Tag Archives: Νίκος Ζαχαριάδης

Ν. Ζαχαριάδη: Για τη δημοκρατική νομιμότητα στην Ελλάδα, για το καλό του λαού και την προκοπή του τόπου (09/10/1954)

49 χρόνια συμπληρώνονται την 1η Αυγούστου από το θάνατο του Νίκου Ζαχαριάδη, όπως τουλάχιστον ανακοινώθηκε από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Και όσοι στέκονται στο έδαφος της πολιτικής και όχι του υποκινούμενου από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό συναισθηματισμού, απορρίπτουν και τις δύο εκδοχές θανάτου του Ζαχαριάδη που ως τώρα έχει διακινήσει ο τελευταίος (καρδιακό-αυτοκτονία), εκδοχές που ρίχνουν την ευθύνη στο ίδιο το θύμα του, τον Ζαχαριάδη. Αντίθετα, όσοι στέκονται στο έδαφος της πολιτικής, βάσει των γεγονότων, συμπεραίνουν ότι ο θάνατος αυτός ήταν δολοφονία. Γιατί γεγονός είναι ότι ο μπρεζνιεφικός σοσιαλιμπεριαλισμός ευθέως, από το 1968 τουλάχιστον, απειλούσε τον Νίκο Ζαχαριάδη ότι την ευθύνη για ό,τι του συμβεί θα έχει ίδιος. Γεγονός είναι, επίσης, ότι ο θάνατός του ανακοινώθηκε μετά την πρώτη μαζική εκδήλωση αντίθεσης του ελληνικού λαού στη Χούντα (Νομική), εκδήλωση που έδειχνε ότι η Χούντα, αργά ή γρήγορα, θα έπεφτε και το τι θα τη διαδεχόταν ήταν πλέον ζήτημα στην ημερήσια διάταξη. Γεγονός είναι, ακόμα, ότι ο θάνατός του επήλθε εν μέσω διαπραγματεύσεων του αστικού πολιτικού κόσμου και των ελλήνων ρεβιζιονιστών καθώς και των πατρώνων τους για το μεταδικτατορικό πολιτικό και κομματικό σύστημα στην Ελλάδα, το οποίο δεν χωρούσε ένα μαζικό επαναστατικό ανεξάρτητο κομμουνιστικό κόμμα (υπό το Νίκο Ζαχαριάδη), αλλά, αντιθέτως, και για να εκτρέψει και ανακόψει τον εντεινόμενο ριζοσπαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, χωρούσε κομμουνιστικά κόμματα που ανοιχτά και ξεδιάντροπα φώναζαν «πάρτε βοήθεια από τη Μόσχα» του ιμπεριαλιστή Μπρέζνιεφ ή από την ελεγχόμενη από ιμπεριαλιστές ΕΟΚ. Αυτό το γεγονός των διαπραγματεύσεων ουδέποτε διαψεύστηκε από τους «εξ αριστερών» διαπραγματευθέντες, ούτε καν το περιεχόμενό τους (βλ. ομολογία Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) που είχε να κάνει και ως με την διαμόρφωση της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας (η οποία «δεν χωρούσε» επαναπατρισμό (σλαβο-)Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων – οι οποίοι συνιστούσαν άλλον έναν μαζικό πυλώνα στήριξης σε ένα κομμουνιστικό κόμμα με επικεφαλής τον Νίκο Ζαχαριάδη). Γεγονός, συν τοις άλλοις, λοιπόν, είναι ότι από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, ο ρώσικος ιμπεριαλισμός συνδιαμορφώνει το ελληνικό κομματικό σύστημα και κάθε άλλο παρά έχασε τη δυνατότητά του να το συνδιαμορφώνει, ιδίως σήμερα. Όποιος, επομένως, διακινεί τις εκδοχές του ρωσικού ιμπεριαλισμού για το θάνατο του Ζαχαριάδη, αποκρύπτει και τη συνδιαμόρφωση της κατάστασης στην Ελλάδα από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό, προσφέρει δηλαδή στον τελευταίο τεράστιες υπηρεσίες, όσο «αντιιμπεριαλιστής» κι αν δηλώνει.

Ωστόσο, παρά τις συκοφαντίες που εξαπέλυσαν εναντίον του Νίκου Ζαχαριάδη οι δολοφόνοι του και όσοι χρησιμοποίησαν, χάρη στα όπλα του Χρουσιώφ και ακολούθως του ρώσικου ιμπεριαλισμού, τον τίτλο «ΚΚΕ», ο Νίκος Ζαχαριάδης, με τη συμβολή όσων ήταν Ζαχαριαδικοί τα δύσκολα χρόνια, έχει αποκατασταθεί σε πλατιές αριστερές και ευρύτερες λαϊκές μάζες, ανεξάρτητα, μάλιστα, από την «αποκατάσταση» στην οποία υποχρεώθηκαν να προβούν οι προαναφερθέντες διακινητές της εκδοχής της αυτοκτονίας που δίνει ο ρώσικος ιμπεριαλισμός.

Εντούτοις, παρότι όσοι ασπάζονται τις θέσεις και την πολιτική του Νίκου Ζαχαριάδη είναι περισσότεροι από ποτέ, δεν υπάρχει πολιτική οργάνωση/κόμμα που να ακολουθεί την πολιτική του Νίκου Ζαχαριάδη, πολιτική, δηλαδή, αντισεχταριστική και αδιανόητα για σήμερα πλατιών και πολύμορφων μετώπων με ταυτόχρονη προσήλωση στις αρχές που διέπουν ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα. Αυτή ήταν και είναι η μόνη ταξική πολιτική, η μόνη πολιτική δηλαδή που καθιστά την εργατική τάξη επικεφαλής του ελληνικού λαού, ραχοκοκαλιά του ελληνικού έθνους. Αντίθετα, έχουμε πλέον κάθε είδους «ζαχαριαδικό» οργανωτικό έκτρωμα: αντιμετωπικούς «ζαχαριαδικούς», «τερματίσαντες» ζαχαριαδικούς, φλωρακικούς «ζαχαριαδικούς», «οπλατζήδες ζαχαριαδικούς» κλπ, που, όπως οι δολοφόνοι του και «αποκαταστάτες» του, αποσπούν τον Ζαχαριάδη από την πολιτική του. Με τη συμβολή, μάλιστα, του ρώσικου ιμπεριαλισμού, και λόγω των αναγκών του εξαιτίας της ναζιστικής εισβολής Πούτιν στην Ουκρανία, φλωρακικοί και «οπλατζήδες» «ζαχαριαδικοί» έχουν ξεσαλώσει, φτάνοντας πια να βεβηλώνουν ανενόχλητοι (και ενίοτε εκθειαζόμενοι από μέλη και οπαδούς του κόμματος των δολοφόνων του Ζαχαριάδη) αντιφασιστικά μνημεία, προετοιμαζόμενοι ίσως να βεβηλώσουν και τον ίδιο τον τάφο του Ζαχαριάδη με τα τσαρικά σύμβολα που περιφέρουν. Οι πρακτορεύοντες την γραμμή του ρωσικού ιμπεριαλισμού που δολοφόνησε τον Ζαχαριάδη, καλλωπιστές της εισβολής Πούτιν στην Ουκρανία νοσταλγοί του Φλωράκη, ο οποίος πρώτο στόχο είχε να μην υπάρξει ζαχαριαδικό κομμουνιστικό κόμμα στην Ελλάδα γιατί αυτομάτως ο ίδιος αυτοακυρωνόταν, όλο και πιο «κινηματικά» ενωνόμενοι με τους «οπλατζήδες ζαχαριαδικούς», χρησιμοποιούν το όνομα «Ζαχαριάδης» ως μαρκίζα για άκοπη απόκτηση ακροατηρίων και για μετατροπή των τελευταίων σε «στρατό» του Πούτιν, κάτι που προϋποθέτει διαστρέβλωση του έργου του Νίκου Ζαχαριάδη: έργο ενός ανθρώπου που τα έβαλε με όλες τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του (Αγγλία, φασιστική Ιταλία, χιτλερική Γερμανία, ΗΠΑ, ρεβιζιονιστική-σοσιαλιμπεριαλιστική ΕΣΣΔ) και διδάσκει πως οι κομμουνιστές στηρίζονται αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, έχουν μια αντισεχταριστική πλατιά πολύμορφη μετωπική πολιτική και εκπονούν μια πολιτική που αντιστοιχεί στην εκάστοτε κατάσταση, διάταξη και διαθέσεις των τάξεων και στρωμάτων στην Ελλάδα και την πραγματική θέση της Ελλάδας στον κόσμο, χωρίς μηχανιστικές μεταφορές από άλλους τόπους και άλλους χρόνους και αναζητούν την αχίλλειο φτέρνα του αντιπάλου για να τον πλήξουν με συνθήματα άμεσης δράσης και δράσης, με πολιτικές αιχμές και όχι γενικολογίες και μόνο συνθήματα προπαγάνδας και ζύμωσης: έτσι έκανε και το 1956, με την τελευταία μεγαλειώδη κίνηση, τη Δημοκρατική Ένωση, με την οποία χτύπησε το αδύναμο σημείο του αντιπάλου, το κομματικό σύστημα. Αν μη τι άλλο, το να στηριζόμαστε αποκλειστικά στις δικές μας δυνάμεις και να μη χαρίζουμε κάστανα στο ρώσικο ιμπεριαλισμό παρασυρόμενοι από τον υποκινούμενο από αυτόν συναισθηματισμό, και γενικά, το να προσέχουμε ώστε να μην αυτοεντασσόμαστε στα σχέδια των ιμπεριαλιστών, είναι αυτό που άφησαν κληρονομιά με τον αγώνα τους οι ζαχαριαδικοί πρώτης γενιάς, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν βρίσκονται πια στη ζωή.

Το γεγονός ότι οι παραπάνω «ζαχαριαδικοί» μπορούν και θα μπορούν και μελλοντικά απρόσκοπτα να μεταχειρίζονται κατά τη βούληση των ρώσων ιμπεριαλιστών τη μνήμη του Νίκου Ζαχαριάδη οφείλεται στο ότι, όλα αυτά τα χρόνια, από τη μεταπολίτευση και μετά, η μόνη «ποικιλία» οργάνωσης που δεν υπήρξε ήταν μια οργάνωση με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά που κληροδότησαν ο Ζαχαριάδης και οι ζαχαριαδικοί πρώτης γενιάς. Όλες τις άλλες «ποικιλίες» τις γευτήκαμε. Όμως, πρέπει κάποια στιγμή να ειπωθεί το εξής: αρκετά. Και, για την ακρίβεια, νισάφι πια. Θα είναι ακόμα πιο βαρύ του χρόνου, στα 50 χρόνια από το θάνατο του Ζαχαριάδη, το καθήκον της δημιουργίας μιας ζαχαριαδικής οργάνωσης. Και για να λέγονται τα πράγματα και με το όνομά τους, αν μη τι άλλο, θα είναι και πιο μεγάλη η ντροπή για τους ζαχαριαδικούς δεύτερης γενιάς, γιατί, επί μισό αιώνα, ακόμα δεν μπόρεσαν να φτιάξουν μια οργάνωση που να εφαρμόζει τα διδάγματα του Ζαχαριάδη και των ζαχαριαδικών πρώτης γενιάς· γιατί θα τον μετατρέπουν οι ίδιοι, με την ακινησία τους, κάτι σαν.. Καποδίστρια, θα κόβουν οι ίδιοι την πολιτική «συνέχεια» μεταξύ των γενιών των Ζαχαριαδικών, και μάλιστα, σε μια κατάσταση μεταβαλλόμενης σχέσης της κοινωνίας με τους πολιτικούς φορείς, απομάκρυνσής τους από αυτούς. Και λάθη θα γίνουν και αργά θα προχωρήσει η υπόθεση της μαζικοποίησης αυτής της οργάνωσης και δεν θα «αναγνωρίζουμε» τους «υπεραριστερούς» εαυτούς μας με τις «δεξιές» πλατιές μετωπικές πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμόσουμε και τις αιχμές που θα πρέπει να διατυπώσουμε. Αλλά το βήμα πρέπει να γίνει. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος για την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Δεν υπάρχει ανώτερη συμβολή των ελλήνων κομμουνιστών στην Ελλάδα και τον ελληνικό λαό.

Με αφορμή τη μαύρη επέτειο της δολοφονίας του Ζαχαριάδη από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό και τους φλωρακικούς, των οποίων ο ΝΖ ήταν νο.1 υπαρξιακός κίνδυνος, δημοσιεύεται στο παρόν ιστολόγιο άλλο ένα κείμενο του ίδιου του Ζαχαριάδη, που χαρακτηρίζεται από την απλόχερη πλατιά μετωπική πολιτική του και από στόχους (π.χ. δημοκρατική νομιμότητα, διατήρηση εθνικού φρονήματος κλπ.) απερίφραστα καταδικαστέους (καθότι «ολίγοι», ρεφορμιστικοί κλπ.) από πολλούς σημερινούς «ζαχαριαδικούς» που «δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους».

ΥΓ.Όσον αφορά κάποια ιστορικά ζητήματα στο άρθρο: πρώτον, ο ΝΖ, σε αντίθεση με ό,τι είχε γραφτεί σε εφημερίδα της λαϊκοδημοκρατικής Ελλάδας το 1948, δεν εκθειάζει την εκτέλεση Λαδά. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι οι διαφόρων μορφών «ΟΠΛΑ», ακόμα κι αν έχουν πίσω τους ένα ΚΚΕ, δεν αποφεύγουν ούτε τη δημιουργία «οπλατζήδικης ψυχολογίας» αλλά ούτε και την υπαγωγή σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Αυτό αφορά ιδίως κάποιους ζαχαριαδικούς καταντήσαντες κουφοντινικοί. Δεύτερον, όσον αφορά τις αναφορές στον Πλουμπίδη: είτε πιστεύει κανείς ότι ήταν πράκτορας είτε όχι (πληροφορίες που έδωσε στον ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ το δεύτερο παράνομο κέντρο που υπήρχε στην Ελλάδα, και που λίγο καιρό μετά ήταν με την «6η Ολομέλεια»), σε κάθε περίπτωση, και δικαίως διαγράφτηκε, και οι υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν να στήσουν ψευτοεκτελέσεις (πολλώ δε μάλλον σε καιρούς που απλά επιδεικνυόταν μια φωτογραφία – η μαρτυρία Παπαχρήστου για διάφορους λόγους δεν είναι αξιόπιστη), και έκαψε κόσμο ο Πλουμπίδης με την επίκληση συναισθηματισμού και η στάση του, ακόμα και στην αθώα εκδοχή της, συνιστά άλλη μια απόδειξη ότι ο συναισθηματισμός μπορεί να τεθεί στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών και να αξιοποιηθεί από αυτούς. Κι αυτό είναι ασυγχώρητο για κομμουνιστές. Με άλλη αφορμή, τέλος, θα γίνει λόγος και για τον καλό λόγο για τον Γιώτη.

***

Ν. Ζαχαριάδη: Για τη δημοκρατική νομιμότητα στην Ελλάδα, για το καλό του λαού και την προκοπή του τόπου (09/10/1954)

Οι αμερικάνοι εισβολείς στη χώρα μας και οι ντόπιοι προσκυνημένοι λακέδες τους, για να εφαρμόσουν την πολιτική τους, που πρωταρχικό και κύριο γνώρισμα έχει τον ξέφρενο αντιλαϊκό αφηνιασμό και την πυρετώδικη πολεμική προετοιμασία, προσπαθούν να κρατούν κάτω απ’ τη ματωμένη μπότα τους κάθε λαϊκή διαμαρτυρία και αντίπραξη. Και όσο η πολιτική τους αυτή ξεσκεπάζεται και χρεοκοπεί μέσα στα πλατιά λαϊκά στρώματα πρώτ’ απ’ όλα χάρη στα ίδια της τα “έργα”, όσο δυναμώνει η πάλη του λαού ενάντια στην πολιτική αυτή, για την επιβίωση και τη λευτεριά του, τόσο μεγαλώνει η προσπάθεια του Παπάγου και των αφεντικών του να πνίξουν με το τρομοκρατικό αντιλαϊκό ξεφάντωμα την πάλη αυτή. Και στην Ελλάδα, λίγους πια μπορεί να ξεγελάσουν τα αμερικανόπνευστα τερτίπια που εφαρμόζει και ο στραταρχικός συναγερμός και που πάνε αυτό το ξεφάντωμα της τρομοκρατίας που στηρίζει την αντιλαϊκή πολιτική των εχθρών της πατρίδας μας να το παρουσιάζουν με τη μάσκα του αντικομμουνιστικού βρυχητού για συνωμοσίες και κατασκοπίες του ΚΚΕ. Συμβαίνει, μάλιστα, το αντίθετο: όσο πιο ξεχαλίνωτος και λυσσαλέος παρουσιάζεται ο αντικομμουνιστικός αφηνιασμός, τόσο οι εργαζόμενοι και όλοι οι Έλληνες ξέρουν ότι θα ‘ναι πιο άγρια η επίθεση ενάντια στη ζωή και τα δικαιώματα του λαού. Και γεγονός είναι ότι τον τελευταίο τούτο καιρό, παρά τα στραταρχικά ξεφωνητά κατά του ΚΚΕ, η πάλη των μαζών, όχι μόνον δεν ανακόπηκε, μα αντίθετα, δυνάμωσε.

Η κυβερνητική αντικομμουνιστική υστερία στην Ελλάδα μεγαλώνει και τώρα που η επίθεση αυτή φτάνει στο κατακόρυφό της. Τώρα που η αμερικάνικη πολιτική γνώρισε στο διεθνή στίβο σειρά από σοβαρές αποτυχίες. Και γι’ αυτό, συνεχίζοντας την επιθετικότητά της, με όργανά της τους πιο πιστούς σαν τον Παπάγο λακέδες της, προσπαθεί να την καλύπτει με τον μπαμπούλα του κομμουνισμού, που επισείει.

Το “καινούργιο” αντικομμουνιστικό παραλήρημα που ξαπόλυσε ο στρατάρχης στην Ελλάδα, υπαγορεύτηκε τόσο από εσωτερικούς πλουτοκρατικούς συναγερμικούς, όσο και από εξωτερικούς, αμερικάνικους λόγους.

Μα αυτή, ακριβώς, η διπλή υπόσταση του παραληρήματος αυτού υπογραμμίζει και τονίζει τη σοβαρότητα της απειλής που κρύβει και που κρέμεται πάνω στον τόπο μας. Η απειλή αυτή συσσώρεψε κιόλας συφορές και καταστροφές στην Ελλάδα και κάθε μέρα μεγαλώνει. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια αυτή απειλή προβάλλει πιο επιταχτικά την ανάγκη για μια αποφασιστική και αγωνιστική, πατριωτική αντιμετώπιση και αποτροπή της.

Και δεν είναι τυχαίο τόσο ότι το “νέο” αντικομμουνιστικό ξέσπασμα όχι μόνο δε θόλωσε τα μυαλά, μα, αντίθετα, προκάλεσε την αγανάχτηση και την αποδοκιμασία και από κύκλους που κανένας δεν μπορεί να τους υποπτευθεί για φιλοκουκουεδισμό, όσο κυρίως και ότι η αποδοκιμασία αυτή εκφράστηκε στο παλλαϊκό-πανελλαδικό αίτημα για την αποκατάσταση και το σεβασμό της συνταγματικής τάξης, της δημοκρατικής νομιμότητας.

Το ότι τόσο πολλοί και τόσο διαφορετικοί πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες του τόπου αντιτάχθηκαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ανοιχτά και έντονα στο καινούργιο ξέσπασμα της συναγερμικής παρανομίας και ασυδοσίας δείχνει ότι, όποιος στον τόπο αυτόν σέβεται τον εαυτό του και θέλει να βρίσκεται κάπως σ’ επαφή με το λαϊκό αίσθημα και το εθνικό συμφέρον, δε μπορεί πια να σιωπά και ν’ ανέχεται το συναγερμικό αφηνιασμό που συνεπάγεται και κατεργάζεται τον αφανισμό του τόπου. Μπορεί κανένας να ‘ναι όσο θέλει αντικουκουές, όμως αν αυτό τον τυφλώνει και δεν τον αφήνει να δει την τραγικότητα της κατάστασης που δημιούργησαν στη χώρα μας οι κάπηλοι του αντικομμουνισμού και απεμπολητές της Ελλάδας, τότε και αυτός θα φτάσει στην ίδια αντίθεση και αντιπαράθεση με το λαό, όπως και ο στρατάρχης με το συναγερμό του.

Τα γεγονότα δείχνουν ότι τόσα και τέτοια είναι τα ερείπια και τα βάσανα που η αμερικανοκρατία και ο αμερικανόδουλος συναγερμός συσσώρεψαν στον τόπο αυτόν ώστε σε όλο και πιο πλατιούς κύκλους ο αντικουκουέδικος φανατισμός και η προκατάληψη να παραχωρούν τη θέση τους, στο περισσότερο πατριωτικό και εθνόπρεπο πατριωτικό ζύγισμα της κατάστασης. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο, αντίθετα, είναι ενδειχτικό και χαραχτηριστικό ότι, στις σημερινές συνθήκες της χώρας μας, η λυσσαλέα αντικομμουνιστική θριαμβολογία μετατράπηκε, με την αντίδραση που προκάλεσε, σε πολιτικό φιάσκο, σε αποτυχία τόσο της κυβέρνησης, όσο και των αμερικάνων εμπνευστών και πρωτεργατών της ψευτοκατασκοπευτικής προβοκάτσιας.

Πρέπει ακόμα να τονιστεί και να υπογραμμιστεί όλη η σημασία που έχει το γεγονός ότι η αντίπραξη που προκάλεσε η συναγερμική προσπάθεια να καλυφτεί με το αντικομμουνιστικό ξεφωνητό η κυβερνητική πολιτική γενικού ξεπουλήματος και ερείπωσης, βρήκε την έκφρασή της στο καθολικό σήμερα για την Ελλάδα αίτημα ν’ αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη και η δημοκρατική νομιμότητα. Γιατί η κατρακύλα που μας οδηγά ο Παπάγος έφτασε τον πάτο και το ξεφάντωμα το κατακόρυφό του ακριβώς όταν με την υποταγή και το προσκύνημα στην αμερικανοκρατία, που ολοκληρώθηκαν πριν ένα χρόνο, με την προδοσία της 12 του Οχτώβρη 1953, ο λαός στερήθηκε απ’ τα βασικά συνταγματικά-δημοκρατικά δικαιώματά του και στην Ελλάδα επιβλήθηκε καθεστώς διομολογήσεων και ξένης αποικιακής κυριαρχίας. Κανένας δεν πρέπει να ξεγελιέται και να μη βλέπει ότι οι αμερικάνικες πολεμικές βάσεις στη χώρα μας, που γίνονται για επιθετικούς σκοπούς ενάντια στις χώρες της Λ.Δ. και του σοσιαλισμού, πρώτα απ’ όλα υποδουλώνουν το λαό και τη χώρα, όπου γίνονται οι βάσεις αυτές. Ο λαός, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες δεν έχουν τώρα ουσιαστικά το δικαίωμα ν’ αποφασίζουν για τις τύχες τους και για τη χώρα τους και η επιβίωση του έθνους, η λευτεριά, η ειρήνη, η εθνική μας ανεξαρτησία βρίσκονται στα χέρια ξένων και εξαρτιένται απ’ αυτούς. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν το δικαίωμα να δικάζουν τους Αμερικάνους που ατιμάζουν, ληστεύουν, σκοτώνουν τους Έλληνες γιατί ο στρατάρχης παραχώρησε στους επιδρομείς καθεστώς ετεροδικίας. Αν θα μπλεχτεί η Ελλάδα σε πόλεμο, αν θα γίνει ατομικό-υδρογονικό ορμητήριο και πολεμική επιθετική βάση, οπότε, κατά συνέπεια, πρώτη και θα υποστεί τις συνέπειες από τον ατομικό πόλεμο, αν θα στείλει το στρατό της, και πόσο στρατό, στις πέντε άκρες του κόσμου για να πετσοκοφτεί για ξένα συμφέροντα, όλα αυτά τ’ αποφασίζουν τώρα στη χώρα μας οι αμερικάνοι επιδρομείς. Αυτού κατάντησε την πατρίδα μας ο προσκυνημένος στραταρχικός συναγερμός, με την ολόψυχη υποστήριξη της “αντιπολιτευόμενης” συμπολίτευσης των παπατζήδων.

Στην κατάσταση αυτή, που στηρίζεται στο τρομοκρατικό συναγερμικό ξεφάντωμα και στην απαλλοτρίωση του λαού απ’ τα βασικά κυριαρχικά δικαιώματά του, πρωταρχική σημασία στην εθνική και πολιτική ζωή της χώρας αποχτά το ζήτημα του σεβασμού της συνταγματικής τάξης και της δημοκρατικής νομιμότητας, δηλαδή, στην πραγματικότητα, το ζήτημα ν’ αποκατασταθούν τα κυριαρχικά του λαού δικαιώματα, το ζήτημα ν’ αποφασίζει ο λαός για τις τύχες του, για την πορεία, εσωτερική και εξωτερική της χώρας του. Ώστε η πάλη για τη συνταγματική τάξη και τη δημοκρατική νομιμότητα προβάλλει, σήμερα, σαν κεντρικό-βασικό πατριωτικό καθήκον που ενδιαφέρει ζωτικά, συγκινεί και κινητοποιεί το λαό, πράγμα που βρίσκει την αντανάκλασή του και στη στάση μιας σειράς οργανώσεων, παραγόντων και κομμάτων του τόπου, που δεν άφησαν ν’ αμβλυνθεί ή να χαθεί το εθνικό τους φρόνημα.

Η αμερικανοκρατία και η ντόπια πλουτοκρατική, αμερικανόδουλη αντίδραση, με όργανό τους την κυβέρνηση του στραταρχικού συναγερμού, χρησιμοποιούν όλα τα μέσα πίεσης, εκβιασμού, εξαγοράς, τρομοκρατίας που διαθέτουν για να παρεμποδίσουν, για να πνίξουν την πάλη αυτή του λαού. Ιδιαίτερα ενάντια στ’ αντισυναγερμικά αντιπολιτευόμενα κόμματα χρησιμοποιούν το μπαμπούλα της συνοδοιπορίας και, έχοντας για κομπάρσο και τον παπατζή, πάνε να σπείρουν τη σύγχυση και τη διάσπαση μέσα στις δημοκρατικές και πατριωτικές αντισυναγερμικές δυνάμεις του τόπου. Μια απ’ τις επιδιώξεις τους, τώρα που αναμοχλεύουν το παραμύθι για κατασκοπία και προδοσία του ΚΚΕ και ξανασηκώνουν το σκιάχτρο του κομμουνιστικού κινδύνου, είναι, ακριβώς, να τρομοκρατήσουν την αντιπολίτευση για να δυσκολέψουν την αντισυναγερμική συγκέντρωση και συνεργασία. Τα γεγονότα δείχνουν ότι ο συναγερμός στην προσπάθειά του αυτή δεν έχει και πολλές επιτυχίες. Και είναι φανερό ότι μια και η στραταρχική κυβέρνηση με την πολιτική της κατεργάζεται μόνο το λαϊκό εθνικό όλεθρο, το πατριωτικό καθήκον επιβάλλει σε κάθε αντισυναγερμικό παράγοντα, κόμμα, οργάνωση, όχι μούδιασμα και υποχώρηση στην αντιπατριωτική πίεση των αμερικάνων και των λακέδων τους μέσα και έξω απ’ την κυβέρνηση, μα, αντίθετα, πιο στενή αγωνιστική αντισυναγερμική σύμπραξη και δράση σε πανελλαδική κλίμακα όλων των πατριωτικών-δημοκρατικών δυνάμεων του τόπου. Η σύμπραξη και η δράση αυτή, για να ‘ναι αποτελεσματική, πρέπει να περιλάβει και την κοινοβουλευτική εκλογική συνεργασία και να στηριχτεί στη μαζική οργάνωση και πάλη του λαού για τα πιο επείγοντα οικονομικά και πολιτικά του ζητήματα, που ανάμεσά τους, όπως, είδαμε, η ανάγκη ν’ αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη και η δημοκρατική νομιμότητα κατέχει πρωταρχική θέση.

Τώρα μάλιστα που οι λαϊκοί αγώνες φουντώνουν και προχωράμε και για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για να δοθεί μια σοβαρή πολιτική μάχη ενάντια στο συναγερμό. Ο στρατάρχης και η κυβέρνησή του μπορούν να υποστούν στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές μια σοβαρή πολιτική ήττα που ν’ αποτελέσει ορόσημο στην παραπέρα πατριωτική πάλη για μια δημοκρατική αλλαγή στην εσωτερική πολιτική και στην εξωτερική πορεία της Ελλάδας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο στρατάρχης, με το σιγοντάρισμα και του Παπανδρέα, δεν θέλει να δώσει “πολιτικό χαραχτήρα” στις εκλογές! Σα να μην ξέρουν και τα παιδιά ακόμα ότι οποιαδήποτε εκλογική μάχη αναμφισβήτητα έχει, το θέλουν είτε όχι, οι διάφοροι στρατάρχες και τα αφεντικά τους, πολιτικό χαραχτήρα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να υποστεί ο συναγερμός την εκλογική αυτή ήττα είναι να εξασφαλιστεί η πατριωτική σύμπραξη όλων, χωρίς εξαίρεση, των αντισυναγερμικών δυνάμεων της χώρας. Η σύμπραξη αυτή μπορεί και πρέπει να βρει τη συγκεκριμένη έκφρασή της στο ότι στην κάθε κοινότητα και στον κάθε δήμο πρέπει να υπάρχει μόνο ένας ενιαίος αντισυναγερμικός συνασπισμός και ότι η αντισυναγερμική εκλογική μάχη μπορεί και πρέπει να δοθεί με βάση ένα ενιαίο πατριωτικό πρόγραμμα, πρόγραμμα λαϊκής επιβίωσης, δημοκρατικής νομιμότητας εσωτερικά και ειρήνης εξωτερικά, πρόγραμμα εθνικής ανεξαρτησίας και αποκατάστασης των κυριαρχικών του λαού δικαιωμάτων.

Το ΚΚΕ που στέκει στην πρώτη γραμμή της αντισυναγερμικής λαϊκής κινητοποίησης, οργάνωσης και πάλης και δέχεται, αυτό πρώτο, το κύριο βάρος της αμερικανόπνευστης συναγερμικής φασιστικής παρανομίας με το καθεστώς εμπόλεμης κατάστασης που εφαρμόζεται σε βάρος του, θα κάνει και στην περίπτωση αυτή στο ακέραιο το πατριωτικό του καθήκον. Θα συντελέσει, όσο μπορεί, στην πραγματοποίηση της αντισυναγερμικής πατριωτικής σύμπραξης και τώρα με τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις κομματικές του απαιτήσεις και φιλοδοξίες.

***

Η συναγερμική πλουτοκρατική αντίδραση και η αμερικάνικη πολιτική στην Ελλάδα περνάν βαθιά κρίση ακριβώς γιατί το μοναδικό και αποκλειστικό έργο τους είναι έργο αφανισμού και καταστροφής. Αυτό τους φέρνει σε ριζική και αγεφύρωτη αντίθεση με το λαό. Και ακριβώς γιατί η πολιτική τους, το έργο τους είναι ολοκληρωτικά αντιλαϊκό, ακριβώς γι’ αυτό, για να σταθούν και για να συνεχίζουν την πολιτική τους, παραβιάζουν και καταργούν τη δημοκρατική νομιμότητα στη χώρα μας, ποδοπατούν τους ίδιους των τους νόμους, τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού. Και αντίστροφα, η πάλη για την επιβίωση του λαού, για τη σωτηρία της Ελλάδας προβάλλει στην πρώτη γραμμή την ανάγκη αποκατάστασης της δημοκρατικής τάξης και νομιμότητας στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο που η αμερικανοκρατία και η ντόπια πλουτοκρατία, όσο βλέπουν τον ξεπεσμό και τη χρεωκοπία του στρατάρχη τους, τόσο, δίπλα στο “διάδοχο σχήμα” με τον Παπανδρέα, που μαγειρεύουν, ενθαρρύνουν και τα στρατοκρατικά παπαγικά στοιχεία του ΙΔΕΑ στις διχτατορικές τάσεις τους, αποβλέποντας έτσι, σε ακόμα πιο αιματηρή καταπίεση και κατάπνιξη της πάλης του λαού, στην εξαφάνιση κάθε έννοιας δημοκρατίας και ελευθερίας. Γεγονός είναι ότι οι στραταρχικοί αντικομμουνιστικοί βρυχηθμοί όλο και λιγότερο τους βοηθάνε. Δε βοηθάει εδώ πια τόσο ούτε η ξέφρενη δημαγωγία και ο βλαχοδημαρχισμός, που ο συναγερμός τον ανέβασε σε “ανώτερο επίπεδο”, ούτε και η κυπροκαπηλεία που, αντίθετα, ξεσκεπάζει το στρατάρχη του. Γιατί ποιος θα πιστέψει το “ενδιαφέρον” της κυβέρνησης για την εθνική αποκατάσταση της Κύπρου, όταν η ίδια διακηρύσσει ότι ξεπεράστηκε η εποχή της εθνικής ανεξαρτησίας και όταν τη διακήρυξή της αυτή την πραγματοποιεί σε σχέση με την Ελλάδα ξεπουλώντας την στους γιάγκηδες και μετατρέποντάς την σε αμερικάνικη αποικία; Ούτε μπορεί να στηρίξει και να “σώσει” το συναγερμό η εξιλέωση που ζητά να βρει στο καινούργιο αίμα που ετοιμάζεται να χύσει δικάζοντας και καταδικάζοντας συνοπτικά τους αγωνιστές του λαού που έπιασε τελευταία.

Η αδυναμία του συναγερμού ειδικά και πιο γενικά της αμερικανοδουλείας και της αμερικανοκρατίας ξεφανερώνεται εδώ απ’ το γεγονός ότι δεν τολμούν να δώσουν πολιτική μάχη προς το ΚΚΕ. Δεν μπορούν να δικάσουν την πολιτική του, γιατί αυτό θα τους ξεσκέπαζε πιο πολύ και θα τους χαντάκωνε. Το ΚΚΕ ποτέ δεν έκρυψε την πολιτική του. Πάντα τη διακήρυξε και την εφάρμοσε ανοιχτά. Και πρέπει να ξαναθυμίσουμε εδώ ότι, όταν δικάζονταν ο λαϊκός ήρωας Νίκος Μπελογιάννης, το ΚΚΕ βγήκε και διακήρυξε ότι “είναι πάντα έτοιμο να δεχτεί μέσα στην ίδια την Αθήνα οποιαδήποτε πολιτική αντιδικία με το μοναρχοφασισμό και την αμερικανοκρατία εφόσον θα εξασφαλίζονταν οι απαραίτητες νομικές και πολιτικές εγγυήσεις.” Η αμερικανοδουλεία και οι ξένοι εμπνευστές και αφέντες της δεν τόλμησαν τότε και πολύ περισσότερο δεν θα τολμήσουν τώρα μια τέτοια ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση. Όπως δεν δέχτηκαν, ούτε θα δεχτούν μια αμερόληπτη έρευνα για το ποιος δολοφόνησε τον Πολκ, για το πόσο είναι μπερδεμένος άμεσα στο σκοτωμό του Λαδά τόσο ο πράχτοράς τους Πλουμπίδης, όσο και ο ξεσκεπασμένος πια και επίσημα κατάσκοπος των άγγλων Έβερτ (από τους πρώτους συνένοχους και στη δολοφονία του Πολκ) και όσοι κρύβονται πίσω τους. Αυτά όμως ξεσκεπάζουν τους πραγματικούς σκοπούς των, αποκαλύπτουν πιο πολύ την πραγματική ουσία της πολιτικής και των έργων τους. Και βάζουν μπροστά σ’ όλους τους Έλληνες πιο επιταχτικά το πρόβλημα, το καθήκον: να ενωθούν και να παλέψουν για να απαλλάξουν την πατρίδα μας απ’ το αστυνομικό κράτος της αυθαιρεσίας, της βίας, του αντιλαϊκού ξεφαντώματος, απ’ την συναγερμική αμερικανόδουλη πανούκλα. Ποτέ άλλη φορά η Ελλάδα δε γνώρισε τέτοιο πέσιμο, τόση διαφθορά και εξευτελισμό. Οι δίκες των “Αστυνομικών Νέων” και της “Εστίας” φανέρωσαν μονάχα μια γωνιά απ’ το βούρκο που μέσα του είναι, λίγο πολύ, κυλισμένος όλος ο κόσμος τους. Και ποτέ δεν πρόβαλε τόσο εθνικά επιταχτικά η ανάγκη για πατριωτική ενότητα και πάλη.

Την Ελλάδα την ρίξαν στο γκρεμό. Και μόνον η ενότητα αυτή και η πάλη μπορεί να τη βοηθήσει και να τη σώσει.

Και επειδή στο έργο αυτό πρωτοστατεί το ΚΚΕ, γι’ αυτό και του ρίχτηκαν για άλλη μια φορά τα τσακάλια. Μα το μουγκρητό που φαντάστηκαν ότι ξαπόλυσαν ο στρατάρχης και ο αρχιχαφιές στρατηγός του αποδείχτηκε στην ουσία ξελαρυγγητό βραχνοκόκορα… Ούτε πιάνουν τα χιλιοξεσκεπασμένα τερτίπια τους της “αντιηγετικής” κουζίνας τους, που μ’ αυτά φαντάζονται ότι θα κλονίσουν τους αγωνιστές μας που πιάνουν, όπως δεν έχουν πέραση και τα βασανιστήρια και οι εκβιασμοί τους αμερικάνικης μάρκας. Ούτε μπορεί να ξεγελάσει κανένα και η χοντροκομμένη σκηνοθεσία της ψευτοεκτέλεσης του προβοκάτορα Πλουμπίδη, που σκαρώθηκε ακριβώς για να δημιουργηθεί το προηγούμενο που θα καλύψει τις καινούργιες δολοφονίες ενάντια στους ατρόμαχτους αγωνιστές μας, μια και δεν τα καταφέρνουν να τους λυγίσουν με τα χιλιοξεφτισμένα τερτίπια τους.

Το ΚΚΕ, εκφράζοντας με την πολιτική και τη δράση του τα πιο βασικά και ζωτικά συμφέροντα του λαού του έθνους, της πατρίδας μας, δίνει πάλι σήμερα, μαζί μ’ όλες τις πατριωτικές δυνάμεις του τόπου και επικεφαλής της πάλης αυτής τη μάχη της δημοκρατικής νομιμότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής επιβίωσης. Και θα τη φέρει ως το τέρμα της όσες θυσίες κι αν χρειαστεί ακόμα να δοθούν, όσα εμπόδια κι αν χρειαστεί ακόμα να υπερνικηθούν. Γιατί η λύση των ζητημάτων αυτών, η αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας και της συνταγματικής τάξης στην Ελλάδα είναι ζήτημα ύπαρξης για το λαό και τον τόπο. Η μάχη αυτή δίνεται ενάντια στην αμερικανοκρατία και την αμερικανόδουλη ντόπια πλουτοκρατία, ενάντια στην εσωτερική αντίδραση που την εκπροσωπεί ο χρεωκόπος στρατάρχης με το συναγερμό και την κυβέρνησή του. Τη μάχη αυτή τη δίνει το ΚΚΕ μαζί με όλους τους πατριώτες, μαζί με όλο το λαό και τώρα, όταν οι ξεσκεπασμένοι και επίσημα σπιούνοι των ξένων πάνε να δικάσουν με την κατηγορία της κατασκοπίας και να εχτελέσουν λαϊκούς αγωνιστές και πρωτομάχους σαν τον Γιώτη και τους συντρόφους του, που όλη τους η ζωή είναι ζωή αγώνων και ταλαιπωριών υπέρ του λαού. Τη μάχη αυτή θα την κερδίσει ο λαός με τη συμπαράσταση των τίμιων ανθρώπων σ’ όλον τον κόσμο. Θα ξεσηκωθεί στο κάθε εργοστάσιο και επιχείρηση, στις λαϊκές συνοικίες και στους συνοικισμούς, στα χωριά και στις πόλεις και θα υπερασπιστεί και θα αποσπάσει απ’ τα νύχια των δήμιών τους το Φλωράκη και τους συντρόφους του, δε θ’ αφήσει να επαναληφθεί το έγκλημα που οδήγησε στο εχτελεστικό απόσπασμα τον αξέχαστο μπροστάρη του λαού Νίκο Μπελογιάννη.

Η λαϊκή πάλη που τους τελευταίους μήνες φουντώνει όλο και πιο γερά, πάλη κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, στην πορεία και στην ανάπτυξή της θα φέρει στην πατριωτική ένωση όλων των ελλήνων και ελληνίδων πατριωτών και στο σχηματισμό της δημοκρατικής-πατριωτικής εκείνης κυβέρνησης, που θ’ αλλάξει την πορεία της χώρα μας προς μια δημοκρατική μεταβολή της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της.

Στην πάλη αυτή, οι κουκουέδες αφιερώνουν όλες τους τις δυνάμεις. Διδάσκονται απ’ τα χτυπήματα που τους δίνει ο εχθρός και οργανώνουν πιο καλά, πιο στέρεα τις γραμμές τους. Δένονται πιο στενά με το λαό, με όλα τα πατριωτικά στοιχεία του τόπου.

Και ο λαός συσπειρώνεται πιο μαχητικά γύρω απ’ τους κουκουέδες του. Γιατί τους γνώρισε πάντα μπροστάρηδες. Γιατί τους ξέρει πάντα αγωνιστές για τα ζητήματά του, που ποτέ δεν τα βάζουν κάτω, ποτέ δεν υποχωρούν απ’ το σκοπό τους, που είναι το καλό του λαού, η προκοπή του τόπου.

Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στον Λαϊκό Αγώνα, όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία, Χρόνος Ε’, αρ. φύλλου 776, Σάββατο 9 Οχτώβρη 1954, σ.σ. 1-2.

Ν. Ζαχαριάδη: Μπροστά στις δημοτικές εκλογές (28/10/1954)

17 σχεδόν μήνες από τη συμπλήρωση τετραετίας από τις τελευταίες εκλογές, είναι γεγονός ότι μπαίνουμε σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Αυτή προκύπτει από τη χρονίζουσα παραμονή του κομματικού συστήματος με 1 συν μισό κόμμα ως πυλώνες του, που το καθιστά τρεκλίζον, καθώς, αφενός το ένα πλέον φθίνει, αφετέρου το μισό, ως μισό, είναι μονίμως σε κρίση, ενώ η εμφάνιση άλλου ενός μισού για να στηρίξει το κομματικό σύστημα έχει προκαλέσει αναταραχή, καθότι αποτελεί τρίτο διεκδικητή του κέντρου, πράγμα που ωθεί το φθίνον κυβερνών κόμμα να θυμηθεί το κέντρο χωρίς να αφήσει τα νώτα του ακάλυπτα στα δεξιά. Και, επειδή αυτή η διασταλτική κίνηση είναι δύσκολη, ήδη το πολιτικό σύστημα προετοιμάζεται ώστε, σε περίπτωση κινδύνου, είτε να του φορτώσει ένα «σοβαρό» κόμμα δεξιότερα αυτού (εξού και οι δίαυλοι επικοινωνίας που ανοίγονται έστω και με αφορμή ιστορικά ζητήματα, επί του παρόντος, βλ.και Ραντσένκο), είτε να του φορτώσει το ΚινΑλ (εξού και το συνεχές «πέσιμο» Πρετεντέρη στην «αριστερή στροφή Ανδρουλάκη» αλλά και το κάλεσμα σε Μητσοτάκη να εγκαταλείψει τις απόπειρες δεύτερης αναθεώρησης του εκλογικού νόμου και, άρα, το στόχο για αυτοδυναμία, κάλεσμα στο οποίο προβαίνει και, με τον τρόπο του, ο Βενιζέλος).  

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι πολιτικές δυνάμεις που προτεραιοποιούν την εξωκοινοβουλευτική λαϊκή δράση, δεν έχουν καταφέρει τους τελευταίους 31 μήνες να αποτελέσουν διακριτό παράγοντα, παρότι το «βασικό» τους εμπόδιο, όπως θεωρούσαν τον «κινηματικό» Σύριζα, εξέλιπε. Η πανδημία, ως κατάσταση που διαμόρφωσε τους 23 τελευταίους μήνες το πλαίσιο, απέδειξε ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών είτε ταυτίστηκε πλήρως με τον εκτρεφόμενο από την αστική τάξη ανορθολογισμό είτε, με τα «ναι μεν αλλά» της (τύπου «ναι στο εμβόλιο, όχι στην υποχρεωτικότητα»), υπεξέφυγε και, άρα, στρουθοκαμήλισε για άλλη μια φορά (σε ποιοτικά χειρότερη συνέχεια των Πρεσπών κλπ κλπ, κάτι που διαμορφώνει, με τα χρόνια, και αντίστοιχη αντίληψη και των εν λόγω αγωνιστών, αλλά και της κοινωνίας για τους αγωνιστές της και για το τι – τρύπα στο νερό – σημαίνει αγώνας). Με βάση αυτό, με το να μη δίνουν πρακτικά γραμμή μάχης σε έναν υπαρκτό πόλεμο, ο οποίος – αν πράγματι πιστεύουμε ότι έχουμε πόλεμο  –  διεξάγεται με ό,τι όπλα διαθέτουμε και όχι με θεωρητικές αναλύσεις για το αν είναι «ασφαλή», αν είναι γκράδες ή σύγχρονα τα τουφέκια που μας δίνει το κράτος (με τις αντιφάσεις του, γιατί κι αυτό προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αστική τάξη που ευνοείται από την παράταση της πανδημίας και αυτήν που υποχρεώνεται σε αναπροσαρμογή) κλπ., αλλά με το να θεωρούν την πανδημία πρωτίστως «πρόσχημα» (για να περάσουν οι αντιλαϊκές πολιτικές), άρα, σχετικοποιώντας την, και αυτοεξαφανιζόμενες, όποια γραμμή πλέον κι αν δώσουν ή και να μη δώσουν, είναι δύσκολο να μην αποφύγουν και οι ίδιες τις συνέπειες από την επικράτηση της λογικής του «μικρότερου κακού». Ακόμα κι αν δεν το παραδέχονται όπως π.χ. η ΟρΜΑ στις εκλογές του ’19 που ευθέως κάλεσε στο «μικρότερο κακό». Ακόμα κι αν κατέβουν εκλογικά. Μάλιστα, το ξεχωριστό εκλογικό κατέβασμα αποτελεί περίπου «υποχρεωτικό», ως εκ των υστέρων (και από την ανάποδη) «απόδειξη» του διακριτού χαρακτήρα τους. Και το βέβαιο κακό αποτέλεσμα, άλλη μια φορά θα δικαιολογηθεί από το χαμηλό επίπεδο της λαϊκής εξωκοινοβουλευτικής δράσης (σε σχέση με την πανδημία, και όχι απλώς με το τάδε νομοσχέδιο, όπως θα κρίνουν). Λες και μια άνοδος της δράσης αυτής (πρέπει να) καταγράφεται αυτομάτως και στα δικά τους ποσοστά. «Εννοείται», ότι και σε μια τέτοια συγκυρία, θα «έπρεπε» να είναι οπωσδήποτε ξεχωριστό το κατέβασμα.

Είναι, όμως, δυνατόν, ενώ αυξάνεται η λαϊκή εξωκοινοβουλευτική δράση, να επιδιώκεται σε μίνιμουμ βάση η πλέον πλατιά εκλογική συνεργασία, με αυτή να επιδρά θετικά στην πρώτη; Η ιστορία του επαναστατικού-ζαχαριαδικού ΚΚΕ έχει αποδείξει ότι είναι εφικτό (δεν συζητούμε για το «πατριωτικό δημοκρατικό» πλαίσιο της τότε συνεργασίας, καθότι διάφοροι σημερινοί υπερεπαναστάτες, το θεωρούν εκ προοιμίου ρεφορμιστικό, φιλοαστικό κλπ): όταν όσοι προτεραιοποιούν την εξωκοινοβουλευτική δράση, πράγματι την προτεραιοποιούν και δεν αποτελεί αυτό ένα σύνθημα. Τότε, όντως, δεν υπάρχει πρόβλημα, ακόμα και όταν αυτοί στέκονται με τον πλέον απλόχερο τρόπο, χωρίς διεκδικήσεις σε έδρες-μαρκίζες κλπ. Γιατί οι εκλογές τότε αποτελούν μια πολιτική μάχη σε έναν γενικότερο πόλεμο, με συγκεκριμένους στόχους, να στριμώξει ο «της εξωκοινοβουλετικής δράσης» τον ταξικό αντίπαλο (ενίοτε προσωποποιημένος σε ένα κόμμα), να προκαλέσει ρήγμα, όχι απλώς να καταγράψει τις δυνάμεις του και να χαίρεται που πήρε παραπάνω ψήφους από τον άλλον όμοιό του. Δεν είναι εξ ορισμού, δηλαδή, ταυτόσημη η μίνιμουμ βάση με το «μικρότερο κακό». Το παρακάτω άρθρο που εκφώνησε ο Νίκος Ζαχαριάδης στο ραδιοσταθμό Ελεύθερη Ελλάδα αναδεικνύει πτυχές αυτού του είδους της αντιμετώπισης των εκλογών.

***

Μπροστά στις δημοτικές εκλογές

Το κύριο γνώρισμα που χαραχτηρίζει την πολιτική μας ζωή σήμερα είναι η ορμητική, η ακατάσχετη τάση που εκδηλώνουν τα πιο πλατιά λαϊκά στρώματα για αντισυναγερμική ενότητα και δράση.

Το πραγματικό, το ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο της τάσης αυτής για ενότητα είναι η απαίτηση για μια αλλαγή, για μια στροφή στην εσωτερική και εξωτερική μας πολιτική. Αλλαγή σύμφωνα προς τα εθνικά συμφέροντα.

Εδώ, στην πρώτη σειρά προβάλλει η ανάγκη να αποκατασταθεί στη χώρα η δημοκρατική νομιμότητα, η συνταγματική τάξη, για να μπορεί ο λαός να κρίνει και να αποφασίζει για τις κατευθύνσεις της πολιτικής μας, για την τύχη της πατρίδας μας.

Ένας από τους κύριους λόγους που συντέλεσαν στο να φουντώσει το λαϊκό ρεύμα για αντισυναγερμική ενότητα και πάλη βρίσκεται στο κράτος βίας και αστυνομικής αυθαιρεσίας που εγκατέστησε η παπαγική κυβέρνηση.

Του λαού, ουσιαστικά, του πέρασαν φίμωτρο και χειροπέδες. Έτσι ο συναγερμός μπορεί και ολοκληρώνει το ξεπούλημα των εργαζομένων, την αποικοποίηση της Ελλάδας, τη μετατροπή της χώρας σε ατομική, πολεμική, επιθετική βάση των γιάνκηδων. Τα πράγματα φτάσαν σε τέτοιο σημείο, το αστυνομικό κράτος τόσο έχει αποθρασυνθεί, ώστε ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας με αστυνομικά χαφιέδικα δοσμένα καθορίζει τα πολιτικά του κριτήρια και αξιολογεί τα πολιτικά πράματα, κόμματα και πρόσωπα στην Ελλάδα. Φραγμό δεν έχει κανέναν και κάνει μόνο ό,τι του υπαγορεύουν οι ξένοι ιμπεριαλιστές αφέντες, οι ντόπιοι πλουτοκράτες.

Προβάλλει θανάσιμος κίνδυνος, που ο λαός θέλει να τον αποτρέψει, χτυπώντας με την ενότητά του τον κύριο φορέα του, την αμερικανοδουλεία, με βασικό σήμερα εκπρόσωπό της το συναγερμό του «στρατάρχη» και τη συνοδοιπορία του, τον παπατζή. Ο λαός, ακόμα, αποκρούει το διχασμό που εφαρμόζει εσωτερικά ο «στρατάρχης» με το συναγερμό του, διατηρώντας και εφαρμόζοντας το καθεστώς και τα μέτρα του εμφυλίου πολέμου για να καλύψει έτσι την πολιτική του προδοσία, του εθνικού ξεπουλήματος.

Μόλις τελευταία το ΚΚΕ και το ΑΚΕ, για μια ακόμα φορά, διακήρυξαν ότι από το 1949 σταμάτησαν [τσάκισμα στη σελίδα: στην κοινή ανακοίνωση της 4/10/54 ΚΚΕ και ΑΚΕ αναφέρουν ότι «δηλώνουμε για άλλη μια φορά ότι θεωρήσαμε και θεωρούμε πως ο εμφύλιος πόλεμος σταμάτησε απ’ το Σεπτέμβρη 1949. και είμαστε έτοιμοι να επικυρώσουμε αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός και με οποιαδήποτε νέα τυπική πράξη που θα εξαφανίζει κάθε, έστω και τυπικό εμπόδιο ή πρόσχημα εκείνων που έχουν συμφέρον να διαιωνίζουν το καθεστώς του εμφυλίου πολέμου σε βάρος του λαού και της πατρίδας»] όμως και ο συναγερμός συνεχίζουν και δυναμώνουν τον εσωτερικό διχασμό, γιατί έτσι συμφέρει στους ντόπιους και ξένους εκμεταλλευτές του λαού. Η κυβέρνηση και οι χαφιέδες της εξακολουθούν μέχρι και τελευταία ακόμα να δολοφονούν στα κρυφά αγωνιστές του λαού, να κάνουν παράνομες συλλήψεις, να εφαρμόζουν την πιο ωμή, φασιστική τρομοκρατία. Ο λαός όμως τα καταδικάζει κι αυτά και πραγματοποιεί την ενότητά του πάλης, για μια αλλαγή και στο πεδίο αυτό, για μια εσωτερική δημοκρατική ειρήνευση, για τη γενική αμνήστευση όλων των αγωνιστών του.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση φυτρώνει και απλώνει η λαϊκή θέληση και απόφαση απαλλαγής από το συναγερμικό βραχνά, η ακατάσχετη τάση των πιο πλατιών λαϊκών στρωμάτων για ενότητα αντισυναγερμικής δράσης. Όποιος το αγνοεί αυτό, αυτός στέκει μακριά απ’ την ελληνική πολιτική πραγματικότητα και έρχεται σε ανειρήνευτη αντίθεση με το λαό, τη μεγάλη του πλειοψηφία.

Πιο συγκεκριμένη έκφραση πήρε και παίρνει η τάση αυτή που έχει φέρει το πανελλαδικό ρεύμα για εκλογική αντισυναγερμική σύμπραξη στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, ανάμεσα στις δημοκρατικές πατριωτικές δυνάμεις του τόπου.

Ο κόσμος της αμερικανοδουλείας, τα κόμματα της ντόπιας πλουτοκρατικής αντίδρασης που μπήκαν στην υπηρεσία των ξένων ιμπεριαλιστών στέκουν έξω απ’ την εθνική πραγματικότητα και έχασαν την επαφή τους με το λαϊκό αίσθημα. Περνούν, στα τελευταία, ιδιαίτερα, χρόνια, μια βαθιά κρίση, παθαίνουν μια προοδευτική διαρροή, διάβρωση, αποσύνθεση.

Αυτό σήμερα αφορά, πρώτα απ’ όλα και κυρίως, το στραταρχικό συναγερμό και τον παρείσαχτο στο κόμμα των φιλελευθέρων κρυπτοπαπαγικό Παπανδρέου με την παρέα του. Το ίδιο έπαθε προηγούμενα το λαϊκό κόμμα του Τσαλδάρη, καθώς και η ΕΠΕΚ. Και θα πάθει και καθένας που τοποθετείται έξω απ’ τα λαϊκά εθνικά πλαίσια.

Η σημερινή τραγική νεοελληνική πραγματικότητα, με την Ελλάδα να κυλιέται στον πάτο του γκρεμού, προβάλλει μπροστά στον πολιτικό μας κόσμο καινούργιες πατριωτικές δημοκρατικές αξιώσεις. Σπάσιμο τις αλυσίδες της προδοσίας και του ολοκληρωτικού ξεπουλήματος. Εθνικό στιγματισμό αυτών που πουλάνε κάθε ιερό και όσιο στις ξένες ιμπεριαλιστικές κατασκοπίες. Κατάργηση του αστυνομικού κράτους και της χαφιέδικης αυθαιρεσίας. Αγώνα για την επιβίωση του λαού, για την αποκατάσταση των δημοκρατικών του ελευθεριών, πάλη για την εθνική ανεξαρτησία, για μια ειρηνική συμβίωση με τους άλλους λαούς.

Γύρω απ’ την ύψιστη αυτή εθνική πατριωτική επιταγή εκδηλώνεται και η ακατάσχετη πια τάση για ενότητα απ’ τα κάτω και απ’ τα πάνω αντισυναγερμικής πάλης. Η άγνοια της επιταγής αυτής αποτελεί την κύρια, αν όχι τη μοναδική στις σημερινές συνθήκες αιτία για τη χρεοκοπία του προσκυνημένου πολιτικού κόσμου.

Η χρεοκοπία αυτή αποτελεί μια προειδοποίηση για όλα τα κόμματα και τους πολιτικούς παράγοντες της χώρας και τους προβάλλει επιταχτικά και αμείλιχτα την ανάγκη για εθνική ανανέωση, για πιο πατριωτικό προσανατολισμό. Τα παραδείγματα που έχουν μπροστά τους είναι τόσο χτυπητά και χαραχτηριστικά, ώστε, περιθώρια για δισταγμούς κι αμφιβολίες, σχεδόν δεν υπάρχουν. Πρώτ’ απ’ όλα, πρόκειται για τον ίδιο τον αρχηγό του συναγερμού, το μοναδικό «στρατάρχη» της Ελλάδας, που τα κατάφερε μέσα σε δύο μόλις χρόνια να χαντακώσει, να εξευτελίσει ένα [τσάκισμα σελίδας]. Τώρα ο ίδιος ο αφέντης του ο Κάννον τον πετά σα στημένη λεμονόκουπα, όπως αποκαλύφτηκε στην τελευταία εμπιστευτική προς την κυβέρνησή του έκθεση, του αμερικανού πρεσβευτή.

Πώς, γιατί μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα; Η απάντηση είναι μία και απλή: ο «στρατάρχης» έγινε δεκανέας των γιάνκηδων και ήρθε σε ριζική αντίθεση με το εθνικό συμφέρον.

Έτσι, η πολιτική του εξόρμηση απότυχε οιχτρά, ολοκληρωτικά, ανεπανόρθωτα.

Και ενώ φανέρωσε και αυτός οργανωτική αδυναμία και ανικανότητα να πολεμήσει το ΚΚΕ με πολιτικά μέσα, στον τομέα της πολιτικής, νόμισε ότι, τελευταία σανίδα σωτηρίας μπορούσε να βρει στην πολυεξευτελισμένη αντικουκουέδικη κατασκοπολογία.

Όμως, όπως δείξαν και οι αποκαλύψεις για τους σπιούνους του Εφ-Μπι-Άι και της Ιντέλιτζενς Σέρβις, καλά θα κάνει και ο «στρατάρχης» στο σπίτι του κρεμασμένου να μη μιλάει για σκοινί. Πολύ περισσότερο που η καινούργια αντικομμουνιστική κονταρομαχία του συμπίπτει με την επέτειο της προδοσίας του στις 12 του Οχτώβρη 1953 που παρέδωσε την Ελλάδα τσιφλίκι στους γιάνκηδες, μας επέβαλε την ετεροδικία και το ταίρι της δύσκολα θα μπορούσαμε να βρούμε στην ιστορία μας.

Εκείνο που θα ‘μενε, στην περίπτωσή του, να κάνει ένας άνθρωπος που διατήρησε και τσίπα πατριωτικής εντιμότητας, είναι να παρατήσει την κρουαζιέρα του στα φασιστικά άντρα του Φράγκου και του Σαλαζάρ, που δεν μπορεί να σκεπάσει ούτε την αθλιότητα που αυτός πολλαπλασίασε στην Ελλάδα, ούτε την καινούργια προδοσία του στο κυπριακό, να τα χτυπήσει των αμερικάνων στα μούτρα και να αφήσει και τον ελληνικό λαό ήσυχο.

Το ερώτημα που μπαίνει είναι: υπάρχει η τσίπα αυτή;

Το άλλο παράδειγμα είναι από πολλές απόψεις ακόμα πιο χαρακτηριστικό. Η σημερινή ελληνική πολιτική πραγματικότητα βάζει στην ημερήσια διάταξή της ζήτημα Παπανδρέα.

Φωτό από την κεντρική προεκλογική συγκέντρωση της ΕΔΑ για τις εκλογές του 1952

Όχι μόνο το κόμμα των φιλελευθέρων, που δε θα μπορούσε να βρει καλύτερο νεκροθάφτη του, μα και ολόκληρη η πολιτική ζωή της χώρας πρέπει να απαλλαγεί από τον μπατιρισμένο αυτόν προβοκάτορα, που στην αντιλαϊκή και ανθελληνική μονομανία του τα πούλησε όλα, και την ψυχή του ακόμα. Ο πολιτικός κόσμος της χώρας πρέπει να βάλει σε απομόνωση, να εξοστρακίσει απ’ τους κόλπους του το σαλτιμπάγκο αυτόν και χρεοκόπο της πολιτικής. Η πολιτική χρεοκοπία και απογύμνωση στα τελευταία χρόνια, τόσων και τέτοιων πολιτικών παραγόντων και οργανισμών της χώρας, αποτελεί σαφή ένδειξη για το ότι συνεχίζεται εντατικά ο οργασμός της διαφοροποίησης στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας. Για κύριο γνώρισμά της η διαφοροποίηση αυτή έχει ότι απογυμνώνεται προχωρικά το στρατόπεδο της ξενοδουλείας και της πλουτοκρατικής αντίδρασης, ενώ, αντίστροφα, δυναμώνουν και ενισχύονται σταθερά οι πατριωτικές δημοκρατικές δυνάμεις.

Ο άξονας, που γύρω του πραγματοποιείται η διαφοροποίηση αυτή, είναι το πρόβλημα της γραμμής πορείας του έθνους, της πατρίδας μας, είναι το ζήτημα της αλλαγής.

Και αν ακόμα σε ορισμένους κύκλους έχουμε και τώρα δισταχτικότητα και ταλαντεύσεις, για περιπτώσεις σαν την ΕΠΕΚ, που φανερώνουν ουσιώδικη και καταπληχτική μάλιστα ανικανότητα να διδαχτεί από τα πρόσφατα διδάγματα της ζωής και τα ίδια της τα παθήματα, αυτό αποκαλύπτει τόσο αποξένωση απ’ το λαό και τα προβλήματά του, όσο και ξενόδουλη [τσάκισμα σελίδας] απόκρουση που βαυκαλίζεται με την ελπίδα ότι όσα χάνουν [τσάκισμα σελίδας] θα αντιρροπήσουν με την αμερικάνικη ή άλλη ξενόδουλη κάλυψη.

Το παράδειγμα και το κατάντημα του «στρατάρχη» που είναι και το πιο πρόσφατο, πρέπει να ‘ναι, για όσους διατηρούν ακόμα κάποια πατριωτική φλόγα, αρκετά διδαχτικό.

Ο Γκαουλάιτερ Κάννον στην τελευταία του εμπιστευτική έκθεση προς τους εντολοδότες του της Βάσινγκτον, την κατάσταση στην Ελλάδα την χαρακτηρίζει «εκρηχτική». Καταρρακώνει έτσι και τις ανησυχίες του συναδέλφου του του Μπάροους για «οικονομική άνθησιν» κλπ.στη χώρα μας.

Η αναίδεια αυτή του πρώην αμερικάνου οικονομικού διχτάτορα στη χώρα μας μπορεί να χαραχτηρισθεί μόνο σαν ποταπός χλευασμός της ανείπωτης κατάντιας της πατρίδας μας και της δυστυχίας του λαού μας, που οι αμερικάνοι με τα χέρια τους κατεργάστηκαν και κατεργάζονται.

Αν ανησυχεί ο Κάννον είναι γιατί βλέπει ότι τα πράγματα στον τόπο αυτόν δεν πάνε έτσι όπως θέλει να τα κανονίζει αυτός. Απόδειξη η ακατάσχετη τάση του λαού για αντισυναγερμική ενότητα και δράση.

Οι ανησυχίες του Κάννον αποτελούν επίσης μια παραπανίσια απόδειξη για το ότι και στη χώρα μας είναι δυνατή και πραγματοποιήσιμη μια άλλη, έξω από την αμερικανόδουλη, γραμμή πορείας και ανάπτυξης. Γραμμή δημοκρατική πατριωτική.

Όλο το ζήτημα είναι τώρα, ο πατριωτικός πολιτικός κόσμος της χώρας να σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων του λαού, που ζητά, στη μεγάλη πλειοψηφία του, πατριωτική ενότητα και αντισυναγερμική δράση.

Οι δημοτικές και κοινοτικές εκλογές προσφέρουν εδώ μια πολύ ευνοϊκή ευκαιρία. Και τα όσα πραγματοποιήθηκαν, ως τα σήμερα στην κατεύθυνση αυτή, δείχνουν ότι οι δυνατότητες εδώ είναι πραγματικά ανεξάντλητες. Το πρόβλημα είναι τώρα να πραγματοποιηθεί πανελλαδικά ή τοπικά, απ’ τα κόμματα και τις τοπικές του οργανώσεις, τους πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες που αποδέχονται ένα ελάχιστο πρόγραμμα δημοκρατικής αντισυναγερμικής εκκαθάρισης των εσωτερικών μας πραγμάτων και της εξωτερικής μας πολιτικής, η ενότητα, αντισυναγερμικής πατριωτικής σύμπραξης.

Τότε, γι’ αυτό δεν μπορεί να χωρά καμιά αμφιβολία, ο συναγερμός, απ’ τον πρώτο κιόλας γύρο, θα πάθει μια σοβαρή πολιτική ήττα, οπότε και αυτόματα θα μπει το ζήτημα για καινούργιες, βουλευτικές πια εκλογές, με το αναλογικό σύστημα. Αυτού βρίσκεται η πολιτική σημασία που έχουν οι δημοτικές και κοινοτικές εκλογές. Το πολιτικό ζήτημα ξεπηδά αυτόματα μέσα απ’ τη σημερινή πραγματικότητά μας. Το ζήτημα αυτό το βάζει ο λαός, η όλη κατάσταση της χώρας.

Δεν μπορεί στις εκλογές αυτές να μην κριθεί το έργο και η πολιτική του συναγερμού και του Παπατζή που του παραστέκει. Το θέλουν οι ίδιοι, είτε όχι. Και το γεγονός ακόμα ότι ο συναγερμός και ο Παπανδρέου αρνιένται να αναγνωρίσουν πολιτικό χαρακτήρα στις εκλογές, δε δείχνει ακριβώς τη βαθιά πολιτική σημασία της εκλογικής αναμέτρησης στις 21 του Νοέμβρη, όταν ο συναγερμός θα κλείνει δυο χρόνια εξουσίας;

Το να καταφερθεί μια εκλογική πολιτική ήττα στο συναγερμό είναι σήμερα το σχετικά πιο εύκολο, αν και οι παπαγικοί θα κινήσουν γην και ουρανόν, θα ξεπεράσουν στην εκλογική καλπιά και τον εαυτό τους ακόμα, για να βγουν κατά τον κλέφτη της παροιμίας, «ασπροπρόσωποι».

Το πιο δύσκολο είναι να μπορέσουν οι δημοκρατικές δυνάμεις, έξω απ’ την αντισυναγερμική τους άρνηση, να παρουσιάσουν, να αντιπαραθέσουν στο συναγερμό και τους μιμητές του και ένα θετικό πατριωτικό πρόγραμμα πατριωτικής διεξόδου από την κρίση, ένα πρόγραμμα δημοκρατικής αλλαγής [τσάκισμα σελίδας] στην εσωτερική και εξωτερική μας πολιτική. Γιατί η ρίζα του κακού βρίσκεται ακριβώς στην προσκυνημένη αντεθνική, αντιλαϊκή πολιτική της αμερικανοδουλίας.

Εδώ φυσικά δε φτάνει μόνο η αντισυναγερμική σύμπτωση απόψεων, μα ούτε και ότι, σαν αποτέλεσμα της αντισυναγερμικής νίκης, θα ζητηθεί να γίνουν εκλογές με αναλογική. Για να ‘ναι η αντισυναγερμική νίκη και πάλη πιο συντριφτική και αποτελεσματική πρέπει πολιτικά να εμπνέεται από ένα ελάχιστο δημοκρατικό πρόγραμμα λαϊκής επιβίωσης, δημοκρατίας, ειρήνης, ανεξαρτησίας, που θα τα εφαρμόσει μια πατριωτική, δημοκρατική κυβέρνηση. Και οργανωτικά να στηρίζεται γερά στη συσπείρωση, στην κινητοποίηση, στον αγώνα του λαού για το δίκιο του.

Η οργανωμένη συσπείρωση και κινητοποίηση του λαού είναι ακόμα πιο απαραίτητη, πρώτο, γιατί πρέπει να ματαιωθεί κάθε απόπειρα της κυβέρνησης να αποφύγει τις εκλογές και την τελευταία στιγμή. Και δεύτερο, γιατί πρέπει από τώρα να ‘χουμε ξεκαθαρισμένο ότι ο «ΙΔΕΑ», που και σήμερα παρουσιάζει εξαιρετική δραστηριότητα, δε θα διστάσει να κινηθεί όπως το θέλουν και οι στρατοκράτες του πενταγώνου που τον εμπνέουν πραξικοπηματικά, σε περίπτωση εκλογικής ήττας του συναγερμού, αν εννοείται βρεθεί μπροστά σε χλιαρή και αναποφάσιστη στάση της αντισυναγερμικής πατριωτικής ηγεσίας. Βλέπουμε ότι το πρόβλημα που προβάλλει η ελληνική πραγματικότητα, η ενότητα που επιταχτικά ζητάει ο λαός, δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια απλή, πρόχειρη και πρόσκαιρη αντισυναγερμική εκλογική σύμπραξη, όσο κι αν η σύμπραξη αυτή είναι τώρα επιταχτική, αναγκαία, απαραίτητη, πρωταρχική. Για να ‘ναι η σύμπραξη αυτή γόνιμη, εποικοδομητική, δημιουργική, πρέπει να είναι όχι μόνο άρνηση, μα και θέση, να λέει δηλαδή, όχι μόνο ότι πρέπει να απαλλαγεί η χώρα απ’ τη συναγερμική πανούκλα, μα και τι πρέπει να γίνει, τι να μπει στη θέση του συναγερμού, ποιο δρόμο πρέπει να ακολουθήσουμε παραπέρα. Πρέπει, δηλαδή, να στηρίζεται σ’ ένα ελάχιστο δημοκρατικό πρόγραμμα, παραδεχτό από τις συνεπείς πατριωτικές δυνάμεις και οργανώσεις του τόπου, πρόγραμμα που να εκφράζει τα πιο απαραίτητα ζωτικά αναγκαία, λαϊκά και εθνικά αιτήματα.

Και θα περιλαβαίνει και μια συμφωνία για το πώς θα εφαρμοστεί το πρόγραμμα αυτό.

Το ΚΚΕ αυτή την άποψη υποστηρίζει, προσφέροντας σήμερα όλες του τις δυνάμεις για να εξασφαλιστεί μια σοβαρή εκλογική ήττα στο συναγερμό.

Και να, κομματικές αξιώσεις, το ΚΚΕ εδώ δεν προβάλλει. Η πατριωτική όμως πολιτική θέση της αντισυναγερμικής εκλογικής σύμπραξης σε πανελλαδική κλίμακα ή τοπικά μερικά, πρέπει να ‘ναι δημοκρατικά καθαρή.

Το ΚΚΕ θέλησαν να το αποκλείσουν απ’ τα πολιτικά πράγματα και τους πολιτικούς αγώνες της χώρας. Θέλουν να το κρατάνε και νομίζουν ότι το κρατάν στην παρανομία. Του επιβάλλουν την πολιτική απαγόρευση. Η ζωή τα κουρέλιασε όλα αυτά. Και δείχνει ότι ένα κόμμα που ακολουθάει λαϊκή γραμμή και είναι δεμένο με το λαό, δεν υπάρχει δύναμη που να μπορεί να το απαγορεύσει, να το κλονίσει, να το παρεκκλίνει από το δρόμο της τιμής, της πάλης του καθήκοντος, παρ’ όλη τη βία, την υπόσκαψη, τις προβοκάτσιες, τους χαφιεδισμούς, την τρομοκρατία, τους εκβιασμούς, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, τις δολοφονίες κλπ.κλπ., που εφαρμόζουν ενάντιά του.

Πολύ διδαχτικό, σχετικά, είναι το μάθημα που δίνει η ζωή. Οι διώχτες του ΚΚΕ παθαίνουν διάβρωση και χρεοκοπούν, ενώ το ίδιο παραμένει [τσάκισμα σελίδας], γερό, δυνατό και τραβά μπροστά.

Πώς το εξηγάν αυτό οι χρεωκόποι «εξοντωτές» των κουκουέδων και του κόμματός των;

Το ΚΚΕ, παλεύοντας μαζί με όλες τις πατριωτικές δυνάμεις του τόπου, μαζί με το λαό για τη λεύτερη δημοκρατική ζωή, θα καταχτήσει τη νομιμότητα, την ελευθερία για ανοιχτή πολιτική δράση, τη γενική αμνηστία για όλους τους αγωνιστές του λαού.

Τους κουκουέδες τίποτε δεν μπορεί να τους σταματήσει. Το χρέος τους πάντα θα το κάνουν. Και η πολιτική που εκπροσωπούν και που εφαρμόζουν, η πατριωτική αντισυναγερμική ενότητα και πάλη για μια δημοκρατική αλλαγή στην πορεία μας, εσωτερική και εξωτερική, τελικά θα επικρατήσει, γιατί είναι αυτό που θέλει ο λαός και συμφέρει στο έθνος.

Η σημερινή επέτειος, επικών αγώνων του λαού μας και εγερτήριο σάλπισμα στα 1940 πανεθνικού ξεσηκωμού, είναι μια απόδειξη και μια εγγύηση γι’ αυτό.

28 του Οχτώβρη του 1954

Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στο «Λαϊκό Αγώνα», Όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία, Τετάρτη 10 Νοέμβρη 1954, χρόνος Ε’, αρ.φ.803, με αλλαγές σε σημεία στίξης και με επικαιροποίηση της ορθογραφίας κάποιων λέξεων από parapoda.

Για το βιβλίο «Γράμματα στα αδελφά κόμματα (1958-1966)» και τον περιορισμό του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα σε ιστορικό ζήτημα

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο με τίτλο «Γράμματα στα αδελφά κόμματα (1958-1966)». Το βιβλίο επιμελήθηκε ένας εγγονός του Πάνου Λαμπράκη («Λαδιά») από τη Σκουληκαριά Άρτας, απόφοιτου της σχολής ανθυπολοχαγών του ΕΛΑΣ και ταγματάρχη του ΔΣΕ που, το 1956 άρχισε το μεγάλο αγώνα εναντίον του χρουσιωφικού ρεβιζιονισμού και ακολούθως του μπρεζνιεφικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Ο Λαμπράκης, μάλιστα, συντάχθηκε το 1959 με την Ομάδα ζαχαριαδικών με επικεφαλής τους Ράφτη (Νεμέρτσικα)-Λακαρέα, η οποία – βασισμένη στη σχετική υπόδειξη Ζαχαριάδη, από το 1955, ότι οι «σοβιετικοί» ρεβιζιονιστές θα έκαναν ζημιά σε όλο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, και αναδεικνύοντας το σημείο 6 της απόφασης της 5ης ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ για τα γεγονότα της Τασκένδης, το οποίο αποτελεί την επίσημη κήρυξη πολέμου στο χρουσιωφικό ρεβιζιονισμό – τα έβαλε ακόμα πιο ανοιχτά και με το μπρεζνιεφικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Πολλά μέλη αυτής της ομάδας (περίπου 500 άτομα μαζί με τις οικογένειές τους), επιδιώκοντας μάλιστα τη φυγή τους στην ΛΔ Κίνας που είχαν ως πολιτική αναφορά (με τελικό προορισμό τη ΛΔ Αλβανίας και την Ελλάδα), υπέστησαν τις πλέον σκληρές διώξεις από τους ρεβιζιονιστές-σοσιαλιμπεριαλιστές, ακόμα και μετά τη μεταπολίτευση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κώστα Κυργιάννη (Λακαρέα) που, μετά τη φυλάκισή του από τον Χρουσιώφ-Μπρέζνιεφ και τους έλληνες οπαδούς τους (1962-1968), όταν στα πλαίσια της μαρξιστικής-λενινιστικής οργάνωσης των πολιτικών προσφύγων στην ΕΣΣΔ κατήγγειλε τη σοσιαλιμπεριαλιστική εισβολή στην Κίνα το 1969, κλείστηκε επί Κολιγιάννη (1969-1972) σε ψυχιατρικές πτέρυγες φυλακών και επί Φλωράκη (1972-1975) σε «ειδικό για εγκληματήσαντες ψυχασθενείς» ψυχιατρείο.

Η έκδοση ενός βιβλίου με επιστολές που έστελναν οι αντιρεβιζιονιστές πολιτικοί πρόσφυγες σε αδελφά κόμματα για τα όσα υφίσταντο οι ίδιοι και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα θέτει κάποια ζητήματα από μόνη της. Πρώτα από όλα, η έκδοση αυτή καθ’ εαυτή δεν ήταν δεδομένη. Ο αντιρεβιζιονιστικός χώρος έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα από βιολογικούς «συγγενείς» των αντιρεβιζιονιστών 1ης γενιάς. Ως γνωστόν, οι τελευταίοι δεν είχαν από πίσω τους κρατική χρηματοδότηση για να εκδίδουν εύκολα τα γραπτά τους, ενώ η δύσκολη ζωή μετά τον επαναπατρισμό (ελλείψει, μάλιστα, πολιτικού φορέα «υποδοχής» τους), έσβησε τις όποιες ελπίδες για έκδοσή τους. Έτσι, πολλά βιβλία έμειναν σε επίπεδο χειρογράφων, άλλα αρχεία (όπως αυτό του Λακαρέα), πουλήθηκαν από τους συγγενείς – κι αυτή είναι η καλύτερη περίπτωση, γιατί υπάρχουν και άλλοι που, λόγω των σημερινών τους πεποιθήσεων, τα παρακρατούν και δεν επιθυμούν την έκδοσή τους, ενώ βάσιμοι είναι οι φόβοι και για παραποίησή τους με τη μερική καταστροφή τους. Ακόμα και τα γραπτά του ίδιου του Λαδιά δεν είναι πια σε ένα ενιαίο αρχείο. Η ιδιότητα, λοιπόν, του βιολογικού συγγενούς πολιτικού πρόσφυγα, πολλώ δε μάλλον αντιρεβιζιονιστή 1ης γενιάς, δεν είναι ακριβώς κάτι που πρέπει να προβάλλεται. Μάλλον αιτία για αυτοκριτική για τα χρόνια που χάθηκαν (και χάνονται) πρέπει να’ναι. «Να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις» ήταν ανέκαθεν το μόττο των αντιρεβιζιονιστών, άλλωστε. Από αυτή την άποψη, και ασχέτως των κινήτρων του επιμελητή της έκδοσης (π.χ. απόδοση τιμής στον παππού του;), ασχέτως του περιεχομένου (κάποια γράμματα είναι ήδη δημοσιευμένα, άλλα – π.χ. χαιρετιστήρια για την Πολιτιστική Επανάσταση – δεν υπάρχουν, ενώ ούτε το 1966 σταμάτησε η επικοινωνία με αδελφά κόμματα), η πρωτοβουλία είναι καταρχήν σε θετική κατεύθυνση.

Το κυριότερο ζήτημα, όμως, που τίθεται είναι η αντιμετώπιση του περιεχομένου των επιστολών και γενικότερα του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα της πλειοψηφίας των ελλήνων κομμουνιστών. Η υπόθεση αυτή δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ζήτημα, αλλά πολιτικό και επίκαιρο. Για την ακρίβεια, ο περιορισμός του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα σε ιστορικό ζήτημα, σε ζήτημα «δικαίωσης» κάποιων, ρίχνει νερό στο μύλο του ρεβιζιονισμού, χαντακώνει, δηλαδή, την υπόθεση δημιουργίας νέου κομμουνιστικού κόμματος και, εντέλει, κηλιδώνει αυτή την προσπάθεια χιλιάδων αντιρεβιζιονιστών, που κάθε άλλο παρά έψαχναν την προσωπική «δικαίωσή» τους εν είδει γινατιού (όπως παρουσιάζουν το Ζαχαριάδη οι οπαδοί της εκδοχής της «αυτοκτονίας»). Καταρχάς, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ιστορία της προσπάθειας περιορισμού του αγώνα αυτού σε ιστορικό ζήτημα: ενώ η στάση Τουλούδη ξεθύμαινε και η πραγματική αποκατάσταση του Ζαχαριάδη και του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα των περισσότερων ελλήνων πολιτικών προσφύγων, λάμβανε χώρα εν πολλοίς ανεξάρτητα από το τι θα έκανε το σημερινό κόμμα ονόματι «ΚΚΕ», επιστρατεύτηκε για τον περιορισμό του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα σε ιστορικό ζήτημα ένας συγγενής, γιος του Ζαχαριάδη, από τον ρεβιζιονισμό (και ίσως όχι μόνο), μέσω ενός τότε δημοσιογράφου του, του Πετρόπουλου (ο οποίος έχει φτάσει να αναρτά κολάζ με τον Ζαχαριάδη και τον έλληνα συνδολοφόνο του μαζί). Έτσι φτάσαμε στην αποκατάσταση του προσώπου (και όχι του πολιτικού) Νίκου Ζαχαριάδη το 2011 από τον πολιτικό φορέα που τον δολοφόνησε μαζί με τον μπρεζνιεφικό σοσιαλιμπεριαλισμό.

Ο περιορισμός του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα σε ιστορικό ζήτημα, δηλαδή η αποπολιτικοποίηση του αγώνα και του Ζαχαριάδη, δεν μπορεί να γίνεται ούτε με επιχειρήματα όπως π.χ. ότι έτσι ρίχνει κανείς γέφυρες στους συσπειρωμένους στο ιδρυμένο το 1956 κόμμα ονόματι «ΚΚΕ». Κάθε άλλο. Τις κόβει. Γιατί όχι μόνο δεν τους ανεβάζει το πολιτικό κριτήριο, αλλά και τους κάνει πιο αλαζόνες. Δεν τους βοηθά να καταλάβουν όχι μόνο τι σημαίνει ρεβιζιονισμός, το βάθος του και τις συνέπειές του, αλλά ούτε και τι σημαίνει σοσιαλιμπεριαλισμός, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν να είναι αξιοποιήσιμοι από τον πιο ύπουλο ιμπεριαλισμό, διαπράττοντας λάθη που συκοφαντούν το κοινό όνομα στις πλατιές μάζες του λαού και δη της νεολαίας (έσχατο κατόρθωμα ο «αντικαπιταλιστικός» φιλοϊμπεριαλισμός: κριτική στον Πούτιν για τα αντικομμουνιστικά του και ταυτόχρονα παπαγαλία του στα περί περικύκλωσης της Ρωσίας).

Ας μιλήσουμε συγκεκριμένα. Η ζαχαριαδική παράταξη δεν έχει να επιδείξει μόνο τον ΔΣΕ (αντικείμενο εκθείασης κοινό πια με τους αρχιρεβιζιονιστές – από τότε που τον ξαναθυμήθηκαν, το 1996, καθώς και με τη νεολαία Σύριζα, και πολλά μέλη και στελέχη του Σύριζα), αλλά και όλα τα πλατιά πολιτικά μέτωπα (Παλλαϊκό, ΕΑΜ, Δημοκρατική Παράταξη, ΕΔΑ, Δημοκρατική Ένωση), που συκοφαντεί πια ο κύριος φορέας του ρεβιζιονισμού. Όταν, λοιπόν, μελετούμε μόνο τον ΔΣΕ (που βασικά, άσχετα αν ποτέ δεν είχε αποκηρυχθεί, η προσφυγή στον ένοπλο αγώνα επιβλήθηκε) και όχι τα πλατιά μέτωπα, με αποκορύφωμα τη Δημοκρατική Ένωση (που ήταν πρωτοβουλία του ΚΚΕ και, μάλιστα, αξιοποιώντας τις κινήσεις των άλλων), την οποία οι αντιρεβιζιονιστές στα κείμενά τους τόσο εκθείαζαν, καθότι επαναστάτες και αντισεχταριστές (ουδόλως αυτονόητο αυτό σήμερα, που παρουσιάζονται αυτά τα δύο ως αντιφατικά), τότε αφενός αποπολιτικοποιούμε και απαξιώνουμε μια θετική πολιτική εμπειρία που ανεβάζει το πολιτικό μας επίπεδο, αφετέρου δεν παλεύουμε αποτελεσματικά ενάντια στη λήθη (ένας συνεπαγόμενος από τον κύριο στόχο αγώνας, όχι ανεξάρτητος, πολλώ δε μάλλον αποκλειστικός).

Επίσης, η ζαχαριαδική παράταξη δεν έχει να επιδείξει μόνο κάποια αντίσταση σε φραξιονιστές στην Τασκένδη: τέτοιους, φραξιονιστές, ως και ο «Ρ» τους ονομάζει πια (ως και τη στάση των κρατικών και κομματικών αρχών του Ουζμπεκιστάν αναφέρει – «ιστορικό ζήτημα» γαρ). Μπορεί για αντικειμενικούς λόγους να μην κατέστη εφικτό να αναπτυχθεί από τους ίδιους τους αντιρεβιζιονιστές πολιτικούς πρόσφυγες μια θεωρία για την εμφάνιση και την επικράτηση του ρεβιζιονισμού στο κομμουνιστικό κίνημα, όμως, έχουν προσφέρει, συν τοις άλλοις, την μελέτη των τρόπων επέμβασης κάθε υπερδύναμης στο πολιτικό σύστημα μιας χώρας και την άμεση-ανοιχτή καταγγελία μιας υπερδύναμης που καμώνεται την πιο προοδευτική – μακριά από συναισθηματισμούς (που θα ήταν πιο δικαιολογημένοι από εμάς, αφού με τους ρεβιζιονιστές πρώην συντρόφους τους είχαν δεσμούς αίματος) και τακτικισμούς (που επίσης θα ήταν πιο δικαιολογημένοι, αφού απειλούταν η ίδια τους η ζωή). Οι άνθρωποι ήταν πολιτικά όντα, όχι «αγύριστα κεφάλια». Δεν τα έβαλαν απλώς με τον ρεβιζιονισμό (και, από τα πρώτα χρόνια, όχι απλώς «αναθεωρητισμό» – άλλος κοινός πια με τους ρεβιζιονιστές όρος-στόχος επίθεσης), αλλά, ακολούθως, και με τον σοσιαλιμπεριαλισμό. Όταν, λοιπόν, οι έλληνες αντιρεβιζιονιστές πολιτικοί πρόσφυγες έφτασαν να καταγγείλουν την μπρεζνιεφική εισβολή στην Κίνα, δεν τους τιμούμε αν είτε υποτιμούμε τη σημασία της εισβολής αυτής ή την Κίνα, είτε δεν μελετούμε καν τον σοσιαλιμπεριαλισμό ως τέτοιον (παρότι οι αντιρεβιζιονιστές τον είχαν μελετήσει και στιγματίσει). Είναι, βέβαια, άλλης τάξης ζήτημα αν δυσκολευόμαστε να υιοθετήσουμε έναν άλλο όρο με τον οποίο χαρακτήριζαν τους Μπρέζνιεφ-Φλωράκη (φασίστες), καθώς πλέον τον χρησιμοποιούν ως και οι ακροκεντρώοι υποκριτές. Ναι, οι αντιρεβιζιονιστές της 1ης γενιάς ήξεραν ότι το έργο τους είναι δύσκολο, γιατί είχαν καθήκον να εξηγήσουν στις πλατιές μάζες τον ρεβιζιονισμό χωρίς ταυτόχρονα να «πυροβολήσουν τα πόδια τους». Όμως δεν τα μάσαγαν, στα πλαίσια κάποιου στόχου για επανένωση με τους παλιούς τους συντρόφους που ακολούθησαν τον ρεβιζιονισμό, που όσο περνούσαν τα χρόνια καθίστατο όλο και πιο απόμακρος (ή εφικτός μόνο σε ρεβιζιονιστική βάση). Αντίθετα, όταν εδώ στην Ελλάδα υπερτονιζόταν ο φόβος μην πυροβολήσουν τα πόδια τους, πράγμα που πήγαινε πίσω διάφορες οργανωτικές πρωτοβουλίες και δημόσιες εμφανίσεις, τότε ήταν που έπαιρνε το προβάδισμα ο ρεβιζιονισμός. Με αποτέλεσμα να κερδηθούν από το ρεβιζιονισμό τα περισσότερα παιδιά αντιρεβιζιονιστών 1ης γενιάς που συμπαθούν τον κομμουνισμό και, πρωτίστως, οι νέες γενιές του ελληνικού λαού να γνωρίζουν ότι «κομμουνιστής» είναι βασικά ο ρεβιζιονιστής και απολογητής του σοσιαλιμπεριαλισμού και, σήμερα, του ρώσικου ιμπεριαλισμού…

Ας είμαστε, λοιπόν, ξεκάθαροι. Περιορισμός του ζητήματος των αντιρεβιζιονιστών της Τασκένδης σε ιστορικό ζήτημα δεν χρειάζεται να γίνεται και εκτός του επίσημου φορέα του ρεβιζιονισμού. Μπορεί, φυσικά, να γίνεται, αρκεί… «να μη χτυπηθεί το κόμμα». Εδώ έρχεται και δένει το περιορισμένο τιράζ πρωτοβουλιών σαν το εν λόγω βιβλίο, που εύκολα «τυλίγονται», όχι μόνο από συλλέκτες αλλά και το ρεβιζιονισμό (Έχουμε περάσει σε πιο εξελιγμένο στάδιο από την εποχή που βιβλία σαν του Μήτσου Πάνου ή το τελευταίο του Κεπέση προκαλούσαν ταραχή). Αντίθετα, αν μπορεί να γίνεται λόγος για «δικαίωση» των αντιρεβιζιονιστών της Τασκένδης, ίδρυση νέου Κ.Κ. θα είναι αυτή. Τίποτε άλλο. Αυτός ήταν ο στόχος τους σε οργανωτικό επίπεδο (με ή χωρίς τα μέλη και φίλους του σημερινού «ΚΚΕ» – κάτι το δευτερεύον, και το οποίο έπεται), και φυσικά όχι ως αυτοσκοπός, αλλά με πολιτικό πλαίσιο:  μεταξύ άλλων στοιχειωδών προϋποθέσεων για να είναι κανείς επαναστάτης – τον αντισεχταρισμό και τα πολιτικά μέτωπα με ανεξάρτητη υπόσταση, και τον πλήρη και όχι μονόφθαλμο (πολλώ δε μάλλον για… συναισθηματικούς λόγους) αντιιμπεριαλισμό: εν ολίγοις, την με κάθε τρόπο αποφυγή του να αποτελούμε αντικείμενο αξιοποιήσης από τον ιμπεριαλισμό. Πράγματα, δηλαδή, εξαιρετικά επίκαιρα.

Μάο Τσε Τουνγκ: Στρατιωτικά Απομνημονεύματα (εφημερίδα ΚΚΕ «Δημοκρατικός», 1950)

«Το ΚΚ της Κίνας πάλεψε ένοπλα τριάντα χρόνια. Και μια βασική προϋπόθεση της νίκης του είνε ότι σωστά, μαρξιστικά-λενινιστικά, δημιουργικά, στις συγκεκριμένες κινεζικές συνθήκες εφάρμοσε την ταχτική αυτή αρχή, έπιασε το ιδιαίτερο, το κινεζικά ιδιόμορφο μέσα σ’ όλες τις φάσεις που πέρασε η κινεζική επανάσταση στη μακρόχρονη πορεία της. Το ΚΚ της Κίνας ανάπτυξε και διεξήγαγε έναν «πόλεμο χωρικών» σε συνδυασμό με την πάλη του κινέζικου προλεταριάτου και κάτω από την ηγεμονία του. Εξασφάλισε στην επανάσταση αυτή, που μια βασική ιδιομορφία της είνε και το ότι απτο χωριό, βασικά, άπλωνε προς τις πόλεις, που κατείχαν οι ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι πράχτορες και συνεργάτες τους, εξασφάλισε την ηγεσία του ΚΚΚ, δημιούργησε το λαϊκό-απελευθερωτικό στρατό, αντιτάχτηκε νικηφόρα στη γιαπωνέζικη εισβολή. Μέσα στην πάλη αυτή σφυρηλατούσε τη λαϊκή ενότητα, τραβόντας σ’ αυτήν όχι μόνο τα μικροαστικά στρώματα μα και την εθνική προοδευτική αστική τάξη, ξεσκέπαζε έτσι και απομόνωνε τη γκομιντανική αντίδραση. Και όταν συντρίφτηκαν απτό Σοβιετικό Στρατό ο γιαπωνέζικος μιλιταρισμός και οι κύριες δυνάμεις του στη Μαντζουρία, απόκρουσε τη γκομιντανική-αμερικάνικη επίθεση, πέρασε σε γενική, στρατηγική αντεπίθεση, σύντριψε τον Τσαγκ-Κάι-Ση και τους αμερικάνους αφέντες του και εξασφάλισε τη νίκη του λαού, την εγκαθίδρυση στην Κίνα της λαϊκής δημοκρατίας. Η κινέζικη αυτή πείρα είχε στο 2ο ένοπλο αγώνα μας και έχει και σήμερα και για μας εξαιρετική σημασία».

(Ν. Ζαχαριάδης, Προβλήματα Καθοδήγησης στο ΚΚΕ, 1952, σ.127-128).

***

Διάφοροι όψιμοι «ζαχαριαδικοί»-«σταλινικοί» ή «αποκαταστάτες» των Στάλιν-Ζαχαριάδη (που, όμως, ταυτόχρονα καταδικάζουν ανοιχτά τη στρατηγική τους, τις πολιτικές συμμαχίες τους, αλλά και τις αρχές τακτικής που ο ίδιος ο Στάλιν διατύπωσε) αποπειρώνται παράλληλα να διαστρεβλώσουν την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, μειώνοντας ή και συκοφαντώντας την επαναστατική εμπειρία του κινεζικού λαού, ενίοτε αντιπαραβάλλοντας ανταγωνιστικά το Στάλιν με το Μάο αλλά και κρύβοντας τη στάση του μεταπολεμικού κομμουνιστικού κινήματος έναντι της Κίνας ή και την εμπειρία του πρώτου (στις ευρωπαϊκές ΛΔ) σε όσα έμοιαζε με την κινεζική εμπειρία, ώστε η τελευταία να παρουσιαστεί «δεξιά», «οπορτουνιστική», «μικροαστική», «αντισοβιετική» μπλα μπλα μπλα. Σε αυτό ενώνονται «ανανεωτές»(για άλλους λόγους και με άλλα συμπεράσματα), μπρεζνιεφικό σημερινό ΚΚΕ αλλά και κάποιοι από το μ-λ κίνημα (επηρεασμένοι από τον προσωπικό αντιζαχαριαδισμό του Π.Δανιηλίδη και «χοτζικοί»). Οι τελευταίοι – για τους αντίθετους λόγους οι μεν από τους δε –, δίνουν αντιδιαλεκτικά έμφαση στην πτυχή ασυνέχειας του κομμουνιστικού κινήματος μετά το 1956, είτε για να παρουσιαστούν οι ίδιοι ως κάτι το νέο (σε αντιστοιχία και με την απόσπαση της μικροαστικής τάξης από την εργατική και την τάση για ανεξάρτητη από αυτή πολιτική έκφραση όταν ο ιμπεριαλισμός, μεταξύ ’50-’70, της έριξε κάποια ψίχουλα, πράγμα που στη Δύση γέννησε και έναν νεανικό «αντισταλινικό μαοϊσμό»), είτε δογματορεβιζιονιστικά για να μειώσουν την ανάγκη για κάτι αντίστοιχο με την ζωή, η οποία έχει πρόσθετες και πιο σύνθετες εμπειρίες, ιδίως το βάρος από την παρουσία και επικράτηση  του ρεβιζιονισμού (συμπίπτοντας έτσι με τους μπρεζνιεφικούς, όπως θα δούμε). Όλοι, όμως, οι παραπάνω κατασκευάζουν έναν «αντιμαοϊκό ζαχαριαδισμό» και έναν «αντιζαχαριαδικό μαοϊσμό» (ενίοτε, στην Ελλάδα, με τη βοήθεια της KGB, αλλά και βοηθώντας την τελευταία, ως διανομείς της επιστολογραφίας της με ψεύτικο αποστολέα – βλ.πλαστές επιστολές Ζαχαριάδη).

Ωστόσο, η ιστορική πραγματικότητα τούς διαψεύδει. Παρατίθενται ακολούθως οι σύνδεσμοι με τις διάφορες μπροσούρες του Μάο και της μαοϊκής περιόδου της ΛΔ Κίνας (αλλά και για την ΛΔ Κίνας) που επί Νίκου Ζαχαριάδη (ακόμα και την περίοδο του ΔΣΕ) το επαναστατικό-ζαχαριαδικό ΚΚΕ εξέδιδε:

Μάο Τσε Τουνγκ:  Στρατηγικά Προβλήματα του Επαναστατικού Πολέμου της Κίνας (Ελεύθερη Ελλάδα, Γενάρης 1949)

Μάο Τσε Τουνγκ: Η δικτατορία της Λαϊκής Δημοκρατίας (Ελεύθερη Ελλάδα, Ιούλης 1949)

Σιαο Χουα: Στοιχεία για τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της Κίνας (εκδόσεις Ελεύθερη Ελλάδα, Σεπτέμβρης 1949)

Η Νέα Κίνα (Εκδοτικό ΚΚΕ «Νέα Ελλάδα», Δεκέμβρης 1950)

Μάο Τσε Τουνγκ: Σχετικά με την Πράξη (Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», Φλεβάρης 1951)

Πώς Νίκησε ο Κινέζικος Λαός (Εκδοτικό ΚΚΕ «Νέα Ελλάδα», Αύγουστος 1951)

Μάο Τσε Τουνγκ: Σχετικά με την Πράξη / Σχετικά με την Αντίφαση (Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», Αύγουστος 1952)

“Εμπρός, για Νέες και Μεγαλύτερες Νίκες” (Εκδοτικό ΚΚΕ “Νέα Ελλάδα”, Μάρτης 1953)

Γκ. Αστάφιεφ: Η Βιομηχανική Ανάπτυξη της Κίνας (Εκδοτικό ΚΚΕ «Νέα Ελλάδα», Οκτώβρης 1953)

Δεν είναι, όμως, μόνο ότι το επαναστατικό ΚΚΕ και ιδιαίτερα ο Νίκος Ζαχαριάδης τόνιζαν τη σημασία της κινεζικής εμπειρίας και για το ελληνικό κίνημα, όχι μόνο στα στρατιωτικά και στρατηγικά ζητήματα, αλλά και στα ζητήματα φιλοσοφίας και τακτικής. Το ζήτημα αφορά το σήμερα. Δεν είναι τυχαία η πρόσφατη επίθεση των εν Ελλάδι μπρεζνιεφικών, που «εξοργισμένοι» βλέπουν – όλως τυχαίως μετά από μια σειρά εκλογικών ηττών όσων (εξίσου αντιμαοϊκών) «αδελφών» τους είχαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αντέξει μετά το 1989 – να κλείνει ένας κύκλος. Γι’ αυτό και λυσσασμένα πασχίζουν, φέρνοντας στα μέτρα τους την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, να φέρουν στα μέτρα του αποστειρωμένου «μαρξισμού-λενινισμού» τους και νέους ανθρώπους, που αφήνουν σιγά-σιγά εξίσου στείρες ιδέες και έρχονται σε επαφή με τον μαρξισμό-λενινισμό (και στους οποίους καλλιεργούν τα χειρότερα κουσούρια).

Συγκεκριμένα, προσπαθούν να μειώσουν τη σημασία του Μάο Τσε Τουνγκ και της κινεζικής εμπειρίας και να την αντιπαραβάλλουν ανταγωνιστικά με το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα των ΛΔ και της ΕΣΣΔ του Στάλιν, από τη σκοπιά της δήθεν αποκλειστικότητας της αντίθεσης «κεφάλαιο-εργασία» και από μια οπτική «Η οικονομία στο τιμόνι» (για να γεννήσουν βέβαια μόνο το ερώτημα «τότε ποια επαναστατικά χαρακτηριστικά ανακτούν;»). Ωστόσο, αυτή η «αποκλειστικότητα» δεν αξίζει καν τον χαρακτηρισμό «μαρξισμός της Α’ δημοτικού». Γιατί ακόμα και τα πιο βασικά κλασικά μαρξιστικά και τριτοδιεθνιστικά κείμενα δεν είναι τόσο απλοϊκά. Η εμμονή στην δήθεν «αποκλειστική» αυτή αντίθεση, απλούστατα, δεν είναι μαρξιστική και, ως τέτοια, δεν αντιστοιχεί με την (πολύ πιο σύνθετη) πραγματικότητα, ιδίως την ελληνική. Έτσι, οδηγεί μόνο στην παρακμή. Δεν πρόκειται για ρεφορμισμό, όπως λένε κάποιοι. Καραμπινάτος ρεβιζιονισμός είναι: «Χτίζω» ή «διατηρώ» κάτι (ας πούμε μόνο «μπράβο» κι ας μη σταθούμε εδώ στο «πώς» ή στο «τι δεν αφήνω να χτιστεί»), αλλά και «γκρεμίζω» ταυτόχρονα, κάνοντάς το αποστειρωμένο, λείο, χωρίς αιχμές – απολίτικο. Μιας και όμως μιλάμε και για την ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αξίζει να αναφερθεί ότι, από αυτό, χαρακτηριζόταν ως και προβοκατόρικη αυτή η «εμμονή», καθότι αξιοποιήσιμη από τον ταξικό αντίπαλο.

Αφού δεν φτάνουν οι παραπάνω σύνδεσμοι, παρατίθενται ακολούθως και τα «Στρατηγικά προβλήματα του επαναστατικού πολέμου της Κίνας» του Μάο, όπως δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες στην («λάιτ», κατά τους σημερινούς επαναστάτες επανασυγγραφείς της ιστορίας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος) εφημερίδα «Δημοκρατικός», την πρώτη νόμιμη εφημερίδα που το ΚΚΕ εξέδωσε (με εκδότη το μέλος της Κ.Ε. του Διονύση Ι. Χριστάκο) μόλις το 1950 (λιγότερο από ένα χρόνο από τη στρατιωτική ήττα – το 1ο φύλλο βγήκε στις 17/8/1950) και το μοναρχοφασιστικό καθεστώς έκλεισε το 1951 (5/1). Για να σταθούμε μόνο στο έλασσον, το κείμενο, όπως θα δει κανείς, είναι στην… καθαρεύουσα. Ακόμα, δηλαδή, και με την καθαρεύουσα το ζαχαριαδικό ΚΚΕ αναδείκνυε το Μάο (και γενικά όλη την επαναστατική γραμμή του). Αυτό όμως, δεν γινόταν επειδή και ο Ζαχαριάδης το 1945 (ως «άλλος Μάο», κατά τους μπρεζνιεφικούς – για την ακρίβεια, «χειρότερα»), αναφερόταν σε «πατριώτες και τίμιους βιομηχάνους και εμπόρους» ή προσδοκούσε «ωρίμανση και ιδεολογικά-ψυχολογικά και για τη σοσιαλιστική μεταβολή» των μικροαστικών στρωμάτων και μέρους από τα μεσοαστικά στις πόλεις. Ας μείνουμε εδώ όμως. Με ενθουσιασμό προαναγγέλλεται η επικείμενη δημοσίευση των στρατιωτικών απομνημονευμάτων του Μάο στα τρία φύλλα του «Δημοκρατικού» που προηγήθηκαν αυτής.

Ν. Ζαχαριάδη: Το Λιμάνι του Πειραιά (02/10/1945)

Στην πολιτική, για να έχεις επιτυχίες, πρέπει να εντοπίζεις το ιδιαίτερο στοιχείο κάθε φορά, να το αναδεικνύεις και, με βάση αυτό, να θέτεις στόχους που, έστω και μερικώς αν επιτευχθούν, μπορούν να αλλάξουν ποιοτικά την κατάσταση υπέρ σου. Σε διαφορετική περίπτωση, ο ξερός σχολιασμός της επικαιρότητας με γενικούς όρους, όχι μόνο σε καθιστά ένα καρμπόν, εύκολα εντοπίσιμο και αδιάφορο, αλλά και μέρος του προβλήματος, αφού αφήνεις στο απυρόβλητο τον κάθε φορά ευνοούμενο και την ιδιαίτερη επίδρασή του στη διαμόρφωση της γενικής κατάστασης.

Χαρακτηριστικό των παραπάνω είναι η αντίδραση πολλών ανθρώπων από διάφορους χώρους της αριστεράς και του επαναστατικού χώρου γενικότερα. Το πρόσφατο προδιαγεγραμμένο έγκλημα στην Κόσκο, με τη θανάτωση του 46χρονου εργαζόμενου Δημήτρη Δαγκλή, περιγράφτηκε από πολλούς με τους συνήθεις όρους, ωσάν να επρόκειτο για οποιαδήποτε άλλη ξένη ή μη επιχείρηση και επένδυση, για οποιαδήποτε άλλη περίοδο, ακόμα και πριν το μνημόνιο.

Φυσικά, ίδιος είναι ο θάνατος ενός εργαζόμενου εν ώρα εργασίας, σε όποιο αφεντικό κι αν δουλεύει. Εντούτοις, δεν μπορούμε να αγνοούμε το συγκεκριμένο αφεντικό για τον οποίο σκοτώθηκε ένας εργαζόμενος. Γιατί δεν είναι μια ακόμα καπιταλιστική επιχείρηση η Κόσκο στον Πειραιά. Κι αυτό για τους εξής λόγους: Πρώτον, επειδή η Κόσκο στον Πειραιά έχει ειδικό ρόλο στην ακραία – σε σημείο δολοφονίας –  καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων στην ελληνική αγορά εργασίας. Είναι, θα έλεγε κανείς, εδώ και 10 περίπου χρόνια, το προπύργιο της εφαρμογής και διάδοσης των αντεργατικών μέτρων. Μάλιστα, χρησιμοποιείται και από τους κάθε λογής «επενδυτολάγνους» για να νομιμοποιήσουν (πράγμα που έχουν ήδη πετύχει στην κοινωνία) το «μην κουνιέστε, για να’ρθουν ξένες επενδύσεις».

Δεύτερον, επειδή η αναμενόμενη δολοφονία του Δημήτρη Δαγκλή σημειώθηκε λίγο καιρό αφότου ή Κόσκο εξαγόρασε άλλο ένα 16% (φτάνοντας το 67% πλέον του ΟΛΠ) χωρίς καν να υλοποιήσει της επενδύσεις που προβλέπονταν στη σύμβαση «παραχώρησης». Ήρθε, δηλαδή, για να βαθύνει ακόμα περισσότερο την εξάρτηση της χώρας από τον ιμπεριαλισμό (τους διάφορους ιμπεριαλισμούς) με ακόμα πιο ταπεινωτικούς όρους.

Τρίτον, όμως, και κυριότερο, επειδή η επένδυση αυτή του κινέζικου σοσιαλ-ιμπεριαλισμού, έχει κομβική σημασία για τη διείσδυσή του στην Ευρώπη και τον εμπορικό έλεγχο αυτής (με παράλληλη «εξαγωγή» και των εργασιακών συνθηκών που επικρατούν στην έδρα του).

Αυτό σημειώνεται, γιατί, ακόμα και υπέρ της «επενδυσάρας» αυτής να ήταν κανείς, κανονικά θα έπρεπε να ζητήσει τα στοιχειώδη: σεβασμό της εργατικής νομοθεσίας, υλοποίηση των συμφωνηθέντων, ανταλλάγματα (εκατέρωθεν) για την καραμπινάτη αυτή διευκόλυνση στο «ρίξιμο» των Ευρωπαίων. (Φυσικά, δεν είναι τέτοιος ο ρόλος της ηγέτιδας τάξης στην Ελλάδα, να ζητά. Γράφεται μόνο για να αναδείξει τον ακόμα πιο εθελόδουλο χαρακτήρα της).

Δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς στον όρο «κινέζικος ιμπεριαλισμός» ή «σοσιαλ-ιμπεριαλισμός», ούτε αν ο κινεζικός είναι ο πιο ειρηνικός επί του παρόντος ιμπεριαλισμός (και, άρα, εκεί να αποδώσουμε την προαναφερθείσα αφωνία των παραπάνω). Το να μην αναδεικνύει όμως ότι πρόκειται για αποικιοκρατική σύμβαση και να στέκεται στο «ταξικό» του ζητήματος της δολοφονίας εργαζομένου σε μια ακόμα καπιταλιστική επιχείρηση, όχι μόνο κρύβει έναν ολόκληρο ιμπεριαλισμό και τον σχεδιασμό του εναντίον άλλων ιμπεριαλισμών (απεικονίζει, δηλαδή, στρεβλά τον σημερινό κόσμο και το ρόλο της χώρας του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ίδια τα καθήκοντα που θέτει στον εαυτό του), αλλά εν τέλει λειτουργεί και αντι-ταξικά, αφού δεν αναδεικνύει ότι αυτή η «επένδυση» λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη «επένδυση» ή καπιταλιστική επιχείρηση της γειτονιάς, νομιμοποιώντας την παντού.

Με βάση τα παραπάνω, δεν είναι να απορεί κανείς γιατί κανένας από τους προαναφερθέντες πολιτικούς χώρους δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να χρησιμοποιήσει το (προμνημονιακό ακόμα) σύνθημα: «Έξω η Κόσκο», που ενίοτε ξερά λέει, ανάμεσα στα πολλά άλλα («καίγοντάς» το), για να αναδείξει στην ελληνική κοινωνία τον πανευρωπαϊκό αν όχι παγκόσμιο ρόλο αυτής της επένδυσης, αλλά και την αντίληψή του ίδιου για το ρόλο του λιμανιού του Πειραιά, που δεν είναι μόνο τοπικός.

Με αφορμή τα παραπάνω, παρατίθεται ένα απόσπασμα από την εισήγηση του Νίκου Ζαχαριάδη στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ το 1945 για το ρόλο του λιμανιού του Πειραιά, θίγοντας παράλληλα και το ζήτημα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης (για λόγους συντομίας, εδώ δεν θα θιχτεί η πρόσφατη απόκτησή του από τον Σαββίδη και τον ρώσικο ιμπεριαλισμό). Φυσικά, αν δεν αναφερόταν το όνομά του, σίγουρα θα κατηγορούταν από πολλούς από τους προαναφερθέντες χώρους για φιλοπαραγωγικισμό, για λαϊκισμό (αφού θίγει και το ζήτημα της αργομισθίας), ακόμα ίσως και για επιδίωξη «ενίσχυσης των ιμπεριαλιστικών χαρακτηριστικών του ελληνικού καπιταλισμού» (που ‘λέγε τροτσκιστικά κι ένα συνέδριο το 2005). Κάποιοι εύκολα ίσως αντιτάξουν ότι τα συγκεκριμένα ο ΝΖ τα έλεγε αφού μίλαγε για το πώς θα είναι ο Πειραιάς επί λαϊκής δημοκρατίας, άρα, «δεν είναι το ίδιο». Μα ακριβώς, όμως, για να κάνει κανείς ελκυστική τη λαϊκή δημοκρατία πρέπει να μιλά συγκεκριμένα για την αντίληψή του, κι όχι απλώς να γενικολογεί, βάζοντας, συν τοις άλλοις, δέκα θαυμαστικά σε κάθε πρόταση και «ζήτω».

**

Ν. Ζαχαριάδη: Το Λιμάνι του Πειραιά (02/10/1945)

Θα ‘θελα να σταθώ ξεχωριστά στο ζήτημα του λιμανιού του Πειραιά. Οι παρακάτω γνώμες αποκρυσταλλώθηκαν τελικά ύστερα από σχετική συζήτηση με το συναγωνιστή Κιτσίκη.

Για να δοθεί απάντηση στο πρόβλημα σωστή, θα πρέπει πριν ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα: Το λιμάνι του Πειραιά πρόκειται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας Ελλάδας με μια πνιγμένη οικονομία ή θα ‘ναι το λιμάνι μιας Ελλάδας με μια γρήγορη εκβιομηχάνιση και με βαλκανική προοπτική;

Και στην πρώτη ακόμα περίπτωση το σημερινό λιμάνι δε μπορεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της Ελλάδας και δε μπορούσε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες και πριν. Αυτό πια ήταν από χρόνια γνωστό και γι’ αυτό έγιναν πολλές μελέτες από το 1925 και δώθε.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του σημερινού λιμανιού του Πειραιά;

1)Η στενότητα χώρου, η στενότητα της λιμενικής ζώνης. Καμιά δυνατότητα λιμενικής ανάπτυξης και ανάπτυξης συγκοινωνιακών μέσων, που είναι τόσο απαραίτητα για ένα μεγάλο λιμάνι σαν του Πειραιά.

2)Έλλειψη σαφούς τύπου. Το λιμάνι του Πειραιά δε μπορεί να καθοριστεί ούτε σαν βιομηχανικό ούτε σαν εμπορικό.

Οι μελέτες που έγιναν από το 1925 κ’ εδώ από τον Κέλενεκ και από δικούς μας και από τον ιταλό λιμενολόγο Κάλι, όλες ξεκίνησαν από τη διαπίστωση ότι το σημερινό λιμάνι δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της χώρας. Μα όλες έγιναν κάτω από την πίεση τοπικών κομματικών συμφερόντων, αντιλαϊκών πολιτικών και οικονομικών συνθηκών και δεν έλυσαν το πρόβλημα του λιμανιού του Πειραιά, γιατί το αντιμετώπιζαν πάντα στενόψυχα, στενόκαρδα.

Στη δεύτερη περίπτωση, στην περίπτωση δηλαδή που θα ξεκινήσουμε με την προοπτική μιας Ελλάδας με παραγωγική δραστηριότητα, εκβιομηχάνιση και με βαλκανική προοπτική, τότε όχι μονάχα το λιμάνι του Πειραιά αποκτά μια σημασία παμβαλκανική, μεσογειακή, γενικότερη, μα σε ένα βαθμό ακόμα μεγαλύτερο και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, που κάτω από πιο πλατιές προϋποθέσεις βαλκανικής οικονομικής συνεργασίας, θα μπορεί και θα πρέπει να γίνει το πρώτο λιμάνι όχι μονάχα της Ελλάδας μα και της Βαλκανικής, ίσως ακόμα και όλης της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Οι γερμανοί κιόλας είχαν αντιμετωπίσει και είχαν μελετήσει το πρόβλημα της σύνδεσης του λιμανιού Θεσσαλονίκης με το Αμβούργο με υδάτινο δρόμο: Έλβα, Δούναβη, Μοράβα, Αξιό, κανάλι Θεσσαλονίκη. Ο καθηγητής των λιμενικών στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου Agatz το 1941 κατέβηκε στην Ελλάδα ειδικά για τη μελέτη αυτού του προβλήματος.

Η σημασία που θα πάρουν τα λιμάνια της Ελλάδας μέσα σε μια λαϊκή δημοκρατική Ελλάδα και με βαλκανική ενδοχώρα διαφαίνεται ακόμη από μια είδηση που ίσως να έμεινε απαρατήρητη: ότι έγινε η σύνδεση των σιδηροδρομικών γραμμών Βαλτικής και Βουλγαρίας. Και αυτές οι γραμμές που θα φτάνουν ως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα θα καταλήξουν στη Θεσσαλονίκη και μπορεί να οδηγήσουν ως τον Πειραιά.

Για το λιμάνι του Πειραιά τι πρέπει να γίνει;

1)Οπωσδήποτε πρέπει να αποχτήσει ευρυχωρία. Αυτό σήμερα είναι ευκολότερο από κάθε άλλη φορά, γιατί η απαλλοτρίωση  του χώρου δε σκοντάφτει στα τοπικά συμφέροντα εφοπλιστών και άλλων. Οι βομβαρδισμοί ευκολύνουν να απαλλοτριωθεί μεγάλος χώρος και η απαλλοτρίωση πρέπει να γίνει και να προχωρήσει αποφασιστικά και γενναία, έτσι που να εξασφαλιστεί ευρύχωρη λιμενική ζώνη στο λιμάνι του Πειραιά.

2)Να γίνει σαφής καθορισμός του τύπου του λιμανιού. Αυτό είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί αν με την απομάκρυνση του Βασιλειάδη και τη μεταφορά του προς τον Άη Γιώργη (Κερατσίνι), το σημερινό λιμάνι μείνει σαν εμπορικό λιμάνι και στον Άη Γιώργη και πέρα εγκατασταθεί και διαμορφωθεί το λιμάνι το βιομηχανικό με τη συγκέντρωση της βιομηχανίας ναυπηγείων, αλευροβιομηχανίας με σιλό, νηοδόχες με δεξαμενή. Προς τα κει κιόλας έχει εγκατασταθεί και η βιομηχανία λιπασμάτων.

Στη δεύτερη περίπτωση Ελλάδας βιομηχανοποιημένης και με βαλκανικές δυνατότητες, που θα χρειαστεί ένα λιμάνι με μεγάλη και άνετη βιομηχανική ζώνη, τότε τις τουριστικές ανάγκες θα μπορούσε να τις ικανοποιήσει ένα τμήμα του όρμου του Φαλήρου, που θα μετασχηματιστεί σε τουριστικό λιμάνι.

Και τώρα, λίγα λόγια για τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιά. Όπως είναι γνωστό, ως τα 1930, δεν υπήρχε κρατικός οργανισμός του λιμανιού. Το 1911 ιδρύθηκε η Λιμενική επιτροπή, μα μόνο το 1925 ένας δραστήριος έμπορος του Πειραιά, ο Καλιμασιώτης, σαν πρόεδρός της κατορθώνει να περιορίσει τις λωποδυσίες και τις βρωμιές στο λιμάνι του Πειραιά, που το εξέθεταν σε όλον τον κόσμο και ν’ αρχίσουν από τη γαλλική εταιρία Hersent λιμενικά έργα και κυρίως τα πρώτα κρηπιδώματα.

Το 1930, ο Βενιζέλος ιδρύει τον ΟΛΠ. Για την καλύτερη οργάνωσή του έστειλε έξω το Σολωνάκη να μελετήσει την οργάνωση των μεγάλων λιμανιών της Γερμανίας (Αμβούργου, Βρέμης κ.ά.). Μα ακόμα ο Βενιζέλος ο ίδιος μετέβαλε τον ΟΛΠ σε κέντρο κομματικής ρουσφετολογίας, αργομίσθων και τραμπούκων. Αυτό επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο με το κόμμα των λαϊκών και την 4η Αυγούστου. Έτσι, γρήγορα ο ΟΛΠ παρουσίασε μια κατάσταση αποσύνθεσης, βρωμιάς, λωποδυσιών και ρεμούλας.

Είναι γνωστά τα όργια του προέδρου του ΟΛΠ Γεννηματά, που τον διόρισε το λαϊκό κόμμα και για να μείνει επί 4ης Αυγούστου δέχτηκε να γίνει άξιο όργανό της, καθώς επίσης και τα όργια του ιδιαίτερου του Γιάννη Μεταξά, του Γεράσιμου Μεταξά, που είχε, σαν αργόμισθος του λιμένος Πειραιά, τη θέση διευθυντού του προσωπικού για να αλωνίζει και να απολύει κατά τα συμφέροντα της 4ης Αυγούστου. Για να φανεί καθαρά η κατάσταση που παρουσίαζε ο ΟΛΠ στα τελευταία χρόνια πριν και κατά την 4η Αυγούστου, αναφέρουμε ότι ο ΟΛΠ είχε τρεις χιλιάδες μονίμους εργάτες και 2.000 υπαλλήλους. Ανάμεσα στους υπαλλήλους του υπήρχαν 24 γιατροί, που ανάμεσα σ’ αυτούς οι 11 ήταν μαιευτήρες. Ανάμεσα ακόμα στους γιατρούς του ΟΛΠ ήταν και ο συφιδολόγος γιατρός Δουλγεράκης, που καταδικάστηκε στην υπόθεση των καταχρήσεων του περίφημου Γάτου.

Ύστερα απ’ αυτό, καταλαβαίνουμε πως ο ΟΛΠ, χωρίς να πραγματοποιεί κανένα σοβαρό έργο για το λιμάνι, από τα έσοδά του δεν εκάλυπτε τα έξοδά του και έκλεισε την περίοδο 1931-1938 με έλλειμμα.

Επί εμπορικής κινήσεως από 1931-38 20.249.000

Έσοδα 1.678.000.000

Έξοδα 1.788.000.000

Έλλειμμα 110.000.000

Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η λαϊκή δημοκρατία θα φκιάσει το λιμάνι του Πειραιά έτσι όπως το χρειάζεται η Ελλάδα.

Ν. Ζαχαριάδη: Για τη συνεργασία των δημοκρατικών δυνάμεων (04/12/1955)

48 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του Νίκου Ζαχαριάδη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πλέον ο Νίκος Ζαχαριάδης τιμάται από πολλούς περισσότερους από ό,τι πριν από 20 χρόνια. Ακόμα και από όσους τιμούν ακόμα περισσότερο τους δολοφόνους του, υιοθετώντας ως και την εκδοχή τους για το θάνατό του. Γιατί μόνο όποιος καταπίνει αμάσητα τα όσα λέει μία μυστική υπηρεσία μεγάλης δύναμης μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης αυτοκτόνησε. Τον αποπολιτικοποιεί μια τέτοια εκδοχή και αυτό είναι ό,τι ακριβώς θέλουν οι πολιτικοί απόγονοι των διωκτών του και οι μεγάλες δυνάμεις. Οι οπαδοί της (εκδοχής της) αυτοκτονίας πρακτικά λένε ότι ο Ζαχαριάδης, με 50ετή πολιτική εμπειρία, δεν μπορούσε να κατανοήσει τι σήμαιναν τα γεγονότα της Νομικής, η μαζική αυτή αντιδικτατορική εκδήλωση 6 μήνες πριν «αυτοκτονήσει»· μας λένε ότι δεν είχε πάρει μυρωδιά τις συνεννοήσεις αστών και ρεβιζιονιστών ηγετών για το μεταπολιτευτικό σκηνικό της Ελλάδας (που δεν χωρούσε ένα μαζικό επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα με το Ζαχαριάδη επικεφαλής). Όλοι αυτοί, κρίνοντας εξ ιδίων μάλλον, φτιάχνουν έναν Ζαχαριάδη που τάχα δεν έβλεπε ότι μια μεταπολίτευση ερχόταν, και άρα ανοίγονταν εκ νέου προοπτικές να επαναπατριστεί ως ηγέτης μάλιστα κομμουνιστικού κόμματος. Βέβαια, όλοι αυτοί δεν έχουν να πουν τίποτα για το γεγονός ότι το ίδιο το μπρεζνιεφικό «Κ»ΚΣΕ αποδεδειγμένα πια απειλούσε τον Ζαχαριάδη ότι θα έχει την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για ό,τι του συμβεί. Αν είχε «καταρρεύσει ψυχικά» ο ΝΖ, όπως ισχυρίζονται οι οπαδοί της εκδοχής της KGB, τότε δεν θα ενέτειναν τα μέτρα εναντίον του, όπως ο ίδιος κατήγγειλλε το ’72.

Όπως και να ‘χει, η υπόθεση του θανάτου του Ζαχαριάδη δεν είναι απλώς ένα ιστορικό-«οπαδικό» ζήτημα, αλλά αποκαλύπτει και την αδυναμία κάποιων να κάνουν πολιτική με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, να βλέπουν προς τα πού πάνε τα πράγματα και να προσαρμόζουν την τακτική τους. Αν όμως κάναμε προσπάθεια να ξεπεράσουμε αυτή την αδυναμία, δεν θα είχαμε το φαινόμενο να έχουμε πολλούς ζαχαριαδικούς (συμπεριλαμβανομένων των «οπαδών» της εκδοχής της αυτοκτονίας του), αλλά καμία ζαχαριαδική πολιτική οργάνωση. Μία τέτοια οργάνωση είναι σαφώς δύσκολο να προκύψει, πολλώ δε μάλλον αφού έχει χαθεί πολύτιμη πολιτική εμπειρία. Το βέβαιο όμως είναι ότι δεν θα προκύψει με πλειοδοσίες (στα λόγια), με σεχταρισμό, με ύφος «δε σηκώνω μύγα στο σπαθί μου». Αντίθετα, προσγειωμένες εκτιμήσεις τόσο βραχυπρόθεσμου όσο και μεσοπρόθεσμου ορίζοντα που συνδέουν το εσωτερικό της χώρας με το εξωτερικό, πλατύτατες συμμαχίες σε ζητήματα για πρόκληση ρηγμάτων στον αντίπαλο των εργαζόμενων τάξεων και τον ιμπεριαλισμό, οργανωτική ζωή σταθερή και δημοκρατική (που διαχέει τη γνώση και την εμπειρία), σταθερή εξωστρεφή δράση (όχι μεροδούλι-μεροφάι, ούτε με τη λογική του «τερματοφύλακα», αλλά με σχέδιο – και τον κατάλληλο λόγο – για την ανάπτυξη πολιτικών σχέσεων με τις εργαζόμενες τάξεις) και προσοχή στην κοινωνική σύνθεση αποτελούν κάποιες ελάχιστες από τις στοιχειωδέστατες προϋποθέσεις για μία τέτοια οργάνωση, πολιτική οργάνωση. Το χρόνο που μεσολαβεί ως την επόμενη 1η Αυγούστου, όσοι και όσες καταλαβαίνουμε την αξία μίας τέτοιας οργάνωσης (και όχι μιας ακόμα οργάνωσης πλειοδοτούντων), ας αναρωτιόμαστε συχνά αν με τις ιδέες μας και τις πράξεις μας συμβάλλουμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Παρακάτω υπάρχει ένα άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη (όταν βρεθεί το πλήρες κείμενο, θα συμπληρωθεί η ανάρτηση και θα αλλάξει ο τίτλος*) σχετικά με την επικείμενη συγκρότηση μιας πλατύτατης – αδιανόητης για τους σημερινούς «πλειοδοτούντες» – συμμαχίας με συγκεκριμένο στόχο, την απομάκρυνση του Συναγερμού (ΕΡΕ πια) από την εξουσία. Αν και «λίγος» ο στόχος και «προδοσία» η συνεργασία με τον μακελάρη του Δεκέμβρη Παπανδρέου κατά τους πλειοδοτούντες μας, η Δημοκρατική Ένωση, που πήρε την πλειοψηφία των ψήφων του ελληνικού λαού, μπόρεσε και πέτυχε την αποκάλυψη της αμερικανοκρατίας σε ακόμα πλατύτερες μάζες, κινητοποιώντας τις μάλιστα, κατάφερε σε πολιτικό επίπεδο και τη διάσπαση του Κέντρου, και απέδειξε σε όλους ότι την πρωτοβουλία των κινήσεων την είχε η Αριστερά, το ζαχαριαδικό ΚΚΕ συγκεκριμένα, 6,5 μόλις χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου. 20 μέρες μετά, ακολουθούσε η «6η Ολομέλεια»…

***  

Στο φύλλο της στις 4 του Δεκέμβρη, η εφημερίδα «Αυγή» έδωσε περίληψη άρθρου του σ. Ν. Ζαχαριάδη σχετικά με το ζήτημα της συνεργασίας των δημοκρατικών δυνάμεων.

Στην αρχή του άρθρου, ο σ. Ν. Ζαχαριάδης τονίζει ότι η αμερικάνικη πολιτική στην Ελλάδα δημιούργησε μια βαθιά εθνική κρίση, της οποίας βασικά συστατικά είναι η πρωτοείδωτη φτώχεια, οι βλέψεις της Τουρκίας σε βάρος των ελληνικών εδαφών, το Κυπριακό και το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας.

«Η εθνική κρίση – συνεχίζει ο σ. Ν. Ζαχαριάδης – οξύνεται ακόμα πιο πολύ απ’ την προσπάθεια που κάνουν τον τελευταίο καιρό οι αμερικανοί να την συνθλίψουν προετοιμάζοντας και επιβάλλοντας ανώμαλες λύσεις και εξελίξεις. Μια έκφραση της προσπάθειας αυτής είναι και το τελευταίο εκλογικό κατασκεύασμα. Ο εκλογικός νόμος που μαγειρεύεται και που εμπνευστές του είναι οι αμερικανοί βάζει για κύριο σκοπό να εξοστρακίσει από την εκλογική κρίση του λαού τα φλέγοντα ζητήματα της εθνικής ζωής. Και αυτό γιατί υποχρεώνει όλα τα κόμματα σε τέτοια παζαρέματα, συναλλαγές και συμβιβασμούς που απωθούν στη δεύτερη και Τρίτη σειρά τα προβλήματα αυτά. Για να πετύχουν ορισμένα τουλάχιστο απ’ τα πολιτικά κόμματα συνασπισμό δύναμης, που να τους δίνει την ελπίδα να πιάσουν το 25%, θα είναι υποχρεωμένα έτσι είτε αλλιώς να κάνουν τις πιο αλλοπρόσαλλες αλληλοϋποχωρήσεις στις αρχές τους, πράγμα που όχι μόνο νοθεύει αλλά και αλλοιώνει την εθνική σημασία των προσεχών εκλογών.

Αν νοθευτούν ή αποκλειστούν από τη λαϊκή ετυμηγορία τα φλέγοντα εθνικά προβλήματα, τότε αυτό θα σήμαινε πιο μεγάλο βάθαιμα στην κρίση.

Το κύριο πολιτικό πρόβλημα που στέκει σήμερα στο πολιτικό προσκήνιο είναι να ματαιωθεί η εφαρμογή του αμερικάνικου εκλογικού τερατουργήματος. Και αν ακόμα όμως το επιβάλουν, όπως φαίνεται να είναι αποφασισμένοι, πάλι το κατασκεύασμά τους αυτό υπάρχει τρόπος να στραφεί εναντίον τους. Εδώ πρέπει να προσεχτούν οι σκέψεις που συζητούνται σε ορισμένους κύκλους, ότι η εκλογική μάχη από την αντιπολίτευση πρέπει να δοθεί κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, ενάντια στο αμερικάνικο εκλογικό κατασκεύασμα. Αν η αντιπολίτευση, τα κόμματα που πήραν θέση υπέρ της αναλογικής, βάλουν σαν αποκλειστικό εκλογικό ζήτημα μπροστά στο λαό να ψηφίσει στις εκλογές για την καθιέρωση της αναλογικής, τότε είναι βέβαιο ότι θα βρουν σύμφωνη τη μεγάλη πλειοψηφία των εκλογέων. Εδώ μένει να διευκρινιστεί ακόμα ότι τα κόμματα, δηλαδή η παράταξη της αναλογικής, θα πρέπει να κάνει επίσημη και ανοιχτή δήλωση ότι παίρνοντας την πλειοψηφία θα διαλύσει τη βουλή και θα εφαρμόσει τη λαϊκή ετυμηγορία. Θα κάνει δηλαδή μέσα σε τακτές συνταγματικές προθεσμίες καινούργιες εκλογές με την απλή, ανόθευτη αναλογική. Τότε τα κόμματα ή συνασπισμοί κομμάτων θα ‘χουν τη δυνατότητα να εκθέσουν στο λαό τα προγράμματά τους, να βάλουν στην κρίση του τις απόψεις τους για τα φλέγοντα εθνικά ζητήματα και να ζητήσουν την ψήφο του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πιο πάνω σκέψεις που συζητιούνται σε ορισμένους κύκλους εκφράζουν μια σωστή δημοκρατική άποψη και πρέπει να δηλωθεί ότι, αν οι σκέψεις αυτές πάρουν σάρκα και οστά, τότε το παραπέρα ζήτημα για μια τέτοια εκλογική συνεργασία δεν θα σκόνταφτε σε άλλα υπολογίσιμα εμπόδια. Γιατί πρέπει να θεωρείται σαν βέβαιο ότι οι συνεπείς δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας θα μπορούσαν να καλέσουν τους οπαδούς τους να ψηφίσουν αποφασιστικά την παράταξη της αναλογικής, χωρίς οποιαδήποτε άλλη αξίωση, εκτός από τη δήλωση που θα πρέπει να κάνει η παράταξη αυτή ότι, παίρνοντας την πλειοψηφία και σχηματίζοντας κυβέρνηση, ένα άμεσο και κύριο έργο θα έχει αυτή να εκπληρώσει: Να κάνει καινούργιες εκλογές με την απλή αναλογική μέσα σε 40 μέρες.

Χρειάζεται όμως εδώ να πούμε ότι τόσο η αξίωση του κ. Βενιζέλου να προσχωρήσουν όλοι οι αντιπολιτευόμενοι στο δικό του κόμμα, τη ΦΔΕ, όσο και η τελευταία δήλωση του Παπανδρέου ότι θα συνεργαστεί εκλογικά μόνο με όσους αποκρούουν την πολιτική της ίσης φιλίας και μένουν πιστοί στις συμμαχίες της Ελλάδας, ότι αυτά δυσκολεύουν πολύ τη δημιουργία παράταξης της αναλογικής. Διαφαίνεται ότι για μια ακόμα φορά οι γνωστοί παράγοντες της «αντιπολιτευτικής συμπολιτεύσεως» πάνε να τορπιλίσουν μια πατριωτική δημοκρατική συνεργασία, ελπίζοντας φαίνεται ότι η εύνοια των αμερικανών αυτούς θα διαλέξει σαν το έτερο σκέλος του αντιδημοκρατικού δικομματικού συστήματος που επιδιώκουν να επιβάλουν και στην Ελλάδα. Είναι φανερό ότι πρόκειται για αντιδημοκρατικές μανούβρες, που ο λαός τις οσφραίνεται γρήγορα και τις αποκρούει.

Απάντηση σ’ αυτά – γράφει ο σ. Ν. Ζαχαριάδης – είναι η δημιουργία της «Κίνησης Εθνικής Δημοκρατικής Πρωτοβουλίας» από άλλα κόμματα και παράγοντες και της ΦΔΕ και των Φιλελεύθερων.

Αυτοί που πήραν την πρωτοβουλία για το σχηματισμό της – συνεχίζει – ξεκινούν από δημοκρατικές θέσεις που βρίσκουν θερμή απήχηση στο λαό, τόσο στα εσωτερικά όσο και στα εξωτερικά θέματα, όπως φαίνεται από τις διακηρύξεις τους. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λαός θα την ακολουθήσει, αν σταθεί με συνέπεια στις αρχές που υποστηρίζει. Ο λαός θα την ακολουθήσει και θα σταθεί αγωνιστικά στο πλευρό της, οπότε και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να ματαιωθούν ή και να ανατραπούν οι κάθε είδους ανώμαλες εξελίξεις.

Αυτά είναι ακόμα εθνικά πιο απαραίτητα, γιατί ο λαός και τα δημοκρατικά κόμματα πρέπει να είναι έτοιμοι να προλάβουν και να αντιμετωπίσουν την προδοσία στο Κυπριακό, που στα παρασκήνια έχει κιόλας συντελεστεί, μα που δεν ξέρουν ακόμα πώς να την εμφανίσουν, γιατί φοβούνται το λαϊκό ξεσηκωμό.

Υπάρχουν σοβαρές προϋποθέσεις και δυνατότητες για να δοθεί εθνική πατριωτική λύση στην εθνική κρίση που μας δημιούργησαν οι αμερικάνοι και συγκλονίζει τη χώρα. Φτάνει η δημοκρατική ηγεσία του τόπου να σταθεί στο ύψος των λαϊκών προσδοκιών.

Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στον «Λαϊκό Αγώνα», όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας, Σάββατο 10 Δεκέμβρη 1955, χρόνος ΣΤ’, αρ.φ.944, σ.3. * Την ίδια εποχή, στο περιοδικό «Νέος Κόσμος» δημοσιευόταν άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη με τίτλο «Η εθνική κρίση στην Ελλάδα».

Ν. Ζαχαριάδη: Αλλαγή στο τιμόνι (08/02/1955)

Ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» μετάδωσε στις 8-2-55 άρθρο του σ. Νίκου Ζαχαριάδη με τον παραπάνω τίτλο.

Μια ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε την Κυριακή αναφέρει ότι οι Παπανδρέας, Βενιζέλος και Παπαπολίτης συμφώνησαν «πλήρως» για τη συνεργασία τους. «Κοιλοπόνησαν βουνό και γέννησαν ποντίκι». Ταιριάζει επίσης «πλήρως» η λαϊκή αυτή παροιμία για την πιο πάνω περίπτωση.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης στην Τασκένδη

Ο Κάννον με τη ντόπια πλουτοκρατική ολιγαρχία του, αφού στο βρόντο πάσχισαν να σκαρώσουν κάτι το πιο καλό, φαίνεται σα να συμφώνησαν για το «διάδοχο σχήμα». Ο στραταρχικός συναγερμός γκρεμίζεται κατακόρυφα, το βλέπει και ο δραπέτης του συναγερμού Παπανδρέας. Η λύση του ΙΔΕΑ στις σημερινές συνθήκες θα τους δημιουργούσε περισσότερες σκοτούρες από τα οφέλη που θα τους έδινε. Δεν έμενε παρά να ξανακλειστούν ανοιχτά στην αμερικανόδουλη στρούγκα οι παράγοντες εκείνοι που προσφέρονται στον Κάννον σαν οι πιο κατάλληλοι στις δύσκολες αυτές στιγμές. Και μια και τη λύση των εκλογών δεν μπορούν να την αποφύγουν ούτε και να κρατήσουν ατόφιο το συναγερμικό εκλογικό εξάμβλωμα, κατάληξαν στη συγκόλληση Παπανδρέα – Βενιζέλου – Παπαπολίτη και Σία που φαντάζονται ότι τους προσφέρει τις πιο καλές ελπίδες. Έτσι, με δυο πολιτικά συγκροτήματα, το δικομματικό αμερικάνικο ιδανικό, και με εκλογές α λα ΙΔΕΑ, βαυκαλίζονται με το όνειρο ότι θα κρατήσουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Η ανακοίνωση του Παπανδρέα – Βενιζέλου – Παπαπολίτη ξεκαθαρίζει, από μια ορισμένη πλευρά, τα πολιτικά μας πράματα. Τα απαλλάσσει από το «δημοκρατικό κρυφτούλι» που παίζανε μερικοί εμφακελωμένοι πολιτικάντηδες σαν το Βενιζέλο και Παπαπολίτη που με τα «σχέδια» και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις τους για «αντισυναγερμική ενότητα» και «πάλη» πήγαιναν να θολώσουν τα νερά. Μήπως πέρασαν πολλές μέρες που ο Παπαπολίτης απέρριψε τις προτάσεις Παπανδρέα και ο τύπος παρουσίαζε σαν «αγεφύρωτη» τη διάσταση Παπανδρέα – Βενιζέλου; Πότε ήταν ειλικρινείς; Πότε λέγαν στο λαό την αλήθεια; Καμιά φορά! Όλο βυσσοδομούν και μαγειρεύουν ενάντιά του. Αν έχουν και κόκκο δημοκρατικής ειλικρίνειας, γιατί τότε δε δέχονται τη δημοκρατική συνεργασία που τους προσφέρεται χωρίς κομματικές αξιώσεις και φιλοδοξίες; Δε δέχονται, γιατί αυτό προστάζει ο Κάννον. Τώρα, όλες αυτές οι ψευτοαντισυναγερμικές σαπουνόφουσκες της ψευτοαντιπολίτευσης διαλύονται. Και τα πράματα μπαίνουν πιο καλά στη θέση τους. Το σχέδιο Βενιζέλου, που ήταν μια γελοιογραφική προσπάθεια αναβίωσης του πειράματος κυματοθραύστη, απόπειρα να μας σερβίρουν ξαναζεσταμένη την ξινισμένη σούπα του Πλαστήρα, απότυχε. Και ο συνασπισμός Παπανδρέα – Βενιζέλου – Παπαπολίτη, όπου ίσως θα προσκολληθούν και άλλοι της ίδιας φίρμας, υποδείχνει καθαρά ότι την υπόθεση της αναλογικής πάνε να την χαντακώσουν και ότι ο προσανατολισμός είναι προς «κοινοβουλευτικές» στην επίφαση, μα δυναμικές ΙΔΕΑτικές στην ουσία κατευθύνσεις. Είναι περιττό να πούμε ότι και ο χειρισμός αυτός θ’ αποδειχτεί κάλπικος, θα ξετιναχτεί και θα αποτύχει. Γιατί και αυτός έρχεται σε ριζική αντίθεση προς την εκφρασμένη πια θέληση της πλειοψηφίας του λαού.

Οι Παπανδρέας – Βενιζέλος – Παπαπολίτης ονειρεύονται με το «νέο σχήμα» τους, να ελκύσουν την αντισυναγερμική μάζα. Και το νομίζουν αυτό, γιατί φαντάζονται ότι η αντισυναγερμική φρασεολογία τους καλύπτει τον αντισυναγερμικό χώρο. Εδώ είναι που γελιένται οιχτρά. Η θέληση και η απόφαση του λαού δεν είναι μόνον τόσο αρνητική αντισυναγερμική, όσο είναι θετική, δημοκρατική. Και εκφράζεται στο πανελλήνιο σύνθημα: Ριζική αλλαγή! Δημοκρατική αλλαγή στο τιμόνι!

Και αυτό είναι κάτι που το «νέο σχήμα» ούτε μπορεί να το καλύψει, ούτε είναι σε θέση, μα ούτε και του επιτρέπεται από τον Κάννον να το συλλάβει και να το εκφράσει. Γι’ αυτό και το «νέο σχήμα» είναι θνησιγενές. Κρύβει μέσα του το αυτοχαντάκωμά του. Πρώτο, γιατί αγνοεί τη σημερινή λαϊκή ελληνική πραγματικότητα.

Τώρα, ο κύριος Παπανδρέας κοκορεύεται και επικαλείται για να λευκανθεί το ότι ο συναγερμός στη βουλή τον «αντιμάχεται». Ξεχνά φαίνεται ο ταχυδαχτυλουργός ότι βουλευτής βγήκε σα συναγερμικός, πράγμα που δείχνει ότι είχε πολιτική τυφλαμάρα σχετικά με το πολιτικό μέλλον του συναγερμού. Ακόμα, η νέα τριανδρική συμφωνία στηρίζεται σε τραγικές αυταπάτες. Οι εμπνευστές και οι φορείς της πιστεύουν ότι με φαυλοκρατικά αμερικανόδουλα κόλπα, θα μπορέσουν να χαλιναγωγήσουν έναν ορμητικό χείμαρρο που υψώνεται ακατάσχετος απ’ τα λαϊκά κατάβαθα και που στη σημαία του γράφει μια επιταγή: ΡΙΖΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ! Με πρώτο βήμα να φύγει ο Παπάγος. Άμεσες εκλογές με αναλογική.

Δίπλα στις πιο πάνω «ζυμώσεις», οι βδομάδες αυτές χαρακτηρίζονται απ’ το παραπέρα φούντωμα στο λαϊκό ανασηκωμό που στην πορεία του θα μετατρέπεται όλο και πιο πολύ σε λαϊκό ξεσηκωμό. Το μαχαίρι όλο και πιο οδυνηρά χτυπά στο κόκκαλο. Η αντιλαϊκή επίθεση πείνας γενικεύεται ενάντια σ’ όλα τα στρώματα του πληθυσμού, με εξαίρεση μια χούφτα μόνο πλουτοκράτες, μεγαλομεγιστάνες και μονάχα για δικό τους όφελος.

Σαρώνονται τα τελευταία ψίχουλα των λαϊκών ελευθεριών και οργιάζει κυριολεκτικά το χαφιέδικο κράτος της σπιουνιάς, της τρομοκρατίας, της αχαλίνωτης αστυνομικής αυθαιρεσίας. Και πάνω απ’ όλα, ο ατομικός ξολοθρεμός μας απειλεί θανάσιμα κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Οι μανιακοί τυχοδιώκτες της Βάσινγκτον με τα φορεσταλικά κοπέλια τους σαν τον εγκληματία πολέμου Κανελλόπουλο είναι ικανοί για όλα. Και μόνο η στιβαρή λαϊκή χούφτα μπορεί να τους αρπάξει απ’ το σβέρκο και να τους σταματήσει.

Όλα αυτά φουντώνουν το λαϊκό ανασηκωμό. Και καλούν όλους τους πατριώτες και τις πατριώτισσες, στο λαό και στο στρατό, σε ενότητα και δράση.

Πατριωτική ενότητα και δράση απ’ τα λαϊκά κατάβαθα, απ’ τη συνοικία, το εργοστάσιο, το χωριό και τη στρατώνα και ως τις κορυφές.

Πατριωτική ενότητα και δράση για μια ριζική δημοκρατική αλλαγή στην εσωτερική μας πορεία, στην εξωτερική μας πολιτική.

Αλλαγή στο τιμόνι! Αυτό είναι το σημερινό εθνικό πρόσταγμα. Και πρώτη προϋπόθεση γι’ αυτό, για την αλλαγή, είναι: Να ξεσκεπάσουμε και ν’ απομονώσουμε σαν ψωραλέους και λυσσόδηχτους τους διασπαστές και προδότες της λαϊκής ενότητας και πάλης. Και ν’ ανασκουμπωθούμε πιο αποφασιστικά όλοι και να παλέψουμε.

Στις 21-28 του Νοέμβρη, σ’ όλη την Ελλάδα αντιφέγγισε ένα χάραγμα. Μας έδειξε ότι η νίκη υπάρχει γιατί τη θέλει ο λαός. Πρέπει μόνο να ενωθούμε, να παλέψουμε και να την καταχτήσουμε. Και να κονιορτοποιήσουμε και εκλογικά, μ’ ένα ρωμαλέο πατριωτικό συνασπισμό όλων των προοδευτικών δυνάμεων του τόπου τα νεοσχηματικά συγκολλήματα του Κάννον.

Σήμερα, δεν κάνει να χάνουμε ούτε λεφτό. Αν όλοι στον τομέα μας, απ’ τα κάτω ως τα πάνω, κάνουμε το χρέος μας, θα ανατρέψουμε όλα τα σχέδια των εχθρών του λαού, όσο σκοτεινά κι αν είναι. Φτάνει ο κάθε έλληνας και ελληνίδα να κουνήσει το δαχτυλάκι του και καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να αντιβγεί στη λαϊκή θέληση και απόφαση: Αλλαγή στο τιμόνι.

Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στον «Λαϊκό Αγώνα», Όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας, Χρόνος Ε’, αρ.φ. 849, Σάββατο 19 Φλεβάρη 1955, σ.1. Διορθώσεις ορθογραφικές και σε σημεία στίξης parapoda.

Ν. Ζαχαριάδη: Να πραγματοποιηθεί η λαϊκή επιταγή (05/12/1954)

65 χρόνια συμπληρώνονται από την “6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ και της ΚΕΕ του ΚΚΕ”. Δεν χρειάζεται πια να σημειωθεί κάτι παραπάνω για αυτή. Σταδιακά, τα τελευταία 20 χρόνια, αναγνωρίστηκε από την πλειοψηφία των αριστερών ανθρώπων στην Ελλάδα ο καταστροφικός της ρόλος για το λαϊκό κίνημα, καθώς περιόρισε τον εκφραστή του, το κομμουνιστικό κίνημα (διασπασμένο πια σε πολλές παρατάξεις) σε περιθωριακή θέση στην πολιτική ζωή του τόπου, ακριβώς τον καιρό που, ως ενιαίο κόμμα (υπό την καθοδήγηση του Ν. Ζαχαριάδη) είχε την πρωτοκαθεδρία των κινήσεων σε αυτή.

Το ουσιαστικό για το λαό ερώτημα δεν έχει να κάνει τόσο με το ποιος είναι ο συνεχιστής του ΚΚΕ εκείνου που υπήρχε ως το Μάρτη του 1956, από οργανωτική σκοπιά, όσο με το ποιος συνεχίζει την πολιτική του κόμματος εκείνου. Και η πολιτική (υποθέτοντας, για να προχωρήσει η συζήτηση, ότι όλοι οι κομμουνιστές θεωρητικά συμφωνούν για την στρατηγική), προϋποθέτει μια ανάλυση, αλλά και συνεπάγεται μια τακτική. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το παρακάτω μικρό άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη, και άλλα, προηγούμενα στη μετεμφυλιακή περίοδο, και ας αναρωτηθούμε: ποια ανάλυση ανάγει στην μορφή του κομματικού και του πολιτικού συστήματος της χώρας και το ρόλο των διαφόρων πόλων του τις αντιθέσεις των ιμπεριαλιστών (άλλος ανερχόμενος και άλλος απερχόμενος), που, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, με τη μία ή την άλλη μορφή και μέθοδο, δρουν στην Ελλάδα; Και μάλιστα παίρνει το ρίσκο να προβεί και σε εκτίμηση για την πιο πιθανή (έστω και εκείνη τη στιγμή) μορφή του προτιμώμενου από τον αντίπαλο πολιτικού συστήματος; Ποιος μπορεί να πει ότι: “Το βασικό και ζωτικό για το λαό και τον τόπο είναι: Όχι ποιος θα κάνει την αλλαγή, μα να γίνει η αλλαγή”, δηλαδή, να μη βλέπει τον εαυτό του ως κάτοχο καρέκλας; Ποιος μπορεί, έστω, να χαρίσει τη μνησικακία στον αντίπαλο, λέγοντας “Ας σηκώσει ο Πλαστήρας τη σημαία της ενότητας, της ανεξαρτησίας, της ειρήνης και της δημοκρατίας κι εμείς θα του ξεχάσουμε ακόμα και το Μπελογιάννη(συνέντευξη ΝΖ στο Ρ.Σ. της Ελεύθερης Ελλάδας-29/10/1952);

Τα ερωτήματα αυτά τίθενται μόνο ενδεικτικά. Είναι, εντούτοις, και μερικώς επίκαιρα, καθώς, με δεδομένη την πολιτική συγκυρία, αγωνία διακατέχει πολλούς να μην αποκομίσει, όπως το 2011, ο Σύριζα οφέλη από τη διογκούμενη λαϊκή οργή κατά της αντιδημοκρατικής και αντιλαϊκής πολιτικής Μητσοτάκη (επιμένοντας, βέβαια, άλλη μια φορά να αδιαφορούν για την αντανάκλαση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο πολιτικό σύστημα και τις προτιμήσεις των ιμπεριαλιστών για το κομματικό σύστημα της προτίμησής τους).

Ας μην σταθούμε τόσο σε όσους “καθαρίζουν” με τα “ή… ή…” ή τερματίζοντας το κοντέρ αριστερά-επαναστατικά-απογειωτικά και άλλα καθόλου “ακραία” αλλά ιδιαίτερα στρογγυλεμένα, αφού δεν έχουν καμία αιχμή. Έχει προ πολλού απαντηθεί ότι, πέραν της ανάγκης της διάκρισης των συνθημάτων (προπαγάνδας-ζύμωσης-δράσης-άμεσης δράσης/εντολής), της ανάγκης γρήγορων περασμάτων από τη μια μορφή (οργάνωσης ή πάλης) στην άλλη, το θέμα δεν είναι ποιος θα πει “πρώτος” τη μεγάλη κουβέντα, αλλά ποιος θα την πει έγκαιρα, ποιος θα επιβάλλει μάχες στον αντίπαλο όταν δεν τον συμφέρει.

Υπάρχουν κάποιοι που νομίζουν ότι θα “ξορκίσουν το κακό” βάζοντας, σε κάθε τους πρόταση, τον Σύριζα δίπλα από τη ΝΔ, στο ίδιο κάδρο. Εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν είναι πολιτικός αγώνας, αλλά ιδεολογικός, “αντιοπορτουνιστικός” αγώνας, που επουδενί δεν μας διασφαλίζει από έναν… δικό μας οπορτουνισμό. Ακριβώς επειδή έτσι ταυτίζουμε τον ιδεολογικό με τον πολιτικό αγώνα, αφήνουμε το Σύριζα να παίξει μονότερμα και να αποκομίσει οφέλη χωρίς καν, αυτή τη φορά, να κουνήσει το δαχτυλάκι του, αφού πλέον διεκδικεί τους “νοικοκυραίους” (Σημείωση: Όχι ότι το 2010-’12 το κούνησε, καθώς δι’ αντανακλάσεως, και λόγω του σεχταρισμού της αριστεράς, ο αγανακτισμένος-εξεγερμένος λαός συναντώντας εκεί κλειστές πόρτες, στράφηκε στο σπίτι του σωματικά και στο Σύριζα εκλογικά και μόνο-γιατί οργανωτικά και εκεί συνάντησε το ίδιο από τους “προστάτες της αριστεροσύνης του Σύριζα”. Όμως, τότε, αν μη τι άλλο, δεν έκανε συστηματικά και κυρίως τον “μεσαιοχωρίτη”, αλλά κυρίως έκανε λόγο για “εναλλακτική”, “ριζοσπαστική”, “ΠουΦουΆ” κλπ. Τα περί “συνέχειας του κράτους” συγκριτικά ήταν λιγότερα).

Υπάρχουν άλλοι που, ακόμα χειρότερα, νομίζουν ότι με στρατιωτικούς όρους θα αποτρέψουν την “παρείσφρυση” συριζαϊκών στοιχείων, π.χ. στις συγκεντρώσεις που προσέρχονται μέλη του Σύριζα, για να δείξουν ότι είναι ακόμα αριστερά. Περιττό να ειπωθεί ότι αυτή η στάση είναι ακόμα πιο αποτυχημένη, καθώς στέκεται σε κάτι που ο ίδιος ο Σύριζα επίσημα πια θεωρεί δευτερεύον: την “αριστερή” του δράση. Είναι τόσο αναποτελεσματική όσο και αυτή όταν κάποιοι (μερικώς, οι ίδιοι) “την έπεφταν” στους εναπομείναντες Πασόκους που την προπερασμένη δεκαετία έμπαιναν στον κόπο να κατέβουν σε τοπικές ή εργατικές κινητοποιήσεις. Βάλλουν κυριολεκτικά στο πουθενά, στο κενό.

Αν, λοιπόν, δεχτούμε ότι, με δεδομένη την άνοδο της λαϊκής κινητοποίησης, είναι δικαιολογημένη η πρεμούρα κάποιων “πώς δεν θα δρέψει τους καρπούς ο Σύριζα”, προσαρμόζοντας στα μέτρα τους τη διδασκαλία του Λένιν ότι σε στιγμές ανόδου του κινήματος, “παραμονές της επανάστασης” (τρεις τελίτσες), καθίσταται καθοριστική η πάλη εναντίον του οπορτουνισμού (των άλλων…), τότε η λύση δεν είναι να χτυπάμε έννοιες ή ιδέες όπως “δημοκρατικά” ή “αντιαυταρχικά” ή διάφορα “λίγα” “μέτωπα”. Αυτά θα δημιουργηθούν, αν ο λαός υποδείξει τη δημιουργία τους (υπάρχει, βέβαια, η περίπτωση να μη γίνουν, αν ο λαός, με σπασμένα τα φτερά ακόμα από το ‘10-‘12, δεν έχει τη δύναμη να τα απαιτήσει, ή ο αντίπαλος μας προλάβει). Άρα, εμείς δεν πρέπει να κάνουμε τους στρουθοκάμηλους (Εν προκειμένω, ας δούμε, επιτέλους, πώς θα μας ήθελε εμάς το αντίπαλο στρατόπεδο). Το θέμα είναι να μη γίνουν αυτά τα (οποιασδήποτε μορφής, ακόμα και άτυπα) μέτωπα που θα δημιουργηθούν, καρικατούρα αυτών που θα έπρεπε να είναι, και τα οποία, μόλις λάβουν αυτή τη μορφή καρικατούρας, και το κίνημα ξεφουσκώσει (γιατί μη νομίζουμε ότι ο κόσμος θα βγαίνει επί χρόνια συνεχώς στο δρόμο), τότε θα δρέψει τον καρπό ο όποιος Σύριζα, αυτοπροτεινόμενος ως ο κατάλληλος άξονας του κομματικού εκείνου συστήματος που ενδιαφέρει τον ιμπεριαλισμό και το πολιτικό σύστημα και που θα (τους) δώσει “διέξοδο”.

Για να αποτραπεί η αποκόμιση οφέλους από το Σύριζα, πρέπει αυτή τη φορά να δοθεί έμφαση στο οργανωτικό: εκτός πολιτικού επιπέδου, όχι με τη “διάχυση”, όχι με νεκρανάσταση ή κάποια μορφή Πλατειών (έδειξαν τα όριά τους, έδειξαν ότι, παρά τις καλές προθέσεις, μπορεί ο αντίπαλος να εκμεταλλευτεί τα “χύμα” και να χτίσει ανενόχλητος το κομματικό σύστημα που τον ενδιαφέρει), όχι με “συντονιστικά”, αλλά με πιο συγκροτημένες οργανώσεις, με αναπόφευκτη ιεραρχία (αλλά και τη μεγαλύτερη και συχνότερη δυνατή λογοδοσία). Αν το 2015, οι πρωτεργάτες του “χύμα”, όταν δεν λάκισαν, βολεύτηκαν (από τον Σύριζα ή τον Μαρινάκη), σήμερα, το να προταχτεί κάτι το “χύμα”, θα είναι κυριολεκτικά αυτοκτονικό, με δεδομένη την απογοήτευση στην οποία αυτά οδήγησαν από το ‘12 με αποκορύφωμα το ‘15, αλλά και με μια πανθομολογούμενη αύξηση της καταστολής, σε περίπτωση πογκρόμ.

Σε πολιτικό επίπεδο δε, με τη δημιουργία ενός όχι πόλου (που μοιάζει πλουραλιστικός, ακόμα και “αμεσοδημοκρατικός”, όμως είναι αντιδημοκρατικός για το μέλος και διαφθαρτικός για τα “στελέχη”), αλλά μιας οργάνωσης που θα αναθέτει συγκεκριμένα καθήκοντα στα μέλη της και θα κάνει πολιτική, δηλαδή, θα έχει ενεργό εμπλοκή στα μέτωπα (όπως κι αν αυτά ονομαστούν, ό,τι μορφή κι αν έχουν) που θα προκύψουν κατ’ απαίτηση του λαού, και η οποία θα λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις παραπάνω παραμέτρους (χρόνος, αντανάκλαση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων στο κομματικό σύστημα, επιθυμητός για τον ιμπεριαλισμό αποδιδόμενος στους κομμουνιστές ρόλος σε αυτό το κομματικό σύστημα).

***

Να πραγματοποιηθεί η λαϊκή επιταγή

Στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές που ανάγλυφα φανέρωσαν την ακατάσχετη λαϊκή τάση για ενότητα, ο λαός ανοιχτά και κατηγορηματικά αποδοκίμασε το συναγερμό και την πολιτική του κι έβαλε για άμεση λύση το βασικό σήμερα για τη χώρα ζήτημα: Να φύγει η κυβέρνηση του “στρατάρχη”, να γίνουν εκλογές με αναλογική από υπηρεσιακή κυβέρνηση και μέσα σε συνταγματικές προθεσμίες να γίνει η αλλαγή.

Το αποτέλεσμα και το νόημα των εκλογών αυτών είναι τόσο καθαρό, που δεν μπορεί να το αγνοήσει κανένας. Αυτό δε σημαίνει ότι (διάληψη ραδιοφώνου…), και το αναγνωρίζουν όλοι. Γι’ αυτό και απ’ την άλλη μέρα της εκλογής (διάληψη ραδιοφώνου…) που θέλει να βάλει φραγμό στην πραγματοποίηση της λαϊκής ενότητας για την αλλαγή. Όλη αυτή την κίνηση την κατευθύνει η αμερικάνικη πρεσβεία, ο Κάννον και διακλαδίζεται αυτή προς δύο κατευθύνσεις: Η μία είναι η ορθόδοξη συναγερμική και στηρίζεται κατά κύριο λόγο στον ΙΔΕΑ.

Ο χρεοκόπος και αποδιοπομπαίος συναγερμός καταστρώνει και αναπτύσσει την αντεπίθεσή του προς την ολοκλήρωση του εκφασισμού και την ουσιαστική κυριαρχία του ΙΔΕΑ, ενώ ξαπολύουν τη ρουκέτα του ανασχηματισμού της κυβέρνησης για να ρίξει στάχτη στα μάτια και ετοιμάζουν χιλιάδες συλλήψεις και διάλυση όλων των οργανώσεων που τους στέκουν εμπόδιο. Μαγειρεύει απαγορευτικό φίμωτρο για τον Τύπο, οργανώνει ακόμα πιο οργιαστικό ξεφάντωμα της αστυνομικής και της στρατοκρατικής απαγόρευσης, σκαρώνει κομμουνιστικές συνωμοσίες, τρομοκρατικές δίκες και εκτελέσεις, ΚΥΠ, ασφάλειες, αντικομμουνιστικό τραστ εγκεφάλων, πήραν εντολή και δουλεύουν πυρετώδικα για να ετοιμάσουν όλα τα στοιχεία και να ξεφουρνίσουν την κατάλληλη στιγμή “μεγάλη” κομμουνιστική συνωμοσία και τόσο σ’ αυτή όσο και στη “δίκη” που θα επακολουθήσει, οι εχθροί του λαού θα παν να μπλέξουν όλο τον κόσμο απ’ τους αντιπάλους των.

Παράλληλα, ο συναγερμός θα φουντώσει εις το απόγειον την κομμουνιστική φοβία και την κατασυκοφάντηση και το κυνήγημα της λεγόμενης συνοδοιπορίας. Έτσι ελπίζει και αν ακόμα γίνουν εκλογές, να ρυμουλκηθεί ως αυτές και να τις “πάρει” με το σπαθί και την μπότα.

Η άλλη κατεύθυνση του Κάννον είναι να εξαναγκάσει την αντιπολίτευση και με την απειλή των πιο πάνω κινήσεων του συναγερμού-ΙΔΕΑ να συσπειρωθεί γύρω απ’ τους Παπατζή-Βενιζέλο με αποκλεισμό όλων των αριστερών, οπότε μπορεί η αντιπολίτευση να ελπίζει ότι θα διαδεχτεί κοινοβουλευτικά τον Παπάγο, με τον όρο, φυσικά, ότι θα ακολουθήσει την ίδια μ’ αυτόν πολιτική, δηλαδή την πολιτική του Κάννον. Η δεύτερη αυτή κατεύθυνση προτιμιέται για την ώρα απ’ τους αμερικάνους και απ’ τους άγγλους. Τους πρώτους τους καλύπτει πιο πολύ δημοκρατικά και τους δεύτερους τους αφήνει περισσότερες δυνατότητες “συμβίωσης” με τους γιάνκηδες στην Ελλάδα. Πράμα που θα τους ανοίξει παραπέρα πιο πολύ την όρεξη. Προς την κατεύθυνση αυτή πιέζουν να προσανατολίσουν οι ενδιαφερόμενοι και τον Παύλο. Ο Κάννον όμως και τα αφεντικά του δε διστάζουν καθόλου να απειλούν με το πείραμα της Γουατεμάλα αν δεν καταφέρουν την κύρια επιδίωξή τους, που είναι να μην επιτρέψουν την ανάπτυξη της αντισυναγερμικής συνεργασίας που είχαμε στις εκλογές. Έτσι, η απειλή του ΙΔΕΑ δεν είναι εικονική, μα πραγματική και άμεση. Και αυτό, ανάμεσα στ’ άλλα, το δείχνει και το τελευταίο μεγάλο ξεκαθάρισμα στην ανώτατη ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων. Ο Γκίκας, που ήταν επικεφαλής του κινήματος του ΙΔΕΑ της 31 του Μάη 1951, τοποθετήθηκε τώρα αρχηγός του ΓΕΣ, ενώ ένας από τους υπαρχηγούς του είναι ο αρχιχίτης Γρίβας. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο κύριος σκοπός της αμερικάνικης πολιτικής στην Ελλάδα, που την αποδέχεται κι όλος ο κόσμος της αμερικανοδουλείας, είναι να υποκλέψει απ’ το λαό και να ανατρέψει την ετυμηγορία του της 21-28 του Νοέμβρη. Το απόλυτα αντιλαϊκό, ανθελληνικό, αντεθνικό περιεχόμενο της πολιτικής αυτής παραμένει αμείωτο και δυναμώνει ολοένα.

Δεν επιτρέπεται να υποτιμάμε τις κινήσεις αυτές των εχθρών του λαού, ούτε και να περιμένουμε μοιρολατρικά να γίνει απ’ όλους αποδεχτή η λαϊκή θέληση όπως αυτή εκφράστηκε στις εκλογές. Μια τέτοια νάρκωση είναι επικίνδυνη. Ούτε πρέπει να υποτιμάμε τις δυνατότητες των αντιπάλων μας. Και άλλες φορές υπόκλεψαν, στραπατσάρισαν, αγνόησαν τη θέληση του λαού. Κι άλλες φορές δράσαν ανοιχτά στρατοκράτες και χαφιέδες. Ώστε επανάληψη και εφησύχαση δεν επιτρέπονται.

Στις δύσκολες και υπεύθυνες στιγμές που περνάμε, ο τόπος, ο λαός χρειάζεται θαρραλέα όσο και ψύχραιμη, θέλει να ‘χει αποφασιστική, ελληνόπρεπη, συνεπή, πατριωτική, δημοκρατική ηγεσία. Όσοι μουρμουρίζουν από οποιαδήποτε πλευρά κι αν έρχονται οι μουρμούρες: ότι, αυτός είναι τέτοιος και ο άλλος δεν κάνει, ή όσοι διαδίδουν ότι τους αριστερούς κλπ. δεν πρέπει να τους συμπεριλάβουμε στην πατριωτική ενότητα, αυτοί ουσιαστικά καλλιεργούν τη διάσπαση και παίζουν το παιχνίδι του Κάννον.

Το βασικό και ζωτικό για το λαό και τον τόπο είναι: Όχι ποιος θα κάνει την αλλαγή, μα να γίνει η αλλαγή. Οπότε, πρωταρχικό γίνεται και τούτο: Να συνεργαστούν όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση, για να γίνει η αλλαγή που θέλει ο λαός.

Οι συνεπείς δημοκρατικές αντισυναγερμικές δυνάμεις και παράγοντες του τόπου, όλοι όσοι θέλουν τα έργα τους να εναρμονίζονται προς την εκφρασμένη και εκλογικά θέληση του λαού πρέπει ακόμα να ξέρουν ότι, στις 21-28 του Νοέμβρη έγινε μόνο μια πρώτη αρχή· ότι, μπροστά τους βρίσκονται ακόμα μεγάλα εμπόδια, σοβαρές δυσκολίες και δοκιμασίες και ότι, η επιτυχία μπορεί να ‘ρθει με δυο προϋποθέσεις: Πρώτον, όταν μένουν πιστοί στις αρχές που ψήφισε ο λαός, αλλαγή στην πορεία της χώρας. Δημοκρατική ανάπτυξη με κύριο περιεχόμενό τη τη λαϊκή επιβίωση εσωτερικά. Ειρηνική συμβίωση και συνεργασία με όλες τις χώρες στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Αναστήλωση της εθνικής μας αυτοτέλειας. Και δεύτερον, όταν αναπτύξουν και στερεώσουν παραπέρα τη δημοκρατική πατριωτική σύμπραξη, στηριγμένοι στη λαϊκή οργάνωση και δράση, παντού σε κάθε γωνιά, όπου ζουν εργαζόμενοι πατριώτες, έλληνες, ελληνίδες, πολίτες αξιωματικοί, στρατιώτες.

Μόνον έτσι, με εμμονή ατράνταχτη στη λαϊκή εντολή και με ανειρήνευτη πάλη και μαζική αντίπραξη στα σκοτεινά σχέδια των καταστροφέων της πατρίδας μας, θα βαδίσουμε προς την αλλαγή, που το πρώτο της βήμα είναι: Διάλυση της βουλής, εκλογές με αναλογική από υπηρεσιακή κυβέρνηση.

Οι κουκουέδες δηλώνουν για μια ακόμα φορά, χωρίς στενόκαρδες κομματικές βλέψεις και αξιώσεις, θα σταθούν όπως πάντα ατράνταχτα και ολόψυχα στο πλευρό της συνεπούς πατριωτικής δημοκρατικής ηγεσίας του τόπου αυτής που ενσαρκώνει τη θέληση του λαού και οργανώνει και καθοδηγεί τους αγώνες του.

Στεκόμαστε σε μια καμπή της εθνικής μας πορείας, οπότε ο τόπος μπροστά στη χρεωκοπία και το καταχαντάκωμα των προσκυνημένων του, διψά για νέους άνδρες και ηγήτορές του, οπότε η πιο ευγενική φιλοδοξία του κάθε πατριώτη ηγέτη πρέπει να είναι να φτερουγίζει παλληκαρήσια και ατρόμαχτα μαζί με τους πόθους του λαού μπροστάρη στην πάλη του για αλλαγή. Τέτοιους ηγήτορες γεννά πάλι ο αγώνας του λαού.

Εμείς θα σταθούμε ανεπιφύλαχτα στο πλευρό τους.

5 Δεκέμβρη 1954

Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στον “Λαϊκό Αγώνα”, όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία, χρόνος Ε’, αρ.φ. 824, Σάββατο 18 Δεκέμβρη 1954, σ.1.

Για το βιβλίο «Ζαχαριάδης και “Μακεδονικό εθνικό ζήτημα”: Η περίπτωση της Οργάνωσης “Ήλιντεν”» (των Α. Αθανασιάδη – Η. Γρούιου)

Κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες το βιβλίο «Ζαχαριάδης και “Μακεδονικό εθνικό ζήτημα”: Η περίπτωση της Οργάνωσης “Ήλιντεν”» από τους Ανδρέα Αθανασιάδη και Ηλία Γρούιο. Το βιβλίο αποτελεί μια επεξεργασμένη έκδοση παλαιότερης ομώνυμης εργασίας του δεύτερου με επιμελητή τον πρώτο στο Πανεπιστήμιο Δ.Μακεδονίας. Στο βιβλίο περιγράφεται εν μέρει το υπόβαθρο που οδήγησε, αφενός, στην ίδρυση της αποκαθαρμένης (σε αντίθεση με προηγούμενες προσπάθειες) από τιτοϊκή επιρροή Οργάνωσης «Ήλιντεν» το 1952 από προσκείμενους στο ΚΚΕ σλαβο-μακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες και, αφετέρου, τη διάλυσή της το 1956-’57, συνεπεία της προσέγγισης Τίτο-χρουσιωφικών ρεβιζιονιστών και κατ’ απαίτηση Τίτο. Αναμφίβολα, είναι θετική και μόνο η έκδοση βιβλίων που ανοιχτά πραγματεύονται την σλαβο-μακεδονική μειονότητα, μιας και ο στρουθοκαμηλισμός, ανέκαθεν, μόνο έβλαπτε την Ελλάδα.

Όσον αφορά τα άρρητα πολιτικά συμπεράσματα, δηλαδή, ανεξαρτήτως ακόμα και των πιθανών προθέσεων των συγγραφέων, εύκολα (αλλά, πάντως, ορθά) συνάγεται ότι, αφενός, ο Νίκος Ζαχαριάδης ήταν πράγματι ένας πολιτικός με ανεξάρτητο, πατριωτικό αλλά και προλεταριακό διεθνιστικό πνεύμα συνάμα, που αντιμετώπιζε τους μειονοτικούς έμπρακτα σαν ανθρώπους και σαν σύνολο με απόλυτα ίσα δικαιώματα, σε όλους τους τομείς, και ενθάρρυνε την ανεξάρτητη υπόσταση και δράση τους: είχε, δηλαδή, μια στάση-πρότυπο για κάθε προοδευτικό και ορθολογικά σκεπτόμενο άνθρωπο στην Ελλάδα, ιδίως σήμερα που ο ιμπεριαλισμός εύκολα παρεμβαίνει με πρόσχημα όχι την ύπαρξη μειονοτήτων, αλλά την υπαρκτή (και ενθαρρυμένη από αυτόν) καταπίεση των μειονοτήτων. Αφετέρου, από το βιβλίο αναδεικνύεται το ότι η «Ήλιντεν» δεν είχε απλώς «αντιτιτοϊκό» προσανατολισμό, αλλά προσπαθούσε να συγκροτήσει σε όλους τους τομείς τη μειονότητα, λέγοντας μάλιστα «τα σύκα-σύκα» έναντι όλων, ακόμα και της Βουλγαρίας, ακόμα και πριν το 1953. Επίσης σημαντική είναι η αναφορά στη δράση της «Ήλιντεν» στην ίδια την Ελλάδα (ακριβώς λίγο πριν την “6η Ολομέλεια”), αφού δείχνει ότι η «Ήλιντεν» δεν ήταν απλώς μια οργάνωση εμιγκρέδων.

Βέβαια, ένα βιβλίο δεν κρίνεται μόνο από το πολιτικό συμπέρασμά του, πολλώ δε μάλλον όταν αυτό δεν είναι ρητή πρόθεση των συγγραφέων του.

Γεγονός είναι ότι, όπως αναγνωρίζουν και οι συγγραφείς, προκαταβολικά απολογούμενοι και – προς τιμήν τους – αποδεχόμενοι τυχόν μελλοντική αναίρεση των συμπερασμάτων τους, είναι αρκετά λίγα τα διαθέσιμα αρχεία και η σχετική βιβλιογραφία. Εντούτοις, το όποιο κενό θα μπορούσε να καλυφθεί με κάποιες προσεγγίσεις που θα μετρίαζαν, αφενός, την απολυτότητα κάποιων ρητών συμπερασμάτων με τόσο λίγα στοιχεία και, αφετέρου, κάποιες μεθοδολογικές αστοχίες.

Πρώτα από όλα, οι συγγραφείς βασίζουν το βιβλίο και πολλά συμπεράσματά τους στο έργο δύο ιστορικών: του Ρίστο Κιριαζόφσκι και της Ρίκυ Βαν Μπούσχοτεν. Εντούτοις, το να προσπερνάμε το ποιος είναι αυτός του οποίου πρακτικά υιοθετούμε πολλά συμπεράσματα, αυξάνει τον κίνδυνο δικών μας λαθών, ανάλογα με την ιδιοτέλεια ή την αστοχία της πηγής στην οποία δυσανάλογα βασιζόμαστε. Αυτό λέγεται, όχι κατ’ ανάγκη για να μειωθεί η σημασία των πηγών αυτών. Όμως, όταν πραγματευόμαστε την «Ήλιντεν», που έδρασε σε πλαίσιο τιτοϊκών υπονομευτικών παρεμβάσεων, δεν μπορούμε σε υπερβολικό βαθμό να βασίζουμε το έργο μας σε όσα κομίζει ή ισχυρίζεται ένας επίσημος τιτοϊκός κρατικός ιστορικός.

Ομοίως, όσο κι αν πρέπει να στεκόμαστε αλληλέγγυοι στη Μπούσχοτεν για τη δίωξή της από τους εγχώριους σοβινιστές στρουθοκάμηλους, αυτή δεν παύει να κάνει χοντροκομμένα λάθη, όταν π.χ. αντιμετωπίζει τη μειονότητα ως προέκταση μιας εθνότητας άλλου κράτους, εν προκειμένω της ΛΔΜ. Έτσι, π.χ. η Μπούσχοτεν, βασισμένη στον… Κιριαζόφσκι κι αυτή (και το αναπαράγουν οι συγγραφείς), φαντασιώνεται αντιδράσεις από τους μειονοτικούς (ενώ και μια άλλη παρατιθέμενη πηγή, ο Marinov, «εντυπωσιάζεται» αρνητικά) για το ότι το ΚΚΕ έδωσε ένα αμιγώς σλαβικό αλφάβητο στη μειονότητα, αντί να πάρει ασυζητητί το γιουγκοσλαβικό, που για πολιτικούς και μόνο λόγους (απόσπασης του σλαβο-μακεδονικού έθνους από την – πολιτικά αντιιμπεριαλιστική τότε – σλαβική οικογένεια) ο Τίτο εισήγαγε στην ΛΔΜ το 1945.

Με αφορμή αυτό, όμως, ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: αλήθεια, το σλαβο-μακεδονικό έθνος από πού κι ως πού είναι παράρτημα του σερβικού ή του κροατικού; Γιατί; Επειδή το ήθελε ο φιλοϊμπεριαλιστής Τίτο; Ή μόνο και μόνο επειδή έζησε τα σχετικά πιο ελεύθερά του χρόνια μαζί με αυτά τα έθνη (που, ναι, δημιουργεί μια φιλία παραπάνω, αλλά ως εκεί); Προάγεται, άραγε, με αυτή την σιωπηρή παραδοχή, η ανεξάρτητη ανάπτυξη του έθνους αυτού, η ίση συμβολή και παρουσία του στη σλαβική οικογένεια και τον κόσμο; Σε τι διαφέρει ποιοτικά αυτή η στάση από αντίστοιχες μεγαλοβουλγαρικές προσπάθειες; Γιατί δεν είναι πιο νομιμοποιημένο ένα απόλυτα κυριλλικό αλφάβητο, πολλώ δε μάλλον όταν εισήχθη 4-5 μόλις χρόνια μετά από αυτό του Τίτο/Κόνεσκι (με το οποίο, μάλιστα, λόγω της αφαίρεσης σημαντικών για τις σλαβικές γλώσσες γραμμάτων, π.χ. ъ, ь, δεν μπορούν να αποτυπωθούν σωστά πολλές λέξεις και τοπωνύμια στην ελληνική Μακεδονία); Εδώ, ο εξίσου τιτοϊκός Ράκοφσκι το 1944 είχε εγκαινιάσει στην ελληνική Μακεδονία ένα αλφάβητο πιο σλαβικό από αυτό του Τίτο. Επίσης, γιατί δεν πρέπει το ελλαδικό τμήμα του έθνους αυτού να έχει δικαίωμα σε ίση συμβολή στην εξέλιξη του έθνους; Είναι ένα πράγμα οι ανισοβαρείς ενδοεθνικές πολιτιστικές ανταλλαγές – πολλώ δε μάλλον λόγω της ελέω καταπίεσης καθυστέρησης του εδώ κομματιού –, ένα το ότι μπορεί πράγματι, κατόπιν όμως αυθόρμητων εξελίξεων, να επικρατήσει η τυποποιηθείσα στην ΛΔΜ γλώσσα (πολλώ δε μάλλον όταν προσφέρει επίσημα αναγνωρισμένο πτυχίο γνώσης γλώσσας ή λόγω της ευκταίας οικονομικής σύνδεσης), και εντελώς άλλο το να μη βλέπουμε τις πολιτικές προεκτάσεις του να αντιμετωπίζεται ως γιουγκοσλαβικό και όχι ως σλαβικό το εν λόγω έθνος. Για την ακρίβεια, ισχύει το αντίθετο: σαφώς πιο ανιδιοτελής – και όχι μόνο πολιτική – θα ήταν μια προσπάθεια απογιουγκοσλαβοποίησης.

Επαναλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει πρόθεση να μειωθεί η σημασία των παραπάνω πηγών (σύντομα θα μεταφραστεί κι εδώ κείμενο του Κιριαζόφσκι). Όμως, η σημασία τους στο βιβλίο δυσανάλογα μεγαλώνει αφ’ ης στιγμής, εξάλλου, η έλλειψη αρχείων και βιβλιογραφίας είναι σχετική.

Όσον αφορά τα αρχεία, με την αξιοποίηση του καθημερινού προσφυγικού Τύπου, θα μπορούσαν να παρατεθούν περισσότερες αποφάσεις οργάνων της «Ήλιντεν» και όχι τόσο τα (σημαντικά, πάντως) επεξηγηματικά άρθρα στελεχών της «Ήλιντεν». Επίσης, έτσι, θα υπήρχε στο βιβλίο πλουσιότερη απεικόνιση της πλουσιότατης ζωής και πολύμορφης δράσης της «Ήλιντεν» και των μειονοτικών προσφύγων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι συγγραφείς δεν θα στηρίζονταν μονομερώς στον ιδιοτελή Κιριαζόφσκι και την περίπτωση των προσφύγων της Πολωνίας, όπου αυτός είχε ιδιαίτερη αρχειακή πρόσβαση (λόγω της ύπαρξης τιτοϊκών πρακτόρων – ας μην το ξεχνάμε). Μάλιστα, θα έβγαζαν αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που αφήνουν να εννοηθεί (σ.104): ότι δήθεν υπήρχε άξια λόγου και σχετικά μαζική αντίθεση στις τάξεις των μειονοτικών προς την «Ήλιντεν», αφού δεν υπήρχε «ομοθυμία» (Βέβαια, ισχυριζόμενοι κάτι τέτοιο, έρχονται σε αντίθεση με τις δικές τους αναφορές 1) στο ότι οι μειονοτικοί την ακολουθούσαν περισσότερο από ό,τι οι Έλληνες τον ΝΖ – 85% –, 2) στις αντιδράσεις στη διάλυσή της, και 3) με το συμπέρασμά τους, στην τελευταία κυριολεκτικά σελίδα του κειμένου, και υπό μορφή σημείωσης, στο ότι οι μειονοτικοί, τελικά, ήταν με τον ΝΖ). Ομοίως, δεν θα κατέληγαν στο ότι το «ιδεολογικό βάρος» το ‘χαν σηκώσει μόνο τρεις άνθρωποι (σ.151), σε έναν ισχυρισμό δηλαδή που, αν προσθέσουμε 1) το προηγούμενο συμπέρασμα, 2) το ότι, αντί για αποφάσεις παρουσιάζονται πιο πολύ άρθρα στελεχών, και 3) το ότι ο ένας άνθρωπος (Γουσόπουλος) το ’54 «κάηκε», ουσιαστικά, παρουσιάζει την οργάνωση σχεδόν προσωπική, αν όχι προσωποπαγή υπόθεση δύο ατόμων.

Ακόμα και για τις ελληνικές πηγές, όχι, δεν είναι «ενδιαφέρουσα»(σ.145) η επίκληση του Αμύντα για το πισώπλατο χτύπημα, όταν ταυτόχρονα δεν σημειώνεται ότι αυτός, ήδη το ’49, σε αντίθεση με άλλους μαχητές του ΔΣΕ εγκλωβισμένους στη Γιουγκοσλαβία, υπέγραψε δήλωση υιοθέτησης της τιτοϊκής προπαγάνδας (βλ.βιβλίο του συνυπογράψαντα αντιζαχαριαδικού Φιλώτα Αδαμίδη, που παραδέχεται τα υβριστικά συνθήματα κατά του Ζαχαριάδη που είδε στη Γιουγκοσλαβία). Ούτε είναι καταλληλότερη η επιλογή της (αδικαιολόγητα εκτεταμένης δημοσιότητας – ή μάλλον δικαιολογημένα –, λόγω αντιζαχαριαδισμού) μαρτυρίας του γενικά διαλυτικού Χουλιάρα (που, αν και «με τον Άρη» – όπως τονίζουν οι συγγραφεις –, ως βασιλικότερος του βασιλέως, τον χαρακτήριζε σε αχτίφ στην Πολωνία «παιδεραστή») σε σχέση με άλλους «μη επαγγελματίες» (εξαιρετικά αδόκιμη η χρήση αυτού του όρου) αλλά σαφώς πιο αξιόπιστους συγγραφείς πολιτικούς πρόσφυγες στην Πολωνία, π.χ. τον Χρ.Ράπτη, τον Στ.Ριζάκη ή τον πρόεδρο των πολιτικών προσφύγων στην Πολωνία Κ.Κουτμάνη. Αν και μηδαμινά τα στοιχεία και σ’ αυτά, εντούτοις, στο βιβλίο του τελευταίου, παρατίθεται λίστα του ΠΓ του ΚΚΕ του 1953 με 101 ονόματα στελεχών στην Πολωνία που θα αξιοποιούνταν για κομματική δουλειά. Έτσι, θα διαπίστωναν οι συγγραφείς την α-βασιμότητα του ισχυρισμού για εκτεταμένο – στα όρια του πογκρόμ – ρίξιμο των μειονοτικών.

Προφανώς δεν λέει κανείς ότι δεν υπήρχαν φαινόμενα «ριξίματος» που, όπως και το ζαχαριαδικό ΚΚΕ αναγνώριζε, είναι απότοκα της μεγαλοϊδεάτικης επιρροής που πλήττει, δυστυχώς, και τους προοδευτικότερους και τους καλύτερους ανθρώπους στην Ελλάδα. Ωστόσο, το ΚΚΕ, ανοιχτά τα καυτηρίασε, από την πρώτη κυριολεκτικά στιγμή. Όχι μόνο την εποχή του άρθρου του «Κ.», το Δεκέμβρη του ’48 (που γράφτηκε για να πάψουν τα υποκριτικά σχετικά παράπονα των τιτοϊκών). Οι συγγραφείς αναφέρουν αντίστοιχα φαινόμενα την εποχή της κομματικής ανακαταγραφής μελών. Ε, λοιπόν, τον πρώτο κιόλας μήνα της ανακαταγραφής, το αχτίφ μειονοτικών στελεχών που αποφασίζει την ίδρυση της Ήλιντεν τα καταδικάζει. Το αναφέρουν κι οι συγγραφείς. Με μια τόσο εκτεταμένη αναφορά, όμως, σε κάτι που δεν ήταν ο κανόνας, αλλά η στιγματισμένη εξαίρεση, και που φυσικά δεν επεκτάθηκε στη «βάση», η οποία διαπαιδαγωγούταν στην αγάπη προς τη μειονότητα και τις φυσιολογικές σχέσεις με αυτήν (μάρτυρες των οποίων είναι οι πάρα πολλοί μικτοί γάμοι και ο κυριολεκτικά πρώτος τυχών πολιτικός πρόσφυγας 2ης γενιάς), κατασκευάζεται – έστω και παρά την πρόθεση των συγγραφέων – ένα πλασματικό πλαίσιο «κυνηγιού μειονοτικών μαγισσών» την ώρα όμως που, στην πραγματικότητα, οι «διωκόμενοι» καλούνταν να αναπτυχθούν οι ίδιοι και να οικοδομήσουν μια πολυσχιδή οργάνωση και γενικά να αναπτύξουν μια πολύπλευρη (και άρα, αδύνατο να ελεγχθεί πλήρως) δράση.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, ιδιαίτερη αναφορά από τους συγγραφείς και στην αντίθετη στάση: σε όσους, δηλαδή, συνειδητά καλλιεργούσαν την απόσπαση της μειονότητας από τον ελληνικό λαό ακόμα και στην προσφυγιά. Αντίθετα, οι συγγραφείς σιωπηρά αρνούνται το διαλυτικό έργο των τιτοϊκών και επί εμφυλίου και αργότερα (στο βαθμό που μπορούσαν να δρουν – αν και μετά την «6η Ολομέλεια» ξεσάλωσαν, βλ. ίδρυση «Αιγαιάτικης Αυγής»).

Είναι, λοιπόν, μεθοδολογική αστοχία, “τράβηγμα απ’ τα μαλλιά” όταν ανάγονται όλα τα αρνητικά φαινόμενα σε “ρίξιμο” της μειονότητας από πλευράς ΚΚΕ. Γιατί και να μην γράφουν όπως οι τιτοϊκοί ότι το “ρίξιμο” ήταν σκόπιμο, όταν οι συγγραφείς δεν το διαψεύδουν ρητά, εντούτοις, κάτι τέτοιο αφήνεται να εννοηθεί. Αυτό συμβαίνει όταν απομονώνουν κάποιες εξελίξεις από άλλες (που, ενίοτε, μπορεί και να παραθέτουν, αλλά ειρήσθω εν παρόδω). Για παράδειγμα, όταν για την Τσεχοσλοβακία γίνεται αναφορά μόνο σε διακοπή της σλαβο-μακεδονικής σελίδας στον “Αγωνιστή” το 1954 (παρότι ούτε αυτό ισχύει, η Ήλιντεν Τσεχίας διαλύθηκε το 1954 – η σελίδα σταμάτησε το 1969, βλ. Σαρικούδη (2014), σ.144), τη στιγμή που δεν σταμάτησε να ανθίζει εκεί ο εθνικός πολιτισμός (χαρακτηριστική η ονομασία της καλλιτεχνικής ομάδας “Γκότσε Ντέλτσεφ” που υπήρχε εκεί το 1955), ή ότι στην Ουγγαρία, ακόμα και μετά τη μεταπολίτευση υπήρχε η σχετική σελίδα, με τι εντύπωση, άραγε, μένει ο αναγνώστης; Μήπως “πογκρόμ”; Ομοίως, οι δυσαρέσκειες (π.χ. στην Πολωνία) δεν πρέπει να αφήνονται να ερμηνεύονται μόνο από το αν κάποιο στέλεχος ήταν έλληνας ή σλαβο-μακεδόνας. Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, είναι η αναφορά του Γκένα (“Νέος Κόσμος”, τ.9/52) για την κακή επιλογή υπεύθυνης για τις μειονοτικές γυναίκες στο Βάουμ (“ήταν κρατούμενη το 1949 για σκοτεινό παρελθόν και αξεκαθάριστη ιστορία και δεν είχε καμία εκτίμηση απ’ τους Σλαβομακεδόνες”). Η δυσαρέσκεια, λοιπόν, μπορούσε να προκληθεί από κακή τοποθέτηση υπευθύνου, άσχετα από καταγωγή. Θα μπορούσαν, επίσης, να λάβουν υπόψη και κάποια άλλα ουσιαστικότερα στατιστικά στοιχεία: όχι το ποσοστό γενικά των μειονοτικών επί του συνόλου των προσφύγων, αλλά το (μικρό) ποσοστό των διαμορφωμένων μειονοτικών στελεχών επί του συνόλου των μειονοτικών, ή, τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό στελεχών γενικά στην Πολωνία(βλ.άρθρο ΝΖ (ΝΚ, τ.9/52)), μια παράμετρος που αυτόματα δημιουργούσε καραμπόλες. Για την ακρίβεια, όμως, ισχύει το αντίθετο: η αναγωγή όλων σε “ρίξιμο” των μειονοτικών, όπως και γενικά η καλλιέργεια δυσαρέσκειας, συνδέεται όχι μόνο με τους τιτοϊκούς (που έκαναν χρήση τέτοιων “στατιστικών” ήδη επί εμφυλίου), αλλά και με κάτι άλλο, για το οποίο γίνεται αναφορά στο βιβλίο: τις εξελίξεις στο ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, με την επικράτηση του ρεβιζιονισμού. Κάποιοι αποδεδειγμένα ήθελαν να δημιουργήσουν εικόνα χάους (και να δικαιολογήσουν, όπως και έκαναν, την αντικαταστατική παρέμβαση των αδελφών κομμάτων), αξιοποιώντας και αυτό το ζήτημα (με το οποίο, συν τοις άλλοις, υπολόγιζαν να αποκτήσουν και ακροατήρια, άσχετα αν, εντέλει, την πάτησαν).

Όταν, όμως, δεν εντάσσεις στο πραγματικό πλαίσιο τα υπό μελέτη γεγονότα, ή φωτίζεις κάποια και μάλιστα μονομερώς, τότε όλα αυτά φαίνονται ασύνδετα και βγάζουν κάποιους «κακούς» (ή και φανατικούς) και κάποιους «καλούς». Πράγματι, οι συγγραφείς, τη διάλυση της «Ήλιντεν» ορθά την εντάσσουν στο πλαίσιο των αλλαγών από την επικράτηση του ρεβιζιονισμού. Ωστόσο, η υποτίμηση σε βαθμό αγνόησης της τιτοϊκής υπονομευτικής δράσης, δηλαδή, του θεμελιακού στοιχείου που διαχρονικά διαμόρφωνε το πλαίσιο (άρα, θα χωρούσαν στο βιβλίο τα άφθονα σχετικά αρχειακά τεκμήρια), οδηγεί σε όχι γερά θεμελιωμένα συμπεράσματα, σε υπερτονισμό των προσωπικοτήτων (π.χ.το άρθρο «Κ.» δεν αφορούσε τόσο πρόσωπα – δεν είχε να κάνει με έγνοια να διορθωθεί ο Βαϊνάς –, όσο την τιτοϊκή προπαγάνδα, βλ.και βιβλίο Ότσε) και σε έμφαση σε ήσσονος σημασίας τυπικά ζητήματα (π.χ. αιτήματα ΚΚΕ για βίζα σε μειονοτικούς πρόσφυγες για κομματική δουλειά στην Πολωνία). Όλα αυτά, όμως, τελικά, καθιστούν το βιβλίο, όσο καλό κι αν είναι, ανισοβαρές (π.χ. 3 σελίδες για το χώρο διεξαγωγής του συνεδρίου της «Ήλιντεν» και 6 για το ίδιο το συνέδριο, ή, μεγάλο τμήμα για την περίοδο πριν τη δημιουργία – ’49-’52 – και μετά την απόφαση για διάλυση – ’56-’57 – αλλά λίγο για την ίδια τη ζωή της οργάνωσης – 52-’56 –).

Εξίσου δεν βοηθά η αγνόηση της ρεβιζιονιστικής παρέμβασης από την πρώτη στιγμή της προσφυγιάς (βλ.καταγγελία Γούσια για την προσέγγισή του από τον Πετρόφ) που εξηγεί πολλά για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μέχρι το 1953, αλλά και θα εξηγούσε, όσον αφορά τα θέματα του βιβλίου π.χ. γιατί υπήρχε η παρεμπόδιση συγκρότησης της «Ήλιντεν» στην «σφηκοφωλιά» των ρεβιζιονιστών, την ΕΣΣΔ (στη σ.120 αναφέρεται κάτι τέτοιο, αλλά για μετά το ’53).

Με όλα αυτά, φαίνονται «άδικες» και αποτέλεσμα αναζήτησης «αποδιοπομπαίων τράγων» οι εκτενώς παρουσιαζόμενες, στην αρχή κιόλας του βιβλίου, «διώξεις» των τιτοϊκών μειονοτικών που κατέστρεψαν και προσφυγοποίησαν την μειονότητα, τη στιγμή που οι ίδιοι (Φώτεβα, Ράκοφσκι) παραδέχονται το ρόλο τους σε αυτή την υπόθεση διεθνούς κατασκοπίας (τέτοια ήταν, αν τη δούμε ψύχραιμα), στα βιβλία τους που και οι συγγραφείς επίσης παραθέτουν ως πηγή (στο βιβλίο του, μάλιστα, ο Ράκοφσκι, που τα βάζει και με την επίσημη τιτοϊκή ιστοριογραφία για την «εγκατάλειψή» τους, κατονομάζει και τους συγκατηγορουμένους του που τον «έδωσαν»). Οι συγγραφείς αφήνουν να εννοηθεί ότι ήταν αβάσιμες ως και οι κατά των τιτοϊκών μειονοτικών αποδοθείσες κατηγορίες του λιποτάκτη και του διασπαστή. Χωρίς, όμως, να κάνει κανείς τον πιο “μαχητή”: δεν είναι ο ίδιος ο Ράκοφσκι, π.χ., που στο βιβλίο του μιλά για την επιστολή ικεσίας να τον πάρουν από το μέτωπο και να του δώσουν “έστω μια στήλη να διορθώνει”; Ή π.χ. ο Ότσε, με βάση το ίδιο το βιβλίο του, πώς ακριβώς συμμετείχε στον δεύτερο αγώνα; Με την οργάνωση λιποταξιών, μαζικής αποστολής επιστολών κατά των “γραικομάνων” του ΝΟΦ, ίδρυσης ΚΟΒ του ΚΚΜ εντός Ελλάδας, την παρακράτηση μαχητών του ΔΣΕ στη ΛΔΜ; Ή οι Κεραμιτζίεφ-Γκότσε; Με την απαίτηση απρόσκοπτης κυκλοφορίας στην Ελεύθερη Ελλάδα της τιτοϊκής προπαγάνδας περί μάταιου αγώνα του ΔΣΕ (βλ.επιστολή 1949); Αυτά όλα δεν είναι μόνο μια θεμιτή πολιτική διαφωνία, ή έστω αθέμιτη πολιτική δράση. Ας αφήσουμε δε, ότι ο ΝΖ, σε μια απέλπιδα προσπάθεια για ενότητα, είχε δώσει οδηγίες να μην χρησιμοποιείται αυτός ο όρος «λιποτάκτης» (βλ.βιβλίο Ότσε).

Μάλιστα, οι συγγραφείς αναφέρουν και προφανώς υιοθετούν και τα συκοφαντικά της Μπούσχοτεν ότι, ως «δυνάμει τιτοϊκοί», αντιμετωπίζονταν καχύποπτα όλοι οι μειονοτικοί και καταβαλλόταν προσπάθεια να μειωθούν οι επαφές με τους συγγενείς τους στην ΛΔΜ(σ.104). Πόσο, όμως, ισχύουν αυτά, αν λάβουμε υπόψη: πρώτον, την αντικειμενική δυσκολία επικοινωνίας από τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τους τιτοϊκούς (η Ουγγαρία τον Αύγουστο του ’53 τις αποκατέστησε, άλλες ΛΔ αργότερα)· δεύτερον, την κατάσταση (αποικιοποίησης) στην ίδια την ΛΔΜ και τη στάση των Τιτοϊκών έναντι των εκεί προσφύγων μειονοτικών, που, ακριβώς για αυτό, οδηγούσαν στο να δίνεται εκτενή δημοσιότητα στις ειδήσεις (ίσως και επιστολές) από την ΛΔΜ στον προσφυγικό Τύπο· τρίτον, ότι οι ίδιοι οι συγγραφείς αναφέρουν τον πανεθνικό ρόλο που αντικειμενικά είχε η “Ήλιντεν”· τέταρτον, ότι, αν πράγματι θεωρούνταν οι μειονοτικοί περίπου «πέμπτη φάλαγγα» (και όχι το αντίστροφο: φάρος για το έθνος τους), τότε το ΚΚΕ όχι μόνο δεν θα κατέβαλλε προσπάθεια να συγκροτηθούν σε εθνική, μάλιστα, βάση, αλλά θα τους διέσπειρε έναν-έναν σε κάθε πόλη και χωριό των ΛΔ.

Αυτή η προσέγγιση των συγγραφέων ίσως οφείλεται στην εκτεταμένης δημοσιότητας βιβλιογραφία που βάζει λόγια στο στόμα του ΝΖ και κόβει-ράβει άλλα. Εξού και η μελέτη της σύνδεσης της ήττας του ΔΣΕ με την τιτοϊκή προδοσία το πρώτο δίμηνο μετά την ήττα: Οι συγγραφείς παραθέτουν την απόφαση του ΠΓ του Αυγούστου του 1949 και του κειμένου της λίμνης Ρίτσα, που ο – κατά τους συκοφάντες του, “υποτακτικός” – ΝΖ έβαλε κοτζάμ Στάλιν να υπογράψει, και συγκρίνουν σε ποια θέση το ΚΚΕ κατατάσσει κάθε φορά την αιτία «Τίτο». Όμως, αγνοούν και το εξίσου σημαντικό editorial του περιοδικού «Δημοκρατικός Στρατός» του τεύχους Σεπτέμβρη 1949 (κατά τον Βλαντά, γραμμένο από τον ΝΖ), όπου η αιτία «Τίτο» «δημιούργησε γενικότερες δυσκολίες» και είναι «ειδικός λόγος» για συγκεκριμένη στιγμή, όταν άλλαξε ο συσχετισμός δυνάμεων. Για όσους, λοιπόν, βλέπουν την πραγματική διάσταση των γεγονότων, την πολιτική, το πισώπλατο χτύπημα δεν έχει να κάνει μόνο με τα πυρά του ’49, που ο ένας ή ο άλλος διαψεύδει (φτάνοντας να διαψεύδει ως και τον εαυτό του, όπως ο Σκοπιοσπουδαγμένος Αλέκος Παπαπαναγιώτου), ή τους μαχητές του ΔΣΕ που, κατευθυνόμενοι μέσω ΛΔΒ και ΛΔΜ για το Γράμμο, παραδόθηκαν από τους τιτοϊκούς στους μοναρχοφασίστες, αλλά κυρίως με την μη επιδεχόμενη διάψευσης δημόσια στροφή του Τίτο και το πέταμα της μάσκας του το ’48.

Στο βιβλίο, επίσης, ανοίγονται – και με μια λέξη μόνο – ζητήματα που πάνε αλλού τη συζήτηση, η αναφορά στα οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την έλλειψη αρχειακού υλικού για το βασικό θέμα του βιβλίου, τη στιγμή που χωρίς αναφορά μένουν άλλα, πιο σχετικά. Π.χ. στη δεύτερη κιόλας σελίδα του κειμένου γίνεται λόγος για «πίεση» (πέραν της «προτροπής», που ούτε κι αυτή υπήρχε – γνωστοποίηση μιας δυνατότητας υπήρχε μόνο) από πλευράς ΠΔΚ για μετακίνηση ανηλίκων στις ΛΔ. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι υιοθετείται η μοναρχοφασιστική προπαγάνδα (αφού η «πίεση» δεν προσδιορίζεται ως έστω απορρέουσα από το κλίμα), αλλά ότι οι συγγραφείς, μιας κι έθιξαν τέτοια ζητήματα, θα μπορούσαν να αναφερθούν σε κάποιο πιο σχετικό ζήτημα, π.χ. στο πώς, χωρίς άμεση απειλή, με την διασπορά φημών από τιτοϊκούς, ολόκληρα μειονοτικά χωριά αποχωρούσαν για την ΛΔΜ (βλ.βιβλίο Γ.Συμεωνίδη (Ταρζάν), που δεν τον λες και ζαχαριαδικό) και τι ρόλο τους επεφύλασσε ο Τίτο να παίζουν στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις.

Εξάλλου, όταν μελετάς τη δράση κάποιων (του ΝΖ και του ΚΚΕ), δεν αρκεί η τυπική αναφορά στο ότι υιοθετούσαν την τάδε (βλ. μ-λ) θεωρία για το εθνικό ζήτημα και η απλή παράθεση ακόμα και σχετικών αποσπασμάτων από ομιλίες (ακόμα και στην αρχή του βιβλίου). Ένα μεγάλο κενό στην εξήγηση των δράσεων του ΚΚΕ και του ΝΖ θα καλυπτόταν αν οι ίδιοι συγγραφείς εμβάθυναν περισσότερο στη θεωρία του μαρξισμού για το εθνικό ζήτημα. Έτσι, δεν θα την παρουσίαζαν αποστεωμένη και τους οπαδούς της δογματικούς τύπους εκτός τόπου και χρόνου, ούτε θα κατέληγαν στο σχεδόν ειρωνικού ύφους συμπέρασμα (που βγάζουν, γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη και την πραγματικότητα που διαμόρφωναν οι τιτοϊκοί): «Συνεπώς, δεν υπάρχει πουθενά λάθος, απλά προσαρμογή του «εθνικού» στις εκάστοτε επαναστατικές συνθήκες. Δηλαδή, σωστή ήταν η απόφαση της 5ης Ολομέλειας [1949], σωστή και της 6ης [1949]»(σ.50). Αξίζει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, ούτε αυτό το συμπέρασμα ισχύει, καθώς ήδη από τον Μάρτη του ’49, το ΚΚΕ λέει στους τιτοϊκούς γιατί την πήρε, και τον Ιούνη του ’49 υπάρχει η απόφαση της ΚΟΕΜ (που συνέγραψε ο ίδιος ο ΝΖ και καλούσε τα στελέχη της να υπογράψουν, λέγοντας μετά “πόσοι άραγε είναι ειλικρινείς;”, όπως γράφει ο Ράκοφσκι ότι τους είπε), που αναφέρει ότι η απόφαση της 5ης Ολομέλειας δεν ευνοούσε το γενικότερο κίνημα, αλλά υπαγορεύτηκε από την τιτοϊκή προπαγάνδα και δράση και την ανάγκη διατήρησης των ψυχικών και πολιτικών δεσμών της μειονότητας με τον ελληνικό λαό.

Επιπρόσθετα, μια μεγαλύτερη εξοικείωση με την ίδια την τακτική των κομμουνιστών, όσον αφορά την αυστηρή διάκριση των συνθημάτων (σε προπαγάνδας-ζύμωσης-δράσης-άμεσης δράσης/εντολή), τις προγραμματικές αρχές και τις θέσεις, θα μπορούσε μια προγραμματική αρχή ή «θέση», που δεν αποτελεί καν σύνθημα προπαγάνδας (βλ. αναφορά Βαϊνά σε «κράτος» στην εισήγηση του 1ου συνεδρίου της «Ήλιντεν» – που, μάλιστα, δεν υπάρχει στην απόφαση), να μην την παρουσιάζει ως «μαξιμαλιστικό σύνθημα» σχεδόν άμεσης δράσης. Αλλά, όπως ειπώθηκε, το ότι παρουσιάζονται όλα αυτά ωσάν να μην είναι πολιτικές επιλογές, αλλά επιλογές τυφλωμένων από την πόρωσή τους φανατικών, είναι συνέπεια του ότι οι συγγραφείς τα βγάζουν σε μεγάλο βαθμό εκτός πλαισίου, δηλαδή του πλαισίου που δημιουργούσαν οι τιτοϊκές παρεμβάσεις. Αυτό ακριβώς κάνουν οι αντικομμουνιστές και για αυτό βγάζουν το ΚΚΕ «προδοτικό» (οι ίδιοι που σιωπούν για το βρετανικό υποπροξενείο στη Φλώρινα – μέλη του οποίου ζύμωναν την αυτονομία στα μακεδονικά χωριά – και για την υπό αμερικανική αιγίδα προπαγάνδα για «ανεξάρτητη Μακεδονία» της Μακεντόνσκα Τριμπούνα που ελεύθερα κυκλοφορούσε στα υπό τον μοναρχοφασιστικό ζυγό μειονοτικά χωριά).

Όμως, ένα πράγμα το δικαίωμα αυτοδιάθεσης (που, όταν αντιμετωπίζεις τον άλλον ως ίσο, του το αναγνωρίζεις έτσι κι αλλιώς – και το ΚΚΕ ούτε αυτό έκανε πάντα, παρά μόνο για 8 μήνες), και εντελώς άλλο η εκάστοτε τοποθέτηση του κόμματος της εργατικής τάξης, της «ραχοκοκαλιάς του έθνους»(Κομιντέρν), επί της απόσχισης, δηλαδή επί μίας μόνο από τις πολυάριθμες επιλογές αυτοδιάθεσης (γιατί στην άλλη βασική επιλογή, της αυτονομίας, υπάρχουν πολλές μορφές), και η υποχρέωσή του να υποστηρίξει πιθανή επιλογή απόσχισης. Αυτή η υποστήριξη δεν είναι επουδενί δεδομένη, αλλά εξαρτάται από το ποια από τις επιλογές εκείνη τη στιγμή προωθεί τα συμφέροντα της επανάστασης, άρα και τα συμφέροντα και των δύο εθνών, πλειοψηφούντος και μειοψηφούντος.

Εξάλλου, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης, έστω και θεμελιακό στο εθνικό ζήτημα, είναι μόνο τμήμα του, και, με τα χρόνια, έχει καταστεί πιο σύνθετο, π.χ. σε περιπτώσεις όπως εν προκειμένω, όπου το έθνος είναι διασπασμένο σε περισσότερα του ενός κράτη. Έτσι, δεν μπορεί να αγνοείται ούτε η οικονομική σύνδεση του εκάστοτε αυτοδιατιθέμενου κομματιού του έθνους με το κράτος που ανήκει – κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές προτιμήσεις των εκάστοτε κομματιών –, ούτε το ζήτημα του ποιο από τα κομμάτια θα αποτελεί το εθνικό κέντρο – κάτι που θα μπορούσε να προκαλεί απροθυμία ένωσης των κομματιών (περίπτωση Μακεδονίας με την τιτοϊκή ΛΔΜ ως εθνικό κέντρο). Εν προκειμένω, ας λάβουμε υπόψη και και την ομιλία του μειονοτικού (και φιλοτιτοϊκού) Υπουργού Επισιτισμού της ΠΔΚ Π.Μήτροφσκυ στις 08/05/1949 ότι «Οι μακεδόνες διάλεξαν μια για πάντα τον δρόμο τους. Είναι ο δρόμος της αδιάρρηχτης μαχητικής ενότητας με τον ελληνικό λαό. Είναι ο δρόμος της κατάλυσης της τυραννίας. (…) Πολεμούμε για τη λαϊκή δημοκρατία, για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Πάνω σ’ αυτή την κοινή κατάχτηση ο μακεδονικός λαός με σιγουριά και πίστη θα θεμελιώσει και τα δικά του εθνικά δίκαια, την εθνική του λευτεριά και το λαϊκοδημοκρατικό του μέλλον» (Προς τη Νίκη, φ.88, 14/5/1949, σ.3). Ομοίως, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης έχει καταστεί λιγότερο απόλυτο: ούτε μονοπωλείται, ούτε προτεραιοποιείται, π.χ. έναντι του δικαιώματος επιστροφής προσφύγων (βλ.περίπτωση Ναγκόρνο Καραμπάχ), ενώ, πέραν της οικονομικής σύνδεσης, υπάρχουν και άλλα πρακτικά εμπόδια (π.χ.γεωγραφική ασυνέχεια).

Τέλος, θα μπορούσε να υπάρχει μια πιο πρόσφορη μεταφορά μιας πανεπιστημιακής εργασίας σε ένα βιβλίο για το πλατύ κοινό. Για παράδειγμα, δυστυχώς υπάρχει και στο βιβλίο εκτεταμένη χρήση εισαγωγικών, που, εσχάτως, έχει υιοθετηθεί και στην Ελλάδα από μεταμοντέρνους ιστορικούς της Μαραντζιδείου σχολής «η τρίχα-τριχιά» και «δωσίλογοι αδέρφια μας αντικομμουνιστές» (ελπίζουμε συμπτωματική να είναι η παραπομπή, στην 1η κιόλας σελίδα, σε Μαραντζίδειο σύγγραμμα για τον εμφύλιο). Όμως, η χρήση εισαγωγικών σε λέξεις όπως Απόφαση, Ψήφισμα, Ανακαταγραφή, Έκθεση οδηγεί, όχι απλώς σε μη υιοθέτηση των όρων από τους συγγραφείς (δικαίωμά τους), αλλά, άρρητα, σε σατυρισμό και γελοιοποίηση αυτών που τις χρησιμοποιούν, όπως έκαναν δηλαδή οι αντίπαλοί τους. Προς τι η χρήση εισαγωγικών π.χ. στην Έκθεση Μπαρτζιώτα για την κατανομή των προσφύγων; Μήπως δεν ήταν ικανός ο Μπαρτζιώτας να συντάξει έκθεση; Ή μήπως είναι πιο αξιόπιστοι οι «με το μάτι» υπολογισμοί των «επαγγελματιών»; Χρειάζεται να σταθεί κανείς σε αυτό, γιατί ο καταιγισμός των εισαγωγικών στο βιβλίο, πέραν του ότι το κάνει δυσανάγνωστο, φτάνει σε σημείο να πλήξει ως και τον όρο χιτλεροφασιστική κατοχή.

Ομοίως, θα μπορούσε να υπάρχει μια μεγαλύτερη προσοχή στη χρήση όρων, οπως Ρώσοι, ΣΝΟΦ (ένα εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο δεν είναι «αριστερό» ή «δεξιό»), εφημερίδα «Δημοκράτης» (και όχι «Ντεμοκράτ»), Ενοποιημένο Εργατικό και όχι ΚΚ Πολωνίας, κ.ο.κ.. Κάθε όρος έχει και πολιτικές προεκτάσεις, ανοίγει ζητήματα, ή παγιώνει θέσεις όχι ουδέτερες, οπότε θα πρέπει να επιλέγεται με προσοχή.

Συνοψίζοντας και ελπίζοντας ότι η κριτική αυτή δεν θα θεωρηθεί από τους συγγραφείς (αν τύχει και τη διαβάσουν) συντριπτική, όπως θεωρήθηκε η (κομμουνιστική, δηλαδή, δημιουργική) αυτοκριτική της “Ήλιντεν” το 1953: Η εκτενής παράθεση ασύνδετων και ατεκμηρίωτων (αλλά όχι πολιτικά ουδέτερων) ισχυρισμών και στοιχείων, η – στην καλύτερη των περιπτώσεων – ονομαστική αναφορά σε τμήμα του πλαισίου αλλά, η αγνόησή του συνόλου του στην πράξη, η ονομαστική αναφορά και η ξερή παράθεση “συστατικών”, αλλά όχι η σύνθεσή τους, αποτελεί ίδιον των μεταμοντέρνων ιστορικών. Αυτό αντιστοιχεί στη σύγχρονη, αλλά όχι επιστημονική πρόσληψη ξεκομμένων πληροφοριών από το σύγχρονο άνθρωπο στην εποχή του διαδικτύου. Οι Σειρήνες των λινκ – που, εντέλει, λειτουργώντας χαοτικά, δεν αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και σύνθεση – δεν αντιμετωπίζονται με την επίκληση του κύρους που προσδίδει ο χαρακτηρισμός «πανεπιστημιακός» ή «επαγγελματίας» ερευνητής. Τουλάχιστον, αποκαλύπτεται πολύ πιο εύκολα από όσο κάποιοι νομίζουν ότι δεν είναι πολιτικά ουδέτερη και αθώα η αντιζαχαριαδική επιχειρηματολογία ή η επανανομιμοποίηση της μοναρχοφασιστικής «επιχειρηματολόγιας» και ορολογίας (βλ. εκτός εισαγωγικών «πράκτορες του ΚΚΕ» σε πηγή και αυτού του βιβλίου) και η ασυζητητί υιοθέτηση κάποιων παραδοχών (τύπου «Στάλιν=σφαγέας, πάμε παρακάτω»), με την επίκληση της υιοθέτησής τους από κάποιον «πανεπιστημιακό» ή «επαγγελματία». Το ίδιο ισχύει και όταν υπάρχει από αυτούς επίκληση «μη επαγγελματιών» που «συμφέρουν», με ταυτόχρονη αγνόηση άλλων «μη επαγγελματιών» που «δεν συμφέρουν» ή ακόμα κι εκείνων των πορισμάτων των επιλεχθέντων «μη επαγγελματιών» τα οποία «δεν συμφέρουν».

Τα παραπάνω γράφονται, συν τοις άλλοις, γιατί θα πρέπει να έχουμε κατά νου τον ρόλο που πολύ θα ενδιαφερόταν στην πιάτσα της να αναθέσει σε κάποιον μειονοτικό ιστορικό η μεταμοντέρνα σχολή ιστορικών, λαμβανομένων υπόψη των αναπόφευκτων, ελλείψει μιας «Ήλιντεν», εξελίξεων στη μειονότητα («απολιτίκ» μετατροπή της σε διακρατικό-διμερές θέμα). Θα ήταν πολύ κρίμα, πισωγύρισμα για τη μειονότητα, τώρα που για πρώτη φορά μετά την «6η Ολομέλεια» πάει να δημιουργηθεί ένας κύκλος διανοουμένων στις τάξεις της, αυτός ο κύκλος να εγκλωβιστεί σε ένα πολιτικό σχέδιο που μόνο τον ιμπεριαλισμό ευνοεί και, για άλλη μια φορά, θα ζημιώσει τη μειονότητα, που δεν αντέχει άλλο τέτοιο πλήγμα.

Σημ.: Το βιβλίο, που σε κάθε περίπτωση αξίζει να διαβαστεί, στην Αθήνα διατίθεται στο Book plus, στην Πανεπιστημίου στην τιμή των 10€.

Ν. Ζαχαριάδη: Απάντηση σε γράμμα που στάλθηκε από την Αθήνα (16/01/1955)

Σε μεγάλο τμήμα των κομμάτων και οργανώσεων στην Ελλάδα που επαγγέλλονται την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού έχει παρεισφρήσει μια απολίτικη στάση που χοντρικά περιγράφεται από την φράση “ο ένας μου μυρίζει, ο άλλος μου ξυνίζει”.

Φυσικά, μια τέτοια στάση έχει αρνητικές συνέπειες που δεν περιορίζονται μόνο στη δημιουργία μετώπων που ανοίγουν το δρόμο για την επίτευξη του παραπάνω στόχου, αλλά και στο ίδιο το μέγεθος των παραπάνω συλλογικοτήτων.

Μπορεί πολλοί να κάνουν λόγο για μέτωπο (άσχετα αν δεν χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη λέξη), αλλά, κάποιοι, ενίοτε δεν στέκονται στο πώς είναι η ίδια η πραγματικότητα του μετώπου. Όταν κάνεις μέτωπο με έναν άλλο, δεν σημαίνει ότι ο άλλος έχει γίνει όμοιός σου: όχι μόνο όσον αφορά το ότι δεν έχει υιοθετήσει το σύνολο των θέσεών σου, αλλά ούτε καν όσον αφορά την ελάχιστη εκείνη θέση που μπορεί περιστασιακά να έχεις κοινή με αυτόν. Ενίοτε, ο άλλος έχει αυτή την κοινή θέση για τους δικούς του, ιδιοτελείς, πολιτικάντικους λόγους, να μην την εννοεί καν· επουδενί δεν σημαίνει ότι, με τη διάθεσή του για (οποιασδήποτε μορφής) “μέτωπο”, έχει εγκαταλείψει τον “παλιό κακό του” εαυτό. Θα ήταν αφελές να το ξεχνά κανείς αυτό. Πάνω από όλα, όμως, θα ήταν εγκληματικό και απολίτικο, θα ακύρωνε τον ίδιο το λόγο ύπαρξής του, το να μην αξιοποιεί την κοινή θέση για να προκαλέσει έστω και το ελάχιστο ρήγμα στο μέτωπο που έχει δημιουργήσει ο αντίπαλος, οι συνέπειες του οποίου ρήγματος, υπό προϋποθέσεις (που δεν θα εξεταστούν εδώ), μπορεί να είναι θετικές.

Ενίοτε, ακόμα και κάποιοι από τους πιο θετικά διακείμενους για το μέτωπο επαναστάτες, επικαλούνται και φέρνουν στο σήμερα, για να αποδείξουν την ανεφικτότητα (οποιασδήποτε μορφής) μετώπων, ένα από τα επιχειρήματα του 7ου συνεδρίου της ΚΔ για την εφικτότητα της δημιουργίας των προπολεμικών Λαϊκών Μετώπων: τη διαπίστωση ότι υπήρχε ριζοσπαστικοποίηση στις τάξεις των σοσιαλδημοκρατών εργατών. Τι εννοούμε όμως “ριζοσπαστικοποίηση” σήμερα; Το να παίρνουν τα όπλα, από κοινού με τους κομμουνιστές, για να αντιπαλέψουν το φασισμό, όπως τότε; Πρώτα από όλα, αυτό δεν το κάνουν ούτε οι κομμουνιστές και, γενικά, ριζοσπαστικοποίηση δεν σημαίνει να υιοθετούν οι άλλοι την ίδια μορφή αγώνα που εμείς υιοθετούμε ή προκρίνουμε. Δεύτερον, δεν είναι ίδιος ο στόχος σήμερα. Τρίτον, δεν χρειάζεται να είναι και πραγματικά κοινός, και μάλιστα εξαρχής: άλλο βάθος έδιναν αρχικά οι σοσιαλδημοκράτες στο φασισμό και αλλιώς η ΚΔ. Το μέτωπο, όμως, ήταν που επέτρεψε από τη ριζοσπαστικοποίηση να περάσουμε στην επαναστατικοποίηση πλατιών σοσιαλδημοκρατικών μαζών. Τέταρτον, συχνά αγνοούμε ότι η ριζοσπαστικοποίηση επέρχεται και από τη συσσωρευμένη, ακόμα και την όχι άμεση, εμπειρία. Π.χ. ακόμα κι αν κάποιοι κεντρώοι ή μεσοαστοί, το 1949, στην Ελλάδα, μπορεί να έκαναν πίσω, αυτό δεν σημαίνει ότι οι παγκόσμιες εξελίξεις, ή η ίδια η πραγματικότητα στην Ελλάδα, το όλο πλαίσιο δηλαδή, ανεξάρτητα από την κομματική τους στάση στη μία ή την άλλη περίσταση, δεν νομιμοποιούσαν έτσι κι αλλιώς τη ριζοσπαστικοποίηση: όσο κι αν ήταν πιο λυσσασμένα διωκόμενος ο κομμουνισμός στην Ελλάδα το 1954, π.χ. σε σχέση με το 1935, εντούτοις, πλέον ήταν πιο πολύ “στο τραπέζι”, πιο νομιμοποιημένος στη σκέψη, ακόμα και των πιο συντηρητικών. Και στενά ταξικά να το δει κανείς, η πρόταση του ΚΚΕ για εμπόριο και με τις ΛΔ και την ΕΣΣΔ, αντικειμενικά ηχούσε καλά στα αυτιά των εμποροβιοτεχνών, οι οποίοι έβλεπαν τις αγορές τους να περιορίζονται εδαφικά από το μοναρχοφασισμό, για πολιτικούς λόγους, και να μονοπωλούνται.

Για αυτούς τους λόγους, ακόμα κι αν οι σχέσεις διαμεσολάβησης των αστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τους ψηφοφόρους τους έχουν διαρραγεί, με την έννοια ότι οι τελευταίοι δεν υιοθετούν τη γραμμή τους “ως κομματική γραμμή” (π.χ. δεν είναι ότι επειδή το είπε η Φώφη στις 7/10 κάθε καρυδιάς καρύδι δήλωσε αντιφά) αλλά λόγω του πλαισίου που και αυτά συμβάλλουν να δημιουργηθεί, έστω και χωρίς να το θέλουν – γιατί δεν ισχύει μόνο το αντίστροφο, το συνηθέστερο, ότι “είδαν φως και μπήκαν” –, είναι εφικτό, ακόμα και το προσωρινό και περιορισμένο “μέτωπο” με τον τάδε πολιτικάντη να προκαλέσει ρήγματα στο μέτωπο που έχει ανεγείρει με τα δικά του ψευτοδιλήμματα ο αντίπαλος, αφού μπορεί έμμεσα να ταράξει στάσιμα νερά στην κοινωνία και, ακριβώς για αυτό, πρέπει να το επιδιώκουμε.

Μάλιστα, αυτό πρέπει να επιδιώκεται ακόμα κι αν ο “σύμμαχος” ταλαντεύεται να κάνει το βήμα για συγκρότηση “μετώπου”, ακόμα κι αν επιθυμεί ηγετικές θέσεις, ακόμα κι αν δεν εννοεί πραγματικά τις κοινές θέσεις που ιδιοτελώς υποστηρίζει. Και προφανώς, καμία επίδραση δεν πρέπει να έχει για τη συγκρότηση του “μετώπου” το ιστορικό των σχέσεων με αυτόν τον “σύμμαχο” (ο οποίος δεν “ξεπλένεται” με τη σύναψη μιας τέτοιας συμμαχίας αυτομάτως, αλλά υπό προϋποθέσεις). Δεν είναι τυχαίο ότι το επαναστατικό-ζαχαριαδικό ΚΚΕ, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν “μασούσε” να αξιοποιήσει για τη συγκρότηση του “μικρού”, “αποπροσανατολιστικού”, “αστικής διαχείρισης” (που θα’ λεγαν σήμερα και διάφοροι) αντισυναγερμικού μετώπου, όχι μόνο τον μακελάρη του Δεκέμβρη Γερο-Παπατζή, αλλά και τον ίδιο τον Ρέντη, που μόλις δύο χρόνια πριν (21/1/52) κατήγγειλε για χοντροκομμένες προβοκάτσιες.

Το ΚΚΕ επέμεινε και τελικά κατάφερε, λίγο πριν την “6η Ολομέλεια”, να πετύχει τη συγκρότηση της “Δημοκρατικής Ένωσης”. Η ιστορία απέδειξε πως η συγκρότηση της Δημοκρατικής Ένωσης ξεμπλόκαρε την εκ νέου είσοδο πλατιών μαζών στον αγώνα (το κυριότερο), εξαρχής αφαίρεσε τον τίτλο του “νεωτεριστή” από τον Καραμανλή και διέσπασε το κέντρο, ανοίγοντας το δρομο, συν τοις άλλοις, για την εκλογική επιτυχία του 1958, που από κεκτημένη ταχύτητα η αριστερά κατήγαγε (και αμέσως κατασπατάλησε).

Τέλος, όπως γράφτηκε και παραπάνω, οι συνέπειες από την επικρατούσα και εφαρμοζόμενη στάση “ο ένας μου μυρίζει, ο άλλος μου ξυνίζει”, όσο κι αν δεν το παραδέχονται κάποιοι, επεκτείνεται και στο εσωτερικό και, τελικά, και στο μέγεθος των συλλογικοτήτων. Μια τέτοια στάση, όμως, που ταξικά προσιδιάζει σε αυτήν του μικροαστού, δείχνει παραίτηση από τον πολιτικό αγώνα για το κέρδισμα καλοπροαίρετων ανθρώπων στις θέσεις της συλλογικότητας: κι αυτό οφείλεται ίσως γιατί οι θέσεις δεν είναι καν πολιτικές αλλά το εύκολο: ιδεολογικές· ή ίσως γιατί, όσο κι αν δεν είναι εύκολο να το συνειδητοποιήσει κάποιος, σε μεγάλο βαθμό, η συλλογικότητά του, από ένα σημείο και μετά, όσο δεν διεξάγει πολιτικό αγώνα (αλλά μόνο ιδεολογικό, ακτιβιστικό, “τερματοφύλακα” κλπ) έχει πάψει να υφίσταται πρωτίστως για πολιτικούς λόγους (για την επίτευξη ρηγμάτων στον αντίπαλο), αλλά φυτοζωεί, πρωτίστως για κοινωνικούς λόγους, κοινωνικοποίησης των μελών της (όσο σκληρό κι αν ακούγεται και χωρίς πρόθεση υποτίμησης κανενός). Γιατί είναι ωραίο να κάνεις τον “σκληρό” και τον “καθαρό” εντός ενός μιας όασης, που όμως δεν παύει να είναι νησίδα-μικρόκοσμος (όχι με την αρνητική έννοια της λέξης). Αλλά όλα αυτά δεν διεξάγονται σε κενό αέρος. Ακόμα και τα μέλη αυτής της συλλογικότητας (και της πλειοψηφίας της) είναι πιο ατομικιστικά, λόγω της έξωθεν επίδρασης από την κοινωνία που προωθεί περισσότερο από ποτέ άλλοτε τον ατομικισμό, και που η συλλογικότητα δεν μπορεί να αποκρούσει, στο βαθμό που η ίδια δεν αναδεικνύει την κομμουνιστική-διαπαιδαγωγητική της διάσταση, ή, ακόμα χειρότερα, αποπνέει και εμπνέει ατομικισμό επί των μελών.

***

Ραδιοφωνικός Σταθμός Ελεύθερη Ελλάδα

16.1.1955

Πριν λίγες μέρες, πήραμε από υπεύθυνη κομματική αρχή του ΚΚΕ στην Αθήνα, ένα γράμμα δημοκρατικού αντισυναγερμικού πολίτη, που βάζει ερωτήματα και ζητά διευκρινήσεις για την πολιτική του ΚΚΕ στη σημερινή στιγμή, ιδιαίτερα ύστερ’ απ’ τη δημοσίευση του σχεδίου Βενιζέλου.

Το γράμμα αυτό το θέσαμε υπόψη της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Παρακάτω δίνουμε το γράμμα του δημοκρατικού αντισυναγερμικού πολήτη καθώς και την απάντηση του σ. Νίκου Ζαχαριάδη εκ μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Δίνουμε πρώτα το γράμμα:

Φίλοι συνοδοιπόροι,

Είμαι ένας μέσος αστός, καλός νοικοκύρης όπως με λεν στον κύκλο μου. Καλός παλιά μαγαζάτορας, με μικρό φυσικά τζίρο στα δύσκολα αυτά χρόνια. Τα ψευτοκαταφέρνω.

Από παλιά ήμουν Βενιζελικός.

Απ’ τα 1950 ψήφισα Πλαστήρα, που όμως με απαγοήτευσε και στα 1952 ψήφισα συναγερμό και Παπάγο. Γρήγορα κατάλαβα πως αυτό ήταν λάθος. Τέτοιο λάθος που, αν το’ κανα στις δουλειές μου, θα ‘πρεπε να το κλείσω το μαγαζί.

Από παλιά θεωρούσα και θεωρώ τον εαυτό μου δημοκρατικό. Το ίδιο πίστευα και όταν ψήφιζα Παπάγο, αφού είδα ότι ο Πλαστήρας τα ‘κανε κυριολεχτικά θάλασσα. 

Ο Νίκος Ζαχαριάδης στην Τασκένδη

Κάθισα και ξανασκέφθηκα. Όταν κατάλαβα ότι απ’ τη Σκύλα έπεσα στη Χάρυβδη, η σκέψη μου ήταν τούτη: εκείνο που έκανα και θέλω και που όσο καταλαβαίνω, το θέλει, έτσι είτε αλλιώς, εκτός απ’ τους άλλους κι όλο το συνάφι μου, η τάξη μου, οι μεσοαστοί και μικροαστοί νοικοκύρηδες, επαγγελματοβιοτέχνες, είναι: Να γίνει αλλαγή. Κατάλαβα ακόμα, ύστερ’ απ’ την αλλαγή του Πλαστήρα και του Παπάγου ότι η αλλαγή πρέπει να ’ναι δημοκρατική.

Πώς το καταλαβαίνω αυτό; Πρέπει ο λαός μας να γίνει πια αφεντικό στον τόπο του και τα πράγματά μας να τα κανονίζουμε όπως συμφέρει σε μας και όχι έτσι όπως συμφέρει σε άλλους. Πρέπει να ‘χουμε δουλιές και να τα βγάζουμε πέρα σαν άτομα, οικογενειάρχες και σα χώρα, Πατρίδα. Βλέπω γιατί κι εγώ το νιώθω πάνω στο πετσί μου. Έχουμε λίγο χάος και πάμε κατά γκρεμό. Και έγινα δημοκρατικός-αντισυναγερμικός.

Στις εκλογές τις δημοτικές, ψήφισα τον κοινό αντισυναγερμικό υποψήφιο της Αθήνας. Και την άλλη μέρα σα να με συνεπήρε πιο πολύ το ρέμα. Αυτός είπα είναι ο δρόμος: Λαός – Ένωση. Όλοι μαζί να παλαίψουμε για να κάνουμε την αλλαγή.

Στο όλοι μαζί δεν έκανα εξαίρεση, αν και τους κουκουέδες πάντα λίγο τους φοβόμουνα. Είδα ότι έχουν μια συνέπεια στη γραμμή τους κι ότι μπορούμε να πάμε μαζί, τουλάχιστο ως ένα σημείο.

Τι έγινε όμως ύστερ’ από τις εκλογές: Αυτό είναι που δεν καλοκαταλαβαίνω και θέλω μια εξήγηση. Δε βλέπω πάλι ενότητα και πάμε να χάσουμε κι αυτό που πετύχαμε, με τις εκλογές και στις εκλογές.

Προβλήθηκε το σχέδιο Βενιζέλου. Είδα όμως το σταθμό σας να μην το δέχεται. Ούτε εμένα με ικανοποίησε τόσο γιατί προτείνει κολοβή αλλαγή.

Όμως ρωτάω: Δεν μπορεί να αποτελέσει μια βάση για μια μερική συμφωνία; Δεν αποτελεί μια κάποια λύση όπως υποστηρίζουν ορισμένοι δημοκρατικοί παράγοντες;

Θέλω μια απάντηση, που πιστεύω ότι θα με βοηθήσει κι αυτή να κατατοπιστώ πιο καλά.

Αθήνα, προς τα τέλη του Δεκέμβρη 1954

Περιμένω και σας χαιρετώ.

Δημοκρατικός, αντισυναγερμικός πολίτης.

Ακολουθεί η απάντηση του σ. Ν.Ζαχαριάδη:

Το πιο πάνω γράμμα του δημοκρατικού αντισυναγερμικού πολίτη πρέπει να το προσέξουμε γιατί θίγει ένα σοβαρό, ζωτικό κι επίκαιρο για το λαό και τη χώρα ζήτημα. Το ζήτημα αυτό συγκεντρώνεται σε τούτα δω:

Πώς και προς τα πού θα προχωρήσει μετεκλογικά ο αντισυναγερμικός πολιτικός κόσμος, που στις 21 και 28 του Νοέμβρη συγκέντρωσε αναμφισβήτητα την πλειοψηφία του λαού σ’ όλη τη χώρα.

Για ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ένα άλλο.

Τι ψήφισε ο λαός στις 21 και στις 28 του Νοέμβρη;

Και εδώ η απάντηση μπορεί να είναι μια: Ψήφισε ενάντια στο συναγερμό. Ψήφισε να φύγει ο συναγερμός από την κυβέρνηση. Ψήφισε για νέες εκλογές με αναλογική. Ψήφισε τέλος για μια αλλαγή. Και σχετικά με την αντισυναγερμική έννοια της ψήφου αυτής, ότι δηλαδή πρέπει να φύγει ο συναγερμός απ’ την εξουσία, υπάρχει ομογνωμία στον αντισυναγερμικό πολιτικό κόσμο.

Δε συμβαίνει όμως το ίδιο τόσο για το πώς θα γίνει αυτό, όσο και για το περιεχόμενο της αλλαγής.

Το ζήτημα της αλλαγής μπορούμε να το αφήσουμε για την ώρα, γιατί, για το περιεχόμενο, για το πλάτος και το βάθος της αλλαγής θα κρίνει και θ’ αποφασίσει ο λαός.

Ώστε ουσιαστικά, το μόνο ζήτημα που εκκρεμεί άμεσα, μέσα στον αντισυναγερμικό πολιτικό κόσμο, είναι τούτο δω: Πώς θα πραγματοποιηθεί η ξεκάθαρη λαϊκή ετυμηγορία στις 21 και 28 του Νοέμβρη που λέει: Να φύγει ο συναγερμός και η κυβέρνησή του.

Κι εδώ, τα στοιχεία που έχουμε, μας επιτρέπουν να κάνουμε τις παρακάτω διαπιστώσεις:

Το ΚΚΕ, απ’ την πρώτη στιγμή, και πριν και ύστερ’ από τις εκλογές, πήρε καθαρή θέση: Να γίνουν εκλογές με αναλογική. Στις εκλογές αυτές, το κάθε αντισυναγερμικό κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων θα διεκδικήσει τη λαϊκή ψήφο για το δικό του πρόγραμμα αλλαγής στην εσωτερική και εξωτερική πορεία μας.

Τη θέση του ΚΚΕ υποστηρίζει και το ΑΚΕ. Με την άποψη αυτή συντάχτηκε και η προοδευτική κίνηση του κ. Ρέντη καθώς και άλλες οργανώσεις και παράγοντες.

Τι απάντηση δίνει στο ζήτημα αυτό το σχέδιο Βενιζέλου; Καμμιά. Μετεκλογικά, το ζήτημα αυτό, παρά τη λαϊκή ετυμηγορία, το παράκαμψαν και το απόφυγαν τόσο ο Βενιζέλος όσο και μια σειρά αντισυναγερμικοί παράγοντες.

Δεν το ‘βαλαν ούτε στο παλάτι. Ενώ, αν πιέζαμε όλοι, ασφαλώς θα το προωθούσαμε κι απ’ την πλευρά αυτή.

Το σχέδιο Βενιζέλου θέλει να μονοπωλήσει πολιτικά υπέρ του δικού του συνασπισμού κομμάτων τον αντισυναγερμικό αγώνα. Ζητά την τυφλή υποστήριξη όλων των αντισυναγερμικών δυνάμεων του τόπου για να αντιπαραταχθεί μόνος ο δικός του συνασπισμός κομμάτων στο συναγερμό και να διαδεχθεί αυτός το συναγερμό στη διακυβέρνηση του τόπου. Σαν αντάλλαγμα προσφέρει ένα (σ.σ. Τρεις λέξεις δεν ακούστηκαν) για να μην πούμε ακαθόριστο, δαντελωτό, πρόγραμμα μεταβολών, που θα πραγματοποιήσει ο συνασπισμός κομμάτων του Βενιζέλου, όταν θα πάρει την εξουσία. Κι αν παραλείψουμε όλα τ’ άλλα, το σχέδιο Βενιζέλου στηρίζεται στον εξής αντιδημοκρατικό υπολογισμό: Δε χρειάζεται να ζητήσω και δε ζητώ αναλογική, γιατί, μονοπωλώντας τον αντισυναγερμικό αγώνα, κι έχοντας την υποστήριξη όλων των αντισυναγερμικών δυνάμεων και με το πλειοψηφικό, θα βάλω κάτω τον Παπάγο και θα κάνω τη δουλιά μου. Έτσι, το σχέδιο αυτό ξεφεύγει από μια, απ’ τις βασικές επιταγές της 21 του Νοέμβρη: τη δημοκρατική αναλογική.

Το σχέδιο Βενιζέλου πάει ν’ αντικαταστήσει το ένα μονοπωλιακό σχήμα του Παπάγου με ένα άλλο, το ίδιο μονοπωλιακό, που κατά τον ίδιο τρόπο αποκλείει και πνίγει τον εκδημοκρατισμό της εσωτερικής πολιτικής μας ζωής.

Σαν αντάλλαγμα ο κ. Βενιζέλος μας προσφέρει τις προγραμματικές αρχές του, που κι αυτές ωχριούν σ’ όσα είχε τάξει και προσφέρει ο Πλαστήρας.

Ώστε το μόνο που μας προσφέρει κι ο Βενιζέλος είναι μια καινούργια περιπέτεια Πλαστήρα.

Μα μας ρωτάν: Τι ακόμα θέλετε; Προσφέρουμε γενική αμνηστία. Νομιμοποίηση του ΚΚΕ με την κατάργηση του νόμου 509. Κατάργηση των εκτοπίσεων. Κατάργηση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων κι επιπλέον κατάργηση της ετεροδικίας. Και δεν είστε ευχαριστημένοι; Γιατί δεν δείχνετε ευλυγισία;

Πρώτα-πρώτα, στο σχέδιο Βενιζέλου, όλ’ αυτά είναι αόριστα κι αραχνοΰφαντα, ώστε να μην ξεκαθαρίζει κανένας ούτε και τη γενική αμνηστία. Μα το ζήτημα δεν είναι αυτό. Ο κίνδυνος απ’ το σχέδιο Βενιζέλου βρίσκεται στην αντιδημοκρατική μονοπώληση του αντισυναγερμικού αγώνα, στην αντιδημοκρατική αποκλειστικότητα της αντισυναγερμικής εκπροσώπησης.

Ο κίνδυνος βρίσκεται στο ότι, με τον αποκλεισμό και τη δέσμευση των πιο πρωτοπόρων και συνεπώς αντισυναγερμικών δυνάμεων δεν μπορεί να γίνει κανένας συνεπής αντισυναγερμικός αγώνας. Δεν μπορεί να γίνει και καμμιά αποτελεσματική πάλη κατά του ΙΔΕΑ που μας τον προβάλλουν κάθε τόσο για να μας φοβίσουν, ενώ ξέρουν ότι δεν είμαστ’ απ’ αυτούς που φοβούνται. Με το σχέδιο Βενιζέλου θα παραμείνουμε στον φαύλο κύκλο: Πλαστήρας, Παπάγος, Βενιζέλος και πάλι Παπάγος ή ΙΔΕΑ, κυλώντας όλο και περισσότερο απ’ το κακό στο χειρότερο. Έτσι, χαντακώνουμε πάλι και τη λαϊκή ετυμηγορία στις 21 και 28 του Νοέμβρη και την αλλαγή. Ώστε το σχέδιο Βενιζέλου είναι τρωτό. Δεν είναι βιώσιμο, γιατί είναι αντιδημοκρατικό. Τυφλή εμπιστοσύνη και εν λευκώ εξουσιοδότηση δεν μπορούμε να δώσουμε σε κανέναν, γιατί στην πολιτική τέτοια πράγματα δεν γίνονται.

Τέτοια ευλυγισία δεν μπορεί κανένας να μας ζητά.

Εκείνο που μπορεί να γίνει, είναι να παλέψουμε μαζί για εκλογές με αναλογική και για ό,τι άλλο δημοκρατικό συμφωνήσουμε. Αυτό είναι το σωστό και αυτό είναι το δημοκρατικό.

Και για να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις, επαναλαμβάνουμε κάτι που το ‘χουμε πει πολλές φορές. Εμείς δεν προβάλλουμε κομματικές αξιώσεις και υποστηρίζουμε και θα υποστηρίξουμε ανιδιότελα και ολόψυχα κάθε παράγοντα, προσωπικότητα, κόμμα, που έχει τη φιλοδοξία και τη θέληση να εξυπηρετήσει δημοκρατικά το λαό και τον τόπο.

Αυτή είναι η ευλυγισία των κουκουέδων, ευλυγισία χωρίς στραπατσάρισμα των δημοκρατικών πατριωτικών αρχών. Οι κουκουέδες δε θ’ αφήσουν να τους κουκουλώσουν με εν λευκώ εξουσιοδοτήσεις και τυφλές εμπιστοσύνες. Εδώ κρίνουν πρώτα απ’ όλα τα δημοκρατικά έργα κι όχι τα δημοκρατικά λόγια.

Κι ενώ δε δίνουμε σε κανέναν εν λευκώ εξουσιοδότηση, και τυφλή εμπιστοσύνη, είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε – αν χρειαστεί και εκλογικά – και δίχως παράλογες κομματικές αξιώσεις, οποιαδήποτε ελάχιστα παραδεχτή δημοκρατική προσπάθεια. Στο ζήτημα αυτό δεν έχει κανένας να φοβάται απ’ τους κουκουέδες παρασπονδία. Αντίθετα, απ’ τους κουκουέδες θα ‘χουν πάντα κατανόηση και συμπαράσταση και στο παραμικρό δημοκρατικό βήμα που θα κάνουν ή μέτρα που θα παίρνουν. Όπως θα ‘χουν πάντα αμείλιχτη και την κουκουέδικη επιτίμηση για κάθε αντιδημοκρατική εκδήλωση και πράξη.

Τη δημοκρατική αντισυναγερμική σημαία δεν πρόκειται να την υποστείλουμε. Να συμμεριστούμε το βάρος της, είμαστε έτοιμοι, με όλους.

Είμαστε πάντα έτοιμοι να ακολουθήσουμε, σαν απλοί μαχητές, τη συνεπή δημοκρατική, αντισυναγερμική, ηγεσία και να τη στηρίξουμε, με όλες μας τις δυνάμεις.

Η πρώτη δημοκρατική εντολή σήμερα λέει: Άμεσες εκλογές με αναλογική. Όταν το ζητήσουμε αυτό όλοι μαζί θα το πετύχουμε. Και μετά θα προχωρήσουμε παραπέρα. Αυτό θέλει ο λαός. Αυτό είναι το συμφέρον της χώρας και μαζί φυσικά και του δημοκρατικού αντισυναγερμικού πολίτη, που έκανε πολύ καλά που μας ερώτησε. Και κάνει βέβαια πιο καλά, που κι αυτός και το συνάφι του – όπως το λέει – παλεύουν δημοκρατικά, αντισυναγερμικά.

Έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να κάνουμε μαζί και ίσως φθάσουμε μαζί κι ως το τέλος.

Στην πάλι αυτή βρίσκεται η εγγύηση για την παραπέρα αντισυναγερμική δημοκρατική συσπείρωση και ενότητα και απ’ τα πάνω και απ’ τα κάτω για την τελική δημοκρατική Νίκη.

Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στον «Λαϊκό Αγώνα», όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας, χρόνος Ε’, αρ.φ.839, Πέμπτη 27 Γενάρη 1955, σ.σ.1-2.