Κρίστε Μισίρκωφ: Μπορεί η Μακεδονία να εξελιχθεί σε χωριστή εθνική και πολιτική οντότητα; Έχει ήδη εξελιχθεί; Εξελίσσεται τώρα; (β’μέρος)

Όπως έχει ξαναγραφτεί στο παρόν ιστολόγιο, δεν μπορούμε να αποφεύγουμε τα δύσκολα θέματα διατυπώνοντας γενικόλογα συνθήματα προπαγάνδας, π.χ. «ζήτω η φιλία των λαών». Έρχεται η πραγματικότητα και μας συντρίβει. Το ίδιο συνέβη και την περίοδο της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Κανένας προοδευτικός άνθρωπος στην Ελλάδα δεν έμεινε αλώβητος, ανεξαρτήτως της άποψής του για τη συγκεκριμένη συμφωνία. Όλοι εισέπραξαν τη λάσπη περί «προδοσίας». Το πρόβλημα δεν είναι ότι η διατύπωση απλώς συνθημάτων προπαγάνδας ή, στην καλύτερη, ζύμωσης, οδηγεί στο στρουθοκαμηλισμό, αλλά ότι αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης από διάφορους ιμπεριαλιστές. Ιδίως η γενικολογία στο ζήτημα των σχέσεων μεταξύ (σλαβο-)Μακεδόνων και Ελλήνων, με την ακινησία που επιφέρει η διατύπωση αποκλειστικά τέτοιων συνθημάτων χωρίς συγκεκριμένες δράσεις προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των σχέσεων των λαών, αφήνει ελεύθερο το πεδίο στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς επιδείνωσης των σχέσεων των λαών, ώστε να έχουν λόγο οι ιμπεριαλιστές να παρεμβαίνουν και να θέτουν σε κίνδυνο (αυτοί και οι προβοκάτορές τους που καταπιέζουν μειονότητες) την κρατική κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα. Δεν είναι κακό, λοιπόν, το «ζήτω η φιλία των λαών», αλλά πρέπει να γίνεται πράξη. Και προϋπόθεση της υλοποίησης του συνθήματος αυτού είναι η γνωριμία με τον «άλλον», η γνωριμία, εν προκειμένω, του ελληνικού λαού με τον (σλαβο-)Μακεδονικό, η φυσιογνωμία του οποίου, καθώς έχουμε αφήσει ακροδεξιούς και λοιπούς υποκινούμενους από τους ιμπεριαλιστές να παίζουν μονότερμα, παρουσιάζεται με τα μελανότερα χρώματα στους Έλληνες. Αν μη τι άλλο, γνωριμία με τον άλλον σημαίνει γνώση των θέσεών του, του σκεπτικού του, της οπτικής του γωνίας, άσχετα αν αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα υιοθέτηση των θέσεών του (χωρίς το τελευταίο, φυσικά, να σημαίνει και ανοχή σε προστριβές και αμοιβαίες καχυποψίες, οι οποίες εξ ορισμού ευνοούν τους ιμπεριαλιστές, για να παίζουν οι τελευταίοι τον «διαιτητικό» τους ρόλο).

O Κρίστε Μισίρκωφ (Πόστολ/Πέλλα 6(18)/11/1874-Σόφια 26/6/1926)

Με αφορμή, λοιπόν, την εθνική επέτειο των (σλαβο-)Μακεδόνων, την επέτειο του Ήλιντεν, παρουσιάζεται ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κρίστε Μισίρκωφ «Μακεδονικές Υποθέσεις» (Δεκέμβρης 1903) και, συγκεκριμένα, το απόσπασμα εκείνο που μιλά για ένα «δύσκολο» θέμα – όπως έχει καταντήσει για τους Έλληνες, ελέω ακροδεξιού-φιλοϊμπεριαλιστικού μονοτέρματος χάρη στον σεχταρισμό-γενικολογία και την ακινησία της πλειοψηφίας της ελληνικής αριστεράς: το θέμα της ονομασίας του γειτονικού λαού. Παρότι ο Μισίρκωφ δεν ήταν υπέρ της εξέγερσης (όχι για λόγους συμπάθειας προς Ελλάδα ή Βουλγαρία, αλλά ως στρατηγική), θεωρείται η πιο λαμπρή προσωπικότητα του 20ού αιώνα για το έθνος του, και το εν λόγω βιβλίο από τα ιστορικότερα του (σλαβο-)Μακεδονικού έθνους. Και όντως είναι, γιατί, πέραν της σκοπιάς των «άλλων», και αν εξαιρέσει κανείς κάποιες αλλαγές στα εθνολογικά δεδομένα μερικών περιοχών της Μακεδονίας, υπάρχει ανάλυση σε μια σειρά από σχέσεις που εδώ δεν δίνουμε τόση σημασία, π.χ.σχέσεις Βουλγαρίας-Ρωσίας ή Βουλγαρίας-Σερβίας στο Μακεδονικό, αλλά και ανάλυση των επιπτώσεων στο Μακεδονικό από μια στροφή των ομοεθνών του στους Βουλγάρους ή τους Ρώσους.

Όπως θα δούμε, ο Μισίρκωφ, χωρίς να είναι υποχωρητικός, υιοθετεί μια πιο ετεροκαθοριζόμενη αντίληψη για την ίδια την απόκτηση του ονόματος, σε αντίθεση με όσους απολυτοποιούν φιλοϊμπεριαλιστικά λέγοντας π.χ. «το όνομά μας είναι η ψυχή μας».

***

Κρίστε Μισίρκωφ: Μπορεί η Μακεδονία να εξελιχθεί σε χωριστή εθνική και πολιτική οντότητα; Έχει ήδη εξελιχθεί; Εξελίσσεται τώρα; (β’μέρος)

(…)Μετά από όσα ειπώθηκαν, πολλοί θα πουν: ίσως αληθεύει ότι, κι αν δεν υπήρξε σλαβικό έθνος στη Μακεδονία στο παρελθόν, μπορεί παρ’ όλα αυτά να εμφανιστεί, ιδιαίτερα τώρα με τις συγκεκριμένες ιστορικές περιστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι οι Μακεδόνες, αν κρίνουμε από τη γλώσσα τους, δεν είναι πραγματικά Βούλγαροι ή Μακεδόνες – είναι ξεχωριστός λαός, δηλαδή σχηματίζουν μια ανεξάρτητη εθνική οντότητα. Πώς όμως τώρα θα αρχίσουμε να αυτοαποκαλούμαστε Μακεδόνες και να διεκδικούμε ένα ανεξάρτητο μακεδονικό έθνος όταν εμείς, οι πατεράδες και οι παππούδες μας ανέκαθεν αυτοαποκαλούμασταν Βούλγαροι; Δεν μπορούμε να αρνηθούμε αυτό το όνομα, διότι για μας είναι ιερό όσο ιερή είναι και η πίστη μας.

Ας δούμε αν είναι έτσι η κατάσταση.

Αυτοαποκαλούμαστε Βούλγαροι ακριβώς όπως ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί ένα όνομα, Πέτρος για παράδειγμα. Τώρα, πρέπει να ρωτήσουμε ποιος μας έδωσε αυτό το όνομα, τι ήθελε να δηλώσει όταν μας «βάφτιζε» έτσι, και τι εννοούμε με το όνομα Βούλγαρος όταν το χρησιμοποιούμε. Η απάντηση βρίσκεται στους λόγους της «βάφτισης» και στην έννοια του ονόματος, τόσο γι’ αυτόν που το φέρει όσο και για τους άλλους.

Αυτός που ονομάζεται Πέτρος δεν ευθύνεται για το όνομά του, άλλοι του το έδωσαν, ο νονός του. Οι νονοί δίνουν ένα όνομα στον βαφτισιμιό τους ώστε αυτός να διακρίνεται από τους συνανθρώπους του. Ένα παιδί που ονομάζεται Πέτρος δεν θα απαντήσει στο όνομα Ιβάν, Λάζαρ, Βελίκα, κ.ά. Άρα, το όνομα ενός ανθρώπου έχει λιγότερη σημασία γι’ αυτόν που το φέρει και περισσότερη για τους άλλους, διότι κανείς δεν βαφτίζεται μόνος του, οι άλλοι τον βαφτίζουν. Μιλώντας για τον εαυτό του, δεν χρησιμοποιεί καν το όνομα Πέτρος, λέει «εγώ». Θα χρησιμοποιήσει το όνομά του μόνο για να διακριθεί από τους συνανθρώπους του.

Με τον ίδιο τρόπο ένα έθνος μπορεί να παραμείνει χωρίς όνομα, αν δίπλα του δεν υπάρχει άλλο έθνος από το οποίο διαφέρει αρκετά ώστε να νιώθει την ανάγκη να χρησιμοποιεί ένα ξεχωριστό εθνικό όνομα. Αλλά αυτό το εθνικό όνομα δεν επινοείται από το έθνος για ιδιοτελή χρήση, δίνεται από τα γειτονικά έθνη και υιοθετείται από αυτό. Είναι λοιπόν πολύ φυσικό το όνομα ενός έθνους να εμφανίζεται επίσης και σ’ ένα γειτονικό, αφού τα έθνη έρχονται σε επαφή και η σχέση τους είναι παρόμοια με τη σχέση νονού-βαφτισιμιού.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ι.Α.Μποντουέν ντε Κουρτεναί, οι Σλάβοι πήραν το όνομά τους από τους Ρωμαίους. Τα περισσότερα σλαβονικά ονόματα τελειώνουν σε σλαβ: Σβετισλάβ, Βεντσεσλάβ, Μπορισλάβ κ.ά. Οι Σλάβοι χρησιμοποιήθηκαν από τους Ρωμαίους σαν σκλάβοι και μονομάχοι, και ανάμεσά τους η λέξη σλαβ ήταν πάρα πολύ διαδεδομένη. Έτσι κατέληξε να σημαίνει, από τη μια, κάποιον που εκτελεί βαριά σωματική εργασία, όπως ένας σκλάβος, και, από την άλλη, έναν Σλάβο, διότι οι περισσότεροι σκλάβοι προέρχονταν από τις σλαβονικές φυλές, και έτσι έγιναν γνωστοί στους Ρωμαίους ως Σλάβοι. Οι μακρινοί πρόγονοί μας, λοιπόν, βαφτίστηκαν με αυτό το όνομα την εποχή που ήρθαν σε επαφή με τους πιο πολιτισμένους Ρωμαίους. Το όνομα Σλάβος τότε χρησιμοποιόταν για να ξεχωρίζουν οι σλαβικές φυλές από τους Ρωμαίους και τους Γερμανούς. Δεν χρησιμοποιόταν παντού. Αν είναι έτσι, είναι ξεκάθαρο ότι κανένας δεν μπορεί να πει ακριβώς τι σήμαινε το όνομα ή γιατί δεν αντικαταστάθηκε από κάποιο άλλο.

Έτσι, το πρώτο όνομά μας ήταν Σλάβοι, ήμασταν τότε οι Σλάβοι. Αλλά τα περισσότερα γι’ αυτό το όνομα και για τον λαό μας τα γνωρίζουμε όχι από τους Ρωμαίους ούτε από κάποια παράδοσή μας, αλλά από τους Βυζαντινούς ιστορικούς. Ο κύριος λόγος που οι Βυζαντινοί μίλησαν για τους Σλάβους, τους προγόνους μας, ήταν διότι πολύ συχνά βρίσκονταν σε πόλεμο μαζί τους. Ήταν τόσο μεγάλη η καταστροφή που προκάλεσαν οι πρόγονοί μας στο Βυζάντιο που δεν γινόταν να αποσιωπηθεί, και περιγράφοντάς την έπρεπε επίσης να περιγραφούν οι αίτιοι, απέναντι στους οποίους οι Βυζαντινοί έδειξαν τέτοια περιφρόνηση και υπεροψία, θεωρώντας τους βαρβάρους.

Οι Βυζαντινοί μίλησαν μόνο για τον κίνδυνο που προερχόταν από τους βαρβάρους. Όσο πιο καταστρεπτικός ήταν ένας βάρβαρος – δηλαδή μη Έλληνας – απέναντι στο βυζαντινό κράτος, τόσο πιο μισητός γινόταν και τόσο πιο αξιοκαταφρόνητο το όνομά του, μέχρι που εξαφανιζόταν.

Οι επιθέσεις από τους Δυτικούς Γότθους, Ανατολικούς Γότθους, Ούννους, Αβάρους, Σλοβένους, Σέρβους, Κροάτες και Βουλγάρους ενάντια στο Βυζάντιο διαδέχονταν η μια την άλλη, και για τους ίδιους λόγους οι Βυζαντινοί ιστορικοί αναφέρονται σε όλους αυτούς τους λαούς εντοπίζοντας τους Σλάβους και τους Άντες. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι δυνάμεις των Βησιγότθων, των Οστρογότθων και των Ούννων δεν αποτελούνται αποκλειστικά από Βησιγότθους, Οστρογότθους, Ούννους ή Σλάβους, ότι δεν υπήρχε κυρίαρχο έθνος ανάμεσά τους, αλλά μάλλον πολλά έθνη μαζί ενωμένα. Αυτό που έχει σημασία, παρ’ όλα αυτά, είναι ότι οι Βυζαντινοί μιλούν για το κυρίαρχο έθνος και όχι για τους άλλους. Έχουν περισσότερα να πουν για τους Σλάβους από ό,τι για άλλα έθνη, με εξαίρεση τους Σέρβους, τους Κροάτες και τους Βουλγάρους, διότι όλες οι άλλες φυλές προέρχονταν πραγματικά πέρα από τη Βαλκανική χερσόνησο και στο τέλος χάθηκαν. Αλλά οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν δυναμικά στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα στη Μακεδονία, όπου τον 7ο αιώνα σχημάτισαν ένα δυνατό κράτος εναντίον του οποίου το Βυζάντιο έστειλε μεγάλο στρατό.

Το Βυζάντιο όμως υπέστη καταστροφές, κυρίως από τους Μογγόλους, μια φυλή που ισοπέδωνε τα πάντα στο πέρασμά της. Μ’ αυτές τις φυλές πολεμούσαν και οι Σλάβοι, τους οποίους το Βυζάντιο θεωρούσε Βουλγάρους. Το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχτηκε το Βυζάντιο από τους Βουλγάρους ήταν το ότι κατέλαβαν ένα μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας, στο οποίο εγκαταστάθηκαν οι Σλάβοι. Αυτοί λοιπόν σχημάτισαν ένα μεγάλο και δυνατό κράτος, και από τον 7ο αιώνα μέχρι την άφιξη των Τούρκων στα Βαλκάνια κατάφεραν απανωτά χτυπήματα στο Βυζάντιο.

Το βουλγαρικό κράτος, στο σύνολό τους, κατοικούταν από Σλάβους, αλλά το όνομά τους ήταν αυτό των ιδρυτών του κράτους, των Μογγόλων Βουλγάρων.

Οι Σλάβοι της Βουλγαρίας και της Μακεδονίας ήταν σύμμαχοι των Βουλγάρων στην αρχή του πολέμου με το Βυζάντιο, αλλά αυτές οι σλαβικές στρατιές που συμμαχούσαν με τους Βουλγάρους θεωρούνταν από τους εχθρούς, δηλαδή από το Βυζάντιο, καθαρά βουλγαρικές. Έτσι οι Βυζαντινοί άρχισαν να «βαφτίζουν» τους Σλάβους από την εποχή των ορδών του Ασπαρούχ ακόμα. Η συνεχής μάχη σώμα με σώμα σε πολύ κοντινά διαστήματα σήμαινε ότι έγιναν ένα έθνος με βουλγάρικο όνομα, αλλά με σλαβική γλώσσα. Ανάμεσα στους Σλάβους, το όνομα «Βούλγαρος» διαδόθηκε από τους Έλληνες, στην αρχή σήμαινε μόνο Βούλγαροι Μογγόλοι, αλλά αργότερα κατέληξε να συμπεριλαμβάνει τους συμμάχους τους, δηλαδή τους Βουλγάρους υπηκόους και, τέλος, έγινε εθνογραφικός όρος για τους Βουλγάρους Σλάβους. Αλλά αυτό το όνομα είχε και άλλη ιδιαίτερη σημασία κατά τους Έλληνες και τη γλώσσα τους, αυτοί οι Βούλγαροι ήταν για τους Έλληνες οι πιο περιβόητοι βάρβαροι, άξεστοι και απολίτιστοι, άνθρωποι που διέφεραν ελάχιστα από αγρίμια. Για τους Έλληνες, καθετί σλαβικό ήταν βάρβαρο και βουλγαρικό.

Εμείς οι Μακεδόνες «βαφτιστήκαμε» επίσης Βούλγαροι, αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο, διότι και οι Σέρβοι μάς βάφτισαν «Σέρβους».

Το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα, την εποχή του Σέρβου επισκόπου Νεμάνια και των Βουλγάρων τσάρων Ασσέν ή Ασσάν, το Βυζάντιο δέχτηκε επίθεση από τους σταυροφόρους και άλλους εχθρούς. Τότε άρχισαν και οι Βούλγαροι να προετοιμάζονται και να κάνουν συμφωνία με τη Σερβία ενάντια στο Βυζάντιο. Το Βυζάντιο ήταν κοινός εχθρό, και τα δύο έθνη αποφάσισαν να επιτεθούν, καθένα με όποιο τρόπο μπορούσε. Δεν υπήρχαν βουλγαρικές ή σερβικές περιοχές στο Βυζάντιο, ούτε κάποια εθνική συνείδηση ανάμεσα στους Νοτιοσλάβους. Με αυτή τη συμφωνία, οι Βούλγαροι επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά της Βαλκανικής, δηλαδή στη Θράκη, και οι Σέρβοι στη δυτική, στη σημερινή Σερβία, στη δυτική Βουλγαρία και στη Μακεδονία και σταδιακά άρχισαν να μοιράζονται μεταξύ τους τις περιοχές. Για δυο αιώνες περίπου οι Σέρβοι βασιλιάδες δεν σταμάτησαν να προσαρτούν περιοχές του Βυζαντίου στο κράτος τους, αλλά πάντα αναφέρονταν στους εαυτούς τους ως βασιλιάδες της Σερβίας. Ο τσάρος Ντούσαν αυτοαποκαλούνταν τσάρος των Σέρβων, των Ελλήνων και των Αλβανών, αλλά όχι των Βουλγάρων. Ο τίτλος του τσάρου Ντούσαν εξηγείται ως εξής: στη Βαλκανική χερσόνησο αναγνώριζε δύο σλαβικά κράτη, τη Βουλγαρία και τη Σερβία και ένα μη σλαβικό κράτος, το Βυζάντιο. Αποσπώντας εδάφη από το Βυζάντιο, η Σερβία ήλπιζε να το διαδεχτεί, γι’ αυτό και φρόντιζε να καταλαμβάνει εδάφη που θα μπορούσαν να είναι σερβικά ή βουλγαρικά, αλλά που ουσιαστικά δεν ήταν βουλγαρικά.

Ο λαός της Μακεδονίας δεν έδειξε έχθρα απέναντι στους Σέρβους. Ακόμα κι αν πάμε πίσω, στην εποχή της πτώσης της αυτοκρατορίας του Σαμουήλ, οι Μακεδόνες ξεκίνησαν μια εξέγερση κατά του Βυζαντίου, που ήταν πολύ πιο δυναμική απ’ αυτή των Βουλγάρων της περιόδου των αδελφών Ασσέν, αλλά δεν κατόρθωσαν να απελευθερωθούν διότι η γεωγραφική τους θέση ήταν διαφορετική από αυτή των Βουλγάρων. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν οι Βούλγαροι για να αποκτήσουν την ελευθερία τους ήταν να συντρίψουν τις βυζαντινές φρουρές στην Άνω Βουλγαρία, που χωρίζεται από τα Βαλκανικά όρη από την Κάτω Βουλγαρία, και μετά να καταλάβουν την κοιλάδα ώστε ο βυζαντινός στρατός να μην μπορέσει να οπισθοχωρήσει. Αλλά στη Μακεδονία η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική· δεν υπήρχε «τείχος» σαν τα Βαλκανικά όρη για να αμυνθούν οι εξεγερμένες δυνάμεις. Υπάρχουν πολλά βουνά στη Μακεδονία που απλώνονται σε διάφορες κατευθύνσεις με τις κοιλάδες τους χωρισμένες η μία από την άλλη. Τα βουνά δυσκόλεψαν περισσότερο την ενοποίηση των Μακεδόνων στη μάχη τους κατά του εχθρού και διευκόλυναν αντίστοιχα τη δράση των βυζαντινών δυνάμεων, που τοποθετώντας τις φρουρές τους στα βουνά, μπορούσαν να ελέγχουν τους Μακεδόνες. Οι Βυζαντινοί βοηθήθηκαν επίσης από τους δρόμους που είχαν φτιαχτεί κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους για στρατιωτικούς σκοπούς, και που διέσχιζαν τη Μακεδονία από ανατολή προς δύση, δηλαδή από το Αιγαίο πέλαγος προς την Αδριατική και από το νότο προς το βορρά κατά μήκος του Βαρδάρη, δηλαδή από το Αιγαίο προς τον Δούναβη. Με τέτοιες γεωγραφικές συνθήκες, είναι φανερό ότι οι Μακεδόνες δεν μπορούσαν να κερδίσουν την ελευθερία τους από το Βυζάντιο και ότι ήταν έτοιμοι να ενωθούν με οποιονδήποτε εχθρό που θα ήθελε να πολεμήσει το Βυζάντιο. Μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα, αυτός ο σύμμαχος ήταν η Βουλγαρία, και από τον 12ο η Σερβία.

Οι Μακεδόνες συμμάχησαν με τους Σέρβους και κατάφεραν να απελευθερωθούν από το Βυζάντιο. Προσαρτήθηκαν με τη θέλησή τους στη Σερβία και κατέληξαν σε μια συμφωνάι με τους Σέρβους βασιλιάδες που ωφελούσε και τις δύο πλευρές. Κάτω από τους Σέρβους βασιλιάδες, ιδιαίτερα τον Ντούσαν, η Μακεδονία απολάμβανε τέτοια ελευθερία στις εσωτερικές υποθέσεις της, που κανένα άλλο τμήμα της αυτοκρατορίας του Ντούσαν δεν απολάμβανε. Αυτό φαίνεται από τους τίτλους που έφεραν οι Μακεδόνες ηγέτες και από την επιρροή τους στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, καθώς επίσης και από τη μεγάλη πίστη που έδειχναν στο σερβικό στέμμα. Αν χρειαζόμαστε άλλη απόδειξη, απλώς μπορεί κανείς να κοιτάξει την ιστορία του κράτους του Νέμανιτς, από την εποχή του Ντούσαν μέχρι το θάνατο του Βόλκασιν, ιδιαίτερα την περίοδο της διάλυσης της αυτοκρατορίας του Ντούσαν. Θα δει τότε ξεκάθαρα ότι το κέντρο της αυτοκρατορίας και η βάση της ήταν στη Μακεδονία. Μετά το θάνατο του Ντούσαν, η αυτοκρατορία, σιγά-σιγά, διαλύθηκε. Η Μακεδονία υποστήριξε τον βασιλιά Ούρο και ο Μακεδόνας ευγενής, ο βασιλιάς Βόλκασιν, έγινε ο κύριος σύμβουλος και το δεξί του χέρι. Όλοι μισούσαν τον Βόλκασιν για το ρόλο του και την επιρροή του πάνω στον Ούρος, αλλά ο τσάρος τον εμπιστευόταν. Οι Μακεδόνες ευγενείς, εβδομήντα βασιλιάδες και μπάνοι, σύμφωνα με το λαϊκό τραγούδι, έδωσαν στον βασιλιά εβδομήντα χιλιάδες στρατιώτες ως απόδειξη της πίστης τους, και πέθαναν μαζί του στη μάχη του ποταμού Έβρου, για τον τσάρο και «το όνομα της Σερβίας».

Εβδομήντα χιλιάδες στρατιώτες και εβδομήντα βασιλιάδες και ευγενείς! Πώς λεγόταν αυτός ο στρατός; Τι όνομα είχε και ποιος του το έδωσε; Όλοι οι στρατιώτες αποκαλούνταν «Σέρβοι», αλλά υπήρχαν τόσοι Σέρβοι σ’ αυτόν το στρατό όσοι και Βούλγαροι Μογγόλοι στο στρατό του τσάρου Συμεών, κι ακόμα λιγότεροι νομίζω. Έτσι, τον 14ο αιώνα, οι Μακεδόνες αποκαλούνταν επισήμως Σέρβοι, αφού οι Σέρβοι ήταν λαός που δεν είχαν λόγο να μισούν ή να μην εμπιστεύονται, κι άλλωστε δεν έβρισκαν τίποτα κακό σ’ αυτό το όνομα.

Οι Σέρβοι ήταν η καίρια δύναμη κατά των Βυζαντινών. Οι πρόγονοί μας ήταν οι σύμμαχοί τους. Οι Βυζαντινοί στιγμάτιζαν όλους τους εχθρούς τους, τους Σέρβους και τους Μακεδόνες, με το ίδιο όνομα: Σέρβοι. Στην πορεία, άρχισαν να μας αποκαλούν Σέρβους αντί για Βουλγάρους, και αυτή η επονομασία ενισχυόταν από την αναγνώριση της ηγεμονίας του Ντούσαν στη Μακεδονία και από το ρόλο των ευγενών μας στο βασίλειό του. Στα μάτια του κόσμου, είχαμε γίνει Σέρβοι, μετά γίναμε Σέρβοι υπήκοοι, και στο τέλος, ο όρος Σέρβος σήμαινε και Μακεδόνας επίσης, κι όχι Έλληνας, Βλάχος ή Αλβανόις.

Συνέβη όμως ένα γεγονός που δεν επέτρεψε να παραμείνει συνδεδεμένο το όνομα της Σερβίας με τη Μακεδονία, η ρήξη ανάμεσα στον κράλη Μάρκο και τον πρίγκιπα Λάζαρο. Ο τελευταίος, με όλο το βασίλειό του και τον λαό του, πολέμησε τους Τούρκους στο όνομα της Σερβίας και των Σέρβων. Ο Μάρκος και οι υπήκοοί του δεν ήταν Σέρβοι στα μάτια των Τούρκων, διότι δεν έδειξαν την ίδια πολεμοχαρή αντίσταση με αυτήν του πρίγκιπα Λάζαρου και των υπηκόων του.

Έτσι, μέχρι την τουρκική εισβολή, βαφτιστήκαμε τρεις φορές: πρώτα Σλάβοι, μετά Βούλγαροι και τέλος Σέρβοι.

Αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο. Ε την άφιξη των Τούρκων, άρχισε αμέσως ο πόλεμος, η μάχη ανάμεσα στους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους, ανάμεσα στο σταυρό και την ημισέληνο, πράγμα που σήμαινε ότι οι διαμάχες ανάμεσα στον σλαβικό και τον ελληνικό κόσμο τελείωναν. Η κυριαρχία των Τούρκων στα Βαλκάνια σηματοδότησε μια ιστορική περίοδο στην οποία τα υποταγμένα έθνη ήλπιζαν να διαφυλάξουν την ιστορική τους κληρονομιά. Φυσικά, καταφέραμε να διαφυλάξουμε μόνο ό,τι ήταν εύκολο να διαφυλαχτεί, δηλαδή ό,τι δεν επιθυμούσαν να μας πάρουν οι Τούρκοι, είτε επειδή δεν το χρειάζονταν είτε επειδή δεν αποτελούσε κίνδυνο γι’ αυτούς. Οι Τούρκοι πήραν τη γη μας και τη μοίρασαν μεταξύ τους – έπρεπε να αποδεχτούμε αυτή την απώλεια. Μετά, άρχισαν να παίρνουν τα παιδιά μας και να τα μεγαλώνουν σαν Τούρκους, κάνοντάς τα Γενίτσαρους. Ακόμα και τότε, δεν αντιδράσαμε. Οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι θα ήταν δύσκολο να υποτάξουν τη Σερβία, γιατί το όνομα Σέρβος ήταν γι’ αυτούς συνώνυμο με το «ληστής». Σκύψαμε τα κεφάλια και πάψαμε να αυτοαποκαλούμαστε Σέρβοι, για να μη θυμώσουμε τον αγά. Αλλά ο αγάς δεν ήθελε να λεγόμαστε ούτε Βούλγαροι, κι εμείς υποκύψαμε. Ο Τούρκος έμπαινε στο σπίτι μας, έτρωγε το φαΐ μας, έπινε τα κρασιά μας και μας έλεγε «φέρτε μου εκείνο, φέρτε μου τ΄άλλο!» κι εμείς απαντούσαμε «αμέσως, αφέντη!» Αν ένας Τούρκος μάς ρωτούσε τι είμαστε, απαντούσαμε ότι είμαστε «γκιαούρηδες», δηλαδή, άπιστοι ή ο «όχλος του Αυτοκράτορα». Με άλλα λόγια, παρουσιαζόμασταν στους Τούρκους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφύγουμε να θυμώσουμε τον αγά· γι’ αυτούς ήμασταν οι «άπιστοι» και ο «όχλος», και ακόμα και μεταξύ μας αρχίσαμε να αποκαλούμε ο ένας τον άλλον «γκιαούρ». Στα λαϊκά επικά τραγούδια μας, τα ονόματα «γκιαούρ» και «ραγιατίν», «χώρα των απίστων» και «χώρα του όχλου», συχνά χρησιμοποιούνται με την εθνοτική σημασία τους.

Έτσι οι Τούρκοι μάς μετέτρεψαν σε λαό απίστων, σε όχλο. Αυτούς τους όρους τους υιοθετήσαμε για να δηλώσουμε την υποταγή μας μπροστά στους Τούρκους, αλλά και τις θρησκευτικές και άλλες διαφορές που μας χώριζαν.

Εκτός όμως που χάσαμε την ελευθερία μας, αποκτήσαμε και «εκπαιδευτές», όχι μόνο Τούρκους, αλλά και Έλληνες επίσης.

Στους Έλληνες είδαμε τους πνευματικούς δασκάλους μας και τους θρησκευτικούς μας ηγέτες, και υπήρξαμε δουλικοί στις σχέσεις μας μαζί τους, όσο και με τους Τούρκους. Οι Έλληνες μας εκμεταλλεύονταν μέσω της Εκκλησίας και προσπάθησαν, κάτω από την τουρκική διοίκηση, να πετύχουν ό,τι δεν είχαν μπορέσει μέχρι τότε. Με την προοπτική να αφομοιωθούμε εντελώς, απέφευγαν να χρησιμοποιούν το εθνικό μας όνομα, έλεγαν ότι απλώς είμαστε χριστιανοί. Και εμείς, απαντούσαμε «Χριστιανοί είμαστε, βέβαια»! Όταν θύμωναν μαζί μας, μας έλεγαν ότι είμαστε πεισματάρηδες Βούλγαροι και απαντούσαμε «Έτσι είναι, είμαστε χριστιανοί, αλλά δεν μορφωθήκαμε σαν τους Έλληνες.» Δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό μας ότι είμαστε Βούλγαροι, αλλά, παρ’ όλα αυτά, το δεχόμασταν. «Εντάξει», είπαμε, «είμαστε Βούλγαροι». Στην πραγματικότητα, κάτω από την τουρκική διοίκηση, υποφέραμε και αποδεχόμασταν οτιδήποτε μας έλεγαν οι Τούρκοι και οι Έλληνες. Και αφού οι Τούρκοι μάς αποκαλούσαν «γκιαούρηδες», αδιαφορώντας για το αν είμαστε ένας λαός που ανήκει σε μια συγκεκριμένη φυλή, και αντιμετωπίζοντάς μας απλώς σαν έναν λαό με τον οποίο μπορούσαν να έχουν μόνο μία σχέση, αυτή του αφέντη-δούλου, αρχίσαμε κι εμείς να χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους για να αυτοαποκαλούμαστε. Οι Τούρκοι δεν αναγνώριζαν καμιά ξεχωριστή εθνότητα στο κράτος τους, αλλά ούτε κι εμείς ξέραμε τίποτα για τις δικές τους εθνότητες. Το ίδιο και οι Έλληνες, δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στις διάφορες σλαβικές εθνότητες και σ’ όλους τους Σλάβους, ιδιαίτερα σ’ αυτούς που τους είχαν προκαλέσει τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια. Μας αντιμετώπιζαν λοιπόν περιφρονητικά και μας αποκαλούσαν «Βουλγάρους», λέξη με προσβλητικό γι’ αυτούς περιεχόμενο. Αλλά, παρόλο που το όνομα αυτό είχε υποτιμητική σημασία για τους Έλληνες, δεν ήταν δείγμα αξιοπρέπειας για τους Βουλγάρους και έτσι προστέθηκαν οι λέξεις «χοντροκέφαλοι πεισματάρηδες».

Έτσι καταλήξαμε να έχουμε το εθνικό όνομα που είχαν χρησιμοποιήσει οι πατέρες, οι παππούδες και οι κοντινοί πρόγονοί μας. Αλλά, όπως είδαμε, έχουμε να κάνουμε με τέσσερα ονόματα, κι όχι μόνο με ένα, που σημαίνει ότι υπήρξε κάποια ιστορική στιγμή που δεν είχαμε συγκεκριμένη εθνική συνείδηση. Το όνομα «Βούλγαρος», όπως είναι φανερό, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο για τους προγόνους μας από χριστιανός, άπιστος, κοπρόσκυλο. Μέχρι τότε, ξέραμε ότι υπήρχαν χριστιανικές, γκιαούρ χώρες και «ραγιατίν» κράτη, αλλά θεωρήσαμε τους εαυτούς μας χριστιανούς «γκιαούρηδες» και «ραγιάτωφ» και πιστεψαμε ότι είχαμε κάποτε το δικό μας κράτος, το οποίο χάσαμε στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, επειδή ο Θεός οργίστηκε με τους προγόνους μας. Στο Κοσσυφοπέδιο ο Θεός μάς καταδίκασε να χάσουμε την αυτοκρατορία μας επειδή δεν διαφυλάξαμε την αληθινή πίστη. Σ’ αυτή τη μάχη οι ηγέτες μας μαζί με έναν μεγάλο στρατό βάλθηκαν να κατατροπώσουν τους Τούρκους, αλλά επειδή ο Θεός μάς είχε καταδικάσει, άλλοι Τούρκοι πολεμιστές ξεπηδούσαν εκεί όπου άλλοι είχαν πέσει. Μπροστά σ’ αυτό, οι ηγέτες μας πείστηκαν ότι όντως ήταν θέλημα Θεού να χάσουμε την αυτοκρατορία και να γίνουμε υπόδουλοι των Τούρκων. Όπως και έγινε. Στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου έπεσαν δυο αυτοκράτορες.

Αφού ο μακεδονικός λαός ενημερώθηκε τόσο «καθαρά» για τη «βουλγαρική» του εθνικότητα, τίθεται τώρα θέμα για κάποιου είδους βουλγαρική εθνική συνείδηση ανάμεσα στους Μακεδόνες;

Το βουλγαρικό κόμμα των Μακεδόνων θα μπορούσε να εξηγήσει από πού προκύπτει ότι πρόκειται για θρησκευτικό ζήτημα, όταν οι Μακεδόνες και οι Βούλγαροι πολέμησαν πλάι-πλάι, και όταν οι Μακεδόνες πολέμησαν ως Βούλγαροι και αυτοαποκαλούνταν Βούλγαροι;

Ιδού η εξήγηση: οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν εθνικά ονόματα για να ξεχωρίζουν από τις άλλες γειτονικές εθνότητες, δηλαδή από τους Τούρκους, τους Έλληνες και τους Βλάχους. Οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν το όνομα «Σέρβος», εξαιτίας της σερβικής αντίστασης την εποχή που καταλάμβαναν τα Βαλκάνια. Στην Τουρκία, μέχρι την εποχή του Ρωσοτουρκικού πολέμου, οι λέξεις «Σέρβος γκιαούρ» σήμαιναν αυτό που σημαίνουν σήμερα οι λέξεις «Ρώσος γκιαούρ». Οι χριστιανοί φυσικά δεν αυτοαποκαλούνταν Σέρβοι και όντως δεν τους άρεσε να τους ονομάζουν έτσι οι άλλοι. Έτσι οι Έλληνες δεν χρησιμοποίησαν αυτό το όνομα, αφού ποτέ δεν είχαν υποστεί κακό από τους Σέρβους και δεν υπήρχε λόγος γιατί θα έπρεπε, αφού το όνομα Σέρβος χρησιμοποιήθηκε μόνο για λίγο στη Μακεδονία, είχε σχεδόν ξεχαστεί διότι κανένας δεν το θυμόταν ευχάριστα. Από τουρκική σκοπιά δεν ήταν σωστό όλοι οι Μακεδόνες να αποκαλούνται «Σέρβοι γκιαούρηδες», διότι είχαν παραδοθεί στους Τούρκους. Και αν έπρεπε να ξεριζωθεί το όνομα Σέρβος από τη Μακεδονία, το μόνο όνομα που θα έμενε για τους Μακεδόνες θα ήταν αυτό των Βουλγάρων, όνομα που υπήρξε πολιτικός και εθνογραφικός όρος πριν ακόμα την τουρκική εισβολή, και το οποίο αποδεχόταν η Τουρκία και θεωρούσε κατάλληλο η ελληνική πλευρά, διότι εξέφραζε άριστα αυτό που ένιωθαν οι Έλληνες για μας. Να γιατί λοιπόν μας ονόμασαν, ανάμεσα σε άλλα, Βούλγαρους ή πεισματάρηδες.

Με τους Βουλγάρους μάς συνέδεαν το ίδιο όνομα, η ίδια θέση απέναντι στους Τούρκους και τους Έλληνες και η ίδια επιθυμία για απελευθέρωση από τους Φαναριώτες και από τον τουρκικό ζυγό. Αυτό το όνομα μας έκανε να πολεμήσουμε μαζί ενάντια στον κοινό εχθρό· αλλά αυτό το κοινό αίσθημα δεν προερχόταν από κοινά εθνικά καθήκοντα, τα οποία θα έπρεπε να εκτελέσουμε από κοινού με τους Βουλγάρους. Το κοινό συμφέρον μας ήταν καθαρή σύμπτωση.

Στο τέλος του πρώτου τετάρτου του 10ου αιώνα, όλες οι βαλκανικές χώρες είχαν απελευθερωθεί, με εξαίρεση τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τη Μακεδονία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι τρεις πρώτες συνόρευαν γεωγραφικά και οι Έλληνες και οι Τούρκοι τις μεταχειρίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Οι άλλες δύο ήταν απομακρυσμένες και είχαν διαφορετική σχέση με την Τουρκία και την Ελλάδα. Να γιατί οι πρώτες τρεις εξωθήθηκαν στη δράση και άρχισαν να αναπτύσσουν κάποια κοινά ιδανικά, μα και οι άλλες δύο επίσης τα δικά τους κοινά ιδανικά.

Αλλά, αν την εποχή της εθνικής αφύπνισης των Μακεδόνων είχαμε διαφορετικό χάρτη των Βαλκανίων, τότε οι Μακεδόνες θα είχαν κινηθεί αλλιώς. Αν η Βουλγαρία και η Θράκη είχαν απελευθερωθεί κι αν η Σερβία και η Μακεδονία ζούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες για πενήντα χρόνια, οι Μακεδόνες θα είχαν ενωθεί με τους Σέρβους και όχι με τους Βουλγάρους. Θα μπορούσαν επίσης να είχαν ενωθεί και με τους Έλληνες, αν οι Έλληνες είχαν κινηθεί πιο έξυπνα και αν η Ελλάδα μόνη με τη Μακεδονία ήταν κάτω από τους Τούρκους για πενήντα χρόνια περίπου, αφού οι άλλες βαλκανικές χώρες είχαν απελευθερωθεί.

Έτσι, το βουλγαρικό όνομα στη Μακεδονία είναι αποτέλεσμα της κακής μεταχείρισης που υπέστησαν οι Μακεδόνες από τις ελληνικές θρησκευτικές αρχές. Οι Έλληνες κατέστρεψαν την αρχιεπισκοπή της Οχρίδας, διότι το όνομα «Βούλγαρος’ χρησιμοποιόταν σαν σύμβολο, το χρησιμοποίησαν όμως στη συνέχεια για να εκφράσουν την περιφρόνησή τους για καθετί σλαβικό. Και ακριβώς λόγω αυτής της περιφρόνησης ονομαστήκαμε Βούλγαροι. Δεν ήταν προϊόν μιας ιστορικής παράδοσης, διότι αυτές οι παραδόσεις δεν μας λένε τίποτα για την προέλευση του ονόματος «Βούλγαρος» στη Μακεδονία, αναφέρουν μόνο τον όρο «Σέρβος». Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες μας ονόμασαν «Βούλγαρους» από μόνοι τους, κι εμείς, μην έχοντας το χρόνο να ασχοληθούμε με το θέμα και να ανακαλύψουμε τα λάθη, αποδεχτήκαμε το όνομα.

Σ’ αυτή την περίπτωση, βέβαια, είναι ολοφάνερο ότι το όνομα «Βούλγαρος» δεν περιγράφει κάποια βουλγαρική εθνότητα στη Μακεδονία, αλλά προωθείται τεχνητά στη Μακεδονία όπως ακριβώς προωθήθηκε το όνομα «Σέρβος» πρόσφατα. Κατόπιν όλων τούτων, δεν υπάρχει πλέον χώρος για το όνομα «Βούλγαρος» στη Μακεδονία, διότι εμείς οι Μακεδόνες ζούμε εδώ και εικοσιπέντε χρόνια τώρα χώρια από τους Βουλγάρους και έχουμε πολύ λίγα κοινά συμφέροντα. Η Βουλγαρία χρειάζεται τη Μακεδονία, γι’ αυτό και επενδύει ένα εκατομμύριο φράγκα το χρόνο στη χώρα και απασχολεί πολλούς Μακεδόνες στην κυβέρνησή της ή στο δημόσιο. Από την άλλη, η Βουλγαρία είναι επίσης απαραίτητη για τη Μακεδονία, διότι οι Μακεδόνες μπορούν εκεί να βρουν δουλειά και να εκμεταλλευτούν τα «βουλγαρικά» συναισθήματα. Έτσι, τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, οι σχέσεις ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Μακεδονία βασίστηκαν όχι πάνω στις κοινές παραδόσεις και οράματα, αλλά πάνω στο συμφέρον, δηλαδή, στην αμοιβαία εκμετάλλευση.

Το όνομα «Βούλγαρος», όπως το εκμεταλλεύονται οι Βούλγαροι στη Μακεδονία, δεν είναι με κανένα τρόπο εθνικό και γι’ αυτό το λόγο, κανένας Μακεδόνας δεν έχει το δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει για να εκμεταλλευτεί τα μακεδονικά συμφέροντα προς όφελος της Βουλγαρίας. Αυτό το όνομα δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να αφήσει τους Βουλγάρους να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις μας. Ο πατέρας μου, ο παππούς μου και ο προπάππος μου ονομάστηκαν Βούλγαροι από παρεξήγηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ πρέπει να παραμείνω στο σκοτάδι, όπως εκείνοι, σ’ ό,τι αφορά την εθνικότητά μου. Αν ονομάζονταν Βούλγαροι, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να πιστεύουμε στους Ρώσους εξαιτίας ανθρώπων σαν τον Σταμπούλωφ και άλλους ηλίθιους πολιτικάντηδες. Αντί να ακολουθήσουμε το παράδειγμα εκείνων που έδωσαν το αίμα τους, αντί να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας, επιτρέπουμε σε ορισμένους να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις μας, τη στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι δεν ξέρουν τι θέλουν. Αν οι πρόγονοί μου ονομάζονταν Βούλγαροι, αυτό δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκμεταλλεύομαι τα μακεδονικά συμφέροντα, διαδίδοντας πληροφόρηση η οποία, αντί αν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού μας, εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Βουλγαρίας και του Βούλγαρου διαδόχου. Οι παππούδες μας, όταν αυτοαποκαλούνταν Βούλγαροι, δεν είχαν στο νου τους να αποσπάσουν κέρδη απ’ αυτό το όνομα ώστε να τρώμε, να πίνουμε και να ντυνόμαστε καλά.

Το όνομα «Βούλγαρος» λάθος αποδόθηκε στον Μακεδόνα, γι’ αυτό ευθύνεται η Βουλγαρία, ο βουλγαρικός λαός και ο Βούλγαρος διάδοχος. Είναι καιρός να αποκαλύψουμε αυτή την κερδοσκοπία και να δώσουμε ένα τέλος σ’ αυτή την εκμετάλλευση.

Απ’ όλα αυτά μπορούμε να δούμε, πρώτον, αν σύμφωνα με την τωρινή αντίληψη της εθνογραφικής δομής των Βαλκανίων, ιδιαίτερα των κεντρικών και νοτιοανατολικών περιοχών, δηλαδή Σερβίας, Βουλγαρίας, Θράκης και Μακεδονίας, υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη μόνο δύο σλαβικές εθνογραφικές εθνότητες – οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι – αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και δεν μπορεί να υπάρχουν άλλες· αντίθετα, η ύπαρξή τους είναι σχεδόν πραγματικότητα. Δεύτερον, δεν υπάρχουν δύο κυρίως νοτιοσλαβνικές εθνότητες, σερβική και βουλγαρική, στη Μακεδονία, υπάρχει μόνο ένα έθνος, και αυτό το έθνος έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία είτε είναι ξεχωριστά και δεν απαντώνται στους Σέρβους ή στους Βούλγαρους – όπως στην περίπτωση των πολλών χαρακτηριστικών των μακεδονικών διαλέκτων – είτε απαντώνται και στους Σέρβους και στους Έλληνες, ή μόνο στους Μακεδόνες στις περιοχές τους, αλλά και στη Σερβία και στη Βουλγαρία. Και αν αυτά τα στοιχεία που διακρίνουν τους Μακεδόνες από τους άλλους σλαβικούς λαούς, ως μέρος της σλαβικής ομάδας των λαών, είναι τα πιο πολλά, τα πιο διαδεδομένα και τα πιο σημαντικά στοιχεία κοινά σ’ όλους τους Μακεδόνες, που τους κάνουν δηλαδή να είναι όντως ένας διαφορετικός και ανεξάρτητος σλαβικός λαός, ακόμα και αν αυτό δεν αναφέρεται στα επιστημονικά έργα ή και στις καθημερινές συζητήσεις. Ο άλλος λόγος, για τον οποίο η ύπαρξη του μακεδονικού έθνους αγνοείται και αποκρύπτεται, βρίσκεται στην παρουσία της λέξης «Βούλγαρος» στη Μακεδονία, με την εθνογραφική έννοια, και στην εκμετάλλευσή της, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Μάθαμε λοιπόν για την προέλευση του ονόματος «Βούλγαρος» ως εθνογραφικού όρου στη Μακεδονία. Με άλλα λόγια, μάθαμε ότι η Μακεδονία ήταν, είναι και θα εξακολουθήσει να είναι μια ανεξάρτητη εθνογραφική ενότητα.

Τώρα, πρέπει να ορίσουμε αν αυτή η ενότητα υπήρξε, υπάρχει και μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει με την πολιτική έννοια.

Θα πρέπει λοιπόν γι’ αυτό να συνεχίσουμε τις σκέψεις μας σχετικά με την εθνικότητα των Μακεδόνων από το σημείο που είχαμε σταματήσει.

Είδαμε ότι το όνομα «Βούλγαρος» στη Μακεδονία ήταν το τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσης στην ανάπτυξη της εθνικής μας συνείδησης και το αποτέλεσμα των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, στις οποίες ζούμε από την εποχή της τουρκικής εισβολής στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με όλα όσα είπα σχετικά με την ιστορία των εθνικών ονομάτων μας, που διαδέχτηκαν το ένα το άλλο, φαίνεται ότι υπήρξαν πολλές καταχρήσεις. Πολλοί, ίσως, θα με κατηγορήσουν ότι είμαι σερβόφιλος· ίσως οι Σέρβοι το χρησιμοποιήσουν σαν βάση για τις σοβινιστικές διεκδικήσεις τους στη Μακεδονία· ίσως, στο τέλος, οι Σέρβοι χρησιμοποιήσουν όλα όσα ειπώθηκαν σαν δικαιολογία για να αλλάξουν το εθνικό μας όνομα, για να αποδείξουν ότι οι Μακεδόνες δεν είχαν ποτέ εθνική συνείδηση ούτε και ανεξάρτητο ιστορικό ρόλο, αφού δεν ήταν τίποτε άλλο από απλά εξαρτήματα στον σερβικό ή βουλγαρικό κρατικό μηχανισμό.

Τέτοιες παρεξηγήσεις είναι αναμενόμενες από τη στιγμή που καταδίκασα τη βουλγαρική πολιτική απέναντι στο Μακεδονικό Ζήτημα, πράγμα που θα μπορούσε να γεννήσει την αμφιβολία για το αν είμαι βουλγαρόφιλος ή σερβόφιλος, καθώς επίσης και την εκμετάλλευση εκ μέρους των άλλων Σλάβων των Βαλκανίων.

Οι Σέρβοι μπορούν να υποστηρίζουν ότι οι Μακεδόνες είναι Σέρβοι, επειδή δεν είναι Βούλγαροι και επειδή δεν τους έλεγαν Βουλγάρους πριν από την τουρκική εισβολή στα Βαλκάνια. Παρομοίως, μερικοί Σέρβοι ίσως θεωρήσουν την ερμηνεία μου για την απουσία εθνικού ονόματος για τους Μακεδόνες ως επιβεβαίωση της γνώμης του καθηγητή Μιλοβάνοβιτς, ο οποίος στην εφημερίδα Ντέλο ισχυρίστηκε ότι η Μακεδονία έπρεπε να μοιραστεί ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη, διότι δεν αποτελεί γεωγραφική, εθνογραφική ή ιστορική οντότητα.

Τι μπορούμε να απαντήσουμε στο πρώτο σημείο; Γενικά, οι Μακεδόνες δεν αυτοαποκαλούνταν Σέρβοι για πάνω από πενήντα χρόνια, παρόλο που σε μερικές περιοχές, κυρίως στο βορά, αυτό διήρκησε εκατόν πενήντα χρόνια, αλλά όχι και περισσότερο. Εκείνη την εποχή, το όνομα Σέρβος είχε περισσότερο εθνική παρά εθνογραφική σημασία. Μέχρι τότε και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρξε στη Μακεδονία. Και αν είναι έτσι, δεν πρόκειται για τυφλό σοβινισμό όταν δίνεται το όνομα Σέρβος αντί για Βούλγαρος σ’ όλους τους Μακεδόνες, και όχι μόνο στους συμπατριώτες μας στο βορρά;

Σχετικά με τις δηλώσεις του καθηγητή Μιλοβάνοβιτς, ότι η Μακεδονία δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι μια γεωγραφική, εθνογραφική και ιστορική οντότητα – μια άποψη στην οποία μερικοί θα βρουν την επιβεβαίωση των συμπερασμάτων μου ως προς το εθνικό όνομα στη Μακεδονία, με όλα αυτά που έχουν ειπωθεί, όταν τίθεται το ερώτημα εάν υπάρχουν δύο σλαβικά έθνη στη Μακεδονία, θα έλεγα το εξής:

Παρόλο που η Μακεδονία αποτελείται από κοιλάδες περιστοιχισμένες από ψηλά βουνά, έχει εντούτοις υπάρξει χώρια από τη Βουλγαρία και τη Σερβία, είτε ανεξάρτητα είτε υπό την προστασία άλλων κρατών. Είναι μια καθαρή απόδειξη ότι η τύχη της δεν εξαρτήθηκε μόνο από τη Σερβία ή τη Βουλγαρία και από τα ψηλά βουνά που την περιστοιχίζουν και τα οποία δεν αποτελούν εμπόδιο στην κοινή πολιτική ζωή των κατοίκων. Έτσι, η Μακεδονία, στη συγκεκριμένη μορφή της, μέχρι την εποχή της γέννησης του βουλγαρικού κράτους, ήταν μια ημιανεξάρτητη βυζαντινή περιοχή. Αργότερα, όλη η Μακεδονία υποτάχθηκε στη Βουλγαρία, και όταν η Βουλγαρία υποτάχθηκε στο Βυζάντιο, η Μακεδονία παρέμεινε ένα ελεύθερο κράτος για κάποιο διάστημα, πολεμώντας με επιτυχία το Βυζάντιο και διατηρώντας το σύνολο της σημερινής Σερβίας. Αργότερα καταλήφθηκε κι αυτή από τους Βυζαντινούς, και κατά καιρούς ξεσπούσαν ταραχές σε διάφορες περιοχές εναντίον των κατακτητών. Όταν απελευθερώθηκε η Βουλγαρία και άρχισε να αποκτά δύναμη το κράτος των Νέμανιτς – που συμπεριελάμβανε τη Σερβία και τη Μακεδονία με τη σημερινή μορφή – υπήρχαν ακόμα βυζαντινές περιοχές όπου συνέχιζαν οι εξεγέρσεις εναντίον του Βυζαντίου, κατά τις οποίες αναζητιόνταν υποστήριξη από τις γειτονικές χώρες. Μετά από αυτό, το σύνολο της Μακεδονίας περιήλθε στο κράτος των Νέμανιτς. Σ’ αυτό η Μακεδονία είχε προνομιακή θέση και διατηρούσε την ανεξαρτησία της όσον αφορά την εσωτερική της πολιτική. Την εποχή του βασιλιά Βόλκασιν, η Μακεδονία για άλλη μια φορά φάνηκε να αποσπάται από το κράτος των Νέμανιτς και να ανασυγκροτείται δίπλα σ’ αυτό το κράτος. Κάτω από τη διοίκηση του κράλη Μάρκου αποκόπηκε τελείως από τα σερβικά εδάφη και ανέλαβε μια ιδιαίτερη θέση σχετικα με τις σερβοτουρκικές σχέσεις και τους πολέμους. Την εποχή των Τούρκων παρέμεινε στην ίδια θέση κάτω από την τουρκική κυριαρχία. Μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου, η Μακεδονία, αντίθετα με τα άλλα σλαβικά έθνη που ήταν υπό την κυριαρχία των Τούρκων, αφέθηκε μόνη της και έτσι ζει τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια.

Από αυτή την ανασκόπηση των γεγονότων στη Μακεδονία φαίνεται ότι όλες περίπου οι περιοχές της χώρας βίωναν την ίδια ιστορική μοίρα και ότι περίπου όλοι οι κάτοικοι είχαν τη δική τους ανεξάρτητη ζωή, μάλιστα πολλές φορές μια αυτόνομη ζωή, ή ότι επιχειρούσαν να παλέψουν ενωμένοι για την πολιτική τους ελευθερία. Αν κανείς θεωρεί ότι αυτή η κοινή ιστορική μοίρα και αυτές οι κοινές μάχες και ανεξάρτητες ζωές βιώνονται από τον ίδιο σλαβικό λαό, από έναν και το ίδιο έθνος, γίνεται ξεκάθαρο ότι η δήλωση που θέλει τη Μακεδονία να μην αποτελεί μια γεωγραφική, εθνογραφική και ιστορική οντότητα είναι μια δήλωση που δεν βασίζεται σε γεγονότα, αλλά σε σερβικούς υπολογισμούς σε σχέση με τη Μακεδονία.

Αυτή η ανάλυση της ιστορίας της Μακεδονίας, νομίζω, δεν αποδεικνύει μόνο ότι εμείς οι Μακεδόνες έχουμε τη δική μας ιστορία και ότι είμαστε ένας λαός του οποίου η μοίρα συνδέεται με τη μοίρα των γειτόνων του, αλλά επίσης και ότι υπήρξαν πολλά ξεχωριστά και ιδιαίτερα στοιχεία της Μακεδονίας στην ιστορία μας, όπως λ.χ. η Αρχιεπισκοπή της Οχρίδας και το έργο της στην εκπαίδευση. Δείχνει επίσης ότι, σχεδόν σ’ όλες τις περιόδους της ιστορίας μας, το πνεύμα ενός έθνους εκφράστηκα με πολιτιστικές και ιστορικές βάσεις όπως φαίνεται στη διαμόρφωση του ισχυρού μακεδονικού κράτους του τσάρου Σαμουήλ και στην πλούσια εθνική λογοτεχνία μας.

Και αν η Μακεδονία κατά το παρελθόν αναπτύχθηκε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ανεξάρτητα από τη Σερβία και τη Βουλγαρία, δεν υπάρχει λόγος να μην εξακολουθήσει να το κάνει, κυρίως αφού οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι προπαγανδιστές χρησιμοποιούν όλα τα μέσα, έντιμα ή ανέντιμα, για να ξεριζώσουν την εθνική κληρονομιά μας και καθετί ιδιαίτερο και καθαρά μακεδονικό. Η ανεξάρτητη πολιτική ανάπτυξη της Μακεδονίας είναι ουσιαστικής σημασίας, και θα επιτευχθεί μόνο εάν πολεμήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις τους προπαγανδιστές υπερασπιζόμενοι την εθνική μας ανεξαρτησία απέναντί τους.

Πάρθηκε από το βιβλίο «Μακεδονικές Υποθέσεις», εκδόσεις Πετσίβα, Αθήνα 2003, σ.σ.145-165. Μετάφραση: Δημήτρης Καραγιάννης.

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: