Για το makedonski.gr και τους στρουθοκάμηλους εκ δεξιών και εξ «αριστερών»

Όπως ήταν αναμενόμενο, τα online μαθήματα της τυποποιημένης στη Β.Μακεδονία και αναγνωρισμένης από την Ελλάδα τουλάχιστον από το 1959 μακεδονικής γλώσσας, που ως τώρα προσφέρονταν σε λίγους ενδιαφερόμενους, γενικεύτηκαν και παραδίδονται ως «πακέτο» σε κάθε ενδιαφερόμενο, μέσα από τη σελίδα makedonski.gr. Η ζωή προχωρά. Έτσι, όπως έχει ξαναγραφτεί στο παρόν ιστολόγιο, δεν μπορούν πια υποψήφιοι ροπαλοφόροι να δράσουν «αποτελεσματικά», όπως πριν περίπου 97 χρόνια, που ακύρωσαν τη διανομή των επίσημων εγχειριδίων του ελληνικού κράτους για τη διδασκαλία της ελλαδικής εκδοχής της γλώσσας αυτής και τα έκαψαν.

Δεν αξίζει να σταθεί κανείς στο ποιοι πήραν την σχετική πρωτοβουλία, γιατί η συνωμοσιολογία δεν έχει νόημα όταν μιλάμε για υπαρκτά (για όσους δεν είναι στρουθοκάμηλοι) ζητήματα, στα οποία η ζωή η ίδια δίνει τις λύσεις της. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε: δεν είναι η ύπαρξη των μειονοτήτων, αλλά η καταπίεση των μειονοτήτων που δίνει «πάτημα» στον ιμπεριαλισμό να παρεμβαίνει και να θέτει την κρατική κυριαρχία και ακεραιότητα σε κίνδυνο. Άλλα είναι πιο σημαντικά ζητήματα. Για παράδειγμα, η προσέγγιση του ζητήματος από όσους πήραν την πρωτοβουλία: είναι δεδομένο ότι οι τελευταίοι έχουν μια πιο «ενιαιομακεδονική προσέγγιση», μια αντίληψη δηλαδή που αντιμετωπίζει ως ένα ενιαίο «πράγμα» (που λέει κι ο Δ. Χριστόπουλος για τη μειονότητα της Θράκης) την ελλαδική, τη βουλγαρική και την αλβανική πτέρυγα του (σλαβο-)Μακεδονικού έθνους και των ομιλητών της γλώσσας του και την πτέρυγα που ζει στη Β. Μακεδονία. Εντούτοις, είναι προφανές ότι, λόγω της σχετικά μεγαλύτερης ελευθερίας που απολάμβανε (έστω και στα γιουγκοσλαβικά πλαίσια, δηλαδή τα πλαίσια της προσπάθειας από το φιλοϊμπεριαλιστή Τίτο απόσπασης του εν λόγω έθνους από τη μεγάλη σλαβική οικογένεια και περιορισμού του στη μικρή γιουγκοσλαβική, και με ιδιαίτερη έμμεση πίεση για εκσερβισμό) η τελευταία έχει το προβάδισμα σε όρους γλωσσικής, πολιτιστικής και γενικά εθνικής ανάπτυξης. Έτσι, η ενιαιομακεδονική προσέγγιση, άρρητα, θεωρεί αυτονόητο ότι η γλώσσα αυτού του έθνους είναι αυτή που τυποποιήθηκε από τους Κόνεσκι/Τίτο, δηλαδή αυτή που, συν τοις άλλοις, αφαίρεσε γράμματα σημαντικά για σλαβικές γλώσσες, όπως я, ъ, ь, ενώ, αντιθέτως πρόσθεσε τα σερβικά και λατινικά љ, њ, ј, ѕ, στα πλαίσια της αποσλαβοποιητικής και φιλοδυτικής-εκσερβιστικής πολιτικής Τίτο.

Η Γραμματική για την βασισμένη στις ελλαδικές διαλέκτους τυποποιημένη μακεδονική από το εκδοτικό του ζαχαριαδικού ΚΚΕ «Νέα Ελλάδα».

Αυτή η τυποποίηση, ωστόσο, συνειδητά, για τους προαναφερθέντες λόγους, αγνόησε τις διαλέκτους της εν λόγω γλώσσας στις άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα τις ελλαδικές. Έτσι, με την αφαίρεση π.χ. του γράμματος ъ, το Δενδροχώρι Καστοριάς, που κανονικά θα γραφόταν Дъмбени (χοντρικά ακούγεται Ντ’μπενι, με το κενό να παραπέμπει στο «α» ή το «ου», δηλαδή να ακούγεται σαν Ντάμπενι, αλλά όχι με τόση έμφαση στο «α» ή το «ου»), στην τυποποιημένη στη Β. Μακεδονία μακεδονική γλώσσα γράφεται Д’мбени. Εύκολα καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς πως, κατ’ αυτό τον τρόπο, οι ομιλούντες τις ελλαδικές διαλέκτους της μακεδονικής «ρίχνονται», αφού γεμίζουν το γραπτό τους λόγο με αποστρόφους στο μέσο πολλών λέξεων, κάτι το σχετικά ανεκτό για τοπωνύμια, αλλά σίγουρα όχι για επώνυμα και ονόματα, τα οποία πολλοί μειονοτικοί θεμιτά επιθυμούν να αποκαταστήσουν και τυπικά από το ελλαδικό κράτος. Καλλιεργείται έτσι, εσφαλμένα βέβαια, η αίσθηση της τεχνητής μεταφοράς της γλώσσας αυτής στο γραπτό λόγο, πράγμα που δεν μπορούν να αγνοούν όσοι επιλέγουν να διδάξουν στους ελλαδίτες μειονοτικούς την τυποποιημένη στη Β. Μακεδονία μακεδονική γλώσσα, πολλώ δε μάλλον αφού αυτό αποτελεί βάση για να «πιάνει» η συνωμοσιολογία ιδίως στις τάξεις όσων αναγνωρίζουν την ένταξή τους μόνο σε γλωσσική μειονότητα (ή αναγνωρίζουν απλώς την καταγωγή τους από ομιλούντες μια «σλαβική διάλεκτο»). Επομένως, εκ των πραγμάτων, μειώνουν τους δυνάμει ντόπιους ενδιαφερόμενους για την εκμάθηση της γλώσσας αυτής για οικογενειακούς κ.ά. λόγους.

Πέραν, όμως, των προαναφερθέντων υποκειμενικών λόγων που δημιουργούν αυτό το υπαρκτό πρόβλημα, υπάρχει και το αντικειμενικό γεγονός ότι οι ελλαδικές διάλεκτοι της μακεδονικής, με την πάροδο των ετών, έχουν περισσότερες επιρροές από την ελληνική και, στο βαθμό που παρά την καταπίεση μπόρεσαν να αναπτυχθούν, από δυτικοευρωπαϊκές. Επίσης, πέραν των συνειδητών πολιτικών Τίτο, υπήρχε και το αντικειμενικό γεγονός της επί δεκαετίες συμβίωσης με άλλους λαούς, και είναι λογικό στην τυποποιημένη στη Β. Μακεδονία μακεδονική γλώσσα να υπάρχουν περισσότερες επιρροές από τις γλώσσες των άλλων γιουγκοσλαβικών λαών.

Συνεπώς, η αναβίωση της διδασκαλίας των ελλαδικών διαλέκτων έχει αντικειμενική βάση. Πρώτον, γιατί η ίδια η συγκρότηση μιας μειονότητας, μιας εθνικής ή έστω γλωσσικής κοινότητας, επιτυγχάνεται πάνω στις δικές της βάσεις, όχι με μεταμοσχεύσεις από το εξωτερικό. Το βλέπουμε αυτό με ένα παράδειγμα και ένα αντιπαράδειγμα: η ελληνική εθνική μειονότητα στην Αλβανία, παρά την πλήρη αποκοπή της από την Ελλάδα λόγω της φιλοπόλεμης πολιτικής της τελευταίας προς την Αλβανία, επιβίωσε ακριβώς επειδή βασίστηκε (με τη βοήθεια του λαϊκοδημοκρατικού κράτους) στην τοπική, ηπειρώτικη, ιδιομορφία της. Σε ένα ξένο κράτος, μόνο π.χ. με τη μεταφορά ελλαδικών εγχειριδίων (ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε ψυχροπολεμική πολιτική), θα είχε μετατραπεί σε κάτι περίπου όπως μια κοινότητα ελλήνων εμιγκρέδων. Ως αντιπαράδειγμα, έχουμε τη σιωνιστική οντότητα (Ισραήλ): με την νεκρανάσταση και επιβολή της αρχαίας Εβραϊκής, δεν έχει επιτευχθεί γλωσσική ομοιομορφία και ιδίως οι Ρώσοι μετανάστες δεν έχουν διάθεση εύκολα να αφήσουν μια παγκόσμια γλώσσα.

Στο σημείο αυτό, βέβαια, έρχεται και ο θεμιτός αντίλογος που έχει να κάνει με το «γιατί να μάθει κανείς μια γλώσσα». Σίγουρα, η ανάκτηση των ελλαδικών διαλέκτων της μακεδονικής βοηθά στην αποκατάσταση της αίσθησης της κοινότητας και στην επικοινωνία εντός της Ελλάδας καθώς και με ανθρώπους στη Β. Μακεδονία. Η εκμάθηση, ωστόσο, της τυποποιημένης στη Β. Μακεδονία γλώσσας προσφέρει καλύτερη επικοινωνία με τους ανθρώπους στη Β. Μακεδονία και περισσότερα οφέλη όσον αφορά την αγορά εργασίας. Μιλάμε για γλώσσα ολόκληρου κράτους, αργά ή γρήγορα, ίσως και μέλους ενός οργανισμού όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εκμάθηση, επίσης, απλώς και μόνο των ντόπιων διαλέκτων, μπορεί να εκτρέψει το ζήτημα σε μια κατάσταση φολκλοροποίησής του και εξατομίκευσής του, ενώ κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι ή πρέπει να είναι, ακόμα και για λόγους συμφέροντος του ελληνικού κράτους. Ο δεύτερος, λοιπόν, λόγος για τον οποίο το ελληνικό κράτος πρέπει να καλύψει το χαμένο έδαφος και να ευνοήσει τη διδασκαλία των ελλαδικών διαλέκτων της μακεδονικής είναι γιατί έχει κάθε συμφέρον να συμβάλλει στη δημιουργία ενός φιλικού προς την Ελλάδα τμήματος του εθνικού και γλωσσικού μακεδονισμού, το οποίο να συμβάλλει στην ανάπτυξη του τελευταίου όσο πιο ισομερώς με τις άλλες πτέρυγες γίνεται. Λόγω της αντιμειονοτικής και αντι-ΠΓΔΜ πολιτικής του, το ελληνικό κράτος, όχι μόνο έχει «χάσει επεισόδια», αλλά και έχει δημιουργήσει μια κατάσταση απομάκρυνσης του γειτονικού έθνους από το ελληνικό, επί γενιές ολόκληρες πλέον, παρά το γεγονός ότι τα δύο έθνη είχαν δώσει ταυτόχρονα και εν μέρει από κοινού μεγάλους αγώνες ενάντια στον οθωμανικό δεσποτισμό και τον φασισμό (ας μην πιάσουμε το τι δουλειά πρέπει να γίνει για να αποκατασταθεί η εικόνα του γειτονικού έθνους, που οι «υπερπατριώτες» φιλοϊμπεριαλιστές το έχουν καταστήσει άγνωστο και αγνώριστο στον ελληνικό λαό). Είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας οι εδώ μειονοτικοί να διαφημίζουν στο έθνος τους την συμβίωση με τους Έλληνες, και όχι το αντίθετο. Δεν μιλάμε, δηλαδή, για μια κουτοπόνηρη προσπάθεια απόσπασης των μειονοτικών από το έθνος τους με την προώθηση των ιδιαίτερων γλωσσικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους. Για να γίνει αυτό και να νιώσουν όπως οι Αυστριακοί έναντι των Γερμανών, προϋποτίθενται άλλα πράγματα που δεν είναι της παρούσης (εν τάχει: σίγουρα, όμως, δεν προϋποτίθεται η δημιουργία μιας ντόπιας αστικής τάξης που δεν θα θέλει να είναι «τελευταία στο χωριό» είτε αυτό λέγεται Ελλάδα είτε (σλαβο-)Μακεδονικό έθνος, όπως νομίζουν κάποιοι μειονοτικοί, αλλά μιας εργατολαϊκής αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής οργάνωσης τύπου Ήλιντεν (1952-1956) που παλεύει για ένα νέο, αντιιμπεριαλιστικό, σοσιαλιστικό έθνος και άρα υπάρχει βάση για ένα νέο, δεύτερο εθνικό κέντρο. Στην περίπτωση της Αυστρίας έγινε ολόκληρη «δουλειά» από διάφορες μεγάλες δυνάμεις, επί αιώνες, και τέθηκε το ζήτημα επί ανάπτυξης του καπιταλισμού, άρα, δεν είναι το ίδιο πράγμα).

Τα πράγματα, βέβαια, είναι δύσκολα για το ελληνικό κράτος. Γιατί, πέραν των μικρότερων κινήτρων σε σχέση με την εκμάθηση μιας κρατικής γλώσσας κράτους-μέλους της ΕΕ, ακόμα κι αν καταφέρει να επικρατήσει η διδασκαλία των ελλαδικών διαλέκτων στους μειονοτικούς, είναι τόσο μεγάλη πια η απόσταση από το επίπεδο εθνικής ανάπτυξης των ομοεθνών τους στη Β.Μακεδονία, που, παρά τις όποιες πολιτιστικές ανταλλαγές που το ελληνικό κράτος πρέπει να ευνοήσει, δύσκολα το ελλαδικό κομμάτι του (σλαβο-)Μακεδονικού έθνους θα μπορέσει να συμβάλλει ισομερώς στην ανάπτυξη του έθνους του, δύσκολα δεν θα υπάρξει απόλυτη επικράτηση της τυποποιημένης γλώσσας και του πολιτισμού από τη Β. Μακεδονία. Κι αυτό δεν θα είναι αποτέλεσμα «συνωμοσίας», αλλά μια αντικειμενική εξέλιξη (όσο κι αν θα έχει και χαρακτηριστικά «επιβολής» και μεταφύτευσης μια επικράτηση – για «κυνικούς» οικονομικούς λόγους – της τυποποιημένης στη Β.Μακεδονία γλώσσας αν δεν έχουν προλάβει να ανακτήσουν τη δυναμική τους οι ελλαδικές διάλεκτοι.  Αυτός, βέβαια, είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο δεν μπορούν οι οπαδοί της διάδοσης της τυποποιημένης στη Β. Μακεδονία γλώσσας στην Ελλάδα να επικαλούνται παραδείγματα γλωσσικών μεταρρυθμίσεων σε άλλες χώρες που προνομοποίησαν μια διάλεκτο και μία γραφή. Κι αν έγινε αλλού έτσι, «βίαια», δεν σημαίνει πως έτσι πρέπει να γίνεται και μελλοντικά). Είναι τέτοια η σημασία της αντικειμενικής εξέλιξης που σε αυτό πρέπει να αποδοθεί η αιτία της «ενιαιομακεδονικής» προσέγγισης και δεν πρέπει να χάνουμε την ουσία στεκόμενοι στο «ποιοι πήραν την πρωτοβουλία για τα online μαθήματα» (ούτε στο μικροκομματικό να συνδέουμε αβάσιμα την ύπαρξη του makedonski.gr με τη Συμφωνία των Πρεσπών).

Όσον αφορά τη «δυσκολία για τεχνικούς λόγους» στη διδασκαλία των ελλαδικών διαλέκτων που θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς, πρόκειται για μεγάλη υποκρισία. Το ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα, με επικεφαλής το ζαχαριαδικό ΚΚΕ, είχε τυποποιήσει τις ελλαδικές διαλέκτους της μακεδονικής, τον καιρό μάλιστα που προσπαθούσε να φτιάξει ένα δεύτερο εθνικό κέντρο για το (σλαβο-)Μακεδονικό έθνος, αντιιμπεριαλιστικό, σε αντίθεση με τον Τίτο, και φιλικό προς τον ελληνικό λαό. Ως το 1975, αυτή η τυποποιημένη γλώσσα υπήρχε στον Τύπο των πολιτικών προσφύγων. Δεν έχουν περάσει, δηλαδή, πάρα πολλά χρόνια.

Με αφορμή, ωστόσο, την προοπτική ένταξης της Β. Μακεδονίας στην ΕΕ (που θα επιτυγχανόταν θέλουν δε θέλουν κάποιοι που τους φταίει ο.. Τσίπρας και δεν βλέπουν ότι συμφέρει και τις ΗΠΑ, λόγω ανταγωνισμού με τη Ρωσία, και την ΕΕ, για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, και τη Ρωσία, στο βαθμό που το φιλορωσικό μπλοκ στο πολιτικό σκηνικό της Β. Μακεδονίας δεν έχει αποδιαρθρωθεί, ενώ στην Ελλάδα, υπό τη μορφή της «αντίθεσης στις Πρέσπες», στερεώθηκε περισσότερο), το ελληνικό κράτος, εγκαταλείποντας οριστικά τον στρουθοκαμηλισμό, πρέπει να ετοιμαστεί και για κάτι γενικότερο. Η ΕΕ περιλαμβάνει και ελευθερία κίνησης ανθρώπων και εγκατάστασης. Προτιμά, άραγε, το ελληνικό κράτος, σε βάθος χρόνου, να έχει εγκατεστημένους στο ν. Φλώρινας ανθρώπους με αντιλήψεις όπως τον καταγόμενο από την Αχλάδα Φλώρινας πρώην πρόεδρο της ΠΓΔΜ Γκρούεφσκι (που πρωτίστως η Ελλάδα, με την φιλοϊμπεριαλιστική σοβινιστική πολιτική της, του τις διαμόρφωσε) ή φιλικούς προς την Ελλάδα ανθρώπους; Συν τοις άλλοις, λόγω και του διαδικτύου, η υπόθεση της αντιμετώπισης των μειονοτήτων στην Ελλάδα γυρίζει πλέον ευκολότερα μπούμερανγκ για αυτή. Καλύτερα, λοιπόν, το ελλαδικό κράτος όχι να προτρέξει, αλλά να διορθώσει εγκληματικά για το ίδιο λάθη. Άμεσα να απονείμει την ελληνική υπηκοότητα σε όσους μειονοτικούς από τη Μακεδονία την αφαίρεσε και να αποδώσει τις δέουσες τιμές σε όσους συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση. Άμεσα επίσης να αποδώσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε όσα μειονοτικά χωριά το ίδιο κατέστρεψε, και οικονομική βοήθεια, για να τα ξαναχτίσουν όσοι μπορούν και θέλουν, και να δώσει λύση και στα ζητήματα καταπάτησης των λοιπών ιδιοκτησιών ή, λόγω χρησικτησίας, να δώσει αλλού ένα κομμάτι από τη σε μεγάλο βαθμό εγκαταλελειμμένη γη της ελλαδικής Μακεδονίας.

ΥΓ. Δεν μπορεί παρά να επισημανθεί η χτυπητή αντίφαση πολλών αριστερών του διαδικτύου, που, από τη μια, με διάφορα άρθρα τίμησαν στις 26/7 την επέτειο της εκτέλεσης της Μίρκας Γκίνοβα (Ειρήνης Γκίνη), κοινής ηρωίδας Ελλήνων-(σλαβο-)Μακεδόνων (έστω και χωρίς να πιάνουν το ζήτημα της πρώτης περιόδου του ΝΟΦ), από την άλλη, όμως, όχι μόνο δεν παίρνουν οι ίδιοι πρωτοβουλία π.χ. για την επανεκτύπωση των σχολικών εγχειριδίων του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος για τη μειονότητα, αλλά και τηρούν σιγή ιχθύος για τα σημερινά ζητήματα της μειονότητας, όπως αυτό που θίγει το παρόν άρθρο, δηλαδή, τις εξελίξεις στη διδασκαλία της γλώσσας της, καθώς και τις διακρατικές σχέσεις Ελλάδας-Β.Μακεδονίας που επιδρούν στις σχέσεις των δύο λαών. Η πολιτική, όμως, δεν είναι λίγο ασύνδετη με το σήμερα ιστορία, λίγο συνθήματα προπαγάνδας και ζύμωσης, και λίγο ακτιβισμός-διαδηλωσακισμός. Χρειάζεται θέση, αιχμή, όσο κι αν αυτό φαντάζει «ρεφορμισμός». Αλλιώς συρόμαστε από τις εξελίξεις και, φυσικά, όπως είδαμε επί Πρεσπών, στρουθοκαμηλίζοντας, δεν αποφεύγουμε τη λάσπη περί «προδοσίας». Μα, πραγματικά, τι νομίζουν κάποιοι; Επειδή μόνο με το σοσιαλισμό θα λυθεί οριστικά το εθνικό ζήτημα (και, βέβαια, οι διάφορες συγκεκριμένες μορφές επίλυσής του και τότε θα αλλάζουν με τον καιρό, αλλά για να πάμε ως εκεί, χρειάζεται να αξιοποιήσουμε κάθε εφεδρεία, όπως αυτή που το εθνικό ζήτημα δημιουργεί), ως τότε θα την βγάζουν ως «Ανδρουλάκηδες»; 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: