρατίας, Κ.Κ. Ισραήλ, Κ.Κ. Ινδιών, Κ.Κ. Ινδονησίας, Κ.Κ. Ιορδανίας, Κ.Κ. Ιράκ, Κ.Κ. Ισπανίας, Κ.Κ. Ιταλίας, Προοδευτικό Εργατικό Κόμμα Καναδά, Κ.Κ. Κίνας, Κ.Κ. Κολομβίας, Κόμμα Εργασίας Κορέας, Κόμμα Λαϊκής Πρωτοπορίας Κόστα Ρίκα, Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα Κούβας, Κ.Κ. Λουξεμβούργου, Κ.Κ. Μαλαισίας, Κ.Κ. Μαρόκου, Κ.Κ. Μεξικού, Λαϊκό Επαναστατικό Κόμμα Μογγολίας, Κ.Κ. Ολλανδίας, Κ.Κ. Νέας Ζηλανδίας, Κ.Κ. Νορβηγίας, Λαϊκό Κόμμα Παναμά, Κ.Κ. Παραγουάης, Κ.Κ. Περού, Ενιαίο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας, Κ.Κ. Πορτογαλίας, Εργατικό Κόμμα Ρουμανίας, Κ.Κ. Άγιου Μαρίνου, Κ.Κ. Συρίας και Λιβάνου, Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης, Κ.Κ. Ταϊλάνδης, Κ.Κ. Τυνησίας, Κ.Κ. Τουρκίας, Κ.Κ. Ουρουγουάης Κ.Κ. Φινλανδίας, Κ.Κ. Γαλλίας, Κ.Κ. Κεϋλάνης, Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, Κ.Κ. Χιλής, Κ.Κ. Ελβετίας, Κ.Κ. Σουηδίας, Κ.Κ. Ισημερινού, Ένωση Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών, Κ.Κ. Ιαπωνίας.

Βλ.επίσης

Λενινισμός ή σοσιαλιμπεριαλισμός;

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: