Κ.Κ. Ινδίας (Μαοϊκό): Ανάληψη ευθύνης για την επίθεση σε παραστρατιωτικούς στη Σούκμα

Με ηχογραφημένο μήνυμα, ο εκπρόσωπος Τύπου της Επιτροπής Ειδικής Ζώνης της Νταντακαράνια του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας (Μαοϊκού), Βικάλπ, ανέλαβε, εξ ονόματος του κόμματος, την ευθύνη για την επίθεση στις 24 Απρίλη 2017 σε μέλη των ινδικών “Κεντρικών Εφεδρικών Αστυνομικών Δυνάμεων” (CRPF), στην περιοχή Μπουρκαπάλ στην Τσινταγκούφα (στο Τσατίσγκαρχ), κοντά στην πόλη Σούκμα, με αποτέλεσμα 26 νεκρούς από τις τάξεις των κρατικών δυνάμεων. Περίπου το 70% των πάνω από 300 επιτιθέμενων στη μάχη που διήρκεσε 3 ώρες, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν γυναίκες. Η επίθεση έρχεται ως απάντηση στην ινδική κρατική επίθεση στους Μαοϊστές στο Μαλκανγκίρι, τον Οκτώβρη του 2016, με αποτέλεσμα 30 νεκρούς, και ως απάντηση στις μαζικές σεξουαλικές επιθέσεις και βιασμούς κατά των ντόπιων γυναικών από κρατικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις.

Παρακάτω δημοσιεύονται αποσπάσματα από το ηχογραφημένο μήνυμα. Εφ’ όσον υπάρξουν και άλλα αποσπάσματα στα αγγλικά, φυσικά θα μεταφράζονται και αυτά και θα προστίθενται.

***

O Λαϊκός Απελευθερωτικός Αντάρτικος Στρατός προέβη στην επίθεση στην περιοχή Μπουρκαπάλ στην Τσινταγκούφα (στο Τσατίσγκαρχ) ως απάντηση στην (κυβερνητική) εκστρατεία για το 2017 και την ψεύτικη καμπάνια παράδοσης (μαοϊστών). Συγχαίρουμε το ΛΑΑΣ, την ηγεσία του, τους διοικητές και το λαό της Νταντακαράνια για την ενεργό υποστήριξή τους. Αυτή η επίθεση ήταν μια συνέχεια της επίθεσης στο Μπέτζι (σ.parapoda: το Μάρτη του 2017, με 12 κυβερνητικούς ένοπλους νεκρούς). Αυτές οι επιθέσεις έρχονται ως απάντηση, είναι αμυντικές, για να ηττηθούν οι αντιλαϊκές πολιτικές και για να προχωρήσει ο λαϊκός αγώνας”(…)

Αυτές οι επιθέσεις πρέπει να ειδωθούν ως απάντηση ενάντια στις σεξουαλικές θηριωδίες που διαπράττονται από τις δυνάμεις ασφαλείας εναντίον των ιθαγενών γυναικών και κοριτσιών που βρίσκονται στη ζώνη της σύγκρουσης. Πρέπει να θεωρηθούν επίσης απάντηση στα αμέτρητα περιστατικά βίας που αποτελούν όνειδος για κάθε πολιτισμένη κοινωνία. Οι επιθέσεις στο Μπέτζι και το Μπουρκαπάλ πρέπει να θεωρηθούν απάντηση για την αξιοπρέπεια και το σεβασμό των ιθαγενών γυναικών. Αυτές οι επιθέσεις πραγματοποιούνται για να απελευθερώσουμε τους ιθαγενείς στις περιοχές της σύγκρουσης από τις απάνθρωπες θηριωδίες που υφίστανται από τις δυνάμεις ασφαλείας”(…)

Οι δρόμοι, οι σιδηρόδρομοι, οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας φτιάχνονται με την προστασία των παραστρατιωτικών δυνάμεων και της αστυνομίας σε αυτές τις περιοχές με το μανδύα της βοήθειας προς το κοινό, όμως γίνονται για τη λεηλασία των φυσικών πόρων, για την εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών και για τη διευκόλυνση και ασφάλεια των μεταφορών των δυνάμεων ασφαλείας. Αυτές οι επιθέσεις γίνονται για να αντιταχθούμε σε αυτή την ωμή λεηλασία και για να διασφαλίσουμε ότι αυτοί οι πόροι θα χρησιμοποιούνται για την ευημερία των λαϊκών μαζών” (…)

Ο εκπρόσωπος τύπου των Μαοϊστών αρνήθηκε ότι τα πτώματα των τζαουάν (σ.parapoda: σημαίνει “νέος”, αλλά στη στρατιωτική ορολογία έχει να κάνει με τους χαμηλόβαθμους) ακρωτηριάστηκαν από το ΛΑΑΣ, μία συκοφαντία που ήδη “μαζεύεται” από επίσημες πηγές, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών:

Δεν μεταχειριστήκαμε τα πτώματα των τζαουάν με ασέβεια. Είναι τα μεγάλα ΜΜΕ που ψευδώς προπαγανδίζουν ότι ακρωτηριάστηκαν μέλη των τζαουάν από το ΛΑΑΣ (στην επίθεση στο Μπούρκαπαλ). Στην πραγματικότητα, είναι η αστυνομία και οι παραστρατιωτικές δυνάμεις που μεταχειρίζοναι με τέτοιο τρόπο τα πτώματα των μελών του ΛΑΑΣ που σκοτώνονται στις συγκρούσεις. Πολλά πτώματα μαοϊστών έχουν ακρωτηριαστεί (από τις δυνάμεις ασφαλείας) και καθυστερείται η απόδοσή τους στους οικείους τους. Οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν επίσης βγάλει άσεμνες φωτογραφίες των γυναικών μελών του ΛΑΑΣ που έχουν σκοτωθεί σε συγκρούσεις και τις διαδίδουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης”.(…)

Αναφερόμενος στα πογκρόμ από κάποιες ομάδες σε ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικηγόρους, δημοσιογράφους και αντιπολιτευόμενα κόμματα στο Τσατίσγκαρχ, ο εκπρόσωπος Τύπου κατηγόρησε την πολιτειακή και την κεντρική κυβέρνηση για αντιδημοκρατικές πρακτικές.

Οι επιθέσεις στο Μπέτζι και το Μπουρκαπάλ στην Τσινταγκούφα πρέπει να θεωρηθούν μια απάντηση ενάντια στην απόπειρα να δημιουργηθεί μία αντιδημοκρατική και φασιστική ατμόσφαιρα. Αυτές οι επιθέσεις εκφράζουν την αντίθεση στην εκμετάλλευση των Νταλίτ, των ιθαγενών και των μειονοτήτων και τις επιθέσεις στην πολιτισμική και οικονομική τους ζωή από τους βραχμανιστές ινδουιστές εθνικιστές, τους φασίστες, τους σάνγκι και τις κυβερνήσεις του BJP (σ.parapoda: Ινδικό Λαϊκό Κόμμα), ενάντια στην εμπλοκή της αστυνομίας και των δυνάμεων ασφαλείας. Καλούμε τους δημοσιογράφους, τις πατριωτικές και φιλολαϊκές δυνάμεις στο Τσατίσγκαρχ και τη χώρα, τους ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τους καλλιτέχνες να δουν από την κατάλληλη σκοπιά αυτές τις επιθέσεις και να τις κατανοήσουν. Δεν είμαστε βίαιοι άνθρωποι, αλλά είμαστε αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουμε βία ως αντίποινα και προς υποστήριξη των εκμεταλλευόμενων μαζών ενάντια στις φεουδαρχικές δυνάμεις, τους εγχώριους και διεθνείς επιχειρηματικούς ομίλους και τις κυβερνήσεις που τους υποστηρίζουν”.(…)

Ο εκπρόσωπος Τύπου των Μαοϊστών απηύθυνε κάλεσμα στους παραστρατιωτικούς και τους χαμηλόβαθμους αστυνομικούς να παραιτηθούν από τις κυβερνητικές τους δουλειές και να συμμετέχουν στο λαϊκό αγώνα.

Οι τζαουάν δεν είναι εχθροί μας, πολλώ δε μάλλον ταξικοί εχθροί μας. Όμως γίνονται εμπόδιο στη λαϊκή ευημερία με το να αποτελούν τμήμα του κυβερνητικού εκμεταλλευτικού και αντιλαϊκού μηχανισμού. Καλούμε τους χαμηλόβαθμους αξιωματικούς των παραστρατιωτικών δυνάμεων και των τζαουάν να σταματήσουν να πολεμούν για τους εκμεταλλευτές πολιτικούς, μεγαλοεργολάβους, τους εγχώριους και διεθνείς μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τις μαφίες, τους μπράβους και τους βραχμανιστές ινδουιστές φασίστες που από τη φύση τους είναι ενάντια στους Νταλίτ, τους ιθαγενείς, τις θρησκευτικές μειονότητες και τις γυναίκες. Μη χάνετε τη ζωή σας προστατεύοντας τέτοιους ανθρώπους και τις περιουσίες τους. Παραιτηθείτε από τις κυβερνητικές δουλειές σας και συμμετέχετε στο λαϊκό αγώνα”.

Πηγές για τα αποσπάσματα στα αγγλικά, εδώ, και για τις φωτό: εδώ και εδώ

Η Κομμουνιστική Διεθνής & το Κ.Κ. Ιταλίας για το θάνατο – δολοφονία του Αντόνιο Γκράμσι (27/04/1937)

Συμπληρώνονται σήμερα 80 χρόνια από το θάνατο του Αντόνιο Γκράμσι, του μεγάλου μπολσεβίκου και τριτοδιεθνιστή ιδρυτή και επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, o οποίος δολοφονήθηκε από την 11ετή φυλάκιση από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι. Ο Γκράμσι άφησε ένα τεράστιο πρακτικό έργο παρακαταθήκη, την ίδρυση και τη μπολσεβικοποίηση κομμουνιστικού κόμματος. Όμως οι ρεβιζιονιστές και όλοι οι άλλοι που αρέσκονται να καμώνονται τους αριστερούς, αλλά αποφεύγουν την ανάληψη των βασικών πρακτικών καθηκόντων που δημιούργησαν αυτή την ταυτότητα (οργάνωση εργαζομένων για την επανάσταση), έχουν σταθεί στο θεωρητικό του έργο και το έχουν κατακομματιάσει, ώστε να το παρουσιάζουν κατά πώς τους βολεύει.. Όπως και να’χει, η προσωπικότητα και η συμβολή του τον έκαναν να διεκδικείται ως και από την…Εκκλησία, η οποία κάνει λόγο για στροφή του Γκράμσι στο…θεό λίγο πριν πεθάνει.

Για το θεωρητικό έργο του και τις παραποιήσεις του από τους ρεβιζιονιστές και όσους έφτασαν ως και στο να διαλύσουν το Κ.Κ. Ιταλίας, βλ. εδώ και εδώ. Παρακάτω είναι μεταφρασμένες οι ανακοινώσεις και άλλα κείμενα από το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής για το θάνατο του Γκράμσι.

Τα συλλυπητήρια των ηγετών του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος

Μόσχα, 29 Απρίλη

Ένας νέος κρίκος προστίθεται στην αλυσίδα των φασιστικών εγκλημάτων ενάντια στην εργατική τάξη, ενάντια στις εργαζόμενες μάζες, ενάντια στην ανθρωπότητα. Στις 27 Απρίλη, πέθανε, στη Ρώμη, στα χέρια των δήμιων φασιστών, ο σύντροφος Αντόνιο Γκράμσι, επικεφαλής της εργατικής τάξης και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Ο σύντροφος Γκράμσι, ο οποίος είχε συλληφθεί από τους φασίστες τον Οκτώβρη του 1926, είχε μείνει πάνω από 10 χρόνια στη φυλακή. Η ποινή του θα έληγε στις 21 Απρίλη 1937. Πέθανε στη φυλακή παρά τη λήξη της ποινής του· πέθανε τη στιγμή που η οικογένειά του, οι σύντροφοί του, όπως και όλοι οι εργάτες της Ιταλίας μπορούσαν να ελπίζουν ότι, ευρισκόμενος σε ελευθερία, θα είχε τη δυνατότητα να αποκαταστήσει την υγεία του, η οποία είχε καταστραφεί από τα δέκα χρόνια της φασιστικής φυλακής.

Από προκήρυξη για το θάνατο του Γκράμσι (πηγή

Ο Γκράμσι δολοφονήθηκε από το φασισμό. Πέθανε από τα βασανιστήρια του ιταλικού φασισμού, ο οποίος είχε σκοτώσει το Ματεότι και εκατοντάδες από τα καλύτερα παιδιά της εργατικής τάξης της Ιταλίας. Δολοφονήθηκε από τους φασίστες δήμιους οι οποίοι κατέπνιξαν την ελευθερία του ιταλικού λαού και οι οποίοι, τώρα, εξαπολύουν ενάντια στους λαούς ολόκληρου του κόσμου την απειλή ενός αιματηρού επιθετικού πολέμου. Ο Γκράμσι δολοφονήθηκε από τους εγκληματίες των οποίων τα αεροπλάνα βομβαρδίζουν, εξολοθρεύουν και ακρωτηριάζουν τον ειρηνικό πληθυσμό, τις γυναίκες και τα αθώα παιδιά της Ισπανίας.

Η ιταλική εργατική τάξη και το παγκόσμιο του προλεταριάτου χάνουν, στο πρόσωπο του Γκράμσι, έναν από τους καλύτερους ηγέτες τους, έναν μαχητή που ήταν από τους πιο αφοσιωμένους στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον καπιταλιστικό ζυγό και εκμετάλλευση, στην υπόθεση της ειρήνης και της ελευθερίας, στην υπόθεση του σοσιαλισμού.

Παιδί του λαού, στενά συνδεδεμένος με την εργατική τάξη, ένας από τους καθοδηγητές της επαναστατικής πτέρυγας του ιταλικού εργατικού κινήματος πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, βαθύς γνώστης της ιστορίας του λαού του και του μαρξισμού, ο Αντένιο Γκράμσι ήταν ένας από τους ιδρυτές του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήταν ο πρώτος, στην Ιταλία, που εκτίμησε την παγκόσμια ιστορική συνεισφοράτης μεγάλης σοσιαλιστικής επανάστασης του Οκτώβρη. Ήταν ο πρώτος που διάδοσε στις ιταλικές μάζες τις αρχές της νικηφόρας επανάστασης του Οκτώβρη, του δόγματος του Λένιν. Αμέσως μετά τον πόλεμο, τέθηκε επικεφαλής της επαναστατικής πρωτοπορίας του ιταλικού προλεταριάτου και προσπάθησε να καθοδηγήσει τον αγώνα του στο δρόμο της κατάκτησης της εξουσίας από τα σοβιέτ και για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Διδαγμένος από την ήττα του ιταλικού επαναστατικού κινήματος το 1920, διαπαιδαγωγημένος στις τάξεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στη σχολή του κόμματος των Λένιν και Στάλιν, ο Αντόνιο Γκράμσι αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις στη δημιουργία του μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης, εργαζόμενος για την εκδίωξη των λακέδων της αστικής τάξης από τις τάξεις των εργαζομένων.

Υπό την καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αγωνίστηκε για την εξάλειψη του οπορτουνισμού και του σεχταρισμού από τις τάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, ώτε να το κάνει ένα πραγματικό μπολσεβικικό κόμμα.

Ήδη από την εμφάνιση του φασιστικού κινήματος, ο Γκράμσι ήταν επικεφαλής του αγώνα των ιταλών εργαζομένων για την υπεράσπιση των ταξικών τους συμφερόντων και των δημοκρατικών τους ελευθεριών. Όντας εξαιρετικά μισητός από την αντιδραστική εργατική τάξη, προσπάθησε να καταδείξει στο προλεταριάτο το δρόμο που θα του επέτρεπε, μέσω της συμμαχίας με τις μεγάλες μάζες της αγροτιάς και της προοδευτικής μικροαστικής τάξης, να αναπτύξει το νικηφόρο αγώνα του και να ανατρέψει το αιματηρό καθεστώς των μελανοχιτώνων.

Το πρωτοσέλιδο της Unita που ανακοινώνει το θάνατο του Γκράμσι (πηγή) 

Στενά συνδεδεμένος με τις μάζες, ικανός να διαπαιδαγωγείται στο σχολειό των μαζών, ξέροντας να καταλαβαίνει από αυτό όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, αλύγιστος επαναστάστης, πιστός μέχρι την τελευταία του πνοή στην Κομμουνιστική Διεθνή και το κόμμα του, ο Γκράμσι μάς αφήνει την ανάμνηση ενός από τους καλύτερους εκπροσώπους της γενιάς των μπολσεβίκων η οποία στις τάξεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς διαπλάστηκε στο πνεύμα της διδασκαλίας των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν, στο πνεύμα του μπολσεβικισμού.

Οι στραγγαλιστές του ιταλικού λαού, οι δήμιοι που, επί 10 χρόνια, κράτησαν στη φυλακή αυτό τον άνθρωπο με κακή υγεία, με την πεποίθηση ότι θα παρέδιδαν ακολούθως στο ιταλικό προλεταριάτο μόνο το πτώμα του, οφείλουν να λογοδοτήσουν στο παγκόσμιο προλεταριάτο για αυτή τη δολοφονία.

Το όνομα του Γκράμσι θα είναι γραμμένο με χρυσά γράμματα στη σημαία της εργατικής τάξης και των εργαζομένων οι οποίοι, στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία και σε ολόκληρο τον κόσμο αγωνίζονται για να αποκρούσουν τον αισχρό φασισμό και για να τον εξαφανίσουν από προσώπου Γης.

Το όνομα του Γκράμσι θα παραμείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη όλων όσων αγαπούν την ελευθερία και την ειρήνη. Το μαχητικό παράδειγμα της ζωής του θα εμπνέει εκατομμύρια ανθρώπων στον αγώνα για την ακατανίκητη υπόθεση της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού.

Δημητρόφ, Έρκολι, Μανουήλσκι, Πικ, Κουούσινεν, Μαρτί, Γκότβαλντ, Μοσκβίν, Φλορίν, Βαν Μιν, Κολάροφ, Οκάνο, Μπρονκόφσκι, Κον Σιν, Λοζόφσκι, Ραϊμόν Γκιγιό, Τουόμινεν.

***

Κατεβάζουμε ευλαβικά τις σημαίες μπροστά στον τάφο του Αντόνιο Γκράμσι!

Ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ. Ιταλίας

Το ιταλικό προλεταριάτο και ολόκληρος ο ιταλικός λαός ζουν σήμερα το πιο επίπονο πένθος. Ο Αντόνιο Γκράμσι, ο ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, ο Αντόνιο Γκράμσι, ένα από τα καλύτερα παιδιά της γης μας, πέθανε.

Ο αγαπητός ηγέτης του κόμματός μας δολοφονήθηκε σιγά-σιγά, μέρα τη μέρα, από το δολοφονικό φασισμό, του οποίου ήταν φυλακισμένος επί 11 χρόνια.

Ακόμα και κατά τις τελευταίες μέρες του, η κυβέρνηση που ντρόπιασε τη χώρα μας δεν ήθελε να τον αποδώσει στην ελευθερία και την οικογένειά του. Αυτό είναι ένα επιπλέον έγκλημα, η ευθύνη για το οποίο βαρύνει τη φασιστική κυβέρνηση και προσωπικά το Μουσολίνι.

Όντας ένα πολύ υψηλό πνεύμα, με μια τεράστια κουλτούρα, ο Αντόνιο Γκράμσι ήταν ο πιο μεγάλος ιταλός του αιώνα μας.

Προσχώρησε χωρίς να διστάζει στο σχολιό του πιο προχωρημένου τμήματος του λαού μας, του τορινέζικου προλεταριάτου. Χάρη στη μελέτη της εμπειρίας της ρώσικης επανάστασης και του μπολσεβικικού κόμματος, και έχοντας εμβαθύνει τις γνώσεις του στη μαρξιστική – λενινιστική θεωρία, ο Αντόνιο Γκράμσι, καθώς ήταν συνδεδεμένος με τη ζωή του προλεταριάτου του Τορίνου, ήταν ο κύριος εμπνευστής και ο ηγέτης του κινήματος του εργατικού κινήματος της πρωτεύουσας του Πιεμόντε μεταπολεμικά.

Ήταν σε αυτό το κίνημα, το οποίο καθοδηγούταν από το Γκράμσι, που το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας βρήκε τις πιο σίγουρες βάσεις του. Ο Λένιν είδε στο Γκράμσι και στο κίνημα που αυτός καθοδηγούσε τη σοσιαλιστική εκείνη ομάδα που ήταν η πλέον κοντινή με τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η ρωσική έκδοση του «Δέντρου του Σκαντζόχοιρου» του Γκράμσι (1955) (πηγή)

Ήταν ο Γκράμσι που έθεσε πρώτος το πρόβλημα της ενότητας του ιταλικού λαού, του προλεταριάτου του Βορρά και των αγροτών του Νότου και των νησιών, των διανοουμένων και όλων των λαϊκών στρωμάτων που εργάζονται και υποφέρουν. Είναι αυτός που έδειξε σε όλους αυτούς τη λύση η οποία βρίσκεται στην ενοποίηση του λαού γύρω από το προλεταριάτο, στην πάλη για την ελευθερία. Ο τίτλος που έδσε στο ένδοξο όργανο του κόμματός μας – την Ουνιτά – ήταν, στην πραγματικότητα, εμπνευσμένος από αυτή τη μεγάλη ιδέα στην οποία ο Γκράμσι έδωσε ζωή συσπειρώνοντας γύρω της, σε μεγάλο αριθμό, τα καλύτερα πνεύματα της χώρας μας.

Ο Αντόνιο Γκράμσι έπαιξε έναν ρόλο αποφασιστικό στην πάλη για τη μπολσεβικοποίηση του κόμματός μας, ενάντια στη σεχταριστική, αντιλενινιστική φράξια του Μπορντίγκα, η οποία ακολούθως μετατράπηκε σε άμεσο πράκτορα του φασισμού, σε πρωτοπορία της αντεπανάστασης. Έπαιξε έναν ρόλο επίσης πρώτης γραμμής στη δράση ενάντια στον οπορτουνιστικό ντεφαιτισμό των δεξιών ρευμάτων, τα οποία σήμερα έχουν συνασπιστεί με το μπορντιγκισμό και τον τροτσκισμό. Το 3ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, το οποίο έλαβε χώρα στη Λυών, το Γενάρη του 1926, και όπου οι αντιλενινιστικέ τάσεις ηττήθηκαν, διεξήχθη υπό την καθοδήγησή του.

Ο Αντόνιο Γκράμσι ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος για τα στελέχη του κόμματος. Ήταν ο κύριος εκπαιδευτής εκατοντάδων ηρωικών μαζητών που υποφέρουν εδώ και χρόνια – για κάποιους, ακόμα και πάνω από 10 χρόνια – στις φυλακές καιστα νησιά όπου έχουν εξοριστεί, χωρίς η πίστη τους να λυγίζει ούτε για μια στιγμή. Ο Παλμίρο Τολιάτι – Έρκολι – καθοδηγητής του κόμματός μας, είναι ο καλύτερός του μαθητής. Και από το σχολείο του Γκράμσι έχουν επίσης βγει οι Τερατσίνι και Σκοτσιμάρο, Παρόντι, Ροβέντα και Σαντιά, που πρέπει σήμερα να σώσουμε.

Το Γκράμσι τον φοβούνταν οι εχθροί του λαού· και είναι για αυτό που τον έκαναν να πεθάνει όντας κρατούμενος. Είναι το σύμβολο των δεινών ενός ολόκληρου λαού που παλεύει ακατάπαυστα για να απελευθερωθεί, για να κατακτήσει τη δημοκρατία για την οποία το κόμμα μας αγωνίζεται.

Οι φίλοι της ελευθερίας, εντός και εκτός Ιταλίας, δεν μπορούν χωρίς να αντιδράσουν μπροστά σε ένα τέτοιο μαρτύριο. Πρέπει να ενωθούν για να τιμήσουν τη μνήμη το Αντόνιο Γκράμσι και για να απελευθερώσουν τα αγωνιζόμενα αδέρφια του που τους απειλεί η ίδια τύχη.

Οι σημαίες μας χαμηλώνουν ευλαβικά μπροστά στον τάφο του νεκρού ηγέτη μας, δυστυχώς, πολύ νωρίς. Απευθύνοντας με συγκίνηση το χαιρετισμό μας στην οικογένεια του Γκράμσι, οι σκληρά χτυπημένες τάξεις μας θα ενωθούν ακόμα περισσότερο. Και ορκιζόμαστε όλοι, ενωμένοι όπως ένας άνθρωπος, να παλέψουμε μέχρι τέλους, επικεφαλής του προλεταριάτου και του ιταλικού λαού, ώστε η χώρα μας να κατακτήσει την ελευθερία της, ώστε το Λαϊκό Μέτωπο να νικήσει και στην Ιταλία.

Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας

***

Συλλυπητήριο τηλεγράφημα προς την ΚΕ του Κ.Κ. Ιταλίας

Η δολοφονία του Γκράμσι, ιδρυτή και ηγέτη του κόμματός μας, οδηγού και παραδείγματος για τον ιταλικό λαό, δασκάλου και μάρτυρα της ελευθερίας, γεμίζει τις καρδιές μας με λύπη και θυμό. Αυτός ο θάνατος που μεθοδικά προετοίμαζε ο Μουσολίνι, είναι ο επίλογος έντεκα χρόνων απερίγραπτων φυσικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων που έκαναν το Γκράμσι ίσο με τους μεγάλους μάρτυρες της ιστορίας του ανθρωπίνου είδους. Πρόκειται για το μεγαλύτερο έγκλημα που διέπραξε η φασιστική τυραννία.Ο ιταλικός λαός, οι εργαζόμενοι και τα ελεύθερα πνεύματα ολόκληρου του κόσμου θα διατηρήσουν άσβηστη τη μνήμη της ζωής και του έργου του Αντόνιο Γκράμσι, του ηγέτη, του παραδείγματος και του μάρτυρα. Το κόμμα μας θα ανεβάσει ακόμα πιο ψηλά τη σημαία του Γκράμσι, τη σημαία της ελευθερίας και του σοσιαλισμού. Ο σύντροφος Γκράμσι, ο πιο μεγάλος Ιταλός του αιώνα, συμβολίζει με τη θυσία του τις απερίγραπτες θυσίες των παιδιών του λαού στα μέτωπα του αγώνα – στην Ιταλία, όπως και στην Ισπανία, στις φυλακές όπως και στους τόπους εξορίας. Δεν θα επιτρέψουμε στο φασισμό να συνεχίσει το άτιμο έργο του, να ξεσπάσει το μένος του ενάντια στους Τερατσίνι, Σκοτσιμάρο και σε τόσους άλλους ηγέτες της ιταλικής εργατικής τάξης. Η δολοφονία του Γκράμσι ας ξυπνήσει στην καρδιά όλων των Ιταλών την ιερή πίστη στην ελευθερία. Το κόμμα μας θα αναδειχθεί σε άξιο κληρονόμο του ιδρυτή και ηγέτη του.

Έρκολι, Μαραμπίνι, Φαρίνι, Λεόνε, Τζερμανέτο, Λοβερά, Βίνια, Νέρι, Ρομπότι, Φαρίνα, Παστόρε, Μοντανιάνα Ρίτα, Μαλταγλιάτι, Μενότι.

***

Η ζωή ενός μεγάλου επαναστάτη

Μόσχα, 29 Απρίλη

Ο Αντόνιο Γκράμσι γεννήθηκε στη Σαρδηνία (Ιταλία), το 1891, σε μια οικογένεια φτωχών αγροτών. Πολύ νέος, πήγε στη βιομηχανική πόλη του Τορίνο και, με μεγάλες στερήσεις, σπούδασε στο πανεπιστήμιο αυτής της πόλης.

Στο Τορίνο, συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα και προσχώρησε προπολεμικά στο ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Έγινε κατάτη διάρκεια του πολέμου αρχισυντάκτης του τορινέζικου οργάνου του σοσιαλιστικού κόμματος, της “Κραυγής του Λαού”, έπειτα της τορινέζικης έκδοσης του κεντρικού οργάνου του κόμματος. Εκείνη την περίοδο, αγωνίστηκε δραστήρια στη συνεπή επαναστατική πτέρυγα του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος, συμμετείχε ενεργά στην καθοδήγηση της γενικής απεργίας και στην εξέγερση στο Τορίνο ενάντια στον πόλεμο το 1917 και εκλέχτηκε από τα επαναστατικά στοιχεία αυτής της πόλης για την παράνομη συνδιάσκεψη της αριστερής πτέρυγας του σοσιαλιστικού κόμματος που διεξήχθη την ίδια χρονιά στη Φλωρεντία.

Από το κίνημα των καταλήψεων εργοστασίων το 1920 (πηγή)

Μετά τον πόλεμο, το 1919, ίδρυσε στο Τορίνο μία δημινιαία εφημερίδα, τη “Νέα Τάξη”, γύρω από την οποία σχηματίστηκε και αναπτύχθηκε ένα ισχυρό κίνημα εργοστασιακών συμβουλίων το οποίο ήταν, μεταπολεμικά, η πιο συνεπής απόπειρα της ιταλικής εργατικής τάξης να οργανώσει, κατά το παράδειγμα της Οκτωβριανής επανάστασης, τον αγώνα για την ανατροπή της αστικής τάξης και την κατάκτηση της εξουσίας.

Βασιζόμενος στη μελέτη των έργων του Λένιν και στην εμπειρία της Οκτωβριανής επανάστασης, ο Γκράμσι ανέπτυξε το 1920 μία πλατφόρμα για τη δημιουργία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας που ο Λένιν, στο 2ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, χαρακτήρισε ως την πλέον κοντινή με τις θέσεις του μπολσεβικικσμού. Επικεφαλής της ομάδας της “Νέας Τάξης”, ο Γκράμσι έπαιξε έναν ρόλο πρώτης τάξης στον αγώνα ενάντια στο ρεφορμισμό και ενάντια στον κεντρισμό (Σεράτι) για τη δημιουργία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ιταλία.

Μετά την ίδρυση του κόμματος, το 1921, ο Γκράμσι, όντας μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του, ενεπλάκη στον αγώνα ενάντια στην οπορτουνιστική τάση της άκρας αριστεράς που προσωποποιούσε ο Μπορντίγκα, ο οποίος βρίσκεται σήμερα στις θέσεις του αντεπαναστατικού τροτσκισμού και ζει ήσυχα στην Ιταλία υπό την προστασία της φασιστικής αστυνομίας με την ο ποία συνεννοείται πολύ καλά. Στην πάλη ενάντια στον ακροαριστερό οπορτουνισμό, ο Γκράμσι μελέτησε βαθιά τα προβλήματα στρατηγικής και τακτικής της προλεταριακής επανάστασης στην Ιταλία. Κατά τη διάρκεια της κρίσης που προκλήθηκε από τη δολοφονία του σοσιαλιστή Ματεότι από τους φασίστες, καθοδήγησε με ικανότητα την πολιτική του κόμματος, συγκεντρώνοντας τα πυρά ενάντια στο φασισμό, καταπολεμώντας τα διστακτικά στοιχεία της δημοκρατικής μικροαστικής τάξης που συνθηκολόγησαν απέναντι στο φασισμό, φοβούμενα την ανάπτυξη του μαζικού κινήματος.

Εκείνη την περίοδο, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας έκανε, υπό την καθοδήγησή του, τα πιο σημαντικά βήματα στο δρόμο της μπολσεβικοποίησής του και της κατάκτησης των μαζών. Τα καλύτερα στελέχη του ιταλικού κόμματος εκπαιδεύτηκαν από το Γκράμσι. Κατά τη διάρκεια αυτής της πάλης, ο Γκράμσι συνελήφθη στη Ρώμη, το Νοέμβρη, όπου προετοίμαζε τη δήλωση της κομμουνιστικής κοινοβουλευτικής ομάδας στην Εθνοσυνέλευση ενάντια στα έκτακτα μέτρα που λάμβανε ο φασισμός.

Καταδικάστηκε το 1928 σε 20 χρόνια κάθειρξης, η οποία αργότερα μειώθηκε σε 10 χρόνια, με αμνηστία. Όντας στη φυλακή και δεομένης της κακής κατάστασης της υγείας του, πολλές φορές κινδύνευσε η ζωή του. Χάρη στην πάλη του διεθνούς προλεταριάτου, οι φασίστες δήμιοι υποχρεώθηκαν, το 1934, να βελτιώσουν λίγο την κατάστασή του όμως, στην πράξη, παρέμενε πάντοτε σε καθεστώς φυλάκισης. Πέθανε στα χέρια των φασιστών δολοφόνων που είχαν σκοπό να δώσουν τέλος στη ζωή του η οποία ήταν ολόκληρη αφοσιωμένη στην υπόθεση του προλεταριάτου, στην πάλη ενάντια στο φασισμό, στην επανάσταση.

Πηγή: La Correspondance Internationale, γαλλική έκδοση, 1η Μάη 1927, φ.19, σ.σ. 484486

 

Για τον απολογισμό της ΚΟΕ 2012 – 2015: οι εκλογές του 2012 & η συζήτηση για ΣΥΡΙΖΑ – κόμμα

Στα δύο προηγούμενα κείμενα σχετικά με την τακτική που υιοθετήθηκε εντός και εκτός ΚΟΕ λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του 3ου συνεδρίου της το Μάρτη του 2012, αναδείχτηκε ότι η δημιουργία του κατάλληλου ψυχολογικού κλίματος μπορεί να παραλύσει ή να αποπροσανατολίσει μέλη μιας κομμουνιστικής οργάνωσης, δηλαδή, άτομα που θα πρέπει να επαγρυπνούν για να αποτρέπουν αντίστοιχες καταστάσεις στην καθημερινή τους πάλη (δηλαδή, εκτός οργάνωσης). Το κλίμα αυτό, με τις δύο πτυχές (ο “μπαμπούλας” του εσωτερικού εχθρού και το τεχνητό “φιλικό” κλίμα), όταν φέρνει τη “νίκη” σε όποιον θέλει να εκμεταλλευτεί μία οργάνωση, είναι επόμενο να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα, και να τον αποθρασσύνει περισσότερο. Για παράδειγμα, είδαμε στο προηγούμενο κείμενο το πραξικόπημα Ρινάλντι, όπου δημοσίως διαστρέβλωσε τη συνεδριακή απόφαση μόνο για εκλογική συμμετοχή στο Σύριζα, σε πλήρη συμμετοχή. Άλλωστε, όταν δεν συζητείται ένα ζήτημα, το οποίο, μάλιστα, θα έπρεπε να απολογιστεί (εν προκειμένω, στο συνέδριο, έστω και μόνο λόγω του ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μελών δεν πάταγε στο Σύριζα), τότε, είναι προφανές ότι τον όποιο πραξικοπηματία τον βολεύει η συνέχιση της ίδιας κατάστασης.

Όταν, όμως, σε μια κομμουνιστική οργάνωση δεν υπάρχει ειλικρινής συμφωνία (η οποία, βάσει δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, αποτυπώνεται και με ψηφοφορία), αυτό διαπαιδαγωγεί τα μέλη σε μια κατάσταση όπου κοροϊδεύονται μεταξύ τους· και η οργάνωση, έχοντας μειωμένες απαιτήσεις από τα μέλη της, λαμβάνει χαρακτηριστικά υποκριτικών “αριστερών” κομμάτων τύπου ΣΥΝ, δεν είναι κομμουνιστική. Πέραν της αλληλοκοροϊδίας όμως, είναι λογικό να δημιουργείται και ένας σιωπηρός “εμφύλιος”, αφού υπάρχουν καταστάσεις εκμετάλλευσης και γκρίνιας. Και εδώ δεν γίνεται λόγος μόνο για τον “εμφύλιο” που προκαλείται λόγω οργής για τις “στελεχάντζες” που έκαναν κήρυγμα στα μέλη να πηγαίνουν στον τοπικό Σύριζα ενώ τα ίδια ούτε που είχαν γραφτεί (ακόμα και μετά την αναστολή του ’13, την οποία προωθούσαν). Αυτός ο “εμφύλιος” προκαλείται στη βάση. Δημιουργείται μία οργάνωση βάσης στην οποία ο ένας σύντροφος, παρότι π.χ. διαφωνεί με το Σύριζα, θεωρεί όμως κομματικό καθήκον να πάει στην τοπική του Σύριζα, και ο άλλος, ο “θεωρητικός” “αντιτριτοδιεθνιστής”, ούτε που πατάει, αφού ξέρει πως το κορόιδο θα βγάλει τη “δουλειά”. Κάποια στιγμή, βέβαια, και το κορόιδο θα σταματήσει να πηγαίνει και, ενίοτε, αποχωρεί, συχνά ταυτίζοντας την κομμουνιστική οργάνωση με τις ελεεινότητες του κάθε περισπούδαστου “γραμμιτζή” του “Δρόμου”, ο οποίος, συμπεριφερόμενος έτσι, προξενεί μεγαλύτερη ζημιά, στην κοινωνία συνολικότερα.

Φυσικά, τέτοιες αποχωρήσεις πάντοτε καλύπτονται με νέες στρατολογήσεις από “νέα” “ακροατήρια”, τα οποία αντιστοιχούν στο επιθυμητό είδος και μέγεθος της οργάνωσης: εν προκειμένω, μία οργάνωση που μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό εκφώνησης των “φαεινών” του κάθε “ηγέτη”, και η οποία αφήνει να εννοηθεί (στους “συμμάχους”) ότι έχει μεγαλύτερο εκτόπισμα, απλώς, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν φέρνει όλα τα μέλη της στη “συμμαχία”· μία οργάνωση που τρώει από τα “έτοιμα”, μέχρι αυτά να τελειώσουν, και να ανακαλυφθεί μία νεα “κινούσα (στην πραγματικότητα, παραλυτική) ιδέα” (όπως έγινε, και το ’13, με τη θεωρία της “συμβολής”, και το ’16, με τη μετατροπή σε συνεργείο υποστήριξης του “Δρόμου”)· μία οργάνωση μικρότερων διαστάσεων, η οποία έτσι δεν “αλλάζει τα πράγματα στην αριστερά”, αφού ο δημιουργός του κλίματος εντός της οργάνωσης, βολεύεται με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και τις θέσεις του στην κοινωνία (εκδότης, κατά φαντασία και “με πήλινα πόδια” νο.2 του Σύριζα, ηγέτης οργάνωσης που “άμα θέλει, μας τη δείχνει”) και, άρα, τι τον νοιάζει (και γιατί, επομένως, να μην αποτελεί και αντικείμενο παζαριού) αν η οργάνωση θα είναι “μικρότερων διαστάσεων” στην κοινωνία (το αντίθετο, άλλωστε, θα μπορούσε να τον αμφισβητήσει).

Επιστρέφοντας λίγο στην “εξιστόρηση” (αν και, όπως έχει ειπωθεί στο εισαγωγικό κείμενο, αφού δεν υπάρχει στόχος εδώ για εξιστόρηση, αλλά για ανάδειξη στοιχείων τακτικής χρήσιμων – προς αποφυγή – για το μέλλον), μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, αμέσως μετά το 3ο συνέδριο υπήρξε “παλινόρθωση”. Η αλαζονία των επαγγελματικών – ιδίως – στελεχών επανήλθε. Τυχόν συζήτηση για το Σύριζα ξεχάστηκε (ιδίως αφού μπήκαμε σε προεκλογική περίοδο). Το γεγονός όμως ότι δεν υπήρξε συζήτηση ούτε για το ευρώ (παρά μόνο, στην καλύτερη, ως τριτεύον επιχείρημα στο περιορισμένο πλαίσιο δικαιολόγησης του πολιτικού διαζυγίου με κάποιους που το έθεταν πιο κεντρικά) αποκαλύφθηκε σε πανελλήνια διάσταση όταν κυκλοφόρησε το “Δελτίο Τύπου” (άλλος ένας μικρομεγαλισμός και ένδειξη “σοβαρότητας” και “οργανωμένου μαγαζιού”) για την αποκήρυξη της θέσης για το ευρώ. Το Δελτίο Τύπου, τόσο για την ύπαρξή του, όσο και για το φοβισμένο και “νομιμόφρον” ύφος του, προκάλεσε μούδιασμα στα περισσότερα μέλη, τα οποία – είδαμε – διαπαιδαγωγήθηκαν να έχουν χαλαρή σχέση με την οργάνωση συνολικότερα και να μην ασχολούνται σε καθημερινή βάση με το τι θέμα θα “ανοίξουν” τα “στελέχη”. Του Δελτίου Τύπου, άλλωστε, είχε προηγηθεί η προκήρυξη της οργάνωσης για τις εκλογές όπου μιλουσε “για μια Ευρώπη χωρίς ΕΕ”, μία έκφραση η οποία, ως συνέχεια των πραξικοπημάτων και της νομιμόφρονος δράσης, “φαγώθηκε” στην προκήρυξη για τις δεύτερες εκλογές. Η σειρά των πραξικοπημάτων σε βάρος των μελών (και της οργάνωσης και του κομμουνισμού), δεν έχει τελειωμό, οπότε δεν έχει νόημα να αναφερθούν όλα εδώ.

Όπως είναι φυσικό, η δημιουργία ενός κλίματος που επιτρέπει πραξικοπήματα, διαμορφώνει μία οργάνωση στην οποία τα μέλη, από ένα σημείο και μετά, “εξοικειώνονται” με αυτά (ιδίως λόγω της στρεβλής ανάγνωσης περί δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, τον οποίο η “ηγεσία” όποτε συμφέρει τον θυμάται). Εδώ δεν χωρά αντίλογος, με επίκληση π.χ. του ρυθμού προσαρμογής στη νέα κατάσταση (παρότι πράγματι ο ρυθμός είναι θέμα, αφορά άλλα ζητήματα, για τα οποία θα γίνει λόγος αργότερα). Όταν, για παράδειγμα, δεν συζητάς το θέμα της ανάδειξης και του απολογισμού των επαγγελματικών στελεχών, και με δεδομένο ότι μένεις (έστω και χωρίς να το συζητήσεις εντός οργάνωσης) στο Σύριζα, που θα αυξήσει σε κάθε περίπτωση τα ποσοστά του και εσύ κατά πάσα πιθανότητα θα βγάλεις βουλευτή, τότε, συνειδητά δημιουργείς μία κατάσταση, όπου, ως αποτέλεσμα του μικρομεγαλισμού που ο ίδιος προωθείς, θα ακούς “1.000€ ακατέβατα για να γίνω συνεργάτης”. Και αν αυτό είναι “μεμονωμένο” κρούσμα ελεεινότητας, οι ατομικές προσκλήσεις σε μεμονωμένους για να γίνουν στελέχη, είναι δυνατό, ιδίως σε συνθήκες μαζικής ανεργίας, πέραν της μετατροπής μίας κομμουνιστικής οργάνωσης σε ΟΑΕΔ, να προκαλέσει διχόνοια και εγωισμό σε μέλη με τα ίδια “αγωνιστικά παράσημα” στα οποία δεν υπήρξαν προσκλήσεις.

Οι εκλογές έγιναν και είναι αλήθεια ότι και τα μέλη της οργάνωσης έδωσαν μεγάλη και οργανωμένη μάχη, αλλά και ότι ο Σύριζα δεν άξιζε τη 2η θέση. Όποιος συμμετείχε στο Σύριζα γνωρίζει ότι σε χαρακτηριστικές “στιγμές”, άσχετα τι παρουσίαζαν τα ΜΜΕ (και αυτό είναι ζήτημα προς σκέψη), δεν ήταν παρών: στους “Αγανακτισμένους” οι του ΣΥΝ είχαν κατέβει με αυτοκολλητάκι “να μιλήσει ο λαός” (με εκλογές). Τους αγώνες για τα διόδια τους σνομπάραν (μόνο οι της ΚΟΕ συμμετείχαν). Στο κίνημα για την αύξηση των εισιτηρίων ήταν παρόντες ως τρίτοι παράγοντες (κύριο ρόλο έπαιζαν οι λαϊκές συνελεύσεις, και οι οποίες ήταν μη ελεγχόμενες από το ΣΥΝ). Οι δε όποιες “εκστρατείες” έκανε ο Σύριζα τη διετία 2010 – 2012 δεν ήταν ενταγμένες σε κάποιο σχέδιο κλιμάκωσης, αλλά εξυπηρετούσαν εσωτερικά σχέδια. Η σχέση του Σύριζα με τα κινήματα ήταν, επομένως, όχι άμεση, αλλά δι’αντανακλάσεως: λόγω των ΜΜΕ, αλλά κυρίως επειδή η υπόλοιπη αριστερά δεν αντιμετώπισε σωστά (και σε αντίθεση με τους μπολσεβίκους το 1917) τα μη ελεγχόμενα από αυτή κινήματα.

Με την ανάδειξη, λοιπόν, του Σύριζα στη 2η θέση δινόταν μια ιστορική ευκαιρία να καλυφθεί η απόσταση ανάμεσα στην (όποια) ΚΟΕ και το λαό, αλλά και να τροποποιηθούν οι συσχετισμοί και εντός Σύριζα, και άρα, να αλλάξει και ο Σύριζα. Ήταν τέτοια η ζήτηση για Σύριζα, που τίποτε δεν ήταν δεδομένο (πέραν της θέλησης Τσίπρα να καπελώσει το λαϊκό ποτάμι, και ο οποίος ήδη από τη βραδιά των εκλογών, μίλησε για μετατροπή του Σύριζα σε κόμμα, εντός δηλαδή του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος και κανόνων παιχνιδιού). Χρειαζόταν “μόνο” συνειδητοποίηση της ιστορικότητας των στιγμών. Δυστυχώς, επικράτησε η προσωπική “ανάγκη” κάποιων για…διακοπές, και οι οποίοι “έκλεισαν το μαγαζί”, αντί να συντάξουν σχέδιο για να “οργωθεί” από κομμουνιστές η Ελλάδα. Το Σεπτέμβρη, βέβαια, ήταν πια εμφανές ότι “το πουλάκι είχε πετάξει”. Οι κινητοποιήσεις ήταν μαζικές αλλά μικρότερες από ό,τι μέχρι το Φλεβάρη του 2012, και αμήχανες. Και η ροή προς το Σύριζα ήταν πιο “συντεταγμένη” και μεμονωμένη (και από την πλευρά της μετέπειτα Αριστερής Πλατφόρμας υπήρχε διαφωνία στο άνοιγμα του Σύριζα). Το παιχνίδι, λοιπόν, παιζόταν με τους ίδιους όρους όπως το 2011. Όμως, εντός ΚΟΕ “μεταφέρονταν” συνομιλίες του “ηγέτη” με τον “μεγάλο ηγέτη” ότι από Σεπτέμβρη θα’χαμε γενικότερα κλιμάκωση, θα καταλαμβάνονταν ως και…δημόσια κτίρια, μπλα μπλα μπλα. Φυσικά, το ποιος δούλευε ποιον είναι θέμα των ιστορικών. Όμως, και μόνο το περιεχόμενο των συνομιλιών (για το ποιος θα αναλάβει την πρωτοβουλία) δημιουργούσε ένα κλίμα αναμονής, για να ξεχαστεί και η ιστορικότητα της στιγμής. Όσο δε για το γεγονός της μεταφοράς των μεταξύ τους συνομιλιών (που μετά την αναστολή καθιερώθηκε ως περίπου υποκατάστατο της εισήγησης), ευνόητο είναι ότι δημιουργεί ένα κλίμα κουτσομπολιού και ετεροκαθορισμού μιας κομμουνιστικής οργάνωσης, αντί για την εκπόνηση δικού της σχεδίου.

Η εκπόνηση αυτόνομου σχεδίου για μια κομμουνιστική οργάνωση είναι απαραίτητη, πολλώ δε μάλλον όταν υπάρχουν αλλάγές στη διάταξη των ταξικών δυνάμεων και των πολιτικών τους φορέων. Ούτε, όμως αυτή η ταξική ανάλυση πραγματοποιήθηκε. Αντίθετα, τροχιοδεικτικές βολές άρχισαν να ρίχνονται για τις μορφές που πρέπει να πάρει το “ενιαίο κόμμα Σύριζα”. Ο ίδιος ο Ρινάλντι το Σεπτέμβρη του 2012 πέταξε και το παράδειγμα της πορτογαλικής Λαϊκής Δημοκρατικής Ενότητας (UDP) που “ανέστειλε τη δημόσια εμφάνισή της” προς χάριν του Μπλόκου της Αριστεράς (μία αναστολή που, στο αχτίφ, όπου την πρότεινε επισήμως το 2013, δήλωνε πως την είχε σκεφτεί τάχα μόλις μία μέρα πριν). Έτσι, η οργάνωση αποδέχτηκε την ατζέντα του ΣΥΝ, χάθηκε όλο το φθινόπωρο, και φτάσαμε το Νοέμβρη-Δεκέμβρη στην Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, όπου, σε αντίθεση με τον όρο που έθετε η ΚΟΕ κατά την “επανεκκίνηση του ΣΥΡΙΖΑ” το Φλεβάρη του 2011 (“όχι όπως πριν”), όλα ήταν όπως πριν: με την εξαίρεση κάποιων φαντασιόπληκτων νοσταλγών των Πλατειών (και πλατειολόγων) “στελεχών” της ΚΟΕ (συν κάποιων που διόρισαν), που κυκλοφόρησαν φυλλάδιο εντός Συνδιάσκεψης με υπογραφές μόνο τα ονόματά τους (όχι της Οργάνωσης), και την ιδιότητά τους ως μελών τοπικών οργανώσεων (π.χ. “Ρινάλντι Ρούντι, τ.ο. Γαλατσίου”), θεωρώντας πως έτσι θα “επιβάλλουν” στον Τσίπρα τη δημιουργία κόμματος μελών.

Δεν είναι μόνο το ότι, σε μία κομμουνιστική οργάνωση, όταν πλέον εισάγεται και το στοιχείο της φαιδρότητας, ως μέσο για τη διάλυσή της, και το στοιχείο της υποκρισίας, ως μέσο για τη συκοφάντησή της προς τα έξω, τα πράγματα καθίστανται οριακά. Είναι ότι η προσωπική προβολή κάποιων (αυθαίρετα επιλεγμένων), και το γεγονός ότι η οργάνωση πραξικοπηματικά εφ’εξής θα προβάλεται μέσω ατομικών υπογραφών, καλλιεργεί περαιτέρω εγωισμούς και σε άλλα μέλη της τάδε κομμουνιστικής οργάνωσης (και ακόμα κι αν αποχωρήσουν, ο φουσκωμένος εγωισμός παραμένει). Ως φυσιολογικό αποτέλεσμα, επομένως, ήρθε και η αυτόνομη κάθοδος στις εκλογές στη συνδιάσκεψη του Σύριζα (για την ανάδειξη κεντρικού οργάνου) και άλλων δύο μεμονωμένων μελών της οργάνωσης.

Παρακάτω, παρατίθενται δύο κείμενα του γράφοντος, το ένα μεσούσης της προεκλογικής εκστρατείας για το στρογγύλεμα των θέσεων της ΚΟΕ, το δεύτερο αμέσως μετά, για τη σχέση ΚΟΕ-Σύριζα και τη συζήτηση Σύριζα-κόμμα. Δεν παρατίθενται με ένα σκεπτικό τύπου “εγώ τα’λεγα”, αλλά ως ένδειξη δημόσιας αυτοκριτικής, και κυρίως περισυλλογής για το αν αρκεί “να τα λέμε”, όταν καλλιεργείται ένα τέτοιο κλίμα εντός μιας οργάνωσης και όταν έχει αυτό παραλύσει τα μέλη.

***

05/06/2012

Σύντροφοι της Γραμματείας,

Αξιοποιώντας την πρόσκληση σε προγενέστερο σημείωμα για περισσότερη επικοινωνία βάσης και καθοδήγησης έχω να κάνω τις εξής παρατηρήσεις:

Το κείμενο με τίτλο «Διακήρυξη της ΚΟΕ για τις εκλογές της 17ης Ιούνη» κάνει άλματα απαράδεκτα για κομμουνιστική οργάνωση, που καθοδηγεί τη σκέψη της και δράση της από το λενινισμό.

Δεν μπορείς να μιλάς σε ένα κείμενο για συνθήματα άμεσης δράσης («Ψήφο στο Σύριζα»), συνθήματα δράσης («ανατροπή»), συνθήματα προπαγάνδας («Σοσιαλισμός») και να ξεχνάς βασικά συνθήματα ζύμωσης για τα οποία έχουμε «σκοτωθεί» και συκοφαντηθεί, όπως είναι το σύνθημα «για μια Ευρώπη χωρίς ΕΕ».

Το περίεργο είναι πως το «για μια Ευρώπη (…) χωρίς ΕΕ» υπήρχε στην εκλογική διακήρυξη για την 6η Μάη. Τώρα τι άλλαξε; Είναι οι συνειδήσεις πιο πίσω; Όχι, γιατί τότε δεν θα κάναμε το άλμα να μιλάμε για «Σοσιαλισμό», για πιο «ώριμα», δηλαδή, πράγματα.

Και τι Σοσιαλισμό, μάλιστα. Του 21ου αιώνα. Έναν τόσο πλαδαρό ορισμό.

Άρα το «ούτε βήμα πίσω», αφορά μόνο την αφίσα και το λαό. Όμως, για την ΚΟΕ, αυτή η παράλειψη δεν είναι «ένα βήμα πίσω, (για) δύο βήματα μπρος». Πρόκειται για κάτι χειρότερο.

Σύντροφοι,

Αν από το 2010 και μέχρι πρόσφατα ο κίνδυνος για «αριστερή» παρέκκλιση ήταν πιο σημαντικός, όλη η πορεία μετά ειδικά την 6η Μάη δείχνει πως ο κίνδυνος για δεξιά παρέκκλιση μπαίνει από την πόρτα πια. Δεν το μαρτυρούν μόνο τα οφθαλμοφανή παραπτώματα-καπελώματα, σαν το παραπάνω, αλλά και η προφανής απόσπαση της καθοδήγησης από τη βάση, σαν να μη διδαχτήκαμε τίποτα από τα τελευταία χρόνια, και η αδιαφορία για την οργανωτική προετοιμασία απέναντι στο νέο Σύριζα, που παύει να’ναι άθροισμα συνιστωσών: συνεπώς, εμείς πλέον δεν θα είμαστε συνιστώσα, και δεν πρέπει να γίνουμε κάτι σαν το Ξεκίνημα μέσα στο μεταπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ ή να καταντήσουμε οργανωτικά την ΚΟΕ «Δικαίωμα» και «Γρανάζι».

Σύντροφοι,

Σας δηλώνω πως δεν θέλω να βγάλετε «δικαιωμένο» κανένα αριστεριστή και φραξιονιστή (στον οποίο δίνετε τροφή με τέτοιες συνεχείς παραλείψεις-παραπτώματα).

Σας δηλώνω πως με την ίδια αποφασιστικότητα που οι Μπολσεβίκοι καταπολέμησαν τη δεξιά παρέκκλιση αμέσως μετά την «αριστερή», με την ίδια θα την πολεμήσω κι εγώ, αν αυτή εμφανιστεί περαιτέρω, χρησιμοποιώντας κάθε τρόπο.

Σας ενημερώνω ότι κείμενο που είναι εκτός λενινιστικού πλαισίου, δεν θα το «πειράξω», προσθέτοντας ό,τι θα έπρεπε (μιας και εδώ φαίνεται πως κάποιοι προσθαφαιρούν ό,τι τους καπνίσει), απλώς ενημερώνω πως στην επόμενη συνεδρίαση ΟΒ θα επισημάνω όχι μόνο την καθυστέρηση δημοσίευσης εκλογικής διακήρυξης (10 μέρες το λιγότερο), αλλά και την ανυπαρξία της.

***

10/07/2012

Αγαπητοί σ. της Γραμματείας,

Εισακούοντας την προτροπή σας, σας γράφω για τη θέση της ΚΟΕ στο ΣΥΡΙΖΑ.

Για να εντοπιστεί η καλύτερη τοποθέτηση και πρακτική της ΚΟΕ μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να δούμε α) την κατάσταση του λαϊκού κινήματος, β) την κατάσταση των αγωνιζόμενων κοινωνικών τάξεων, γ) τα αντικειμενικά καθήκοντα της ΚΟΕ.

Η κατάσταση του (σωστά, κατ’εμάς, πολύμορφου και ασύμμετρου) λαϊκού κινήματος χαρακτηρίζεται το τελευταίο 6μηνο από την πτώση της αγωνιστικής του πτυχής και την άνοδο των νομιμόφρονων, εκλογικίστικων τάσεών του. Χαρακτηρίζεται από την πτώση του ταξικού ριζοσπαστισμού και την κυριαρχία του μικροαστικού ριζοσπαστισμού. Προσοχή: οι δύο αυτοί ριζοσπαστισμοί δεν είναι αντικρουόμενοι, όπως λέει το «ΚΚΕ». Αντίθετα, ο δεύτερος δημιουργήθηκε χάρη στον πρώτο (λόγω των εργατικών κινητοποιήσεων και παράδοσης), ο πρώτος, όμως, είναι εμποτισμένος από το δεύτερο, λόγω της χώρας στην οποία βρισκόμαστε, όπου, με καθυστερημένη και διασπασμένη την παραγωγή, με το μικροαφεντικό να μην απέχει πολύ από τον απλό εργαζόμενο, ο εργαζόμενος νιώθει πολύ «απτό» το «όνειρο» να γίνει κι αυτός αφεντικό και, συνεπώς, η μικροαστική ιδεολογία είναι κυρίαρχη και στον εργάτη, και κατ’επέκταση και στο εργατικό κίνημα.

Σε τι οφείλεται αυτή η κατάσταση; Δεν έχουμε παρά να δούμε την κίνηση των τάξεων, στην αλληλοσυσχέτισή τους.

Το Μάη του 2010, ορθώς διαπιστώναμε τη ρήξη μεγαλοαστικής-μικροαστικής τάξης, ως ιδιαίτερο στοιχείο της τρέχουσας κρίσης. Αυτό είχε συνέπειες στην ίδια τη μικροαστική τάξη, καθώς δεν μπορεί να αποτελεί ηγέτιδα δύναμη της κοινωνίας: τη διασπούσε στα τρία κομμάτια, με τις αντίστοιχες αντανακλάσεις της σε πολιτικό επίπεδο: η δημιουργία της ΔΗΜ.ΑΡ. εξέφραζε το ανώτερο στρώμα των μικρομεσαίων που άμεσα έτειναν σε άνευ όρων συμβιβασμό με τη μεγαλοαστική τάξη. Τα άλλα δύο της στρώματα, με τις ταλαντεύσεις τους (2010-2011) εκφράστηκαν μέσα από το Σύριζα των Τσίπρα-Βούτση ή δεν εκφράζονταν καθόλου πολιτικά, οπότε και παρενέβησαν με τις πλατείες, ζητώντας πολιτική εκπροσώπηση-δημοκρατία (και όχι άμεση δημοκρατία). Ο Σύριζα ήταν ο μόνος «ώριμος» (σε σχέση με νεοπαγή σχήματα τύπου ΕΠΑΜ, Σπίθα, ΕΛΑΔΑ κλπ) πανελλαδικός πολιτικός οργανισμός να φιλοξενήσει τη συμμαχία αυτών των δύο στρωμάτων και (του μεγαλύτερου τμήματος) της εργατικής τάξης, και έτσι φτάσαμε στο 27%.

Αυτό το 27% αλλάζει τη σχέση μεταξύ και των τάξεων ή των στρωμάτων των τάξεων που στήριξαν το ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, το ανώτερο εναπομείναν στρώμα των μικρομεσαίων (δεύτερο το 2010) έχει κατακτήσει την ηγεμονία. Είναι αυτό που δεν ζητά την ανατροπή του πολιτικού συστήματος, αλλά την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών εντός του ίδιου συστήματος. Η ίδια του η κοινωνική θέση δεν του επέτρεπε, εξ ορισμού, να φτάσει τον αγώνα πέραν καποιων ορίων, ενώ η προοπτική της εξουσίας του «ανέστησε» τα πιο χαμερπή ένστικτα, της ανάληψης της (υπάρχουσας) εξουσίας, της εύκολης λύσης. Είναι, άλλωστε, το δεύτερο στρώμα των μικρομεσαίων που «δεν αντέχει άλλο» να αγωνίζεται κινηματικά (όσο, τέλος πάντων, αγωνίστηκε δύο χρόνια), «κουράστηκε», είναι έτοιμο για έναν συμβιβασμό με το «ρεαλισμό» των μνημονίων.

Έτσι, προωθούν οι πολιτικοί εκφραστές του στρώματος αυτού τον ΣΥΡΙΖΑ-Κόμμα.

Ο Σύριζα-κόμμα, όμως, σημαίνει αναστήλωση του κομματικού-κομματοκεντρικού συστήματος, και κατ’επέκταση, σημαίνει τη διάσωση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Ούτως ή άλλως, ο Συριζα του 4,5% είχε ισχυρή την πτέρυγα της ανατροπής μόνο των πολιτικών συσχετισμών (Παπαδημούληδες, τροτσκιστές). Και τώρα, η φιλολογία για Σύριζα-κόμμα ενισχύει αυτή την τάση- πτέρυγα, ακόμα κι αν λένε τα εισηγητικά μας κείμενα πως θέλουμε έναν Σύριζα όχι κόμμα αλλά «κίνημα με μορφή κόμματος».

Όμως, ένας Συριζα-κόμμα είναι βλαπτικός για το ίδιο το λαϊκό κίνημα. Πρώτον, επειδή προσπαθεί να το εγκλωβίσει σε μια μόνο μορφή του, την κομματική. Αυτό αντικρούει την άποψή μας πως το μαζικό κίνημα άλλαζε μορφές συνεχώς, και ήταν ασύμμετρο. Πρόκειται πραγματικά για μια κλίνη του Προκρούστη, όπου θα προσδοκούμε να μετατρέψουμε την εκλογική μας επιρροή σε αγωνιστές δια μιας, ενώ τους πιο προχωρημένους ψηφοφόρους ή αγωνιστές, να τους εγκλωβίσουμε σε ένα πιο light πολιτικό φορέα από όσο αντέχει η σκέψη τους και η δράση τους, μόνο και μόνο για να χωρέσουν και οι δύο κατηγορίες ψηφοφόρων (το κοινό γνώρισμα και των δυο).

Από την άλλη, ο Συριζα-κόμμα είναι βλαπτικός για το ίδιο το Πολιτικό και Κοινωνικό Μέτωπο(ΠΚΜ) που προάγουμε (ή ξεχάσαμε πια;): στο πολιτικό του σκέλος, επειδή, ταυτίζοντας εμπράκτως το ΠΚΜ με το ΣΥΡΙΖΑ εμποδίζουμε την περαιτέρω επέκτασή του με άλλες μικρότερες ομάδες, δεξιότερα και αριστερότερα του Συριζα. Στο κοινωνικό σκέλος, οι συνέπειες είναι ακόμα πιο προφανείς, αφού, αντί να ξεκινήσουμε μετεκλογικά άμεσα την ανάσχεση της πτώσης του αγωνιστικού κινήματος, σπαταλάμε το υπαρκτό ανθρώπινο αγωνιστικό δυναμικό για την ενίσχυση του κομματοκεντρικού αγώνα, και προάγουμε την περαιτέρω «διαφθορά» των εν δυνάμει αγωνιζόμενων με τον κομματοκεντρισμό, αντί να συμβάλλουμε στην αγωνιστική διαπαιδαγώγισή τους. Έτσι, μειώνουμε τις δυνατότητες ανάπτυξης των κοινωνικών κινημάτων και τα «μαραίνουμε» στην πράξη.

Αγνοούμε, εν τέλει, τη φύση του Συριζα, που είναι μια ταξική συμμαχία. Με επικεφαλής της, όμως, τη μικρομεσαία τάξη, οικοδομούμε, παρά τις αγνές προθέσεις, ένα Σύριζα Μπάαθ, έναν Σύριζα κορπορατιστικό, με αφεντικά και εργαζόμενους στο ίδιο κόμμα, έναν Σύριζα –όσο κι αν ακούγεται ακραίο- μουσολινικό.

Για να δικαιολογηθεί δε η μετατροπή του Συριζα, από σ. παρουσιάζονται ως πετυχημένα τα πλέον αποτυχημένα και άσχετα μοντέλα:Η PLO των συμφωνιών του Όσλο, το Εκουαδόρ με πολιτικούς κρατούμενους από το ΜΛΚΚ Εκουαδόρ (σχεδόν αδελφό μας κόμμα, με παρόμοια τακτική), ή η Βενεζουέλα, όπου, τουλάχιστον εκεί, έχει αγγιχτεί το ζήτημα της εξουσίας που στηρίζεται από την κάνη των όπλων. Τα δε ευρωπαϊκά παραδείγματα είναι παραδείγματα ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ. Το Μπλόκο της Πορτογαλίας δύο χρόνια τώρα είναι δύναμη-ανάχωμα του ριζοσπαστισμού, αφού μέχρι και απεργοσπασίες διεξάγει, ενώ η «εσωτερική δράση» των συνιστωσών του, αφού η εξώστρεφη απαγορεύεται, είναι ανύπαρκτη και σύντομα θα αποτελέσει παρελθόν, όπως μας είπε ο σ. που ήρθε για το φεστιβάλ. Η δε γερμανική «Αριστερά» είναι οριακά αριστερότερη της Δημ.Αρ. και δεν εκπροσωπεί τη γερμανική εργατική τάξη.

Φυσικά, τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως δεν πρέπει να υπάρχει η ταξική συμμαχία που έχει πολιτικό εκφραστή το ΣΥΡΙΖΑ. Το θέμα, όμως, είναι η ΗΓΕΜΟΝΙΑ σε αυτό το μέτωπο. Και για να μην γίνει το μέτωπο αυτό φασιστικό, θα πρέπει να υπάρξει ένα πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης (ή μια οργάνωση με τα χαρακτηριστικά του) που να ασκεί όχι μόνο την ιδεολογική-πολιτική ηγεμονία (που αυτό, σε κάποιο βαθμό το πετύχαμε τους τελευταίους μήνες), αλλά και την ιδεολογική-κοινωνική ηγεμονία, να εμπνέει δηλαδή την επαναστατική-ανεξάρτητη-λεβέντικη στάση ζωής.

Αυτό είναι το καθήκον που θα έπρεπε να έχει η ΚΟΕ εντός και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως, απασχολούμενη με την οικοδόμηση του υπαρκτού ΣΥΡΙΖΑ, ενισχύει τον παρασιτισμό της έναντι αυτού, που σωστά διαπιστώναμε στο 3ο συνέδριο. Έπειτα, εγκλωβίζει την πολιτική της γραμμή, που είναι πλατύτερη και του ΣΥΡΙΖΑ του 27%. Όποιος λέει ότι μέσω του γερού Σύριζα ευνοείται η ΚΟΕ, ξεχνά πως η γερή ΚΟΕ από το Γενάρη και μετά ήταν που ευνόησε το Συριζα. Βλάπτουμε, λοιπόν, και το ΣΥΡΙΖΑ, αν αμελούμε την ΚΟΕ.

Επιπροσθέτως, διαπαιδαγωγεί στη λογική της ανάθεσης περαιτέρω τα μέλη της, που το πληρώσαμε τρία χρόνια τώρα. Ακόμα, ενισχύει μια εσώστρεφη διαδικασία, εκ νέου αποκοπτόμενη από τις επιρροές της (μη συριζικές κατ’ανάγκη), που μετά βίας ξαναποκτήσαμε με τη συζήτηση για το 3ο συνέδριο, και για τις οποίες μόλις πέρσι το καλοκαίρι κλαιγόμασταν για το ότι τις είχαμε χάσει. Εξάλλου, σταματά και τη διαδικασία ανασυγκρότησής της, που είναι η πλέον εξώστρεφη (αφού η κοινωνία αυτά βιώνει στην καθημερινή της ζωή): την αύξηση της οργανωτικότητάς της, την άνθιση των εσωτερικών διαδικασιών, τη δημιουργία επιτροπών και τις προσωποποιημένες ευθύνες, την τακτική λογοδοσία, τη διαφάνεια στα οικονομικά και τους αποσπασμένους. (Ειδικά το τελευταίο, όσο καθυστερεί, δημιουργεί σε ουκ ολίγους συντρόφους, και ειδικά όσους οικονομικά είναι σε άσχημη κατάσταση, την αίσθηση δημιουργίας μιας νέας κλίκας, ενισχύοντας τον ατομικισμό τους. Σιωπώντας επί του θέματος, αυτό πετυχαίνετε). Επίσης, οι δύο σημαντικές αποφάσεις περί «στροφής στην εργατική τάξη» και «λειτουργία υπό όλες τις συνθήκες», ξεχνιούνται, μέσα από τη «μέθη» για το 27%.

Ακόμα μεγαλύτερο χτύπημα ήταν οι πραξικοπηματικές «αποφάσεις της ΠΣΕ», που, με την αμφισημία τους, αναφορικά με την ΚΟΕ σημαίνουν ως και τερματισμό του Resistance και του Δρόμου. Φυσικά, έτοιμο είναι και το πρόσχημα, περί «οικονομικής ζημιάς, υπονόμευσης από τα μέλη κλπ κλπ».

Θα μπορούσαν φυσικά να συνδυαστούν τα δύο καθήκοντα, οικοδόμησης της ΚΟΕ και του νέου Συριζα, με στόχο έναν Σύριζα γύρω από έναν κομμουνιστικό πυρήνα, την ΚΟΕ. Θα μπορούσε ιδιαίτερο βάρος από τα μέλη της ΚΟΕ να δίνεται στη δημιουργία Συριζα στις εργατολαϊκές συνοικίες, όχι «παντού» (όπου θα παίζουμε δευτερεύοντα ρόλο). Θα μπορούσε αυστηρά να μην «αποσπαστούν» αγωνιστές μας από τα λαϊκά κινήματα για να χτίζουν το Συριζα-Κόμμα, αλλά να γίνει το αντίθετο, με μια καλύτερη κατανομή των σ. Θα μπορούσαν οι λογοδοσίες των οργάνων να ξεκινήσουν ήδη. Ποιον θα πείραζε αυτό;

Έχω μόνο να πω πως ποτέ δεν πέτυχε μακροπρόθεσμα η απόπειρα καταστολής της πολιτικής έκφρασης της εργατικής τάξης. Κι αν δεν ασχοληθούμε σοβαρά με αυτή, τότε, χαρίζουμε εργατιά στη Χρυσή Αυγή. Επίσης, θεωρώ πως όποιος δρα υπέρ της μη εφαρμογής των αποφάσεων του 3ου συνεδρίου βλάπτει συνειδητά την ΚΟΕ. Η ΚΟΕ, όμως, είναι αντικειμενική κοινωνική αναγκαιότητα. Έτσι, η ανεξάρτητη-δημόσια υπόστασή της θα υπάρχει μέχρι να υπάρξει νέο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. H ΚΟΕ θα συνεχίσει, όχι ως αποτέλεσμα μιας «δυστυχισμένης συνείδησης». Αλλά επειδή η ύπαρξή της δεν θα σταματήσει εξαιτίας καμίας «ευτυχισμένης ασυνειδησίας», παράγωγης ενός εκλογικού ποσοστού (για το οποίο και εγώ προσπάθησα).

Για τον πολιτικό αγώνα που οδήγησε στον Οκτώβρη (Στάλιν: Λόγοι στην έκτακτη συνδιάσκεψη της Οργάνωσης της Πετρούπολης του ΣΔΕΚΡ (Μπ.), 16 – 20/07/1917)

Στο 12ο μέρος του αφιερώματος για τα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση, το οποίο επικεντρώνεται στον πολιτικό αγώνα που προηγήθηκε αυτής, με την ανάδειξη και εκμετάλλευση των λαθών των αντιπάλων και τη διατύπωση (ή και απόσυρση) των κατάλληλων κάθε φορά συνθημάτων, υπάρχουν οι τοποθετήσεις του Στάλιν στην έκτακτη συνδιάσκεψη της Οργάνωσης της Πετρούπολης του ΣΔΕΚΡ (Μπολσεβίκων) τον Ιούλη του ‘17, όταν η αντεπανάσταση πήρε το πάνω χέρι. Και για άλλη μια φορά, στα κείμενά του υπάρχουν πολλές τοποθετήσεις για ζητήματα που ταλανίζουν και σήμερα την αριστερά και, γενικότερα, τους επαναστάτες.

Ο Στάλιν δεν θεωρεί καν δικαίωμα ενός κομμουνιστικού κόμματος να απέχει από ένα αυθόρμητο κίνημα μόνο και μόνο επειδή δεν το ελέγχει. Ας αναλογιστούμε τι συμβαίνει από πολλές αριστερές οργανώσεις και κόμματα στην Ελλάδα, όταν έχουν να κάνουν με ένα κίνημα ή έστω μια κινητοποίηση που δεν ελέγχεται από το ανώτατο, μάλιστα, όργανό τους. Οι κομμουνιστές πρέπει να συμμετέχουν στα κινήματα και τις κινητοποιήσεις κι ας μην ξεκινούν από αυτούς. Όχι, όμως, να συμμετέχουν υποταγμένοι σε αυτό το αυθόρμητο κίνημα, δηλαδή, να συμφωνούν με τον αρχικό του χαρακτήρα και τις μορφές του και να τις “σέβονται” (λέξη που καλύπτει, ενίοτε, απλώς την τεμπελιά κάποιων ηγετίσκων), αλλά ενεργητικά, για να του δώσουν το χαρακτήρα εκείνο που θα προωθεί συνολικά την υπόθεση των κινητοποιούμενων τάξεων.

Ο Στάλιν, επίσης, αναδεικνύει ότι “τα γεγονότα δε δημιουργούνται από μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά από τις υποχθόνιες δυνάμεις της επανάστασης”, κι όποιος προβοκατορολογεί εναντίον οργανώσεων, “τοποθετεί τον εαυτό του με την άποψη της Ασφάλειας”. Γιατί, πράγματι, όταν κάποιος δεν συμμετέχει σε ένα κίνημα, μόνο και μόνο επειδή δεν το ελέγχει, λίγο θέλει, για να δικαιολογηθεί στα μέλη του για την απραξία του, να αρχίσει την προβοκατορολογία. Έτσι, όμως, περνά σε δεύτερη μοίρα η υλιστική ανάλυση και η μελέτη της διάταξης των ταξικών δυνάμεων.

Σε στιγμές, ωστόσο, καμπής, όπου αλλάζει η σύνθεση του ταξικού μετώπου της επανάστασης, με την αποχώρηση κάποιων στρωμάτων τάξεων και την προσχώρησή τους στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης, συχνά, στην Ελλάδα, έχουμε δει ότι τσουβαλιάζονται ακόμα και τα στρώματα των τάξεων τα οποία δεν έχουν ακόμα συμβιβαστεί, με τα στρώματα που έχουν συμβιβαστεί, ή έστω, τσουβαλιάζονται οι πολιτικοί εκπρόσωποι των μεν και των δε. Έτσι, μικραίνει και το ταξικό μέτωπο, σπαταλιούνται δυνάμεις που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν επειδή έχουν και μια θετική πτυχή, έστω και προσωρινή. Έτσι, οι μπολσεβίκοι, δεν είπαν, όταν το’στριψαν οι εσερομενσεβίκοι, ότι πρέπει να διακοπεί οποιαδήποτε συμμαχία με οποιονδήποτε από αυτούς, αλλά αντίθετα, ρίχνουν ως σύνθημα την ενότητα με την αριστερή τους πτέρυγα, με όσους “διατηρούν ακόμα”, έστω και “κάποια δόση επαναστατικής τιμής”.

Ακολούθως, ο Στάλιν κάνει μια λεπτομερή ανάλυση της διάταξης των ταξικών δυνάμεων κατά τη στιγμή της στροφής της επαναστατικής διαδικασίας, δίνει τον ορισμό της “κρίσης εξουσίας”, και αναδεικνύει τα αίτιά της. Αναγνωρίζοντας ότι είναι στιγμή όπου παίρνει το πάνω χέρι η αντεπανάσταση, ότι υπάρχει υποχώρηση, ο Στάλιν δεν περιορίζεται σε μια γραμμή “ζύμωσης”, όπως κάποιοι λουφαδόροι (π.χ.εφημερίδα “Δρόμος”) το 2015 έλεγαν (ότι “η καλύτερη πράξη είναι να μιλάμε με τον κόσμο”), αλλά και οργάνωσης.

Λόγω και της προδοσίας από πλευράς ηγετών των Σοβιέτ, ο Στάλιν αναδεικνύει και κάτι που ακόμα και σήμερα, στην Ελλάδα, δεν είναι ευνόητο: ότι δεν πρέπει να ταυτίζουμε μορφή εξουσίας με ταξικό περιεχόμενο. Σίγουρα, κάποιες πιο “συλλογικές” μορφές εξουσίας έχουν κάποιο πρόσημο πιο θετικό, πιο προσιτό για τις εργαζόμενες τάξεις, όμως το “συλλογικότερο” μιας μορφής εξουσίας από μόνο του δεν λέει κάτι. Άλλωστε, η εμπειρία του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα δείχνει ότι και μέσα σε συλλογικότερες μορφές εξουσίας μπορεί να τρυπώσουν και να αναδειχτούν κάποιοι που μπορούν, σε επόμενο στάδιο, να ανατρέψουν και την ίδια αυτή μορφή εξουσίας που τους ανέδειξε.

Ακόμα, ο Στάλιν αναδεικνύει τις δυνατότητες που προσφέρει η “πολλαπλή ένταξη” ώστε να μην ακυρώνεται καμία από τις ταυτότητες που έχει ένας κομμουνιστής (ως μέλος κόμματος ή π.χ. ως μέλος συνδικάτου στο οποίο μειοψηφεί, αλλά και του οποίου πρέπει να αυξάνει τη μαχητικότητα). Εξάλλου, αποσαφηνίζει κάτι για το οποίο οι μπολσεβίκοι έχουν συκοφαντηθεί: ότι άλλο πράγμα η δικτατορία ενός κόμματος και άλλο η δικτατορία μίας τάξης. Τέλος, ο Στάλιν απαντά και σε όσους με στατιστικούς όρους προσπαθούν να αποδείξουν ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να ηγεμονεύσει στην κοινωνία και καταδεικνύει γιατί ένα τέτοιο σκεπτικό ερμηνεύει μηχανιστικά μία κατάσταση.

***

 

Λόγοι στην έκτακτη συνδιάσκεψη της Οργάνωσης της Πετρούπολης του ΣΔΕΚΡ (Μπολσεβίκων)

1.Έκθεση δράσης της ΚΕ για τα γεγονότα του Ιούλη

16 του Ιούλη

Σύντροφοι!

Το κόμμα μας, και ειδικά την Κεντρική του Επιτροπή, το κατηγορούν ότι προκάλεσε και οργάνωσε τις εκδηλώσεις της 3 και 4 του Ιούλη, με σκοπό να εξαναγκάσει την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ να πάρει στα χέρια της την εξουσία, και στην περίπτωση που δε θα ‘θελε να το κάνει, να την πάρει στα χέρια του το ίδιο το κόμμα μας.

Πρώτα απ’ όλα είμαι υποχρεωμένος να ανασκευάσω αυτές τις κατηγορίες. Στις 3 του Ιούλη δύο αντιπρόσωποι του συντάγματος πολυβόλων μπήκαν ξαφνικά στην αίθουσα όπου γίνονταν οι εργασίες της συνδιάσκεψης των μπολσεβίκων και δήλωσαν ότι το 1ο σύνταγμα πολυβόλων άρχισε τη διαδήλωση. Θυμάστε πως εμείς δηλώσαμε στους αντιπροσώπους ότι τα μέλη του κόμματος δε μπορούν να παραβιάζουν τις αποφάσεις του κόμματός τους, και με ποιο τρόπο οι αντιπρόσωποι του συντάγματος διαμαρτυρήθηκαν, και δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να φύγουν από το κόμμα, παρά να αντιταχθούν στην απόφαση του συντάγματος.

Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος δε θεωρούσε σκόπιμη κάτω από τις τωρινές συνθήκες μια κινητοποίηση των δυνάμεων των εργατών και των φαντάρων της Πετρούπολης. Η ΚΕ δε θεωρούσε σκόπιμη μια τέτοια δράση γιατί ήταν φανερό ότι η επίθεση που σχεδίαζε η κυβέρνηση στο μέτωπο ήταν ενέργεια τυχοδιωχτική, ότι οι φαντάροι μη ξέροντας πού τους πάνε, δε θα συμφωνήσουν να κάνουν επίθεση και ότι σε περίπτωση κινητοποίησής μας στην Πετρούπολη οι εχθροί της επανάστασης θα μπορούσαν να φορτώσουν απάνω μας την ευθύνη για την αποτυχία της επίθεσης στο μέτωπο. Εμείς θέλαμε η ευθύνη για την αποτυχία της επίθεσης στο μέτωπο να βαρύνει τους πραγματικούς υπεύθυνους για την τυχοδιωχτική αυτή ενέργεια.

Η εκδήλωση όμως είχε αρχίσει. Οι πολυβολητές έστειλαν αντιπροσώπους στα εργοστάσια. Και κατά τις έξι η ώρα βρεθήκαμε μπροστά στο γεγονός ότι τεράστιες μάζες εργατών και φαντάρων άρχισαν να διαδηλώνουν. Κατά τις πέντε η ώρα, στη συνεδρίαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ, δήλωσα επίσημα εξ ονόματος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματός μας και της συνδιάσκεψης ότι αποφασίσαμε να μην αναλάβουμε καμια μαζική δράση. Το να μας κατηγορούν ύστερα απ’ όλα αυτά ότι εμείς οργανώσαμε την εκδήλωση είναι ψέμα που μόνο θρασείς συκοφάντες θα μπορούσαν να το πουν.

Η εκδήλωση βρισκόταν στο ξετύλιγμά της. Είχε άραγε το κόμμα μας το δικαίωμα να νίψει τα χέρια του και να τραβηχτεί στη μπάντα; Παίρνοντας υπόψη το ενδεχόμενο σοβαρότερων περιπλοκών, νομίζουμε ότι δεν είχαμε το δικαίωμα να νίψουμε τα χέρια. Σαν κόμμα του προλεταριάτου έπρεπε να επέμβουμε στην εκδήλωση και να της προσδώσουμε ειρηνικό και οργανωμέο χαραχτήρα, χωρίς να βάζουμε για σκοπό την κατάληψη της εξουσίας με τα όπλα.

Θα σας θυμίσω ορισμένες ανάλογες περιπτώσεις από την ιστορία του εργατικού μας κινήματος. Στις 9 του Γενάρη 1905, τότε που ο Γκαπόν οδηγούσε τις μάζες στον τσάρο, το κόμμα δεν αρνήθηκε να πάει μαζί με τη μάζα των διαδηλωτών, αν και δεν ήξερε πού τραβάνε. Τώρα που το κίνημα δεν ακολουθούσε τα συνθήματα του Γκαπόν, μα τα δικά μας συνθήματα, είχαμε πολύ λιγότερο (από τις 9 του Γενάρη) το δικαίωμα να αποτραβηχτούμε. Έπρεπε να επέμβουμε σα ρυθμιστής, σαν κόμμα που συγκρατεί το κίνημα, για να το προφυλάξουμε από ενδεχόμενες περιπλοκές.

Οι μενσεβίκοι και οι εσέροι κολακεύονται να πιστεύουν ότι καθοδηγούν το εργατικό κίνημα, μα δε μοιάζουν με ανθρώπους ικανούς να καθοδηγούν την εργατική άξη. Οι επιθέσεις τους ενάντια στους μπολσεβίκους φανερώνουν πως δεν καταλαβαίνουν καθόλου τις υποχρεώσεις τους σαν κόμμα της εργατικής τάξης. Σχετικά με την τελευταία εκδήλωση των εργατών οι μενσεβίκοι και οι εσέροι σκέφτονται σαν άνθρωποι που ξέκοψαν από την εργατική τάξη.

Τη νύχτα η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματός μας, η Επιτροπή της Πετρούπολης και η Στρατιωτική οργάνωση αποφάσισαν να επέμβουν σ’ αυτό το αυθόρμητο κίνημα των φαντάρων και των εργατών. Οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι, βλέποντας ότι μας ακολουθούν πάνω από 400.000 φαντάροι και εργάτες, βλέποντας πως το έδαφος τούς φεύγει κάτω από τα πόδια, χαραχτήρισαν την εκδήλωση των εργατών και φαντάρων σαν εκδήλωση που στρέφεται ενάντια στα Σοβιέτ. Εγώ υποστηρίζω ότι στις 4 του Ιούλη το βράδυ, τότε που χαραχτήρισαν τους μπολσεβίκους προδότες της επανάστασης, οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι πρόδιναν την επανάσταση, διασπούσαν το ενιαίο επαναστατικό μέτωπο κι έκλειναν συμμαχία με την αντεπανάσταση. Χτυπώντας τους μπολσεβίκους, χτυπούσαν την επανάσταση.

Στις 5 του Ιούλη, οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι κήρυξαν κατάσταση πολιορκίας, οργάνωσαν επιτελείο και παρέδωσαν όλες τις υποθέσεις στη στρατιωτική κλίκα. Έτσι, εμείς που παλαίβαμε για να περάσει όλη η εξουσία στα Σοβιέτ, βρεθήκαμε αντίπαλοι των Σοβιέτ με το όπλο στο χέρι. Δημιουργήθηκε μια κατάσταση όπου τα στρατιωτικά τμήματα των μπολσεβίκων μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπα με τα στρατιωτικά τμήματα των Σοβιέτ. Θα ήταν τρέλα να δεχτούμε τη μάχη με τέτοιες συνθήκες. Είπαμε στους καθοδηγητές των Σοβιέτ: οι καντέτοι αποσύρθηκαν, συνασπιστείτε με τους εργάτες, η κυβέρνηση πρέπει να είναι υπεύθυνη απέναντι στα Σοβιέτ. Μα οι καθοδηγητές των Σοβιέτ έκαναν μια ύπουλη ενέργεια: παρέταξαν απέναντί μας τους κοζάκους, τους γιούνκερς, τους πογκρομιστές και μερικά συντάγματα που έφεραν από το μέτωπο και που τα εξαπάτησαν λέγοντάς τους πως οι μπολσεβίκοι είναι δήθεν ενάντια στα Σοβιέτ. Είναι αυτονόητο πως μέσα σε τέτοιες συνθήκες δε μπορούσαμε να δεχτούμε τη μάχη, στην οποία μας έσπρωχναν οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι. Αποφασίσαμε να υποχωρήσουμε.

Στις 5 του Ιούλη έγιναν διαπραγματεύσεις με την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ που την εκπροσωπούσε ο Λίμπερ. Ο Λίμπερ έβαλε τους παρακάτω όρους: εμείς, δηλ. οι μπολσεβίκοι, να αποσύρουμε τα θωρακισμένα αυτοκίνητα από το ανάκτορο Ξεσίνσκαγια και οι ναύτες να εγκαταλείψουν το φρούριο Πετροπαύλοφσκ και να γυρίσουν στην Κρονστάνδη. Συμφωνήσαμε με τον όρο ότι η ΚΕΕ των Σοβιέτ θα αναλάβει να υπερασπίσει τις έδρες των κομματικών μας οργανώσεων από ενδεχόμενες επιθέσεις. Ο Λίμπερ εξ ονόματος της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής μάς διαβεβαίωσε ότι οι όροι μας θα εκπληρωθούν και ότι το ανάκτορο Ξεσίνσκαγια θα είναι στη διάθεση μας ωσότου μας εξασφαλιστεί μόνιμο οίκημα. Εμείς εκπληρώσαμε τις υποσχέσεις μας. Αποσύραμε τα θωρακισμένα αυτοκίνητα, οι ναύτες της Κρονστάνδης συμφώνησαν να γυρίσουν πίσω, αλλά διατηρώντας τα όπλα τους. Μα η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ δεν εκτέλεσε καμιά από τις υποχρεώσεις της. Στις 6 του Ιούλη ο στρατιωτικός αντιπρόσωπος των εσέρων Κουζμίν μάς διαβίβασε τηλεφωνικά την αξίωση να εκκενωθούν μέσα σε τρία τέταρτα της ώρας το ανάκτορο Ξεσίνσκαγια και το φρούριο Πετροπαύλοφσκ, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα κινούσε ένοπλες δυνάμεις. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματός μας αποφάσισε να αποφύγει με κάθε θυσία την αιματοχυσία. Η Κεντρική Επιτροπή με έστειλε αντιπρόσωπό της στο φρούριο του Πετροπαύλοφσκ όπου κατόρθωσα να πείσω τη φρουρά των ναυτών να μη δεχτεί τη μάχη, γιατί η κατάσταση είχε πάρει τέτοια τροπή που μπορούσαμε να βρεθούμε αντιμέτωποι με τα Σοβιέτ. Με την ιδιότητα του αντιπροσώπου της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ πάω μαζί με το μενσεβίκο Μπογντάνοφ στον Κουζμίν. Ο Κουζμίν τα είχε όλα έτοιμα για μάχη, πυροβολικό, ιππικό και πεζικό. Προσπαθήσαμε να τον πείσουμε να μη χρησιμοποιήσει ένοπλες δυνάμεις. Ο Κουζμίν ήταν δυσαρεστημένος γιατί “οι πολιτικοί με την ανάμειξή τους του φέρνουν συνεχώς εμπόδια” και συμφώνησε ανόρεχτα να υποταχθεί στις επίμονες αξιώσεις της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ. Για μένα ήταν ξεκάθαρο ότι οι στρατιωτικοί εσέροι ήθελαν αίμα, για να δώσουν ένα “μάθημα” στους εργάτες, στους φαντάρους και τους ναύτες. Εμείς όμως τους εμποδίσαμε να πραγματοποιήσουν το ύπουλο σχέδιό τους.

Τον ίδιο καιρό η αντεπανάσταση πέρασε στην επίθεση: επιδρομή και σπάσιμο των τυπογραφείων της “Πράβντα” και του τυπογραφείου “Τρουντ”, κακοποίηση και δολοφονία συντρόφων μας, κλείσιμο των εφημερίδων μας κλπ. Επικεφαλής της αντεπανάστασης βρίσκεται η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος των καντέτων, και ακολουθεί το επιτελείο και το σώμα αξιωματικών του στρατού – δηλαδή οι εκπρόσωποι της ίδιας κεφαλαιοκρατίας που θέλει να συνεχίσει τον πόλεμο γιατί βγάζει απ’ αυτόν κέρδη.

Η αντεπανάσταση δυνάμωνε μέρα με την ημέρα. Κάθε φορά που αποτεινόμασταν στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ για να της ζητήσουμε εξηγήσεις, πειθόμασταν πως δεν είναι σε θέση να αποτρέψει τις βιαιοπραγίες και πως η εξουσία δε βρίσκεται στα χέρια της ΚΕΕ, αλλά στα χέρια της καντέτικης – στρατιωτικής κλίκας, που δίνει τον τόνο στην αντεπανάσταση.

Οι υπουργοί παραιτούνται ο ένας πίσω απ’ τον άλλο. Θέλουν να υποκαταστήσουν την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ με την έκτακτη σύσκεψη της Μόσχας (37), όπου μέσα στον όγκο των εκατοντάδων φανερών εκπρόσωπων της κεφαλαιοκρατίας θα χαθούν τα 280 μέλη της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής.

Η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή, τρομοκρατημένη από την αύξηση της δύναμης του μπολσεβίκισμού, κλείνει επονείδιστη συμμαχία με την αντεπανάσταση και ικανοποιεί τις απαιτήσεις της: να της παραδώσει τους μπολσεβίκους, να συλλάβει την αντιπροσωπεία της Βαλτικής (38) και να αφοπλίσει τους επαναστάτες φαντάρους και εργάτες. Όλα αυτά οργανώνονται πολύ απλά: η κλίκα των οπαδών της άμυνας οργανώνει προκλήσεις με πυροβολισμούς, δημιουργεί μ’ αυτό τον τρόπο αφορμές για να προβεί σε αφοπλισμό και αρχίζει τον αφοπλισμό. Έτσι έγινε λόγου χάρη, με τους εργάτες του Σεστρορέτσκ (39), που δεν είχαν πάρει μέρος στην εκδήλωση.

Το πρώτο χαραχτηριστικό γνώρισμα κάθε αντεπανάστασης είναι ο αφοπλισμός των εργατών και των επαναστατών φαντάρων. Σ’ εμάς αυτή τη μαύρη αντεπαναστατική δουλειά την έκαναν μέσω του Τσερετέλι και των άλλων “σοσιαλιστών – υπουργών” της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ. Αυτού βρίσκεται όλος ο κίνδυνος. “Η κυβέρνηση της σωτηρίας της επανάστασης”, “ενισχύει” την επανάσταση πνίγοντάς την.

Το καθήκον μας είναι να συγκεντρώσουμε δυνάμεις, να ενισχύσουμε τις υπάρχουσες οργανώσεις και να συγκρατήσουμε τις μάζες από πρόωρες εκδηλώσεις. Η αντεπανάσταση έχει συμφέρον να μας προκαλέσει να δώσουμε τώρα τη μάχη, εμείς όμως δεν πρέπει να παρασυρθούμε από την πρόκληση, αλλά πρέπει να δείξουμε τον ανώτατο βαθμό επαναστατικής αυτοκυριαρχίας. Αυτή είναι η γενική γραμμή ταχτικής της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματός μας.

Σχετικά με την αισχρή συκοφαντική εκστρατεία ενάντια στους αρχηγούς μας ότι δήθεν πληρώνονται από τους γερμανούς, η Κεντρική Επιτροπή του κόμματός μας παίρνει την παρακάτω θέση. Σ’ όλες τις κεφαλαιοκρατικές χώρες ξεσηκώθηκε μια συκοφαντική εκστρατεία για προδοσία ενάντια στους επαναστάτες αρχηγούς του προλεταριάτου. Στη Γερμανία συκοφάντησαν το Λήμπκνεχτ, στη Ρωσία το Λένιν. Την Κεντρική Επιτροπή του κόμματός μας δεν την εκπλήσσει το γεγονός ότι οι κεφαλαιοκράτες της Ρωσίας καταφεύγουν σε μια δοκιμασμένη μέθοδο πάλης ενάντια στα “ανεπιθύμητα στοιχεία”. Οι εργάτες πρέπει να δηλώσουν ανοιχτά ότι θεωρούν τους αρχηγούς τους αψεγάδιαστους, ότι τάσσονται αλληλέγγυοι μαζί τους και ότι στο έργο που ανέλαβαν οι αρχηγοί τους βρίσκονται στο πλευρό τους. Οι εργάτες απευθύνθηκαν μόνοι τους στην Επιτροπή της Πετρούπολης και ζήτησαν να τους ετοιμάσει σχέδιο διαμαρτυρίας ενάντια στην εκστρατεία αυτή κατά των αρχηγών μας. Η Επιτροπή της Πετρούπολης έχει ετοιμάσει ένα τέτοιο σχέδιο διαμαρτυρίας για υπογραφή.

Οι αντίπαλοί μας, οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι, ξέχασαν πως τα γεγονότα δε δημιουργούνται από μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά από τις υποχθόνιες δυνάμεις της επανάστασης, κι έτσι τοποθέτησαν τον εαυτό τους με την άποψη της Ασφάλειας.

Ξέρετε ότι η “Πράβντα” κλείστηκε από τις 6 του Ιούλη και ότι το τυπογραφείο “Τρούντ” σφραγίστηκε. Στο μεταξύ το 2ο Γραφείο μάς πληροφορεί ότι η “Πράβντα” θα ξαναβγεί κατά πάσα πιθανότητα όταν τελειώσουν οι ανακρίσεις. Στους στοιχειοθέτες και τους υπαλλήλους της “Πράβντα” και του τυπογραφείου, για τις μέρες που θα κάθονται άνεργοι, θα είμαστε υποχρεωμένοι να πληρώνουμε κάπου 30.000 ρούβλια.

Ύστερα από τα γεγονότα του Ιούλη, ύστερα απ’ όσα συνέβηκαν σ’ αυτό το διάστημα, δε μπορούμε πια να θεωρούμε τους εσέρους και τους μενσεβίκους σοσιαλιστές. Οι εργάτες τους ονομάζουν τώρα σοσιαλ-δεσμοφύλακες.

Ύστερα απ’ όλα αυτά είναι εγκληματικό να μιλάμε για ενότητα με τους σοσιαλ-δεσμοφύλακες. Πρέπει να ρίξουμε άλλο σύνθημα: ενότητα με την αριστερή τους πτέρυγα – με τους διεθνιστές, που διατηρούν ακόμα κάποια δόση επαναστατικής τιμής και είναι έτοιμοι να παλέψουν ενάντια στην αντεπανάσταση.

Αυτή είναι η γραμμή της ΚΕ του κόμματός μας.

2.Εισήγηση για τη σημερινή στιγμή

16 του Ιούλη

Σύντροφοι!

Το χαραχτηριστικό γνώρισμα της σημερινής στιγμής είναι η κρίση της εξουσίας. Γύρω απ’ αυτό το ζήτημα συγκεντρώνονται όλα τα άλλα δευτερεύοντα ζητήματα. Η κρίση της εξουσίας έχει σαν αιτία την αστάθεια της εξουσίας: έχει έρθει η στιγμή όπου οι διαταγές της κυβέρνησης προκαλούν είτε τα γέλια, είτε την αδιαφορία και κανείς δε θέλει να τις εκτελέσει. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση εισχωρεί βαθιά μέσα στον πληθυσμό. Η εξουσία κλονίζεται. Αυτού βρίσκεται η αιτία της κρίσης.

Περνάμε την τρίτη κρίση της εξουσίας. Η πρώτη κρίση ήταν η κρίση της τσαρικής εξουσίας που δεν υπάρχει πια. Η δεύτερη κρίση ήταν η κρίση της πρώτης Προσωρινής κυβέρνησης, κρίση που είχε σαν αποτέλεσμα να αποχωρήσουν ο Μιλιουκόφ και ο Γκουτσκόφ από την κυβέρνηση. Η τρίτη κρίση είναι η κρίση της κυβέρνησης συνασπισμού, όπου η αστάθεια της εξουσίας έφτασε στο κατακόρυφο. Οι σοσιαλιστές υπουργοί θέτουν στη διάθεση του Κερένσκι τις παραιτήσεις τους και η κεφαλαιοκρατία εκφράζει την έλλειψη εμπιστοσύνης της προς τον Κερένσκι. Σχηματίστηκε κυβέρνηση και από την επομένη κιόλας του σχηματισμού της η κυβέρνηση αυτή βρέθηκε στην ίδια κατάσταση αστάθειας.

Σαν μαρξιστές πρέπει να αντικρίζουμε την κρίση της εξουσίας όχι μονάχα από τυπική, αλλά πρώτ’ απ’ όλα από ταξική άποψη. Κρίση της εξουσίας είναι η οξυμένη, ανοιχτή πάλη των τάξεων για την εξουσία. Η πρώτη κρίση είχε σαν αποτέλεσμα η εξουσία των τσιφλικάδων να παραχωρήσει τη θέση της στην εξουσία της κεφαλαιοκρατίας, που την υποστήριζαν τα Σοβιέτ, τα οποία “εκπροσωπούσαν” τα συμφέροντα του προλεταριάτου και της μικροαστικής τάξης. Η δεύτερη κρίση είχε σαν αποτέλεσμα ένα συμβιβασμό ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή αστική τάξη, συμβιβασμό που εκφράστηκε με την κυβέρνηση συνασπισμού. Τόσο στην περίοδο της πρώτης, όσο και στην περίοδο της δεύτερης κρίσης, τα κρατικά όργανα πάλευαν ενάντια στις επαναστατικές εκδηλώσεις των εργατών (27 του Φλεβάρη και 20 – 21 του Απρίλη). Η δεύτερη κρίση λύθηκε προς “όφελος” των Σοβιέτ, με την είσοδο των “σοσιαλιστών” των Σοβιέτ στην κεφαλαιοκρατική κυβέρνηση. Στην τρίτη κρίση οι φαντάροι και οι εργάτες έβαλαν ανοιχτά το ζήτημα να πάρουν την εξουσία οι εργαζόμενοι, η μικροαστική και προλεταριακή δημοκρατία και να απομακρυνθούν όλα τα κεφαλαιοκρατικά στοιχεία από την κυβέρνηση.

Τι είναι εκείνο που προκάλεσε την τρίτη κρίση;

Όλη την “ευθύνη” τη ρίχνουν σήμερα στους μπολσεβίκους. Οι εκδηλώσεις στις 3 και 4 του Ιούλη ήταν όπως λένε ένα στοιχείο που συντέλεσε στην όξυνση της κρίσης. Ο Κ. Μαρξ έλεγε από τότε ακόμα ότι κάθε βήμα της επανάστασης προς τα μπρος προκαλεί ένα αντίστοιχο βήμα της αντεπανάστασης προς τα πίσω. Οι μπολσεβίκοι θεωρούν τις εκδηλώσεις της 3 και 4 του Ιούλη σαν ένα επαναστατικό βήμα και δέχονται την τιμή του σκαπανέα της κίνησης προς τα μπρος, τιμή που τους αποδίδουν οι αποστάτες – σοσιαλιστές. Όμως η κρίση αυτή της εξουσίας δε λύθηκε προς όφελος των εργατών. Ποιος φταίει γι’ αυτό; Αν οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι υποστήριζαν τους εργάτες και τους μπολεβίκους, η αντεπανάσταση θα είχε ηττηθεί· οι εσέροι όμως κι οι μενσεβίκοι άρχισαν να χτυπούν τους μπολσεβίκους, διέσπασαν το ενιαίο μέτωπο της επανάστασης και η κρίση άρχισε να εξελίσσεται μέσα σε συνθήκες δυσμενείς όχι μόνο για τους μπολσεβίκους, μα και για τους ίδιους τους εσέρους και τους μενσεβίκους.

Αυτός ήταν ο πρώτος παράγοντας της όξυνσης της κρίσης.

Ο δεύτερος παράγοντας ήταν η αποχώρηση των καντέτων από την κυβέρνηση. Οι καντέτοι μυρίστηκαν ότι τα πράγματα τραβάν προς το χειρότερο, ότι η οικονομική κρίση μεγαλώνει, ότι τα λεφτά είναι λίγα, κι αποφάσισαν να στρίψουν από την κυβέρνηση. Η αποχώρησή τους ήταν η συνέχεια του μποϋκοταρίσματος του Κονοβάλοφ. Μόλις ανακάλυψαν ότι η κυβέρνηση είναι ασταθής, έφυγαν πρώτοι από την κυβέρνηση.

Ο τρίτος παράγοντας που αποκάλυψε και όξυνε την κρίση της εξουσίας, ήταν η ήττα των στρατευμάτων μας στο μέτωπο. Το ζήτημα του πολέμου είναι σήμερα το βασικό ζήτημα. Γύρω από το ζήτημα αυτό περιστρέφονται όλα τ’ άλλα ζητήματα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής της χώρας. Και σ’ αυτό το βασικό ζήτημα η κυβέρνηση απότυχε κυριολεχτικά. Ήταν εξαρχής φανερό ότι η επίθεση στο μέτωπο είναι τυχοδιωχτισμός. Κυκλοφορούν φήμες ότι γίναμε αίτιοι να πιαστούν εκατοντάδες χιλιάδες αιχμάλωτοι και οι φαντάροι να φεύγουν άταχτα. Το να αποδίδει κανείς την “κατάρρευση” του μετώπου αποκλειστικά και μόνο στη ζύμωση των μπολσεβίκων σημαίνει ότι υπερβάλλει την επιρροή των μπολσεβίκων. Κανένα κόμμα δεν έχει μια τέτοια δύναμη. Πώς να εξηγήσει κανείς ότι το κόμμα μας που έχει ίσαμε 200 χιλιάδες μέλη, θα ήταν σε θέση να “αποσυνθέσει” το στρατό, ενώ η Κεντρκή Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ, που συγκεντρώνει γύρω της 20 εκατομμύρια πολίτες, δε μπόρεσε να κρατήσει το στρατό κάτω από την επιρροή της; Γεγονός είναι ότι οι φαντάροι δε θέλουν να πολεμήσουν, γιατί δεν ξέρουν για ποιο σκοπό πολεμούν, ότι έχουν κουραστεί και ανησυχούν για το ζήτημα της διανομής της γης κλπ. Το να πιστεύει κανείς ότι με τέτοιες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει το στρατό στον πόλεμο, σημαίνει ότι πιστεύει πως θα γίνει κάποιο θαύμα. Η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει μέσα στο στρατό πολύ μεγαλύτερη ζύμωση από μας, και το έκανε. Παρ’ όλα αυτά όμως κυριάρχησε το ισχυρό αυθόρμητο στοιχείο της πάλης κατά του πολέμου. Δε φταίμε εμείς γι’ αυτό, εκείνο που “φταίει” είναι η επανάσταση, που έδωσε στον κάθε πολίτη το δικαίωμα να πάρει απάντηση στο ερώτημα που έβαζε: γιατί γίνεται ο πόλεμος.

Έτσι λοιπόν, τρεις είναι οι παράγοντες που προκάλεσαν την κρίση της εξουσίας:

1)η δυσαρέσκεια των εργατών και των φαντάρων ενάντια στην κυβέρνηση, γιατί η πολιτική που ακολουθούσε απέναντί τους ήταν πάρα πολύ δεξιά,

2)η δυσαρέσκεια της κεφαλαιοκρατίας ενάντια στην κυβέρνηση, γιατί η κεφαλαιοκρατία θεωρούσε πάρα πολύ αριστερή την πολιτική της κυβέρνησης, και

3)οι αποτυχίες στο μέτωπο.

Αυτές είναι οι εξωτερικές αιτίες που προκάλεσαν την κρίση της εξουσίας.

Και η κύρια αιτία για όλα, η υποχθόνια δύναμη της κρίσης ήταν η οικονομική καταστροφή της χώρας, που την προκάλεσε ο πόλεμος. Μονάχα πάνω σ’ αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν οι τρεις αυτοί παράγοντες, που κλόνισαν την εξουσία της κυβέρνησης συνασπισμού.

Αν κρίση σημαίνει πάλη των τάξεων για την εξουσία, εμείς σα μαρξιστές, πρέπει να βάλουμε το ερώτημα: ποια τάξη υψώνεται τώρα προς την εξουσία; Τα γεγονότα δείχνουν ότι η εργατική τάξη υψώνεται προς την εξουσία. Είναι φανερό ότι η τάξη των κεφαλαιοκρατών δε θα αφήσει χωρίς πάλη την εργατική τάξη να πάρει την εξουσία. Η μικροαστική τάξη που αποτελεί την πλειοψηφία του πληθυσμού της Ρωσίας ταλαντεύεται, μια πάει μαζί μας, μια με τους καντέτους και έτσι ρίχνει το βάρος της στην πλάστιγγα πότε στο ένα και πότε στο άλλο μέρος. Αυτό είναι το ταξικό περιεχόμενο της κρίσης της εξουσίας που περνάμε σήμερα.

Και τώρα ποιος θα είναι ο νικημένος και ποιος ο νικητής στη σημερινή κρίση; Είναι ολοφάνερο ότι στην περίπτωση αυτή την εξουσία την παίρνει στα χέρια της η κεφαλαιοκρατία που την εκπροσωπούν οι καντέτοι. Όταν οι καντέτοι αποχώρησαν από την κυβέρνηση, η εξουσία βρέθηκε για μια στιγμή στα χέρια της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ, όμως η ΚΕΕ παραιτήθηκε από την εξουσία και ανέθεσε στα μέλη της κυβέρνησης να σχηματίσουν κυβέρνηση. Τώρα η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή κατάντησε απλό εξάρτημα της κυβέρνησης, άρχισε ο χορός των μεταβολών μέσα στο υπουργικό συμβούλιο κι έμεινε μόνος του ο Κερένσκι. Κάποιος εδώ υπαγορεύει τη θέλησή του, που πρέπει να την εκτελούν και οι υπουργοί και η Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ. Φαίνεται ξεκάθαρα πως η θέληση αυτή είναι η θέληση της οργανωμένης κεφαλαιοκρατίας και πρώτ’ απ’ όλα των καντέτων. Η κεφαλαιοκρατία υπαγορεύει τους όρους της: η κεφαλαιοκρατία απαιτεί να βρίσκονται στην εξουσία “άνθρωποι από τον κύκλο των μεγαλοεπιχειρηματιών” και όχι εκπρόσωποι των κομμάτων, απαιτεί να αποσυρθεί το αγροτικό πρόγραμμα του Τσερνόφ, απαιτεί να τροποποιηθεί η διακήρυξη της κυβέρνησης της 8 του Ιούλη (40) και να απομακρυνθούν οι μπολσεβίκοι από όλα τα όργανα της εξουσίας. Η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή υποχωρεί μπροστά στην κεφαλαιοκρατία και συμφωνεί με τους όρους της.

Πώς μπόρεσε να συμβεί, η κεφαλαιοκρατία που χτες ακόμα υποχωρούσε, να δίνει σήμερα διαταγές στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ; Γεγονός είναι ότι ύστερα από την ήττα στο μέτωπο κλονίστηκε η πίστη της κυβέρνησης στους κύκλους των τραπεζιτών. Ορισμένα στοιχεία, που αξίζει να προσεχτούν πολύ σοβαρά, μας επιτρέπουν να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση έβαλε το χέρι του ο άγγλος πρεσβευτής Μπιουκένεν και οι τραπεζίτες που αρνούνται να χορηγήσουν πιστώσεις στην κυβέρνηση αν δεν παραιτηθεί από τις “σοσιαλιστικές” της προθέσεις.

Αυτή είναι η πρώτη αιτία.

Η δεύτερη αιτία είναι ότι το μέτωπο της κεφαλαιοκρατίας είναι καλύτερα οργανωμένο από το μέτωπο της επανάστασης. Όταν οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι ενώνονταν με την κεφαλαιοκρατία και όταν άρχισαν να χτυπούν τους μπολσεβίκους, η αντεπανάσταση κατάλαβε ότι διασπάστηκε το ενιαίο μέτωπο της επανάστασης. Οργανωμένη σε στρατιωτικές και χρηματιστικές ιμπεριαλιστικές κλίκες, με επικεφαλής την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος των καντέτων, η αντεπανάσταση πρόβαλε στους οπαδούς της πολιτικής της άμυνας ολόκληρη σειρά όρους. Οι μενσεβίκοι κι οι εσέροι, που έτρεμαν μη χάσουν την εξουσία, έσπευσαν να ικανοποιήσουν τους όρους της αντεπανάστασης.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση συντελέστηκε η νίκη της αντεπανάστασης.

Είναι ολοφάνερο πως αυτή τη στιγμή η αντεπανάσταση νίκησε τους μπολσεβίκους γιατί βρέθηκαν απομονωμένοι, προδομένοι από τους μενσεβίκους και τους εσέρους. Είναι επίσης ολοφάνερο πως θα ‘ρθει στιγμή, ευνοϊκή για μας, που θα είμαστε σε θέση να δώσουμε την αποφασιστική μάχη ενάντια στην κεφαλαιοκρατία.

Υπάρχουν δυο κέντρα της αντεπανάστασης. Το ένα κέντρο είναι το κόμμα της οργανωμένης κεφαλαιοκρατίας, δηλ. οι καντέτοι, που καλύπτονται πίσω από τα Σοβιέτ με την πολιτική τους της άμυνας. Το εκτελεστικό όργανο αυτού του κέντρου είναι το γενικό επιτελείο, με επικεφαλής τους περιώνυμους στρατηγούς που κρατάν στα χέρια τους όλα τα νήματα του σώματος των αξιωματικών. Το άλλο κέντρο είναι η ιμπεριαλιστική χρηματιστική κλίκα που συνδέεται με την Αγγλία και τη Γαλλία και που κρατάει στα χέρια της όλα τα νήματα του πιστωτικού συστήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γιεφρέμοφ – μέλος της διακοινοβουλευτικής επιτροπής, που κρατάει στα χέρια της τις πιστώσεις – έχει προσληφθεί στην κυβέρνηση.

Τα γεγονότα που απαριθμήσαμε προκάλεσαν τη νίκη της αντεπανάστασης πάνω στην επανάσταση.

Και ποιες είναι τώρα οι προοπτικές; Όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, κι ο πόλεμος θα συνεχιστεί· όσο δεν αντιμετωπίζεται η παράλυση της βιομηχανίας, και δεν πρόκειται να αντιμετωπισθεί, γιατί δε μπορεί να αντιμετωπισθεί με τρομοκρατικά μέτρα ενάντια στους φαντάρους και τους εργάτες και οι τάξεις που κυβερνούν δε μπορούν να πάρουν ηρωικά μέτρα· όσο δε θα πάρουν τη γη οι αγρότες, και δεν πρόκειται να την πάρουν γιατί ακόμα και ο Τσερνόφ με το μετριοπαθές πρόγραμμά του δε θεωρήθηκε κατάλληλος για την κυβέρνηση – όσο θα συνεχίζονται όλα αυτά, οι κρίσεις θα είναι αναπόφευχτες, οι μάζες θα κατεβαίνουν πολλές φορές στους δρόμους και θα γίνονται αποφασιστικές μάχες.

Η περίοδος της ειρηνικής ανάπτυξης της επανάστασης τέλειωσε. Άρχισε μια νέα περίοδος, περίοδος με οξείες ταξικές συγκρούσεις, συμπλοκές και μάχες. Θα αναβράζει η ζωή και οι κρίσεις θα διαδέχονται η μια την άλλη. Οι φαντάροι και οι εργάτες δεν πρόκειται να σωπάσουν. Ακόμα και για το κλείσιμο της “Οκόπναγια Πράβντα” διαμαρτυρήθηκαν 20 συντάγματα. Το γεγονός ότι έχωσαν στην κυβέρνηση καινούργιους υπουργούς, δε σημαίνει ότι έλυσαν και την κρίση. Η εργατική τάξη δεν έχασε τη ζωτικότητά της. Η εργατική τάξη αποδείχτηκε πιο μυαλωμένη απ’ ό,τι νόμιζαν οι αντίπαλοί της: όταν κατάλαβε ότι τα Σοβιέτ πρόδωσαν, δεν έδωσε τη μάχη στις 4 και 5 του Ιούλη. Και η αγροτική επανάσταση μόλις τώρα αρχίζει να αναπτύσσεται.

Πρέπει τις επικείμενες μάχες να τις προαπαντήσουμε άξια και οργανωμένα.

Τα βασικά μας καθήκοντα πρέπει να είναι:

1)Να καλέσουμε τους εργάτες, τους φαντάρους και τους αγρότες να δείξουν αυτοκυριαρχία, αντοχή και πνεύμα οργάνωσης.

2)Να αναδιοργανώσουμε, να δυναμώσουμε και να αναπτύξουμε τις οργανώσεις μας.

3)Να μην παραμελούμε τις νόμιμες δυνατότηες γιατί καμιά αντεπανάσταση δε μπορεί να μας ρίξει πέρα για πέρα στην παρανομία

Πέρασε ο καιρός των αχαλίνωτων τρομοκρατικών επιδρομών, αρχίζει μια περίοδος “νόμιμων” διώξεων και πρέπει να μην αφήσουμε να μας διαφύγει, αλλά να εκμεταλλευτούμε κάθε νόμιμη δυνατότητα.

Σε σύνδεση με το γεγονός ότι εμείς οι μπολσεβίκοι μείναμε απομονωμένοι, επειδή μας πρόδωσε η πλειοψηφία της ΚΕΕ των Σοβιέτ, κλείνοντας συμμαχία με την αντεπανάσταση, μπαίνει το ερώτημα, ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στα Σοβιέτ και την πλειοψηφία τους, απέναντι στους μενσεβίκους και τους εσέρους; Στη συνεδρίαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής ο Μάρτοφ κατηγόρησε το Γκοτς και το Νταν ότι παρουσιάστηκαν με αποφάσεις που είχαν ψηφιστεί προηγούμενα σε συνεδρίαση των μαυροεκατονταρχιτών και των καντέτων. Οι διώξεις που άρχισαν κατά των μπολσεβίκων έδειξαν πως οι μπολσεβίκοι έμειναν χωρίς συμμάχους. Την είδηση για τη σύλληψη των αρχηγών μας και το κλείσιμο των εφημερίδων μας οι μενσεβίκοι και οι εσέροι την υποδέχτηκαν με θύελλα χειροκροτημάτων. Να μιλά κανείς ύστερα απ’ όλα αυτά για ενότητα με τους μενσεβίκους και τους εσέρους είναι σα να απλώνει το χέρι στην αντεπανάσταση.

Τα λέω όλα αυτά γιατί εδώ και εκεί στα εργοστάσια προσπαθούν να σκαρώσουν μια συμμαχία των μενσεβίκων και των εσέρων με τους μπολσεβίκους. Η προσπάθεια αυτή αποτελεί συγκαλυμμένη μορφη πάλης κατά της επανάστασης, γιατί η συμμαχία με τους οπαδούς της άμυνας μπορεί να χαντακώσει την επανάσταση. Μέσα στους μενσεβίκους και τους εσέρους υπάρχουν στοιχεία που είναι έτοιμα να παλέψουν ενάντια στην αντεπανάσταση (ανάμεσα στους εσέρους – οι οπαδοί του Καμκόφ(41), ανάμεσα στους μενσεβίκους – οι οπαδοί του Μάρτοφ), και με τα στοιχεία αυτά είμαστε έτοιμοι να ενωθούμε σ’ ένα ενιαίο επαναστατικό μέτωπο.

3.Απαντήσεις στα γραπτά ερωτήματα που υποβλήθηκαν

16 του Ιούλη

1)Ερώτηση του Μασλόφσκι: Σε ποιο βαθμό θα συμβάλλει το κόμμα μας στις μελλοντικές συγκρούσεις και ενδεχόμενα στις ένοπλες εκδηλώσεις, και θα μπει ή όχι επικεφαλής της ένοπλης διαμαρτυρίας;

Απάντηση του Στάλιν: Πρέπει να πάρουμε σαν προϋπόθεση ότι οι εκδηλώσεις θα είναι ένοπλες και πρέπει να είμαστε έτοιμοι για όλα. Οι μελλοντικές συγκρούσεις θα είναι πιο σκληρές και το κόμμα μας δεν πρέπει να αποφύγει τις ευθύνες. Ο Σαλν από μέρους της περιφέρειας των λετονών κατηγόρησε το κόμμα μας ότι δεν ανέλαβε την καθοδήγηση του κινήματος. Αυτό όμως δεν είναι σωστό, γιατί το κόμμα μας έβαλε ίσα – ίσα σα σκοπό του να οδηγήσει το κίνημα σε ειρηνικό δρόμο. Μπορούν να μας κατηγορήσουν ότι δεν επιδιώξαμε να πάρουμε την εξουσία. Στις 3 και 4 του Ιούλη μπορούσαμε να πάρουμε την εξουσία, μπορούσαμε να υποχρεώσουμε την Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή να επικυρώσει αυτή μας την ενέργεια. Η ουσία όμως του ζητήματος είναι αν θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την εξουσία. Θα ξεσηκώνονταν εναντίον μας το μέτωπο, η επαρχία και μια σειρά τοπικά Σοβιέτ. Και μια εξουσία που δε θα στηριζόταν στην επαρχία, θα έμενε χωρίς βάση. Αν μέσα σε τέτοιες συνθήκες παίρναμε την εξουσία θα γινόμασταν ρεζίλι.

2)Ερώτηση του Ιβανόφ: Ποια είναι η θέση μας απέναντι στο σύνθημα “Η εξουσία στα Σοβιέτ”; Δεν είναι πια καιρός να πούμε: “διχτατορία του προλεταριάτου”;

Απάντηση του Στάλιν: Όταν τερματίζεται η κρίση της εξουσίας, αυτό σημαίνει πως μια ορισμένη τάξη, και στην περίπτωση αυτή η κεφαλαιοκρατία, έρχεται στην εξουσία. Μπορούμε λοιπόν να μείνουμε με το παλιό σύνθημα “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!”; Είναι αυτονόητο πως δε μπορούμε. Το να παραδίνει κανείς την εξουσία στα Σοβιέτ, που στην πραγματικότητα βαδίζουν σιωπηρά χέρι – χέρι με την κεφαλαιοκρατία, σημαίνει ότι δουλεύει για τον εχθρό. Αν νικήσουμε, την εξουσία μπορούμε να την παραδώσουμε μονάχα στην εργατική τάξη, που θα την υποστηρίζουν τα πιο φτωχά στρώματα του χωριού. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη πιο κατάλληλη μορφή οργάνωσης των Σοβιέτ των εργατών και αγροτών βουλευτών. Η μορφή της εξουσίας θα εξακολουθήσει να είναι η παλιά, αλλάζουμε όμως το ταξικό περιεχόμενο αυτού του συνθήματος και λέμε με τη γλώσσα της ταξικής πάλης: όλη η εξουσία στα χέρια των εργατών και των πιο φτωχών αγροτών, που θα εφαρμόσουν επαναστατική πολιτική.

3)Ερώτηση από άγνωστο πρόσωπο: Τι στάση πρέπει να κρατήσουμε αν η ΚΕΕ των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών δηλώσει ότι η μειοψηφία πρέπει να υποταχθεί στην πλειοψηφία; Θα φύγουμε τότε από την ΚΕΕ των Σοβιέτ ή όχι;

Απάντηση του Στάλιν: Υπάρχει κιόλας το σχετικό σχέδιο απόφασης. Η μπολσεβίκικη ομάδα είχε σύσκεψη, όπου συζήτησε κι επεξεργάστηκε μια απάντηση στο παρακάτω πνεύμα: εμείς, σα μέλη της ΚΕΕ των Σοβιέτ, υποτασσόμαστε σε όλες τις αποφάσεις της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής και δεν παίρνουμε ανοιχτά θέση ενάντια σ’ αυτές τις αποφάσεις, όμως σα μέλη του κόμματος μπορούμε να δρούμε με αυτοτέλεια γιατί είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη των Σοβιέτ δεν καταργεί την αυτοτέλεια των κομμάτων. Αύριο η απάντησή μας θα ανακοινωθεί στη συνεδρίαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής.

4.Τελικός λόγος

16 του Ιούλη

Σύντροφοι!

Για να συνταχθεί το σχέδιο απόφασης σχετικά με τη στάση μας απέναντι στην απόφαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ για τους μπολσεβίκους, είχε εκλεγεί επιτροπή, όπου πήρα κι εγώ μέρος. Η επιτροπή αυτή ετοίμασε ένα σχέδιο απόφασης που λέει: εμείς, σα μέλη της ΚΕΕ των Σοβιέτ, υποτασσόμαστε στην πλειοψηφία, σα μέλη όμως του Μπολσεβίκικου Κόμματος μπορούμε να ενεργούμε ανεξάρτητα και ενάντια στις αποφάσεις της ΚΕΕ των Σοβιέτ.

Ο Πρόχοροφ λέγοντας διχτατορία του προλεταριάτου εννοεί διχτατορία του κόμματός μας. Εμείς αντίθετα μιλάμε για τη διχτατορία της τάξης που οδηγεί μαζί της τα πιο φτωχά στρώματα της αγροτιάς.

Υπάρχει κάποια ανακρίβεια στους λόγους των ομιλητών: τι έχουμε, αντίδραση ή αντεπανάσταση; Τον καιρό των επαναστάσεων δεν υπάρχει αντίδραση. Όταν οι τάξεις αντικαθιστούν η μια την άλλη, στην εξουσία δεν έχουμε αντίδραση, αλλά επανάσταση ή αντεπανάσταση.

Σχετικά με τον τέταρτο παράγοντα που προκάλεσε την κρίση της εξουσίας και που τον ανάφερε ο Χαριτόνοφ, δηλαδή σχετικά με το διεθνή παράγοντα, πρέπει να πούμε ότι μόνο ο πόλεμος και τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής που συνδέονται μ’ αυτόν είχαν σχέση με την κρίση της εξουσίας στη χώρα μας. Στην εισήγησή μου απόδωσα βασική σημασία στον πόλεμο σαν παράγοντα που προκάλεσε την κρίση της εξουσίας.

Σχετικά με τη μικροαστική τάξη πρέπει να πούμε πως δεν αποτελεί πια κάτι το ενιαίο, αλλά μέσα της γίνεται μια γρήγορη διαφοροποίηση (το Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών της φρουράς της Πετρούπολης βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με την Εκτελεστική Επιτροπή του αγροτικού συνεδρίου). Στο χωριό διεξάγεται αγώνας και παράλληλα με τα υπάρχοντα Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών δημιουργούνται νέα, αυτοδύναμα. Υπολογίζουμε ακριβώς στην υποστήριξη αυτών των πιο φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς, που ανεβαίνουν. Μόνο αυτά τα στρώματα μπορούν λόγω της οικονομικής τους θέσης να ‘ρθουν μαζί μας. Τα στρώματα των αγροτών που ανάδειξαν στην Εκτελεστική Επιτροπή του αγροτικού συνεδρίου ανθρώπους που διψούν για προλεταριακό αίμα όπως ο Αυξέντιεφ, δε θα ‘ρθουν μαζί μας και ούτε θα ταλαντευθούν προς το μέρος μας. Παρακολουθούσα πώς οι άνθρωποι αυτοί χειροκροτούσαν όταν ο Τσερετέλι ανακοίνωσε τη διαταγή να συλληφθεί ο σ. Λένιν.

Οι σύντροφοι που λένε ότι η διχτατορία του προλεταριάτου είναι απραγματοποίητη γιατί το προλεταριάτο αποτελεί μειοψηφία του πληθυσμού, καταλαβαίνουν μηχανικά τη δύναμη της πλειοψηφίας. Και τα Σοβιέτ αντιπροσωπεύουν μονάχα 20 εκατομμύρια οργανωμένα άτομα, όμως χάρη στη δύναμη της οργάνωσής τους οδηγούν μαζί τους όλο τον πληθυσμό. Μια οργανωμένη δύναμη, που είναι σε θέση να συντρίψει τις δυνάμεις της οικονομικής καταστροφής θα την ακολουθήσει όλος ο πληθυσμός.

Ο σ. Βολοντάρσκι ερμηνεύει διαφορετικά από μένα το σχέδιο απόφασης που ψήφισε η συνδιάσκεψη, μα είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την άποψή του.

Οι σύντροφοι ρωτούν αν μπορούμε να αλλάξουμε το σύνθημά μας. Το σύνθημά μας για την εξουσία των Σοβιέτ είχε υπολογιστεί για την περίοδο της ειρηνικής ανάπτυξης της πανάστασης, περίοδο που ανήκει πια στο παρελθόν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μια από τις προϋποθέσεις για το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου είναι σήμερα η νίκη πάνω στην αντεπανάσταση μέσω της εξέγερσης. Όταν ρίχναμε το σύνθημά μας για τα Σοβιέτ, η εξουσία βρισκόταν ουσιαστικά στα χέρια των Σοβιέτ. Με την πίεση πάνω στα Σοβιέτ μπορούσαμε να επιδράσουμε και ν’ αλλάξουμε τη σύνθεση της κυβέρνησης. Τώρα η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της Προσωρινής κυβέρνησης. Δε μπορούμε να υπολογίσουμε ότι είναι δυνατό, με την πίεση πάνω στα Σοβιέτ, να περάσει η εξουσία ειρηνικά στα χέρια της εργατικής τάξης. Σα μαρξιστές πρέπει να πούμε: δεν πρόκειται εδώ για τους κρατικούς θεσμούς, αλλά για το ζήτημα ποιας τάξης την πολιτική ασκεί αυτός ο κρατικός θεσμός. Είμαστε ανεπιφύλαχτα για τα Σοβιέτ εκείνα, όπου θα έχουμε την πλειοψηφία. Και θα επιδιώξουμε να δημιουργήσουμε τέτοια Σοβιέτ. Δε μπορούμε όμως να παραδώσουμε την εξουσία στα Σοβιέτ που έκλεισαν συμμαχία με την αντεπανάσταση.

Συνοψίζοντας όλα όσα αναφέραμε παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι ο δρόμος της ειρηνικής ανάπτυξης του κινήματος τέλειωσε γιατί το κίνημα μπήκε στο δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η μικροαστική τάξη, εκτός από τα πιο φτωχά στρώματα της αγροτιάς, υποστηρίζει σήμερα την αντεπανάσταση. Γι’ αυτό, το σύνημα: “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!” για την τωρινή στιγμή έχει παλιώσει.

Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1923 στο περιοδικό “Κράσναγια Λέτοπις”, αρ. 7

Σημειώσεις

(36)Η δεύτερη (έκτακτη) συνδιάσκεψη των μπολσεβίκων της πόλης της Πετρούπολης συνήλθε την 1η του Ιούλη 1917. Πήραν σ’ αυτή μέρος 145 αντιπρόσωποι, που αντιπροσώπευαν 32.220 μέλη του κόμματος. Τη σύγκληση της έκτακτης συνδιάσκεψης την επέβαλε η όξυνση της πολιτικής κατάστασης στην Πετρούπολη και σ’ όλη τη χώρα εξαιτίας της επίθεσης που άρχισε στο μέτωπο και οι απόπειρες της Προσωρινής κυβέρνησης να απομακρύνει από την Πετρούπολη τα επαναστατικά συντάγματα και να “αποσυμφορήσει” την πόλη, απομακρύνοντας τους επαναστάτες εργάτες κλπ. Με τα γεγονότα της 3-5 του Ιούλη οι εργασίες της συνδιάσκεψης διακόπηκαν και ξανάρχισαν μόλις στις 16 του Ιούλη. Όλη η παραπέρα δουλειά της συνδιάσκεψης διεξήχθη κάτω από την άμεση καθοδήγηση του Ι.Β. Στάλιν.

(37)Η έκτακτη σύσκεψη της Μόσχας – κρατική σύσκεψη της Μόσχας – κλήθηκε από την Προσωρινή κυβέρνηση στις 12 Αυγούστου 1917. Η πλειοψηφία απ’ αυτούς που πήραν μέρος στη σύσκεψη ήταν αντιπρόσωποι των τσιφλικάδων, της κεφαλαιοκρατίας, του σώματος των στρατηγών, του σώματος των αξιωματικών και των ανώτερων στρωμάτων των κοζάκων. Η αντιπροσωπεία των Σοβιέτ και της ΚΕΕ αποτελούνταν από μενσεβίκους και εσέρους. Στη σύσκεψη ο Κορνίλοφ, ο Αλεξέγιεφ, ο Καλέντιν και άλλοι ανάπτυξαν ένα πρόγραμμα κατάπνιξης της επανάστασης. Ο Κερένσκι στο λόγο του απείλησε πως θα καταπνίξει το επαναστατικό κίνημα και θα βάλει τέρμα στις απόπειρες των αγροτών να καταλάβουν τη γη των τσιφλικάδων. Η Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβίκικου Κόμματος με την έκκλησή της, που την έγραψε ο Ι.Β. Στάλιν, κάλεσε το προλεταριάτο να διαμαρτυρηθεί ενάντια στη σύσκεψη της Μόσχας. Την ημέρα που άρχιζε η σύσκεψη οι μπολσεβίκοι οργάνωσαν στη Μόσχα 24ωρη απεργία, όπου πήραν μέρος πάνω από 400 χιλιάδες άτομα. Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας και απεργίας έγιναν και σε μια σειρά άλλες πόλεις. Ο Ι.Β.Στάλιν αφιέρωσε μια σειρά άρθρα για το ξεσκέπασμα του αντεπαναστατικού χαραχτήρα της σύσκεψης της Μόσχας (σημείωση parapoda: βλ. επόμενες αναρτήσεις).

(38)Στις 5 του Ιούλη 1917 έφτασε από το Χέλσινγκφορς στην Πετρούπολη αντιπροσωπεία ναυτών του πολεμικού στόλου της Βαλτικής. Αφορμή για τον ερχομό της αντιπροσωπείας ήταν η απόπειρα της Προσωρινής κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει τα σκάφη του στόλου της Βαλτικής ενάντια στους επαναστάτες ναύτες της Κρονστάνδης, που πήραν ενεργό μέρος στη διαδήλωση της 3 – 4 του Ιούλη στην Πετρούπολη. Στις 7 του Ιούλη, με εντολή της Προσωρινής κυβέρνησης, πιάστηκε η αντιπροσωπεία της Βαλτικής που αποτελούταν από 67 άτομα.

(39)Ο αφοπλισμός των εργατών του Σεστρορέτσκι έγινε στις 11 του Ιούλη 1917, με διαταγή της Προσωρινής κυβέρνησης και τη συγκατάθεση της εσερομενσεβίκικης ΚΕΕ. Στους εργάτες στάλθηκε τελεσίγραφο να παραδώσουν τον οπλισμό τους με την απειλή ότι θα χρησιμοποιηθεί ένοπλη δύναμη. Συνελήφθησαν τα μέλη της εργοστασιακής επιτροπής του εργοστασίου όπλων του Σεστρορέτσκι, όσοι ήταν μπολσεβίκοι.

(40)Η διακήρυξη που δημοσίευσε η Προσωρινή κυβέρνηση στις 8 του Ιούλη 1917, περιείχε μια σειρά δημαγωγικές υποσχέσεις με τις οποίες η Προσωρινή κυβέρνηση, οι εσέροι και οι μενσεβίκοι ήθελαν να καθησυχάσουν τις μάζες ύστερα από τα γεγονότα της 3 – 5 του Ιούλη. Η Προσωρινή κυβέρνηση έκανε έκκληση να συνεχιστεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και γι’ αυτό υποσχόταν να διεξάγει στην καθορισμένη ημερομηνία – 17 του Σεπτέμβρη – τις εκλογές για τη Συνταχτική συνέλευση, να καταρτίσει τα νομοσχέδια για το 8ωρο και τις κοινωνικές ασφαλίσεις κλπ. Παρά τον καθαρά τυπικό χαραχτήρα που είχε η διακήρυξη της 8 του Ιούλη έγινε αντικείμενο επίθεσης από τους καντέτους, που έβαλαν σαν όρο για τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση την ακύρωση αυτής της διακήρυξης.

(41)Καμκοφικοί – οπαδοί του Καμκόφ Μπ. (Κατς), που ήταν ένας από τους ηγέτες της αριστερής πτέρυγας του κόμματος των εσέρων. Η πτέρυγα αυτή διαμορφώθηκε λίγες μέρες μετά την επανάσταση του Φλεβάρη 1917.

***

Βλ. επίσης

Το 1ο μέρος του αφιερώματος στα 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση: Στάλιν: Για τα σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών & Σχετικά με τον πόλεμο (14-16/03/1917)

Το 2ο μέρος: Στάλιν: Στο δρόμο για τα υπουργικά χαρτοφυλάκια & Οι όροι της νίκης της ρωσικής επανάστασης (17-18/03/1917)

Το 3ο μέρος: Στάλιν: Η κατάργηση των εθνικών περιορισμών & Είτε – Είτε (25-26/03/1917)

To 4ο μέρος: Στάλιν: Ενάντια στην ομοσπονδιακή οργάνωση & Αυτοκριτική (28/03/1917)

Το 5ο μέρος: Στάλιν: Δύο Αποφάσεις & Η γη στους αγρότες (11-14/04/1917)

Το 6ο μέρος: Στάλιν: Η προσωρινή κυβέρνηση & Η σύσκεψη στα ανάχτορα της αυτοκράτειρας Μαρίας (18-25/04/1917)

Το 7ο μέρος: Στάλιν: Πάνω στο ζήτημα της σημερινής στιγμής & Εισήγηση και Τελικός λόγος για το εθνικό ζήτημα (24-29/04/1917)

Το 8ο μέρος: Στάλιν: Έμειναν πίσω από την επανάσταση & Τι περιμέναμε από τη συνδιάσκεψη; (04-06/05/1917)

Το 9ο μέρος: Στάλιν: Η καμπάνια για τις δημοτικές εκλογές & Τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών της Πετρούπολης (21-24-26/05/1917 & 15/06/1917)

Το 10ο μέρος: Στάλιν: Χτες και Σήμερα (Κρίση της επανάστασης) & Ενάντια στις μεμονωμένες διαδηλώσεις (13-14/06/1917)

Το 11ο μέρος: Στάλιν: Προς όλους τους εργαζόμενους – προς όλους τους εργάτες και τους φαντάρους της Πετρούπολης, Η διαδήλωση & Πυκνώστε τις γραμμές σας (17-20/06 & 15/07/1917)

Απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την τρέχουσα κατάσταση στην Κίνα (14/07/1927)

Για τα γεγονότα στην Κίνα το 1927, στο χώρο της αριστεράς, πολύ έχουν επενδύσει διάφοροι οπαδοί της ακινησίας και του “εμείς τα λέγαμε”. Όποιος βλέπει μόνο την αντίθεση “εργασία-κεφάλαιο”, στην ουσία δεν έχει πίστη στις δυνάμεις της εργατικής τάξης, αφού δεν πιστεύει στην αποτελεσματικότητα της παρέμβασης της εργατικής τάξης στην πολιτική σκηνή, ένα από τα μέσα για να σύρει από πίσω της πλειάδα τάξεων και υποστρωμάτων άλλων τάξεων. Έτσι, σπαταλά και δυνάμεις που μπορεί η εργατική τάξη να τις εκμεταλλευτεί, όπως τη θετική πλευρά που μπορεί να έχουν, έστω και για ένα διάστημα, κάποιοι βασικά εχθροί. Περιορίζεται, λοιπόν, αποκλειστικά στη δουλειά οργάνωσης της εργατικής τάξης με οικονομίστικο τρόπο. Για το θέμα της Κίνας και του 1927 θα ξαναϋπάρξουν και άλλες δημοσιεύσεις, μιας και πολλά πράγματα επίκαιρα για σήμερα, όπως τη γρήγορη προσαρμογή στις ταχύτατες εξελίξεις, μπορεί να διδαχθεί κανείς.

***

Απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την τρέχουσα κατάσταση στην Κίνα (14/07/1927)  

Ο αγώνας των κινέζων εργατών και αγροτών είναι ένας αγώνας που διεξάγεται στις προκεχωρημένες θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η επανάσταση στην Κίνα συνεχίζει να είναι στο κέντρο της προσοχής της Διεθνούς.

  Από το πογκρόμ εναντίον των κομμουνιστών στη Σανγκάη το 1927 (φωτό)

Λαμβάνοντας υπόψη:

1)Το γρήγορο, πυρετώδη ρυθμό εξέλιξης των γεγονότων στην Κίνα, ο οποίος αλλάζει ακατάπαυστα την πολιτική κατάσταση και το συσχετισμό των ταξικών κοινωνικών δυνάμεων στη χώρα.

2)τις εξαιρετικές δυσκολίες που περνά η κινεζική επανάσταση εξαιτίας της προδοσίας των στρατηγών και των μισθοφορικών στρατευμάτων, εξαιτίας της εδραίωσης των αντεπαναστατικών δυνάμεων, εξαιτίας των μερικών ηττών που υπέστη η κινεζική επανάσταση κατά την τελευταία περίοδο,

3)τα σοβαρά σφάλματα που διέπραξε τον τελευταίο καιρό η καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας,

η Κομμουνιστική Διεθνής θεωρεί απαραίτητο να απευθύνει σε όλα τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, στην Κεντρική του Επιτροπή, και σε όλα τα άλλα τμήματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς την ακόλουθη ανακοίνωση, η οποία ακολουθεί όλες τις οδηγίες που κατά καιρούς είχε στείλει η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ:

1.Η σημαντικότερη και απόλυτη προϋπόθεση για μια ορθή τακτική είναι η πιο αυστηρή, με τη μέγιστη ψυχραιμία, μαρξιστική-λενινιστική εκτίμηση κάθε πράγματος που είναι ιδιαίτερο στην εκάστοτε τρέχουσα κπερίοδο της επαναστατικής κατάστασης, όπως και στην ακριβή εκτίμηση της φάσης στην οποία βρίσκεται η επανάσταση. Μόνο αν καταλαβαίνουμε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε στιγμής είναι που μπορούμε να καθορίσουμε επακριβώς τα ιδιαίτερα καθήκοντα του ΚΚ στον αγώνα, είναι που μπορούμε να διατυπώσουμε τα πιο ζωντανά επαναστατικά συνθήματα και να ανιχνεύσουμε την ορθή τακτική για την προλεταριακή πρωτοπορία. Πρέπει να καθορίσουμε με απόλυτη σαφήνεια και με τρόπο απόλυτα συγκεκριμένο το περιεχόμενο της σημερινής φάσης της επανάστασης στην Κίνα και, προς τούτο, να αναφερθούμε με κριτικό τρόπο σε όλη την πορεία της επαναστατικής διαδικασίας.

2.Η 7η ευρεία ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Δεκέμβρης 1926) καθόρισε τον χαρακτήρα της κινεζικης επανάστασης ως εξής: ότι στο δεδομένο στάδιο ανάπτυξής της επρόκειτο για μια επανάσταση αστικοδημοκρατική η οποία, ταυτόχρονα, στρεφόταν με όλη της τη δύναμη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό ζυγό. Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ είχε επισημάνει ότι η αστικοδημοκρατική αυτή επανάσταση δείχνει την τάση να εξελιχθεί ως και σε σοσιαλιστική επανάσταση. Η 7η ευρεία ολομέλεια, καθορίζοντας τη θέση και το κέντρο βάρους των αγωνιζόμενων κοινωνικών δυνάμεων στην Κίνα, επεσήμαινε ταυτόχρονα το αναπόφευκτο μίας επιδείνωσης της ταξικής πάλης και της διαφοροποίησης των τάξεων, και την αυξανόμενη αποσύνθεση του ενιαίου επαναστατικού εθνικού μετώπου, προβλέποντας σε πρώτη γραμμή την αναπόφευκτη προδοσία της μεγάλης αστικής τάξης. Ξεκινώντας από αυτό, η ευρεία ολομέλεια έδινε οδηγίες αναφορικά με την προετοιμασία των εργατών και των αγροτών ενάντια στην αστική τάξη και τις ένοπλές της δυνάμεις.

Δολοφονίες από αντικομμουνιστές το 1927 στην Κίνα (φωτό)

Αυτό έγινε μερικούς μήνες πριν το πραξικόπημα του Τσανγκ Κάι Σεκ. Τα ακόλουθα γεγονότα που είχαν αιματηρό αποκορύφωμα τις εκτελέσεις εργατών στη Σανγκάη στις 12 Απρίλη, επιβεβαίωσαν αυτή την πρόβλεψη της ΚΔ. Η θεμελιώδης μετατόπιση των δυνάμεων έλαβε χώρα, η αστική τάξη πρόδωσε και πέρασε στο στρατόπεδο των εχθρών: η επανάσταση που υπέστη μια μερική ήττα, προχώρησε σε ανώτερο επίπεδο.

3.Η τελευταία ολομέλεια της ΕΕ της ΚΔ, η οποία συνήλθε το Μάη, πήρε μια απόφαση πολύ μελετημένη για το κινεζικό ζήτημα. Ξεκινώντας από την προδοσία της αστικής τάξης, ως ένα τετελεσμένο γεγονός, η ολομέλεια του Μάη της ΕΕ της ΚΔ, καθόρισε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κατάστασης που δημιούργησε το πραξικόπημα του Τσανγκ Κάι Σεκ και καθόρισε τη γραμμή που πρέπει να ακολουθήσει το Κ.Κ. Κίνας. Οι κύριες οδηγίες της ολομέλειας ήταν: προσανατολισμός προς τις μάζες και προς την με κάθε μέσο ανάπτυξη της αγροτικής επανάστασης, εξοπλισμός των εργατών και των φτωχών αγροτών, καθάρισμα των δρόμων για την ηγεμονία του προλεταριάτου προς την επανάσταση, απόλυτος προσανατολισμός προς τον εκδημοκρατισμό του Κουομιντάνγκ.

Η ολομέλεια χάραξε με τρόπο ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο τις απαραίτητες προϋποθέσεις που επέτρεπαν την κοινή δουλειά του ανεξάρτητου Κ.Κ. Κίνας με το αριστερό Κουομιντάνγκ στην κυβέρνηση του Βουχάν. Η ολομέλεια διείδε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κατάστασης στην ύπαρξη τριών στρατοπέδων: το φεουδαρχικό στρατόπεδο του Τσανγκ Τσο Λιν, το στρατόπεδο του Τσανγκ Κάι Σεκ, το οποίο παλεύει ακόμα ενάντια στους ιμπεριαλιστές και τους στρατοκράτες, το οποίο όμως ήδη εκτελεί τους εργάτες και τους αγρότες και, τέλος, το επαναστατικό στρατόπεδο του Βουχάν. Η ΕΕ της ΚΔ, στην απόφασή της, θεώρησε εξαιρετικά σημαντικό να υπογραμμίσει τον αβέβαιο χαρακτήρα των στρατηγών και των στρατευμάτων και, σε σχέση με αυτό το γεγονός, σημείωσε ότι “σήμερα το ζήτημα της αναδιοργάνωσης του στρατού, η δημιουργία στρατευμάτων απόλυτα αφοσιωμένων στην επανάσταση, η σύνδεση ανάμεσα στο στρατό και τις οργανώσεις των εργατών και των αγροτών, η ενδυνάμωση των στελεχών μέσα στο στρατό, ο μετασχηματισμός του μισθοφορικού στρατού σε έναν τακτικό στρατό της επανάστασης κλπ, καθίστανται ιδιαίτερα επιτακτικά.

4.Τις τελευταίες εβδομάδες, τα γεγονότα έχουν εξελιχθεί με εξαιρετική ταχύτητα. Σε αυτές τις εξελίξεις, η Διεθνής εκτιμά ως σημαντικά και χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

Οι ταξικές αντιθέσεις συνεχίζουν να οξύνονται με εξαιρετικά βίαιο τρόπο. Το μαζικό κίνημα του κινεζικού προλεταριάτου έχει πλατιά ξεδιπλωθεί, όπως και το μαζικό αγροτιικό κίνημα. Για όλες τις πολιτικές ομαδοποιήσεις της χώρας, χωρίς εξαίρεση, το ζήτημα της στάσης απέναντι στην αγροτική επανάσταση τίθεται με όλη του την πλατύτητα.

Οι στρατηγοί και οι αξιωματικοί περνούν ανοιχτά στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης και δηλώνουν εχθροί των αγροτών. Οι στασιαστές αξιωματικοί του Τσανγκσά εκδικούνται τους αγρότες, και ούτε η εθνική κυβέρνηση του Βουχάν, ούτε οι ηγέτες του Κουομιντάνγκ κάνουν κάτι για να τους αντιταχθούν. Ο Φενγκ Γιου Χσιάνγκ πρόδωσε και σχημάτισε μέτωπο με τον Τσάνγκ Κάι Σεκ (βλ.συνάντηση του Σουτσεού) και απαιτεί από την εθνική κυβέρνηση να συνθηκολογήσει. Ο στρατηγός Τανγκ Σεν Σι, διοικητής των ένοπλων δυνάμεων του Βουχάν, εκτελεί τους αγρότες, εκτελεί τους κομμουνιστές και τους εκδιώκει από το στρατό. Πρόκειται για μια συνωμοσία των αντεπαναστατών στρατηγών, από τον Τσανγκ Κάι Σεκ ως τον Τανγκ Σεν Σι.

Ταυτόχρονα, τα ηγετικά στοιχεία του Βουχάν καλύπτουν τις ενέργειες των αντεπαναστατών στρατηγών, τους βοηθούν, αφοπλίζουν τους εργάτες, επιτιθέμενα στις επαναστατικές οργανώσεις, φρενάροντας την αγροτική επανάσταση και μαχόμενα τους κομμουνιστές. Οι ηγέτες του Κουομιντάνγκ προετοιμάζονται να αποκλείσουν τους κομμουνιστές. Αυτός ο τρόπος κίνησης του Βουχάν το καθιστά επίσης μια αντεπαναστατική δύναμη.

Δολοφονίες κομμουνιστών στη μέση του δρόμου κατά το αντικομμουνιστικό πογκρόμ στην Κίνα το 1927 (φωτό)

Τέτοια είναι η εξέλιξη των γεγονότων, αυτά είναι τα κύρια σημάδια και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παρούσας κατάστασης του αγώνα στην Κίνα. Όμως αυτή η συγκεκριμένη κατάσταση υπαγορεύει στους κινέζους συντρόφους έναν τακτικό προσανατολισμό αναφορικά με τα ζητήματα της εξουσίας, τη στάση που πρέπει να πάρει απέναντι στην κυβέρνηση του Βουχάν, τα μπλοκ, την περαιτέρω πορεία του αγώνα κλπ.

5.Βασιζόμενη στο λενινιστικό δόγμα, η ΚΔ θεώρησε, σε συγκεκριμένες εποχές, τα μπλοκ και τις συμμαχίες με την αποικιακή εθνική αστική τάξη, ως εύλογα και απαραίτητα, για όσο η τελευταία διεξάγει έναν επαναστατικό αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Στις δεδομένες φάσεις της επαναστατικής διαδικασίας, η βοήθεια στις στρατιωτικές εκστρατείες της αστικής τάξης ενάντια στις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού ή ενάντια στους στρατοκράτες κομπραδόρους του ιμπεριαλισμού επιτρέπεται και καθίσταται, μάλιστα, και υποχρέωση, γιατί αυτός ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό έχει μια θετική πλευρά για την υπόθεση της επανάστασης.

Ξεκινώντας από αυτή την αντίληψη του Λένιν, έπρεπε επίσης και πράγματι απορρίψαμε το να γίνονται αναλογίες με την αστικοδημοκρατική ρωσική επανάσταση όπου ο μπολσεβικισμός δίκαια απόρριψε κάθε συμφωνία με τον αντεπαναστατικό φιλελευθερισμό. Όμως τα μπλοκ με τις αστικές ομάδες και η βοήθεια στις στρατιωτικές τους δυνάμεις επιτρέπονται μόνο, και στο βαθμό, και μέχρις ότου αυτή δεν εμποδίζει την ανεξάρτητη δουλειά του κινεζικού Κ.Κ. Για όσο η φιλελεύθερη αστική ταξη δεν επεμβαίνει ενάντια στους εργάτες και τους αγρότες, και για όσο η αστική τάξη είναι ακόμα σε θέση να επιλύει τα ιστορικά προβλήματα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης.

Η βοήθεια στην εκστρατεία προς το Βορρά ήταν εντελώς δίκαιη καθώς ξεδίπλωσε ένα μαζικό επαναστατικό κίνημα. Η βοήθεια στο Βουχάν ήταν απόλυτα δίκαιη καθώς αυτό ήταν εχθρός του Νανκίν και του Τσανγκ Κάι Σεκ. Όμως η ίδια τακτική καθίσταται βαθιά λαθεμένη από τη στιγμή που η κυβέρνηση του Βουχάν συνθηκολογεί έναντι των εχθρών της επανάστασης. Η βοήθεια είχε αξία στην προηγούμενη φάση της επανάστασης, δεν συμβαίνει όμως καθόλου το ίδιο επί του παρόντος.

Είναι προφανές ότι όλο αυτό δεν είναι χωρίς μια κάποια δυσκολία για την καθοδήγηση του κόμματος, πολλώ δε μάλλον για μια καθοδήγηση ενός κόμματος τόσο νέου και τόσο άπειρου όσο του Κ.Κ. Κίνας. Αυτή η δυσκολία αυξάνεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι η αρχική και αδιάκοπη εξέλιξη των γεγονότων συντομεύει σήμερα τις φάσεις του αγώνα, αναπτύσσει γρήγορα τη διαδικασία από στάδιο σε στάδιο, μειώνει τα διαστήματα κατά τα οποία ο ένας ή ο άλλος τακτικός προσανατολισμός που έχει υιοθετηθεί διατηρεί την αξία του. Σε μια έντονη επαναστατική κατάσταση, είναι αναγκαίο να καταλάβουμε το συντομότερο δυνατό τα βασικά χαρακτηριστικά της στιγμής· είναι απαραίτητο να ελισσόμαστε με ευκολία και έγκαιρα· είναι απαραίτητο να αλλάζουμε γρήγορα και έγκαιρα τα συνθήματα, είναι απαραίτητο να αλλάζουμε έγκαιρα τη θέση της προλεταριακής πρωτοπορίας, να αντιδρούμε ενεργητικά στην τροποποιημένη κατάσταση, να διαλύουμε με αποφασιστικό τρόπο τα μέτωπα που από παράγοντες επαναστατικού αγώνα καθίστανται εμπόδια σε αυτό τον αγώνα.

6.Ενώ σε μια συγκεκριμένη φάση της ανάπτυξης της επανάστασης η βοήθεια προς την κυβέρνηση του Βουχάν από το Κ.Κ. Κίνας ήταν απαραίτητη, η βοήθεια προς την κυβέρνηση του Βουχάν θα ήταν ολέθρια για το Κ.Κ. Κίνας και θα το έριχνε στο βάλτο του οπορτουνισμού. Παρά τις συμβουλές της ΚΔ, οι ηγέτες του Κουομιντάνγκ, όχι μόνο δεν βοήθησαν την αγροτική επανάσταση, αλλά έλυσαν τα χέρια των εχθρών της. Επικύρωσαν τον αφοπλισμό των εργατών, την τιμωρητική εκστρατεία ενάντια στους αγρότες, τα αντίποινα του Τανγκ Σεν Σι και σία. Υπό διάφορα προσχήματα τρέναραν και σαμπόταραν την εκστρατεία ενάντια στο Νανκίν.

Ο επαναστατικός ρόλος της κυβέρνησης του Βουχάν τελείωσε· αυτή καθίσταται τώρα μια αντεπαναστατική δύναμη. Οι κύκλοι διανοουμένων της ριζοσπαστικής αστικής τάξης του Βουχάν αποπειράθηκαν μέχρι και κινήσεις “ηρωικές”, “εξτρεμιστικές” και ψευτοεπαναστατικές, όπως να κηρύξουν μια εκστρατεία ενάντια στο Νανκίν (εκστρατεία που δεν είχε καμία επαναστατική σημασία τη στιγμή που αφοπλίζονται οι εργάτες και καταπνίγεται η αγροτική επανάσταση). Όμως αυτές οι χειρονομίες δεν αλλάζουν σε τίποτα την κοινωνική φύση του πράγματος. Η κυβέρνηση του Βουχάν έγινε ένας πράκτορας της αντεπανάστασης.

Οι πρόγονοι των σημερινών αντικομμουνιστών επί τω έργω στην Κίνα το 1927 (φωτό)

Να τι είναι νέο και πρωτότυπο και τι πρέπει να λάβει πολύ καλά υπόψη ο καθοδηγητικός πυρήνας του Κ.Κ. Κίνας και όλοι οι κινέζοι σύντροφοι.

7.Η σημερινή καθοδήγηση του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος διέπραξε, τον τελευταίο καιρό, πολύ σοβαρά πολιτικά λάθη. Το κόμμα έπρεπε, σύμφωνα με της οδηγίες της Διεθνούς, να αναπτύξει την αγροτική επανάσταση, να τεθεί επικεφαλής του, να επικρίνει ανοιχτά, να αποκαλύψει τη δειλή, αναποφάσιστη θέση των “ριζοσπαστών” ηγετών της κυβέρνησης του Βουχάν. Η Κεντρική Επιτροπή του Κουομιντάνγκ έπρεπε να προειδοποιήσει τις μάζες για την πιθανότητα προδοσίας από πλευράς στρατηγών, να εξοπλίσει τις όσο το δυνατό πιο μεγάλες εργατικές μάζες, να πιέσει αποφασιστικά το Κουομιντάνγκ και το εθνικό κίνημα στον πραγματικά επαναστατικό δρόμο. Η Κεντρική Επιτροπή του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος και το Πολιτικό του Γραφείο δεν συμμορφώθηκαν προς αυτές τις οδηγίες. Αντί να τεθεί επικεφαλής της αγροτικής επανάστασης, η Κεντρική Επιτροπή τη φρέναρε σε πολλές περιπτώσεις. Κάποιοι ηγέτες διατύπωσαν συνθήματα καθαρά οπορτουνιστικά όπως “εμβάθυνση της επανάστασης, μόνο μετά την επέκτασή της” ή “πρώτα το Πεκίνο, μετά η αγροτική επανάσταση”. Αυτά τα συνθήματα είχαν απορριφθεί δικαίως από το συνέδριο του κόμματος, το οποίο είναι η έκφραση του πνεύματος των κομμουνιστικών μαζών.

Ενώ οι μεγάλες μάζες των κινέζων κομμουνιστών απαιτούσαν μια αφοσιωμένη, πραγματικά επαναστατική στις λαϊκές μάζες, ανάμεσα στους αγρότες, τους εργάτες και το φτωχό πληθυσμό των πόλεων, η καθοδήγηση του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος προσπάθησε να ανακόψει τη φόρα των μαζών. Οι επαναστατικές οδηγίες της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ απορρίφθηκαν από το κομμουνιστικό κόμμα. Το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος έφτασε στο σημείο να “συγκατατεθεί” ως και στον αφοπλισμό των εργατών. Παρά την έκδηλα αντεπαναστατική συμπεριφορά των ηγετών της κυβέρνησης του Βουχάν, ο Τανγκ Πιν Σαν δεν είχε το κουράγιο να δηλώσει ότι φεύγει από την εθνικιστική κυβέρνηση. Αρκέστηκε να ζητήσει “άδεια”. Αυτή είναι μια δειλή στάση η οποία δηλώνει μια πλήρη έλλειψη αρχών.

Η Κ.Δ. επέκρινε πολλές φορές, με οδηγίες μη δημοσιευμένες και με τον πιο ενεργητικό τρόπο, την καθοδήγηση του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος. Η Διεθνής είχε προειδοποιήσει ότι, αν η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας δεν διόρθωνε τα λάθη της, η Διεθνής θα την επέκρινε ανοιχτά. Τώρα, μπροστά στο γεγονός ότι η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ. απορρίπτει τις οδηγίες της Κ.Δ., η Εκτελεστική Επιτροπή της Διεθνούς θεωρεί επαναστατικό καθήκον της να προσκαλέσει τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας σε πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό της Κεντρικής Επιτροπής.

8.Η Διεθνής θεωρεί απαραίτητο να διορθώσει άμεσα τα λάθη της καθοδήγησης του κινεζικού ΚΚ και φέρει την απόφασή της σε γνώση όλων των μελών του κινεζικού Κ.Κ.

Η Διεθνής θεωρεί πως πρέπει:

1.Οι κομμουνιστές να φύγουν επιδεικτικά, χωρίς να χάσουν ούτε μια στιγμή, από την κυβέρνηση του Βουχάν.

2.Να συνοδεύσουν την αποχώρησή τους αυτή από μια πολιτική δήλωση αρχών, αιτιολογώντας αυτή την ενέργεια από την εχθρική συμπεριφορά της κυβέρνησης του Βουχάν απέναντι στην αγροτική επανάσταση και το αγροτικό κίνημα, απαιτώντας μια αυστηρή καταδίκη όλων των υπεύθυνων για την καταστολή ενάντια στους εργάτες και τους αγρότες, και αποκαλύπτοντας πλήρως την πολιτική γραμμή της κυβέρνησης του Βουχάν.

Αντικομμουνιστικό πογκρόμ στην Κίνα το 1927 (φωτό)

3.Δεν πρέπει να φύγουν από το Κουομιντάνγκ, αλλά, το αντίθετο, να παραμείνουν, παρά την εκστρατεία αποκλεισμών στην οποία προβαίνει η ηγεσία του Κουομιντάνγκ. Πρέπει να συνδεθούν ακόμα πιο στενά με τις μάζες του Κουομιντάνγκ, να τις κάνουν να ψηφίζουν υπέρ τους στα ψηφίσματα ενάντια στις ενέργειες της Κεντρικής Επιτροπής του Κουομιντάνγκ, απαιτώντας την αντικατάσταση των σημερινών ηγετών του Κουομιντάνγκ σε αυτή τη βάση, να προετοιμάζουν το Συνέδριο του Κουομιντάνγκ.

4.Να ενισχύσουν με όλα τα μέσα τη δουλειά στις προλεταριακές μάζες, να δημιουργήσουν μαζικές εργατικές οργανώσεις, να ενισχύσουν τα συνδικάτα, να προετοιμάσουν τις εργατικές μάζες για αποφασιστικές ενέργειες, να καθοδηγήσουν την καθημερινή πάλη του προλεταριάτου.

5.Να αναπτύξουν την αγροτική επανάσταση, να συνεχίσουν την πάλη για την ολοκλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης με το “λαϊκό” δρόμο, ιδίως με την επαναστατική επίθεση του μετώπου των εργατών, των αγροτών και του φτωχού πληθυσμού των πόλεων, υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου· να εξοπλίζουν συστηματικά τους εργάτες και τους αγρότες.

6.Σε απάντηση στην καταστολή και τις εκτελέσεις, να δημιουργήσουν ένα μηχανισμό παράνομης πάλης του κόμματος.

7.Να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα για να διορθώσουν τα οπορτουνιστικά λάθη της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, για να εξυγιάνουν πολιτικά τα καθοδηγητικά στελέχη του κόμματος. Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ εκτιμά πως το πολιτικό ζήτημα του κόμματος, γενικά, και αυτό της καθοδήγησης του κόμματος, ειδικότερα, αποκτούν μια εξαιρετική σημασία. Να γιατί η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ καλεί όλα τα μέλη του κόμματος να ενωθούν στη βάση των αποφάσεων της Διεθνούς. Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ τα καλεί σε έναν αποφασιστικό αγώνα ενάντια στις οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις της καθοδήγησης του κόμματος. Διαπιστώνοντας με ικανοποίηση την ορθή θέση της Κομμουνιστικής Νεολαίας και τον ηρωικό αγώνα των κομμουνιστικών μαζών, η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ εκφράζει την πεποίθησή της ότι το Κ.Κ. Κίνας θα σταθεί αρκετά δυνατό για να αλλάξει την ίδια του την καθοδήγηση, να αποδοκιμάσει τους ηγέτες εκείνους που παραβιάζουν την διεθνή πειθαρχία της ΚΔ. Πρέπει οι ηγέτες των εργατικών και αγροτικών οργανώσεων, τα μέλη του κόμματος που ωρίμασαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο, να έχουν επίσης μια αποφασιστική επιρροή στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Με αυτό τον τρόπο, διατηρώντας στενούς δεσμούς με όλη τη μάζα του κόμματος, μπορούν να νικήσουν τον οπορτουνισμό της καθοδήγησης του κόμματος.

Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ πιστεύει ότι η πορεία της μεγάλης κινεζικής επανάστασης αφυπνίζει τη ζωή, την πολιτική δράση τόσο μεγάλων μαζών εργατών και αγροτών που το κίνημά τους δεν μπορεί πια να ανακοπεί από καμία δύναμη. Με μια σωστή καθοδήγηση, η νίκη θα είναι των εργατών και των αγροτών.

Πηγή: La Correspondance Internationale, γαλλική έκδοση, ν.78, 27 Ιούλη 1927 σ.10401042

Για το βιβλίο του εδεσσαίου Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσε, “Αιγαιάτικες Καταιγίδες” και για τα αντιΚΚΕ “φιλομειονοτικά” επιχειρήματα

Αναρτήθηκε, πριν από λίγους μήνες, από τη Μακεδονική Μορφωτική & Πολιτιστική Κίνηση Έδεσσας, ολόκληρη η μετάφραση του βιβλίου του Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσε, “Αιγαιάτικες Καταιγίδες”, το οποίο είχε πρωτοκυκλοφορήσει στα Σκόπια το 1975. Παρά τις διορθώσεις που επιδέχεται η μετάφραση (με τη χρήση πιο πρόσφορης πολιτικής ορολογίας), η δημοσίευσή της είναι πολύ σημαντική, καθώς καλύπτει ένα κενό που υπήρχε στην πληροφόρηση τόσο για την πραγματική κατάσταση σε μια περιοχή της χώρας μας, όσο και για την πλευρά εκείνη των μειονοτικών στελεχών τα οποία συντάχθηκαν με το πλευρό της ΛΔ Μακεδονίας και τον Τίτο ιδίως στα χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στο ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα και στην ίδια τη μειονότητα. Ο Ότσε ήταν ένα από τα στελέχη που έζησαν (ή καλύτερα, δημιούργησαν) τα γεγονότα ένα προς ένα, τα οποία και περιγράφει στο βιβλίο, οπότε, όπως και να’χει, αξίζουν συγχαρητήρια στους μεταφραστές.

Ο Βάνγκελ Αγιάνοβσκι – Ότσε (Έδεσσα, 05/02/1909 – Σκόπια, 19/05/1996)

Το 250 σελίδων (σε Α4) βιβλίο, γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο (προς τιμήν του συγγραφέα), ξεκινά με την εξιστόρηση των πολιτικών και οικονομικών αγώνων του εδεσσαϊκού προλεταριάτου που ξεκινούν με την ίδρυση του ΚΚΕ και ταυτίζονται με την πορεία συνολικά του προπολεμικού ΚΚΕ. Ο Ότσε περιγράφει περιεκτικά τις πρώτες δράσεις των εδεσσαίων κομμουνιστών. Με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο περιγράφει μερικές παράτολμες ενέργειες, όπως την ύψωση της κόκκινης σημαίας σε όλα τα δημόσια κτίρια το 1932, κατά τη διάρκεια της αναστάσιμης λειτουργίας στο μητροπολιτικό ναό της Έδεσσας, με το που ψάλθηκε το “Χριστός Ανέστη”. Παράλληλα, με ιδιαίτερα ζωντανό τρόπο περιγράφει και τα χτυπήματα από την αστυνομία. Είναι συγκλονιστική η περιγραφή των όσων βίωσε ο νιόπαντρος κομμουνιστής Ν.Ν., μπροστά στα μάτια του οποίου τη σύζυγο βίασαν κατά σειρά δέκα γουρούνια του Μανιαδάκη. Ο σαδιστής Μανιαδάκης, μετά από αυτό, τον πήγε σε διπλανό δωμάτιο, όπου υπήρχε ένας ένστολος με βαθμό αξιωματικού που κοιτούσε έξω από το παράθυρο, και ο οποίος, όταν γύρισε το πρόσωπο προς το Ν.Ν., ο τελευταίος αναγνώρισε τον “καθοδηγητή” που για καιρό έκρυβαν σε βαθιά παρανομία οι εδεσσαίοι κομμουνιστές (ευτυχώς, δεν περιγράφεται και αν ο “καθοδηγητής” ήταν εξαρχής αστυνομικός ή “έσπασε” αργότερα και τον έντυσαν αστυνομικό, γιατί, στη δεύτερη περίπτωση, θα ήταν ανατριχιαστική η περιγραφή της ανταλλαγής βλεμμάτων μεταξύ των δύο).

Με πλάγιο, επίσης, τρόπο, ο Ότσε αναφέρει, προς τιμήν του, ως και τη δική του δήλωση μετανοίας (σε αντίθεση με διάφορους λαλίστατους ελληνόφωνους αντιζαχαριαδικούς), και τις πρώτες προπολεμικές διαφωνίες με το ΚΚΕ για το Μακεδονικό.

Κάπου εδώ αρχίζουν τα προβληματικά σημεία της περιγραφής του Ότσε (παρότι, ουδέν κακόν αμιγές καλού, καθώς το βιβλίο οδηγεί τον αναγνώστη να κάνει γενικότερες σκέψεις για την τακτική κάποιων ηγετών της μειονότητας κατά τα χρόνια εκείνα και μέχρι το 1949). Πρώτον, ο Ότσε ως ένα σημείο αποφεύγει να διατυπώσει ρητά τις επιδιώξεις της ηγεσίας της μειονότητας, ή, έστω, τις δικές του. Περιγράφει, απλώς, ό,τι θεωρεί “ρίξιμο” από την πλευρά των διαφόρων ηγεσιών του ΚΚΕ (περιφερειακών ή κεντρικών). “Ρίξιμο”, όμως, έναντι τίνος στόχου; Παρότι ο Ότσε δεν τον αναφέρει, συνάγεται πως, αν λάβει κανείς τα συνολικά συμφέροντα του ελληνικού επαναστατικού λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, ρίξιμο δεν υπάρχει (πέρα από ελάχιστες και παροδικές περιπτώσεις), και ότι ο Ότσε μιλά μονίμως από εθνικιστική σκοπιά, αδιαφορώντας για το γενικό συμφέρον (ελληνικού και σλαβομακεδονικού λαού). Ο Ότσε δεν μιλά ως κομμουνιστής. Έστω, όμως κι άθελά του, ο Ότσε παρέχει όλες τις αποδείξεις για τον πατριωτικό (και συνάμα διεθνιστικό) χαρακτήρα του ΚΚΕ. Και αυτό είναι μια μεγάλη υπηρεσία του στο ελληνικό λαϊκό δημοκρατικό κίνημα, το οποίο τόσα έχει υποστεί από την αντίδραση και τους φασίστες για το Μακεδονικό.

Ας μιλήσουμε συγκεκριμένα. Ο Ότσε περιγράφει την αντίστασή του στη διάλυση της σλαβομακεδονικής ΜΑΟ (Μακεδονικής Αντιφασιστικής Οργάνωσης), όμως δεν επιχειρηματολογεί γιατί η διατήρησή της δεν αποτελούσε εμπόδιο στην περαιτέρω ενίσχυση και εξάπλωση του ΕΑΜ στην περιοχή. Κι αυτό, όταν και ο ίδιος ακόμα πολλές φορές περιγράφει ότι η αντιδραστική προπαγάνδα έπιανε στους πόντιους πρόσφυγες και τους έλληνες κατοίκους της περιοχής. Σαν να μοιάζει τυφλωμένος από τον εθνικισμό του, δεν λαμβάνει υπόψη ούτε τα εθνολογικά δεδομένα που ο ίδιος παραθέτει (σ.σ. 152- 153), τα οποία αποδεικνύουν ότι – καλώς ή κακώς – ήταν μειοψηφία.

Βέβαια, είναι ένα πράγμα ο “θεμιτός” εθνικισμός του, και άλλο – εντελώς ασυγχώρητο – οι διασπαστικές πρακτικές του, οι φραξιονιστικές δραστηριότητές του, και οι συνεννοήσεις με τους τιτοϊκούς της Γιουγκοσλαβίας. Ο Ότσε τα περιγράφει όλα αυτά ανοιχτά. Για παράδειγμα, ομολογεί ότι, με πρωτοβουλία του, το Γενάρη του 1944 συγκαλεί σύσκεψη 27 μειονοτικών εν αγνοία της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ (σ.80), αλλά “ζητά τα ρέστα” όταν του καταλογίζεται από το κόμμα ότι είναι απαράδεκτη η σύγκλησή της. Στη φραξιονιστική αυτή συνάντηση αποφασίζεται η διατύπωση διασπαστικών αιτημάτων προς το ΚΚΕ, όπως η ύπαρξη ξεχωριστής εθνικής πολιτικής οργάνωσης και εθνικών ένοπλων δυνάμεων με ξεχωριστά (τιτοϊκά) σύμβολα (σ.82). Πόσο μπορούν να συμβάλλουν όλα αυτά στην ενότητα του λαού της περιοχής και στην ενίσχυση του μετώπου κατά του εχθρού, ο οποίος ήταν ενισχυμένος και από τη βουλγαρική Οχράνα αλλά και από την ΠΑΟ; Καθόλου. Ο Ότσε δεν αναγνωρίζει ότι τέτοιες πρακτικές έστελναν κόσμο στην ΠΑΟ.

Εξάλλου, για το ότι ο Ότσε δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για εθνικό κράτος, αλλά για υπαγωγή του στην τιτοϊκή σφαίρα επιρροής, φαίνεται και από την αντίδρασή του, όταν ο εχθρός έριξε (για να διασπάσει τους μειονοτικούς, αλλά και τους μειονοτικούς με τους έλληνες και τους βλάχους) το σύνθημα της αυτόνομης Μακεδονίας υπό την προστασία της βουλγαρικής κυβέρνησης (σ.83). Ο Ότσε ήταν ενάντια “σε αυτή” την αυτονομία, όχι επειδή ήταν φασιστική η βουλγαρική κυβέρνηση, αλλά γιατί δεν είχε πρόβλημα, όπως θα δούμε, να τεθεί υπό την προστασία μιας άλλης (της γιουγκοσλαβικής) κυβέρνησης.

Ο Ότσε περιγράφει ξεδιάντροπα και το διπλό του παιχνίδι, όσον αφορά τη δημιουργία ξεχωριστών ένοπλων τμημάτων. Από τη μια, “με σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες κάθε πιθανής παρανόησης”, “έθετε ξανά το ερώτημα” δημιουργίας τους στο ΚΚΕ. Από την άλλη, αυτά.. δημιουργούνταν: όχι ως δια μαγείας, και ανεξάρτητα από αυτόν, καθώς έκαναν δεκτό τον Ότσε, όταν αυτός, μετά από 43 ημέρες κράτησης από τον ΕΛΑΣ, απελευθερώθηκε και αρνήθηκε να επιστρέψει στα καθήκοντά του ως μέλους της ΠΕ Έδεσσας του ΚΚΕ (στα πλαίσια μίας ακόμα προσπάθειας του ΚΚΕ να πετύχει την ενότητα με αυτούς). Πραγματικά, μόνο ένας αφελής θα μπορούσε να πιστέψει ότι τον Ιούνη του 1944 η συρροή μειονοτικών στο Καϊμάκτσαλαν για να γίνουν αντάρτες ήταν ασύνδετη με την κάθοδο γιουγκοσλάβων ανταρτών στην περιοχή (σ.83).

Ο Ότσε, στην καλύτερη, δείχνει προκατειλημμένος. Ακόμα και παρά την πραξικοπηματική ίδρυση ξεχωριστών μονάδων, το ΚΚΕ προέβαινε σε έσχατη προσπάθεια συμβιβασμού, παρουσιάζοντάς την ως εκτέλεση της απόφασής της για δημιουργία ξεχωριστού τμήματος εντός του ΕΛΑΣ. Στον Ότσε δεν αρκούσε το να είναι τα στελέχη του τμήματος μειονοτικοί: τον ενδιέφερε ως και “από τη φύση τους” να μην είναι “διαλλακτικοί” έναντι του ΚΚΕ (βλ. κατηγορίες σε βάρος του Τζότζο Ούρντοβ, οργανωτικού γραμματέα της ΠΕ Έδεσσας του ΚΚΕ που διορίστηκε πολιτικός επίτροπος στο τάγμα, σ.85).

Το ότι ο Ότσε δεν ενδιαφερόταν για συνεννόηση, αλλά για να περάσει μαζικά μειονοτικούς στην τιτοϊκή επιρροή, αποδεικνύεται από την ανοιχτή ομολογία του ότι στις 8 Οκτώβρη του 1944, μόλις ενημερώθηκε για τη διαταγή όχι “αφοπλισμού του τάγματος” όπως ψευδώς λέει, αλλά για τη μεταφορά τους στη Σιάτιστα (για να ενωθεί επιτέλους με τον υπόλοιπο ΕΛΑΣ), και για να σταματήσει να φορά τιτοϊκά (και όχι απλώς “διεθνιστικά” ή “εθνικά”) σύμβολα, το πρώτο που έκανε δεν ήταν συνομιλίες (παρότι ήταν πια ένοπλοι, άρα είχαν ισχύ, και, όπως τα περιγράφει, πολλή μεγάλη), αλλά, πέρα από μεμονωμένα μηνύματα επί προσωπικού, “άμεση σύνδεση με τη διοίκηση των μακεδονικών μονάδων”, με τις οποίες συμφώνησε “να μετακινηθεί το τάγμα στο γιουγκοσλαβικό έδαφος” (λίγο αργότερα – σ. 95 – ομολογεί και την οργανωτική προσχώρησή τους στον τιτοϊκό στρατό και μέτωπο).

Ο Ότσε περιγράφει πώς, μέσα σε μία εβδομάδα, πραγματοποιήθηκε φραξιονιστική συνάντηση μειονοτικών μπαινοβγαίνοντων στο ΚΚΕ και από τις άλλες βασικές μειονοτικές περιοχές της Μακεδονίας, δηλαδή, από τη Φλώρινα, με συμμετοχή των Ηλία Δημάκη (Γκότσε), και Γκιόργκι Τουρούντζοφ, και την Καστοριά, με συμμετοχή του Ναούμ Πέιοφ και του Μιχάλη Κεραμιτζίεφ. Όλοι τους μετά έπαιζαν διπλό παιχνίδι, όπως θα δούμε, προς όφελος των τιτοϊκών, οι οποίοι, επιτρέποντας μία τέτοια σύναξη στο απελευθερωμένο Μοναστήρι, έδειχναν πόσο αδιαφορούσαν όχι απλώς για την ενότητα του “αδελφού κόμματος”, αλλά και για την ενότητα των μειονοτικών με τον ελληνικό λαό. Όπως θα δούμε σε παρουσίαση άλλου αντιΚΚΕ φιλοτιτοϊκού βιβλίου, η μετάβαση στη Γιουγκοσλαβία έγινε κατόπιν όχι απλώς συνεννοήσεων, αλλά υποδείξεων των τιτοϊκών.

Ο Ότσε παραστατικά περιγράφει την κλιμάκωση των εξελίξεων, όταν αναφέρει ότι στις 4 Νοέμβρη δημιουργούν – σε ελεγχόμενο από τιτοϊκούς έδαφος και σε συνεννόηση με αυτούς – την ξεχωριστή πολιτική οργάνωση που ήθελαν, αδιαφορώντας για τις σχέσεις με το ελληνικό κίνημα, και στις 18 Νοέμβρη του 1944 επιτυγχάνει την ενοποίηση των τριών μειονοτικών μονάδων (Έδεσσας, Φλώρινας, Καστοριάς). Αποδεικνύει ότι “έφτιαχναν κλίμα” υπέρ του Τίτο και αποκαλύπτει τις προθέσεις τους όταν, στη διακήρυξη της “Προσωρινής Πολιτικής Επιτροπής των Μακεδόνων στην Ελλάδα” (04/11/1944) επικαλούνται την αναφορά Τίτο στο δικαίωμα αυτοδιάθεσής τους (μάλιστα, έστειλαν και εκπροσώπους τους στην ελληνική Μακεδονία για ζύμωση). Αποκρύπτει ότι στην ενωμένη ταξιαρχία επίθεσης που ίδρυσαν αρχικά είχε γίνει ο εκπρόσωπος του ΚΚ Μακεδονίας σε αυτή (δε μας πληροφορεί από πότε έγινε μέλος του κόμματος αυτού και καμωνόταν ταυτόχρονα και το τίμιο μέλος του ΚΚΕ).

Ο Ότσε δεν περιγράφει αναλυτικά τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των μονάδων αυτών των μειονοτικών (που – ας διευκρινιστεί – δεν είχαν όλους τους μειονοτικούς) με τον ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη του 1944. Περιγράφει όμως διεξοδικά πώς με πρωτοβουλία του, στις 20 Γενάρη του 1945, αντί αυτός και η ομάδα του να βοηθήσουν στην ανασύνταξη του ελληνικού κινήματος, το οποίο μόλις είχε ηττηθεί στην Αθήνα από τους Βρετανούς, προέβαινε στην ίδρυση της ΤΟΜΟ (Μυστικής Απελευθερωτικής Μακεδόνικης Οργάνωσης), και πώς κορόιδευε τα μέλη του ΚΚΕ που τους είχαν συλλάβει όταν παρείσφρησαν στην Ελλάδα, και περιδιάβαινε στους δρόμους της Έδεσσας με αντάρτικη στολή και ξεχωριστά (τιτοϊκά) σύμβολα. Ομολογεί, ωστόσο, (σ.97) ότι πολλοί ήταν οι μειονοτικοί που τους προσέγγισαν και ζητούσαν εξηγήσεις για τους λόγους της διάσπασης.

О Ότσε, πάντως, με την αναφορά του για τη μεταβαρκιζιανή περίοδο, αναδεικνύει μία κατάσταση αδυναμίας του ΚΚΕ, όπου είχε όχι μόνο το κράτος φασιστών και δοσιλόγων να ανασυντάσσεται, αλλά και δύο συνολικά δυνάμεις με τις οποίες κάποτε είχαν σχετιστεί με αυτό (ΕΛΑΣ – Ν του Άρη Βελουχιώτη και ΤΟΜΟ, με σύνδεση με τους τιτοϊκούς) να είναι ένοπλες, παρά τη Βάρκιζα, και να τις “φορτώνεται” αυτό. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, αν δει τη συνολική εικόνα της χώρας, ότι η ύπαρξη της ΤΟΜΟ στους ακριβώς διπλανούς νομούς από αυτούς που κινούταν ο Άρης, βάρυνε για την καταδίκη του.

Ακολούθως, ο Ότσε περιγράφει τη διαδικασία δημιουργίας του ΝΟΦ, όπου του “ξεφεύγει” ο σκοπός του: ταυτίζει “την τελική απελευθέρωση αυτού του τμήματος της Μακεδονίας” με “τη σύνδεσή του με την ελεύθερη Δημοκρατία της Μακεδονίας”. Δηλαδή, σύνδεση με τον Τίτο. Κατά τα λοιπά, καταγγέλει την ενοποίηση των τριών κομματιών της Μακεδονίας που ζύμωνε στα μέσα του 1945 η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών (επιβεβαιώνοντας τις καταγγελίες που έκανε το ΚΚΕ τότε). Αποδεικνύει, λοιπόν, ότι η σύνδεση με τον Τίτο τον ενδιέφερε και τίποτε άλλο, αφού, όπως λέει και ο Τίτο (σ. 107), το “κάτω από ποιανού την αιγίδα” ήταν που τον ένοιαζε και όχι η ένωση αυτή καθ’ εαυτή.

Με συκοφαντίες προσπαθεί να μειώσει το εύρος των διώξεων που αντιμετώπιζε το ΚΚΕ (“Η διοίκηση του ΚΚΕ, με επικεφαλής το γενικό γραμματέα Νίκο Ζαχαριάδη, εκείνο τον καιρό ζούσε έννομη ζωή στην Αθήνα, ούτε ελάχιστα αναστατωμένη και ανήσυχη για την οδυνηρή μοίρα του λαού”, σ. 116). Αχαριστία επιδεικνύει ο Ότσε και απέναντι στην προσπάθεια του Ζαχαριάδη (σ.121) να αποτραβήξει το ΝΟΦ από την επιρροή “από τις απόψεις του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή του ΚΚ Μακεδονίας” που παραδέχεται ο Ότσε (σ.119), οι οποίες, με δεδομένο το ανηλεές πογκρόμ του μοναρχοφασιστικού κράτους και τη βρετανική αυτονομιστική προπαγάνδα (που ποτέ δεν λαμβάνουν υπόψη όσοι κατηγορούν το ΚΚΕ), απέκοπταν οριστικά τη μειονότητα από τον ελληνικό εθνικό κορμό.

Στο β’ μέρος του βιβλίου παρουσιάζει ο Ότσε την κατάσταση επί εμφυλίου πολέμου. Εκεί φαίνεται καθαρά πώς ο Ότσε και οι όμοιοί του σαμπόταραν οποιαδήποτε προσπάθεια αποκατάστασης της ενότητας των μειονοτικών μεταξύ τους και διαφύλαξης της ενότητας των μειονοτικών συνολικά με τον ελληνικό λαό, στα πλαίσια της άτυπης συμφωνίας για αναγνώριση του ΝΟΦ και ένταξή του στο ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα. Με μόνιμη “καραμέλα” την υποεκπροσώπηση των μειονοτικών σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, απαιτούσαν όχι απλώς την απόδοση περισσότερων “θέσεων” σε μειονοτικούς, αλλά την απομάκρυνση όσων μειονοτικών δεν ήταν μαζί τους την περίοδο προ της αναγνώρισης, αλλά ήταν αμόλυντοι από τιτοϊκή επιρροή (η οποια, αντικειμενικό ήταν να υπάρχει, σε όλη τη μειονότητα, μόνο όμως σε ψυχολογικό επίπεδο και όχι ως “αδιαίρετη και πλήρη συνεργασία και δέσμευση” – σ. 172). Ενώ σωστά περιγράφει καταστάσεις υποεκπροσώπησης, ουδόλως ασχολείται και με το αντίθετο φαινόμενο (“οι Σλαβομακεδόνες είναι πιο μαχητικοί, πιο ενωτικοί, πιο επαναστάτες, πολιτικά και ιδεολογικά πιο διαμορφωμένοι, χωρίς οποιεσδήποτε αμφιβολίες, σε σύγκριση με το ελληνικό στοιχείο”, σ.150). Φυσικά, και οι καταστάσεις υποεκπροσώπησης, πρέπει να διαιρεθούν σε πράγματι άδικες και κάποιες πράγματι αντικειμενικές: για παράδειγμα, δεν ήταν λογικό να υπάρχει ζήτημα εμπιστοσύνης “για το στρατιωτικό προσωπικό που υπηρέτησε στον τιτοϊκό στρατό” (σ.151); Ή, γιατί δεν λαμβάνεται υπόψη η απάντηση του ίδιου του Ζαχαριάδη (σ.180) ότι “για την ώρα” μειονοτικός δεν θα μπορούσε να είναι μέλος στην κυβέρνηση για λόγους εχθρικής προπαγάνδας; Δεν λαμβάνεται υπόψη, γιατί ο Ότσε κινούταν σαν να μην κοιτούσε τα συνολικότερα συμφέροντα του κινήματος, ούτε καν της μειονότητάς του. Γι’ αυτό και ο ίδιος είναι που εισάγει την ορολογία “παλιά ηγεσία του ΝΟΦ”, δηλαδή, παίρνει υπό την προστασία του όλους τους τιτοϊκούς, και δείχνει έτσι ότι δεν ήθελε να κάνει το ΝΟΦ οργάνωση όλων των μειονοτικών, με την προσθήκη “νέου αίματος” στην ηγεσία της, αλλά οργάνωση ελεγχόμενη από αμετανόητους τιτοϊκούς.

Ο Ότσε έμμεσα, αν και δεν το παραδέχεται, περιγράφει και την ύπαρξη διαφωνιών εντός της ηγεσίας των φιλοτιτοϊκών μειονοτικών. Γιατί, πάντοτε, η καλλιέργεια εγωισμών (στη μειονότητα συνολικά) γίνεται μπούμερανγκ. Όμως, ακόμα και την καλοπροαίρετη παρέμβαση του ΚΚΕ (πρόταση απομάκρυνσης των δύο βασικών υπευθύνων της φραξιονιστικής σύγκρουσης χωρίς αρχές, Μήτρεφσκι – Κεραμιτζίεφ), ο Ότσε την περιγράφει ως ιδιοτελή, με αφορμή το ότι ο Μήτρεφσκι, για να τους παρασύρει και αυτούς στα δίχτυα του Τίτο και να χτίσει αυλή, καλόπιανε “τους νεοαφιχθέντες εαμίτες στην ηγεσία του ΝΟΦ” (Κωτσόπουλο, Γουσόπουλο) (σ. 160).

Ο Ότσε, ακολούθως, περιγράφει και την ομαδική αποστολή “μεμονωμένων” επιστολών από “άλλα” (παλιά, τιτοϊκά) στελέχη της ηγεσίας του ΝΟΦ στο ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ εναντίον του Μήτρεφσκι, αλλά και εναντίον της συμμετοχής νέων (μη τιτοϊκών) ανθρώπων στην ηγεσία του ΝΟΦ. Καταφέρεται ανοιχτά εναντίον της υπαγωγής του μειονοτικού απελευθερωτικού κινήματος στο συνολικότερο ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα (ισχυριζόμενος ότι “μερικοί ηγέτες του ΚΚΕ (…) βάζουν σε εξαρτημένη θέση το μακεδονικό απελευθερωτικό κίνημα” – σ. 166), θεωρώντας ίσως πως “ανεξάρτητη” θέση ήταν η προαναφερθείσα “σύνδεση” με τον Τίτο. Ξεδιάντροπα, άλλωστε παραθέτει και τη φραξιονιστική επιστολή μεμονωμένων ηγετών του ΝΟΦ (Κεραμιτζίεφ, Βέρα, Ράκοβσκι, Ότσε, Γκότσε) προς την ΚΕ του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, από την οποία ζητούσαν ανοιχτή παρέμβαση στα του ΝΟΦ, στις ένοπλες δυνάμεις στην απελευθερωμένη Ελλάδα, ως και στη σύνθεση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης.

Όπως είναι λογικό, μετά από όλα αυτά, ο Ότσε περιγράφει υποκριτικά παθητικά, ωσάν να είναι “θέλημα Θεού”, το “πέρασμα στη Γιουγκοσλαβία” περισσότερων από 500 στελεχών του ΝΟΦ και ανταρτών του ΔΣΕ (αποφεύγει να μιλήσει συγκεκριμένα και για τη δική του λιποταξία), μετά την καταγγελία του Τίτο από την Κομινφόρμ, για την οποία αρχικά δεν παίρνει θέση, όμως, με τα λόγια διαφόρων λιποτακτών που παραθέτει αποκαλύπτει ποια θεωρεί “ορθή”. Ακόμα και την απεγνωσμένη προσπάθεια του Ζαχαριάδη να ενοποιήσει τους μειονοτικούς, αναγνωρίζοντας ότι “το φταίξιμο δεν είναι μόνο δικό τους, αλλά και αρκετών μελών της ΚΕ του ΚΚΕ” που δεν καθοδηγούσαν σωστά το ΝΟΦ, και ότι πρέπει να ανελιχθούν στην ιεραρχία, να μαθαίνουν τη γλώσσα τους και να αναπτύξουν την εθνική τους αυτεπίγνωση, την χαρακτηρίζει “καλά συγχρονισμένα δημαγωγική”.

Πραγματικά, ο Ότσε και οι όμοιοί του δεν επιθυμούσαν κάποια ενότητα ή τη νίκη του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος. Κι αυτό αποδεικνύεται με τη στάση τους όταν το ΚΚΕ τους έδωσε μία 3η (!) ευκαιρία. Συγκεκριμένα, το ΚΚΕ, ακόμα και από τους λιποτάκτες ζητούσε να γυρίσουν από τη Γιουγκοσλαβία και, αφ’ενός να συμμετέχουν στις διαδικασίες πολιτικής επανένωσης και, αφ’ετέρου, να αναλάβουν με δικά τους στελέχη να διοικούν δικές τους εθνικές μονάδες. Όσον αφορά την πολιτική επανένωση, αυτοί αρνήθηκαν τις ατομικές προσκλήσεις να παρευρεθούν στη 2η ολομέλεια του ΝΟΦ (η οποία θα ήταν προσυνεδριακή) και αδιαφόρησαν ακόμα και στη νέα υποχώρηση προς την “παλιά ηγεσία του ΝΟΦ” που έκανε ο Ζαχαριάδης με το να δηλώσει ότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ηγεσία του ΝΟΦ την περίοδο ανάμεσα στο 1ο και το 2ο συνέδριο δεν ανταποκρίθηκε στο καθήκον της, και να δημιουργηθούν οργανώσεις του ΝΟΦ όπου υπάρχουν μειονοτικοί πρόσφυγες, ιδίως στη Γιουγκοσλαβία (σ. 183). Όσον αφορά το στρατιωτικό τομέα, ο Ζαχαριάδης δέχτηκε να θεωρείται μειονοτική η 11η ταξιαρχία (με διοικητή το μειονοτικό Βαϊνά) παρότι η σύνθεσή της δεν ήταν μειονοτική. Όμως, οι ομοϊδεάτες του Ότσε, όχι απλώς αρνήθηκαν, αλλά και σχημάτισαν προβοκατόρικα μονάδα ενόπλων που θα κατέβαζαν στην Ελλάδα, αποτελούμενη από 90% γυναίκες, για την αυτονόητη διάχυσή της οποίας σε άλλες μονάδες, ακολούθως, διαμαρτύρονταν.

Όμως, ακόμα και μετά από αυτή την αρνητικότητα, το ΚΚΕ προσπαθούσε να διατηρήσει επαφές μαζί τους, και πραγματοποίησε κοινή συνάντηση στα Σκόπια στα μέσα Φλεβάρη του 1949 (σ. 185), όπου ζητήθηκε από τους φυγάδες, την “παλιά ηγεσία” (Γκότσε, Ότσε, Κεραμιτζίεφ, Σλαβιάνκα) να σχολιάσουν τον απολογισμό της 2ης ολομέλειας του ΚΣ του ΝΟΦ και να απολογίσουν το τι έκαναν για τη στρατολόγηση δυνάμεων από τις τάξεις των μειονοτικών. Θρασσύτατα, ο Γκότσε, και παρά την απόφαση της 5ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ, επιμένει ότι η ηγεσία του ΚΚΕ “δεν λύνει δίκαια” το μακεδονικό στην Ελλάδα, και ομολογεί ότι στο γιουγκοσλαβικό έδαφος γινόταν προπαγάνδα ενάντια στο ΚΚΕ (σ.188), ενώ ο Κεραμιτζίεφ προαναγγέλει την κατάπτυστη επιστολή που συνυπέγραψε με τον Γκότσε (βλ.παρακάτω). Ο Ότσε πουλάει τρέλα αναρωτώμενος για τους λόγους για τους οποίους ξένος σλαβομακεδονικός Τύπος στην Ελεύθερη Ελλάδα κυκλοφορούσε πια μόνο από τους ομοεθνείς της Βουλγαρίας και όχι της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (η οποία έκανε προπαγάνδα κατά του ΔΣΕ). Η Σλαβιάνκα απαίτησε να σταματήσει η αυτονόητη διατύπωση της κατηγορίας (ακόμα και από την τιτοϊκιά Βέρα Φώτεβα) σε βάρος τους για “αποστασία”. Ο Ότσε παραθέτει τις τοποθετήσεις και του Πορφυρογένη (εκ μέρους του ΚΚΕ) και των ΝΟΦιτών που ήταν στην ελληνική Μακεδονία, όπου αναδεικνύεται ξεκάθαρα η ενωτική διάθεσή τους.

Ακολούθως, ο Ότσε περιγράφει το παρασκήνιο με την τοποθέτηση Ζαχαριάδη στη 2η ολομέλεια του ΝΟΦ, η οποία παρουσιάστηκε (από τους τιτοϊκούς εντός ΝΟΦ) διαστρεβλωμένα, ακόμα και στο πρωτοσέλιδο του οργάνου του ΝΟΦ, και έφερε τον ίδιο να μιλά για “ίδρυση ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους στα πλαίσια της βαλκανικής ομοσπονδίας”, πράγμα για το οποίο ο Ζαχαριάδης συγκάλεσε συνάντηση με τη γραμματεία του ΝΟΦ για να εκδοθεί διάψευση.

Ο Ότσε υποτιμά και το ενωτικό κλίμα που επικράτησε στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ. Την ενωτική πρόταση του ΚΚΕ (όπως και σε άλλα σώματα του ΝΟΦ) να μην υπάρχουν (διχαστικές) εκλογές αλλά εκλογή όλων των προτεινόμενων στο ΚΣ, την αξιολογεί ως φυγομαχία του ΚΚΕ που θα έχανε στις κάλπες, αφού θα εκλέγονταν τιτοϊκοί. Το ίδιο κάνει και με τον ορισμό υπευθύνου, κατά την ολομέλεια του ΚΣ του ΝΟΦ στις 7 Απρίλη 1949, για την υποβολή προτάσεων για ανάδειξη μειονοτικών στο ΔΣΕ, και για την ενασχόληση με τις καταγγελίες και τα αιτήματα που θα υποβάλλονταν στο ΝΟΦ. Ο Ότσε, σα να μην είναι κάτι σημαντικό, περνά στο χαλαρό το ότι ο ίδιος ο Ζαχαριάδης έκανε άλλη μια ενωτική κίνηση και ζήτησε έναντι των λιποτακτών να μην ανοίγεται ζήτημα.

Στο τέλος του βιβλίου, ο Ότσε παραθέτει ολόκληρη την κατάπτυστη επιστολή των Κεραμιτζίεφ – Γκότσε προς την ΚΕ του ΚΚΕ (την οποία, ωστόσο, ήδη διακινούσαν παντού, κάνοντας ζύμωση).

Στη μακροσκελή επιστολή, επαναλαμβάνονται τα περί “μονόπλευρης” αναβάθμισης στο ΝΟΦ (ζητώντας αποκλεισμό των μη τιτοϊκών), όπως και τα ψέματα περί μη συμμετοχής μειονοτικών στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελεύθερης Ελλάδας, σαν να μην υπήρχαν ήδη διορθώσεις. Ως “αποδεικτικά στοιχεία” παραθέτουν…δικές τους τοποθετήσεις. Σταδιακά, τους ξεφεύγουν και οι φιλοτιτοϊκές τοποθετήσεις, ενώ, η μεγάλη σειρά αιτημάτων που διατυπώνουν, αποδεικνύει όχι ότι αυτά ήταν απλώς μαξιμαλιστικά, αλλά ότι δεν τους ενδιέφερε η σύγκλιση, αλλά η περαιτέρω διάσπαση. Χαρακτηριστικά είναι απ’ αυτή την άποψη:

-το αίτημα για απόλυτη επιλογή των διοικητών των ξεχωριστών (εννοείται) στρατιωτικών μονάδων από τους ίδιους τους μαχητές, και όχι από το ΔΣΕ κεντρικά (δείγμα του ότι δεν ενδιαφέρονταν να είναι ενταγμένοι σε κάποιο συνολικό σχέδιο του ελληνικού λαϊκοδημοκρατικού κινήματος).

-η απαίτηση το ΝΟΦ να ανακοινώσει ότι το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας έλυσε σωστά το μακεδονικό, ενώ η Βουλγαρία όχι (προκειμένου το ΚΚΕ να τα χαλάσει και με το ΚΚ Βουλγαρίας, προς όφελος του ιμπεριαλισμού).

-να μη ζητούνται ευθύνες από όσους διέφυγαν στη Γιουγκοσλαβία (ώστε να θεωρούνται κορόιδα όσοι έμειναν, να προκληθεί διάσπαση και να πέσει το ηθικό των μαχητών περαιτέρω).

-να σταματήσει η “προπαγάνδα κατά του Τίτο, προς όφελος του Γραφείου Πληροφοριών”, ή, αν επιτρέπεται η μία προπαγάνδα, να επιτρέπεται και η…τιτοϊκή (πράγμα που διέλυε το ΚΚΕ ως πολιτικό κόμμα και το έθετε σε σύγκρουση και με τα ΚΚ όλης της Γης, στη χειρότερη στιγμή).

Αξίζει να αναφερθεί ότι το κείμενο αυτό το διένειμαν, ώστε να κρίνει κάθε μειονοτικός κομμουνιστής από μόνος του, και κατά τη διάρκεια της ολομέλειας της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Αιγαιατών Μακεδόνων (ΚΟΕΜ), η οποία ψήφισε απόφαση που καταδίκασε την επιστολή αυτή. Η απόφαση, επίσης, λέει ότι η 5η Ολομέλεια σε ακατάλληλη στιγμή για τα κύρια συμφέροντα της επανάστασης ψήφισε την αναγνώριση δικαιώματος αυτοδιάθεσης των σλαβομακεδόνων (αυτό, συν τοις άλλοις, απαντά και στους φιλελεύθερους σημερινούς υποστηρικτές της μειονότητας που “καταγγέλουν” ότι το ΚΚΕ πούλησε τους σλαβομακεδόνες όταν πια δεν τους χρειαζόταν, τον Οκτώβρη του 1949, στην 6η Ολομέλεια, όταν και επανέφερε το σύνθημα για ισοτιμία). Αξιοσημείωτο είναι και το ότι και σε αυτό το σώμα τοποθετήθηκε ο Ζαχαριάδης, δείγμα της έγνοιας για τη μειονότητα, και πάλι μίλησε αυτοκριτικά και ενωτικά. Ο Ότσε, από την άλλη, εκφράζει την πικρία του που ακόμα και το 1975 κάποιοι μειονοτικοί που υπέγραψαν το κείμενο της απόφασης της ΚΟΕΜ, δεν το θεωρούσαν λάθος τους.

Στο τέλος, ο Ότσε παρουσιάζει τη λήξη του εμφυλίου και την αναγνώριση από το ΚΚΕ ότι ο Τίτο δεν ήταν ο βασικός λόγος ήττας (όπως, αντίθετα, του προσάπτουν οι αντιΚΚΕ συκοφάντες), και τέλος, εν είδει “δικαίωσής του”, παραθέτει απόσπασμα απόφασης… από τους πραξικοπηματίες της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ.

Και τώρα κάποιες γενικότερες αλλά ίσως αποσπασματικές σκέψεις που προκλήθηκαν από την ανάγνωση του βιβλίο του Ότσε.

Πρώτον, ο Ότσε εκφράζει χαρακτηριστικά μία αντίληψη που παρέσυρε μεγάλο τμήμα της μειονότητας, και η οποία αντίληψη δεν πάταγε στην πραγματικότητα που καλώς ή κακώς είχε διαμορφωθεί, με την αλλαγή των εθνολογικών δεδομένων, ακόμα και στην “καρδιά” της μειονότητας. Ο ίδιος ο Ότσε δίνει τους εξής αριθμούς για την Έδεσσα(βάσει έκθεσης επαρχιακής διάσκεψης ΝΟΦ Έδεσσας, 19/12/1947): 202 χωριά, καθαρά μακεδονικά 28, μεικτά 115, καθαρά ελληνικά 49, βλάχικα 10. Σύνολο πληθυσμού 219.885, 75.779 μακεδόνες, 12.564 βλάχοι, 125.442 έλληνες, 100 αρβανίτες. Αν τέτοιοι αριθμοί ισχύουν για την “καρδιά” της μειονότητας, είναι οριακό το αίτημα για διοικητική αυτονομία έστω σε κάποιους νομούς, και εντελώς ανεδαφικό το αίτημα για συνολικότερη αυτονόμηση της ελληνικής Μακεδονίας, πολλώ δε μάλλον απόσπαση.

Δεύτερον, η επίκληση του Χάρτη του Ατλαντικού και της Γιάλτας ή η επίκληση της αντιφασιστικής στάσης της μειονότητας, για την αναγνώριση όχι απλώς του δικαιώματος αυτοδιάθεσης, αλλά της εδαφικής απόσπασης από την Ελλάδα, αγνοεί κάτι βασικό: ότι όπου αυτή μεταπολεμικά εφαρμόστηκε, αφορούσε τους ηττημένους: την Αυστρία, την Ουγγαρία, τη Γερμανία. Η περίπτωση της Τεργέστης είναι όχι εξαίρεση, αλλά χαρακτηριστική για το πόσο σημαντική ήταν η διαπραγμάτευση και στην κυριολεξία για κάθε τετραγωνικό χιλιοστό ξεχωριστά (και όχι συνολικά για κάποια περιοχή, με όρους 1900).

Τρίτον, η αντίληψη που εξέφραζε χαρακτηριστικά ο Ότσε δείχνει να είναι το “όλα ή τίποτα”. Αδιαφορούσε, για παράδειγμα, να κερδίσει την ελληνική κοινή γνώμη, όσον αφορά το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης αυτής καθ’αυτής της μειονότητας. Απαξίωσε να την κερδίσει για την κατοχύρωση των στοιχειωδών δικαιωμάτων του. Σίγουρα, το μοναρχοφασιστικό κράτος είχε δείξει ότι δεν ήθελε τις μειονότητες (βλ. και τύχη αλβανικής και βλάχικης μειονότητας), όμως η σλαβομακεδονική μειονότητα μπόρεσε με τα όπλα κατά τη διάρκεια της κατοχής να αποδείξει ότι διέθετε τον απαραίτητο “πρότερο έντιμο βίο”. Ακόμα και η διατήρηση των όπλων, παρά ακόμα και τη Βάρκιζα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων, και φυσικά να μη σπαταληθεί με τη σύνδεση της μειονότητας με μία ξένη χώρα.

Συγχαρητήρια και πάλι στους συμπολίτες μας για τη μετάφραση του βιβλίου. Ας ελπίσουμε σύντομα να μεταφράσουν βιβλίο και από κάποιον μειονοτικό που παρέμεινε αντιτιτοϊκός.

Συνέντευξη Πολ Ποτ σε απεσταλμένους των εφημερίδων του Χονγκ Κονγκ Wen Wei Po και Ta Kun Pao (21/09/1978)

Σαν σήμερα, στις 17 Απρίλη 1975, απελευθερωνόταν η Πνομ Πενχ, πρωτεύουσα της Καμπότζης, από τις Λαϊκές Ένοπλες Δυνάμεις Εθνικής Απελευθέρωσης της Καμπότζης της Βασιλικής Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Καμπότζης, εν συντομία Ερυθρούς Χμερ. 42 χρόνια μετά, η αντίληψη που έχει σε μεγάλο βαθμό η παγκόσμια κοινή γνώμη για τη διακυβέρνηση της Καμπότζης τα χρόνια 1975 – 1978 από τους Ερυθρούς Χμερ είναι η χειρότερη. Σε αυτό, φυσικά, παίζει ρόλο, πέραν των ίδιων των ευθυνών του καθεστώτος (βλ. εισαγωγικά κείμενα στους παρακάτω συνδέσμους), και το γεγονός ότι το καθεστώς εκείνο δεχόταν τη συκοφαντική εκστρατεία και από τη Δύση και από το μπρεζνιεφικό μπλοκ, συμπεριλαμβανομένου του πιο δημοφιλούς στην παγκόσμια κοινή γνώμη Βιετνάμ, το οποίο συστηματικά επιδείκνυε μεγαλοκρατική πολιτική σε όλη την Ινδοκίνα. Ακόμα και σήμερα, ετοιμάζεται χολιγουντιανή υπερπαραγωγή καταδίκης ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος που επεδίωξε την ανεξαρτησία από κάθε ιμπεριαλιστικό μπλοκ.

Το 1978 ήταν μια χρονιά που το καθεστώς έδειχνε να ξεπερνά τα προβλήματα ανοικοδόμησης μετά τους αμερικάνικους βομβαρδισμούς που δεν είχαν αφήσει τίποτε όρθιο. Παράλληλα, όμως, κορυφωνόταν και η αυξανόμενη επιθετικότητα του Βιετνάμ, η οποία κατέληξε στα τέλη του έτους σε ευρείας κλίμακας εισβολή που οδήγησε ξανά τους Ερυθρούς Χμερ στη ζούγκλα, μέχρι την παράδοση των όπλων στη δεκαετία του ’90. Η κυβέρνηση της Καμπότζης προχώρησε το 1978 σε σειρά συνεντεύξεων με δημοσιογράφους από χώρες όλου του κόσμου και μία από αυτές είναι και η παρακάτω, στην οποία έμφαση δίνεται στη γεωπολιτική διάσταση της επιθετικότητας του Βιετνάμ και στις εξελίξεις στη ΝΑ Ασία.

***

Δημοκρατική Καμπότζη

Υπουργείο Εξωτερικών

Τμήμα Τύπου & Πληροφόρησης

Πολ Ποτ

Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Καμπότζης

Πρωθυπουργός της Κυβέρνησης της Δημοκρατικής Καμπότζης

Συνέντευξη σε εκπροσώπους των εφημερίδων του Χονγκ Κονγκ Wen Wei Po και Ta Kun Pao

Πνομ Πενχ, 21 Σεπτέμβρη 1978

Πρώτη ερώτηση. Αξιότιμε κε. Πρωθυπουργέ, από τα τέλη του 1977, τα ΜΜΕ παγκοσμίως αναφέρουν συχνά για τον πόλεμο στα σύνορα Καμπότζης-Βιετνάμ. Η παγκόσμια κοινή γνώμη ενδιαφέρεται για αυτό το γεγονός. Γιατί έχει ξεσπάσει αυτός ο πόλεμος; Ποια είναι η κατάσταση συγκεκριμένα;

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής σας στη Δημοκρατική Καμπότζη, είδατε ότι ο λαός παλεύει προκειμένου να αυξήσει την παραγωγή και να βελτιώσει το βιετικό του επίπεδο. Πήγατε στο μέτωπο και γίνατε αυτόπτες μάρτυρες του αγώνα του λαού μας για να υπερασπιστεί το ιερό του έδαφος εναντίον του επιθετιστή, επεκτατιστή, προσαρτιστή εδαφών που είναι το Βιετνάμ. Επομένως, γνωρίζετε την παρούσα κατάσταση που επικρατεί στη Δημοκρατική Καμπότζη.

Βιετναμέζοι εισβολείς στρατιωτικοί και αξιωματικοί που είχαν συλληφθεί σε καμποτζιανό έδαφος  (πηγή: Μαύρη Βίβλος των ενεργειών επίθεσης και προσάρτησης του Βιετνάμ σε βάρος της Καμπότζης, Σεπτέμβρης 1978)

Δράττομαι της ευκαιρίας της συνάντησής μας σήμερα προκειμένου να σας δώσω επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση στη Δημοκρατική Καμπότζη.

Διεξήγαμε διαδοχικούς επαναστατικούς αγώνες προκειμένου να απελευθερώσουμε τη χώρα και το λαό μας από τη σκλαβιά και να ζήσουμε ανεξάρτητα στο έδαφός μας. Επομένως, έχουμε αναγράψει στο Σύνταγμά μας ότι η Καμπότζη είναι ανεξάρτητη, κυρίαρχη, ουδέτερη, ειρηνική και αδέσμευτη, ώστε οι άνθρωποι να ζουν εν ειρήνη και να αφοσιώνονται στην ανοικοδόμηση της χώρας εν πλήρη ανεξαρτησία και κυριαρχία.

Συνεπώς, αμέσως μετά την απελευθέρωση, ξεκινήσαμε να ανοικοδομούμε την οικονομία, να χτίζουμε τη χώρα και να επιλύουμε το επισιτιστικό πρόβλημα βασιζόμενοι στις θέσεις της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της αυτάρκειας.

Εξάλλου, κάναμε επισκέψεις σε γειτονικές χώρες για να εγκαθιδρύσουμε φιλικές σχέσεις με αυτές. Έτσι, τον ιούνη του 1975, μια αντιπροσωπεία ανώτατων αξιωματούχων πήγε στο Ανόι. Τον Οκτώβρη του 1975 πήγαμε στο Λάος και την Ταϊλάνδη. Όλα αυτά προκειμένου να έχουμε φιλικές σχέσεις και να συνυπάρχουμε ειρηνικά με τις γειτονικές χώρες.

Όμως συναντήσαμε εμπόδια εξαιτίας μίας γειτονικής χώρας η οποία απέρριπτε την καλή θέληση της Δημοκρατικής Καμπότζης. Αυτή η χώρα επίμονα επιτίθεται στη Δημοκρατική Καμπότζη. Είναι το Βιετνάμ, το οποίο από πολύ καιρό έχει τη στρατηγική της κατάκτησης της Καμπότζης και της προσάρτησής της στο Βιετνάμε μέσω της πολιτικής του της “Ομοσπονδίας της Ινδοκίνας”.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Καμπότζης, το Βιετνάμε επιτέθηκε και κατέλαβε τα νησιά Koh Way της Καμπότζης. Ασταμάτητα προβαίνει σε προκλήσεις κατά μήκος της συνοριακής γραμμής προκειμένου να μας επιβάλει τους όρους του. Όμως εμείς δεν έχουμε υποταχτεί γιατί θέλουμε να είμαστε ανεξάρτητοι. Επομένως, όντας τρελαμένο από οργή, το Βιετνάμ έχει προβεί σε ευρείας κλίμακας επιθέσεις εναντίον μας από τα τέλη του 1977. Οι Βιετναμέζοι επιθετιστές, οι Σοβιετικοί επεκτατιστές και όσοι τους ακολουθούν έχουν σχηματίσει μια συμμαχία για να μας επιτεθού. Θέλουν να κατακτήσουν την Καμπότζη δια μιάς, σύμφωνα με τη στρατηγική τους “αστραπιαία επίθεση, αστραπιαία νίκη”. Πιστεύουν ότι αν αυτή η στρατηγική πετύχει, τότε όλα τα στρατιωτικά και πολιτικά προβλήματα θα επιλυθούν, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, και θα μπορούσαν να αφομοιώσουν τον Καμποτζιανό λαό.

Έχουν ενωθεί γιατί, από τη μια, για πολύ καιρό οι Βιετναμέζοι θέλουν να κατακτήσουν την Καμπότζη και να την προσαρτήσουν στα εδάφη τους βάσει της πολιτικής τους “μόνο μια χώρα, μόνο ένας λαός υπό την ηγεσία ενός μόνο κόμματος”. Από την άλλη, το Βιετνάμ θέλει να είναι μεγάλη δύναμη στην “Ινδοκίνα” και έπειτα να συνεχίσει την επέκτασή του στη Νοτιοανατολική Ασία.

Αναφορικά με τους Σοβιετικούς επεκτατιστές, έχουν την παγκόσμια στρατηγική τους η οποία περιλαμβάνει και τη Νοτιοανατολική Ασία. Προς τούτο, χρειάζεται να επιλύσουν το πρόβλημα της Καμπότζης που είναι το κύριο εμπόδιο για τους Βιετναμέζους και για τους ίδιους.

Επομένως, έχουν ενωθεί προκειμένου να επιτίθενται στην Καμπότζη. Σχεδίασαν να καταλάβουν την Καμπότζη με τη μία. Προς τούτο, έχουν αναπτύξει σημαντικές δυνάμεις οι οποίες αποτελούνται από 14 μεραρχίες, συμπεριλαμβανομένων 5 ταξιαρχιών γρήγορης ανάπτυξης. Χρησιμοποιούν έναν μεγάλο αριθμό τεθωρακισμένων, συμπεριλαμβανομένων Σοβιετικών τεθωρακισμένων, και ένα μεγάλο αριθμό πυροβόλων όπλων. Όμως άμεσα ανακόψαμε αυτές τις επιθέσεις.

Στην Ανατολική περιοχή, εισήλθαν σε βάθος 30 χιλιομέτρων στο έδαφός μας. Κατά μήκος του δρόμου ν.7 προχώρησαν ως τα ανατολικά της πόλης Suong. Στη Νοτιοδυτική περιοχή, διείσδυσαν κατά μήκος του δρόμου ν.2 από την Pnom Den στο Takeo περίπου 25 χιλιόμετρα εντός των συνόρων μας. Σταματήσαμε την προέλασή τους αυτή. Αποκόψαμε τις δυνάμεις τους σε πολλά κομμάτια και έπειτα, τις εξολοθρεύσαμε μία μία. Σε κάποια σημεία, εξολοθρεύσαμε ολόκληρα τάγματα. Έχοντας κοπεί σε κομμάτια, οι δυνάμεις τους δεν μπορέσαν να αντισταθούν και εκδιώχθηκαν στις 6 Γενάρη 1978. Σοβιετικοί σύμβουλοι και τεχνικοί συμμετείχαν σε αυτές τις μάχες, ως διοικητές και οδηγοί τεθωρακισμένων. Ο Στρατός μας σκότωσε δύο τέτοιους που επέβαιναν σε ένα τεθωρακισμένο.

Επομένως, στις 6 Γενάρη νικήσαμε τη Βιετναμέζικη στρατηγική της “Ομοσπονδίας της Ινδοκίνας”. Τσακίσαμε τη Βιετναμέζικη στρατηγική “Μόνο ένας λαός, μία χώρα, ένα κόμμα”. Κρατήσαμε ψηλά τη σημαία της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μας.

Ωστόσο, από το Φλεβάρη και έκτοτε, οι Βιετναμέζοι συνεχίζουν την επίθεσή τους. Όμως, οι δυνάμεις τους είναι λιγότερες από το μισό των 14 μεραρχιών που έχουν αναπύξει εναντίον μας κατά τα τέλη του 1977 και από το Φλεβάρη έχουν υποστεί βαριές ήττες. Επί του παρόντος, οι Βιετναμέζοι συναντούν πολλές δυσκολίες σε όλους του τομείς. Σε στρατιωτικό επίπεδο, συναντούν μεγάλες δυσκολίες. Οι δυνάμεις τους που μας επιτίθενται κατά μήκος των συνόρων είναι λιγότερες από 2 μεραρχίες. Όταν κάνουμε λόγο για μεραρχίες, θέλουμε να πούμε μεραρχίες με όλο τους τον εξοπλισμό. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, τώρα οι Βιετναμέζοι χρησιμοποιούν πολλές μεραρχίες που υπάρχουν μόνο κατ’ όνομα. Καθώς στερούνται εξοπλισμό, χρησιμοποίησαν αεροπλάνα. Η χρήση αεροπλάνων σημαίνει ότι το πεζικό τους έχει συντριβεί. Από τον Ιούλη ώς τις αρχές αυτού του Σεπτέμβρη, έχουμε καταρρίψει 8 ελικόπτερα και βομβαρδιστικά. Το Βιετνάμ έχει πολύ λίγες πιθανότητες χρησιμοποιώντας αεροπλάνα καθώς δεν είναι βιομηχανική χώρα. Είναι μια καθυστερημένη αγροτική χώρα. Οι δυνάμεις του δεν μπορούν να παίξουν στρατηγικό ρόλο. Η χρήση αεροπλάνων δημιουργεί περισσότερα πολιτικες, οικονομικές και χρηματοδοτικές δυσκολίες σε αυτό.

Ο Στρατός μας ήδη έχει αντιμετωπίσει τους αεροπορικούς βομβαρισμούς των ΗΠΑ που διήρκεσαν 200 μέρες και 200 νύχτες. Οι Βιετναμέζικες αεροπορικές δυνάμεις δεν συνιστούν ούτε το ένα χιλιοστό των αεροπορικών δυνάμεων των ΗΠΑ που μας επιτέθηκαν το 1973.

Δεύτερη ερώτηση. Τώρα, πώς μπορεί να εξελιχθεί η κατάσταση του Πολέμου Καμπότζης-Βιετνάμ. Μπορεί να κλιμακωθεί αυτός ο πόλεμος περαιτέρω;

Τώρα πια η κατάσταση από πλευράς Βιετνάμ εξελίσσεται πολύ γρήγορα, τόσο εσωτερικά όσο και διεθνώς, αφού έχει επιτεθεί στην Καμπότζη.

Πριν από την επίθεσή του εναντίον της Καμπότζης, το πραγματικό πρόσωπο του Βιετνάμ δεν ήταν γνωστό. Όλοι νόμιζαν ότι επρόκειτο είναι σοσιαλιστικό και επαναστατικό. Τώρα, όλοι μπορούν να δουν ότι το Βιετνάμ έχει επιτεθεί στην Καμπότζη. Δεν είναι επαναστατική, ούτε σοσιαλιστική, ούτε Αδέσμευτη χώρα. Το Βιετνάμ ανήκει σε μία συμμαχία: είναι μέλος της Σοβιετικής οικονομικής συμμαχίας και έχει προσχωρήσει στο Σοβιετικό πολιτικό μπλοκ. Έχει εγκαταστήσει στρατιωτικές βάσεις σε ξένη χώρα. Κατά τους 8 τελευταίους μήνες, δηλαδή, από την αρχή της επίθεσης εναντίον της Καμπότζης, το Βιετνάμ έχει αποκαλυφτεί.

Επιπροσθέτως, το Βιετνάμ αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές και χρηματοδοτικές δυσκολίες. Του λείπει ρύζι και τρόφιμα, και η πείνα επιδεινώνεται.

Σε πολιτικό επίπεδο, εσωτερικά, το Βιετνάμ συναντά δυσκολίες. Σε πολλές περιοχές ο Βιετναμέζικος λαός εξεγείρεται.

Με όλες αυτές τις δυσκολίες, το Βιετνάμ έχει συστηματικά προκαλέσει τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Πράττοντας έτσι, έχει εμπλακεί σε μια περαιτέρω αδιέξοδη κατάσταση.

Επομένως, το Βιετνάμ είναι σε μια σδύσκολη κατάσταση, τόσο εσωτερικά όσο και διαθνώς, στο στρατιωτικό και τον πολιτικό τομέα, καθώς και στον τομέα της οικονομίας, το χρηματοδοτικό και τον επισιτιστικό. Αυτή η κατάσταση οφείλεται στο γεγονός ότι έχει αποτύχει να κατακτήσει την Καμπότζη. Αν το είχε πετύχει, η κατάσταση θα ήταν διαφορετική και θα ήταν ακόμα πιο φιλόδοξο και αλαζονικό.

Θα συνεχίσει την επέκτασή του το Βιετνάμ προς το Νότο; Το Βιετνάμ και οι Σοβιετικοί απειλούν να συνεχίσουν την επέκτασή τους στο νότο.

Το πρόβλημα αυτό είναι ξεκάθαρο. Αυτό είναι που κάνουν. Απειλούν με τον ίδιο τρόπο που οι φασίστες και οι ιμπεριαλιστές απειλούσαν κατά το παρελθόν, αξιοποιώντας τις βάρβαρες δυνάμεις τους.

Αν πετύχουν να ελέγχουν τη Νοτιοανατολική Ασία τι αλλαγές θα επέλθουν στον κόσμο;

Θα χρησιμοποιούν τις χερσαίες και ναυτικές τους δυνάμεις για να επεκτείνουν την επέκτασή τους, να ελέγχουν τα στενά της Μαλάκκα και να αποκτήσουν τους οικονομικούς πόρους της Νοτιοανατολικής Ασίας. Τότε η κατάσταση θα γίνει ακόμα πιο πολύπλοκη.

Θα είναι σε θέση να προβούν σε επέκταση και έλεγχο της Νοτιοανατολικής Ασίας;

Το πρόβλημα έχει ως εξής: αν δεν παλέψουμε εναντίον τους, θα είναι σε θέση να καταλάβουν τη Νοτιοανατολική Ασία. Όμως αν παλέψουμε σθεναρά εναντίον τους, δεν θα είναι σε θέση να το κάνουν. Είμστε πεπεισμένοι ότι οι χώρες και οι λαοί της Νοτιοανατολικής Ασίας όπως και οι λαοί όλου του κόσμου κατηγορηματικά δεν θα επιτρέψουν στους Βιετναμέζους ή τους διεθνείς επεκτατιστές να διεξάγουν τις επεκτατικές τους μανούβρες που στοχεύουν στην κατάκτηση άλλων περιοχών.

Όμως αν η Νοτιοανατολική Ασία δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της και οι μεγάλες δυνάμεις παρέμβουν και τη βοηθήσουν, τότε πόσο πολύ θα κλιμακωθεί ο πόλεμος;

Σήμερα, θέλω να υπογραμμίσω, και το γνωρίζετε αρκετά καλά το τμήμα της Δημοκρατικής Καμπότζης που αντιμετωπίζει τις επιθέσεις του Βιετνάμ και του Σοβιετικού επεκτατισμού, δηλαδή γνωρίζετε το μερίδιό της στην εθνική άμυνα και τη συμβολή της στη γενική κατάσταση στη Νοτιοανατολική Ασία.

Σε μια τέτοια κατάσταση, ο κόσμος θέλει να είναι η Καμπότζη ανεξάρτητη και κυρίαρχη με εδαφική ακεραιότητα, ή να είναι μια μαριονέτα των Βιετναμέζων ή μια Βιετναμέζικη και Σοβιετική βάση;

Οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και πολλές ασιατικές χώρες έχουν καταλάβει αυτό το πρόβλημα και θα το κατανοούν περαιτέρω. Και παγκοσμίως, όλο και περισσότερες χώρες κατανοούν αυτό το πρόβλημα. Όμως ακόμα υπάρχουν χώρες που δεν το έχουν κατανοήσει. Μεταξύ αυτών, υπάρχουν μεγάλες χώρες που έχουν στρατηγικά συμφέροντα στην αξιοποίηση των Στενών της Μαλάκκα και στη Νοτιοανατολική Ασία. Είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν έχουν ακόμα μια σωστή πολιτική στάση απέναντι στη Δημοκρατική Καμπότζη και δεν γνωρίζουν ακόμα ότι η Δημοκρατική Καμπότζη αντιμετωπίζει την επίθεση των Βιετναμέζων και των διεθνών επεκτατιστών. Ωστόσο, πιστεύουμε ότι βαθμιαία θα καταλάβουν καθώς η κατάσταση εξελίσσεται.

Γνωρίζετε σκάκι. Όταν οι Βιετναμέζοι προωθούν ένα πιονι, ήδη έχουν δει από πριν το δεύτερο βήμα που θα κάνουν. Όσοι προωθούν ένα πιονι χωρίς να δουν από πριν το επόμενο βήμα δεν είναι σε θέση να ξέρουν το δεύτερο βήμα των Βιετναμέζων. Οι Βιετναμέζοι συνεχίζουν τις μανούβρες τους στοχεύοντας να αποπροσανατολίσουν την παγκόσμια κοινή γνώμη ανοιχτά επιτιθέμενοι στην Καμπότζη. Οι διπλωματικές μανούβρες εναντίον της Καμπότζης στοχεύουν επίσης στην εξυπηρέτηση της επιθετικής έναντι της Καμπότζης στρατηγικής τους. Και η επίθεση στην Καμπότζη συνιστά τμήμα της επιθετικής στρατηγικής τους εναντίον της Νοτιοανατολικής Ασίας. Θέλουμε να σας πούμε ποια θα ήταν η κατάστση αν οι Βιετναμέζοι και οι Σοβιετικοί επεκτατιστές πετύχουν να κατακτήσουν την Καμπότζη.

Οι Βιετναμέζοι προβαίνουν σε διπλωματικές κινήσεις στη Νοτιοανατολική Ασία αποσκοπώντας να υπηρετήσουν αυτή τη στρατηγική. Παλεύουν να αντισταθμίσουν την κατάσταση της ήττας τους στο μέτωπο της Καμπότζης ώστε να κερδίσουν χρόνο για να απομονώσουν την Καμπότζη και να προετοιμάσουν τις δυνάμεις τους για νέες επιθέσεις εναντίον της Καμπότζης. Όταν η Καμπότζη θα κατακτηθεί, τότε θα συνεχίσουν και θα επιτεθούν σε άλλες χώρες στη Νοτιοανατολική Ασία. Όμως θεωρούμε πως οι Βιετναμέζοι δεν θα επιτύχουν.

Το Βιετνάμ και οι οπαδοί τους δεν θα είναι σε θέση να κατακτήσουν την Καμπότζη. Θέλουμε να δηλώσουμε ότι αν συνεχίσουν να μας επιτίθενται θα πρέπει να είναι έτοιμοι να διεξάγουν πόλεμο για 100 χρόνια και ακόμα και μετά από 100 χρόνια δεν θα είναι σε θέση να κατακτήσουν την Καμπότζη. Αντιθέτως, θα συντριβούν. Το λέω αυτό γιατί είμαι θυμωμένoς και συνειδητοποιημένος. Βασιζόμστε στις δικές μας δυνάμεις.

Πρώτον, έχουμε το Κομμουνιστικό Κόμμα Καμπότζης, του οποίου η ηγεσία είναι σταθερή. Δεύτερον, έχουμε το λαό στο πλευρό μας. Είναι ικανοποιημένος με το κολεκτιβίστικο καθεστώς από το οποίο απολαμβάνουν όλα τα οφέλη, ειδικά οι εργαζόμενοι που συνιστούν πάνω από το 90% όλου του λαού. Το εναπομείναν 10% είναι επίσης με την επανάσταση, συμμετέχει σε αυτή και είναι πατριωτικό. Κανένας δεν θέλει το Βιετνάμ να προσαρτήσει την Καμπότζη. Τρίτον, έχουμε τον ένδοξο Επαναστατικό Στρατό της Καμπότζης. Τέταρτον, σε οικονομικό επίπεδο, μπορούμε να καλύψουμε τις δικές μας ανάγκες. Κατά τον 5ετή πόλεμο εναντίον των αμερικάνων ιμπεριαλιστών, όταν η κατάσταση ήταν δύσκολη και σύνθετη, μπορούσαμε να καλύπτουμε τις δικές μας ανάγκες και να δίνουμε και βοήθεια και στο Βιετνάμ. Επομένως, τώρα, έχουμε όλες τις προϋποθέσεις για να καλύψουμε τις επισιτιστικές μας ανάγκες. Πέμπτον, έχουμε ένα σφριγηλό κολεκτιβιστικό σοσιαλιστικό καθεστώς που βασίζεται σε όλο και πιο ισχυρά θεμάλια.

Όσον αφορά το Βιετνάμ, το κόμμα του δεν είναι ένα πραγματικό μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, είναι στην πραγματικότητα ένα βαθιά ρεβιζιονιστικό κόμμα που έχει προδώσει την επανάσταση. Το καθεστώς του δεν είναι ένα πραγματικό σοσιαλιστικό καθεστώς, είναι ένα μεταμφιεσμένο σε σοσιαλιστικό καθεστώς που καταπιέζει το λαό του. Ο φτωχός λαός παραμένει ακόμα αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η Βιετναμέζικη κρατική εξουσία είναι πολιτικά και οικονομικά διεφθαρμένη και καταπιέζει και εκμεταλλεύεται το λαό της. Να γιατί ο λαός δεν την υποστηρίζει. Αντιθέτως, της αντιτίθεται. Ο Βιετναμέζικος στρατός δεν είναι ένας πραγματικός επαναστατικός στρατός. Είναι ένας διεφθαρμένος στρατός που εκμεταλλεύεται και καταστέλει το λαό. Ο λαός δεν τον υποστηρίζει. Επομένως, δεν μπορεί να στρατολογήσει στρατιώτες για τους σκοπούς τους.

Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση του Βιετνάμ είναι πραγματικά κρίσιμη. Η πείνα έχει αυξηθεί. Αυτή η κατάσταση θα επιδεινώνεται αν το Βιετνάμ επιμείνει να συνεχίζει να την επίθεσή του εναντίον της Καμπότζης.

Στη διεθνή αρένα, το Βιετνάμ, έχει αποκαλυφτεί ως επιθετιστής, επεκτατιστής, μισθοφόρος των Σοβιετικών επεκτατιστών, ως χώρα που ανήκει στο Σοβιετικό μπλοκ. Επομένως, όλο και πιο πολύ αποκαλύπτεται και απομονώνεται, όλο και πιο πολλοί άνθρωποι από όλο τον κόσμο απομακρύνονται καθώς βλέπουν ξεκάθαρα ότι το Βιετνάμ επιτίθεται στην Καμπότζη και ότι η Καμπότζη υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της εναντίον του επιτιθέμενου Βιετνάμ.

Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους είμαστε πεπεισμένοι ότι μπορούμε επιτυχώς να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας από μόνοι μας. Υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία μας, λαμβάνουμε συμπάθεια, υποστήριξη και ενθάρρυνση από όλο και πιο πολλούς φίλους στον κόσμο.

Τρίτη ερώτηση. Πρόσφατα, τα ΜΜΕ σε όλο τον κόσμο επεσήμαναν κάποια προβλήματα στην Καμπότζη. Ποια είναι η άποψη της Κυβέρνησης της Καμπότζης;

Οι ιμπεριαλιστές και οι διεθνείς επεκτατιστές διεξάγουν παγκόσμιες προπαγανδιστικές εκστρατείες ότι ο λαός αντιτίθεται στο κράτος της Δημοκρατικής Καμπότζης, ότι υπάρχει ανασφάλεια σε όλη την Καμπότζη, ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονατι και ότι η Κυβέρνηση της Δημοκρατικής Καμπότζης έχει μόλις λίγα μέλη. Κάθε άνθρωπος που έχει τις αισθήσεις του μπορεί να κρίνει.

Πρώτον, ποιος αντιπολιτεύεται την επανάσταση της Καμπότζης και τη Δημοκρατική Καμπότζη; Είναι οι ιμπεριαλιστές, οι αντιδραστικοί και οι διεθνείς επεκτατιστές που είναι εξοργισμένοι επειδή η Δημοκρατική Καμπότζη είναι ανεξάρτητη και κυρίαρχη, επειδή έχουν χάσει όλα τα στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντά τους και δεν μπορούν πλέον να αναμειγνύονται στις εσωτερικές υποθέσεις της Δημοκρατικής Καμπότζης. Είναι επομένως κάτι το φυσιολογικό.

Δεύτερον, πήγατε και επισκεφτήκατε πολλές επαρχίες. Είδατε ανασφάλεια; Είδατε εξεγέρσει; Μπορείτε να δώσετε στοιχεία.

Τρίτον, σίγουρα συμφωνείτε μαζί μας. Χωρίς τη συμμετοχή του λαού της, η Καμποτζιανή επανάσταση δεν θα είχε επιτύχει. Δεν θα υπήρχε η 17η Απρίλη 1975 (σ. parapoda: ημέρα κατάληψης της Πνομ Πενχ από τις Λαϊκές Ένοπλες Δυνάμεις Εθνικής Απελευθέρωσης της Καμπότζης). Σήμερα, η επανάσταση της Καμπότζης έχει επιτυχώς υπερασπιστεί τη χώρα και καλύπτει τις επισιτιστικές της ανάγκες όταν πλήρως ανεξάρτητη, κυρίαρχη και βασιζόμενη στις δικές της δυνάμεις. Αν ολόκληρος ο λαός δεν συμμετείχε στην επανάσταση, δεν θα ήμασταν σε θέση επιτυχώς να υπερασπιστούμε ή να ανοικοδομήσουμε τη χώρα και να καλύπτουμε τις ανάγκες μας, το Βιετνάμ θα είχε κατακτήσει την Καμπότζη και θα υπήρχε πείνα και η Καμπότζη θα ήταν υποχρεωμένη να ζητιανεύει για βοήθεια παντού.

Όλα αυτά ξεκάθαρα αποδεικύουν ότι ο Καμποτζιανός λαός διεξάγει την επανάσταση και είναι ο αφέντης στη Δημοκρατική Καμπότζη.

Από τη μια, όλος ο λαός είναι υπέρ της επανάστασης. Από την άλλη, αποτελείται από δύο κατηγορίες. Τους εργαζόμενους που συνιστούν το 90% του πληθυσμού, και οι οποίοι είναι ικανοποιημένοι με το κολεκτιβίστικο καθεστώς που τους διασφαλίζει την ικανοποίηση όλων των αναγκών τους. Στο παρελθόν δεν είχαν τίποτα να φάνε, ήταν υποχρεωμένοι να πουλάνε τους γιους, τις κόρες, τους ή τις συζύγους τους και οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν άθλιες. Σήμερα, τρώνε και υπερασπίζονται αυτό το κολεκτιβίστικο καθεστώς. Όσον αφορά το εναπομείναν 10%, οι συνθήκες διαβίωσής τους ειναι κατά τι χαμηλότερες από όσο στο παρελθόν. Ωστόσο, τρώνε όπως όλοι οι άλλοι, τους παρέχεται στέγαση, ρουχισμός και ιατρική περίθαλψη.

Όλος ο λαός έχει δει ότι αυτή η κοινωνία είναι δίκαιη, είναι μια κοινωνία που όλοι επιθυμούσαν επί μακρόν να έχουν. Στο παρελθόν όλοι ήθελαν να απολαμβάνουν δημοκρατικές ελευθερίες. Αυτές οι δημοκρατικές ελευθερίες καταγράφονταν στα βιβλία, αλλά στην πραγματικότητα τις είχαν μόνο οι εκμεταλλεύτριες τάξεις οι οποίες, αξιοποιώντας αυτές τις ελευθερίες, λεηλατούσαν και εκμεταλλεύονταν το λαό στο στρατιωτικό, πολιτικό, οικονομικό επίπεδο, καθώς και σε κοινωνικό και πολιτιστικό. Το 90% του λαού δεν είχε κανένα άλλο πέρα από το “δικαίωμα” να το εκμεταλλεύονται και να το καταπιέζουν.

Τώρα γνωρίζουν καλά τι είναι δημοκρατικές ελευθερίες και κοινωνική δικαιοσύνη, γιατί είναι οι κύριοι των μέσων παραγωγής, των εκτάσεων, των ζώων και των εργοστασίων. Έχουν όλοι το δικαίωμα να σπουδάζουν και το δικαίωμα να αποφασίζουν μόνοι τους τη μοίρα της χώρας. Επομένως, αυτές οι δημοκρατικές ελευθερίες είναι πραγματικές δημοκρατικές ελευθερίες. Αυτή είναι η κατάσταση των δυνάμεων του λαού μας.

Επομένως, με τη συκοφαντική προπαγάνδα εναντίον της Δημοκρατικής Καμπότζης, ο εχθρός βλέπει τις επιθυμίες του ως πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, ο λαός της Καμπότζης διάκειται υπέρ της επανάστασης και υπερασπίζεται το κολεκτιβίστικο καθεστώς του.

To κείμενο στα αγγλικά εδώ.

***

Βλ. επίσης

Δελτίο Τύπου του Έκτακτου Εθνικού Συνεδρίου της Καμπότζης (28/4/1975)

George C. Hildebrand & Gareth Porter: Η εκκένωση της Πνομ Πενχ

Για την απέλαση των ξένων υπηκόων από την Καμπότζη (1975)

περιλαμβάνεται: 1) εισαγωγικό κείμενο της Αντιπροσωπείας της Βασιλικής Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Καμπότζης στο Παρίσι προς το Γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών (12/05/1975)

2) Ανακοίνωση του Υπουργού Πληροφόρησης & Προπαγάνδας της Βασιλικής Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας της Καμπότζης Hu Nim (10/05/1975)

3) Δελτίο Τύπου του Υπουργείου Πληροφόρησης για την απέλαση των ξένων από την Καμπότζη (10/05/1975)

4) Δήλωση Βασιλιά Norodom Sihanouk για τη δυνατότητα εξομάλυνσης των σχέσεων Καμπότζης και Ιαπωνίας και χωρών του ASEAN (11/05/1975)

Για τις αντιλήψεις των Ερυθρών Χμερ για την ταξική πάλη στην Καμπότζη μετά τη νίκη τους

Συνέντευξη Khieu Samphan (12/08/1975)

Ομιλία Ieng Sary στην 7η Ειδική Συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (30/08/1975)

Συνέντευξη Ieng Sary στο περιοδικό Newsweek (04/09/1975)

Για τις πολιτικές & κοινωνικές συμμαχίες των Ερυθρών Χμερ μετά τη νίκη τους (22/09/1975)

Σαμίρ Αμίν: Διδάγματα από την Καμπότζη (1976)

Συνέντευξη Ieng Sary στο περιοδικό Der Spiegel (09/05/1977)

Νoam Chomsky & Edward Herman: Τεταρτογενείς Διαστρεβλώσεις (των γεγονότων της Καμπότζης) (25/06/1977)

Συνέντευξη Πολ Ποτ σε Γιουγκοσλάβους δημοσιογράφους (Μάρτης 1978)

Alain Badiou: «Η Καμπότζη θα νικήσει!» (17/01/1979)

Συνέντευξη Khieu Samphan (27/07/2007)

Ανατροπές στην απόφαση του εφετείου για τους «Ερυθρούς Χμερ» (23/11/2016)