Η κατάργηση της θανατικής ποινής στην ΕΣΣΔ επί Στάλιν (26/05/1947)

Όσο “παραδοσιακές” είναι οι φιγούρες του αντικομμουνιστή (εξ ορισμού ψεύτη) και του άσχετου καλοπροαίρετου (ή του φοβιτσιάρη που ψάχνει “επιχειρήματα” για να ξεφύγει από την υποχρέωσή του να αγωνιστεί), οι οποίοι ταυτίζουν το Στάλιν με εκτελέσεις, αίμα κλπ, άλλο τόσο γραφική (και επικίνδυνη) είναι η φιγούρα εκείνων (κυρίως παρεπιδημούντων στους κόλπους της κνε, μέχρι να “ωριμάσουν” και “άναυδοι” μπροστά στην “πραγματικότητα” που τους “έκρυβαν”, να καταλήξουν Κατρούγκαλοι και Λοβέρδοι) που αποδέχονται την παρουσίαση του Στάλιν από τους πρώτους ως “κακού”, “σκληρού” κλπ, με την προσθήκη ότι “και λίγα τους έκανε”, “έκανε μισή δουλειά”, “σκότωσε όσους έπρεπε”, και εν είδει “διδαγμάτων για το μέλλον”, “έπρεπε να προβεί σε προληπτικές εκτελέσεις”. Αδυνατούν να δουν το σύνολο του έργου του Στάλιν, τις μεταστροφές στην πολιτική του και το θεωρητικό έργο του που επιβάλλονταν από την ίδια την πρωτόγνωρη εμπειρία, αλλά το “βλέπουν” μόνο με το φως του καφενείου τους. Ακόμα κι αν παρασύρονται από το επίπεδο των αντικομμουνιστών, δεν δυσφημούν λιγότερο το κομμουνιστικό κίνημα.

Χωρίς να υπάρχει λόγος να ανοίξει μια γενικότερη συζήτηση για τη χρησιμότητα σήμερα της θανατικής ποινής στον κόσμο (ή αύριο, στην περίπτωση που θα υπάρχει μια υπό οικοδόμηση σοσιαλιστική κοινωνία), το παρακάτω διάταγμα του προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ το 1947, μόλις 2 χρόνια από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (ή λιγότερο, αν υπολογιστεί και ο πόλεμος με τους ιάπωνες στρατοκράτες), που καταργούσε τη θανατική ποινή, ενώ σε άλλες “δημοκρατικές” χώρες (ΗΠΑ, Ελλάδα κλπ) παρέμενε εν ισχύ, υπενθυμίζει ή γνωστοποιεί στους ως άνω άσχετους (καλοπροαίρετους ή μη) ότι η χρήση αυτού του όπλου τότε δεν ήταν θέμα αρχής, αλλά εξαρτώμενο από την ταξική πάλη και τη διεθνή διάστασή της. Πράγματι, η χρήση και η έκταση της θανατικής ποινής στην ΕΣΣΔ τις πρώτες τρεις δεκαετίες επιδέχονταν συνεχείς μεταβολές.

Παρακάτω, υπάρχει το διάταγμα του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ της 26ης Μάη 1947 που καταργεί τη θανατική ποινή, άρθρο του Αντρέι Βισίνσκι στην Πράβντα που εκλαϊκεύει το διάταγμα, καθώς και ο νόμος του Ανώτατου Σοβιέτ το Φλεβάρη του 1948 που επιβεβαιώνει την ισχύ του διατάγματος.

Ήταν μόλις το 1950, και ενώ βρίσκεται στην κορύφωσή του ο ψυχρός πόλεμος των ιμπεριαλιστών έναντι της ΕΣΣΔ και των ευρωπαϊκών και ασιατικών Λαϊκών Δημοκρατιών, που, με νεότερο διάταγμα του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ στις 12 Γενάρη 1950, επιβάλλονται εξαιρέσεις από το διάταγμα, στους “προδότες της πατρίδας, κατασκόπους, υπονομευτές-σαμποτέρ” μόνο (“μόνο”, σε σύγκριση με ό,τι ίσχυε μέχρι το 1947).

***

Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ

Διάταγμα της 26ης Μάη 1947

Περί της κατάργησης της θανατικής ποινής

Η ιστορική νίκη του σοβιετικού λαού επί του εχθρού απέδειξε όχι μόνο την αυξανόμενη ισχύ του σοβιετικού κράτους, αλλά, πάνω από όλα, την εξαιρετική αφοσίωση του σοβιετικού πληθυσμού στην πατρίδα και την κυβέρνηση.

Tαυτόχρονα, η διεθνής κατάσταση μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας αποδεικνύει ότι η ειρήνη μπορεί να θεωρείται διασφαλισμένη για μακρό χρονικό δάστημα, παρά τις απόπειρες των αντιδραστικών στοιχείων που επιδιώκουν να προκαλέσουν πόλεμο.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις συνθήκες και ανταποκρινόμενο στις επιθυμίες των συνδικάτων των εργατών και των υπαλλήλων, και άλλων οργανώσεων που αντανακλούν την άποψη πλατιών κύκλων της κοινωνίας, το Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ θεωρεί ότι η ποινή του θανάτου δεν είναι πια χρήσιμη στις συνθήκες ειρήνης.

Το Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ αποφασίζει:

1.Την κατάργηση σε καιρό ειρήνης της ποινής του θανάτου που προβλέπεται για εγκλήματα σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους στην ΕΣΣΔ.

2.Για εγκλήματα που τιμωρούνται υπό τους υπάρχοντες νόμους με τη θανατική ποινή, σε καιρό ειρήνης η ποινή του εγκλεισμού σε “στρατόπεδα” (λάγκερ) αναμορφωτικής εργασίας.

3.Αναφορικά με τις αποφάσεις θανατικής ποινής που δεν είχαν εκτελεστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος, οι ποινές του θανάτου, με σχετικές αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων, θα μετατραπούν στις προβλεπόμενες στο άρθρο 2 του παρόντος διατάγματος ποινές.

Ο προεδρεύων του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ

Ν.Σβέρνικ

Ο Γραμματέας του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ

Α.Γκόρκιν

Μετάφραση από τα ρώσικα. Το διάταγμα εδώ.

***

Αντρέι Βισίνσκι: Για την κατάργηση της ποινής του θανάτου στην ΕΣΣΔ

Πράβντα”

Το διάταγμα του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ αναφορικά με την κατάργηση της θανατικής ποινής ανοίγει μια νέα σελίδα στην ιστορία του σοβιετικού κράτους, το οποίο μεγάλωσε στον αγώνα ενάντια στους πολυάριθμους εχθρούς των εργατών και των αγροτών που πήραν στα χέρια τους, πριν από 30 χρόνια, την πολιτική εξουσία και έπειτα έχτισαν μια μεγάλη σοσιαλιστική δύναμη. Αυτό το καθήκον εκπληρώθηκε χάρη στη γεμάτη αυταπάρνηση δουλειά και τις ηρωικές προσπάθειες των εργατών, των αγροτών και των διανοουμένων που νίκησαν, υπό την καθοδήγηση του κόμματος των Λένιν και Στάλιν, την λυσσαλέα αντίσταση των εχθρών του σσιαλισμού στο εσωτερικό της χώρας και εκτός των συνόρων της.

Ο εχθρός δεν μείωνε επουδενί την αντίστασή του στο έργο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και προσέφευγε σε όλα τα μέσα πάλης, δόλια και εγκληματικά. Προδοσία της πατρίδας, τρομοκρατία, μανούβρες, σαμποτάζ, κατασκοπία με τους πράκτορες εχθρικών προς την ΕΣΣΔ κρατών που, ήταν αδίστακτοι στην επιλογή μεθόδων και μέσων πάλης ενάντια στα σοβιέτ και το σοβιετικό λαό: όλα έγιναν πράξη με σκοπό την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος και την παλινόρθωση της εξουσίας των καπιταλιστών και των μεγαλοκτηματιών που είχε ανατραπεί με τη μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση.

Αρκεί να θυμίσουμε τα ειδεχθή εγκλήματα όπως τις συνομωσίες του Σάχτι, των τροτσκιστών, των ζηνοβιεφιστών, των μπουχαρινικών και άλλων εχθρών του λαού της ΕΣΣΔ που στρέφονταν ενάντια στην ύπαρξη του ίδιου του σοβιετικού καθεστώτος.

Το σοβιετικό κράτος συνέτριψε αμείλικτα αυτούς τους εχθρούς υπό την ισχύ του νόμου στον οποίο οι εργάτες και οι αγρότες είχαν εναποθέσει τη διαφύλαξη των κατακτήσεων του σοσιαλισμού στη χώρα των Σοβιέτ.

Για την αντιμετώπιση των πιο σοβαρών εγκλημάτων που συνιστούσαν μια απειλή για τη σοβιετική εξουσία και το σοβιετικό καθεστώς, οι βασικές αρχές του ποινικού δικαίου της ΕΣΣΔ και των ομόσπονδων δημοκρατιών, είχαν θεσπίσει την ποινή του θανάτου δια πυροβολισμού και αυτό, ως κατ’εξαίρεση μέτρο, πέραν του γενικού συστήματος των ποινών. Αυτό το γεγονός αποδεικνύει, από μόνο του, ότι η σοβιετική νομοθεσία, αντίθετα με την τεράστια πλειοψηφία των άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία, θεωρούσε πάντοτε την ποινή του θανάτου όχι ως μια φυσιολογική τιμωρία που ήταν ενσωματωμένη στο γενικό σύστημα του ποινικού δικαίου, αλλά ως κατ’εξαίρεση, που θεωρούταν απαραίτητο λόγω περιστάσεων εξίσου εξαιρετικών.

Η ιστορική νίκη του σοβιετικού λαού επί του εχθρού απέδειξε όχι μόνο την αυξανόμενη ισχύ του σοβιετικού κράτους, αλλά, πάνω από όλα, την εξαιρετική αφοσίωση του σοβιετικού πληθυσμού στην πατρίδα και την κυβέρνηση”: έτσι αρχίζει το κείμενο του διατάγματος για την κατάργηση της ποινής του θανάτου στην ΕΣΣΔ εν καιρώ ειρήνης.

Ο εθνικός πόλεμος ενάντια στη φασιστική Γερμανία που είχε ύπουλα επιτεθεί στο έδαφος των Σοβιέτ, απέδειξε την ακατάλυτη ισχύ του σοβιετικού κράτους και του κοινωνικού συστήματος όπως και την εξαιρετική συνοχή και την πλήρη ηθικοπολιτική ενότητα των λαών της ΕΣΣΔ. Οι γερμανοφασιστικές στρατιές είχαν εισβάλει στο σοβιετικό έδαφος, παρασυρμένες από ψεύτικες υποσχέσεις για έναν θριαμβευτικό “πόλεμο-αστραπή” και μια τεράστια λεία. Η πλήρης αποτυχία του τόσο φαντασιακού “πολέμου-αστραπή” είχε υπογραμμιστεί από τον Ι. Στάλιν στις αρχές του πολέμου, όταν παρατηρούσε ότι οι Γερμανοί είχαν βασίσει τους υπολογισμούς τους σε μια δήθεν αστάθεια του σοβιετικού καθεστώτος, πιστεύοντας ότι με το πρώτο σοβαρό χτύπημα και μετά από τα πρώτα σκοντάμματα του Κόκκινου Στρατού, θα προέκυπταν συγκρούσεις ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες, θα ξέσπαγαν διενέξεις ανάμεσα στους λαούς της ΕΣΣΔ και εξεγέρσεις και η ΕΣΣΔ θα αποδιαρθρωνόταν, θα διασπώνταν οι συνιστώσες της, κάτι που θα ευνοούσε την προέλαση των γερμανών εισβολέων μέχρι τα Ουράλια.

Ο Ι.Στάλιν πρόσθετε ότι οι Γερμανοί είχαν εξαπατηθεί τρομερά και ότι οι τότε αποτυχές του Κόκκινου Στρατού, όχι μόνο δεν αποδυνάμωσαν την ενότητα των εργατών και των αγροτών και τη φιλία ανάμεσα στους λαούς της ΕΣΣΔ, αλλά την ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο.

Ο πόλεμος απέδειξε τον υψηλό βαθμό οργάνωσης και την μεγαλειώδη ισχύ των σοβιετικών μετόπισθεν. Και προκάλεσε την κατάρρευση του μύθου ότι τάχα το πολυεθνικό σοβιετικό κράτος ήταν “ένα τεχνητό και μη βιώσιμο σύνολο”: ενός μύθου με τον οποίο οι εχθροί της ΕΣΣΔ εξαπατούσαν την κοινή γνώμη των χωρών τους.

Αναφέροντας αυτά τα μυθεύματα του ξένου Τύπου, ο Ι.Στάλιν ανέφερε κατά το λόγο του προς τους εκλογείς στις 9 Φλεβάρη 1946: “τώρα μπορούμε να λέμε ότι ο πόλεμος διέψευσε αυτές τις αναφορές στον ξένο Τύπο ως στερούμενες κάθε βάσης”. Στην ίδια ομιλία, ο Στάλιν, υπογράμμιζε ότι το σοβιετικό κοινωνικό σύστημα συνιστά μια μορφή οργάνωσης της κοινωνίας ανώτερη από όλα τα άλλα τα συστήματα.

Η κατάργηση της ποινής του θανάτου στην ΕΣΣΔ με το διάταγμα της 26ης Μάη συνιστά μια νέα εκδήλωση της ανωτερότητας του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος της Σοβιετικής Ένωσης.

Αυτές ήταν οι εσωτερικές αιτίες που οδήγησαν στην κατάργηση στην ΕΣΣΔ της ποινής του θανάτου σε καιρό ειρήνης. Όμως είναι εξίσου απαραίτητο να λαμβάνουμε υπόψη, εν προκειμένω, τη διεθνή κατάσταση που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο που έχει περάσει μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας.

Απαντώντας στις ερωτήσεις του ανταποκριτή στη Μόσχα των “Sunday Times”, Αλεξάντρ Βέρθ, ο Ι. Στάλιν είπε “δεν πιστεύω ότι ο κίνδυνος ενός νέου πολέμου είναι πραγματικός”, ότι είναι “κατ’αρχήν οι πράκτορες των στρατιωτικών και πολιτικών υπηρεσιών πληροφοριών και οι ολιγάριθμοι οπαδοί τους στις τάξεις των πολιτικών αυτοί που διαδίδουν φήμες σχετικά με ένα “νέο πόλεμο”. Αυτές οι φήμες τους είναι απαραίτητες, τουλάχιστον: 1)για να εκφοβίζουν με το φάντασμα του νέου πολέμου ορισμένους αφελείς πολιτικούς ανάμεσα στους “εχθρούς” τους και να βοηθήσουν έτσι τις αντίστοχες κυβερνήσεις τους να προβούν σε περισσότερες υποχωρήσεις”, β) να κωλυσιεργήσουν για αρκετό καιρό τη μείωση των στρατιωτικών δαπανών των χωρών τους και γ) να φρενάρουν την αποστράτευση των στρατευμάτων και να αποτρέψουν κατ’ αυτό τον τρόπο μια γρήγορη αύξηση της ανεργίας.”

Μπορεί κανείς να θεωρεί ότι η ειρήνη είναι διασφαλισμένη για μια μεγάλη περίοδο, παρότι ορισμένα επιθετικά στοιχεία επιδιώκουν – το αναφέρουν οι πρόνοιες του διατάγματος – να προκαλέσουν ένα νέο πόλεμο. Δεν εκλείπουν τέτοιες προσπάθειες, όπως το μαρτυρούν, για παράδειγμα, οι προβοκατόρικες ομιλίες διαφόρων αμερικάνων γερουσιαστών, όπως των κ.κ. Τόμας, Ρούσελ και ομοίων τους που, ξεδιάντροπα, εκθειάζουν τον πόλεμο ενάντια στην ΕΣΣΔ. Πλέον τέτοιες προσπάθειες είναι αναπόφευκτα καταδικασμένες σε αποτυχία.

Καμία μεγάλη δύναμη”, δήλωσε ο Στάλιν στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Έλιοτ Ρούσβελτ, “ακόμα κι αν η κυβέρνησή της είχε την επιθυμία για αυτό, δεν θα μπορούσε να βάλει ένα μεγάλο στρατό να πολεμήσει ενάντια σε μια σύμαχχο δύναμη, σε μια άλλη μεγάλη δύναμη, γιατί κανείς δεν μπορεί τώρα να κάνει πόλεμο χωρίς το λαό του και ο λαός δεν θέλει να κάνει πόλεμο.”

Το σοβιετικό κράτος αγωνίζεται με συνέπεια για την υπόθεση της δημοκρατίας, για την εδραίωση της ειρήνης γενικά και για την ασφάλεια των λαών. Αυτή η πολιτική ειρήνης συναντά μια πλατιά στήριξη από τις λαϊκές μάζες σε όλες τις χώρες.

Λαμβάνοντας την απόφαση της κατάργησης της ποινής του θανάτου, το Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ έλαβε υπόψη τη σημερινή διεθνή κατάσταση. Έλαβε επίσης υπόψη την επιθυμία των συνδικάτων εργατών και υπαλλήλων, όπως και άλλων αντιπροσωπευτικών οργανώσεων που εκφράζουν την άποψη πλατιών κοινωνικών στρωμάτων.

Το Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ εκτίμησε ότι η εφαρμογή της ποινής του θανάτου δεν αντιστοιχεί στις συνθήκες της εποχής της ειρήνης, και ότι επιβάλλεται από την ανάγκη. Η ποινή του θανάτου σε καιρό ειρήνης καταργείται στην ΕΣΣΔ. Τα εγκλήματα που τιμωρούνταν ως τώρα με θάνατο θα τιμωρούνται εφεξής με εγκλεισμό σε στρατόπεδα αναμόρφωσης μέσω εργασίας, διάρκειας 25 ετών.

Ο σοβιετικός λαός θα δεχτεί με βαθιά ικανοποίηση αυτή τη μεγάλη κίνηση σοσιαλιστικού ανθρωπισμού που αποτελεί μια νέα απόδειξη της ισχύος του σοβιετικού συστήματος και της απεριόριστης αφοσίωσης στη σοβιετική πατρίδα και κυβέρνηση όλου του λαού του ΕΣΣΔ που προχωρά με βήμα σταθερό προς νέες νίκες ακατάπαυστα, υπό την καθοδήγηση του μεγάλου ηγέτη και εμπνευστή Ι. Στάλιν.

Μετάφραση από τα ισπανικά. Το άρθρο περιέχεται στη “Mundo Obrero”, εβδομαδιαίο όργανο του ΚΚ Ισπανίας, 12 Ιούνη 1947, φ.70, σ.4, Παρίσι.

***

Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών

Νόμος για την επιβεβαίωση του διατάγματος του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ

Περί της κατάργησης της θανατικής ποινής”

Το Ανώτατο Σοβιέτ της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών αποφασίζει:

Να επιβεβαιώσει το Διάταγμα του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ της 26ης Μάη 1947 “Περί της κατάργησης της θανατικής ποινής”.

Ο προεδρεύων του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ

Ν.Σβέρνικ

Ο Γραμματέας του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ

Α.Γκόρκιν

Μόσχα, Κρεμλίνο

4 Φλεβάρη 1948

Μετάφραση από τα ρωσικά. Ο νόμος εδώ.

***

Προεδρείο Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ

Διάταγμα της 12ης Γενάρη 1950

Περί της εφαρμογής της θανατικής ποινής σε προδότες της πατρίδας, κατασκόπους, υπονομετές-σαμποτέρ

Λαμβανομένων υπόψη ληφθέντων αιτημάτων από εθνικές δημοκρατίες, από συνδικάτα, αγροτικές οργανώσεις, καθώς και ανθρώπους του πολιτισμού για την αναγκαιότητα να επέλθουν αλλαγές στο Διάταγμα περί της κατάργησης της θανατικής ποινής με τις οποίες αυτό το διάταγμα δεν θα εφαρμόζεται και στους προδότες της πατρίδας, κατασκόπους και υπονομευτές-σαμποτέρ, το Προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ αποφασίζει:

1.Υπό τη μορφή εξαίρεσης από το Διάταγμα του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ της 26ης Μάη 1947 περί της κατάργησης της θανατικής ποινής, να επιτρέψει την εφαρμογή της θανατικής ποινής ως ανώτατου μέτρου ποινής σε προδότες της πατρίδας, κατασκόπους, υοπνομευτές σαμποτέρ.

2.Το παρόν διάταγμα τίθεται σε ισχύ από την ημέρα της δημοσίευσής του.

Μετάφραση από τα ρωσικά. Το διάταγμα εδώ.

Advertisements

Ο απολογισμός του Κ.Κ. Ισπανίας για την τελευταία περίοδο του ισπανικού εμφυλίου πολέμου

Ο λεπτομερής απολογισμός μιας περιόδου μαχών αποτελεί υποχρέωση για τους κομμουνιστές. Όχι μόνο για να γίνονται καλύτεροι οι ίδιοι, ή οι επόμενες γενιές, αλλά και άλλοι κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο απολογισμός που έκανε το Κ.Κ. Ισπανίας – το καλοκαίρι κιόλας του 1939 – για την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, και ιδίως για την τελευταία περίοδο, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης και συλλογικής δουλειάς από όλο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα της εποχής.

Με λίγα λόγια, ο απολογισμός στέκεται στα εξής:

-όπως και κατά την έναρξη εκδήλωσης των ταλαντεύσεων (βλ.επιστολή José Diaz στον «Εργατικό Κόσμο»), δεν θα πρέπει να επιλέγεται διάσπαση της συμμαχίας, αλλά αποφασιστικό στήριγμα στις μάζες. Κι αυτό, ιδίως όταν πολλά από τα – “προνομιακά” για τους ταλαντευόμενους συμμάχους – πεδία δράσης της συμμαχίας (εν προκειμένω, κυβέρνηση, κρατικός μηχανισμός) αποσυντίθενται (όχι με πρωτοβουλία του κόμματος).

-αλήθειες στο λαό, έγκαιρα και υπόδειξη νέων καθηκόντων στη νέα κατάσταση

-όχι απλά οργανωτική, αλλά και πραγματική ανεξαρτησία που σε καμία περιπτωση δεν υποτάσσεται στα πολλαπλά καθήκοντα και ιδιότητες.

-συλλογική δουλειά αλλά και προσωποποιημένες ευθύνες

(σημείωση:για την εξέλιξη της εκπόνησης του απολογισμού του ΚΚΙ για αυτή την περίοδο και την παρέμβαση ακόμα και του Στάλιν στον απολογισμό βλ.το βιβλίο που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες, Χοσέ Ντίαθ, Ισπανικός Εμφύλιος & Λαϊκό Μέτωπο, εκδόσεις Εντύποις).

***

Απόφαση για τις αδυναμίες και τα λάθη του Κόμματος κατά την τελευταία περίοδο του πολέμου

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας, το οποίο κατά τον ένδοξο και ηρωικό αγώνα του λαού κατέλαβε την πιο διακεκριμένη θέση για την ορθότητα της πολιτικής του, την αυταπάρνηση και το πνεύμα αυτοθυσίας των μελών του, για τον ηρωισμό με τον οποίο αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα ενάντια στο ντόπιο εχθρό και τους εισβολείς, ειχε, ωστόσο, σοβαρά λάθη και αδυναμίες που θέλουμε να αναδείξουμε, ώστε οι σύντροφοι του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας και, ταυτόχρονα, οι κομμουνιστές όλων των χωρών να λάβουν υπόψη αυτές τις εμπειρίες για τις μελλοντικές μάχες που το προλεταριάτο έχει να διεξάγει ενάντια στο φασισμό, στον αγώνα του για την πρόοδο, την ελευθερία και την ανεξαρτησία των λαών.

Αυτά τα λάθη και αδυναμίες μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα. O πραξικοπηματίας Κασάδο με τον Μιάχα (που προσχώρησε αργότερα στο πραξικόπημα) (φωτό)

1.Η καθοδήγηση του Κόμματος που ορθά κατανόησε την πολιτική και την αποφασιστική σημασία του Λαϊκού Μετώπου ως ζωντανού οργανισμού της συμμετοχής των μαζών σε όλη την πολιτική ζωή και τα προβλήματα της χώρας και που κατάφερε κατά τη διάρκεια του πολέμου ενάντια στην εισβολή και το φασισμό το Λαϊκό Μέτωπο να είναι το πιο έξοχο όπλο που διέθετε ο λαός, και μέσω του οποίου πέτυχε τις μεγαλύτερες νίκες του, διέπραξε, ωστόσο, αρκετά λάθη, ήτοι:

Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν έλαβε επαρκώς υπόψη ότι σε ένα μπλοκ διαφορετικών στρωμάτων του λαού, όπως είναι το Λαϊκό Μέτωπο, θα μπορούσαν, ειδικά σε κάποιες κρίσιμες και μεγάλης δυσκολίας στιγμές, να προκληθούν ξαφνικές αλλαγές, ταλαντεύσεις και λιποταξίες σε κάποιους από τους συμμάχους, και ότι σε τέτοιες περιστάσεις, το Κόμμα δεν πρέπει να υιοθετεί ποτέ μια θέση αμυντική, αλλά να περνά ενεργητικά στην επίθεση ενάντια σε όλα τα αντι-Λαϊκομετωπικά στοιχεία που εμφανίζονται, επιδιώκοντας προς τούτο όλη την απαραίτητη στήριξη στις μάζες, κάτι που αποτελεί το μόνο τρόπο για να υπερνικηθεί μια τέτοια κατάσταση.

Μη λαμβάνοντας επαρκώς υπόψη αυτό το γεγονός, η καθοδήγηση του Κόμματος, μπροστά στις δυσκολίες και τα εμπόδια που έθεταν οι σύμμαχοι, αντί να πετύχει, μέσω της καταγγελίας στις μάζες και την πίεση από αυτές, την αλλαγή της δράσης των εκπροσώπων των οργανώσεών τους στο Λ.Μ., σε διάφορες περιπτώσεις, προσανατολίστηκε στο να προχωρήσει κάποιες φορές χωρίς το Λαϊκό Μέτωπο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση και να επιλύσει τα προβλήματα, το οποίο, όμως, δεν ενίσχυε τη δράση του Λαϊκού Μετώπου, ούτε έφερνε την κατάλληλη λύση.

Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν αποκάλυψε ούτε κατήγγειλε στις μάζες με όλη την απαραίτητη ενέργεια τον καταστροφικό ρόλο των προβοκατόρων της FAI, αρχικά έξω και αργότερα μέσα από το Λαϊκό Μέτωπο, στο οποίο βρέθηκαν, έχοντας ως αποστολή να αποσυνθέσουν και να απομακρύνουν από αυτό τις λαϊκές μάζες, και να χρησιμεύσουν ως στήριγμα και δύναμη κρούσης των ταλαντευόμενος, των συνθηκολόγων και των αντιΛαϊκομετωπικών στοιχείων απέναντι στην ορθή πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η καθοδήγηση του Κόμματος, στις πιο κρίσιμες στιγμές της κατάστασης, δεν κατανόησε ορθά ότι η προσπάθειά του δεν έπρεπε να καταβάλλεται για να πείσει τους κολλημένους στις Επιτροπές του Λαϊκού Μετώπου και τις καθοδηγήσεις των Κομμάτων συνθηκολόγους, αλλά τις μάζες και τη βάση αυτών των κομμάτων, κάτι που αποτέλεσε λόγο για τον οποίο πολλά Λαϊκά Μέτωπα δεν έπαιξαν θετικό ρόλο στον αγώνα ενάντια στους προδότες της Χούντας (σ.parapoda: του Εθνικού Συμβουλίου Άμυνας των Κασάδο-Μπεστέιρο-Μέρα-Μιάχα).

2.Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν κατανόησε έγκαιρα ότι οι θέσεις του Κόμματος αποδυναμώνονταν στη Μαδρίτη και σε όλη τη ζώνη Κέντρου-Νότου ως συνέπεια της μεταφοράς των πιο μαχητικών μονάδων, στις οποίες το Κόμμα είχε μια αποφασιστική επιρροή, καθώς και της ηττοπαθούς και αποσυνθετικής δουλειάς των συνθηκολόγων και προδοτών καμπαγεριστών, των τροτσκιστών και προβοκατόρων της FAI και της Πέμπτης Φάλαγγας κλπ. Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να τερματίσει αυτή την κατάσταση, ενισχύοντας στον αναγκαίο βαθμό την καθοδήγηση του Κόμματος σε αυτή τη ζώνη.

Οι ναζί περήφανοι για τα ανδραγαθήματα των “ηρώων” τους στην Ισπανία, τα οποία ακόμα κάποιοι αγνοούν

Αυτό συνέβη, λόγω του γεγονότος ότι η καθοδήγηση του Κόμματος έφτασε να θεωρεί ότι η δουλειά της θα έδινε μεγαλύτερα αποτελέσματα δρώντας κοντά στην κυβέρνηση, πέραν του ότι στην Καταλονία υπήρχαν όλες οι πανεθνικές ηγεσίες των κομμάτων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων· άλλος ένας από τους παράγοντες που έκαναν την καθοδήγηση του Κόμματος να παραμείνει στην Καταλονία, ήταν η σημασία που αυτή η περιοχή είχε για όλο τον πόλεμο και επίσης η θολή και ασυνεπής πολιτική της Κυβέρνησης της Ζενεραλιτάτ και η αδυναμία του PSUC να παλέψει ενάντια σε όλα τα συνθηκόλογα στοιχεία των καταλανικών κομμάτων.

3.Μετά την απώλεια της Καταλονίας, η οργάνωση της αντίστασης στη ζώνη Κέντρου-Νότου ήταν το αποφασιστικό πρόβλημα. Το Κόμμα, που δεν αφέθηκε να καταληφθεί από πανικό και που διατήρησε μια ορθή θέση αντίστασης, δεν ήξερε να στηριχθεί επαρκώς στο πρωταρχικό για την οργάνωσή της στοιχείο: τις μάζες. Το λάθος του ήταν ότι δεν εξέτασε σε βάθος το καινούργιο στοιχείο στην κατάσταση που επικρατούσε (αποσύνθεση του κρατικού μηχανισμού, δράση του Αθάνια, του Ρόχο, των ηγετών των οργανώσεων στο εξωτερικό, εντύπωση σε κάποια στρώματα του πληθυσμού και σε μεγάλο αριθμό επαγγελματιών στρατιωτικών διοικητών ότι ο πόλεμος χανόταν, η συνθηκόλογη δράση της πλειοψηφίας των υπουργών, ο αποπροσανατολισμός του Νεγρίν, η διεθνής κατάσταση, κλπ), κάτι που καθόρισε το να μην είναι η τακτική του Κόμματος όσο ενεργητική η κατάσταση απαιτούσε. Η εσφαλμένη αντίληψη της καθοδήγησης του Κόμματος έχει την αιτία της στο ότι δεν κατάλαβε ότι, όντας σωστό να βοηθά το Νεγρίν να υπερνικήσει τις ταλαντεύσεις του, παράλληλα, όφειλε να ανεξαρτητοποιήσει περισσότερο τη δράση του, προσανατολιζόμενο αποφασιστικά στις μάζες, κινητοποιώντας τις και καλύπτοντας όλα τα κενά από τις αδυναμίες της κυβερνησης, στηριζόμενο στις καλύτερες και πιο πιστές μονάδες του στρατού, προετοιμάζοντάς τις όλο και πιο εντατικά για τις νέες συνθήκες και επίσης για να εμποδίσει ή να κάνει να αποτύχει οποιοδήποτε είδος προδοσίας (πραξικόπημα, άνοιγμα μετώπων κλπ) που σε τέτοιες στιγμές ήδη ήταν δυνατό να προβλέπεται. Με το να μη στηριχθεί όσο ήταν απαραίτητο στις μάζες και στο στρατό, η καθοδήγηση του Κόμματος, προσανατολίστηκε, εκτοπισμένη από την κατάσταση, να προσφεύγει όλο και περισσότερο στα θολά, ταλαντευόμενα και καθυστερημένα μέτρα του Νεγρίν.

4.Το πραξικόπημα του Κασάδο εξέπληξε το Κόμμα και, εκτός από τη Μαδρίτη, όπου πάρθηκαν κάποια μέτρα, δεν αντέδρασε για να συντρίψει την Χούντα.

Πώς έγινε δυνατό να προκληθεί ένα τέτοιο φαινόμενο;

Η αιτία βρίσκεται στην κυβερνητίστικη πολιτική της καθοδήγησης του Κόμματος που δεν τροποποιήθηκε ούτε καν σε τόσο σοβαρές στιγμές όπως αυτές που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος του Κασάδο, όταν οι παράγοντες της προδοσίας ωρίμαζαν και ήταν σχεδόν εμφανής σε όλους, όταν ανοιχτά κάποιοι, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας των υπουργών, δήλωναν υπέρ του τερματισμού του πολέμου και ο Νεγρίν, μπροστά σε ένα περιβάλλον ψεύδους και προδοσίας, δεν έπαιρνε θέση ενάντια στους προδότες και τους συνθηκόλογους. Παρ’ όλα αυτά, η καθοδήγηση του Κόμματος συνέχισε να αναμένει τα πάντα από το Νεγρίν, δεν σήμανε συναγερμό στις μάζες ούτε στο Κόμμα, ούτε πήρε τα πολιτικά και οργανωτικά μέτρα για να αντιταχθεί στην προδοσία που επέκειτο.

Αποτέλεσμα αυτής της ίδιας αντίληψης είναι η απόφαση για μετακίνηση της καθοδήγησης του Κόμματος από τη Μαδρίτη, λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα του Κασάδο, και την τοποθέτησή της σε ένα σημείο όπου εκ των πραγμάτων βρισκόταν απομονωμένη από όλους τους ζωτικούς πυρήνες του στρατού και της χώρας, χωρίς να καταλαβαίνει ότι, σε τέτοιες στιγμές, η καθοδήγηση του κόμματος έπρεπε να συγκεντρωνόταν εκεί όπου μπορούσε να καθοδηγήσει και να κινητοποήσει το μέγιστο των δυνάμεων και να έχει τις μεγαλύτερες ευκαιρίες επίθεσης και άμυνας και ότι, σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τα Γενικά Επιτελεία των Σωμάτων Στρατού που ήταν πιστά.

5.Η καθοδήγηση του Κόμματος, που κατά τη διάρκεια όλου του πολέμου εργαζόταν με ορθό τρόπο, χωρίς ταλαντεύσεις, αντιμετωπίζοντας με αποφασιστικότητα και τόλμη καταστάσεις δυσκολότατες, υπερνικώντας, με την ακεραιότητα και την αποφασιστικότητά της, εμπόδια που φαίνονταν ανυπέρβλητα και που, ακόμα και τις παραμονές του πραξικοπήματος του Κασάδο ήταν δυνατό να συντρίψει με δική της πρωτοβουλία την εξέγερση της Καρθαγένης, κινητοποιώντας πιστές δυνάμεις που η κυβέρνηση κρατούσε ανενεργές, δεν υλοποίησε με συνέπεια αυτή την ορθή δράση. Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα Κασάδο και είδε ότι η κυβέρνηση έφευγε, θεώρησε ότι το θέμα τελείωνε και δεν έδωσε τις μάζες το ορθό και υποχρεωτικό εκείνη τη στιγμή σύνθημα της με κάθε μέσο συντριβής της Χούντας και ταυτόχρονα να οργανώσει αυτό τον αγώνα, να προετοιμάσει το Κόμμα και το λαό, ώστε να παλέψουν στις νέες συνθήκες που η προδοσία δημιουργούσε.

H φασιστική Il Messaggero επιχαίρει για την «κατάρρευση της κόκκινης τυρρανίας» και αναδεικνύει τη συμμετοχή των ιταλών Λεγεωνάριων στην κατάληψη της Μαδρίτης ενόψει τελικής διαπραγμάτευσης με το Φράνκο για τα ιταλικά λάφυρα

Ήταν ορθή η φυγή της σ. Ντολόρες, όμως εσφαλμένη αυτή της υπόλοιπης ηγεσίας και των μελών που έφυγαν, καθώς το καθήκον τους ήταν να παραμείνουν ώστε να προσανατολίσουν το λαό και το Κόμμα, πάνω από όλα, προετοιμάζοντας μια πιθανή μάχη των συντρόφων της Μαδρίτης που, τελικά, βρέθηκαν σε αυτή αδύναμοι και χωρίς αποφασιστικότητα. Η φυγή της καθοδήγησης του Κόμματος, λίγες ώρες μετά από αυτή της κυβέρνησης, σήμαινε εκ των πραγμάτων ότι άφηνε το Κόμμα και το λαό χωρίς καθοδήγηση και την εξουσία στα χέρια των προδοτών Κασάδο, Μπεστέιρο κλπ.

Καμία κομματική οργάνωση, με εξαίρεση αυτή της Μαδρίτης, δεν πήρε θέση ενάντια στην Χούντα, κάτι που αποκάλυψε ότι η “κυβερνητίστικη” τάση της καθοδήγησης είχε περάσει και στη βάση του Κόμματος που, όταν έμαθε τη φυγή της κυβέρνησης, παρέλυσε ελλείψει συγκεκριμένων εντολών, και οι κομμουνιστές όλης της χώρας που τόσες φορές είχαν αποδείξει την ικανότητά τους να αναλαμβάνουν χίλιες πρωτοβουλίες από μόνοι τους, βρέθηκαν σε αμηχανία και μη γνωρίζοντας τι να κάνουν.

Μπορούσε να κάνει αλλιώς η καθοδήγηση του Κόμματος και το Κόμμα συνολικά; Ναι, μπορούσε και έπρεπε να ρίξει όλες του τις δυνάμεις για να συντρίψουν την Χούντα.

Είχε δυνάμεις για να συντρίψει την Χούντα; Ναι, είχε δυνάμεις και χωρίς να χρειάζεται να μετακινήσει ούτε έναν στρατιώτη από το μέτωπο, μόνο με το να είχε χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις που βρίσκονταν σε εφεδρεία και που σχεδόν στην ολότητά τους ήταν προσκείμενες (τρία Σώματα Στρατού, Τανκς και Αντάρτες), και διαθέτοντας πάνω από 20 αξιωματικούς περιβεβλημένους με το πλέον μεγάλο κύρος (Μοδέστο, Λίστερ κλπ).

Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν προσανατολίστηκε προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί βρισκόταν σε ένα χώρο που της ήταν αδύνατο να εκτιμήσει την κατάσταση και να καθοδηγήσει τον αγώνα, γιατί είχε χάσει επαφή με το κόμμα και απομονωθεί από τις μάζες, κάτι που την έκανε να υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις του εχθρού και να υποεκτιμήσει τις δικές της. Δεν το έκανε, γιατί είχε τον αδικαιολόγητο φόβο ότι αυτός ο αγώνας θα σήμαινε ρήγμα στα μέτωπα και ότι σε τέτοιες συνθήκες θα φαινόταν το Κόμμα ως υπεύθυνο για την απώλεια του αγώνα. Για όλες αυτές τις αιτίες, προσανατολίστηκε από την πρώτη στιγμή να έρθει σε συμβιβασμό με την Χούντα, να διατηρήσει μια στάση ανοχής, με σκοπό να μην αποδυναμώσει την αντίσταση απέναντι στον εχθρό. Αυτό δείχνει ότι η καθοδήγηση του Κόμματος δεν κατάλαβε τον πραγματικό χαρακτήρα και αποστολή της Χούντας, που ήταν να παραδώσει την Ισπανία και τη Δημοκρατία στο Φράνκο και τους εισβολείς.

Χαρακτηριστικό της έλλειψης καθοδήγησης των κομματικών οργανώσεων στις αρχές της εκδήλωσης του πραξικοπήματος είναι και το τελευταίο φύλλο της κομματικής εφημερίδας της Αλμπαθέτε, όπου ενώ παρουσιάζει απαθώς τις ατομικές προσχωρήσεις στη Χούντα του Κασάδο, γράφει ως και “στο πλευρό του Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας ώστε η Ισπανία να είναι των Ισπανών και να τερματίσουμε αξιοπρεπώς τον πόλεμο” (πηγή)

Άλλο λάθος της καθοδήγησης του Κόμματος είναι το ότι θεωρώντας, αν και αδικαιολόγητα, ότι όλα χάνονταν, δεν το είπε ξεκάθαρα στο λαό. Η καθοδήγηση του Κόμματος, αφού έφτασε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση ήταν απελπιστική και δεν υπήρχε διέξοδος, όφειλε να έχει το μπολσεβίκικο θάρρος να μιλήσει, από την πρώτη στιγμή, ξεκάθαρα στις μάζες, να καταγγείλει τους προδότες και τους υπεύθυνους για την καταστροφή, και να δώσει σε αυτές προσανατολισμό για αυτό που όφειλαν να κάνουν σε μια τέτοια κατάσταση. Τίποτα από αυτά δεν έκανε, ούτε στις δύο ανακοινώσεις της, στις 9 και στις 12 Μάρτη, και αργότερα, στις τελευταίες ώρες της Δημοκρατίας, όταν ολοκληρωνόταν η προδοσία και όλα ήδη χάνονταν οριστικά, η καθοδήγηση του Κόμματος δεν συμβούλεψε το λαό και το στρατό να κρύψουν τα όπλα και να προβούν στην καταστροφή όλων όσων δεν μπορούσαν να αποκρυβούν, ούτε πήρε τα απαραίτητα οργανωτικά μέτρα για να συνεχίσει τον αγώνα εντός της χώρας στις νέες συνθήκες.

6.Στην πορεία του πολέμου, είχε έρθει στο Κόμμα ένας μεγάλος αριθμός ανώτατων και μεσαίων αξιωματικών, επαγγελματιών του παλιού στρατού, που μετέφεραν στο Κόμμα μια σειρά από ελαττώματα, ένα πνεύμα κάστας και ταλαντεύσεων, που το Κόμμα δεν έλαβε επαρκώς υπόψη. Εξαιτίας αυτού, δεν ασκήθηκε μια καλή πολιτική στελεχών και πολιτικής κατάρτισης αυτών, με σκοπό να λαμβάνονται υπόψη κάθε στιγμή τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτών και η εμπιστοσύνη που ήταν δυνατό να υπάρχει σε καθέναν τους. Αυτή η αδυναμία της καθοδήγησης του Κόμματος εκδηλώθηκε ξεκάθαρα τις δυσκολότερες στιγμές, όταν οι ταλαντεύσεις, η έλλειψη προοπτικών και οι υποσχέσεις που τους είχαν γίνει από τον Κασάδο ότι θα γίνονταν σεβαστοί οι βαθμοί τους αν ο Φράνκο νικούσε, έκαναν κάποιους να προδώσουν ανοιχτά, και να συμπαραταχθούν με τον Κασάδο (Μιάχα, Αλόνσο κλπ) και άλλους, με έναν τρόπο καλυμμένο και δειλό, όπως τους Ορτέγα, Μπουένο, Αρδίδ, Χουέμες κλπ.

Η καθοδήγηση του Κόμματος δεν αξιοποίησε κατάλληλα την σχεδόν αποφασιστική θέση που είχε στην Επιτροπή της Ομάδας των Στρατιών (Χερνάντεθ). Οι αδυναμίες της δουλειάς αυτού του συντρόφου, που πάντοτε διακρινόταν από μια μεγάλη δράση, αδυναμίες που η καθοδήγηση του Κόμματος δεν περιόρισε έγκαιρα, εμπόδισαν την καθοδήγηση του Κόμματος να γνωρίζει τη στάση και τη θέση των αξιωματικών και γενικά όλη την κατάσταση του στρατού στη ζώνη Κέντρου-Νότου και ευνόησαν τη δράση των συνθηκολόγων και των προδοτών, οι οποίοι μπόρεσαν να υλοποιήσουν με ηρεμία το καταστροφικό τους έργο, ελλείψει συστηματικής δουλειάς στα μέτωπα, στις μονάδες και στις διοικήσεις.

Σε αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό το ότι η καθοδήγηση του Κόμματος και ο ίδιος ο Χερνάντεθ αγνοούσαν πολλές από τις μανούβρες και το περιεχόμενο της δράσης των προδοτών (Μιάχα, Γκαρίχο, Μουέδρα, Ματαγιάνα, Μενέντεθ, Κασάδο κλπ) κατά τις επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στη ζώνη Κέντρου-Νότου για βοήθεια προς την Καταλονία και όλη τη δράση τους, όπως και κατά την προετοιμασία του πραξικοπήματος του Κασάδο.

7.Συνέβαλε στην αποδυνάμωση της δράσης του Κόμματος στην κυβέρνηση, η στάση του εκπροσώπου του (Ουρίμπε) εντός αυτής, καθώς αυτός ο σύντροφος δεν συνέδεσε επαρκώς τη θέση του ως μέλους του Πολιτικού Γραφείου με τον υπουργικό του θώκο. Αυτό μεταφράστηκε, στην πράξη, σε μεγαλύτερες δυσκολίες για την επίλυση των προβλημάτων που ενίοτε επηρέαζαν αρνητικά την ανεξάρτητη δράση του Κόμματος.

Αυτό αποδεικνύει ότι όταν υπάρχει κάποιος που βάζει πάνω από την ιδιότητά του ως μέλους του Κόμματος την ιδιότητά του ως υπουργού ή οποιουδήποτε άλλου θώκου, διαπράτονται σφάλματα με συνέπειες μοιραίες για τον επαναστατικό αγώνα, καθώς μόνο το Κόμμα και πάντα το Κόμμα, πάνω από όλα, με την ορθή πολιτική του και μια συλλογική δουλειά είναι σε θέση να καθοδηγήσει τον αγώνα σε όλα τα επίπεδα, όσο δύσκολα και σύνθετα και να είναι.

8.Επηρέασε στην διάπραξη αυτών των σφαλμάτων και την εκδήλωση αυτών των αδυναμιών του Κόμματος κατά τους τελευταίους μήνες του πολέμου, η κακή λειτουργία της καθοδήγησης του, αναφορικά με το ότι εκδηλώθηκαν μέθοδοι δουλειάς εξαιρετικά προσωποκεντρικές (Τσέκα)· μειωνόταν η μελέτη και η επίλυση των επιτακτικών προβλημάτων και ενίοτε έλειπε η απαραίτητη εγκαρδιότητα και μετριοφροσύνη (Ουρίμπε). Αυτές οι τάσεις ενίοτε cacique-ίστικων μεθόδων δουλειάς, διαμόρφωσαν μια κατάσταση όπου αποφάσεις εξαιρετικής σημασίας πάρθηκαν από κάποιους συντρόφους προσωπικά και δεν γίνονταν γνωστές στο Πολιτικό Γραφείο ούτε καν στη Γραμματεία του. Έτσι εξγηείται το ότι ενώ κάποιοι σύντροφοι έπαιρναν μέτρα για να αντιμετωπίσουν τα γεγονότα που μπορούσαν να προκληθούν (σύσταση μιας Στρατιωτικής Επιτροπής στη Μαδρίτη με αποστολή τη συντριβή οποιουδήποτε πραξικοπήματος των συνθηκολόγων ή παρεμπόδισης ανοίγματος των μετώπων), η πλειοψηφία των συντρόφων της καθοδήγησης δεν γνώριζαν αυτά τα μέτρα.

Τα αποτελέσματα αυτής της μη φυσιολογικής κατάστασης, ελλείψει συλλογικής δουλειάς, ήταν η απουσία μιας αποφασιστικής πολιτικής γραμμής απέναντι στην Χούντα του Κασάδο και γνώσης από το Κόμμα της σοβαρότητας της όλης κατάστασης. (σ.parapoda:στο ρώσικο κείμενο υπάρχει η ακόλουθη πρόταση αντί της τελευταίας: “Η καθοδήγηση του κόμματος δεν κατάφερε να διορθώσει αυτή τη σοβαρή ανεπάρκεια και, όπως έδειξε η πείρα, δεν κράτησε μια σκληρή γραμμή και δεν άσκησε μια ορθή καθοδήγηση γιατί στο κομματικό κέντρο απουσίαζε η συλλογική δουλειά και δεν υπήρχε πάντα τέτοια ομογένεια, όπως πρέπει να είναι η μπολσεβίκικη καθοδήγηση, ιδίως σε μια τέτοια σύνθετη κατάσταση όπως αυτή που υπήρχε τον καιρό του πολέμου στην Ισπανία).

Μετάφραση από τα ισπανικά και τα ρωσικά. Πηγή:sovdoc.rusarchives.ru

Οι σχέσεις Ιράν – Πακιστάν & η εξέλιξη της τάσης για «διπλό ταμπλό» στις διεθνείς σχέσεις

Η εκ νέου διατύπωση της ιρανικής πρότασης για συμμετοχή του – φιλικού προς το Ριάντ – Πακιστάν στο σχέδιο ανάπτυξης του λιμανιού του Τσαμπαχάρ, το οποίο χρηματοδοτεί η Ινδία, και το οποίο βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το λιμάνι Γκουάνταρ στο Πακιστάν, την ανάπτυξη του οποίου χρηματοδοτεί η Κίνα, είναι μια ακόμα απόδειξη της ορθότητας του ισχυρισμού ότι όχι μόνο τα στρατόπεδα, αλλά και οι αναπτυσσόμενοι άξονες χαλαρώνουν, καθώς αντισταθμίζονται από σχέσεις με τους αντιπάλους. Η τάση για διπλά ταμπλό δεν αφορά μόνο σχέσεις περιφερειακών παραγόντων μεταξύ τους, αλλά και σχέσεις με βασικές υπερδυνάμεις: π.χ. αυξανόμενες σχέσεις του μέλους των χαλαρών BRICS Ινδίας με τις ΗΠΑ. Μάλιστα, σε αυτές τις εξελίξεις, ιδιαίτερο ρόλο παίζουν τα διάφορα αναπτυξιακά έργα που διευκολύνουν το εμπόριο και την πολιτική επιρροή. Επομένως, καθοριστική παράμετρο δεν αποτελούν οι άμεσες αντοχές της οικονομίας κάθε χώρας (π.χ. ανάπτυξη πολλών – υπό κανονικές συνθήκες – ανταγωνιστικών αναπτυξιακών σχεδίων). Αυτό δεν σημαίνει “απόσπαση της πολιτικής από την οικονομία”, αλλά οικονομικοί υπολογισμοί σε βάθος δεκαετιών.

Το ερώτημα, ωστόσο, με τις προσπάθειες των περιφερειακών δυνάμεων για πολλαπλά ταμπλό είναι αν, ταυτόχρονα, ευνοούνται κάποιοι ακόμα πιο μεγάλοι, ενίοτε και εν γνώσει των περιφερειακών δυνάμεων (έστω και ως “αναγκαίο κακό”). Εν προκειμένω, η πρόταση Ιράν προς το Πακιστάν, από τη μια, μπορεί να περιορίσει την επιρροή του Ριάντ στο Πακιστάν, που είχε επιδεινωθεί όταν το Πακιστάν αποχώρησε από τη συμμαχία του Ριάντ στην Υεμένη (λόγω των κινεζικών χρημάτων), αλλά, αργότερα επανέκαμψε, όταν η Κίνα άλλαξε στάση στο υεμενικό, αλλά και βελτίωσε τις σχέσεις με το Ριάντ. Από την άλλη, η πρόταση αυτή δεν συμβάλλει στην αναγκαία ύφεση με το Ριάντ (που μπορεί να θεωρήσει ότι προσπαθεί να του κλέψει τους συμμάχους), προς μεγάλη χαρά της Ρωσίας, της Κίνας και των ΗΠΑ που βρίσκουν χώρο και λόγο για παρέμβαση στην περιοχή. Τέλος, κατ’αρχήν μοιάζει αυτοκτονικό, καθώς με το να “διώχνει” το Ιραν την Ινδία από το σχέδιο, σημαίνει ότι επιδεινώνει τις σχέσεις με ένα σημαντικό παράγοντα της περιοχής (προς μεγάλη χαρά των ΗΠΑ) και ότι έχει εξασφαλίσει άλλη χρηματοδότηση (κινεζική ή ρωσική), πράγμα που, ωστόσο, θα δυναμώσει την επιρροή των χρηματοδοτών αυτών στη χώρα. Είναι πιθανό, ωστόσο, αυτό να γίνεται με ανταλλάγματα, είτε στη Μ. Ανατολή (για αποδοχή από τη Ρωσία διατήρησης του ρόλου του Ιράν στην περιοχή), είτε με αντάλλαγμα προσχώρηση στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (από τον οποίο “έφαγε πόρτα” μετά τη ρωσική προβοκατόρικη πρόταση και την κινεζική άρνηση που επιδείνωσε – προς όφελος της Ρωσίας – τις διμερείς σχέσεις) και “κούρεμα” της Ινδίας μετά την ταυτόχρονη προσχώρησή της σε “Σαγκάη”, τη βελτίωση των σχέσεων της με ΗΠΑ-Ισραήλ, την παρουσία της στο Ιράν, και τον αυξανόμενο ελέω ΗΠΑ ρόλο της στο Αφγανιστάν (και τον αγωγό ΤΑΡΙ που πρόσφατα προχώρησε κι άλλο).

Πάνω από όλα, αυτή η τάση για πολλαπλά ταμπλό (που πολλοί “αντιαμερικάνοι” εντός της αριστεράς και του επαναστατικού χώρου δεν λαμβάνουν υπόψη και με την απλοϊκή ανάλυσή τους που βλέπει μόνο τη μια και μοναδική αντίθεση ΗΠΑ-Ρωσία, ευνοούν την τελευταία) πρέπει να μελετάται, ειδικά για όσους ενδιαφέρονται να διατυπώσουν πρόταση για πραγματική ανεξαρτησία της χώρας, αφού αποτελεί μια θετική εξέλιξη σε σχέση με αυτή που θα υπήρχε σε περίπτωση ύπαρξης μόνο δύο συμπαγών στρατοπέδων ΗΠΑ-Ρωσίας.З

Παρακάτω δύο άρθρα, όπου αναλύεται η εξέλιξη της πρότασης του Ιράν στο Πακιστάν και των ιρανοπακιστανικών σχέσεων σε βάθος δεκαετιών.

Η πρόταση Ιράν στο Πακιστάν για συμμετοχή στο λιμάνι Τσαμπαχάρ αντανακλά έλλειμμα εμπιστοσύνης προς την Ινδία

Της Asia Maqsood

Η πρόσφατη πρόταση του Ιράν στο Πακιστάν για να προσχωρήσει στο σχέδιο ανάπτυξης του λιμανιού του Τσαμπαχάρ ίσως αντακλά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς το συνέταιρό της Ινδία. Η Ινδία ίσως σταματήσει την υλοποίηση αυτού του σχεδίου υπό την πίεση των ΗΠΑ. Εξάλλου, η καλπάζουσα στρατηγική συνεργασία Ινδίας-ΗΠΑ μπορεί να ασκήσει πίεση στο Ιράν αφού οι σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν δεν είναι εγκάρδιες.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το Ιράν δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην Ινδία όσον αφορά μια μακρόχρονη συνεργασία και χρειάζεται πιο στρατηγικούς συνεταίρους ώστε να αποφύγει οποιοδήποτε μονοπώλιο τόσο της Ινδίας όσο όμως και των ΗΠΑ στο λιμάνι του Τσαμπαχάρ.

Υπάρχουν δύο παράγοντες που μπορούν να αντανακλούν τις φιλοδοξίες του Ιράν πίσω από την πρότασή του στο Πακιστάν για να συμμετάσχει στο λιμάνι του Τσαμπαχάρ. Πρώτον, το Ιράν το έκανε αυτό προκειμένου να απομακρύνει οποιαδήποτε ινδική κυριαρχία με τη βοήθεια των ΗΠΑ επί του λιμανιού του Τσαμπαχάρ για την πρόσβαση τα ενεργειακά αποθέματα της Κεντρικής Ασίας. Δεύτερον. Το Ιράν ίσως θέλει να αντισταθμίσει την θετική τάση της Σαουδικής Αραβίας προς το Πακιστάν.

Το Ιράν θέλει να επεκτείνει την αγορά του καθώς διαθέτει τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα αερίου παγκοσμίως.

Η στρατηγική συνεργασία Κίνας-Πακιστάν είναι σημαντική για την αντιστάθμιση της αυξανόμενης επιρροής Ινδίας-ΗΠΑ στην περιοχή της Νότιας Ασίας. Επιπρόσθετα, η ανάπτυξη του λιμανιού του Γκουάνταρ και η κατασκευή του Οικονομικού Διαδρόμου Κίνας – Πακιστάν (CPEC) υπό την Πρωτοβουλία της Ζώνης και του Δρόμου του Μεταξιού της Κίνας αποτελούν σοβαρούς παράγοντες ανησυχίας για την Ινδία και τις ΗΠΑ.

Μέχρι στιγμής, η Ινδία παραμένει σιωπηλή αναφορικά με την πρόταση Ιράν προς το Πακιστάν. Αν το Πακιστάν αποδεχτεί την πρόταση ωστε να βελτιώσει τις διμερείς σχέσεις με το Ιράν, είναι αρκετά πιθανό ότι η Ινδία μπορεί να αποχωρήσει από το σχέδιο ανάπτυξης του Τσαμπαχάρ γιατί η Ινδία πάντοτε θεωρεί ότι το Πακιστάν είναι υπεύθυνο για την τρομοκρατία, ισχυριζόμενη ότι τρομοκρατία και εμπόριο δεν μπορούν να συμβαδίζουν.

Αναφορικά με το Πακιστάν, έχει νοικιάσει το λιμάνι του Γκουάνταρ στην Κίνα για την ανάπτυξή του. Το λιμάνι παρέμενε υποαναπτυγμένο εδώ και αρκετά χρόνια λόγω της εύθραυστης οικονομικής κατάστασης του Πακιστάν. Η Κίνα προωθεί τους στρατηγικούς της στόχους μέσω μεγάλων επενδύσεων κυρίως για να ευνοήσει το εμπόριό της με τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ευρώπη μέσω του λιμανιού του Γκουάνταρ. Επομένως, το Πακιστάν δεν μπορεί να αντέξει οποιαδήποτε άλλη επένδυση σε οποιοδήποτε άλλο πρότζεκτ όπως αυτό της ανάπτυξης του Τσαμπαχάρ.

Ομοίως, για το Πακιστάν δεν είναι κάτι επείγον η προσχώρηση στο σχέδιο ανάπτυξης του λιμανιού του Τσαμπαχάρ προκειμένου να φτάσει την Κεντρική Ασία. Μπορεί να τη φτάσει μέσω της σύνδεσης Πεσαβάρ με Καμπούλ που θα συνέδεε το Πακιστάν με τα πλούσια σε αποθέματα ενέργειας κράτη της Κεντρικής Ασίας μέσα από τον CPEC. Ωστόσο, το Ιράν έχει προτείνει και στην Κίνα να προσχωρήσει ή να επενδύσει στο σχέδιο ανάπτυξης του Τσαμπαχάρ. Η Κίνα ήδη επενδύσει τεράστια ποστά στο Ιράν, για παράδειγμα, μια κινεζική κρατική επενδυτική εταιρία παρείχε μια πιστωτική γραμμή 10 δις $ σε ιρανικές τράπεζες και την ιρανική κεντρική τράπεζα πέρσι. Είναι γεγονός ότι το Ιράν είναι σημαντικό για τις εμπορικές φιλοδοξίες της Κίνας κατά την ανάπτυξη εκ μέρους της της αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων στρατηγικής της με τη Ζώνη και το Δρόμο που στοχεύει στην ενίσχυση των δεσμών της με την Ευρώπη και την Αφρική.

Επιπλέον, η Εισαγωγική-Εξαγωγική Τράπεζα της Κίνας δεσμεύτηκε για επιπλέον 10 δις $ σε δάνεια, ενώ η Αναπτυξιακή Τράπεζα της Κίνας υπέγραψε προσύμφωνα με το Ιράν για 15 δις $ σε έργα υποδομών και παραγωγής. Το διμερές εμπόριο Ιράν – Κίνας ήταν μόλις 31δις $ το 2016, αλλά έκανε άλμα κατά πάνω από 30% το 1ο εξάμηνο του 2017. Μετά την άρση των κυρώσεων σε βάρος του Ιράν, το Πεκίνο έχει ανοίξει 2 πιστωτικές γραμμές 4,2 δις $ για τη δημιουργία υψηλής ταχύτητας σιδηροδρομικών γραμμών που θα συνδέουν την Τεχεράνη με το Μάσχαντ και την Ισφαχάν, ανέφερε πέρσι η Iran Daily.

Ως εκ τούτου, είναι αρκετά πρακτικό για την Κίνα να επενδύσει στο λιμάνι του Τσαμπαχάρ ώστε να ικανοποιήσει τις ανάγκες της σε ενέργεια. Από την άλλη, ο εγκάρδιος φίλος της Κίνας Πακιστάν χρειάζεται να κάνει περισσότερα για να παρέχει ασφάλεια στο CPEC. Το Πακιστάν μπορεί να εκτιμήσει την προσφορά του Ιράν και να επιδείξει τη θέλησή του να προσχωρήσει στο σχέδιο ανάπτυξης του Τσαμπαχάρ μόνο μετα την επιτυχή ολοκλήρωση του CPEC, τουλάχιστον μέχρι την ολοκλήρωση της 2ης φάσης του CPEC το 2025. Ταυτόχρονα, το Πακιστάν δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη για συμμετοχή στην ανάπτυξη και των δύο λιμανιών (Τσαμπαχάρ και Γκουάνταρ). Όσον αφορά αυτό, η Ινδία μπορεί επίσης να έχει κάποιες επιφυλάξεις για τη συμμετοχή του Πακιστάν.

Επιπρόσθετα, το Πακιστάν τίθεται στη γκρι λίστα της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF) για την υποστήριξη της Τρομοκρατίας. Η διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας 2 δις $ προς το Πακιστάν είναι ένα πρωτοχρονιάτικο “δώρο” στο Πακιστάν από τις ΗΠΑ στις αρχές του 2018. Αντανακλά το γεγονός ότι το Πακιστάν απομονώνεται από τις εξελίξεις στην περιφέρεια από την κυβέρνηση Τραμπ και από την αυξανόμενη ινδική επιρροή στην περιοχή. Επομένως, το Πακιστάν αναζητά άλλους, πέραν των ΗΠΑ, στρατηγικούς εταίρους όπως τη Ρωσία και την Κίνα, όμως όχι θυσιάζοντας τις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, μια μεγάλη ευθύνη του Πακιστάν είναι να διατηρεί ικανοποιητικές σχέσεις με τους γείτονές του συμπεριλαμβανομένου του Ιράν.

Οι εγκάρδιες σχέσεις Πακιστάν – Σαουδικής Αραβίας και τα στρατεύματα του πρώτου στη Σ. Αραβία μπορεί να αποτελούν ένα σημείο ανησυχίας για το Ιράν. Το Ιράν αντιλαμβάνεται ότι αυτά τα στρατεύματα θα χρησιμοποιηθούν στις υπό σαουδαραβική ηγεσία συμμαχικές δυνάμεις στην Υεμένη ενάντια στους υποστηριζόμενους από αυτό Χούθι. Το Γενικό Επιτελείο Στρατού του Πακιστάν απάντησε σε αυτές τις επιφυλάξεις ότι το Πακιστάν έστειλε τα στρατεύματά του εκεί για εκπαίδευση.

Ο Υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Ζαρίφ παρομοίασε τις σχέσεις του Ιράν με την Ινδία με αυτές του Πακιστάν με τη Σαουδική Αραβία κατά το πρόσφατο ταξίδι του στο Πακιστάν. “Οι σχέσεις μας με την ινδία, όπως οι σχέσεις του Πακιστάν με τη Σαουδική Αραβία δεν στρέφονται ενάντια στο Ισλαμαμπάντ, όπως ακριβώς αντιλαμβανόμαστε ότι και οι σχέσεις του Πακιστάν με τη Σαουδική Αραβία δεν στρέφονται ενάντια στο Ιράν”.

Με λίγα λόγια, η ασφάλεια και η σταθερότητα του Αφγανιστάν έχει τεράστια σημασία. Κανένα αναπτυξιακό σχέδιο δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αν το Πακιστάν παραμείνει σε αστάθεια. Η πρόσφατη πρόσκληση του Αφγανού προέδρου Ασράφ Γάνι για διεξαγωγή ειρηνευτικών συνομιλιών χωρίς όρους με τους Ταλιμπάν το Φλεβάρη χαιρετίστηκε από πολλές χώρες, περιλαμβανομένων του Πακιστάν και των ΗΠΑ. Η Κίνα έχει παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτό. Σχεδόν όλες οι χώρες εκτίμησαν την πρωτοβουλία του Γάνι, προωθώντας τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα και για να ολοκληρώσουν τα αναπτυξιακά τους σχέδια στην περιοχή. Αρχικά, οι Ταλιμπάν υποδέχτηκαν ψυχρά αυτές τις προτάσεις. Θα μπορούσε κανείς να είναι αισιόδοξος για το ότι η κατάσταση της ασφάλειας στο Αφγανιστάν θα βελτιωθεί με πολιτική επίλυση στο εγγύς μέλον. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι εξελίξεις συνδέονται με ένα σταθερό Αφγανιστάν.

*Η Asia Maqsood είναι κάτοχος M. Phil στις Αμυντικές και Στρατηγικές Σπουδές του Πανεπιστημίου Quaid-i-Azam του Ισλαμαμπάντ και μεταπτυχιακού στις Διεθνείς Σχέσεις από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Συχνά γράφει για θέματα Κίνας – Πακιστάν και Νότιας Ασίας.

Το κείμενο στα αγγλικά εδώ: http://www.eurasiareview.com/21032018-irans-offer-to-pakistan-to-join-chabahar-reflects-trust-deficit-with-india-oped/?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+eurasiareview%2FVsnE+%28Eurasia+Review%29

Η επίδραση των ιρανοπακιστανικών σχέσεων στον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας – Πακιστάν (27/11/2017)

της Asia Maqsood

Από την εποχή της ίδρυσης του Πακιστάν, οι σχέσεις Ιράν – Πακιστάν ήταν εντελώς διαφορετικές τις πρώτες δεκαετίες. Οι δύο χώρες συνεργάζονταν από το 1947 ως το 1979 μέχρι την πτώση του Σάχη. Η επαρχία του Βαλουχιστάν στο Πακιστάν κατέχει καταλυτική θέση στις διμερείς σχέσεις, λόγω των Βαλούχων που υπάρχουν και στις δύο χώρες. Ακόμα και στον πόλεμο του 1971, το Πακιστάν είχε λάβει στρατιωτική, κατασκοπευτική και λογιστική υποστήριξη από το Ιράν μαζί με τη Συρία και την Ιορδανία. Εππλέον, το Πακιστάν είχε παίξει επιδραστικό ρόλο για τον τερματισμό του πολέμου Ιράν-Ιράκ. Δυστυχώς, η περίοδος της δεκαετίας του ’90 ήταν μάρτυρας της παρακμής των διμερών σχέσεων.

Ένας από τους λόγους ήταν η σεχταριστική άποψη που κυριαρχούσε στους Ταλιμπάν που το Ιράν θεωρούσε ότι υποστηρίζονταν από το Πακιστάν και οι οποίοι στοχοποιούσαν τους Σιίτες, κάτι που εξέθεσε το Πακιστάν. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω όταν οι Ταλιμπάν σκότωσαν ιρανούς διπλωμάτες στο βόρειο Αφγανιστάν το 1998. Μετά από αυτά, την επόμενη δεκαετία, υπήρχαν πολλοί σιιτικοί παράγοντες που είχαν στοχοποιηθεί από την τρομοκρατία. Το ιρανικό προξενείο στην Πεσαβάρ είχε γίνει δυο φορές στόχος και ένας ανώτατος διπλωμάτης στην ίδα πόλη είχε απαχθεί το 2009. το Ιράν θεωρούσε προφανές ότι η χρηματοδότηση αυτών των τρομοκρατικών ομάδων προερχόταν από τους Σαουδάραβες και εμμέσως το Πακιστάν κατηγορούταν για παροχή ανεπαρκούς ασφάλειας στους ιρανούς διπλωμάτες.

Στο μεταξύ, οι σχέσεις Ινδίας – Ιράν εμφανίστηκαν, από τη μια, και οι δεσμοί Πακιστάν – Σ. Αραβίας έγιναν ισχυρότεροι, από την άλλη. Αναφορικά με τη Νότια Ασία, η Ινδία πάντοτε στόχευε την περιφερειακή απομόωση του Πακιστάν, αυξάνοντας έτσι την επιρροή της στο Αφγανιστάν και αρχίζοντας σχέσεις με το Ιράν. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ δύο βασικές παραμέτρους. Πρώτον, το Πακιστάν ποτέ δεν θα μπορούσε να νιώθει άνετα με τις βελτιωνόμενες σχέσεις Ινδίας – Ιράν στο Αφγανιστάν που έχει άμεση επίδραση στην εξέγερση στο Βαλουχιστάν. Δεύτερον, η ανάπτυξη του λιμανιού του Τσαμπαχάρ αποτελεί σημαντικό παράγοντα.

Ωστόσο, η δραματική στροφή στις σχέσεις Ιράν-Πακιστάν ήρθε το 2016, όταν ένας ινδός πράκτορας, ο Κουλμπχουσάν Γιάνταβ συνελήφθη στο Βαλουχιστάν ενώ, όπως ισχυρίζεται το Πακιστάν, προσπαθούσε να εισέλθει στο Βαλουχιστάν μέσω του Ιράν. Μετά τη σύλληψη αυτού του ινδού πράκτορα, ο πρόεδρος του Ιράν επισκέφτηκε το Πακιστάν και ο στρατηγός Ασίμ Μπάτζουα γνωστοποίησε τα λόγια του πρώην αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού του Πακιστάν, Ραχήλ Σαρίφ ότι “υπάρχει ανησυχία ότι η (ινδική υπηρεσία πληροφοριών) RAW εμπλέκεται στο Πακιστάν, ειδικά στο Βαλουχιστάν και ενίοτε χρησιμοποιεί το έδαφος της αδελφής χώρας Ιράν”. Επιπλέον, υπήρξε η δολοφονία του Μουλά Μανσούρ το 2016 κοντά στα ιρανικά σύνορα που ο πακιστανικός στρατός υποψιάζεται ότι μόλις είχε διασχίσει τα σύνορα από το Ιράν και χτυπήθηκε από drone. Άλλος ένας παράγοντας είναι ότι τα σύνορα στο Βαλουχιστάν είναι κέντρο εμπορίου ναρκωτικών, εξεγερμένων και ψευτοταλιμπάν ενόπλων. Όλοι αυτοί οι παράγοντες έσπειραν δυσπιστία ανάμεσα στις δυο χώρες.

Τα δύο τελευταία χρόνια έχουμε δει περισσότερες ανταλλαγές πυρών ανάμεσα στον Πακιστανικό στρατό και τις ιρανικές δυνάμεις σε σύγκριση με όλα τα 68 χρόνια διμερών σχέσεων.

Στις 6 Νοέμβρη 2017, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού του Πακιστάν Στρατηγός Καμάρ Τζάβεντ Μπάτζουα επισκέφτηκε το Ιράν. Επικεντρώνοντας στις πραγματικότητες της περιφέρειας του Ιράν, υπάρχουν δύο σημαντικοί παράγοντες που πρέπει να συζητηθούν αναφορικα με αυτή την επίσκεψη. Πρώτον, η ανησυχία του Πακιστάν για το ρόλο της Ινδίας και ο ρόλος του Ιράν στο Αφανιστάν και, δεύτερον, η ανησυχία του Ιράν για τις τρομοκρατικές επιθέσεις σε δυνάμεις ασφαλείας του που ισχυρίζεται ότι προέρχονται από πακιστανικό έδαφος. Και οι δύο χώρες έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη Μ.Ανατολή, όμως δεν επέτρεψαν αυτές να υποσκάψουν τη διμερή ατζέντα της επίσκεψης. Σε μια από τις πρώτες συναντήσεις του με τον πρέσβη Χόναρντουστ, ο στρατηγός Μπάτζουα τού ειπε, όσον αφορά την πακιστανική αμυντική διπλωματία, ότι “η βελτίωση της ιρανοπακιστανικής στρατιωτικής συνεργασίας θα έχει θετική επίδραση στην περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα”. Συνολικά η επίσκεψη επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δυο χώρες και, τουλάχιστον, το Πακιστάν νιώθει ασφαλές έναντι κάθε απόπειρας ή απειλής για την υπονόμευση του τεράστιου αναπτυξιακού έργου του CPEC και του λιμανιού του Γκουάνταρ.

Ένας γνωστός ιστορικός και ακαδημαϊκός του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ο Πήτερ Φράνκοπαν είε: “Λέγεται τώρα ότι τα σχέδια ανάπτυξης των λιμανιών του Τσαμπαχάρ και του Γκουαντάρ αλληλοσυμπληρώνονται και είναι περισσότερο συναδελφικά, παρά ανταγωνιστικά. Αυτή η εκδοχή είναι αρκετά βάσιμη και πιθανή. Για το αν όντως είναι, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.”

Με λίγα λόγια, αξίζει να σταθούμε στο ότι οι εξελίξεις που αφορούν δύο εμπόλεμες χώρες της Νότιας Ασίας (Ινδία, Πακιστάν) έχουν δύο εξισώσεις: η μία είναι η εξίσωση Κίνα – Πακιστάν με τν ανάπτυξη του λιμανιού του Γκουάνταρ και του CPEC. Η δεύτερη είναι η εξίσωση Ινδίας – Ιράν με την ανάπτυξη του λιμανιού του Τσαμπαχάρ και την αυξανόμενη επιρροή της Ινδίας στο Αφγανιστάν. Θα μπορούσε να συναχθεί εδώ ότι το Ιράν δεν είναι ο μόνος γείτονας που βοηθά την Ινδία να αποκτήσει πρόσβαση στο Αφγανιστάν, αλλά και ότι οι ΗΠΑ παίζουν έναν σχετικά όλο και πιο ενεργό ρόλο στην άνοδο της σημασίας της Ινδίας σε αυτή την περιοχή. Επομένως, από πλευράς Πακιστάν, η κινεζική επένδυση αντιμετωπίζει περισσότερες προκλήσεις από όσες η ινδική επένδυση στο Τσαμπαχάρ. Ο CPEC είναι ένα ενωτικό σχέδο που καλωσορίζει όλα τα κράτη, ώστε να αποτελέσουν μέρος του σχεδίου επενδύοντας και ανοίγοντας περισσότερες ευκαιρίες για ευημερία σε όλη την περιοχή. Η επίσκεψη του αρχηγού του πακιστανικού στρατού αποδείχτηκε καταλύτης για την άρση της δυσπιστίας ανάμεσα στις δυο χώρες που τελικά θα οδηγήσει τον ένα να υποστηρίξει τα αναπτυξιακά σχέδια του άλλου. Θα μπορούσε να συναχθεί, με έναν τόνο αισιοδοξίας, ότι το λιμάνι του Γκουάνταρ θα μπορούσε να έχει οφέλει για το Ιράν και ο CPEC θα μπορούσε να παρέχει περισσότερες ευκαιρίες για εμπόριο για το Ιράν. Επιπροσθέτως, η επένδυση της Κίνας στο Πακιστάν θα μπορούσε να είναι ο προάγγελος για ευρύτερες κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές στην περιφέρεια, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν. Οι κινέζοι θα μπορούσαν να συμβάλλουν και στο Τσαμπαχάρ.

Το κείμενο στα αγγλικά εδώ: http://southasiajournal.net/iran-pakistan-ties-impact-on-cpec/

Αλλοτρίωση & Μαρξισμός

Για το 2018 – επέτειος 200 χρόνων από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ – η συντακτική ομάδα της Scintilla έχει αποφασίσει να αφιερώνει μια σελίδα σε κάθε φύλλο του εντύπου όπου θα πραγματεύεται διάφορες πτυχές της σκέψης και του έργου του ιδρυτή της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού. Το Γενάρη δημοσιεύσαμε μια εισαγωγή βιογραφικού χαρακτήρα. Το Φλεβάρη ασχοληθήκαμε με την έννοια του προλεταριακού σοσιαλισμού και τους διαστρεβλωτές της. Συνεχίζουμε με ένα άρθρο που πραγματεύεται ένα θέμα που οι αντιμαρξιστές έχουν προκαλέσει πολλές συγχύσεις.

Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (1848), Κεφάλαιο 3, ν.1, γ’, υπό τον τίτλο “Ο γερμανικός ή ο “αληθινός” σοσιαλισμός”, οι Μαρξ και Ένγκελς έγραψαν μια καυστική σάτιρα για διάφορους γερμανούς διανοούμενους της χεγκελιανής αριστεράς (Μόζες Χες, Καρλ Γκρυν, Χάινριχ Κρίγκε) που είχαν ρίξει σε “αραχνοΰφαντες θεωρητικολογίες” το ζήτημα της χειραφέτησης του προλεταριάτου. Εκκινώντας από τα έργα των γάλλων σοσιαλιστών και κομμουνιστών του 19ου αιώνα, το έργο αυτών των γερμανών λόγιων συνίστατο στο “να εναρμονίσουν τις νέες γαλλικές ιδέες με την παλιά τους φιλοσοφική συνείδηση ή καλύτερα να αφομοιώσουν τις γαλλικές ιδέες από τη δικιά τους τη φιλοσοφική άποψη.” “Για παράδειγμα, πίσω από τη γαλλική κριτική των χρηματικών σχέσεων, έγραψαν: «Αλλοτρίωση της ανθρώπινης φύσης»”. Αυτοί υπεράσπιζαν “αντί τα συμφέροντα του προλεταριάτου, τα συμφέροντα της ανθρώπινης φύσης, του ανθρώπου γενικά, του ανθρώπου που δεν ανήκει σε καμιά τάξη”.

***

Στο περιβάλλον της “νεαρο-χεγκελιανής” φιλοσοφίας, πάνω από όλα σε εκείνο το τμήμα της που εμπνεόταν από τον “φιλοσοφικό ανθρωπισμό” του Φόυερμπαχ, ανήκει και ο νεαρός Μαρξ των πρώτων ετών της δεκαετίας του 1840. Ήδη το 1843 στην “Αγία Οικογένεια” που έγραψε σε συνεργασία με το Φρίντριχ Ένγκελς, υπέβαλλε σε σφοδρή κριτική – στη βάση του υλιστικού ανθρωπισμού του Φόυερμπαχ – τις ιδεαλιστικές θέσεις του Μπρούνο Μπάουερ. Και σε εκείνο το έργο πραγματεύεται το ζήτημα της αλλοτρίωσης σε στενή σύνδεση με την εξέταση της θέσης του προλεταριάτου. “Προλεταριάτο και πλούτος είναι δύο αντίθετα πράγματα. Αποτελούν μαζί ένα σύνολο. Και τα δύο είναι φιγούρες του κόσμου της ατομικής ιδιοκτησίας. […] Η ατομική ιδιοκτησία ως ατομική ιδιοκτησία, ως πλούτος, είναι υποχρεωμένη να διατηρεί την ύπαρξή της και μαζί με αυτή, και του αντίθετού της, του προλεταριάτου· αυτή είναι η θετική πλευρά της αντίθεσης: η ατομική ιδιοκτησία που φέρει μέσα της την ικανοποίησή της. Το προλεταριάτο, αντίθετα, ως προλεταριάτο είναι αναγκασμένο να αναιρεί τον εαυτό του και μαζί και την αντίθεση που το καθορίζει, που το μετατρέπει σε προλεταριάτο, δηλαδή, την ατομική ιδιοκτησία. Αυτή είναι η αρνητική πλευρά της αντίθεσης […] Η τάξη των εχόντων και η τάξη του προλεταριάτου παρουσιάζουν την ίδια ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Όμως η πρώτη τάξη, σε αυτή την αυτοαλλοτρίωση νιώθει άνετα και επιβεβαιωνόμενη, γνωρίζει ότι η αλλοτρίωση είναι η δική της δύναμη και σ’αυτή βλέπει την απόδειξη μιας ανθρώπινης υπόστασης. Η δεύτερη τάξη στην αλλοτρίωση αυτή νιώθει αφανισμένη, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας μη ανθρώπινης υπόστασης. […] Μέσα λοιπόν σε αυτή την αντίθεση ο ατομικός ιδιοκτήτης είναι η συντηρητική πλευρά, ο προλετάριος η καταστροφική της πλευρά”.(Κριτικές Παρατηρήσεις ΙΙ).

O Μαρξ με τον Ένγκελς στο Παρίσι με εργάτες σοσιαλιστές

Η θέση του Μαρξ, λοιπόν, είναι ήδη επαναστατική, όμως ακόμα στο πλαίσιο ενός υλιστικού ανθρωπισμού όπως αυτός της φιλοσοφίας του Φόυερμπαχ. Πολύ σύντομα, ωστόσο, αυτός θα επεκτείνει την κριτική του στην ίδια εκείνη τη φιλοσοφία, δηλώνοντας ανοιχτά κομμουνιστής, έστω και μετά από τις πρώτες πρακτικές επαφές που είχε – στο Παρίσι – το 1844 με τους πρώτους πυρήνες κομμουνιστών εργατών.

Από αυτές τις πρώτες του συγκεκριμένες σχέσεις με το προλεταριάτο, ο Μαρξ μάς άφησε μια αξέχαστη απεικόνισή τους: “Όταν οι κομμουνιστές εργάτες συνενώνονται, ο άμεσος σκοπός τους είναι η διάδωση της ιδεολογίας, η προπαγάνδα κλπ. Ταυτόχρονα, όμως αποκτούν μαζί μια νέα ανάγκη, την ανάγκη να αποτελέσουν μια κοινωνία – κι εκείνο που φαίνεται ως μέσο καθίσταται σκοπός. Αυτή την πρακτική εξέλιξη μπορούμε να την παρατηρήσουμε πολύ ξεκάθαρα στις συναθροίσεις των γάλλων σοσιαλιστών εργατών. Το κάπνισμα, το φαγητό, το ποτό κλπ, δεν είναι πια απλά μέσα ώστε να είναι ενωμένοι, μέσα ένωσης. Τους ικανοποιεί η ένταξη στην κοινωνία αυτή, η ένωση, η συζήτηση που αυτή η κοινωνία έχει με τη σειρά της ως σκοπό: η αδελφότητα ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι αναμεταξύ τους μια φράση, αλλά μια πραγματικότητα και η ευγένεια του ανθρώπου λάμπει σε αυτά τα τραχιά από την εργασία πρόσωπα”. (“Ανάγκη, παραγωγή και καταμερισμός εργασίας”, Οικονομικα & Φιλοσοφικά Χειρόγραφα).

Η αποφασιστική στιγμή στη ζωή του Μαρξ ήταν ακριβώς το θεωρητικό και πολιτικό του πέρασμα στον κομμουνισμό που, αρχίζοντας το 1843-44, θα ολοκληρωθεί το 1845, με την ανάπτυξη στη “Γερμανική Ιδεολογία” – που έγραψε μαζί με τον Φρίντριχ Ένγκελς – των βασικών στοιχείων του ιστορικού υλισμού (σχέσεις παραγωγής, παραγωγικές δυνάμεις, μέσα παραγωγής, εκμετάλλευση, δομή και εποικοδόμημα).

Αυτός τώρα καταλαβαίνει ότι η χειραφετητική επανάσταση θα είναι έργο, πράγματι, μιας ιδιαίτερης τάξης, του προλεταριάτου, όμως αυτό θα την υλοποιήσει με μια επανάστασή του και – μετά την επανάσταση – μέσω μιας δικτατορίας της τάξης του ενάντια στην εκμεταλλεύτρια αστική τάξη.

Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, θα αναπτυχθεί στο Μαρξ μια πιο ώριμη συνείδηση της αναγκαιότητας της κομμουνιστικής επανάστασης.

Αυτή δεν θα είναι το αποτέλεσμα ουτοπικών ονείρων, δεν θα είναι καρπός μιας ηθικολογικής διαμαρτυρίας ενάντια στην “αδικία” κάποιων κοινωνικών σχέσεων. Η έλευση του κομμουνισμού θα είναι προϊόν της “πραγματικής κίνησης της ιστορίας” που έχει προορισμό να ανατρέψει “την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων”. Θα λάβει χώρα όταν η ανάπτυξη των μέσων παραγωγής θα εισέλθει στη μέγιστη αντίθεση με τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων και το προτσές της καπιταλιστικής συσσώρευσης θα έχει πλήρως απαλλοτριώσει την εργατική τάξη.

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας θα γίνει, για το Μαρξ, ενασχόληση μιας ολόκληρης ζωής, μαζί με την επαναστατική δράση που θα τον καταστήσει δάσκαλο και καθοδηγητή του διεθνούς προλεταριάτου της εποχής του, μια δράση που θα κορυφωθεί με την ίδρυση το 1864 της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών (Πρώτη Διεθνής).

***

Τα πρώτα στοιχεία αυτής της κριτικής της πολιτικής οικονομίας βρίσκονται ήδη στα “Οικονομικά & Φιλοσοφικά Χειρόγραφα” του 1844, στα οποία δεν είναι πια η “ανθρώπινη συνείδηση” που θεωρείται αλλοτριωμένη (όπως στους “νεαρο-χεγκελιανούς” και στο Φόυερμπαχ), αλλά είναι το προλεταριάτο που θεωρείται ως τάξη αλλοτριωνόμενη στο ίδιο το προτσές της εργασίας του:

Εμείς έχουμε ως αφετηρία ένα γεγονός της πολιτικής οικονομίας, ένα γεγονός της εποχής μας. Ο εργάτης καθίσταται τόσο πιο φτωχός, όσο περισσότερο παράγει πλούτο, όσο πιο πολύ η παραγωγή του αυξάνει σε μέγεθος και έκταση. Με την αύξηση της αξίας του κόσμου των πραγμάτων αυξάνεται σε άμεση αναλογία η υποτίμηση του κόσμου των ανθρώπων”. Πρόκειται για τη διαδικασία της αλλοτρίωσης της εργασίας. “Η εργασία παράγει θαύματα για τον πλούσιο. Για τον εργάτη, όμως, παράγει απογύμνωση. Παράγει παλάτια για τους πλούσιους, αλλά τρώγλες για τον εργάτη.Παράγει ομορφιά, αλλά παραμόρφωση για τους εργάτες. Μπορεί οι μηχανές να αντικαθιστούν τη χειρωνακτική εργασία, αλλά ωθεί ένα τμήμα των εργαζομένων πίσω σε βάρβαρη εργασία και περιορίζει σε εξάρτημα των μηχανών το άλλο τμήμα”(“Αλλοτριωμένη εργασία”, Οικονομικά & Φιλοσοφικά Χειρόγραφα).

Ακόμα, το 1844, αυτή η ανάλυση, όσο οξεία κι αν είναι στο περιεχόμενό της, παρουσιάζει ακόμα την ίδια δομή της φοϋερμπαχιανής ανάλυσης για τη θρησκευτική αλλοτρίωση. Είναι ο ίδιος ο Μαρξ που υπογραμμίζει κάτι τέτοιο: “Όπως ακριβώς στη θρησκεία. Όσο πιο πολλά ο άνθρωπος αποφίδει στο θεό, τόσο λιγότερα κρατά για αυτόν. Ο εργάτης ξαναθέτει στο αντικείμενο τη ζωή του. Και αυτή πια δεν ανήκει σε αυτόν, αλλά στο αντικείμενο” (“Αλλοτριωμένη εργασία”, Οικονομικά & Φιλοσοφικά Χειρόγραφα).

Το διαλεκτικό άλμα προς μια αντίληψη αυστηρά υλιστική δεν έχει, λοιπόν, ακόμα ολοκληρωθεί: και αυτό ωθεί το Μαρξ να θεωρεί, το 1844, ότι η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι η αιτία της αλλοτρίωσης της εργασίας, αλλά, αντίθετα, είναι συνέπεια αυτής:

Είναι φανερό, από μια ανάλυση της ιδέας αυτής, ότι, μολονότι η ατομική ιδιοκτησία εμφανίζεται σαν λόγος και αιτίας της αλλοτριωμένης εργασίας, αυτή είναι στην πραγματικότητα η συνέπειά της, όπως ακριβώς οι θεοί ήταν στην αρχή όχι η αιτία αλλά το αποτέλεσμα της σύγχυσης στο νου των ανθρώπων”.

Με τον ιστορικό υλισμό θα λάβει χώρα στη σκέψη του Μαρξ μια πραγματική ανατροπή.

Ενώ αρχικά ο νεαρός επαναστάτης πίστευε ότι μόνο η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από την αλλοτρίωση θα άνοιγε το δρόμο για την καταστολή της ατομικής ιδιοκτησίας, τώρα αυτός καταλαβαίνει ότι η αποαλλοτρίωση μπορεί να συμβει μόνο ως αποτέλεσμα της καταστολής της ατομικής ιδιοκτησίας.

Θα το διατυπώσει λαμπρά το 1848, στο Μανιφέστο του Κομουνιστικού Κόμματος: “Οι κομμουνιστές μπορούν να συνοψίσουν τη θεωρία τους με μια μόνο έκφραση: κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας”.

Θα ήταν, ωστόσο, εσφαλμένο να πιστεύουμε ότι το θέμα της αλλοτρίωσης εξαφανίστηκε πλήρως από τον ορίζοντα του ώριμου Μαρξ: αυτό αποκτά μια νέα υπόσταση, υλιστική, στην ανάλυση της ουσιαστικής πτυχής της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής που είναι ο φετιχισμός των εμπορευμάτων (που μελετάται σε βάθος στο “Κεφάλαιο”), ένας φετιχισμός, ως αποτέλεσμα του οποίου οι κοινωνικοοικονομικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους εμφανίζονται ως σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα, ακατανόητες χωρίς τη βοήθεια αυτής της επαναστατικής επιστήμης που είναι η μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας.

***

Το “νεαρο-χεγκελιανό” θέμα της “ανθρώπινης” χειραφέτησης θα επανεμφανιστεί κατά τον 20ό αιώνα σε διάφορους συγγραφείς του λεγόμενου “δυτικού μαρξισμού” (Λούκατς στην “Ιστορία και ταξική συνείδηση” πριν την αυτοκριτική του για το βιβλίο αυτό το 1967, Κορς, Μαρκούζε, Κολακόφσκι και άλλοι, που κινήθηκαν αντιϋλιστικά και, κάποιοι μάλιστα, αντιλενινιστικά).

Ιδιαίτερα αρνητικός ήταν, κατά τη δεκαετία του ’60 και του ’70 του περασμένου αιώνα, ο ρόλος του Μαρκούζε που έβλεπε την ουσία της σύγχρονης αλλοτρίωσης στην αξιοποίηση της τεχνικής στην παραγωγική διαδικασία.

Εκείνα τα χρόνια ήταν ο “φιλοσοφικός” μέντορας μιας ολόκληρης γενιάς μικροαστών διανοούμενων νέων που άντλησαν από το θέμα της “αποαλλοτρίωσης” την τροφή για έναν ιδεαλιστικό και αδύναμο να αντισταθεί “επαναστατισμό”.

Μετάφραση από τα ιταλικά. Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο έντυπο “Scintillaτης Κομμουνιστικής Πλατφόρμας, Μάρτης 2018, σ.σ. 9-10.

Άρθρο μέλους μη κομμουνιστικού κόμματος της Κίνας για το ρόλο των μικρότερων κομμάτων και των μελών τους στη σημερινή Κίνα (+ ένα ακόμα σχόλιο για τον πολυκομματισμό)

Η 1η σύνοδος της 13ης Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης (NPC) στην Κίνα που διεξάγεται αυτές τις μέρες (μαζί με την Πολιτική Διαβουλευτική Συνδιάσκεψη) έγινε γνωστή από τους ψυχροπολεμικούς δυτικούς αναλυτές μόνο λόγω της ψήφισης της ακύρωσης της πρόνοιας για μόλις δύο θητείες στον προεδρικό θώκο. Αυτό, μαζί με την εισαγωγή κάποιας “Σκέψης Σι Τζιπίνγκ” στο Σύνταγμα της χώρας, δείχνει μια εξέλιξη με αρνητικές επιπτώσεις για τη συλλογική διαχείριση των κοινών και τη δημοκρατία. Ωστόσο, οι αναλυτές αυτής της σχολής δεν έδωσαν τόση σημασία στην τρίτη μεγάλη απόφαση της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, τη θέσπιση επιτροπής για τη διαφθορά με μεγάλη νομική ισχύ, που έχει παγκόσμιας κλίμακας διαστάσεις και επιπτώσεις. Όλοι οι γνώστες της Κίνας λένε ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος για το ότι θα υπάρξει εκτός απροόπτου και τρίτη θητεία του Σι Τζιπίνγκ, με δεδομένο ότι στο κόμμα του υπάρχει και η πρόνοια για αποχώρηση από τον προεδρικό θώκο με τη συμπλήρωση του 68ου έτους ηλικίας.

Τα παραπάνω δεν γράφονται, φυσικά, για να δικαιολογήσουν την πορεία της Κίνας τα τελευταία 40 χρόνια, αλλά για να αναδειχτεί ένα ζήτημα που υπερβαίνει τα όρια της αναγωγής όλων των δεινών στο ρεβιζιονισμό, δηλαδή, να εξηγηθούν και κάποια ζητήματα που αντικειμενικά υφίστανται και θα υφίστανται και στην όποια κατάσταση προκύψει σε μια χώρα μετά από μια σοσιαλιστική, λαϊκοδημοκρατική, αντιιμπεριαλιστική ή παρόμοιας κατεύθυνσης επανάσταση. Γιατί πρέπει να κάνουμε αυστηρό διαχωρισμό σε θετικά, αρνητικά, αντικειμενικά και υποκειμενικά, ώστε να μην πέσουμε σε εκλεκτικισμό ή και… από τα σύννεφα, αν με το καλό βρεθούμε αντιμέτωποι με παρόμοια ζητήματα. Βλέπουμε, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Κίνας ότι το ηλικιακό όριο μπορεί να είναι χαμηλότερο από άλλες – κατά τα λοιπά δημοκρατικές – χώρες, δεν αποκλείει όμως γραφειοκρατία και “γερασμένα (πολλώ δε μάλλον ρεβιζιονιστικά) μυαλά”. Ακόμα, το ότι στους 2.980 βουλευτές, το ποσοστό των γυναικών ανέρχεται στο 24,9% (742), ή το ότι ο αριθμός των εκπροσώπων (και) των 55 εθνικών μειονοτήτων έφτασε τους 438 (14,7%), ή το ποσοστό των εργατών και αγροτών βελτιώθηκε κατά 2,28%, φτάνοντας το 15,7% (468), ναι μεν είναι θετικά, συγκρίσιμα με “δυτικές δημοκρατίες” ή και καλύτερα από αυτές, όμως, όπως στην περίπτωση των αραβικών χωρών επί Μπάαθ, όπου το 50% έπρεπε να προέρχεται από εργάτες και αγρότες, δεν λέει αυτομάτως κάτι (και αυτό αφορά και την Ελλάδα και, ακόμα και τα αριστερά και επαναστατικά κόμματα και οργανώσεις που ενώ τυπικά πασχίζουν να είναι “εντάξει”, και καλά κάνουν, στην πράξη, εμφορούνται από όλα τα δεινά των αστικών συλλογικοτήτων).

Λίγοι, επίσης, γνωρίζουν την εννιακομματική σύνθεση του κοινοβουλίου της Κίνας. Ναι, η Κίνα δεν είναι μονοκομματικό καθεστώς, αλλά πολυκομματικό. Στο ΚΚΚ αντιστοιχεί το 71,1% των εδρών, ενώ ανένταχτοι καταλαμβάνουν το 16,07%. Φυσικά, εδώ, υπάρχει και το αντικειμενικό πρόβλημα. Όταν το ΚΚΚ Κίνας έχει 89 εκατομμύρια μέλη, ενώ τα άλλα 8 μόλις 700.000, τότε ποια πρέπει να είναι η αναλογία; Αυτό το ζούμε σε διάφορες πολιτικές ή μη συμμαχίες, όχι μόνο στο… «Κίνημα Αλλαγής», αλλά και στα πλαίσια της αριστεράς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Σύριζα που τέλειωσε το 2015. Στο Σύριζα είχαμε τον ΣΥΝ να αποτελεί αρχικά γύρω στο 70% του συνόλου των μελών. Όμως, υπήρξε, αφ’ενός, το φαινόμενο των στημένων ανένταχτων, αφ’ετέρου, το φαινόμενο της ενδυνάμωσης του ίδιου του ΣΥΝ και όχι των άλλων συνιστωσών, οι οποίες ενίοτε διασπώνταν ή και εξαφανίζονταν από τους αγώνες ή και γενικά (με βάσιμο πια το συμπέρασμα ότι αυτό έγινε και στα πλαίσια ανοχή – ενίοτε και με το αζημίωτο – από τους αρχηγίσκους τουλάχιστον μιας συνιστώσας).

Το ίδιο φαινόμενο, αυτό της δυσκολίας ανοίγματος των μικρών συνιστωσών και στρατολόγησης, παραδέχεται και ο συγγραφέας του παρακάτω άρθρου, που είναι μέλος ενός από τα μη κομμουνιστικά κόμματα της Κίνας. Ωστόσο, θα πρέπει κανείς να αναρωτηθεί: είναι μόνο “στημένο” το ότι τα άλλα, μικρότερα, κόμματα και συνιστώσες, ενίοτε δεν γράφουν νέα μέλη εύκολα; Δεν υπάρχει και το αντικειμενικό στοιχείο, ειδικά όταν στις πολιτικές συμμαχίες είναι πιο ορθά από ταξικής άποψης “ταξινομημένες” οι προσχωρήσεις (π.χ. ο εργάτης πάει στο κομμουνιστικό κόμμα, ο αγρότης στο αγροτικό, ο διανοούμενος στα “δημοκρατικά” κόμματα); Δεν υπάρχει, επίσης, και το στοιχείο οι διανοούμενοι και οι μικροαστοί να ενδιαφέρονται για τα προνομιάκια τους, θεσούλες κλπ (αλλά και αντικειμενικά, λόγω θέσης στην παραγωγή, όπως επεσήμανε ο Στάλιν στους εκπροσώπους του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας το 1952, ο οποίος στον Μαο Τσε Τουνγκ και στον Μωρίς Τορέζ παρότρυνε τη διατήρηση του πολυκομματισμού και των συμμαχιών) και να μη γράφουν νέα μέλη και εξαιτίας του ελιτισμού τους;

Από τα παραπάνω, προκύπτει και ένα γενικότερο ερώτημα. Τι σημαίνει πολυκομματικό καθεστώς σε συνθήκες (έστω και τυπικά, προσχηματικά και ρεβιζιονιστικά, στην περίπτωση της Κίνας) οικοδόμησης σοσιαλισμού, δηλαδή μιας κοινωνίας όπου θεωρητικά πρέπει να τείνουν να εξαλείφονται οι ανισότητες, οι διαφορές και οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις; Πόσο ανταγωνισμό πρέπει να κατοχυρώνει σε επίπεδο κοινοβουλίου και, γενικότερα, εκπροσώπησης στους θεσμούς, ένα τέτοιο μεταβατικό καθεστώς, και πόση ενότητα; Σε μια ακόμα πιο σύνθετη κατάσταση, τι γίνεται όταν δεν τείνουν μονίμως να εξαλείφονται οι αντιθέσεις, αλλά ενίοτε να οξύνονται προσωρινά (ελεγχόμενα, φυσικά, με δεδομένη την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και τη συνεπαγόμενη ασταθή μείωση του ρόλου της αγοράς); Μάλιστα, τι γίνεται όταν οι συνθήκες αυτές μόνο τυπικά είναι “οικοδόμησης σοσιαλισμού”, δηλαδή, αν έχουμε μπει – είτε προσωρινά, είτε όχι – σε περίοδο κυριαρχίας του ρεβιζιονισμού; Πόσο βοηθά η συνταγματική κατοχύρωση της “πολυκομματικής ενότητας και πολιτικής διαβούλευσης υπό το ΚΚ” (βλ. σύνταγμα Κίνας) [σημ.:εδώ δεν θα εξετάσουμε και το θεσμό της διαβούλευσης που υπάρχει και στα αστικά καθεστώτα];

Η έδρα της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης (φωτό)

Από την άλλη, το ΚΚ Νεπάλ (Μαοϊκό), αφομοιώνοντας την εμπειρία του 20ού αιώνα, με την ντε φάκτο καθιέρωση της πολυκομματικής ενότητας από τις Λαϊκές Δημοκρατίες (λόγω οικειοθελούς αποχώρησης των αστικών κομμάτων -όσων ήταν εκτός των καθοδηγούμενων από τα ΚΚ μέτωπα- από την πολιτική ζωή), διατύπωσε τη θεωρία για πολυκομματικό ανταγωνισμό, έστω και μόνο για το λόγο της ευχερέστερης δημιουργίας αντιρεβιζιονιστικού κόμματος σε περίπτωση ρεβιζιονιστικής παρέκκλισης του Κομμουνιστικού Κόμματος, με διατήρηση, βέβαια, της πολυκομματικής ενότητας. Είδαμε, ωστόσο, ότι αυτή η θέση των νεπαλέζων κομμουνιστών έδωσε άλλο ένα πάτημα για τη ρεβιζιονιστική κατρακύλα του ίδιου του κόμματός τους, προτού πετύχουν τη συνταγματική κατοχύρωση αυτής της θέσης με την εγκαθίδρυση λαοκρατικής δημοκρατίας στη χώρα, οπότε δεν μπορεί να κριθεί και αυτή η πρόταση στην πράξη.

Όμως, η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος για δημιουργία νέου κόμματος της εργατικής τάξης σε περίπτωση κατάπτωσης σε ρεβιζιονισμό του αρχικού κόμματος, δεν συνεπάγεται και αντίστοιχο δικαίωμα για νέα κόμματα και στις σύμμαχες κατά το μεταβατικό καθεστώς τάξεις; Και εντάξει, το αντιρεβιζιονιστικό εργατικό, δεν μπαίνει στη ρεβιζιονιστική κυβέρνηση στα πλαίσια της πολυκομματικής ενότητας. Τι γίνεται όμως με το σύμμαχο κόμμα; Σίγουρα, αντικειμενικά, πιο εύκολα μπαίνει κανείς στη λογική να ιδρύσει νέο κόμμα στην Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων παρά στην Κίνα του 1,2 δις ανθρώπων, πολλώ δε μάλλον όταν αυτό το «επιτρέπει» η ταξική διάρθρωση της Ελλάδας, με την πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης αλλά και των μικροαστικών στρωμάτων. Όμως, μια αύξηση ή μείωση των διαφορών εντός των σύμμαχων τάξεων δεν θα έπρεπε να αντανακλάται και στην αύξηση ή μείωση του αριθμού των πολιτικών κομμάτων (στο βαθμό, φυσικά, που υπάρχει συνείδηση αυτών των διαφορών), εξαιρουμένης φυσικά της εργατικής τάξης, της οποίας η πολιτική ενότητα πρέπει να διατηρείται ως κόρη οφθαλμού (εκτός από την περίπτωση επικράτησης του ρεβιζιονισμού στον αρχικό πολιτικό της φορέα);

Εξάλλου, υπάρχει και το ζήτημα της έμμεσης ψηφοφορίας για την ανάδειξη των ιθυνόντων από τον λαό, ένα ζήτημα που υπάρχει και σε αστικές – και κατά τα λοιπά δημοκρατικές – χώρες (π.χ. Ελλάδα και πρόεδρος της Δημοκρατίας). Στην Κίνα, δε, η ανάδειξη είναι πολλαπλώς έμμεση. Και αυτό, ως ένα σημείο είναι αντικειμενικό, αφού, για να έχει αντίστοιχη με την Ελλάδα αναλογία βουλευτή-εκλογέων, στην Κίνα, το κοινοβούλιο θα έπρεπε να έχει πάνω από 30.000 μέλη. Από την άλλη, πόσο δημοκρατική θα ήταν η απευθείας ανάδειξη ενός προέδρου από το λαό; Αυτή δεν θα διεξαγόταν αποκλειστικά και μόνο μέσω και βάσει των πληροφοριών για τον τάδε ή δείνα υποψήφιο που θα συνέλεγε κανείς από τα ΜΜΕ; Και σε ένα μεταβατικό καθεστώς όπου ΜΜΕ έχουν και άλλες σύμμαχες πολιτικές και ταξικές δυνάμεις, που εκφράζουν διαφορετικά (και – χωρίς την κατάλληλη πολιτική διαχείριση όπως στις ευρωπαϊκές λαϊκές δημοκρατίες μέχρι το 1953 – ανταγωνιστικά) ταξικά συμφέροντα, πόσο πραγματικά δημοκρατικό θα ήταν αυτό; Από την άλλη, πόσο δημοκρατικό είναι να μην εκφράζονται, πλήρως και στο βαθμό που αναλογούν, ελέω παραπληροφόρησης και μείωσης της ταξικής συνείδησης, τα ταξικά συμφέροντα, ειδικά της εργατικής τάξης, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε σύγχρονος πολιτισμός;

Υπάρχει και ένα άλλο, πιο πρακτικό ερώτημα. Πόσο συχνά πρέπει να συνεδριάζει ένα κοινοβούλιο; Στην Κίνα, ετησίως δύο βδομάδες και συνεχόμενα, ενώ, στο ενδιάμεσο, λειτουργεί η Διαρκής Επιτροπή από 150 βουλευτές. Όμως και καθημερινά να λειτουργούσε, όπως στην Ελλάδα (αν και οι ολομέλειες δεν είναι καθημερινές), σοβαρά μπορεί κάποιος τυπολάτρης αφελής οπαδός της διάκρισης των εξουσιών να ισχυριστεί ότι ασκείται ουσιαστικός δημοκρατικός έλεγχος με τις γνωστές – και τις συχνά λαϊκιστικές – επερωτήσεις και τις εκ των προτέρων γνωστές και κλισέ απαντήσεις;

Στιγμιότυπο από ψηφοφορία στη 13η Πολιτική Διαβουλευτική Συνδιάσκεψη την Πέμπτη (φωτό)

Εδώ, προστίθεται και άλλο ζήτημα που υπάρχει και σε πάρα πολλές αστικές – και κατά τα λοιπά δημοκρατικές – χώρες που ζητούν ελάχιστο αριθμό υπογραφών για να επιτρέπουν την κατάθεση υποψηφιοτήτων ή πολύ υψηλά παράβολα. Στη μελλοντική κοινωνία που θα οικοδομεί σοσιαλισμό μετά από επανάσταση, έχουν νόημα τα όρια στον αριθμό υποψηφιοτήτων; Ως αντιπαραβολή στις αστικές δημοκρατίες των παραβόλων και του ελάχιστου αριθμού υπογραφών, στην Κίνα, ξεκινά από χωρίς όριο στον αριθμό των υποψηφιοτήτων στα χαμηλά κλιμάκια εκπροσώπησης και, στο ανώτερο, μπαίνει 10-20%. Αλλά και είναι ένδειξη του βαθμού αφοσίωσης στη δημοκρατία τα ψηφοδέλτια και οι υποψηφιότητες τύπου Λεβέντη; Όμως, συμβάλλει θετικότερα στη διαχείριση των αντιθέσεων εντός του λαού (με βάση την πραγματική κατάσταση της συνείδησής του και όχι τη φαντασιακή τη δική μας) η απαγόρευση της δυνατότητας να κατεβαίνουν ψηφοδέλτια τύπου Λεβέντη ή, μήπως, το κόστος της διατήρησης αυτής της δυνατότητας είναι μικρότερο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού;

Και, τέλος, και με αφορμή το παρακάτω άρθρο, υπάρχει και το ζήτημα με το ρόλο του μέλους ενός από τα πολλά, πολλώ δε μάλλον τα μη κομμουνιστικά, κόμματα, σε μια κοινωνία που οικοδομεί σοσιαλισμό. Είναι “συμμετοχή” και δημοκρατία αυτό που έζησαν κάποιοι στο Σύριζα, όπου κάποιος μπορούσε να πει και να γράψει στην όποια ηλεκτρονική λίστα ό,τι ήθελε, εν είδι όμως μόνο “ξεχαρμανιάσματος”, αφού κανένας δεν τον άκουγε ούτως ή άλλως; Είναι “συμμετοχή” μόνο η δημιουργία και το κόλλημα (από 60άχρονους) της τάδε αφίσας που, ούτως ή άλλως, δεν θα πολυδιαβαστεί; Είναι δημοκρατική η κοοπτάτσια των γλυφτών του αρχηγίσκου, η μη εκλογή και απολογισμός οργάνων, η μη συλλογική δουλειά και η μη προσωποποημένη ευθύνη, όλες δηλαδή αυτές οι οργανωτικές “αρχές” που χαρακτηρίζουν τις αστικές συλλογικότητες και κόμματα και είναι οι ακριβώς αντίθετες από το σύνολο οργανωτικών αρχών που διέπουν μια κομμουνιστική συλλογικότητα το οποίο αποκαλείται “δημοκρατικός συγκεντρωτισμός”;

Παρακάτω υπάρχει το άρθρο μέλους ενός από τα κόμματα που συμμετέχουν μαζί με το ΚΚ Κίνας στη σημερινή βουλή της Κίνας για το ρόλο τέτοιων κομμάτων και των μελών τους στη σημερινή Κίνα.

***

Τι ακριβώς κάνουν τα δημοκρατικά κόμματα της Κίνας;

του Xiaofeng Wang

Μετά τη συνέντευξη Τύπου της Εθνικής Επιτροπής της Πολιτικής Διαβουλευτικής Συνδιάσκεψης του Κινεζικού Λαού (CPPCC), η ετήσια σύνοδος των ανώτερων νομοθετικών και πολιτικών διαβουλευτικών σωμάτων της Κίνας θα ξεκινήσουν με το συνήθη τρόπο το Σάββατο. Αυτό σημαίνει ότι τα οχτώ μη κομμουνιστικά κόμματα, γνωστά στη μανδαρινική γλώσσα ως «δημοκρατικά κόμματα», αναμφίβολα, θα αποτελέσουν το επίκεντρο της προσοχής για άλλη μια φορά.

Τα δημοκρατικά κόμματα της Κίνας έχουν περιγραφεί από τα δυτικά ΜΜΕ ως «κελύφη άνευ περιεχομένου» κατά την κάλυψη των συνεδριάσεων των δύο σωμάτων (σ.parapoda: ΝΡCCPPCC), τις τελευταίες δεκαετίες. Τέτοιο συμπέρασμα πηγάζει από το γεγονός ότι τα δημοκρατικά κόμματα δεν έχουν σημαντικές εξουσίες βάσει του κινεζικού Συντάγματος, παρά τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση τους. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, τα δημοκρατικά κόμματα και ο πολιτικός τους ρόλος και αρμοδιότητες έχουν περισσότερη δυναμική από όσο περιγράφουν τα δυτικά ΜΜΕ.

Για να συνάγει κανείς για το αν τα δημοκρατικά κόμματα είναι απλώς ένα ασήμαντο ντεκόρ στο πολιτικό σύστημα της Κίνας, θα πρέπει να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν στην πολιτική. Τα δημοκρατικά κόμματα τώρα έχουν συνολικά πάνω από 700.000 μέλη σε πανεθνικό επίπεδο. Εγώ είμαι ένα από αυτά. Προσχώρησα το 2015 στο Πεκίνο στη Jiusan Society (σ.parapoda: το όνομα σημαίνει “3 του Σεπτέμβρη” 1945, ημέρα νίκης επί της Ιαπωνίας), που αποτελείται κυρίως από διανοούμενους στο χώρο της επιστήμης, της παιδείας, της ιατρικής και του πολιτισμού. Η προσχώρηση σε ένα δημοκρατικό κόμμα δεν είναι εύκολο πράγμα: οι αιτούντες δεν πρέπει να είναι τουλάχιστον μεσαίοι διανοούμενοι ή επιχειρηματίες, αλλά χρειάζονται και σύσταση από αρχαιότερα κομματικά μέλη. Το τελευταίο είναι το δυσκολότερο προαπαιτούμενο.

Ο Μαο Τσε Τουνγκ (δεξιά) με τον Χου Ντε Ζάο, μέλος της Jiusan Society, ο οποίος στην 40ή συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής της 1ης Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης το Μάη του 1956 διοριστηκε Υπουργός Αλιείας

Παρά τις δυσκολίες, ένα από τα μεγαλύτερα κίνητρα για προσχώρηση σε δημοκρατικά κόμματα είναι η ευκαιρία να έχει κανείς λόγο στα δημόσια ζητήματα. Σε τοπικό επίπεδο, η κομματική επιτροπή έχει βελτιώσει το μηχανισμό της πολιτικής διαβούλευσης προκειμένου να ενθαρρύνει τα μέλη να συμβάλλουν με χρήσιμες προτάσεις για την πολιτική. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Jiusan Society. Τα απλά μέλη σαν εμένα έχουν δύο βασικούς τρόπους να συμμετέχουν σε κυβερνητικά θέματα. Ο πρώτος είναι να κάνουν μια μελέτη ενδεδειγμένης πολιτικής (policy survey). Για να το κάνουν αυτό, τα μέλη χρειάζεται να συντάξουν ένα σύντομο πλάνο, που θα περιέχει την περιγραφή του προβλήματος, το αντικείμενο, το σχέδιο της έρευνας, στην τοπική τους οργάνωση, που θα υποβάλλεται κάθε Μάρτη. Αν τα σχέδια του project εγκρίνονται, τα μέλη θα λάβουν χρηματοδότηση για έρευνα και θα έχουν εξάμηνη διορία για να ολοκληρώσουν την έρευνα.

Έπειτα, θα διεξαχθεί μια συνεδρίαση γύρω στο Σεπτέμβρη για να συζητήσει τα αποτελέσματα της έρευνας. Μια φορά είχα παραβρεθεί σε μια τέτοια συνεδρίαση και οι ζωηροί διάλογοι που έλαβαν χώρα ξεπέρασαν κατά πολύ κάθε προσδοκία μου. Ο τότε αντιπρόεδρος της Jiusan Society απηύθυνε έκκληση στα μέλη να καταθέτουν εφαρμόσιμες προτάσεις παρά λόγια του αέρα. Έπειτα επέκρινε κάποια μέλη επειδή ξόδευαν πάρα πολύ χρόνο στην περιγραφή των προβλημάτων παρά στη διατύπωση χρήσιμων λύσεων.

Παρά την στερεοτυπική απεικόνιση από τα δυτικά ΜΜΕ, τα μέλη των δημοκρατικών κομμάτων εκφράζουν πολύ κριτικές απόψεις σε εσωτερικές συνεδριάσεις. «προκειμένου να καταθέτουμε δημιουργικές προτάσεις, μιλάμε ανοιχτά ο ένας στον άλλο πίσω από κλειστές πόρτες», μου είπε ένα μέλος της κεντρικής επιτροπής της Jiusan Society. Αυτό ισχύει όχι μόνο για θέματα τοπικής εμβέλειας, αλλά και για θέματα κρατικής πολιτικής – επιστήμονες από τη Jiusan Society έγειραν τις πρώτες προειδοποιήσεις αρκετά νωρίς για το Φράγμα των Τριών Φαραγγιών, ένα φιλόδοξο υδροηλεκτρικό έργο, και πρότειναν να καταβληθούν προσπάθειες για τη διατήρηση του οικοσυστήματος και τη χρήση των πόρων με ορθολογικό τρόπο

Σε σύγκριση με τη χρονοβόρα έρευνα ενδεδειγμένης πολιτικής, ο δεύτερος τρόπος συμμετοχής στην διαδικασία εκπόνησης πολιτικών είναι ένα ειδικό σύστημα report που επιτρέπει στα μέλη να διατυπώνουν προτάσεις για την πολιτική γρήγορα. Οποτεδήποτε τα κομματικά μέλη εντοπίζουν ένα πρόβλημα, μπορούν να διατυπώσουν γρήγορα μια έκθεση περίπου 1.000 λέξεων, που περιλαμβάνει συνοπτική περιγραφή του προβλήματος, ανάλυση και συμβουλές, και να την υποβάλλουν στο Τμήμα Πολιτικής Συμμετοχής στην τοπική τους κομματική οργάνωση. Ανάλογα με την ποιότητα της έρευνας, ο επιθεωρητής της αποφασίζει αν θα αναφέρει σε ανώτερα όργανα, δηλαδή, την τοπική επιτροπή της CPPCC ή το Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου του ΚΚΚ, το οποίο χειρίζεται τις σχέσεις με τα μη κομμουνιστικά κόμματα. Για παράδειγμα, το 2008, οι αρχές της πόλης του Πεκίνου έλαβαν την πρόταση ενός μέλους της Jiusan Society για την απομάκρυνση των ανοργάνωτα τοποθετημένων διαφημιστικών πινακίδων κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο του Πεκίνου.

Η έρευνα ενδεδειγμένης πολιτικής και το σύστημα των εκθέσεων είναι αρκετά αλληλοσυμπληρούμενα συστήματα. Όχι πολύ καιρό πριν, εγώ είχα καταθέσει κάποιες προτάσεις για τη βελτίωση της ρύθμισης των κρυπτονομισμάτων στην Κίνα. Τα στελέχη του Τμήματος Πολιτικής Συμμετοχής του Γραφείου Πόλης του Πεκίνου της Jiusan Society με ενθάρρυναν να καταθέσω την πρότασή μου μέσω του συστήματος ειδικών εκθέσεων, ώστε γρήγορα να την αξιολογήσουν. Αν η έκθεση ήταν τεκμηριωμένη και εφικτή, θα σταλεί στο Τμήμα Εργασίας του Ενιαίου Μετώπου της Πόλης του Πεκίνου. Αλλιώς, θα μπορώ να κάνω αίτηση για χρηματοδότηση το Μάρτη ώστε να διεξάγω μια πιο ενδελεχή έρευνα ενδεδειγμένης πολιτικής.

Σε τοπικό επίπεδο, οι περισσότερες προτάσεις που παρουσιάζονται σε ανώτερου επιπέδου αρχές μπορούν είτε να υιοθετηθούν ή να προστεθούν στις προτάσεις του κόμματος στη CPPCC. Οι προηγούμενες εμπειρίες δείχνουν ότι το να πραγματεύεται κανείς ζητήματα ανώτερου επιπέδου ή κενά πολιτικής ή νόμου σημαίνει περισσότερες ευκαιρίες για να επιτύχει να επηρεάσει την πολιτική. Στην περίπτωση, ωστόσο, που οι προτάσεις σου δεν γίνονται αποδεκτές, θα λάβεις την ανάλογη εξήγηση.

Πέραν αυτού, τα ανώτερα μέλη των δημοκρατικών κομμάτων, τα οποία εκλέγονται μέλη της CPPCC, έχουν το δικαίωμα άμεσα να διατυπώσουν προτάσεις τόσο σε τοπικό όσο και σε πανεθνικό επίπεδο. Πέραν αυτού, και παρά τις συνταγματικά περιορισμένες εξουσίες των δημοκρατικών κομμάτων, οι ηγέτες των δημοκρατικών κομμάτων σε κάθε επίπεδο έχουν σημαντική επιρροή στη χάραξη πολιτικής. Κάτι τέτοιο είναι κατοχυρωμένο από τις Απόψεις για την Ενίσχυση του Έργου της Διαβουλευτικής Πολιτικής Συνδιάσκεψης του Κινεζικού Λαού (σ.parapoda: που διατύπωσε το ΚΚΚ το 2006), όπου διατυπώνεται ότι η πολιτική διαβούλευση αποτελεί συστατικό τμήμα της πολιτικής νομιμοποίησης για το ΚΚΚ και για το κράτος και, έτσι, το κόμμα και το κράτος πρέπει να διαβουλεύονται με τους ηγέτες των δημοκρατικών κομμάτων κατά τη χάραξη νέων πολιτικών. Και όντως, ένα ανώτατο μέλος της Jiusan Society μού είπε ότι στελέχη του ΚΚΚ και κρατικοί αξιωματούχοι ενεργά ζητούν προτάσεις πολιτικής από τα δημοκρατικά κόμματα σε μια πληθώρα θεμάτων, από τις εισηγήσεις για την κυβερνητική και κομματική δουλειά μέχρι σχέδια για κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και τοποθετήσεις προσώπων σε σημαντικές θέσεις.

Για παράδειγμα, μια φορά είχα συμμετάσχει σε εσωτερική συνεδρίαση της Jiusan Society, στο τέλος της οποίας, ο τότε πρόεδρος αποκάλυψε ότι η κυβέρνηση προτίθετο να καταργήσει την πολιτική του ενός παιδιού. Οι αξιωματούχοι ζήτησαν από τα δημοκρατικά κόμματα να διατυπώσουν προτάσεις για την αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων που θα δημιουργούνταν από την ανάκληση, όπως την έλλειψη πόρων για την παιδεία.

Τόσο τα απλά όσο και τα ανώτερα μέλη των δημοκρατικών κομμάτων έχουν διάφορες μεθόδους για να συμμετέχουν ουσιαστικά στην πολιτική, κάτι που βοηθά στη διασφάλιση επιστημονικής και δημοκρατικής χάραξης πολιτικής σε τοπικό και κρατικό επίπεδο, καθώς και τη βελτίωση της ικανότητας διακυβέρνησης του κυβερνητικού κόμματος. Επομένως, χρειάζεται να εκτιμούμε και να αξιοποιούμε τις μεγάλες δυνατότητες των δημοκρατικών κομμάτων.

Για την πλήρη αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, ένα από τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι το χαμηλό προφίλ των μη κομμουνιστικών κομμάτων. Τα δημοκρατικά κόμματα επικρίνονται για το ότι είναι αόρατα στο πλατύ κοινό για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, παρότι ενεργά συμμετέχουν στην πολιτική όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Ένας φίλος μου παραπονέθηκε ότι είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς ποιοι στην κοινότητά του είναι μέλη των δημοκρατικών κομμάτων, πολλώ δε μάλλον να τους αναφέρει προβλήματα. Καθώς οι προϋπολογισμοί των δημοκρατικών κομμάτων εξαρτώνται από τα δημοσιοοικονομικά έσοδα, θα πρέπει να εξασφαλίζουν στους φορολογούμενους τη γνώση για το πόσα χρήματα δαπανούν και πόσο πολύ συμβάλλουν στα δημόσια πράγματα. Επιπροσθέτως, τα δημοκρατικά κόμματα θα πρέπει να αξιοποιούν κατάλληλες πλατφόρμες όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να διευκολύνουν την επικοινωνία και τη σύνδεση με το κοινό, καθώς και για να βελτιώσουν τη διαφάνεια.

Ο Xiaofeng Wang είναι Fulbright Humphrey Fellow στο Arizona State University. Προηγουμένως ήταν δημοσιογράφος με έδρα το Πεκίνο. Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο The Diplomat στις 3 Μάρτη.

Τσεχοσλοβακία: Συνέντευξη Κλέμεντ Γκότβαλντ για την ιδιωτική πρωτοβουλία, τις συμμαχίες, το δρόμο προς το σοσιαλισμό (Μάρτης 1947)

Σε αυτή τη συνέντευξη, που δόθηκε έναν περίπου χρόνο πριν από την ανεπιτυχή μανούβρα των αστών που προκάλεσαν κυβερνητική κρίση αλλά και τη λαϊκή νίκη στην Τσεχοσλοβακία το Φλεβάρη του 1948, ο πρόεδρος του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και πρωθυπουργός της χώρας Κλέμεντ Γκότβαλντ μιλά ανοιχτά για το ρόλο της ιδιωτικής οικονομίας, τη σχέση ενότητας και αντίθεσής της με τον κρατικό τομέα της οικονομίας, τον πολυκομματισμό και τον κοινοβουλευτισμό στα πλαίσια της πρώτης φάσης του λαϊκοδημοκρατικού καθεστώτος. Απομονώνοντας κανείς τα λόγια του, μπορεί να φανταστεί μια “συνέχεια” μεταξύ της λαϊκοδημοκρατικής γραμμής και του ευρωκομμουνισμού, ένα άνοιγμα στο μπουχαρινισμό. Όμως, σε αντίθεση με τον ευρωκομμουνισμό, το ρόλο των παραπάνω τριών παραγόντων ο Γκότβαλντ τον εντάσσει στα πλαίσια της λαϊκής δημοκρατίας, χωρίς δηλαδή να τους αφήνει να αναπτύξουν ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά προς την ίδια τη λαϊκή δημοκρατία και, εν τέλει, τη δημοκρατία.  

Πρωτομαγιάτικη διαδήλωση στην Πράγα το 1947

Οι θέσεις που διατυπώνονται αποτυπώθηκαν και στο Λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα του Μάη του 1948. Για παράδειγμα, κατοχυρώθηκε (άρθρο 8) η κερδοσκοπική δράση, όμως, ταυτόχρονα, προβλεπόταν ότι αυτό γινόταν εντός των πλαισίων της γενικής νομοθεσίας και ότι κανένας δεν μπορούσε να καταχραστεί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία για να βλάψει το σύνολο (άρθρο 9), ενώ κατοχυρώνει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι (αξίζει να σημειωθεί ότι οι εκλογές μετά το Φλεβάρη του 1948 επέτρεπαν στους αστούς που αποχώρησαν από τις αστικές συνιστώσες του Εθνικού Μετώπου να κατέβουν με ξεχωριστό ψηφοδέλτιο, άλλο που αυτοί, μετά την πολιτική τους αυτοκτονία το Φλεβάρη, πιο “ηρωική” στάση επέλεξαν να κρατήσουν με το να μην κατεβάσουν ψηφοδέλτιο). Επίσης, όπως αναφέρει και ο Γκότβαλντ, δεν περιέχει κάποια “ειδική θέση” για το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας. Σε αντίθεση, το ρεβιζιονιστικό Σύνταγμα του 1960, γεμάτο θαυμαστικά για το ότι “ο σοσιαλισμός στη χώρα μας νίκησε”, μεταξύ άλλων, μετονομάζει σε “Σοσιαλιστική Δημοκρατία” την Τσεχοσλοβακική Δημοκρατία, αναδεικνύει τον ιδιαίτερο ρόλο του (ρεβιζιονιστικού πια) ΚΚ Τσεχοσλοβακίας ως “ηγέτιδας δύναμης” (άρθρο 4), επιτρέπει τη “μικρή ιδιωτική οικονομία” (άρθρο 9), που όμως, και αυτή “γεννά τον καπιταλισμό μέρα τη μέρα”(Λένιν), κατοχυρώνει μόνο “κοινωνικές οργανώσεις”, αλλά όχι ρητά πολιτικές. (Σημ.: και άλλα λαϊκοδημοκρατικά συντάγματα – π.χ. το πολύ προχωρημένο και μη ανταποκρινόμενο στην ήδη δημιουργηθείσα οικονομική βάση της Ουγγαρίας του 1949- περιείχαν αναφορά στο ρόλο των εργατικών κομμάτων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν μια καρικατούρα του Συντάγματος της ΕΣΣΔ του 1936). Και βέβαια, όπως και το ουγγρικό Σύνταγμα του 1949, το ότι περιέχει περίπου 74 φορές τη λέξη “σοσιαλιστικός” και 11 τη λέξη “σοσιαλισμός” δεν αποτέλεσε εμπόδιο ώστε το διασπασμένο πια λόγω ρεβιζιονισμού σοσιαλιστικό στρατόπεδο και ο κόσμος ολόκληρος να ζήσει τα.. θεαματικά αποτελέσματα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 που όλοι γνωρίζουμε..

Συνέντευξη στο Leo Lania

Ποιοι οι στόχοι του διετούς πλάνου; Ποιοι οι εγχώριοι και διεθνείς παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η επιτυχία του;

Ο στόχος του διετούς πλάνου είναι το ξεπέρασμα των συνεπειών του πολέμου και της κατοχής, η αύξηση της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής σε ένα επίπεδο ανώτερο από εκείνο προ του 1939 και, συνεπώς, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου του λαού μας. Επίσης, η δημιουργία για το δημοκρατικό και λαϊκό σύστημά μας ισχυρών οικονομικών βάσεων, η δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων με σκοπό μια συνεχή και γρήγορη βελτίωση της ευημερίας όλων και η ενίσχυση της ασφάλειας του κράτους μας. Ο κύριος εξωτερικός παράγοντας από τον οποίο εξαρτάται η επιτυχία του πλάνου διετούς διάρκειας είναι η ειρήνη και η φιλική συνεργασία όλων των χωρών. Ο σημαντικότερος από τους εσωτερικούς παράγοντες είναι η ζέση στη δουλειά και η πολιτική ενότητα του έθνους.

Προτίθεστε να επεκτείνετε το πρόγραμμα κοινωνικοποιήσεων και να προχωρήσετε στην εθνικοποίηση και άλλων βιομηχανικών επιχειρήσεων;

Το πρόγραμμα της σημερινής κυβέρνησης ξεκάθαρα δείχνει ότι η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ενέργειες εθνικοποιήσεων στην παραγωγή έχουν ολοκληρωθεί.

Φωτογραφία από το Φλεβάρη του 1948 στην Πράγα

Η ιδιωτική επιχείρηση στην Τσεχοσλοβακία βρίσκεται σε συνθήκες να ανταγωνιστεί την εθνικοποιημένη βιομηχανία;

Η ιδιωτική πρωτοβουλία διαθέτει τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες δυνατότητες όπως η εθνικοποιημένη βιομηχανία. Έχουμε απλώς εντάξει τον ιδιωτικό τομέα στο σχεδιασμό και, έπειτα, προσπαθούμε να πλαισιώσουμε την κρατικοποιημένη βιομηχανία και την ιδιωτική βιομηχανία σε μια ενιαία οργάνωση που θα έχει σκοπό να συντονίζει την παραγωγή. Όμως, δεν χάνουμε από την οπτική μας την ανάγκη να εργαζόμαστε με τρόπο ώστε οι δύο τομείς να μπορούν να επιδίδονται σε έναν υγιή ανταγωνισμό.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει τελικό στόχο να μετατρέψει την Τσεχοσλοβακία σε σοσιαλιστικό κράτος στη βάση των Σοβιέτ;

Το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπαθεί να φτάσει στο σοσιαλισμό, όμως έχουμε την άποψη ότι για να το πετύχουμε αυτό δεν υπάρχει μόνο ο δρόμος που περνά από το σοβιετικό σύστημα και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ο αγώνας ενάντια στο χιτλερικό φασισμό και η νίκη που επιτεύχθηκε επί αυτού, αποτελούν γεγονότα μεγάλης επαναστατικής σημασίας που δημιούργησαν σε πλήθος χωρών, ανάμεσα στις οποίες και τη δική μας, συστατικά στοιχεία μιας ειρηνικής εξέλιξης των επαναστατικών κατακτήσεων προς το σοσιαλισμό. Πιστεύω επίσης πως ένας τέτοιος δρόμος προς το σοσιαλισμό, διαφορετικός από το σοβετικό παράδειγμα, όχι μόνο είναι εφικτός στη χώρα μας, αλλά, σε αυτό το δρόμο ήδη έχουμε αρχίσει να βαδίζουμε, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εθνικοποίηση της βιομηχανίας και το λαϊκό σύστημα στο οποίο βασίζεται η δημόσια διοίκησή μας συνιστούν τα πρώτα σημάδια αυτής της διαδρομής.

Προτίθεται το Κομμουνιστικό Κόμμα να συνεχίσει την πολιτική συμμαχιών του με τις άλλες δυνάμεις ακόμα και μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος οικονομικού πλάνου;

Η συμμαχία των κομμουνιστών με τα άλλα κόμματα δεν στηρίζεται στον οπορτουνισμό και δεν περιορίζεται χρονικά. Αντίθετα, συμβολίζει την ενότητα των Τσεχοσλοβάκων όλων των τάξεων, συσπειρωμένων στο κράτος με σκοπό την υλοποίηση βασικών καθηκόντων. Αυτή η ομοθυμία έχει επιβεβαιωθεί στην πορεία του αγώνα ενάντια στον κατακτητή το ίδιο όπως και κατά τη διάρκεια της ανάκτησης μιας νέας ανεξάρτητης ύπαρξης. Αυτή η ενότητα ταυτίζεται, επαναλαμβάνω, με μια από τις προϋποθέσεις για την επιτυχία του διετούς πλάνου. Εγώ δεν βλέπω το λόγο γιατί θα έπρεπε να σταματήσει ή να διασπαστεί μετά την υλοποίηση του διετούς πλάνου. Αντίθετα, μου φαίνεται ότι θα διατηρηθεί και θα είναι η ουσιαστική πηγή της προόδου της Τσεχοσλοβακίας.

Οι εμπειρίες που έχουν αποκτηθεί μέχρι σήμερα, επιτρέπουν τη σκέψη ότι οι δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές μέθοδοι που σήμερα υιοθετούνται στην Τσεχοσλοβακία θα διατηρηθούν σε ισχύ και στο μέλλον;

Σήμερα ενδιαφερόμαστε να πετύχουμε οι δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές μεθόδους που αποτελούν τη βάση αυτού που αποκαλούμε “λαϊκή δημοκρατία” να αποτυπωθούν σε ένα συνταγματικό νόμο. Αν εσείς υπονοείτε τη θέση των κομμουνιστών, μπορώ να σας πω ότι το νέο Σύνταγμα που νοείται με αυτή τη μορφή δεν θα έχει φρουρούς που θα επαγρυπνούν περισσότερο από άλλους.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό United Nations World Magazine, Μάρτης 1947, σ.15. Το περιοδικό αποτελούσε τη συνέχεια του Free World Magazine. Η μετάφραση έγινε από τα ισπανικά (πηγή: Mundo Obrero, εβδομαδιαίο όργανο του ΚΚ Ισπανίας, 17 Απρίλη 1947, φ.62, Παρίσι).

Απόφαση του Γραφείου Πληροφοριών Κομμουνιστικών & Εργατικών Κομμάτων για την κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας (Ιούνης 1948)

Με αφορμή την εκ νέου ανάδειξη από μπλεγμένες στο σκάνδαλο Novartis συνιστώσες της ΝΔ και την ακροδεξιά του θέματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ, λόγω της αμερικανικής προσπάθειας για ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και της προσπάθειας της Ρωσίας να καλλιεργήσει αδιαλλαξία στην ελληνική πλευρά, στις τάξεις εκείνης της αριστεράς που τήρησε προλεταριακή διεθνιστική στάση (ανεξαρτήτως ή όχι της ανάδειξης και καταγγελίας των προσπαθειών των αμερικάνων – για αυτές των ρώσων ούτε συζήτηση), έμμεσα καλλιεργήθηκε ένα κλίμα ευμενούς στάσης έναντι της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας. Υπάρχει γενικά, άλλωστε, επί δεκαετίες η μικροαστική και οπορτουνιστική αναζήτηση “διαφορετικών” υποδειγμάτων από το σοβιετικό και γενικά το επαναστατικό, αλλά και ιδιαίτερα, από τη δεκαετία του ’90, η ανάδειξη από τις τάξεις “της ανανέωσης” ως και “εμβληματικών προσωπικοτήτων” που κατέλαβαν ηγετικές θέσεις στο κίνημα της σλαβομακεδονικής μειονότητας, αλλά δεν ήταν παρά “λιποτάκτες” του ελληνικού δημοκρατικού κινήματος και τελικά κατάντησαν και πράκτορες του Τίτο. Τέλος, η κατάρρευση εγχειρημάτων τύπου Σύριζα οδηγούν σε νέες αναζητήσεις πολλούς, χωρίς όμως να παίρνουν την απόφαση ότι πρέπει να σταματήσουν να επιδιώκουν να αποφευχθεί η δύσκολη δουλειά (οργάνωση και δράση ανάμεσα στις μάζες και όχι σε διαδρόμους).

Για τους παραπάνω λόγους, και επί τη ευκαιρία της συμπλήρωσης φέτος 70 χρόνων από τη δημόσια καταγγελία του τιτοϊσμού από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, θα παρατεθούν στο ιστολόγιο αυτό διάφορα κείμενα που κρίνονται σημαντικά για την ανάδειξη των φιλοϊμπεριαλιστικών πεπραγμένων και φύσης των τιτοϊκών σε κρατικό και κομματικό επίπεδο, σε διεθνές αλλά ιδίως και ελλαδικό επίπεδο, για τη ζημιά που προκάλεσε ο τιτοϊσμός στο ελληνικό δημοκρατικό κίνημα, αλλά και την ίδια τη σλαβομακεδονική μειονότητα που τάχα ανιδιοτελώς προάσπιζε. Όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η ανάδειξη αυτή δεν είναι για ιστορικούς λόγους, αλλά για να αποδειχθεί άλλη μια φορά ότι το χρέος όλων απέναντι σε όσους παράγουν πραγματικά τον πλούτο σε αυτή τη γη, δεν είναι εύκολο να αποπληρωθεί, παρά τις διάφορες φιλοκαπιταλιστικές, εντέλει, “σειρήνες”.

Τέλος, και με δεδομένο ότι ο επαναπατρισμός των σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων της Ελλάδας τίθεται από τμήμα της αριστεράς αλλά και πιθανώς και ως διαπραγματευτικό χαρτί από την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ως διμερές ζήτημα, στόχος είναι να αναδειχθεί και το γεγονός ότι χιλιάδες σλαβομακεδόνες απόρριψαν την τιτοϊκή γραμμή και δεν καταδέχτηκαν ούτε επί Χρουσιώφ-Μπρέζνιεφ να πάνε από τις λαϊκές δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ στην -αναγνωρισμένη από την Ελλάδα – ΛΔ Μακεδονίας επειδή τάχα ήταν η «μητέρα-πατρίδα» τους. Έτσι, θα πρέπει να αναδειχθεί και η περίπτωση αυτών των σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων που έχουν κάθε δικαίωμα να επαναπατριστούν (όσοι πλέον ζουν) ανεξαρτήτως της έκβασης των συνομιλιών Ελλάδας-ΠΓΔΜ και που ούτως ή άλλως δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

***

Απόφαση του Γραφείου Πληροφοριών Κομμουνιστικών & Εργατικών Κομμάτων για την κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας (29 Ιούνη 1948)

Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιούνη, συνήλθε σε σύσκεψη στη Ρουμανία το Γραφείο Πληροφοριών, με την παρουσία ως αντιπροσώπων των σ.σ.Τ.Κοστώφ και Β. Τσερβενκόφ από το Εργατικό (κομμουνιστικό) Κόμμα Βουλγαρίας, των σ.σ. Γ.Ντεζ, Β. Λούκα και Άνα Πάουκερ από το Εργατικό Κόμμα Ρουμανίας, των σ.σ. Μ.Ράκοσι, Μ. Φάρκας και Ε.Γκέρε από το Κόμμα Ούγγρων Εργαζομένων, των σ.σ. Γιάρ Μπέρμαν και Α.Ζαβάντσκι από το Εργατικό Κόμμα Πολωνίας, των σ.σ. Α. Ζντάνοφ, Γ. Μαλένκοφ και Μ. Σουσλόφ από το Πανενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης (μπολσεβίκων), των σ.σ. Ζ.Ντικλό και Ε. Φαγιόν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, των σ.σ.Ρ.Σλάνσκι, Β.Σιρόκι, Μ.Γκέμιντερ και Γ.Μπάρες από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας, και των σ.σ.Π. Τολιάτι και Π.Σέκια από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας .

Το Γραφείο Πληροφοριών συζήτησε για την κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας, και ομόφωνα ενέκρινε απόφαση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.

Απόφαση του Γραφείου Πληροφοριών για την κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας

Το Γραφείο Πληροφοριών με σύνθεση από αντιπροσώπους του Εργατικού (κομμουνιστικού) Κόμματος Βουλγαρίας, του Εργατικού Κόμματος Ρουμανίας, του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων, του Εργατικού Κόμματος Πολωνίας, του Πανενωσιακού ΚΚ (μπολσεβίκων) της ΕΣΣΔ, του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, αφού εξέτασε το ζήτημα για την κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας, και αφού διαπίστωσε ότι οι αντιπρόσωποι του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας αρνήθηκαν να παραστούν στη συνεδρίαση του Γραφείου Πληροφοριών και ομόφωνα συμφώνησε στα παρακάτω συμπεράσματα

1. Το Γραφείο Πληροφοριών διαπιστώνει ότι η καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας εφαρμόζει τον τελευταίο καιρό μια λαθεμένη (όχι σωστή) γραμμή στα βασικά ζητήματα της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής, πολιτική που συνιστά υποχώρηση απ’ το μαρξισμό-λενινισμό. Σε σχέση μ’ αυτό το Γραφείο Πληροφοριών εγκρίνει την ενέργεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΚΚ(μπ.) που πήρε την πρωτοβουλία για την αποκάλυψη της λαθεμένης πολιτικής της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και πρώτα απ’ όλα της λαθεμένης πολιτικής των συντρόφων Τίτο, Καρντέλι, Τζίλας και Ράνκοβιτς.

2. Το Γραφείο Πληροφοριών διαπιστώνει ότι η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας εφαρμόζει μια μη φιλική πολιτική απέναντι στη Σοβιετική Ενωση και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης. Μια πολιτική συκοφάντησης των σοβιετικών στρατιωτικών ειδικών και δυσφήμισης του σοβιετικού στρατού λαμβάνει χώρα στη Γιουγκοσλαβία. Ένα ιδιαίτερο καθεστώς έχει θεσπιστεί για τους σοβιετικού; πολιτικούς συμβούλους στη Γιουγκοσλαβία, στη βάση του οποίου τέθηκαν υπό επιτήρηση και μόνιμη παρακολούθηση από τα όργανα της κρατικής Ασφάλειας. Ο εκπρόσωπος του ΠΚΚ(μπ.) στο Γραφείο Πληροφοριών, σύντροφος Γιούντιν, και μια σειρά επίσημοι αντιπρόσωποι της ΕΣΣΔ στη Γιουγκοσλαβία παρακολουθούνταν και τέθηκαν υπό επιτήρηση από τα γιουγκοσλαβικά όργανα κρατικής ασφάλειας.

Όλα αυτά και παρόμοια γεγονότα δείχνουν ότι τα ηγετικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας έχουν υιοθετήσει μια στάση που είναι ανάξια για κομμουνιστές και στη βάση της οποίας τα γιουγκοσλάβικα ηγετικά στελέχη έχουν αρχίσει να ταυτίζουν την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ με την εξωτερική πολιτική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο απέναντι στη Σοβιετική Ενωση όπως στα αστικά κράτη. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της αντισοβιετικής στάσης στην Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας λαμβάνει χώρα μια συκοφαντική προπαγάνδα περί «εκφυλισμού» του ΠΚΚ(μπ.), «εκφυλισμού» της ΕΣΣΔ, κοκ., που είναι δανεισμένη απ’ το οπλοστάσιο του αντεπαναστατικού τροτσκισμού.

Το Γραφείο Πληροφοριών καταδικάζει αυτή την αντισοβιετική στάση των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, η οποία είναι ασύμβατη με το μαρξισμό-λενινισμό και αρμόζει μόνο σε εθνικιστές.

3. Στην εσωτερική πολιτική οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας παρεκκλίνουν από τις θέσεις της εργατικής τάξης και απομακρύνονται από τη μαρξιστική θεωρία των τάξεων και της ταξικής πάλης. Αρνούνται το γεγονός ότι υπάρχει μια ανάπτυξη των καπιταλιστικών στοιχείων στη χώρα τους και, συνεπώςμια όξυνση της ταξικής πάλης στο χωριό. Αυτή η άρνηση είναι άμεσο αποτέλεσμα της οπορτουνιστικής θέσης ότι στην περίοδο του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό η ταξική πάλη δεν οξύνεται, όπως διδάσκει ο μαρξισμός-λενινισμός, αλλά φθίνει, όπως ισχυρίζονταν οι οπορτουνιστές τύπου Μπουχάριν, οι οποίοι διακήρυσσαν τη θεωρία περί ειρηνικής προσχώρησης του καπιταλισμού στο σοσιαλισμό.

Τα γιουγκοσλάβικα ηγετικά στελέχη εφαρμόζουν μια εσφαλμένη πολιτική στο χωριό μη λαμβάνοντας υπόψη την ταξική διαφοροποίηση στο χωριό και θεωρούν, σ’ αντίθεση με την μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη για τις τάξεις και την ταξική πάλη, τους ατομικά καλλιεργούντες αγρότες σαν ενιαίο σύνολο, σ’ αντίθεση με τη γνωστή θέση του Λένιν, ότι η μικρή ατομική καλλιέργεια γεννά συνεχώς, καθημερινά, κάθε ώρα, αυθόρμητα και μαζικά, τον καπιταλισμό και την αστική τάξη. Επιπροσθέτως, η πολιτική κατάσταση στο γιουγκοσλάβικο χωριό δεν δικαιολογεί τον εφησυχασμό και την ολιγωρία. Στις επικρατούσες συνθήκες στη Γιουγκοσλαβία, όπου η ατομική καλλιέργεια υπερισχύει, δεν υπάρχει εθνικοποίηση της γης, κυριαρχεί ατομική ιδιοκτησία στη γη, η γη πουλιέται και αγοράζεται, σημαντικό τμήμα της έχει συγκεντρωθεί στα χέρια κουλάκων, και εφαρμόζεται η μισθωτή εργασία – σε τέτοιες συνθήκες, δε μπορεί το κόμμα να διαπαιδαγωγείται στο πνεύμα της άρνησης της ταξικής πάλης και της συμφιλίωσης των ταξικών αντιθέσεων, χωρίς να μην αφοπλίζεται από μόνο του το κόμμα απέναντι στις δυσκολίες που σχετίζονται με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Αναφορικά με το ζήτημα του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης, τα ηγετικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, ισχυριζόμενοι ότι “οι αγρότες είναι η σταθερή βάση του γιουγκοσλάβικου κράτους” ξεφεύγουν από το μαρξιστικό-λενινιστικό δρόμο και παίρνουν το δρόμο ενός ποπουλιστικού, κουλάκικου κόμματος. Ο Λένιν διδάσκει, ότι το προλεταριάτο ως “η μοναδική συνεπής επαναστατική τάξη της σύγχρονης κοινωνίας… πρέπει να είναι ο ηγέτης στην πάλη όλου του λαού για έναν σε βάθος δημοκρατικό μετασχηματισμό, στην πάλη όλων των εργαζόμενων και εκμεταλλευόμενων ενάντια στους καταπιεστές και εκμεταλλευτές».

Τα γιουγκοσλάβικα ηγετικά στελέχη παραβιάζουν αυτή τη διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού.

Όσον αφορά την αγροτιά, μπορεί η πλειοψηφία της, δηλαδή η φτωχή και μεσαία αγροτιά, να είναι ήδη σε συμμαχία με την εργατική τάξη, όμως τον ηγετικό ρόλο σ’ αυτή την συμμαχία πρέπει να διατηρεί η εργατική τάξη.

Η αντίληψη αυτή των γιουγκοσλάβων ηγετών παραβλέπει αυτές τις θέσεις του μαρξισμού-λενινισμού.

Οπως παρατηρούμε, η αντίληψη αυτή εκφράζει απόψεις που αρμόζουν σε μικροαστούς εθνικιστές, αλλά όχι σε μαρξιστές-λενινιστές.

4. Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί ότι η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας αναθεωρεί τη μαρξιστική-λενινιστική διδασκαλία για το Κόμμα. Σύμφωνα με τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, το Κόμμα είναι η βασική ηγετική και διευθυντική δύναμη στη χώρα, έχει το δικό της, ιδιαίτερο πρόγραμμα και δεν διαχέεται ανάμεσα στις μη κομματικές μάζες. Το Κόμμα είναι η ανώτατη μορφή οργάνωσης και το πιο σημαντικό όργανο της εργατικής τάξης.

Στη Γιουγκοσλαβία, ωστόσο, το Λαϊκό Μέτωπο, και όχι το Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρείται η βασική ηγετική δύναμη στη χώρα. Οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες υποβαθμίζουν το ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος, πρακτικά διαλύουν το Κόμμα στο μη κομματικό Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο αποτελείται από τα πλέον διαφορετικά ταξικά στοιχεία (εργάτες, ατομικά καλλιεργούντες αγρότες, κουλάκοι, έμποροι, μικροί βιομήχανοι, αστική διανόηση, κλπ.), καθώς επίσης και διάφορες πολιτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων και μερικών αστικών κομμάτων. Οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες πεισματικά αρνούνται να αναγνωρίσουν το λαθεμένο της θέσης τους, σύμφωνα με την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας δήθεν δε μπορεί και δεν πρέπει μάλιστα να έχει δικό του, ιδιαίτερο πρόγραμμα, αλλά πρέπει να αρκείται στο πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου.

Το γεγονός, ότι στη Γιουγκοσλαβία είναι μόνο το Λαϊκό Μέτωπο που εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο, ενώ το Κόμμα και οι οργανώσεις του δεν εμφανίζονται ενώπιον του λαού με το δικό τους όνομα, όχι μόνο υποβαθμίζει το ρόλο του κόμματος στην πολιτική ζωή της χώρας, αλλά επίσης υπονομεύει και το κόμμα ως ανεξάρτητη πολιτική δύναμη που έχει το καθήκον, με την ανοιχτή πολιτική δράση και την ανοιχτή προπαγάνδιση των αντιλήψεων και του προγράμματος του, να κερδίζει την ολοένα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη του λαού και μια ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στη μεγάλη μάζα του εργαζόμενου λαού. Οι ηγέτες του γιουγκοσλάβικου Κομμουνιστικού Κόμματος επαναλαμβάνουν το λάθος των ρώσων μενσεβίκων, αναφορικά με τη διάλυση των μαρξιστικών κομμάτων σε μια μη κομματική μαζική οργάνωση. Όλα αυτά δείχνουν διαλυτικές τάσεις απέναντι στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας.

Το Γραφείο Πληροφοριών πιστεύει ότι αυτή η πολιτική της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας απειλεί την ίδια. την ύπαρξη του Κομμουνιστικού Κόμματος και, σε τελική ανάλυση, εμπεριέχει τον κίνδυνο εκφυλισμού της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.

5. Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί ότι το γραφειοκρατικό καθεστώς στο εσωτερικό του Κόμματος που έχει δημιουργηθεί από ηγέτες, είναι ολέθριο για τη ζωή και την ανάπτυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας. Στο Κόμμα δεν υπάρχει εσωκομματική δημοκρατία – δεν υπάρχουν εκλογές, κριτική και αυτοκριτική στο κόμμα. Παρά τις ατεκμηρίωτες διαβεβαιώσεις των συντρόφων Τίτο και Καρντέλι, η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας αποτελείται από διορισμένα με κοπτάτσια μέλη και όχι από εκλεγμένα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα βρίσκεται, πρακτικά, σε μια κατάσταση ημιπαρανομίας. Κομματικές συνελεύσεις είτε δεν συγκαλούνται είτε διεξάγονται μυστικά, κάτι που μπορεί μόνο να υπονομεύσει την επιρροή του κόμματος στις μάζες. Αυτός ο τύπος οργάνωσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί σαν σεχταριστικός-γραφειοκρατικός. Οδηγεί στη διάλυση του Κόμματος ως δραστήριου, αυτόνομα δρώντος οργανισμού, καλλιεργεί στρατιωτικές μέθοδες καθοδήγησης στο Κόμμα, όμοιες με εκείνες τις μεθόδους τις οποίες συνηγορούσε στην εποχή του ο Τρότσκι.

Επουδενί δε μπορεί να είναι ανεκτή μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία τα στοιχειωδέστερα δικαιώματα των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας καταστέλλονται και όπου η παραμικρή κριτική στο εσφαλμένο καθεστώς στο Κόμμα καταστέλλεται βάρβαρα.

Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί αξιοκατάκριτα γεγονότα όπως τη διαγραφή από το Κόμμα και τη σύλληψη των μελών της Κεντρικής Επιτροπής, συντρόφων Τζούλοβιτς και Χέμπρανγκ, επειδή τόλμησαν να ασκήσουν κριτική στην αντισοβιετική στάση των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και να προτείνουν φιλία ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ενωση.

Το Γραφείο Πληροφοριών είναι της άποψης, ότι σ’ ένα Κομμουνιστικό Κόμμα δε μπορεί να γίνεται ανεκτό ένα αισχρό, καθαρά δεσποτικό τρομοκρατικό καθεστώς. Τα ίδια τα συμφέροντα της ύπαρξης και ανάπτυξης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας απαιτούν να τερματιστεί ένα τέτοιο καθεστώς.

6. Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί ότι η κριτική της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΚΚ(μπ.) και των ΚΕ των άλλων κομμουνιστικών κομμάτων όσον αφορά τα λάθη της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας, με την οποία παρείχαν αδελφική βοήθεια στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας, δημιουργεί για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια ταχεία διόρθωση των λαθών.

Ωστόσο, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, αντί έντιμα να αποδεχτούν αυτή την κριτική και να προχωρήσουν στο μπολσεβικικό δρόμο της διόρθωσης των διαπραχθέντων λαθών, εμφορούμενοι από απεριόριστη φιλοδοξία, αλαζονεία και έπαρση, αντιμετώπισαν με αντιπάθεια και εχθρότητα αυτή την κριτική. Πήραν το δρόμο της κατηγορηματικής άρνησης διάπραξης οποιουδήποτε λάθους, παραβιάζοντας έτσι τη διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού για τη σχέση του πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του, επιδεινώνοντας έτσι τα επιζήμια για το Κόμμα λάθη.

Μη όντας σε θέση να αντιμετωπίσουν την κριτική της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΚΚ(μπ.) και των ΚΕ των άλλων αδελφών κομμάτων, οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες πήραν ευθέως το δρόμο της ωμής εξαπάτησης του κόμματός τους και του λαού, αποκρύπτοντας απ’ το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας την κριτική στη λαθεμένη πολιτική της Κεντρικής Επιτροπής, και αποκρύπτοντας επίσης απ’ το Κόμμα και το λαό τις πραγματικές αιτίες των βάρβαρων μέτρων ενάντια τους συντρόφους Τζούλοβιτς και Χέμπρανγκ.

Πρόσφατα, ακόμα και μετά την κριτική από την Κεντρική Επιτροπή του ΠΚΚ(μπ.) και των αδελφών Κομμάτων στα λάθη των γιουγκοσλάβων ηγετών, οι τελευταίοι προσπάθησαν να θεσπίσουν σειρά νέων αριστερίστικων μέτρων. Εξέδωσαν με μεγάλη βιασύνη διατάγματα για την εθνικοποίηση της μεσαίας βιομηχανίας και εμπορίου, η βάση για την πραγματοποίηση των οποίων είναι εντελώς απροετοίμαστη. Με τέτοια βιασύνη μπορούν μόνο τον εφοδιασμό του γιουγκοσλάβικου πληθυσμού να βλάψουν. Με παρόμοια βιασύνη εξέδωσαν ένα νέο νόμο για τη φορολόγηση των αγροτών σε σιτηρά, που επίσης δεν είναι προετοιμασμένος και που, ως εκ τούτου, μόνο τον εφοδιασμό του πληθυσμού των πόλεων με σιτηρά μπορεί να αποδιοργανώσει. Τελικά, μόλις πρόσφατα οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες πομποδώς διακήρυξαν την αγάπη και αφοσίωσή τους προς τη Σοβιετική Ενωση, παρόλο που είναι αρκετά γνωστό ότι, στην πράξη, μέχρι σήμερα ακολουθούν μια μη φιλική πολιτική απέναντι στην ΕΣΣΔ.

Και όχι μόνο αυτό. Εσχάτως, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας διακήρυξαν, με μεγάλη αυτοπεποίθεση, μια πολιτική «εξάλειψης των καπιταλιστικών στοιχείων στη Γιουγκοσλαβία». Σε μια επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή του ΠΚΚ(μπ.) της 13ης Απρίλη, οι Τίτο και Καρντέλι έγραφαν ότι «η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής ενέκρινε τα προτεινόμενα από το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ μέτρα, τα οποία οδηγούν σε εξάλειψη των υπολειμμάτων του καπιταλισμού στη χώρα».

Βάσει αυτής της γραμμής στο λόγο του στη Σκουπτσίνα στις 25 Απρίλη δήλωσε: «Στη χώρα μας είναι μετρημένες οι μέρες των τελευταίων υπολειμμάτων της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο».

Ενας τέτοιος προσανατολισμός των ηγετικών στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας προς την κατεύθυνση της εξάλειψης των καπιταλιστικών στοιχείων στις σημερινές συνθήκες της Γιουγκοσλαβίας και, κατά συνέπεια, της εξάλειψης των κουλάκων ως τάξης, δεν μπορεί αλλιώς να χαρακτηριστεί παρά ως τυχοδιωκτική και αντιμαρξιστική. Γιατί είναι ανέφικτη η υλοποίηση αυτού του καθήκοντος, όσο στη χώρα κυριαρχεί η ατομική αγροτική οικονομία, που αναπόφευχτα γεννάει τον καπιταλισμό· όσο οι προϋποθέσεις για μια μαζικής κλίμακας κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας δεν έχουν δημιουργηθεί και όσο η πλειοψηφία της εργαζόμενης αγροτιάς δεν έχει πειστεί για τα πλεονεκτήματα της κολεκτιβίστικης μεθόδου καλλιέργειας. Η εμπειρία του ΠΚΚ(μπ.) δείχνει ότι μόνο στη βάση μιας γενικής κολλεκτιβοίησης της γεωργίας είναι δυνατή η εξάλειψη της τελευταίας και αριθμητικά μεγαλύτερης εκμεταλλεύτριας τάξης – της τάξης των κουλάκων – ότι η εξάλειψη των κουλάκων ως τάξης συνιστά οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της κολεκτιβοποίησης της αγροτικής οικονομίας.

Για να εξαλειφθούν οι κουλάκοι ως τάξη και έτσι να εξαλειφθούν τα καπιταλιστικά στοιχεία στο χωριό, είναι προηγουμένως αναγκαίο το Κόμμα να επιδοθεί σε μια σχολαστική προπαρασκευαστική δουλειά για να περιορίσει τα καπιταλιστικά στοιχεία στην ύπαιθρο, να σφυρηλατήσει τη συμμαχία εργατικής τάξης και αγροτιάς υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης, να αναπτύξει μια σοσιαλιστική βιομηχανία ώστε να οργανώσει την παραγωγή μηχανών για την κολεκτιβίστικη διεύθυνση της αγροτικής οικονομίας. Μια βιασύνη σ’ αυτό το ζήτημα μπορεί να προκαλέσει μόνο ανεπανόρθωτη ζημιά.

Μόνο στη βάση τέτοιων μέτρων, που είναι καλά προετοιμασμένα και με συνέπεια πραγματοποιημένα, είναι δυνατό το πέρασμα από τον περιορισμό των καπιταλιστικών στοιχείων στην εξάλειψη τους στην ύπαιθρο.

Κάθε απόπειρα των γιουγκοσλάβων ηγετών να λύσουν αυτό το πρόβλημα βιαστικά και μέσω διαταγμάτων σημαίνει ή έναν ήδη εκ των προτέρων καταδικασμένο σε αποτυχία τυχοδιωκτισμό ή μια κομπάζουσα και κενή περιεχομένου δημαγωγική διακήρυξη.

Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί ότι οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες, με μια τέτοια λαθεμένη και δημαγωγική τακτική θέλουν να δείξουν ότι αυτοί, όχι μόνο είναι υπέρ της ταξικής πάλης, αλλά ότι επιπλέον προχωρούν και πέραν όσων θα μπορούσε κανείς να απαιτεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας όσον αφορά τον περιορισμό των καπιταλιστικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών δυνατοτήτων.

Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί ότι αυτά τα αριστερίστικα διατάγματα και διακηρύξεις της γιουγκοσλάβικης ηγεσίας είναι, στις παρούσες συνθήκες, δημαγωγικά και ανεφάρμοστα, και δεν μπορούν παρά μόνο να θέσουν σε κίνδυνο τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στη Γιουγκοσλαβία.

Γι’ αυτό, το Γραφείο Πληροφοριών εκτιμά μια τέτοια τυχοδιωκτική τακτική σαν αναξιοπρεπή μανούβρα και ανεπίτρεπτο πολιτικό παιχνίδι.

Είναι φανερό ότι αυτά τα αριστερίστικα δημαγωγικά μέτρα και διακηρύξεις των γιουγκοσλάβων ηγετών αποσκοπούν στη συγκάλυψη της άρνησής τους να αναγνωρίσουν τα λάθη τους και έντιμα να τα διορθώσουν.

7. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας, και επιδιώκοντας να δείξει στους ηγέτες του κόμματος να βρουν μια διέξοδο απ’ αυτή την κατάσταση, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (μπ.) και οι ΚΕ των άλλων αδελφών κομμάτων είχαν προτείνει να συζητηθεί η κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας σε μια συνεδρίαση του Γραφείου Πληροφοριών σύμφωνα με τις ίδιες, φυσιολογικές βασικές κομματικές νόρμες όπως αυτές που στην πρώτη συνεδρίαση του Γραφείου Πληροφοριών συζητήθηκε η δράση άλλων Κομμουνιστικών Κομμάτων.

Ωστόσο, οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες απέρριψαν τις επανειλημμένες προτάσεις των αδελφών κομμουνιστικών κομμάτων να συζητηθεί σε συνεδρίαση του Γραφείου Πληροφοριών η κατάσταση στο γιουγκοσλάβικο κόμμα.

Επιδιώκοντας να αποφύγουν τη δίκαιη κριτική των αδελφών κομμάτων στο Γραφείο Πληροφοριών, οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες επινόησαν το μύθο περί μιας δήθεν «μη ισότιμης θέσης» τους. Δεν υπάρχει ούτε κόκκος αλήθειας σε αυτό. Είναι γενικά γνωστό ότι, κατά την οργάνωση του Γραφείου Πληροφοριών, τα Κομμουνιστικά Κόμματα βάσισαν τη δουλειά τους στην αδιαμφισβήτητη αρχή ότι κάθε κόμμα θα μπορούσε να παρουσιάζει απολογισμό της δράσης του στο Γραφείο Πληροφοριών, όπως επίσης κάθε κόμμα έχει το δικαίωμα να ασκεί κριτική στ’ άλλα κόμματα.

Στην πρώτη σύσκεψη των 9 Κομμουνιστικών Κομμάτων το Γιουγκοσλάβικο Κομμουνιστικό Κόμμα άσκησε πλήρως αυτό το δικαίωμα του.

Το γεγονός ότι οι γιουγκοσλάβοι αρνήθηκαν να κάνουν απολογισμό δράσης στο Γραφείο Πληροφοριών και ν’ ακούσουν την κριτική από τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, σημαίνει, στην πραγματικότητα, παραβίαση της ισοτιμίας των κομμουνιστικών κομμάτων και ισοδυναμεί, μάλιστα, με αξίωση παραχώρησης προνομιακής θέσης για το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας στο Γραφείο Πληροφοριών.

8. Παίρνοντας υπόψη όλα αυτά, το Γραφείο Πληροφοριών εκφράζει πλήρη συμφωνία με την εκτίμηση της κατάστασης στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας, με την κριτική στα λάθη της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος και με την πολιτική ανάλυση αυτών των λαθών, που περιέχονται στις επιστολές της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης (μπ.) προς την ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας μεταξύ Μάρτη και Μάη 1948.

Το Γραφείο Πληροφοριών ομόφωνα συμπεραίνει ότι, με τις αντικομματικές και αντισοβιετικές απόψεις τους, που είναι ασύμβατες με το μαρξισμό-λενινισμό, με την όλη συμπεριφορά τους και με την άρνησή τους να συμμετάσχουν στη συνεδρίαση του Γραφείου Πληροφοριών, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας τοποθετούνται ενάντια στα κομμουνιστικά κόμματα, που είναι μέλη του Γραφείου Πληροφοριών, έχουν πάρει το δρόμο της απόσχισης από το ενιαίο σοσιαλιστικό μέτωπο ενάντια στον ιμπεριαλισμό, έχουν πάρει το δρόμο της προδοσίας της υπόθεσης της διεθνούς αλληλεγγύης των εργαζομένων λαών και έχουν υιοθετήση θέσεις εθνικισμού.

Το Γραφείο Πληροφοριών καταδικάζει αυτή την αντικομματική πολιτική και στάση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας.

Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί ότι, με δεδομένα όλα αυτά, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και το γιουγκοσλάβικο Κόμμα θέτουν εαυτόν εκτός της οικογένειας των αδελφών Κομμουνιστικών Κομμάτων, έξω απ’ τις τάξεις του Γραφείου Πληροφοριών.

***

Το Γραφείο Πληροφοριών θεωρεί ότι η βάση αυτών των λαθών της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας έγκειται στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι εθνικιστικά στοιχεία, τα οποία βρίσκονταν προηγουμένως σε καλυμμένη μορφή, τους τελευταίους 5-6 μήνες στην ηγεσία κατάφεραν να καταλάβουν μια κυρίαρχη θέση στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, και ότι, κατά συνέπεια, η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας αποκόπηκε από τις διεθνιστικές παραδόσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και έχει πάρει το δρόμο του εθνικισμού.

Συχνά υπερεκτιμώντας τις εσωτερικές, εθνικές δυνάμεις της Γιουγκοσλαβίας και την επίδρασή τους, οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες πιστεύουν ότι μπορούν να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία της Γιουγκοσλαβίας και να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό χωρίς την υποστήριξη των κομμουνιστικών κομμάτων άλλων χωρών, χωρίς την υποστήριξη των χωρών των Λαϊκών Δημοκρατιών, χωρίς την υποστήριξη της Σοβιετικής Ενωσης. Πιστεύουν ότι η νέα Γιουγκοσλαβία μπορεί να τα καταφέρει χωρίς τη βοήθεια αυτών των επαναστατικών δυνάμεων.

Δείχνοντας την ελλιπή τους κατανόηση σχετικά με τη διεθνή κατάσταση και τον εκφοβισμό τους από τις εκβιαστικές απειλές των ιμπεριαλιστών, οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες πιστεύουν ότι μέσω μιας σειράς παραχωρήσεων στα ιμπεριαλιστικά κράτη να κερδίσουν την εύνοια τους. Νομίζουν ότι θα είναι σε θέση να διαπραγματευτούν επιτυχώς μ’ αυτά για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της Γιουγκοσλαβίας και σιγά-σιγά να επιβάλλουν στους λαούς της Γιουγκοσλαβίας έναν προσανατολισμό προς αυτές τις χώρες, δηλαδή έναν προσανατολισμό προς τον καπιταλισμό. Προς τούτο, ξεκινούν σιωπηρά απ’ τη γνωστή αστική-εθνικιστική θέση ότι «τα καπιταλιστικά κράτη συνιστούν μικρότερο κίνδυνο για την ανεξαρτησία της Γιουγκοσλαβίας από όσο η Σοβιετική Ενωση».

Οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες δεν αντιλαμβάνονται προφανώς ή, ίσως, παριστάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι μια τέτοια εθνικιστική γραμμή μπορεί να οδηγήσει μόνο στον εκφυλισμό της Γιουγκοσλαβίας σε μια συνηθισμένη αστική δημοκρατία, σε απώλεια της ανεξαρτησίας της και σε μετατροπή της σε αποικία των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Το Γραφείο Πληροφοριών δεν αμφιβάλλει, ότι στις τάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας υπάρχουν αρκετά υγιή στοιχεία, πιστά στο μαρξισμό-λενινισμό, τις διεθνιστικές παραδόσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, και το ενιαίο σοσιαλιστικό Μέτωπο.

Καθήκον αυτών των υγιών δυνάμεων του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας είναι να υποχρεώσουν τους σημερινούς τους ηγέτες να αναγνωρίσουν ανοιχτά και έντιμα τα λάθη τους και να τα διορθώσουν· να απομακρυνθούν απ’ τον εθνικισμό, να επιστρέψουν στο διεθνισμό και με κάθε τρόπο να δυναμώσουν την ενότητα του σοσιαλιστικού Μετώπου ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Αν οι σημερινοί ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας αποδειχτούν ανίκανοι γι’ αυτό, το έργο τους είναι να τους αντικαταστήσουν και να αναδείξουν μια νέα διεθνιστική ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας.

Το Γραφείο Πληροφοριών δεν αμφιβάλλει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας θα είναι σε θέση να εκπληρώσει αυτό το έντιμο καθήκον.

Μετάφραση από τα αγγλικά. Δημοσιεύτηκε στο έντυπο της Κομινφόρμ “Για τη διαρκή ειρήνη, για τη λαϊκή δημοκρατία!”, ν. 13 (16), Πέμπτη 1η Ιούλη 1948, Βουκουρέστι. Στα ελληνικά, κυκλοφόρησε από τις “Εκδόσεις Λευτεριάς” σε μετάφραση από τα βουλγάρικα, τον Ιούλη του 1948. Δημοσιεύτηκε επίσης σε μετάφραση από τα γερμανικά στην εφημερίδα “Ανασύνταξη”, φ.41, 15-30/06/1998.