Η “Πράβντα” για τη “Λαίδη Μάκβεθ” του Σοστακόβιτς (+ ένα σχόλιο για τη φοβική στάση απέναντι στην κριτική)

Συμπληρώνονται σήμερα 110 χρόνια από τη γέννηση του – κατά πολλούς – μεγαλύτερου μουσικοσυνθέτη του 20ού αιώνα, Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Πολλές από τις μελωδίες των έργων του έχουν διεισδύσει σε πολλές πτυχές της σύγχρονης ζωής, χωρίς καν οι περισσότεροι να γνωρίζουμε ότι συνθέτης τους ήταν ο Σοστακόβιτς.

Η παρουσίαση του έργου και της ζωής του σοβιετικού Σοστακόβιτς στις καπιταλιστικές χώρες γίνεται με τέτοιο τρόπο που, όχι απλώς κάνει το άσπρο – μαύρο, αλλά φτάνει να μειώνει την ίδια την αξία του έργου του. Από την άλλη, ωστόσο, αναδεικνύει την εγγενή αδυναμία του αστικού – καπιταλιστικού συστήματος να αποδεχτεί την κριτική και την αυτοκριτική ως όπλα για την ενδυνάμωση της κοινωνίας και του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, αφού αυτό το σύστημα δεν ενδιαφέρεται για αυτή την ενδυνάμωση. Αποδεικνύει, όμως, και την υπεροχή του σοσιαλιστικού συστήματος, για τους ακριβώς αντίθετους λόγους.  

%d1%88%d0%be%d1%81%d1%82%d0%b0%d0%ba%d0%be%d0%b2%d0%b8%d1%87Ο Ντμίτρι Ντμίτριεβιτς Σοστακόβιτς (25/09/1906 – 09/08/1975)

Για τα ψέματα σχετικά με τη σχέση του Σοστακόβιτς με το σοβιετικό “καθεστώς” αρκούν οι ίδιες οι απαντήσεις που έπαιρναν όσοι τα διέδιδαν, από τον ίδιο το Σοστακόβιτς, όσο ο ίδιος ζούσε, και για κάθε ψέμα που διαδιδόταν στη Δύση και υπέπεπτε στην αντίληψή του (βλ. “Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Για τον ίδιο και την εποχή του”, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985). Όμως και άλλα στοιχεία μπορούν να αναδείξουν τον ισχυρισμό περί ψεμάτων. Πώς γίνεται ένας διωκόμενος να βραβεύεται, για να σταθούμε μόνο στην περίοδο Στάλιν, με το Παράσημο Λένιν (1946), το Παράσημο της Κόκκινης Σημαίας της Εργασίας (1940), το Βραβείο Στάλιν στις Τέχνες (1941, 1942, 1946, 1950, 1952), το βραβείο του Καλλιτέχνη του Λαού της Ρωσικής Ομόσπονδης ΣΣΔ (1948, κατά τη “δεύτερη δίωξή” του), να διατηρεί μέχρι το θάνατό του εγκάρδιες σχέσεις με έναν επιφανή “σταλινικό” και “προσωπικό διώκτη του”, το Ντμίτρι Σεπίλοφ (που διαγράφτηκε από την ΚΕ του ΚΚΣΕ το 1957 μαζί με τους Μολότοφ, Μαλένκοφ, Καγκάνοβιτς), να είναι μέλος του Ανώτατου Σοβιέτ της Ρωσικής Ομόσπονδης ΣΣΔ; Πώς γίνεται, παράλληλα με τη “δίωξη” (άσκηση κριτικής), να του δίνεται η δυνατότητα να συνεχίζει το έργο του με τα ίδια μέσα;

Τι μένει, λοιπόν, για να “τεκμηριωθεί” η δίωξη; Πρακτικά, καποια άρθρα κριτικής προς μεμονωμένα έργα του (τα οποία άρθρα, μάλιστα, ακολούθησε η βελτίωση του καλλιτέχνη, και άρα, δεν μπορεί να μη συνεπάγεται ούτε κατ’ελάχιστο καποια σύνδεση μεταξύ κριτικής και βελτίωσης). Προφανώς, καποιοι θεωρούν πως είναι δυνατό οποιοσδήποτε – και μάλιστα ο καλλιτέχνης – να είναι κάτι σαν επίγειος θεός, αλάνθαστος, που οι “κοινοί θνητοί” (πολλώ δε μάλλον, αυτοί που του έδωσαν όλα τα μέσα για να εκφραστεί) δεν πρέπει να του ασκούν κριτική. Είναι αυτή, άλλωστε, η αντίληψη που έχουν οι αστοί για τον καλλιτέχνη: ότι πρέπει να στέκεται “υπεράνω” των “κοινών θνητών” και της ζωής τους, δεν πρέπει να ασχολείται με αυτή, πρέπει οι “κοινοί θνητοί” να τον ζηλεύουν, και ο ίδιος να είναι ένα ψώνιο, και όχι να υπάρχει μια αλληλεπίδραση, όπου ο καλλιτέχνης, εμπνευσμένος από τη ζωή των “κοινών θνητών”, να προσπαθεί με την Τέχνη να ανεβάσει το επίπεδό τους στο δικό του (όταν βλέπει πιο μπροστά και πιο ξεκάθαρα, και με τα έργα του δίνει μορφή εύληπτη στους “κοινούς θνητούς” σε ό,τι βλέπει), και όχι όπως οι αστοί να έχει την Τέχνη για ξεχαρμάνιασμα.

Και μόνο το γεγονός ότι ένα κοινωνικό σύστημα θεωρεί τόσο σημαντικό το ρόλο του καλλιτέχνη, αποδεικνύει ότι η άσκηση κριτικής δεν γίνεται για να μηδενίσει την προσωπικότητά του, αλλά να την αναδείξει, εντός, πάντα (και όχι υπεράνω) της κοινωνίας. Γιατί θεωρεί την κριτική οξυγόνο και την αυτοκριτική ανοσοποιητικό σύστημα.

prokofiev_shostakovich_khachaturianΠροκόφιεφ, Σοστακόβιτς, Χατσατουριάν, το 1945

Η άσκηση κριτικής (και αυτοκριτικής) δεν μπορεί παρά και αυτή να είναι ένα έργο, το οποίο πρέπει να είναι υψηλού επιπέδου, λεπτομερές όσο περισσότερο γίνεται: για ένα προς ένα τα πεπραγμένα του υφιστάμενου την κριτική. Η κριτική μόνο λεπτομερής μπορεί να έχει νόημα. Όταν καποιος κριτικά αναστοχάζεται μόνο συνολικά την πορεία της ζωής ενός ανθρώπου, ή και μιας συλλογικότητας, και όχι μία περίοδό του ή ένα-ένα τα πεπραγμένα του, δεν τον/την βοηθά να διορθώσει εφ’ εξής τη συμπεριφορά του/της στην καθημερινή, υλική, ζωή, αφού, από τα μεμονωμένα λάθη μπορεί κανείς να διδαχτεί για το πώς να φέρεται στην πράξη, στην καθημερινή ζωή. Ενίοτε, μπορεί και να υποκρύπτει την αδιαφορία αυτού που επικρίνει γενικόλογα αυτό τον άνθρωπο, ή, όταν πρόκειται για συλλογικότητα, να μην ενδιαφέρεται για τη συνέχισή της. Και όταν πρόκειται για συλλογικότητες που φιλοδοξούν να συμβάλλουν στην οικοδόμηση μίας νέας, διαφορετικής κοινωνίας, η κριτική (και αυτοκριτική) της πορείας της, όταν δεν γίνεται για συγκεκριμένο διάστημα, αλλά, γενικόλογα, από … καταβολής της, δεν συμβάλλει στο να ανέβει το πολιτικό κριτήριο των μελών της, ώστε να αποφεύγουν ατομικά και συνολικά να διαπράττουν τα ίδια ή νέα λάθη. Τουναντίον, αναπαράγει την αστική αντίληψη για την κριτική: την πάση θυσία αποφυγή της, επειδή θεωρεί ότι υπάρχουν, όπως εντός της αστικής κοινωνίας, ανταγωνιστικά συμφέροντα από πλευράς όσων την ασκούν ή την επιδιώκουν. Η έλλειψη συγκεκριμένης κριτικής και αυτοκριτικής, πέραν της κατασκευής μίας ψεύτικης πραγματικότητας (όπου όλα είναι μέλι-γάλα και “προχωράμε”), είναι ο (αδιέξοδος) δρόμος προς την ευκολία και την ενσωμάτωση.

Όμως, η στάση μιας συλλογικότητας απέναντι στην (αυτο-) κριτική προς αυτή για τα λάθη της δείχνει τη σοβαρότητά της απέναντι στο λαό (στον οποίο μπορεί και να εγκλημάτισε, έστω και εξ αμελείας, αφού οι πολιτικές συλλογικότητες δεν γίνονται για τα μέλη τους, ή, και να γίνονται, έχουν, σε κάθε περίπτωση, επιδράσεις και προς τα έξω, στην κοινωνία και τη χώρα). Και επειδή η έλλειψη συγκεκριμένης κριτικής, οδηγεί στην ανυποληψία και την εξαφάνιση μιας συλλογικότητας, και η πολιτική απεχθάνεται τα κενά, η έλλειψη συγκεκριμένης κριτικής, δεν είναι πολιτικά αθώα.

Παρακάτω παρατίθεται η κριτική της Πράβντα (φύλλο 28/01/1936) στο έργο του Σοστακόβιτς “Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ”. Ακόμα και αυτή η κριτική έχει δεχτεί γκεμπελικό “καλλωπισμό”, ακόμα και από καθηγητές πανεπιστημίων, όπως το Γιάννη Μουρέλο του ΑΠΘ (βλ.εδώ), όπου φράσεις κόβονται και ράβονται, για να φέρουν το Σοστακόβιτς στα μέτρα (ή, μάλλον, για να τον κάνουν σαν τα μούτρα) των αστών, και την κριτική να την παρουσιάσουν όπως οι ίδιοι τη νιώθουν, όταν ασκείται προς αυτούς: ως “δίωξη”. Η μετάφραση έγινε απ’ευθείας από τα ρώσικα.

***

Συνονθύλεμα αντί για μουσική

Μαζί με τη γενική πολιτιστική άνοδο στη χώρα μας αυξήθηκε και η ζήτηση για καλή μουσική. Ποτέ και πουθενά αλλού οι συνθέτες δεν είχαν μπροστά τους ένα τόσο ευγνώμον κοινό. Οι λαϊκές μάζες περιμένουν καλά τραγούδια και επίσης καλές οργανικές εκτελέσεις, καλές όπερες.

imagerid53Ο Σοστακόβιτς τον καιρό του πολέμου

Καποια θέατρα, ως καινοτομία, ως επίτευγμα παρουσιάζουν στο νέο, ώριμο πολιτιστικά κοινό την όπερα του Σοστακόβιτς “Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ”. H χαϊδευτική μουσική κριτική εξυψώνει στα σύννεφα την όπερα, πομπωδώς το δοξάζει. Ο νεαρός συνθέτης, αντί για μεθοδική και σοβαρή κριτική, η οποία θα μπορούσε να τον βοηθήσει στο έργο του στο μέλλον, ακούει μόνο ενθουσιαστικά κομπλιμέντα.

Ο ακροατής από το πρώτο κιόλας λεπτό μένει αποσβολωμένος στην όπερα από έναν συνειδητά άμορφο, συγκεχυμένο χείμαρρο ήχων. Τμήματα μελωδιών, βάσεις μουσικών φράσεων βυθίζονται, έπειτα, αναδύονται, ξανά χάνονται μέσα στη βαβούρα, το τρίξιμο και τη στριγκλιά. Το να ακολουθήσει κανείς αυτή τη μουσική είναι δύσκολο, το να την απομνημονεύσει – αδύνατο.

Έτσι είναι σχεδόν καθ’όλη τη διάρκεια της όπερα. Στη σκηνή, το τραγούδι αντικαθίσταται από κραυγές. Όπου ο συνθέτης τυχαίνει και παίρνει το δρόμο της απλής και κατανοητής μελωδίας, άμεσα, ωσάν να φοβόταν μια τέτοια ατυχία, σπεύδει να ξαναπέσει στη ζούγκλα της μουσικής σύγχυσης – κάτι που σε μερικά σημεία καθίσταται κακοφωνία. Η εκφραστικότητα, την οποία ζητά ο ακροατής, έχει αντικατασταθεί από έναν μανιώδη ρυθμό. Το πάθος πρέπει να εκφράζεται από μουσικό θόρυβο.

Όλα αυτά δεν οφείλονται σε έλλειψη ταλέντου του συνθέτη, ούτε από καποια ανικανότητά του να εκφράσει απλά και δυνατά αισθήματα. Πρόκειται για μουσική, η οποία σκόπιμα έγινε αναποδογυρισμένα, ώστε τίποτα να μη θυμίζει κλασική μουσική όπερας, να μην έχει τίποτα το κοινό με το συμφωνικό ήχο, με τον απλό, προσβάσιμο σε όλους μουσικό λόγο. Πρόκειται για μουσική, η οποία δομήθηκε πάνω στην ίδια αρχή της άρνησης της όπερας, πάνω στην οποία αρχή η αριστερίστικη τέχνη γενικά αρνείται στο θέατρο την απλότητα, το ρεαλισμό, τη σαφήνεια της εικόνας, το φυσικό ηχητικό λόγο. Πρόκειται για μεταφορά στην όπερα, στη μουσική των πιο αρνητικών πτυχών του “Μεγιερχολντισμού” σε πολλαπλάσια μορφή. Πρόκειται για αριστερίστικο συνονθύλευμα, αντί για φυσική, ανθρώπινη μουσική. Η ικανότητα της καλής μουσικής να κερδίζει τις μάζες θυσιάζεται προς χάρη μίας μικροαστικής φορμαλιστικής απόπειρας, η οποία αξιώνει ότι δημιουργεί μία πρωτοτυπία μέσα από φτηνά τρικ. Πρόκειται για παιχνίδι με δυσνόητα πράγματα, το οποίο μπορεί να τελειώσει πολύ άσχημα.

shostakovich_firemanΟ Σοστακόβιτς εθελοντής πυροσβέστης κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο κίνδυνος αυτής της τάσης στη σοβιετική μουσική είναι ξεκάθαρος. Η αριστερίστικη παραμόρφωση στην όπερα αναβλύζει από την ίδια πηγή άπό την οποία αναβλύζει η αριστερίστικη παραμόρφωση στη ζωγραφική, την ποίηση, την παιδαγωγική, τις επιστήμες. Οι μικροαστικές “καινοτομίες” οδηγούν στην απόσπαση από την πραγματική τέχνη, από την πραγματική επιστήμη, από την πραγματική λογοτεχνία.

Ο δημιουργός της “Λαίδης Μάκβεθ του Μτσένσκ” χρειάστηκε να προσφύγει και να δανειστεί από τη τζαζ το νευρώδη, σπασμωδικό και επιθετικό της τόνο για να προσδώσει “πάθος” στους χαρακτήρες του έργου.

Ενώ η κριτική μας – συμπεριλαμβανομένης της μουσικοκριτικής – γίνεται στο όνομα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αυτό που μας παρουσιάζεται σε αυτή τη δημιουργία του Σοστακόβιτς είναι ένας ωμός νατουραλισμός. Μονότονα και με κτηνώδη μορφή παρουσιάζονται όλοι – και οι έμποροι και ο λαός. Αρπακτικό η γυναίκα του εμπόρου, λαίμαργη για πλούτο και εξουσία μέσω δολοφονιών, παρουσιάζεται ως περίπου “θύμα” της αστικής κοινωνίας. Στην ηθογραφία του Λέσκοφ έχει επιβληθεί ένα νόημα, το οποίο δεν έχει.

Και όλα αυτά ωμά, πρωτόγονα, χυδαία. Η μουσική κρώζει, βουίζει, σφαδάζει και πνίγεται προκειμένου όσο πιο φυσικά γίνεται να αναπαραστήσει τις σκηνές αγάπης. Και η “αγάπη” απλώνεται σε ολόκληρη την όπερα με την πιο χυδαία της μορφή. Το διπλό κρεβάτι του εμπόρου καταλαμβάνει τον κεντρικό χώρο στη σκηνή. Πάνω σε αυτό επιλύονται όλα τα “προβλήματα”. Πάνω σε αυτό επίσης το ωμό-νατουραλιστικό στυλ παρουσιάζεται ο θάνατος από δολοφονία και τα χτυπήματα – σχεδόν πάνω στη σκηνή.

Original caption: 3/25/1949-New York: Anti-Communist demonstrators carry placards outside the Waldorf Astoria where a press conference was in progress preceding the opening session of the controversial cultural and scientific conference for World Peace. (Copyright Bettmann/Corbis / AP Images)«Κάφροι» αμερικάνοι αντικομμουνιστές καλούν το Σοστακόβιτς να … πηδήξει από το παράθυρό επειδή συμμετείχε ως εκπρόσωπος της ΕΣΣΔ  σε Συνέδριο καλλιτεχνών για την Ειρήνη στις ΗΠΑ στις 25/03/1949 (πηγή)

Ο συνθέτης, όπως φαίνεται, δεν έθεσε στον εαυτό του το καθήκον να ακούσει τι περιμένει, τι αναζητεί στη μουσική το σοβιετικό ακροατήριο. Λες και επίτηδες κρυπτογράφησε τη μουσική του, και ανακάτεψε όλους τους ήχους σε αυτή, ώστε να προσεγγιστεί η μουσική του μόνο από όσους έχουν χάσει την υγιή αίσθηση του ωραίου – τους φορμαλιστές. Προσπέρασε τις απαιτήσεις της σοβιετικής κουλτούρας να αποβάλλει την ωμότητα και την αγριότητα από κάθε γωνιά της σοβιετικής ζωής. Αυτή την εκθείαση της λαγνείας του εμπόρου καποιοι κριτικοί τη χαρακτηρίζουν σάτιρα. Όμως για καμία σάτιρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος εδώ. Με όλα τα μέσα και τη μουσική και δραματουργική έκφρασή του ο δημιουργός προσπαθεί να αποσπάσει τη συμπάθεια του κοινού προς τις ωμές και χυδαίες επιδιώξεις και ενέργειες της γυναίκας του εμπόρου Κατερίνας Ισμαήλοβα.

Η “Λαίδη Μάκβεθ” γνωρίζει επιτυχία στο αστικό κοινό στο εξωτερικό. Δεν την εκθειάζει το αστικό κοινό επειδή η όπερα είναι γεμάτη σύγχυση και απολύτως απολίτικη; Δεν είναι επειδή γαργαλά τη διεστραμμένη αίσθηση του αστικού ακροατηρίου η σπασμωδική, φλύαρη και νευρωτική μουσική;

Τα θέατρά μας έχουν κάνει όχι λίγα για να παρουσιάσουν πλήρως την όπερα του Σοστακόβιτς. Οι ηθοποιοί επέδειξαν σημαντικό ταλέντο για να ξεπεράσουν το θόρυβο, τις κραυγές και το τρίξιμο της ορχήστρας. Με τη δραματική τους ερμηνεία, προσπάθησαν να αποζημιώσουν για τη μελωδική μετριότητα της όπερας. Δυστυχώς, από αυτό κατέστησαν ακόμα πιο ξεκάθαρες οι ωμές-νατουραλιστικές πτυχές της. Η ταλαντούχα ερμηνεία αξίζει αναγνώριση, οι χαμένες προσπάθειες – λύπη.

Το άρθρο στα ρώσικα, από όπου και μεταφράστηκε:

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/1b/%D0%A1%D1%83%D0%BC%D0%B1%D1%83%D1%80_%D0%B2%D0%BC%D0%B5%D1%81%D1%82%D0%BE_%D0%BC%D1%83%D0%B7%D1%8B%D0%BA%D0%B8.jpg

http://www.theremin.ru/archive/sovok/sumbur.htm

Το κείμενο στα αγγλικά:

http://www.revolutionarydemocracy.org/rdv14n1/music.htm

http://www.arnoldschalks.nl/tlte1sub1.html

Τζον Ντέσμοντ Μπέρναλ: Διαλεκτικός Υλισμός & Σύγχρονη Επιστήμη

440149a-i1-0

O Τζον Ντέσμοντ Μπέρναλ (10/05/1901- 15/09/1971)

Ένα από τα ζητήματα για τα οποία χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε ξεκάθαρη σκέψη είναι αυτό της σχέσης ανάμεσα στις επιστημονικές μεθόδους και τη μαρξιστική φιλοσοφία. Παρότι ήδη πολλά έχουν γραφτεί επί του ζητήματος, υπάρχει ακόμα τεράστια σύγχυση και αντιφατικές τοποθετήσεις. Είναι ευρέως αισθητό έξω από τους μαρξιστικούς κύκλους ότι, ανεξάρτητα από την οικονομική και πολιτική αξία της μαρξιστικής διδασκαλίας, η “έφοδός” της στο πεδίο της επιστήμης είναι αδικαιολόγητη. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στις φυσικές επιστήμες, όμως επεκτείνεται επίσης και στις κοινωνικές επιστήμες, στο βαθμό που αυτές τείνουν να μιμηθούν στις τεχνικές τους τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Ο μαρξισμός εκλαμβάνεται ως απλώς άλλη μια φιλοσοφική παρέμβαση, η οποία δεν προσθέτει τίποτε το σημαντικό και ουσιαστικά πλεονάζει σε μια περιοχή όπου η υπάρχουσα ανάπτυξη της επιστημονικής μεθόδου παρέχει όλη την ανάλυση που είναι απαραίτητη για την κατανόηση της φύσης. Μία τέτοια στάση, την οποία, στην πραγματικότητα, έχουν και πολλοί που αυτοαποκαλούνται μαρξιστές, προδίδει, στην καλύτερη περίπτωση, μια επιφανειακή αντίληψη για το μαρξισμό και μια έλλειψη κατανόησης της συνολικής του φύσης. Μεγάλη παρανόηση σε σχέση με αυτό το θέμα υπάρχει ιδιαίτερα σε όσους έχουν εκπαιδευτεί στην αγγλική εμπειρική παράδοση, από το γεγονός ότι η μαρξιστική φιλοσοφία προέκυψε μερικώς από το Χέγκελ και ακόμα διατηρεί μια χεγκελιανή ορολογία. Η νέα κατεύθυνση που ο Μαρξ έδωσε στη χεγκελιανή φιλοσοφία και η στέρεα υλική βάση που της έδωσε ούτε γίνονται κατανοητές ούτε εκτιμώνται από όσους τρομάζουν από φράσεις όπως “μετασχηματισμός της ποσότητας σε ποιότητα” ή “άρνηση της άρνησης”. Όσοι συγγραφείς, από την άλλη, αποπειράθηκαν να απαλείψουν από το διαλεκτικό υλισμό την ιδιαίτερη ορολογία του γενικά πέτυχαν να απαλείψουν επίσης τις ιδιαίτερες συμβολές του στην κατανόηση του προτσές του σύμπαντος και τον περιόρισαν σε μόλις μια γενικευμένη εφαρμογή μιας τυπικής επιστημονικής μεθόδου. Τώρα ο μαρξισμός δεν είναι επιστημονική μέθοδος, ούτε είναι, κατά καποια έννοια, μια εναλλακτική μέθοδος· είναι, ταυτόχρονα, πιο ευρύς και πιο αναπτυγμένος. Τόσο η μέθοδος επιστήμης όπως γινόταν κατανοητή ως τώρα, όσο και το περιεχόμενο της επιστημονικής ανακάλυψης μπορούν να ενσωματωθούν στο μαρξιστικό σχήμα. Χρειάζονται, ωστόσο, να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής και να επεκταθούν. Ο μαρξισμός δεν είναι υποκατάστατο της επιστήμης· όμως, χάρη στο ευρύτερο πεδίο του, μπορεί να δει τους περιορισμούς των υπαρχουσών μεθόδων και να δείξει πού κατά το παρελθόν αυτές χρησιμοποιήθηκαν σε πεδία όπου δεν ήταν αποτελεσματικές. Περαιτέρω, χρησιμεύει στο να συμπληρώσει την εικόνα που δίνει η επιστήμη, εισάγοντας σε αυτή έννοιες και μεθόδους εργασίας που, για ιστορικούς και τεχνικούς λόγους, ήταν ως τώρα ξένες προς αυτή, και τέλος, να δείξει στην επιστήμη ότι ο κοινωνικός της ρόλος δεν είναι μόνο στα λόγια, αλλά είναι πρακτικός. Αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ότι σημαίνει ότι ο μαρξισμός δεν είναι επιστήμη, ή ότι είναι κάτι που θα μπορούσε να προστεθεί στην επιστήμη, ή πρέπει να δημιουργήσουμε μία αντίθεση ανάμεσα στο μαρξισμό και την επιστήμη. Ο μαρξισμός μετασχηματίζει την επιστήμη και της δίνει μεγαλύτερο πεδίο δράσης και σημασία, όμως δεν ασχολούμαστε εδώ τόσο πολύ με αυτή τη μετασχηματισμένη μαρξιστική επιστήμη, όσο με την επιστήμη όπως είναι σήμερα.

Μία από τις ιδιαίτερες πτυχές του έργου του Μαρξ, η οποία, εκ πρώτης όψεως, θα φαινόταν ότι αποτελεί ένδειξη για το αδύνατο των ισχυρισμών που διατυπώνονται εδώ, ήταν ότι συνήγαγε την ανάλυσή του για το σύμπαν από τη μελέτη της ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ανθρώπινη κοινωνία είναι εγγενώς πιο σύνθετη από οποιοδήποτε άλλο τμήμα της φύσης, όχι επειδή περιέχει όλη την πολυπλοκότητά της και ακόμα παραπάνω, αλλά επειδή οι αλλαγές της είναι πιο γρήγορες και λιγότερο τακτικές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επιστήμες που επιδιώκουν να πραγματευτούν αυτό το ζήτημα ήταν οι τελευταίες που αναπτύχθηκαν και είναι ακόμα οι πλέον αδιαμόρφωτες. Τώρα η επιστήμη έχει προοδεύσει σχεδόν αξιωματικά στη βάση ότι το σύνθετο πρέπει να κατανοείται με τους όρους του απλού και όχι το αντίστροφο. Πράττοντας έτσι, ωστόσο, ειδικά κατά τον καθορισμό εκείνων των κανονικοτήτων που γνωρίζουμε ως επιστημονικούς νόμους, αναγκαστικά στερείται η επιστήμη τη δυνατότητα να εξετάζει τον τύπο των φαινομένων που δεν είναι κανονικά, ιδίως την εμφάνιση των νέων στοιχείων στο σύμπαν. Τώρα, ο βαθμός εμφάνισης του νέου είναι ο ίδιος συνάρτηση της συνθετότητας των φαινομένων. Δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι οι δονήσεις των ηλεκτρονίων σε ένα άτομο υδρογόνου είναι κατά τα τελευταία 1010 χρόνια διαφορετικές από αυτές που παρατηρείται ότι είναι τώρα. Η πρόοδος της επιστήμης, αρχίζοντας με τη φυσική και καταλήγοντας στη βιολογία, βασίστηκε στη σιωπηρή παραδοχή, η οποία ήταν αυτή του Αριστοτέλη και του Αβερρόη, πως οτιδήποτε στο συμπαν είχε προχωρήσει και προχώρησε με απαράλλαχτους και αιώνιους κανόνες. Οτιδήποτε, επομένως, εν βασιζόταν σε τέτοιους κανόνες ipso facto αποκλειόταν από το πεδίο της επιστήμης. Η ανθρώπινη ιστορία, για παράδειγμα, θεωρούταν, εκτός από παράλογους διανοητές όπως ο Βίκο, μία τέχνη και όχι μία επιστήμη. Ακόμα και η κοσμική εξέλιξη του Λαπλάς δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή τη θέση, γιατί στο σύστημά του έλαβε χώρα μόνο ως αποτέλεσμα της αυστηρής εφαρμογής των αιώνιων Νευτωνικών νόμων της κίνησης. Ήταν αυτή η στάση, στην πραγματικότητα, που απέτρεψε για πολλές εκατοντάδες χρόνια, την αποδοχή της εγγενώς προφανούς θεωρίας της οργανικής εξέλιξης. Όμως η εξέλιξη των νέων μορφών στον έμβιο κόσμο ακόμα παρέμενε, όπως και παραμένει σε μεγάλο βαθμό σήμερα, ζήτημα συμπεράσματος και όχι άμεσης παρατήρησης. Σχεδόν το σύνολο του βιολογικού έργου για την εξέλιξη ήταν μάλλον για να τεκμηριώσει τη δική του πραγματικότητα και για τη χάραξη της προκεχωρημένης γραμμής του παρά το να ερευνηθεί γιατί αυτή λαμβάνει χώρα γενικώς. Είναι, στην πραγματικότητα, μόνο στα φαινόμενα της δικής μας κοινωνίας που είμαστε σε θέση να δούμε την ανάπτυξη ριζικά νέων πραγμάτων να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, και αν πρέπει να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται στο σύμπαν νέα πράγματα, αυτό μπορεί να γίνει, σε πρώτη φάση, μόνο με μια τέτοια μελέτη.

jbernalhodgston2Ο Isidore Fankuchen, η Ντόροθι Κρόουφουτ Χότζκιν, ο Μπέρναλ και η  Dina Fankuchen το Σεπτέμβρη του 1939 (πηγή)

Ο τρόπος με τον οποίο οι στοχαστές έχουν προσεγγίσει το ζήτημα της ιστορίας έχει περάσει μέσα από πολύ περίεργες και σημαντικές αλλαγές. Τον πρώτο καιρό, η ιστορία θεωρούταν, πρώτα, θησαυροφυλάκιο της αριστοκρατίας και αυτοδοξασμός της φυλής, και, αργότερα, εκτιμώταν για την αξία της στην ηθική διαπαιδαγώγιση. Οι πρώτες θεωρίες της ιστορίας ήταν δικαιολογήσεις των τρόπων που πραγματευόταν ο θεός τους ανθρώπους. Σταδιακά, φάνηκε στους ορθολογιστές του 18ου αιώνα ότι αυτό δεν ήταν αρκετά καλό, ότι το να καθιστούμε τη Θεία Πρόνοια υπεύθυνη για τα πάντα, στην πραγματικότητα, δεν εξηγούσε τίποτα. Όμως δεν ήταν σε θέση να βάλουν τίποτα πολύ ικανοποιητικά στη θέση του. Ο ξεπεσμός της ανθρωπότητας με την εμφάνιση του πλούτου, των βασιλιάδων και των ιερέων ήταν μόνο επανάληψη, σε ένα άλλο πλάνο, της ιστορίας της Πτώσης. Οι ιστορικοί του 19ου αιώνα προτιμούσαν να μην έχουν καμία θεωρία ιστορίας, και αυτή εκφυλίστηκε σε ένα χρονικό γεγονότων που έπαψε να έχει καποιο λόγο ύπαρξης εκτός από το να δίνει δουλειά στους καθηγητές της. Αυτό δεν ήταν εντελώς πνευματική οκνηρία· πρόδιδε μια μισοσυνειδητή κατανόηση ότι αν οι άνθρωποι ερευνούσαν πολύ στενά τις δυνάμεις της ανθρώπινης ανάπτυξης, θα έβρισκαν ίσως πράγματα επιζήμια στην υπάρχουσα τάξη.

Όντας εξαρχής απαλλαγμένος από αυτό το φόβο, ο Μαρξ ήταν σε θέση να δει στην ιστορία περισσότερα πράγματα από μια χωρίς νόημα διαδοχή γεγονότων ή γενικές τάσεις προς την πρόοδο. Ήταν ξεκάθαρο σε αυτόν ότι δεν πραγματευόταν με μία ενιαία κίνηση προς ένα προκαθορισμένο στόχο, αλλά με συγκρούσεις που κατέληγαν στη δημιουργία νέων μορφών. Η αρχική δυσκολία, ωστόσο, παρέμενε: προτού οτιδήποτε ικανοποιητικό θα μπορούσε να ανακαλυφθεί για τους νόμους αυτών των κινήσεων, τα φαινόμενα τα ίδια θα έπρεπε να ταξινομηθούν και ομαδοποιηθούν. Ήταν για αυτό το σκοπό που χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία των νεανικών του χρόνων, παρότι, έτσι, μετασχημάτισε τα πιο σημαντικά τμήματα των χεγκελιανών παγκόσμιων εννοιών. Ο Χέγκελ είχε εισάγει μια πολύ αξιόλογη και πρακτική ταξινόμηση. Είδε στον κόσμο μια ιεραρχική τάξη. Με άλλα λόγια, είχε συνειδητοποιήσει ότι η πρόοδος από το απλό προς το σύνθετο δεν είναι μία χωρίς διαφοροποιήσεις αύξηση, αλλά μπορεί να διαιρεθεί φυσιολογικά σε διαδοχικές φάσεις, με κάθε φάση να έχει ένα γενικό τρόπο συμπεριφοράς από μόνη της. Κάθε στοιχείο στην ιεραρχία περιλαμβάνει όλα όσα βρίσκονται πιο κάτω. Όμως η χεγκελιανή ιεράρχηση, επειδή ήταν μια απλή σκέψη, δεν μπορούσε να έχει με το πέρασμα του χρόνου πραγματική ανάπτυξη. Οι διάφορες φάσεις ήταν αιώνιες και στιγμιαίες. Ο Μαρξ, κάνοντας την ιεράρχησή του υλική, την έκανε ταυτόχρονα δυναμική και ιστορική. Κάθε ανώτερη φάση είχε, στην πραγματικότητα, προκύψει από την προηγούμενη, κατώτερη φάση, και οι νέες της ιδιότητες ήταν προϊόν αυτών των κατώτερων φάσεων και του τρόπου με τον οποίο ενώνονταν. Έτσι, οι τάξεις της ανθρώπινης κοινωνίας δεν είναι απλώς συναθροίσεις ανθρώπων που κατέχουν ένα συγκεκριμένο σκαλί στην κοινωνική κλίμακα, αλλά είναι προϊόν μίας οργάνωσης μίας φυλής, η οποία οργάνωση καταστράφηκε και μετασχηματίστηκε από την ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων που είχαν προκύψει από την ανάπτυξη της ίδιας της οικονομίας της φυλής. Οι κατηγορίες τις οποίες ο Μαρξ πραγματεύτηκε διαφέρουν από αυτές που χρησιμοποιούνται στην επιστήμη στο ότι δεν είναι σε θέση να απομονωθούν πλήρως. Πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται υπ’όψη σε σχέση με την καταγωγή τους και τη μελλοντική τους ανάπτυξη.

j-bernal-i-joliot-curie-c-v-ramanf-joliot-curie

Ο Μπέρναλ, πρωτεργάτης της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Εργατών Επιστήμης, η Ιρέν Ζολιό Κιουρί, ο βραβευμένος το 1930 με Νόμπελ Φυσικής Τσαντρασεκάρα Βενκάτα Ράμαν και ο Φρεντερίκ Ζολιό Κιουρί (πηγή)

Τώρα, καθώς η ίδια η επιστήμη έχει προχωρήσει σχεδόν πλήρως με τη μέθοδο της απομόνωσης και του συγκεκριμένου ορισμού κατηγοριών ανεξαρτήτως χρόνου, η μαρξιστική μέθοδος σκέψης εμφανίζεται ως χαλαρή και αντιεπιστημονική, ή, όπως πολλοί επιστήμονες θα το έθεταν, μεταφυσική. Απομόνωση στην επιστήμη, ωστόσο, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με έναν αυστηρό έλεγχο των συνθηκών διεξαγωγής του πειράματος ή της εφαρμογής. Μόνο όταν είναι γνωστοί όλοι οι παράγοντες, είναι η επιστημονική πρόβλεψη, με την πλήρη έννοια, εφικτή. Πλέον είναι αρκετά ξεκάθαρο ότι, καθώς νέα πράγματα ανακαλύπτονται στο σύμπαν, όλοι οι παράγοντες δεν μπορούν να είναι γνωστοί, και, επομένως, αυτή η μέθοδος επιστημονικής απομόνωσης δεν μπορεί να πραγματευτεί αυτά τα νέα πράγματα. Όμως, από ανθρώπινη σκοπιά, είναι απαραίτητο να πραγματευόμαστε αυτά τα νέα πράγματα τόσο όσο και την “κανονική” τάξη της φύσης. Είναι απόλυτα σωστό να περιορίζεται η χρήση της επιστημονικής μεθόδου, όπως αυτή υπάρχει, στην κανονική τάξη, αλλά είναι λάθος να υπονοείται από αυτό ότι έξω από αυτή την κανονική τάξη το ανθρώπινο μυαλό είναι αβοήθητο, ότι αν κάτι δεν μπορούμε να το πραγματευτούμε “επιστημονικά”, δεν μπορούμε να το πραγματευτούμε ορθολογικά. Η μεγάλη συμβολή του μαρξισμού είναι ότι επεκτείνει τη δυνατότητα της κατανόησης και του ελέγχου των φαινομενων σε εκείνα τα φαινόμενα όπου ριζικά νέα πράγματα συμβαίνουν. Αυτό μπορεί να γίνει, ωστόσο, δεδομένων καποιων απαραίτητων περιορισμών. Πρώτα από όλα, ο βαθμός πρόβλεψης όπου έχουμε να κάνουμε με νέα πράγματα ποτέ δεν μπορεί να είναι της ίδιας τάξης ακρίβειας όπως στις κανονικές και απομονωμένες μελέτες της επιστήμης. Η ακριβής γνώση, η οποία θεωρείται ιδανική, δεν είναι, ωστόσο, η μόνη εναλλακτική απέναντι στην πλήρη έλλειψη γνώσης. Υπάρχουν, φυσικά, πολύ μεγάλες περιοχές εντός της επιστήμης όπου η ακριβής γνώση δεν είναι δυνατή. Η συνολική τάση της σύγχρονης φυσικής έχει αποδείξει ότι είναι μάταιο να αναμένουμε μια τέτοια γνώση στα φαινόμενα του ατόμου. Όμως εκεί, η δυσκολία αυτή παρακάμπτεται αν βασιστούμε στην ακρίβεια της στατιστικής γνώσης μεγάλου αριθμού γεγονότων και αν εγκαταλείψουμε οποιοδήποτε ισχυρισμό για πρόβλεψη συγκεκριμένων γεγονότων. Οι ακριβείς χρονικές στιγμές και τόποι καταλυτικών αλλαγών, οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις που επιδρούν στην ανθρώπινη κοινωνία είναι εξίσου μη προβλέψιμοι, και, καθώς υπάρχει μόνο μία ανθρώπινη κοινωνία, ακόμα και οι στατιστικές μέθοδοι δεν μπορούν να εφαρμοστούν αυστηρά. Ωστόσο, η αστάθεια συγκεκριμένων οικονομικών και πολιτικών συστημάτων αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε ενδογενείς παράγοντες και η ανάλυσή τους καθίσταται, εντός ενός πλατιού ορίου χρόνων, αναπόφευκτη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ακόμα και σε όσους δεν γνωρίζουν καθόλου τις μεθόδους με τις οποίες φτάνουμε σε αυτές τις προβλέψεις, ότι οι μαρξιστές έχουν καποιον τρόπο ανάλυσης της εξέλιξης των ζητημάτων η οποία τους επιτρέπει να κρίνουν πολύ πιο νωρίς από “επιστήμονες” στοχαστές ποια είναι η τάση της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η άκριτη αποδοχή αυτού, ωστόσο, οδηγεί πολλούς να πιστεύουν ότι ο μαρξισμός είναι απλώς μία άλλη θεολογία, ότι ο Μαρξ είχε χαράξει τις απαραίτητες γραμμές κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης που οι άνθρωποι, έκοντες άκοντες, πρέπει να ακολουθήσουν. Αυτό είναι μια ξεκάθαρη παρανόηση: οι μαρξιστικές προβλέψεις δεν είναι το αποτέλεσμα της εκπόνησης ενός τέτοιου σχεδίου ανάπτυξης. Αντίθετα, τονίζουν την αδυναμία του να γίνει κάτι τέτοιο. Αυτό που μπορεί να ειδωθεί σε οποιαδήποτε στιγμή είναι η σύνθεση των οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων της εποχής εκείνης, η απαραίτητη πάλη μεταξύ τους και οι νέες συνθήκες που θα προκύψουν ως αποτέλεσμα αυτής της πάλης. Όμως, πέρα από αυτό, μπορούμε να προβλέψουμε μόνο μία διαδικασία η οποία δεν έχει τελειώσει και θα λάβει απαραίτητα νέες και αυστηρά μη προβλέψιμες μορφές. Ο μαρξισμός είναι πολύτιμος ως μέθοδος και καθοδήγηση για δράση, όχι ως σύστημα αξιών θρησκείας και κοσμογονία.

yooniqimages_105596557O Μπέρναλ παραλαμβάνει το Βραβείο Ειρήνης Στάλιν το 1953 (πηγή) το οποίο, το 1956, λόγω της αποκήρυξης του Στάλιν από το ΚΚΣΕ, κλήθηκε να επιστρέψει  για να παραλάβει  το Διεθνές Βραβείο Λένιν (πηγή)

Η σχέση του μαρξισμού με την ανάπτυξη της επιστήμης είναι τόσο θεωρητική όσο και πρακτική. Απομακρύνει την επιστήμη από την θέση της πλήρους απόσπασής της που φαντάζονται καποιοι και την παρουσιάζει ως τμήμα, καταλυτικά σημαντικό τμήμα, της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Η πλήρης επανάσταση της ιστορίας της επιστήμης ως αποτέλεσμα της μαρξιστικής ανάλυσης, την οποία τόσο διαυγώς συνόψισε στο άρθρο του στο περιοδικό Επιστήμη & Κοινωνία” ο καθηγητής Χόγκμπεν, είναι ένα από τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της νέας στάσης. Όμως, κατά το μαρξισμό, η κατανόηση είναι αξεχώριστη από τη δράση, και η εκτίμηση της κοινωνικής θέσης της επιστήμης οδηγεί άμεσα σε μια σοσιαλιστική χώρα, όπως η ΕΣΣΔ, στην οργανική σύνθεση της επιστημονικής έρευνας με την ανάπτυξη της κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας και της ανθρώπινης κουλτούρας. Η οργάνωση της επιστήμης σε καπιταλιστικές χώρες έχει σταδιακά αυτοπεριοριστεί στο να τίθεται στην υπηρεσία των μεγάλων επιχειρήσεων, όμως επειδή δεν κατανοείται ούτε εκτιμάται η διαδικασία της, οι υπηρεσίες της είναι φτωχές και απίστευτα σπάταλες. Σε κάθε περίπτωση, η παραγωγή για το κέρδος δεν μπορεί ποτέ να αναπτύξει τις πλήρεις δυνατότητες της επιστήμης, παρά μόνο για καταστροφικούς σκοπούς. Η μαρξιστική αντίληψη για την επιστήμη τη θέτει στην πράξη στην υπηρεσία της κοινότητας και, ταυτόχρονα, κάνει την ίδια την επιστήμη τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς όλου του λαού και όχι μιας τεχνητά επιλεγμένης μειονότητας.

Η άμεση εφαρμογή του μαρξισμού στην επιστημονική έρευνα ακόμα γίνεται ελάχιστα κατανοητή. Είναι ξεκάθαρο ότι η επιστημονική μέθοδος όπως ρητά διδάσκεται, ενώ ορθά αναδεικνύει τις συνδέσεις που έχουν τα φαινόμενα μεταξύ τους, δεν παρέχει από μόνη της κανένα τρόπο για το πώς δημιουργούνται αυτές οι συνδέσεις. Αυτό το γεγονός βολικά το αντιπαρέρχεται η επιστημονική φιλολογία. Σε κάθε επιστημονικό άρθρο δίδονται τα δεδομένα, τα επιχειρήματα από τα δεδομένα ως τα συμπεράσματα και τα συμπεράσματα αυτά καθ’ εαυτά. Αυτό που δεν δίνεται, γενικά, είναι το πώς ο ερευνητής επέλεξε το πρόβλημα και πώς σκέφτηκε να συνάγει τα συμπεράσματα· και όταν γνωστοποιεί το σκεπτικό, πολύ σπάνια είναι αυτό που πραγματικά υπήρξε κατά την έρευνα, αλλά είναι συνήθως η τυποποιημένη εκδοχή της διαδικασίας που θα χρησιμοποιούσε ένας ιδεατός ορθολογικός άνθρωπος υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Το όλο κίνητρο της επιστημονικής αναζήτησης αφήνεται άρρητα να αποδίδεται σε ενέργειες μιας ιδιοφυΐας ή ένστικτο. Ο επιστήμονας, στην πραγματικότητα, πράγματι σκέφτεται νέα πράγματα για δεν είναι κανενός δουλειά να αναρωτιέται γιατί το κάνει. Στο σημείο αυτό είναι που έρχεται ο διαλεκτικός υλισμός. Η αξία του δεν έγκειται απλώς στον κριτικό του χαρακτήρα, όπως ισχύει για την κλασική επιστημονική μέθοδο, αλλά στο ότι υποδεικνύει. Δείχνει το δρόμο τον οποίο μπορεί να είναι χρήσιμο να κοιτάξουμε για να βρούμε νέες λύσεις. Είναι σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο λόγω του τρόπου με τον οποίο συνδέει διαφορετικές πτυχές της φύσης υπό τις γνικές της κατηγορίες. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να δώσει κανείς παραδείγματα, λόγω της συνθετότητας όλων των διαδικασιών επιστημονικής ανακάλυψης, αλλά, από τη δική μου εμπειρία, έχω διαπιστώσει ότι οι μαρξιστικές μέθοδοι είναι ανεκτίμητης αξίας για το να φτάνουμε σε νέες επιστημονικές συλλήψεις. Στη θεωρία των υγρών, για παράδειγμα, πρέπει να πραγματευόμαστε φαινόμενα που δεν εξηγούνται ως αντίδραση ενός σωματιδίου σε ένα περιβάλλον πεδίο δύναμης, αλλά είναι αυστηρά συλλογικά φαινόμενα, στα οποία πρέπει να λάβουμε ταυτόχρονα υπ’όψη τη συμπεριφορά κάθε σωματιδίου και τις σχέσεις μεταξύ τους. Θα είναι εφικτό, όταν κάποιο συστηματικό μυαλό πραγματευτεί το ζήτημα, να αναπτυχθούν από τη μαρξιστική ανάλυψη πλήθος κοινών επιστημονικών τρόπων με καποια ένδειξη του ποιον πρέπει να επικαλούμαστε σε διαφορετικές περιστάσεις. Η συλλογική συμπεριφορά προφανώς θα είναι ένας από αυτούς, ένας άλλος θα είναι αυτός που θα μπορούσε να ονομαστεί πυρηνικά φαινόμενα, όπου η αρχή οποιουδήποτε πράγματος, από τον κρύσταλο μέχρι μια επανάσταση, εξαρτάται από την τοπική διάρθρωση των ιδιαίτερων ευνοϊκών περιστάσεων που μόνες τους του επέτρεψαν να περασει από τις κρίσιμες φάσεις πριν από τις οποίες είναι πολύ μικρό για να μεγαλώσει.

bernal Ο Μπέρναλ φτιάχνει μία απλή δομή υγρού (πηγή)

Ο μαρξισμός έχει άλλη μια σύνδεση με την επιστήμη, αυτή της κριτικής του προς τις φιλοσοφικές βάσεις της και τις επιπλοκές που προκύπτουν από την εσωτερική ανάπτυξη της ίδιας της επιστήμης. Οι Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν απασχολούνταν όλοι τους βαθιά με αυτό το ζήτημα, και για τους μαρξιστές επιστήμονες της εποχής μας, παρότι έχουν αποσπαστεί από τις άμεσες ανάγκες της οικονομικής κατάστασης στη Σοβιετική Ένωση ή από την πολιτική κατάσταση έξω από αυτή, παραμένει ένα καθήκον μέγιστης σημασίας. Στο περιθώριο της επιστήμης και στους αδαείς που είναι αξεχώριστοι από αυτό, βρίσκονται οι τοποθετήσεις που ο επιστήμονας κάνει σε ζητήματα που γίνονται αισθητά ως ζωτικού ανθρώπινου ενδιαφέροντος – αυτά που σχετίζονται με την καταγωγή και την τύχη του διαστήματος, τη φύση της ζωής, το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του ανθρώπινου νου και κοινωνίας. Σχεδόν σε κάθε περίπτωση, η λεπτομερής ανάλυση των δηλώσεων αυτών αποκαλύπτει ότι έχουν λίγα περιεχόμενα που βασίζονται σε γεγονότα και, στις περισσότερες περιπτώσεις, αποτελούν μία νέα εκδοχή παλιών παραδοσιακών μεταφυσικών ιδεών στα λόγια, και όχι στην ουσία, της σύγχρονης ανακάλυψης. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν ωμά να αποκαλύπτονται και να επικρίνονται από μαρξιστική σκοπιά, γιατί συνιστούν μια πλήρως απονομιμοποιημένη χρήση της επιστήμης. Μία ιδιαίτερη μέθοδος επιχειρημάτων, η οποία είναι εξαιρετικά σύνηθης σήμερα, είναι αυτή που συνάγει την ύπαρξη του υπερφυσικού από την άγνοιά μας για το φυσικό. Είναι ακριβώς σε αυτές τις σφαίρες επιστήμης που η ελάχιστη ακριβής γνώση υπάρχει, όπου καταβάλλονται οι ισχυρότερες απόπειρες για να χρησιμοποιηθεί η επιστήμη για την υποστήριξη παλαιών προλήψεων. Ευτυχώς, είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που οι μαρξιστικές μέθοδοι επίθεσης είναι οι πλέον εύστοχες, γιατί όλα αυτά είναι πεδία όπου νέα πράγματα παράγονται και όπου η απομόνωση, η οποία είναι τόσο σύνηθης στην επιστημονική έρευνα, καταρρέει πομπωδώς. Αυτά ήταν όλα ζητήματα στα οποία οι Μαρξ και Ένγκελς απέδιδαν ιδιαίτερη προσοχή, και ο τρόπος με τον οποίο ήταν σε θέση να εντοπίσουν εκ των προτέρων τις τάσεις της ανακάλυψης σε αυτά τα πεδία είναι μία ισχυρή ένδειξη της αξίας της διαλεκτικής μεθόδου. Οι σύγχρονοι μαρξιστές έχουν μπροστά τους ακόμα πιο μεγάλα και σύνθετα προβλήματα από όσα είχαν οι προκάτοχοί τους. Φαίνεται πιθανό ότι, μπροστά τους, η σύγχρονη επιστήμη μπορεί κάλλιστα να φτάσει ένα αδιέξοδο συγκρίσιμο με αυτά που ξεπέρασε η επιστήμη της κλασικής εποχής. Εναπόκειται στους μαρξιστές να βρουν νέες μεθόδους σκέψης, επιστημονικής οργάνωσης και υλικής τεχνικής που θα αποτρέψουν κάτι τέτοιο να συμβεί.

Τα τέσσερα κρίσιμα σημεία της σύγχρονης παγκόσμιας αντίληψης για την επιστήμη είναι οι βασικές έννοιες της φυσικής, οι οποίες τώρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την καταγωγή του σύμπαντος, την καταγωγή της ζωής, την καταγωγή της ανθρώπινης κοινωνίας και την τύχη του ανθρώπινου πολιτισμού. Στο πρώτο πεδίο, είναι περισσότερο από ποτέ ξεκάθαρο ότι η φυσική και η αστρονομία βρίσκονται επί του παρόντος σε αδιέξοδο. Οι αντιφάσεις ανάμεσα στη θεωρία και την παρατήρηση στο πεδίο των κοσμικών ακτινών, το επεκτεινόμενο σύμπαν και η σχέση ανάμεσα στις θεμελιώδεις φυσικές μονάδες δεν μπορούν πλέον να αποκρύπτονται. Τέτοιες αντιφάσεις έχουν φυσικά τεράστια αξία για την επιστήμη, γιατί, πέρα από αγώνα για την επίλυσή τους, θα προκύψουν μερικές νέες και μακρόθωρες γενικεύσεις, όμως, μέχρι αυτό να συμβεί, δεν μπορεί λογικά να βγει κανένα συμπέρασμα αναφορικά με τέτοια έσχατα ζητήματα· και ακόμα κι αν αυτό γίνει, μπορεί μόνο να θέσει περαιτέρω και ως τώρα μη πραγματευθέντα ζητήματα. Παρ’ όλα αυτά, είναι απλώς αυτή η άγνοια που χρησιμοποιείται από τους μεταφυσικούς φυσκούς και αστρονόμους για να χτίσουν ένα νέο μύθο για τη δημιουργία. Απλώς επειδή ο φυσικός δεν μπορεί να πει, επειδή οι νόμοι δεν είναι επαρκώς καλά γνωστοί, πώς το σύμπαν αναπτύχθηκε και έφτασε στη σημερινή του κατάσταση, συμπεραίνουν ότι αυτό πρέπει να έχει δημιουργηθεί, ωσάν αυτή η εξήγηση να μη θέτει τεράστιες και μεγαλύτερες δυσκολιες. Από μαρξιστική σκοπιά, το πρόβλημα της καταγωγής του σύμπαντος, σε οποιαδήποτε τελευταία ανάλυση, είναι χωρίς νόημα. Σε οποιαδήποτε δεδομένη φάση, η ανάγκη της ανάπτυξης κάποιων μορφών – αστέρων, γαλαξιών – μπορεί να συνάγεται από τις εσωτερικές αντιθέσεις καποιας προηγούμενης κατάστασης· όμως δεν υπάρχει αναγκαιότητα να ισχυρίζεται κανείς, ως αξίωμα, είτε την αιώνια ύπαρξη ενός σύμπαντος που είναι ουσιαστικά σαν το δικό μας είτε την ύπαρξη μίας μοναδικής πρωταρχικής κατάστασης. Άπειρη παλινδρόμηση ανάμεσα στην αντίθεση και τη σύνθεση μένει μπροστά μας να εξερευνήσουμε.

john-desmond-bernal-left-john-kendrew-dorothy-hodgkin-and-david-phillips-look-at-the-new-model-of-lysozyme-structure-in-1965Ο Μπέρναλ, ο Τζον Κέντριου, η Ντόροθι Κρόουφουτ Χότζκιν και ο Ντέιβιντ Τσίλτον Φίλιπς κοιτούν ένα νέο μοντέλο δομής λυσοζύμης το 1965 (πηγή)

Το αποτέλεσμα της προόδου της επιστήμης κατά τους τελευταίος αιώνες έχει περιορίσει την ποσότητα εργασίας που οι θεοί ή ο Θεός χρειαζόταν να κάνουν, όμως ακόμα το λογικό συμπέρασμα δεν έχει συναχθεί. Η εξέλιξη απάλειψε την ανάγκη για ειδική δημιουργία, όμως ακόμα θεωρείται ότι ο Δημιουργός πρέπει να παρενέβη για να αρχίσει η όλη διαδικασία. Η ζωή εμφανίζεται τόσο ποιοτικά διαφορετική από τη νεκρή ύλη όσο το να απαιτεί κανείς καποια ειδική δράση για την παραγωγή της. Αυτό το πρόβλημα πάλι φαίνεται μη πραγματικό στο μαρξιστή· όχι ότι αρνείται την ποιοτική διαφορά, αλλά βλέπει στην καταγωγή του απλώς άλλο ένα παράδειγμα αυτού του μετασχηματισμού της ποσότητας σε ποιότητα, ο οποίος είναι το χαρακτηριστικό της εμφάνισης νέων πραγμάτων. Η ζωή ξεκάθαρα διαχωρίζεται από τη μη ζωή, σε μεγάλο βαθμό λόγω των δικών της λειτουργιών οι οποίες αποτελεσματικά καταστρέφουν τη δυνατότητα συνεχούς αναδημιουργίας της. Στον πρωταρχικό, χωρίς ζωή κόσμο, οι χημικές ουσίες συσσωρεύονταν με τρόπο που δεν μπορεί να συσσωρευθούν τώρα, γιατί θα καταναλώνονταν από την ίδια τη ζωή που δημιούργησε η συνάθροισή τους στις ιδιαίτερες εκείνες συνθήκες. Οι πρακτικοί επιστήμονες του σήμερα διδάσκονται να χειρίζονται τη ζωή ως σύνολο και σε μέρη, σε μεγάλο βαθμό όπως οι προκάτοχοί τους εκατό χρόνια νωρίτερα χειρίζονταν χημικές ουσίες. Η ζωή έπαψε να αποτελεί μυστήριο και έχει καταστεί χρησιμότητα.

Όμως ακόμα παραμένουν τα προβλήματα του ανθρώπου. Οι εξελικτιστές σίγουρα προχώρησαν πολύ μακριά με την απόδειξή τους ότι ο άνθρωπος δεν ήταν παρά ένας τροποποιημένος πίθηκος. Οι θεολόγοι είχαν δίκιο να νιώθουν ότι σε αυτή την εξήγηση κάτι δεν είχε ληφθεί υπ’όψη, όμως η ψυχή που διατύπωναν ως αξίωμα ήταν πάλι μία από τις μεταφυσικές εξηγήσεις που δεν εξηγούν τίποτα. Αυτό που οι Μαρξ και Ένγκελς είδαν ήταν ότι η πραγματική ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα δεν ήταν απλώς η κατοχή ενός μεγαλύτερου εγκεφάλου, αλλά η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας· ότι η ανθρώπινη κοινωνία ήταν μια κατηγορία σαφώς διαφορετική και ανώτερη από τα ζωικά είδη· ότι ο άνθρωπος στην κοινωνία εκπροσωπούσε ένα ποιοτικά διαφορετικό πράγμα στο σύμπαν. Το σύνολο της σύγχρονης ανθρωπολογικής και ψυχολογικής έρευνας ενισχύει αυτό το συμπέρασμα: ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από τον άνθρωπο, ατομικά στην οικογένεια, και κοινωνικά μέσω της παράδοσης και της ιστορίας, και διαμορφωμένος από τις οικονομικές του ανάγκες και τα μέσα που έχει βρει για να τις ικανοποιήσει.

Science and Society, Volume II, No. 1, Winter 1937

https://sayniska.wordpress.com/#content

Miguel Alonso: Σημεία για τη λεγόμενη θεωρία του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού

Να μην ξεχνούμε ποτέ την πάλη των τάξεων” (Μαο Τσε Τουνγκ)

Θεωρούμε απαραίτητο να πραγματευτούμε ορισμένα ζητήματα της θεωρίας του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού, η οποία παρουσιάζεται ότι υπερβαίνει τη Δικτατορία του Προλεταριάτου καθώς, εσχάτως, φαίνεται ότι αυξάνεται η σύγχυση επί αυτού του ζητήματος, από την πλευρά των αναρχικών ή ψευτοαναρχικών οι οποίοι ασπάζονται αυτή τη θεωρία, η οποία έχει κύριους υποστηρικτές τους οπαδούς του κούρδου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν, και την οποία αυτός προωθεί στην Τουρκία και τη συριακή Ροζάβα.

Ελπίζουμε πως αυτά τα σημεία θα χρησιμεύσουν για μια σε βάθος κριτική της παραπάνω θεωρίας, παρότι υποθέτουμε ότι ήδη το έχουν κάνει οι τούρκοι και κούρδοι μαοϊστές σύντροφοι.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτή η κριτική επ’ ουδενί δεν αμφισβητεί το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του κουρδικού λαού, τον ηρωικό αγώνα του και το διεθνιστικό καθήκον να τον στηρίξουμε.

Δεν γνωρίζουμε, πραγματικά, αν ο Οτσαλάν ήταν κάποτε μαρξιστής ή απλώς στηρίχτηκε σε ένα περιβάλλον το οποίο αυτοπροσδιορίζεται ως μαρξισμός – λενινισμός για την ανάπτυξη του ΡΚΚ, όμως είναι προφανής στο βιβλίο του, η πλήρης εγκατάλειψή του. Το κείμενο που εκδόθηκε το 2012 είναι μια εκλεκτικίστικη και συγκεχυμένη αντανάκλαση της ιδεολογίας η οποία αρνείται ότι η πάλη των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας και η οποία βασίζει την αφήγησή της στον πολιτισμό, τις εθνότητες, ακόμα και τις αυτοκρατορίες του παρελθόντος για να θέσει ως στόχους του παραδείγματος αυτού τον εκδημοκρατισμό και τη συνομοσπονδιακή αποκέντρωση.

Στο βιβλίο – βάση αυτής της θεωρίας, “Δημοκρατικός Συνομοσπονδισμός”, που γράφτηκε από τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, διατυπώνεται ο ακόλουθος ισχυρισμός:

Αν το έθνος – κράτος είναι η ραχοκοκαλιά της καπιταλιστικής νωτερικότητας, σίγουρα αποτελεί επίσης και το κλουβί της φυσικής κοινωνίας”. Και λίγο πιο κάτω λέει: “Το έθνος-κράτος εξημερώνει την κοινωνία στο όνομα του καπιταλισμού και αποξενώνει την κοινότητα από τα φυσικά της θεμέλια”(1).

Το κείμενο του Οτσαλάν επιτίθεται επανειλημμένα στο έθνος-κράτος ταυτίζοντάς το με τον καπιταλισμό. Όπως βλέπουμε, το θέτει στη ρίζα όλων των δεινών, όπως οι αναρχικοί. Δεν κάνει λόγο, ούτε μία φορά, για την πάλη των τάξεων και τις αντιθέσεις τους ή τον χαρακτήρα τους. Όμως, αντίθετα, κάνει λόγο για φυσική κοινότητα και τα θεμέλιά της. Κατ’ αυτόν, η φυσική κοινότητα είναι ένα υποκείμενο υπεράνω της ιστορίας και της πάλης των τάξεων. Πρόκειται για ένα ιδεολόγημα που βασίζεται σε φυλές και πολιτισμικούς κώδικες των πρωτόγονων εθνικών ομάδων. Φαίνεται πως ο συγγραφέας ξεχνά ότι οποιοσδήποτε ανθρώπινος σχηματισμός λαμβάνει την ιδιαίτερη μορφή του από την πάλη των τάξεων, ακόμα κι αν αυτή λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε σκλάβους και αφέντες. Δεν ήταν ο καπιταλισμός που επινόησε την πάλη των τάξεων. Ούτε το έκανε αυτό ο Μαρξ, ο οποίος μόνο την έθεσε στο επίκεντρο και ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, επισημαίνοντας ότι η αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο θα οδηγούσε στην καταστροφή του καπιταλισμού και σε μια σοσιαλιστική μεταβατική κοινωνία, η οποία θα έχει τη μορφή της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου.

Το κείμενο του Οτσαλάν ορίζει το Δημοκρατικό Συνομοσπονδισμό ως εξής: “Αυτός ο τύπος αρχής ή διοίκησης μπορεί να ονομαστεί μη κρατική πολιτική διοίκηση ή δημοκρατία χωρίς κράτος. Οι δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων δεν πρέπει να συγχέονται με τις διαδικασίες που γνωρίζουμε από τη δημόσια διοίκηση. Τα κράτη μόνο διοικούν, ενώ οι δημοκρατίες κυβερνούν. Τα κράτη βασίζονται στην εξουσία, οι δημοκρατίες στη συλλογική συναίνεση. Η διακυβέρνηση σε ένα κράτος καθορίζεται μέσω διαταγμάτων, ακόμη κι αν αυτή μπορεί, μερικώς, να νομιμοποιηθεί με εκλογές. Οι δημοκρατίες χρησιμοποιούν άμεσες εκλογές. Το κράτος χρησιμοποιεί τον εξαναγκασμό ως νόμιμο μέσο. Οι δημοκρατίες βασίζονται στην εθελοντική συμμετοχή.

Ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός είναι ανοιχτός προς άλλες πολιτικές ομάδες και παρατάξεις. Είναι ευέλικτος, πολυπολιτισμικός, αντιμονοπωλιακός και προσανατολισμένος στη συναίνεση. Η οικολογία και ο φεμινισμός αποτελούν κεντρικούς πυλώνες του. Στο πλαίσιο αυτού του είδους αυτοδιοίκησης, καθίσταται απαραίτητη μια εναλλακτική οικονομία που θα αυξάνει τους πόρους της κοινωνίας αντί να τους εκμεταλλεύεται, κι έτσι καλύπτει τις πολλαπλές ανάγκες της κοινωνίας”(1).

Η πάλη είναι μόνιμη και η ειρήνη προσωρινή

Είναι προφανής ο εκλεκτικισμός που φτάνει να αρνείται ότι η δική του “αυτοδιοίκηση” που προτείνει, είναι μια μορφή αποκεντρωμένης κρατικής εξουσίας. Όμως αυτή καθίσταται ακόμα περισσότερο συγκεχυμένη όταν διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι, με αυτη τη μορφή, γεννιέται μια νέα εναλλακτική οικονομία, καθώς δεν πραγματεύεται καθόλου το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής ή αυτό της διανομής του πλούτου. Ας μην ξεχνούμε ότι και αυτή η νέα εξουσία έχει απαραίτητα ταξικό και μεροληπτικό χαρακτήρα.

Θα ηταν σημαντικό να μας εξηγούσε την αντίληψή του περί “συναίνεσης”, γιατί θεωρούμε προφανές ότι οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις ή αυτές εντός του λαού, ανάμεσα σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους, δεν επιλύονται χωρίς την κυριαρχία του ενός από τα δύο αντίθετα.

Η αρμονία και οι υπερασπιστές του “βασιλείου της αρμονίας” όπως ο Κομφούκιος, κήρυσσαν τη διατήρηση του στάτους κβο. Η “φυσική αρμονία” είναι η επιστροφή στις τελετές που έθεταν τους αφέντες πάνω από τους υπηρέτες, τους μανδαρίνους πάνω από τους αγρότες. Η αρμονία και η ειρήνη φέρουν πάντοτε το στίγμα μιας δικτατορίας μίας τάξης, όσο κι αν οι οπορτουνιστές θεωρητικοί επιμένουν να αρνούνται. Οι κοινωνίες αναπτύσσονται με την πάλη, οι περίοδοι “συναίνεσης” είναι πάντοτε προσωρινές.

Οι αντιθέσεις είναι πάντοτε ασυμφιλίωτες και επιλύονται με τρόπο που αντιστοιχεί στο χαρακτήρα τους. Ο Μαο Τσε Τουνγκ έλεγε σχετικά: “Όλες οι αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες. Πού υπάρχουν αντιθέσεις συμφιλιώσιμες; Μερικές αντιθέσεις είναι ανταγωνιστικές, άλλες όχι. Όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν αντιθέσεις ασυμφιλίωτες και αντιθέσεις συμφιλιώσιμες”(2)

Η λύση της ανταγωνιστικής αντίθεσης “αστική τάξη – προλεταριάτο”, ανάμεσα σε εμάς και τον εχθρό, είναι η σοσιαλιστική επανάσταση και η απαράλλαχτη μορφή της είναι η Διχτατορία του Προλεταριάτου.

Η παραμέληση του ταξικού χαρακτήρα μιας δημοκρατίας, θέτει αυτή τη θεωρία στο επίπεδο ενός αστικού μεταφυσικού τσαρλατανισμού, στον οποίο οι όροι χρησιμοποιούνται αφηρημένα, ως οικουμενικές “αξίες”.

Άρνηση της αναγκαιότητας της επανάστασης

Όμως, εκεί που φτάνει στο αποκορύφωμά του το κείμενο είναι όταν γράφεται ότι: “Τα οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά και στρατιωτικά μονοπώλια είναι κατασκευάσματα που έρχονται σε αντίθεση με τη φύση της κοινωνίας, επειδή απλώς πασχίζουν για επίτευξη πλεονάσματος. Δεν δημιουργούν αξίες. Ούτε μπορεί μια επανάσταση να δημιουργήσει μια νέα κοινωνία. Μπορεί μόνο να επηρεάσει τον ηθικό και πολιτικό ιστό μιας κοινωνίας”(1).

Δεν επιθυμούμε να σχολιάσουμε ένα τόσο προφανές ανόητο σχόλιο όπως την άρνηση της Επανάστασης και της αναγκαιότητάς της για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, καθώς, ο ισχυρισμός ότι η αστική ιδεολογία μπορεί να νικηθεί έξω από μια επανάσταση η οποία να καταστρέψει την αστική εξουσία, είναι τουλάχιστον αφελής, αν όχι κακοπροαίρετη ανοησία.

Η άγνοια ή η παραμέληση ότι επίσης στην ιδεολογική διαπάλη το ζήτημα της Εξουσίας είναι κεντρικό, οδηγεί μόνο στη χρεοκοπία. Η ιδεολογία η οποία κυριαρχεί βρίσκεται πάντοτε στην υπηρεσία μίας συγκεκριμένης τάξης, και δεν είναι μια μορφή πέραν της πολιτικής, όπως ισχυρίζονται όσοι επιδιώκουν να την παρουσιάσουν ως ένα ζήτημα απλών “ευαισθησιών” ή δοκιμάζουν μεταμοντέρνους τρόπους ερμηνείας της. Οι καθημερινές σκέψεις και συμπεριφορά μας, χαρακτηρίζονται από την ιδεολογία μας, από την ταξική μας θέση, είτε το συνειδητοποιούμε αυτό είτε όχι.

Η πάλη ενάντια στην αστική ιδεολογία συνεχίζεται ακόμα και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες, όντας η ανάληψη της εξουσίας η απαράγραπτη βάση για αυτή την πάλη. Είναι ένας μακρύς, βασανιστικός και παρατεταμένος δρόμος γιατί, ακόμα και με τη Διχτατορία του Προλεταριάτου, έχουμε δει τη λυσσαλέα αντίσταση της αστικής σκέψης η οποία είναι ικανή να επιτύχει την αποκατάσταση της χαμένης εξουσίας.

Μόνο στον επαναστατικό δρόμο της Δικτατορίας του Προλεταριάτου μπορούμε να πετύχουμε τη νίκη, με διαδοχικές πολιτιστικές επαναστάσεις ενάντια στην αστική και καπιταλιστική ιδεολογία και την επίμονη αντίστασή της.

Η γυναίκα το μισό του ουρανού

Οι Μαρξ και Ένγκελς επεσήμαιναν: “η ανάπτυξη μιας κοινωνίας μετριέται από τη θέση που η γυναίκα καταλαμβάνει σε αυτή”.

Στην αστική εξουσία, η καταπίεση της γυναίκας, των δικαιωμάτων της, υπακούει σε κώδικες αντιδραστικούς, είτε θρησκευτικούς, μαγείας ή χυδαίας φαλλοκρατίας (ανωτερότητας του άνδρα) που αυτή γεννά. Πρόκειται για μισοφεουδαρχικά κατάλοιπα στο αστικό ιδεολογικό εποικοδόμημα.

Προφανώς ποτέ δεν αποτελούσαν μέρος της επαναστατικής μαρξιστικής σκέψης, η οποία είναι μία σκέψη για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου όντος.

Στη σοσιαλιστική κοινωνία, η αντίθεση ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα επιλύεται με πλήρη ισότητα και σεξουαλική ελευθερία, με οποιονδήποτε τύπο διάκρισης ή καταπίεσης στη γυναίκα να αποτελούν εκδηλώσεις της αστικής σκέψης.

Φυσικά, τίποτε δεν επιλύεται απλώς με διατάγματα και διακηρύξεις, αποτελεί κεντρικό τμήμα της επίμονης ιδεολογικής διαπάλης που πρέπει να διεξάγει το επαναστατικό προλεταριάτο ενάντια σε οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης για λόγους φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού.

Όμως, ας επιστρέψουμε στο ΡΚΚ, για να δούμε ότι η εγκατάλειψη της προλεταριακής ιδεολογίας του μαρξισμού-λενινισμού και της πάλης για το σοσιαλισμό, άρχισε κατά τη δεκαετία του ’90, με την αποκήρυξή του με τέτοιες εκπληκτικές αναλύσεις για την ΕΣΣΔ όπως την ακόλουθη, η οποία πάρθηκε από ένα κείμενο οπαδών του (σ.parapoda: βλ.εδώ): “Ιδεολογικά, προκλήθηκε μια παρέκκλιση προς το δογματισμό, προς το χυδαίο υλισμό και τον πανρωσικό σοβινισμό· πολιτικά, ήταν η δημιουργία ένος ακραίου συγκεντρωτισμού, μία διακοπή της δημοκρατικής πάλης των τάξεων και μία εξύψωση των κρατικών συμφερόντων στο επίπεδο του καθοριστικού παράγοντα· κοινωνικά, περιορίζστηκε η ελεύθερη και δημοκρατική ζωή της κοινωνίας και των μελών της· οικονομικά, ο κρατικός τομέας ήταν κυρίαρχος και απέτυχε η απόπειρα υπέρβασης μίας καταναλωτικής κοινωνίας που προωθούταν στο εξωτερικό…”.

Προφανώς, ούτε μια έστω κριτική προς το ρεβιζιονισμο ούτε τον οπορτουνισμό, ή την εγκατάλειψη της Δικτατορίας του Προλεταριάτου προς χάριν του “κράτους όλου του λαού” από τον αποστάτη Χρουσόφ, δεν υπάρχει ως αιτία για την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Αυτό δείχνει την ακρίβεια των οπορτουνιστικών – δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τις χαρακτηρίσουμε – αναλύσεων, γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι δεν είναι λόγω άγνοιας που δεν αναφέρεται η κριτική προς το σοβιετικό ρεβιζιονισμό, το σημαντικότερο γεγονός που βίωσε η αριστερά, μαζί με τη Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση, κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Έτσι είναι που γεμίζονται οι γραμμές με κατηγορίες όπως: “διακοπή της δημοκρατικής πάλης των τάξεων”. Σε τι συμπέρασμα καταλήγουν αυτοί οι οπορτουνιστές που πέφτουν στο επίπεδο της αστικής ιδεαλιστικής σκέψης!

Ο επικίνδυνος δρόμος της άρνησης της πραγματικότητας οδηγεί στη συνθηκολόγηση απέναντι στην αστική εξουσία

Άλλη μια φορά ο Μπακούνιν ξεπηδά στα όνειρα καποιων περί λαού χωρίς κράτος, χωρίς κυβέρνηση, με την τοποθέτηση του κράτους και την εξαφάνισή του στο επίκεντρο της πάλης, ξεχνώντας τον πολιτικό χαρακτήρα της πάλης των τάξεων και την ύπαρξή τους μέχρι την επίτευξη μιας κομμουνιστικής κοινωνίας.

Όμηροι του φόβου για τις έννοιες αυτές, οι αντιεξουσιαστές και οι ελευθεριακοί επιτίθενται στις οργανωτικές δομές της προλεταριακής εξουσίας, χαρακτηρίζοντάς τες εξουσιαστικές ή πατριαρχικές. Γίνεται αυτό τυχαία; Η απάντηση είναι αναμφίβολα όχι.

Οι μηχανισμοί εξουσίας δημιουργούνται για να ασκείται η ίδια, δίνοντας λύση σε διάφορους τύπους αντιθέσεων. Αυτό ισχύει σε όλες τις οργανώσεις των ανθρώπων.

Έτσι, όταν μιλάμε για εξουσία, κάνουμε λόγο για το ποια τάξη κυριαρχεί στις υπόλοιπες και ποια συμφέροντα υπερασπίζεται. Η πολιτική εξουσία στο επίπεδο του κοινωνικού εποικοδομήματος προκύπτει από ένα συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής. Είναι σημαντικό αυτό το ζήτημα, γιατί δεν πρόκειται για αμετάβλητες αξίες, καθώς ο τρόπος παραγωγής τις καθορίζει.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι η Διχτατορία του Προλεταριάτου ή η Λαϊκοδημοκρατική Διχτατορία είναι η εξουσία των λαϊκών τάξεων, υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου και της πολιτικής πρωτοπορίας του, επί της αστικής τάξης, των μεγαλοκτηματιών και των αντιδραστικών. Είναι μια δομή κυριαρχίας επί αυτών, τιμωρητική, ικανή να εμποδίσει την αναπόφευκτη αστική αντεπίθεση σε τρία επίπεδα: το οικονομικό, το ιδεολογικό και το πολιτικό.

Για να ολοκληρώνουμε αυτά τα κριτικά σημεία, υπογραμμίζουμε ότι βασικά όργανα της Διχτατορίας του Προλεταριάτου είναι οι Λαϊκές Κομμούνες και οι Επαναστατικές Επιτροπές, είναι η μορφή με την οποία η ίδια ασκεί την εξουσία της και οργανώνει τη συλλογική ιδιοκτησία, δίνοντας λύση στις αντιθέσεις εντός του λαού, όντας η οργανωτική βάση του ευρισκόμενου στα όπλα λαού. Οι κομμούνες δεν είναι συνελεύσεις τσαρλατάνων και βυζαντινών συζητήσεων, οι κομμούνες είναι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες που κάνουν δική τους την εξουσία της ταξικής διχτατορίας, είναι η συμμέτοχη στην πραγματική δημοκρατία, είναι το πολιτικό και οργανωτικό κέντρο για την εκπλήρωση των πολλαπλών καθηκόντων, οι οποίες βασίζονται στην αυτάρκεια (αποκέντρωση) και τη σκληρή δουλειά.

Σημειώσεις

(1) Αμπντουλάχ Οτσαλάν, Δημοκρατικός Συνομοσπονδισμός, 2012 (σημ. parapoda: βλ.εδώ)

(2) Μαο Τσε Τουνγκ, Για την Οικοδόμηση του Σοσιαλισμού, 1973

Το κείμενο στα ισπανικά: http://dazibaorojo08.blogspot.gr/2016/09/apuntes-sobre-la-llamada-teoria-del.html

Οι εσωτερικοί παράγοντες για τη διάλυση του πολωνικού κράτους & η απελευθέρωση της δυτικής Ουκρανίας και της δυτικής Λευκορωσίας από τον Κόκκινο Στρατό (17/09/1939)

Στις 17 Σεπτέμβρη 1939, ο σοβιετικός στρατός απελευθέρωνε τη δυτική Ουκρανία και τη δυτική Λευκορωσία, δύο περιοχές οι οποίες βρίσκονταν υπό τον πολωνικό σωβινιστικό ζυγό. Η σημερινή Πολωνία, αιχμή του δόρατος για το στρατόπεδο εκείνο στη Δύση το οποίο προνομοποιεί μια ψυχροπολεμική αντιμετώπιση της Ρωσίας (σε αντίθεση με το “στρατόπεδο” Ομπάμα που προνομοποιεί το τσάκισμα των αναδυόμενων δυνάμεων ως μέσο διαχείρισης της στρατηγικής εξασθένισης των ΗΠΑ), και έχουσα περιφερειακές φιλοδοξίες ως 5η πια δύναμη στην ΕΕ, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα, παρουσιάζει τη σημερινή ρωσική εξωτερική πολιτική των τραμπουκισμών, της βίαιης απόσπασης εδαφών και της χρησιμοποίησης των κινήσεων του αντιπάλου ως συνέχεια της ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής της περιόδου Στάλιν και την απελευθέρωση αυτή ως εισβολή.

Τα επιχειρήματα όμως των αντικομμουνιστών που αναπαράγουν όσα λένε οι σημερινοί πολωνοί ηγέτες είναι εντελώς σαθρά, αφού δεν βασίζονται ούτε σε στοιχειώδεις κανόνες της λογικής, ούτε στην ιστορική πραγματικότητα της εποχής.

Πρώτα από όλα, “εισβολή” σε τι; Σε καποιο κράτος; Αυτό δεν ισχύει. Στις 17 Σεπτέμβρη το πολωνικό κράτος είχε πάψει να υπάρχει. Η ύπαρξη κράτους, σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους ορισμούς στο Διεθνές Δίκαιο, προϋποθέτει τουλάχιστον λαό, έδαφος και αυθύπαρκτη πολιτική εξουσία επί αυτών. Αν μπορεί κανείς να ανεχτεί να παραβλέψει κανείς ότι, στην πραγματικότητα, μόλις το 60% των πολωνών υπηκόων ήταν…Πολωνοί, γεγονός που αποδεικνύει και το τεχνητό της ίδρυσης πολωνικού κράτους επί των συγκεκριμένων εδαφών που του αποδόθηκαν το 1918-21, δεν μπορεί ωστόσο να παραβλέψει ότι αποτελεσματικός και αυθύπαρκτος έλεγχος επί του λαού και των εδαφών αυτών δεν υπήρχε στις 17 Σεπέμβρη, αφού τα μέλη της πολωνικής κυβέρνησης είχαν ήδη εγκαταλείψει το έδαφος του πρώην κράτους της Πολωνίας και μπήκαν ως ιδιώτες (βλ.εδώ).

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να ξεκαθαριστεί ότι, βεβαίως, αν καποια στιγμή σε μία χώρα δεν υπάρχει κυβέρνηση (αυθύπαρκτη πολιτική εξουσία), δεν σημαίνει ότι αυτόματα δεν υπάρχει κράτος. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου υπάρχει πόλεμος, οι σχέσεις των κρατών διέπονται από καθεστώς εμπόλεμης ή ουδέτερης κατάστασης, η ασυνέχεια στην ύπαρξη κυβέρνησης (γιατί πολωνική κυβέρνηση ξανασυστάθηκε τον Οκτώβρη του 1939) καθίσταται κρίσιμος παράγοντας, αφού, η αναγνώριση μίας νέας κυβέρνησης επιδρά στο καθεστώς ουδετερότητας μεταξύ μίας εμπόλεμης χώρας και μίας τρίτης. Αν για παράδειγμα, η Ρουμανία αναγνώριζε πολιτικές ενέργειες των πρώην μελών της πολωνικής κυβέρνησης ως μελών κυβέρνησης από το έδαφός της στο οποίο αυτά είχαν καταφύγει, θα έπληττε το καθεστώς ουδετερότητας που είχε με την (ευρισκόμενη σε εμπόλεμη κατάσταση με την Πολωνία) Γερμανία. Ομοίως, αν η ΕΣΣΔ αναγνώριζε δημιουργία νέας, εξόριστης, πολωνικής κυβέρνησης (η οποία σχηματίστηκε μετά τη σύναψη της δεύτερης σοβιετογερμανικής συνθήκης), θα έπληττε τη συμφωνία ουδετερότητάς της. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ουδέτερες τότε ΗΠΑ, για να αποφύγουν αυτό το σκόπελο, όταν στις 2 Οκτώβρη κλήθηκαν να τοποθετηθούν για τη δημιουργία της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης, επικαλέστηκαν τη “συνέχειά” της (βλ.εδώ). Στο θέμα της συνέχειας είναι που δίνουν μάχη οι σημερινοί πολωνοί παραχαράκτες της ιστορίας, και για να “διορθώσουν” το λάθος της τότε πολωνικής κυβέρνησης να φύγει από το πολωνικό έδαφος και να μην πάει απευθείας σε εμπόλεμη με τη Γερμανία χώρα.

Εξάλλου, τα ιστορικά δεδομένα δεν σταματούν εδώ. Κανένας, ούτε καν η (αυτο)εξόριστη πολωνική “κυβέρνηση” που αναγνωρίστηκε εβδομάδες μετά, στη Δύση, δεν χαρακτήρισε εμπόλεμο κράτος την ΕΣΣΔ, δεν ζήτησε την αποχώρησή της από την… “ανατολική Πολωνία”, πολλώ δε μάλλον δεν κήρυξε πόλεμο στην ΕΣΣΔ, ούτε καν το έκανε θέμα στην ΚτΕ (ενώ, αντίθετα, το έκανε, για τον πόλεμο με τη Φινλανδία). Ακόμα και η Αγγλία, στο ανακοινωθέν του Υπουργείου Πληροφοριών της 18 Σεπτέμβρη, θεωρεί μόνο “ανεπαρκή” τα επιχειρήματα της Σοβιετικής Ένωσης για την “επίθεση” ενώ, συνολικά στο ανακοινωθέν, έμφαση δίνεται στο θέμα της συνέχισης του πολέμου κατά της Γερμανίας (Times, 19 Σεπτέμβρη 1939, βλ.εδώ). Ο δε Τσώρτσιλ, την 1η Οκτώβρη δηλώνει ότι η σοβιετική κίνηση ήταν “ξεκάθαρα απαραίτητη” και μόνο “για την ασφάλεια της Ρωσίας ενάντια στη ναζιστική απειλή” (όχι λόγω επεκτατικής διάθεσης) και επισημαίνει ότι τα σοβιετικά συμφέροντα που εξυπηρετούνταν από αυτή την κίνηση συμπίπτουν με τα γαλλοαγγλικά (βλ.εδώ). Αν μη τι άλλο, μια πιο έντονη φωνή διαμαρτυρίας θα έπρεπε να ακουστεί. Όμως, δεν το έκανε κανείς, ούτε καν διατάχθηκαν (κεντρικά) τα μέλη του πολωνικού στρατού να αντιταχθούν στους “εισβολείς”(βλ.εδώ). Κι όχι μόνο αυτό. Ακόμα κι όταν ανασυστήθηκε πολωνική κυβέρνηση στη Δύση, αυτή διαμήνυσε στους σοβιετικούς, μέσω των Άγγλων ότι δεν επιδιώκει την “επιστροφή” των εδαφών αυτών (βλ.εδώ).

Πέραν αυτών, δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί και στο τι επεδίωκαν οι δύο που “διχοτόμησαν την Πολωνία”: η ευρισκόμενη σε εμπόλεμη κατάσταση ναζιστική Γερμανία, αλλά και η ΕΣΣΔ. Και η αλήθεια είναι ότι ήταν η τυπική διάλυση του πολωνικού κράτους ο παράγοντας που άλλαξε τα δεδομένα, αφού ούτε η ναζιστική Γερμανία δεν την είχε εξαρχής στόχο (βλ.εδώ μέχρι πότε η Γερμανία θεωρούσε ότι υπήρχε κράτος για να διαπραγματευτεί, περίπου 12 Σεπτέμβρη). Όσον αφορά την ΕΣΣΔ, αν, έστω, ήταν δυνατό κανείς να της απευθύνει μομφή αν αυτή επικαλούταν για την “εισβολή” μόνο την “ομόαιμη” εθνική σύνθεση της “ανατολικής Πολωνίας”, δεν υπάρχει ούτε καν νομική βάση για να της απευθύνει μομφή για το ότι, με την απελευθέρωση της δυτικής Ουκρανίας και της δυτικής Λευκορωσίας, απέτρεψε τη δημιουργία (επί κενού εδάφους, όχι επί ήδη υπαρκτού – είτε εμπόλεμου είτε ουδέτερου – κράτους) νέου τεχνητού κράτους ή κρατών διαφόρων ποικιλιών αλλά, σε κάθε περίπτωση (είτε δυτικόφιλων είτε γερμανόφιλων), σε εμπόλεμη κατάσταση(βλ.εδώ πάλι, γερμανική εκτίμηση στις 12 Σεπτέμβρη ότι η ΕΣΣΔ ακόμα περιμένει τη συνθηκολόγηση – και τη διατήρηση – της Πολωνίας). Ακόμα κι αν θεωρεί κανείς (όπως ο συγγραφέας των κειμένων στους παραπάνω συνδέσμους) αληθινό το μυστικό πρωτόκολλο της συνθήκης Ρίμπεντροπ – Μολότοφ, θα δει ότι δεν πρόκειται για διαμοιρασμό και διάλυση του πολωνικού κράτους, αλλά πρακτικά για μη προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων πέραν ενός ορίου μακριά από τα αρχικά σύνορα της ΕΣΣΔ, τη δημιουργία του οποίου ορίου πέτυχε η ΕΣΣΔ.

Στις 13 προς 14 Σεπτέμβρη όλα έχουν αλλάξει. Η πολωνική κυβέρνηση έχει προ πολλού εγκαταλείψει τη Βαρσοβία και όλα δείχνουν ότι το κράτος οδεύει προς κατάρρευση.

Η “Πράβντα” προετοιμάζει το σοβιετικό αναγνωστικό κοινό και ενημερώνει στις 14 Σεπτέμβρη του 1939 για τους εσωτερικούς λόγους για τη στρατιωτική ήττα της Πολωνίας, αναδεικνύοντας την εθνική καταπίεση Λευκορώσων, Ουκρανών και Εβραίων, ενώ στις 17 Σεπτέμβρη ο Μολότοφ απευθύνει διάγγελμα στους πολίτες της ΕΣΣΔ και ενημερώνει και τις τρίτες χώρες για την στρατιωτική κίνηση της ΕΣΣΔ. Τα κείμενα αυτά υπάρχουν παρακάτω.

***

Για τις εσωτερικές αιτίες της στρατιωτικής ήττας της Πολωνίας

Πράβντα, 14 Σεπτέμβρη 1939

Αν και από τη στιγμή της έναρξης των εχθροπραξιών ανάμεσα στη Γερμανία και την Πολωνία έχουν περάσει πάνω από 10 ημέρες, ήδη είναι δυνατό κανείς να ισχυριστεί ότι η Πολωνία έχει υποστεί στρατιωτική συντριβή, η οποία έχει οδηγήσει στην απώλεια σχεδόν όλων των πολιτικών και οικονομικών της κέντρων.

Δύσκολο είναι να εξηγηθεί τέτοια γρήγορη κατάρρευση της Πολωνίας επικαλούμενος μόνο την ανώτερη πολεμική τεχνική και πολεμική οργάνωση της Γερμανίας και την απουσία αποτελεσματικής βοήθειας προς την Πολωνία από πλευράς Αγγλίας και Γαλλίας. Κατά την πορεία των εχθροπραξιών ανάμεσα σε Γερμανία και Πολωνία δεν υπήρξαν ενδείξεις για καποια σοβαρή αντίσταση του πολωνικού στρατού απέναντι στην επίθεση του γερμανικού στρατού, ή γεγονότα για καποιες μερικές επιτυχίες των Πολωνών σε καποια περιοχή επιχειρήσεων. Επιπλέον, όλα τα στοιχεία της κατάστασης στην Πολωνία κάνουν λόγο για την αυξανόμενη αποδιοργάνωση ολόκληρου του πολωνικού κρατικού μηχανισμού, και για το ότι το πολωνικό κράτος αποκαλύφθηκε τόσο αδύναμο και αναποτελεσματικό, ώστε στις πρώτες πολεμικές αποτυχίες άρχισε να καταρρέει.

Ποιες είναι οι αιτίες για αυτή την κατάσταση, οι οποίες οδήγησαν την Πολωνία στο χείλος της χρεοκοπίας;

Αυτές έχουν τις ρίζες τους πρωτίστως στις εσωτερικές αδυναμίες και αντιθέσεις του πολωνικού κράτους.

Η Πολωνία είναι ένα πολυεθνικό κράτος. Στη σύνθεση του πληθυσμού της Πολωνίας, οι Πολωνοί αποτελούν μόλις το 60%, ενώ το υπόλοιπο 40% το αποτελούν εθνικές μειονότητες, κυρίως Ουκρανοί, Λευκορώσοι και Εβραίοι. Αρκεί να αναφέρουμε ότι οι Ουκρανοί στην Πολωνία φτάνουν τουλάχιστον τα 8 εκατομμύρια, ενώ οι Λευκορώσει περίπου τα 3 εκατομμύρια. Αυτές οι δύο μεγαλύτερες εθνικές μειονότητες αποτελούν μαζί 11 εκατομμύρια πληθυσμό. Προκειμένου να δει κανείς το μέγεθος του ουκρανικού και λευκορωσικού πληθυσμού στην Πολωνία, αξίζει να αναφερθεί ότι το σύνολό τους ξεπερνά τους πληθυσμούς τέτοιων χωρών όπως η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία μαζί.

Θα ήταν λογικό κανείς να περιμένει ότι οι ηγετικοί κύκλοι της Πολωνίας θα έπρεπε να καθιερώσουν με τέτοιες μεγάλες εθνικές μειονότητες κανονικές σχέσεις, να τους παρέχουν εθνικά δικαιώματα, να τους δώσουν ίσως καποια διοικητική αυτονομία, αν όχι πολιτική αυτονομία, να τους δώσουν σχολεία, πολιτιστικά ιδρύματα κλπ. Γιατί είναι ξεκάθαρο ότι χωρίς την παραχώρηση αυτών ή παρόμοιων εθνικών δυκαιωμάτων σε εθνικές μειονότητες, δεν μπορεί να διασφαλιστεί ένα πολυεθνικό κράτος, δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί εσωτερική ενότητα και βιωσιμότητα. Ωστόσο, οι πολωνικοί ηγετικοί κύκλοι φάνηκαν μη ικανοί να κατανοήσουν αυτή την στοιχειώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη και τη βιωσιμότητα ενός πολυεθνικού κράτους και να κάνουν οποιοδήποτε πρακτικό βήμα για την εφαρμογή αυτής της προϋπόθεσης. Επιπροσθέτως, οι πολωνικοί ηγετικοί κύκλοι έκαναν ό,τι είναι δυνατό για να επιδεινώσουν τις σχέσεις με τις εθνικές μειονότητες και να τις οδηγήσουν στα άκρα.

Η εθνική πολιτική των ηγετικών κύκλων της Πολωνίας χαρακτηρίζεται από καταστολή και καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων και ιδιαίτερα των Ουκρανών και των Λευκορώσων. Η Δυτική Ουκρανία και η Δυτική Λευκορωσία – περιοχές με κυριαρχία του ουκρανικού και του λευκορωσικού πληθυσμού αποτελούν αντικείμενα της πλέον ωμής και ξεδιάντροπης εκμετάλλευσης από πλευράς πολωνών γαιοκτημόνων.

Η κατάσταση των Ουκρανών και των Λευκορώσων χαρακτηρίζεται καθεστώς εθνικής καταπίεσης και αδικίας. Οι ηγετικοί κύκλοι της Πολωνίας, οι οποίοι επαίρονται για τη δήθεν αγάπη τους προς την ελευθερία έκαναν τα πάντα ώστε να μετατρέψουν τη Δυτική Ουκρανία και τη Δυτική Λευκορωσία σε αποικία, η οποία έχει δοθεί στους πολωνούς ευγενείς για λεηλασία. Από αυτή την άποψη, η πολιτική της Πολωνίας σε τίποτε δεν διαφέρει από την καταπιεστική πολιτική του ρωσικού τσαρισμού.

Οι ηγετικοί κύκλοι της Πολωνίας προβαίνουν στην άσκηση πολιτικής εθνικής αφομοίωσης των Ουκρανών και των Λευκορώσων. Στη γη της Δυτικής Ουκρανίας και Λευκορωσίας εγκαθίστανται πολωνοί στρατιωτικοί έποικοι, οι λεγόμενοι “οσάντνικι”. Οι Πολωνοί, οι οποίοι είναι εδώ ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, αποτελούν την κυρίαρχη δύναμη, έχοντας στα χέρια τους ολόκληρο τον μηχανισμό της εξουσίας.

Σε όλα τα επίπεδα του διοικητικού μηχανισμού από πάνω μέχρι κάτω κυριαρχεί η πολωνική γλώσσα. Όλοι οι αξιωματούχοι και οι δικαστές είναι Πολωνοί, οι οποίοι δεν αναγνωρίζουν άλλη γλώσσα, εκτός από την πολωνική. Όσοι είναι μη πολωνοί δεν έχουν πρόσβαση σε κανένα αξίωμα. Την κυριαρχία τους επί των εθνικών μειονοτήτων οι ηγετικοί κύκλοι της Πολωνίας την διατηρούν με σωματική βία, δικαστήρια, ωμή τρομοκρατία και υποκίνηση εθνικού μίσους.

Τα Ουκρανικά και Λευκορωσικά πολιτιστικά ιδρύματα και σχολεία έχουν περιοριστεί σχεδόν στο μηδέν. Αρκεί να αναφέρει κανείς ότι το Πολωνικό Σύνταγμα δεν προβλέπει για της εθνικές μειονότητες όχι μόνο κανένα είδος έστω περικομμένης αυτονομίας, αλλά ούτε και το δικαίωμα να διδάσκονται τα παιδιά στη μητρική τους γλώσσα.

Όμως η βίαιη πολωνοποίηση των Ουκρανών και των Λευκορώσων δεν περιορίζεται μόνο στα σχολεία. Η ίδια κατάσταση επικρατεί στην Ουκρανική και Λευκορωσική λογοτεχνία, τον Τύπο και τις Τέχνες.

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, ο Ουκρανικός και ο Λευκορωσικός πληθυσμός καταδικάζεται σε μια κατάσταση πολιτιστικού εκβαρβαρισμού.

Αυτές είναι οι αιτίες για τι ςοποίες στην Πολωνία δεν δημιουργήθηκε ούτε μπορούσε να δημιουργηθεί μια εσωτερική ενότητα και σταθεροποίηση των δυνάμεων του πολυεθνικού κράτους, οι οποίες θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν ένα πατριωτικό κύμα και να ενώσουν τον πολωνικό στρατό, ο οποιος να αποτελείται όχι μόνο από Πολωνούς, αλλά και από Ουκρανούς και Λευκορώσους σε μια ενωμένη προσπάθεια για την απόκρουση του πολεμικού αντιπάλου.

Η εθνικές μειονότητες της Πολωνίας δεν αποτέλεσαν και δεν μπορούσαν να αποτελέσουν ένα αξιόπιστο οχυρό του κρατικού καθεστώτος. Ένα πολυεθνικό κράτος το οποίο δεν ενώνει με δεσμούς φιλίας και ισότητας τους πληθυσμούς του αλλά, αντίθετα, βασίζεται στην καταπίεση και την ανισοτιμία των εθνικών μειονοτήτων, δεν μπορεί να αποτελέσει μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη.

Σε αυτό βρίσκεται η ρίζα της αδυναμίας του πολωνικού κράτους και η εσωτερική αιτία της στρατιωτικής του ήττας.

Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε και στο περιοδικό “Προπαγανδιστής και Αγκιτάτορας του Εργατοαγροτικού Κόκκινου Στρατού”, όργανο πολιτικής κατάρτισης του ΕΑΚΣ, νο.19, Οκτώβρης 1939, σ.σ.1-2, από όπου και μεταφράστηκε από τα ρωσικά

***

Ραδιοφωνικό διάγγελμα του προέδρου του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ σ. Β. Μ. Μολότοφ

17 Σεπτέμβρη 1939

Σύντροφοι! Πολίτες, άντρες και γυναίκες, της μεγάλης μας χώρας.

Τα γεγονότα που προκλήθηκαν από των πολωνογερμανικό πόλεμο, αποκάλυψαν την εσωτερική ασυνέπεια και την προφανή ανικανότητα του πολωνικού κράτους. Οι πολωνικοί ηγετικοί κύκλοι χρεοκόπησαν. Όλα αυτά συνέβησαν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες, η Πολωνία έχει χάσει ήδη όλα τα βιομηχανικά της κέντρα, έχασε τις περισσότερες από τις μεγαλύτερες πόλεις της και τα πολιτισμικά της κέντρα. Ούτε η Βαρσοβία είναι πλέον πρωτεύουσα του πολωνικού κράτους. Κανείς δεν γνωρίζει την τύχη της πολωνικής κυβέρνησης. Ο πληθυσμός της Πολωνίας έχει εκαταλειφθεί από τους δύσμοιρους ηγέτες του στην τύχη του. Το πολωνικό κράτος και η κυβέρνησή του έχουν πραγματικά πάψει να υπάρχουν. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, οι συναφθείσες συμφωνίες ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και την Πολωνία έπαψαν να έχουν ισχύ.

Στην Πολωνία δημιουργήθηκε μια κατάσταση, η οποία απαιτεί από πλευράς κυβέρνησης ειδική έγνοια σε σχέση με την ασφάλεια του κράτους της. Η Πολωνία έγινε πεδίο ευνοϊκό για τη δημιουργία κάθε είδους ατυχήματος και μη αναμενόμενου γεγονότος, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν κίνδυνο για τη Σοβιετική Ένωση. Η Σοβιετική Ένωση, μέχρι πρόσφατα, παρέμενε ουδέτερη. Όμως, δεδομένων αυτών των περιστάσεων, δεν μπορεί άλλο να παραμένει ουδέτερη.

Από τη σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορεί ούτε να απαιτείται να επιδείξει αδιαφορία για την τύχη των ομόαιμων Ουκρανών και Λευκορώσων, οι οποίοι ζουν στην Πολωνία, και προηγουμένως βρίσκονταν σε κατάσταση εθνών χωρίς δικαιώματα ενώ τώρα έχουν εγκαταλειφθεί στη μοίρα τους. Η σοβιετική κυβέρνηση θεωρεί ιερό καθήκον της να τείνει χέρι βοηθείας στα αδέρφια Ουκρανούς και Λευκορώσους που κατοικούν στην Πολωνία.

Δεδομένων όλων αυτών, η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ επέδωσε σήμερα το πρωί νότα στον πολωνό πρέσβη στη Μόσχα, στην οποία ανέφερε ότι η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε εντολή στον αρχιστράτηγο του Κόκκινου Στρατού να διατάξει τα στρατεύματα να διασχίσουν τα σύνορα και να θέσουν υπό την προστασία τους τη ζωή και την περιουσία του πληθυσμού της Ανατολικής Ουκρανίας και Ανατολικής Λευκορωσίας.

Η σοβιετική κυβέρνηση ανέφερε σε αυτή τη νότα, επίσης, ότι, ταυτόχρονα, προτίθεται να πάρει όλα τα μέτρα εκείνα προκειμένου να διασώσει τον πολωνικό λαό από τον καταστροφικό πόλεμο στον οποίο ρίχτηκε από τους παράφρονες ηγέτες του και να του δώσει τη δυνατότητα να ζήσει μια ειρηνική ζωή.

Στις αρχές του Σεπτέμβρη, όταν διεξήχθη μερική επιστράτευση εφέδρων του Κόκκινου Στρατού στην Ουκρανία, στη Λευκορωσία και σε τέσσερις ακόμα πολεμικές περιφέρειες, η κατάσταση στην Πολωνία δεν ήταν ξεκάθαρη, και αυτό το κάλεσμα για επιστράτευση ήταν μόνο ένα προληπτικό μέτρο. Κανένας δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι το πολωνικό κράτος θα βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση αδυναμίας και θα σημειωνόταν μια τόσο γρήγορη κατάρρευση όσο αυτή που λαμβάνει χώρα σήμερα σε όλη την Πολωνία. Ωστόσο, δεδομένης αυτής της σημερινής κατάρρευσης και ενώ οι πολωνοί ηγέτες πλήρως χρεοκόπησαν και δεν είναι ικανοί να αλλάξουν την κατάσταση στην Πολωνία, ο Κόκκινος Στρατός μας, έχοντας λάβει μεγάλη ενίσχυση με την πρόσφατη επιστράτευση εφέδρων, πρέπει επάξια να εκπληρώσει το τίμιο καθήκον που του έχει ανατεθεί.

Η κυβέρνηση έχει τη βέβαιη πεποίθηση ότι ο εργατοαγροτικός Κόκκινος Στρατός μας θα επιδείξει και αυτή τη φορά τη μαχητική του ικανότητα, συνείδηση και πειθαρχία και ότι η εκπλήρωση του μεγάλου απελευθερωτικού του καθήκοντος θα γράψει νέες σελίδες ηρωισμού και δόξας.

Μαζί με αυτά, η σοβιετική κυβέρνηση απέστειλε αντίγραφο της νότας της στον πολωνό πρέσβη σε όλες τις κυβερνήσεις με τις οποίες η ΕΣΣΔ διατηρεί διπλωματικές σχέσεις και, ταυτόχρονα, δήλωσε ότι η Σοβιετική Ένωση θα διατηρήσει πολιτική ουδετερότητας απέναντι σε όλες αυτές τις χώρες.

Αυτή καθορίζει τις πρόσφατες ενέργειές μας στην εξωτερική πολιτική μας.

Η κυβέρνηση απευθύνει επίσης στους πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης την ακόλουθη εξήγηση. Σε σχέση με το κάλεσμα εφέδρων, ανάμεσα στους πολίτες μας δημιουργήθηκε επιθυμία να συσσωρεύσουν περισσότερα τρόφιμα και άλλα αγαθά από φόβο ότι θα επιβληθεί σύστημα δελτίου στον τομέα του εφοδιασμού. Η κυβέρνηση θεωρεί απαραίτητο να δηλώσει ότι δεν προτίθεται να εισάγει σύστημα δελτίου για τα τρόφιμα και τα βιομηχανικά αγαθά, ακόμα κι αν εξωτερικά γεγονότα προκαλέσουν κυβερνητικά μέτρα για καποιο διάστημα. Φοβάμαι ότι από τις υπερβολικές αγορές τροφίμων και αγαθών θα επηρεαστούν μόνο μόνο όσοι το κάνουν και συσσωρεύσουν αχρείαστα αποθέματα, θέτοντάς τα σε κίνδυνο αλλοίωσης. Η χώρα μας διαθέτει όλα τα απαραίτητα και μπορεί να πορευτεί και χωρίς σύστημα δελτίου στον εφοδιασμό.

Το καθήκον μας τώρα, καθήκον κάθε εργάτη και αγρότη, καθήκον κάθε υπαλλήλου και διανοούμενου συνίσταται στο να εργαστεί τίμια και με αυταπάρνηση από το πόστο του και να παρέχει βοήθεια στον Κόκκινο Στρατό.

Όσον αφορά τους μαχητές του ένδοξου Κόκκινου Στρατού μας, δεν έχω αμφιβολία ότι αυτή θα κάνουν το καθήκον τους απέναντι στην πατρίδα – με τιμή και δόξα.

Οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης, όλοι οι πολίτες, άντρες και γυναίκες, της χώρας μας, οι μαχητές του Κόκκινου Στρατού και του Πολεμικού Ναυτικού, συσπειρωμένοι όσο ποτέ άλλοτε γύρω από τη σοβιετική κυβέρνηση, γύρω από το μεγάλο μπολσεβίκικο κόμμα μας, γύρω από το μεγάλο μας ηγέτη, γύρω από το σοφό σύντροφο Στάλιν, εμπρός για νέες και χωρίς προηγούμενο επιτυχίες στην εργασία στη βιομηχανία και τα κολχόζ, για νέες ένδοξες νίκες του Κόκκινου Στρατού στα πολεμικά μέτωπα.

Το διάγγελμα αναδημοσιεύτηκε και στο περιοδικό “Προπαγανδιστής και Αγκιτάτορας του Εργατοαγροτικού Κόκκινου Στρατού”, όργανο πολιτικής κατάρτισης του ΕΑΚΣ, νο.19, Οκτώβρης 1939, σ.σ. 3-4, από όπου και μεταφράστηκε από τα ρωσικά

***

Επιστολή Μολότοφ στον πολωνό πρέσβη

Κε. Πρέσβη,

ο Πολωνο-γερμανικός πόλεμος έχει αποδείξει την εσωτερική διάλυση του πολωνικού κράτους.

Μέσα σε δέκα μέρες εχθροπραξιών, η Πολωνία έχασε όλες τις βιομηχανικές περιοχές της και τα πολιτισμικά κέντρα της. Η Βαρσοβία ως πρωτεύουσα της Πολωνίας δεν υπάρχει πια. Η Πολωνική κυβέρνηση έχει διαλυθεί και δεν δείχνει σημεία ζωής.

Αυτά σημαίνουν ότι το Πολωνικό Κράτος και η κυβέρνησή του έχουν, στην πραγματικότητα, πάψει να υπάρχουν.

Εγκαταλελειμμένη στη μοίρα της και χωρίς ηγεσία, η Πολωνία έχει καταστεί γόνιμο έδαφος για κάθε είδους τυχαίο και μη αναμενόμενο γεγονός το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια απειλή για την ΕΣΣΔ.

Έτσι, παρότι ουδέτερη ως τώρα, η σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορεί πια να διατηρεί ουδέτερη στάση απέναντι σε αυτά τα γεγονότα. Ούτε μπορεί η σοβιετική κυβέρνηση να παραμένει αδιάφοροι όταν τα αδέρφια της, οι Ουκρανοί και οι Λευκορώσοι που ζουν στο πολωνικό έδαφος, έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους, έχουν αφεθεί χωρίς προστασία.

Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε εντολή στον αρχιστράτηγο του Κόκκινου Στρατού να διατάξει στρατεύματα να διασχίσουν τα σύνορα και να θέσουν υπό την προστασία τους τις ζωές και την περιουσία του πληθυσμού της Δυτικής Ουκρανίας και της Δυτικής Λευκορωσίας.

Ταυτόχρονα, η σοβιετική κυβέρνηση προτίθεται να πάρει κάθε μέτρο για να σώσει τον πολωνικό λαό από τον καταστρεπτικό πόλεμο στον οποίο τον έριξαν οι παράφρονες ηγέτες του και να του δώσει τη δυνατότητα να ζήσει μια ειρηνική ζωή.

Διατελώ μετά τιμής,

Μολότοφ

Λαϊκός Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΣΣΔ

Το κείμενο στα αγγλικά εδώ

***

Επιστολή προς τρίτες χώρες

Κε. Πρέσβη (ή επιτετραμμένε),

Επισυνάπτοντάς σας αντίγραφο της νότας της σοβιετικής κυβέρησης με ημερομηνία 17 Σεπτέμβρη 1939 προς τον πολωνό πρέσβη στη Μόσχα, έχω την τιμή, βάσει οδηγιών της κυβέρνησής μου, να σας πληροφορήσω ότι η ΕΣΣΔ θα ασκήσει μια πολιτική ουδετερότητας αναφορικά με τις σχέσεις της ΕΣΣΔ και της χώρας σας.

Έχοντας την τιμή,

Μολότοφ

Λαϊκός Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΣΣΔ

Η παρούσα επιστολή επιδόθηκε στις διπλωματικές αντιπροσωπείες των ακόλουθων χωρών: ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Κίνα, Ιαπωνία, Τουρκία, Ιράν, Αφγανιστάν, Φινλανδία, Βουλγαρία, Λετονία, Δανία, Εσθονία, Σουηδία, Ελλάδα, Βέλγιο, Ρουμανία, Λιθουανία, Νορβηγία, Ουγγαρία, Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας, Λαϊκή Δημοκρατία της Τούβα.

Το κείμενο στα αγγλικά εδώ

Εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα & ιμπεριαλισμός (για τον οπορτουνισμό και τα συνεπαγόμενα παθήματα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος)

Η σημερινή δεινή θέση του κουρδικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, το οποίο εμφανίζεται ριγμένο από τους ιμπεριαλιστές στη Συρία, δεν είναι παρά απότοκο των λαθών του ιδίου. Στην προσπάθειά του να πετύχει πάση θυσία την αναγνώριση κουρδικού κράτους, αγνόησε τα βασικά μαθήματα της ιστορίας, αλλά και δεν ανάγνωσε σωστά τη σημερινή κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την αντίθεση “HΠΑ-Ρωσία”, αλλά και από την αντίθεση “ΗΠΑ και Ρωσία vs. αναδυόμενες περιφερειακές δυνάμεις (και μπλοκ)”. Τον τελευταίο καιρό το κουρδικό κίνημα (PKK) “έπαιξε” όχι απλώς με έναν ιμπεριαλιστή, αλλά και με τους δύο. Τον πρώτο καιρό στηρίχτηκε στη Ρωσία, σπάζοντας την εκεχειρία με την Τουρκία (ό,τι ήθελε η Ρωσία, η οποία επιδιώκει να θέσει τις τουρκικές περιφερειακές -“αποσχιστικές” από το δυτικό άξονα- φιλοδοξίες υπό τη δική της αιγίδα, πράγμα που πετυχαίνει). Ακολούθως, το ΡΚΚ προσπάθησε να μονοπωλήσει (δημιουργώντας προβλήματα εναντίον των υπόλοιπων- δυτικόφιλων- κουρδικών οργανώσεων) το δυτικό εξοπλισμό για την καταπολέμηση του ΙΚ, προβάλλοντας ως η πιο “αξιόμαχη” δύναμη. Κάτι το οποίο ήταν εύκολο και το πέτυχε στο κουρδικό Ιράκ (στο Σίντζαρ), αφού η εκεί δυτικόφιλη κυβέρνηση χωρίς χρήμα δεν κινείται. Έτσι, επέκτεινε και την πολιτική του επιρροή εκεί και έφτασε να συγκρούεται ως και στο κουρδικό Ιράν (για να μονοπωλήσει προφανώς την ηγεσία του κουρδικού κινήματος). Ταυτόχρονα, το ΡΚΚ ασχολήθηκε και με την εύρεση συμπαθειών από το εξωτερικό, όχι μόνο προβάλλοντας τον κοσμικό του χαρακτήρα και τον προωθημένο ρόλο των γυναικών (σε σύγκριση με τα θεοκρατικά καθεστώτα της περιοχής), αλλά και εγκαταλείποντας το μαρξισμό – λενινισμό, για να ακούγεται εύηχα στα οπορτουνιστικά ακροατήρια του δυτικού κόσμου.

Όμως, ούτε αυτά δεν έφταναν για να καταστήσουν τους Κούρδους ένα αξιόπιστο παράγοντα που μπορεί να συμμετέχει ανεξάρτητα σε διεθνείς συνδιασκέψεις για την επίλυση των προβλημάτων της περιοχής (π.χ. Συριακό), σε τέτοιο βαθμό ώστε να πειστούν οι ιμπεριαλιστές να έρθουν σε πλήρη ρήξη με τους – αποσπώμενους από αυτούς και έχοντες περιφερειακές φιλοδοξίες – δευτερεύοντες παράγοντες (π.χ. Τουρκία). Έτσι, προχώρησαν στο “τάξιμο” βάσεων στους ιμπεριαλιστές. Με αυτό, όχι μόνο “καλιμπράρισαν” τα συμφέροντα του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος με αυτά των ιμπεριαλιστών, αλλά, κάνοντας κηδεία με ξένα (συριακά) κόλυβα, έφτασαν να χάσουν και ένα βασικό στήριγμά τους: τα φιλικά μετόπισθεν (η εύρεση των οποίων αποτελεί νόμο για ένα επαναστατικό κίνημα). Έχοντας τις χείριστες των σχέσεων με όλους τους παράγοντες της περιοχής (πλην ίσως Ισραήλ), τώρα έχουν καταστεί πιόνι των ιμπεριαλιστών. Στη μεν Χάσακα ωθούνται από τους δυτικούς (και τοπικά συμφέροντα) για να στριμώξουν τον Άσαντ (εδώ παίζουν με την αντίθεση “ΗΠΑ vs. Ρωσία”). Στη δε Τζαράμπλους κυριαρχεί η δεύτερη μεγάλη αντίθεση, όπου οι ΗΠΑ δεν επιθυμουν να έρθουν σε πλήρη ρήξη με την ερντογανική Τουρκία, και – εδώ επίσης, παρά τα μεγάλα λόγια – υποτάσσονται στις ΗΠΑ. Όμως την ύπαρξη αυτής της δεύτερης αντίθεσης, οι Κούρδοι και μεγάλο τμήμα του σημερινού ελληνικού προοδευτικού κινήματος την αγνοούν και έτσι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις σημερινές (και τόσες άλλες στο παρελθόν) εξελίξεις.

Δεν πρέπει κανένας και καμία να αφήνεται να συγκινηθεί και να διαμορφώνει άποψη μόνο με βάση τον ηρωικό χαρακτήρα του κουρδικού εθνικοαπελευθρωτικού κινήματος. Ο ηρωισμός δεν είναι μονοπώλιο αυτού του κινήματος. Εξάλλου, όταν κανείς δεν αναγνωρίζει και δεν λαμβάνει υπ’όψη όλες τις σύγχρονες αντιθέσεις, όταν ξεχνά ότι οι ιμπεριαλιστές, εκτός από την άμεση επέμβασή τους, ως επί το πλείστον πλέον προτιμούν να διεξάγουν πολέμους δι’ αντιπροσώπων (και δη η Ρωσία), και άρα μπορεί να επιδιώξουν (και να έχουν ήδη καταφέρει) να χρησιμοποιήσουν και τον ίδιο, τότε, ο ηρωισμός δεν αρκεί για να αποτρέψει την καταστροφή.

***

Εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα & ιμπεριαλισμός

του Miguel Alonso

Οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες ή πόλεμοι έχουν έναν διαταξικό χαρακτήρα, δηλαδή, περιλαμβάνουν ένα σύνολο από πατριωτικές τάξεις. Αυτό το ιστορικό προτσές είναι μία ανταγωνιστική αντίθεση του λαού με τον αποικιακό ή κατοχικό ιμπεριαλισμό.

Αυτή η αντίθεση καθορίζει τις συμμαχίες στην πάλη ενάντια στον καταπιεστή, ωστόσο, δεν είναι υπεράνω της πάλης των τάξεων όπως επιθυμούν να την παρουσιάσουν οι αστικές ή μικροαστικές δυνάμεις. Το ακριβώς αντίθετο. Το ποια τάξη θα είναι η ηγέτιδα σε αυτό το προτσές, αποτελεί το κλειδί για να καθοριστεί το αν ένα εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα θα έχει επιτυχία ή, αντιθέστως, θα επιτύχει μια τυπική μονάχα ανεξαρτησία, η οποία ωστόσο θα υπηρετεί άλλους ιμπεριαλιστές.

Ο διαμοιρασμός του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και η πάλη τους για νέα εδάφη, έχει προκαλέσει πολλά προτσές απελευθερωτικών πολέμων από πολλούς καταπιεζόμενους λαούς καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Η ιστορία μάς διδάσκει ότι ένα τμήμα αυτών των πολέμων μετατρέπεται σε ό,τι σήμερα αποκαλείται πόλεμοι δι’αντιπροσώπου (proxy wars), όπου οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παρεμβαίνουν με τρόπο έμμεσο, όμως χρησιμοποιώντας αυτά τα προτσές για τα δικά τους συμφέροντα και όχι για ένα αυθεντικά πατριωτικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνηα.

Ας πάρουμε ένα ιστορικό παράδειγμα: ο πόλεμος ανεξαρτησίας της Κούβας ενάντια στην ισπανική αυτοκρατορία, η οποία διαμεσολαβήθηκε και υποτάχτηκε από την επέμβαση των ΗΠΑ στο λεγόμενο Ισπανο-Βορειοαμερικανικό πόλεμο του 1898.

Παρόμοια περίπτωση υπήρξε και στις Φιλιππίνες, τις οποίες οι γιάνκηδες κατέλαβαν και προσάρτησαν μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Οι φιλιππινέζικες πατριωτικές δυνάμεις, καθοδηγούμενες από την φιλελεύθερη αστική τάξη και τον επικεφαλής τους Εμίλιο Ακγινάλντο, βασίστηκαν στον βορειοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό, στην πάλη τους ενάντια στην ισπανική αποικιακή εξουσία και κατέληξαν να δουυν το πραγματικό πρόσωπο των βορειοαμερικάνων ιμπεριαλισμό. Τότε προσπάθησαν να αντισταθούν ενόπλως σε αυτόν το 1899, όμως ηττήθηκαν και διαλύθηκαν το 1902. Με την εγκαθίδρυση, από τους εγκληματίες βορειοαμερικάνους, ενός τρομοκρατικού και γενοκτονικού καθεστώτος, όχι μόνο ενάντια στους μαχητές αλλά και την αγροτιά και το υπό εκκόλαψη προλεταριάτο, εκτιμάται ότι εξολοθρεύτηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο προσωπα. Και αυτό είναι ένα γεγονός που συστηματικά αποκρύπτουν οι βορειοαμερικάνοι ιστοριογράφοι.

Όταν οι ιάπωνες ιμπεριαλιστές εισέβαλλαν στο φιλιππινέζικο έδαφος, όπως και σε άλλες ασιατικές αποικίες, ένα τμήμα από τις δυνάμεις που αντιτίθονταν στη γιάνκικη κατοχή χαιρέτισε τον ερχομό των πρώτων, ίσως έχοντας την ελπίδα ότι θα είναι πιο καλό, όμως πάλι ήρθαν αντιμέτωποι με τις εγκληματικές επιθυμίες που υπάρχουν στο DNA του ιμπεριαλισμού. Το 1943, οι ιάπωνες εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς αχυρανθρώπων με επικεφαλής το Χοσέ Π. Λορέλ, έναν παλιό αστό “πατριώτη”, ο οποίος δεν δίστασε να συνεργαστεί με τους ιάπωνες κατακτητές, εκθειαζόμενος ακόμα και από τις φασιστικές κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Γερμανίας. Η πτώση της Ιαπωνίας τερμάτισε αυτό το καθεστώς αχυρανθρώπων. Περιέργως ο δοσίλογος πρόεδρος δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματα πολέμου της κυβέρνησής του. Οι αληθινές πατριωτικές δυνάμεις δημιούργησαν ένα ενιαίο μέτωπο και έναν λαϊκό στρατό το 1942,, με επικεφαλής το ΚΚΦ των αδερφών Λέβα και του Λουίς Ταρούκ, και άρχισαν έναν πόλεμο ενάντια στον ιάπωνα εισβολέα.

Το 1946, οι ΗΠΑ έδωσαν ανεξαρτησία στις Φιλιππίνες με τη λεγόμενη “Συμφωνία της Μανίλα”, εγκαθιδρίοντας άλλη μια δημοκρατία αχυρανθρώπων, με επικεφαλής τη μεταπρατική αστική τάξη, στην οποία προήδρευε ένας παλιός συνεργάτης της φιλοϊαπωνικής κυβέρνησης: ο Μανουέλ Ρόχας.

Αυτός, υπό τις εντολές των βορειοαμερικάνων αφεντών του, εξαπέλυσε μια κατασταλτική εκστρατεία ενάντια στους κομμουνιστές και τις άλλες πατριωτικές δυνάμεις που δεν αποδέχονταν τη Συμφωνία της Μανίλα, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση του λαϊκού πολέμου το 1949, η οποία διήρκεσε μέχρι το 1959.

Αργότερα, το ΚΚΦ εκφυλίστηκε, κατρακύλησε στο ρεβιζιονισμό, μέχρι που οι μεγάλοι επαναστατικοί άνεμοι της κριτικής προς το σοβιετικό ρεβιζιονισμό, από πλευράς προέδρου Μαο Τσε Τουνγκ και της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης, της οποίας την 50ή επέτειο γιορτάζουμε φέτος, οδήγησαν τους φιλιππινέζους κομμουνιστές, στη μεγάλη διόρθωση η οποία οδήγησε στη δημιουργία του σημερινού Κομμουνιστικού Κόμματος των Φιλιππίνων υπό την καθοδήγηση του συντρόφου Χ.Μ. Σισόν, το οποίο ξανάρχισε τον ένοπλο αγώνα το 1969.

Πολλοί από αυτούς τους “πατριώτες” έχουν μυθοποιηθεί από την αστική τάξη ως αρχιτέκτονες της ανεξαρτησίας, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι οι Φιλιππίνες ποτέ δεν σταμάτησαν να αποτελούν προτεκτοράτο των γιάνκηδων, των επιχειρήσεών τους ή των μεγάλων στρατιωτικών τους βάσεων και να κυβερνώνται από την ίδια γραφειοκρατική και μεταπρατική αστική τάξη που σήμερα επιδιώκει να στριμώξει τους κομμουνιστές σε αυτό που αποκαλείται ειρηνευτική συμφωνία.

Είναι προφανές ότι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αξιοποιούν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα τα οποία καθοδηγούνται από την αστική ή μικροαστική τάξη για να επιβάλλουν την παρουσία τους. Ο οπορτουνισμός δίνει τα χέρια με τον ιμπεριαλισμό ή το σοσιαλιμπεριαλισμό για να ενισχύσει την εξουσία της αστικής τάξης σε αυτό το προτσές, αλλάζοντας τον ένα αφέντη με τον άλλο.

Μόνο στις καταπιεζόμενες χώρες όπου η καθοδήγηση βρισκόταν στα χέρια των κομμουνιστών και που ένωσαν, σε έναν λαϊκό πόλεμο, τον πατριωτικό αγώνα με την επανάσταση υπήρξαν μεγάλες νίκες, όπως στην Κίνα, την Κορέα, την Αλβανία, την Καμπότζη ή το Βιετνάμ.

Ο οπορτουνισμός ή η έλλειψη σαφήνειας σε αυτό το ζήτημα οδηγεί τις λαϊκές δυνάμεις στην καταστροφή και στην αντικατάσταση του ενός ιμπεριαλισμού από τον άλλο. Αυτό συνέβη στην Ασία, την Αφρική ή τη Λατινική Αμερική.

Σε αυτό το λαβύρινθο φαίνεται ότι έχει πέσει σήμερα το απελευθερωτικό κίνημα του κούρδικου λ αού το οποιο, επιδιώκοντας ανεξαρτησία, έχει βασιστεί σε ιμπεριαλιστικούς παράγοντες για να καθορίσει τις συμμαχίες του και τις δυνάμεις του, με την υποστήριξη του ΝΑΤΟ, των βομβαρδιστικών και των συμβούλων του. Για να μη μιλήσουμε για τις δεξιές και διεφθαρμένες κυβερνήσεις όπως του Μασούντ Μπαρζανί στο ιρακινό Κουρδιστάν.

Τώρα βλέπουμε πως οι “ιμπεριαλιστές σύμμαχοί του” επιδιώκουν να επιλέξουν ποιον εχθρό να χτυπήσει και σε ποιες πόλεις να επιτεθεί, όπως συνέβη πρόσφατα με την τουρκική επίθεση στη συριακή πόλη της Τζαράμπλους, η οποία βρισκόταν στα χέρια των μισθοφόρων του Ισλαμικού Κράτους.

Η επίσημη εγκατάλειψη του μαρξισμού-λενινισμού από την κύρια οργάνωση του κουρδικού εθνικοαπελευθρωτικού κινήματος, το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν, και η αντικατάστασή της από μια κοινοτιστική ψευτοαναρχική, εκλεκτικιστική ιδεολογία, αποτέλεσε ένα ξεκάθαρο σημάδι ότι ο οπορτουνισμός είχε κερδίσει την ηγεσία του κουρδικού επαναστατικού κινήματος.

Μία αρχή, για τους επαναστάτες, αναφορικά με τη στάση έναντι των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, είναι να βασίζονται στις δικές τους δυνάμεις, να δρουν με ανεξάρτητο τρόπο και ποτέ να μην είναι πιόνι των ιμπεριαλιστών και τα συμφέροντα των τελευταίων, ποτέ, επαναλαμβάνω ποτέ δεν είναι αυτά των λαών.

Οι επαναστάτες, οι κομμουνιστές, κούρδοι και τούρκοι, θα πρέπει να ξαναπάρουν το δρόμο του λαϊκού πολέμου, ερχόμενοι σε ρήξη με τον οπορτουνισμό, οποιαδήποτε ετικέτα κι αν φέρει αυτός, ο οποίος επιδιώκει να εξαργυρώνει τον ηρωικό αγώνα των λαών για ίδιον συμφέρον.

Μόνο ο επαναστατικός λαϊκός πόλεμος, ο οποίος καθοδηγείται από ένα κομμουνιστικό κόμμα που βασίζεται στην ιδεολογία του προλεταριάτου, το μαρξισμό – λενινισμό – μαοϊσμό, μπορεί να διασφαλίσει την απελευθέρωση των λαών από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό και την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας.

Η πραγματική αυτοδιάθεση των λαών γεννάται από την επανάσταση, είναι τόσο απλό. Πρόκειται για μια αρχή, η οποία ισχύει πλήρως.

Το κείμενο στα ισπανικά εδώ: http://dazibaorojo08.blogspot.gr/2016/09/movimientos-de-liberacion-nacional-y-el.html

Βολιβία: Για τη δολοφονία φιλεργατικού υπουργού από τα χαϊδεμένα παιδιά του

Η δολοφονία του αναπληρωτή υπουργού Εσωτερικών και Αστυνομίας της Βολιβίας, Rodolfo Illanes, από “συνεταιριστές” στον τομέα των ορυχείων την Πέμπτη 25 Αυγούστου δεν πρέπει να θεωρείται κεραυνός εν αιθρία. Και μόνο να σταθεί κανείς στην αφορμή για τη δολοφονία, καταλαβαίνει πως πρόκειται απλώς για την πιο προφανή απόδειξη του αδιεξόδου στο οποίο ήταν λογικό να περιέλθει και αυτός, ο εκσυγχρονισμένος ρεφορμισμός.

_90935069_gettyimages-595426452Από τις συγκρούσεις των «συνεταιριστών» με ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας (πηγή)

Ο νόμος για τον οποίο διαμαρτύρονται εδώ και εβδομάδες οι “συνεταιριστές”, πρακτικά αναιρεί το άρθρο 37 του “Νόμου περί Συνεταιρισμών” και συγκεκριμένα το εδάφιο 2 της υποπαραγράφου 4 στο οποίο προβλέπεται ότι “καμία και κανένας συνέταιρη και συνέταιρος σε έναν Παραγωγικό Συνεταιρισμό, Συνεταρισμό Υπηρεσιών και Δημοσίων Υπηρεσιών δεν μπορεί να ανήκει σε ένα εργατικό συνδικάτο του ιδίου συνεταιρισμού”. Στην ουσία, αυτό απαγόρευε τη δημιουργία συνδικάτων εντός των συνεταιρισμών. Και αυτή η απαγόρευση, αποτελούσε άλλο ένα προνόμιο, μαζί με πλήθος άλλων φορολογικών και (αντι-) περιβαλλοντικών κινήτρων, στους συνεταιριζόμενους, για να αναπτύξουν, παρ’όλα τα όμορφα λόγια περί “ισότητας, αλληλεγγύης κλπ”, πρώτα και πάνω από όλα την επιχειρηματικότητά τους, αφού σε αυτές τις ρυθμίσεις περιλαμβάνονταν και όσες αίρουν το μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα τους (άρθρο 4). Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι ο αριθμός αυτών των “συνεταιρισμών” πενταπλασιάστηκε επί προεδρίας Μοράλες. 

Φυσικά, αυτά τα προνόμια δόθηκαν σε βάρος άλλων τάξεων και στρωμάτων. Ο Μοράλες “έπαιξε” με μια σειρά ταξικών αντιθέσεων: Πρώτα από όλα, σε βάρος των ίδιων των μισθωτών εργαζόμενων, οι οποίοι είδαν χαλίφη να μπαίνει στη θέση του χαλίφη, και οι οποίοι μάλιστα, δηλητηριάστηκαν και ιδεολογικά, αφού “και αυτοί” θα μπορούσαν (στην πράξη, όχι) να γίνουν τέτοιοι. Χαρακτηριστικά είναι τα αιματηρά γεγονότα, λίγους μήνες μόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας από το Μοράλες, στη Χουανούνι, όταν “συνεταιριστές” συγκρούστηκαν με μισθωτούς εργάτες για τον έλεγχο ορυχείου της κρατικής εταιρίας (Comibol). Η σύγκρουση αυτή δεν ανέδειξε απλώς την ανταγωνιστική αντίθεση των “συνεταιριστών” με τους μισθωτούς, αλλά εγκαινίασε και τη σειρά πολιτικών που αποδείκνυε την προτίμηση του Μοράλες στους “συνεταιριστές” έναντι του ως τότε γραφειοκρατικού κεφαλαίου. Ο Μοράλες πρόκρινε τη δημιουργία (και φυσικά, έλεγχο) μίας νέας γραφειοκρατικής αστικής τάξης. Η σειρά, όμως, προνομίων στους συνεταιριστές έδειξε και την προτίμησή του έναντι του άλλου (μεγάλου) ιδιωτικού κεφαλαίου που αντιπροσώπευε “το παλιό”. Σε αυτή την αντίθεση, μάλιστα, ο χαρακτήρας έλαβε και “εθνική” διάσταση, αφού το ιδιωτικό κεφάλαιο, συνδεόμενο με το ξένο, ήταν μεταπρατικό.

1160092301_g_0

Από τις συγκρούσεις του 2006 ανάμεσα σε «συνεταιριστές» και εργάτες  (πηγή)

Ταυτόχρονα, παρά την ονομαστική μείωση της κατοχής της γης (μετά δημοψηφίσματος) στα 5.000 εκτάρια, ο Μοράλες ουδετεροποίησε και διέσπασε τους μεγαλοκτηματίες, μειώνοντας, έτσι, τη σχετική πολιτική ισχύ τους, με διάφορα μέτρα, όπως τη μη αναδρομική ισχύ του νόμου αυτού, την παράταση στα 5 χρόνια του ελέγχου για τον “κοινωνικό-οικονομικό ρόλο” των εκτάσεων (πρακτικά, για το αν μένουν ακαλλιέργητες), που, συν τοις άλλοις, τους έδωσε το χρόνο να αναδιαρθώσουν τις επενδύσεις τους, όπως επίσης και τη μη συμπερίληψη των εκτάσεων υπό αγρανάπαυση στο όριο των 5.000 εκταρίων και τη μείωση του χρόνου για νέα αγρανάπαυση.

Είναι προφανές πως ο Μοράλες “επένδυσε”, και, πρακτικά, ως “σκληρό πυρήνα” υποστήριξής του όρισε τους «συνεταιριστές». Ήταν, άλλωστε, οι 130.000 «συνεταιριστές» (χωρίς τις οικογένειές τους) στους 5 εκατομμύρια εκλογείς αυτοί στους οποίους είχε βασιστεί ο Μοράλες για την αναρρίχησή του στην εξουσία και στις διαδοχικές εκλογές.

Με την πολιτική και οικονομική ισχύ τους στο απόγειο, οι “συνεταιριστές”, έχοντας ήδη τουλάχιστον 7 βουλευτές να στηρίζουν το Μοράλες, και δικτυωμένοι στον κρατικό μηχανισμό, έφτασαν στο σημείο να ζητούν την είσοδο εκπροσώπου τους στην κυβέρνηση, και να μπορούν να συνάπτουν απ’ ευθείας συμβάσεις με ξένες εταιρίες. Μόνο τότε, βλέποντας το μονοπώλιό της να αμφισβητείται και δομικό πρόβλημα να της δημιουργείται, η κυβέρνηση “επιστράτευσε” την εργατική τάξη, “ενθυμούμενη” το … δικαίωμα της τελευταίας να συνδικαλίζεται, και ο ίδιος ο Μοράλες έσπευσε να δηλώσει ότι “ο μόνος που μπορεί να συνάπτει συμβόλαια είναι το κράτος”.

Στο σημείο αυτό έρχεται και η διεθνής διάσταση, η οποία, με την αυξανόμενη σημασία της στα εσωτερικά των χωρών, αποδεικνύει ότι το φαινόμενο κυβερνήσεων τύπου Βολιβίας δεν μπορεί να ενταχθεί στα πλαίσια του “παραδοσιακού” ρεφορμισμού που “απλώς” εγκαταλείπει την εργατική τάξη και παίζει με αντιθέσεις εντός της αστικής τάξης ή δημιουργεί μια νέα κρατικοδίαιτη αστική τάξη, η οποία φτάνει στο σημείο να θέλει να στερήσει από το χέρι (κράτος) που την ταΐζει τη μονοπωλιακή δύναμή του.

_90945134_543e429c-59de-4787-b011-2ae753831a75

Ο Μοράλες μιλά σε συγκέντρωση της Εθνικής Συνομοσπονδίας Συνεταιρισμών Βολιβίας το 2014 (πηγή)

Σαφώς, (και) ο Μοράλες, στην καλύτερη, άλλαξε μερικώς την ονομαστική ιδιοκτησία, και δεν πραγματεύτηκε την ουσία του ζητήματος της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής: δηλαδή, δεν αφαίρεσε την υλική βάση στην οποία στηριζόταν η πολιτική ισχύς της αστικής τάξης και των μεγαλοκτηματιών. Αντίθετα, με το “γίνε κι εσύ συνεταιριστής”, ενίσχυσε την ιδεολογική βάση της (τα προνόμια είδαμε πως είναι τέτοια που καμία σχέση δεν έχουν με τη μη ανταγωνιστική αντίθεση κρατικών vs. συνεταιριστικών συμφερόντων και ιδιοκτησίας, όπως έπρεπε και υπήρξε στο σοσιαλισμό του 20ού αιώνα). Το κύριο όμως πρόβλημα, δεδομένης της “πρωτοκαθεδρίας” των “συνεταιριστών” και όχι της εργατικής τάξης, είναι ότι, όχι μόνο δεν άλλαξε παραγωγικό μοντέλο στην οικονομία, αλλά ενέτεινε τον αγρο-εξορυκτικό της χαρακτήρα. Ωστόσο, ειδικά στο πλαίσιο μιας διεθνούς οικονομικής κρίσης, αυτό άφησε τη Βολιβία εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς και εξαρτώμενη από τη ζήτηση πρώτων υλών από χώρες που κατασκευάζουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, με δεδομένο το άνοιγμα σε ξένα μεγάλα κεφάλαια (με τους δικούς της και όχι τους “παραδοσιακούς” λατινοαμερικάνικους όρους), ότι εσχάτως δεν λείπουν τα δυτικά καλά λόγια για την “ιθαγενική” κυβέρνηση Μοράλες, ενώ, παράλληλα, ο Μοράλες έπαιξε και παίζει και με το ρωσοκινεζικό άξονα.

Όμως, εντάσσοντας αυτές τις κινήσεις στο συνολικότερο πλαίσιο, όπου η υπόθεση της λατινοαμερικάνικης προοδευτικής ολοκλήρωσης έχει παγώσει, και ενώ στη γειτονιά δημιουργείται αμερικανόστροφη-συντηρητική περιφερειακή εμπορική ένωση 400 εκ. καταναλωτών, μπορεί κανείς να συνάγει ότι η Βολιβία, ίσως το τελευταίο προπύργιο με δυνατότητες για μια εναλλακτική (συνεπή αντιιμπεριαλιστική) πολιτική στην περιοχή, αφού δεν παίρνει καμία πρωτοβουλία για την ανασύνταξη της περιφερειακής προοδευτικής συνεννόησης, ούτε καν για τη βελτίωση των σχέσεών της με τις διάφορες γειτονικές χώρες (π.χ. με τη Χιλή, με την οποία διατηρεί την κόντρα για τη στέρηση θαλάσσιας εξόδου από τον πόλεμο του 1904), δείχνει ότι δεν τοποθετείται υπέρ του δεύτερου σκέλους στην – ελάχιστα μελετημένη, παρότι αυξανόμενης σημασίας – αντίθεση “ΗΠΑ και Ρωσία vs. δυνάμει περιφερειακές δυνάμεις (και μπλοκ)”.

al-y-ev-con-los-fencomin-620x400

Λινέρα και Μοράλες τιμώμενα πρόσωπα από τους «συνεταιριστές» των ορυχείων

Όταν, λοιπόν, οι σημερινές συγκρούσεις στη Βολιβία δεν έχουν να κάνουν με “αντιθέσεις στους κόλπους του λαού”, και το μοντέλο Λινέρα, επί του οποίου κινείται η βολιβιανή κυβέρνηση, δεν μελετά τις σχέσεις “σκληρού πυρήνα – κράτους” και από τη διεθνή τους διάσταση (είναι, δηλαδή, πίσω και από τις σχετικές μελέτες του επαναστατικού-κομμουνιστικού κινήματος του 20ού αιώνα), ενώ αυτή γίνεται όλο και πιο σημαντική, η προσπάθεια για αντικατάσταση “σκληρού πυρήνα” εν μέσω όλων αυτών των εξελίξεων, είναι ιδιαίτερα δύσκολη για την κυβέρνηση Μοράλες, συν τοις άλλοις, γιατί η αξιοπιστία της εργατικής συνομοσπονδίας έχει μειωθεί, λόγω έλλειψης ανεξαρτησίας της.

Από στρατηγική σκοπιά, ωστόσο, οι εξελίξεις αναδεικνύουν πόσο λείπει ένα κόμμα που να εκφράζει τα ανεξάρτητα συμφέροντα της εργατικής τάξης, το οποίο, ταυτόχρονα, να προβαίνει σε ταξικές συμμαχίες, λαμβάνοντας υπ’όψη τη διεθνή διάσταση των πολιτικών ενεργειών της και την αυξανόμενη επιρροή της διεθνούς διάστασης στο εσωτερικό της χώρας.

Η απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος στη «δημοκρατική» Δυτική Γερμανία (17/08/1956)

Ένα από τα μεγάλα ψέματα των καπιταλιστών είναι ότι το σύστημά τους είναι ταυτόσημο με τη δημοκρατία και την πολυφωνία. Αυτό μπορεί να ισχύει, κατ’αρχάς, για τα αντιμαχόμενα τμήματα της αστικής τάξης και των διαφόρων ομάδων εντός αυτών. Όσον αφορά τις άλλες τάξεις στην αστική κοινωνία, η αστική τάξη επιτρέπει να έχουν αυτές κόμματα, μόνο στο βαθμό που δεν αμφισβητούν την κυριαρχία της. Άπειρα είναι τα παραδείγματα στην ιστορία όπου εντός αστικής νομιμότητας δεν χωρούσαν εκλογικά αποτελέσματα που δυνάμωναν την ισχύ της εργατικής τάξης, και ανατράπηκαν με πραξικοπήματα (Ισπανία 1936, Γουατεμάλα 1954, Χιλή 1973 κλπ κλπ), όπως και τα κομμουνιστικά κόμματα που τέθηκαν εκτός νόμου (και ορισμένα από αυτά, παραμένουν ακόμα εκτός νόμου).

kpd-verbot_demonstration_der_leipziger_eisen-_und_stahlwerke_1952

Από διαδήλωση το 1952 ενάντια στα σχέδια του Αντενάουερ για απαγόρευση του ΚΚΓ (πηγή)

Αυτό όμως που είναι πολύ καλά κρυμμένο είναι ότι η νομική απαγόρευση στην εργατική τάξη να οργανώνεται και να απειλεί πραγματικά το καπιταλιστικό σύστημα, τέθηκε και εξακολουθεί να τίθεται σε εφαρμογή όχι μόνο σε τριτοκοσμικές ή εξαρτημένες χώρες, αλλά στις πλέον ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού, όταν ο ρεβιζιονισμός δεν μπορεί να κάνει ακίνδυνη την εργατική τάξη “εκ των έσω”.

Στις ΗΠΑ χρειάστηκε μεταπολεμικά, τόσο το μαστίγιο του Μακάρθι, όσο και το καρότο του ρεβιζιονισμού για να μπορέσει να καταστραφεί το κομμουνιστικό κίνημα. Στη Γαλλία, μετά το Μάη του 1968, όπου αποδείχτηκε ότι ο ρεβιζιονισμός δεν μπορεί να καταστείλει την επαναστατικότητα (μεταξύ άλλων και) της εργατικής τάξης, χρειάστηκε ο Ντε Γκωλ να θέσει, όχι μόνο τα στρατεύματά του (και της Γερμανίας) σε επιφυλακή, αλλά και εκτός νόμου έντεκα αριστερές οργανώσεις, αλλά και το νεοιδρυθέν Μ-Λ ΚΚ Γαλλίας, για να το πνίξει εν τη γεννέσει του (αφού, ούτε τα πραγματικά πυρά του “ΚΚΓ” δεν ήταν αρκετά).

1953 elections Our beautiful country on the Rhine must not be theater of war anymoreΑφίσα του ΚΚΓ για τις εκλογές του 1953, όπου αναφέρεται ότι «η όμορφη πατρίδα μας δεν πρέπει να ξαναγίνει θέατρο πολέμου» (πηγή)

Στη Δυτική Γερμανία, χρειάστηκε το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο να θέσει εκτός νόμου το ΚΚ Γερμανίας στις 17 Αυγούστου 1956. Ήδη, το Σεπτέμβρη του 1950, με την θέσπιση του νόμου περί “αφοσίωσης των δημοσίων υπαλλήλων” στο σύνταγμα, πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι προσκείμενοι στο ΚΚ απολύθηκαν. Στις 26 Νοέμβρη 1951 τέθηκε εκτός νόμου η κομματική νεολαία, η Ελεύθερη Γερμανική Νεολαία, λόγω των “στενών δεσμών” με το ανατολικογερμανικό Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας (ΕΣΚΓ). Η συζήτηση για την απαγόρευση ξεκίνησε μετά από αίτημα της ίδιας της κυβέρνησης της Δυτικής Γερμανίας, στις 22 Νοέμβρη 1951, τον καιρό ακριβώς που η ίδια η κυβέρνηση επεδίωκε τον επανεξοπλισμό της χώρας (και τρεις μέρες αφότου είχε κάνει το ίδιο για το ανοιχτά νεοναζιστικό “Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ράιχ”, για να παίξει με τη θεωρία “των δύο άκρων”). Και ως επιχειρήματα για την απαγόρευση, η κυβέρνηση Αντενάουερ είχε τα δύο “καρφιά” στο μάτι της αστικής τάξης που χρησιμοποιεί το προλεταριάτο: την “επανάσταση” και τη χρήση του όρου “δικτατορία του προλεταριάτου” (“κατά τη μαρξιστική-λενινιστική-σταλινική ορολογία”, όπως λέει στο αίτημά της η κυβέρνηση Αντενάουερ). Το Γενάρη του 1952, με αλλαγές στον κανονισμό της Ομοσπονδιακής Βουλής, η κοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΓ στερήθηκε του δικαιώματος να καταθέτουν επερωτήσεις. Στις 23 Νοέμβρη του 1954 άρχισε η πρώτη ακροαματική διαδικασία.

Το δικαστήριο, σχεδόν πέντε χρόνια μετά την κατάθεση του αιτήματος από τον Αντενάουερ, και παρά και τις επανειλημμένες προτάσεις για επανένωση (όπως αυτή της ΕΣΣΔ το Μάρτη του 1952, με “αντάλλαγμα” την ουδετερότητα), στάθηκε στην «εσωτερική» (ταξική) απειλή που συνιστούσε το ΚΚΓ, και με την “εξ ονόματος του λαού” απόφασή του, το έκρινε αντισυνταγματικό, αποφάσισε τη διάλυσή του, απαγόρευσε τη δημιουργία οργανώσεων που θα το αντικαθιστούσαν και κατάσχεσε τα περιουσιακά του στοιχεία. Οι βουλευτές στα κρατίδια έχασαν τις θέσεις τους, 33 στελέχη συνελήφθησαν την πρώτη ημέρα, 125-200.000 ανακρίσεις έγιναν και υπήρξαν 7-10.000 καταδίκες σε 6-7.000 μέλη του ΚΚΓ (συνολικά τη στιγμή της απαγόρευσης έφταναν τα 78-85.000 μέλη)(βλ.εδώ).

(dpa files) - Police occupy the editing and printing house of the journal 'Freies Volk' (free people) of the West German Communist Party (Kommunistische Partei Deutschlands KPD) in Duesseldorf, West Germany, 17 August 1956. From the windows hanging are red flags and the flag of the Federal Republic of Germany. The Constitutional Court in Karlsruhe on that day banned the KPD on the grounds that it is unconstitutional and be disbanded.

Μέλη του κόμματος κοιτούν από τα παραθυρα των κεντρικών γραφείων του ΚΚΓ την αστυνομία να εισβάλλει την ίδια ημέρα της απόφασης του δικαστηρίου (πηγή)

Έτσι, και στην περίπτωση της Δυτικής Γερμανίας, το αστικό καθεστώς χτύπησε το επαναστατικό κίνημα και με τυπική καταστολή. Γιατί και στο γερμανικό κομμουνιστικό κίνημα, ο ρεβιζιονισμός είχε ήδη καταφέρει να προβεί και σε ιδεολογική καταστολή. Τον Ιούνη του 1953, λίγους μήνες μετά το θάνατο του Στάλιν, ο Ράιμαν, πρόεδρος του ΚΚ Γερμανίας σταμάτησε να αναφέρεται σε “επαναστατική ανατροπή”, στην οποία καλούσε το πρόγραμμα του 1952. Ο ρεβιζιονισμός θα εκδηλωθεί ακόμα πιο ανοιχτά το 1956. Σε άρθρο του στη “Νέα Γερμανία”, το κεντρικό όργανο του ΕΣΚΓ, στις 4 Μάρτη του 1956, δέκα μέρες μετά το αντισταλινικό 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, ο (επιδρών και στο ΚΚΓ) Ούλμπριχτ δηλώνει ότι “ο Στάλιν δεν μπορεί να θεωρείται κλασικός του μαρξισμού”. Στις 18 Μάρτη, το Πολιτικό Συμβούλιο του ΚΚΓ δημοσιεύει ένα κείμενο με τίτλο “Πρέπει και μπορεί να γίνει διαφορετικά”, όπου αναιρούσε τα συνθήματα του 1952 “όπως την επαναστατική ανατροπή του καθεστώτος Αντενάουερ, γιατί δεν ανταποκρίνονται στην κατάσταση και τις συνθήκες της Δυτικής Γερμανίας και εμποδίζουν τη δημιουργία ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης, καθώς και την ένωση των προοδευτικών και εθνικά σκεπτόμενων δυνάμεων”. Στο θεωρητικό περιοδικό “Γνώση και Δράση”, ο Ράιμαν χαρακτηρίζει αντιπαραγωγικό προς τα εργατικά και δημοκρατικά συμφέροντα το πρόγραμμα του 1952, “λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου ωριμότητας των τάξεων” (βλ. Patrick Major, The Death of the KPD: Communism and Anti-Communism in West Germany)

85633

Διαδήλωση στον ανατολικό τομέα του Βερολίνου κατά της απαγόρευσης του ΚΚΓ τον Αύγουστο του 1956 (πηγή)

60 χρόνια μετά, η απαγόρευση αυτή δεν έχει αρθεί. Μάλιστα, προγραμματίζεται για τις 10 Σεπτέμβρη διαδήλωση με αίτημα αυτή την άρση. Η πρώτη απόπειρα για έμπρακτη αμφισβήτηση της απαγόρευσης, η ίδρυση του ΚΚΓ/Μ-Λ το 1968, δεν ευόδωσε, αφού το 1986 το κόμμα διαλύθηκε, ενώ η δημιουργία του Γερμανικού ΚΚ, επίσης το 1968, έγινε σε καθαρά ρεβιζιονιστική βάση, εντελώς ακίνδυνη για τον καπιταλισμό. Φυσικά, μετά από τόση οργανωτική αποδιάρθρωση και ιδεολογική ζημιά από το ρεφορμισμό και το ρεβιζιονισμό, καθώς και τόνους αντικομμουνισμού, τόσο από τα εργαστήρια στη Δύση, όσο όμως και από εσφαλμένες πολιτικές της ΓΛΔ (όπως οι διώξεις των μαρξιστών-λενινιστών), η άρση της απαγόρευσης δεν θα επανέφερε τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση. Έχει αλλάξει και η γερμανική κοινωνία, νέες αντιθέσεις στη διεθνή σκηνή έχουν προκύψει, ενώ και ο ρόλος της Γερμανίας δεν είναι ο ίδιος με αυτόν της μεταπολεμικής περιόδου. Τα πολιτικά – οργανωτικά και ιδεολογικά καθήκοντα είναι πολύ βαριά για τους γερμανούς κομμουνιστές. Όπως όμως και σε κάθε άλλη χώρα που δεν έχει πια κομμουνιστικό κόμμα ή οργάνωση που να κάνει πολιτικές συμμαχίες και να δημιουργεί τις οργανωτικές προϋποθέσεις για την επανάσταση, δεν υπάρχει άλλος δρόμος πέρα από την ανάληψή τους.

Παρακάτω υπάρχει η μετάφραση της ανακοίνωσης του Πολιτικού Συμβουλίου του ΚΚΓ για την απαγόρευση του κόμματος.

***

Ανακοίνωση του ΠΣ του ΚΚΓ για την απαγόρευση του κόμματος (17/08/1956)

Το ΚΚΓ ζει – κάτω η απαγόρευση!

Το τερατούργημα συνέβη. Υπό την πίεση της κυβέρνησης Αντενάουερ, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έθεσε εκτός νόμου το ΚΚΓ και διέταξε τη διάλυσή του δια της αστυνομικής βίας.

19560817 KPD Central OfficeΗ αστυνομία κάτω από τα κεντρικά γραφεία του ΚΚ Γερμανίας, όπου υπάρχει πανώ στο οποίο αναγράφεται ότι «παρά την απαγόρευση, το ΚΚΓ είναι εδώ» (πηγή)

Το ΚΚΓ είναι εδώ και το ΚΚΓ θα παραμείνει εδώ. Αυτό απαιτούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του γερμανικού λαού. Η απόφαση ενάντια στο ΚΚΓ μιλά εξ ονόματος των γερμανών αφεντικών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, των μιλιταριστών και του αμερικανικού κεφαλαίου. Ο λαός ποτέ δεν θα αναγνωρίσει αυτή την απόφαση ενάντια στο κόμμα, καθώς αυτή στρέφεται ενάντια στην ειρήνη, την ελευθερία και την εθνική επανένωση. Η κυβέρνηση Αντενάουερ δρα για την καταστολή του Κομμουνιστικού Κόμματος από την έναρξη της απαίσιας πολιτικής επανεξοπλισμού το 1951. Τώρα που σχεδιάζει να επιβάλει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, ενάντια στη θέληση του λαού, στέρησαν τη νόμιμη λειτουργία από το ΚΚΓ. Έτσι, η απόφαση της Καρλσρούης είναι μια σκανδαλώδης επίθεση των μιλιταριστών ενάντια στην ειρήνη, ενάντια στο δικαίωμα του γερμανικού για ζωή και στην ασφάλεια της Ευρώπης. Η απαγόρευση του ΚΚΓ ως γερμανικού και δημοκρατικού κόμματος και η αφαίρεση των εδρών από τους βουλευτές του αποδεικνύουν πώς καταπατείται η δημοκρατία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Πρόκειται για μια απόφαση ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων, ενάντια στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα της απεργίας. Τώρα βλέπει ο γερμανικός λαός και η παγκόσμια κοινή γνώμη πόσο αντιδημοκρατικό είναι το καθεστώς που επικρατεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και σε ποιο βαθμό έχει προχωρήσει η φασιστικοποίηση.

19560818 SED Neues Deutschland KPD BanΤο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Νέα Γερμανία» (της ΚΕ του ΕΣΚΓ) στο οποίο αναφέρεται ότι ο Αντενάουερ βαδίζει στο δρόμο του Χίτλερ (πηγή)

Μια αντιδραστική κυβέρνηση

Ο δρόμος του 1933, ο δρόμος για την καταστολή του εργατικού κινήματος έχει έτσι διανυθεί. Με την απαγόρευση του ΚΚΓ, η κυβέρνηση Αντενάουερ έγινε η πιο αντιδραστική κυβέρνηση στην Ευρώπη. Η θέση του ΚΚΓ εκτός νόμου αποκάλυψε τις αρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ως τον εχθρό της επανένωσης της Γερμανίας. Είναι τώρα προφανές ότι οι μονοπωλιστές και οι μιλιταριστές συνεχίζουν στον ανώφελο δρόμο μιας πολιτικής δήθεν πυγμής και τώρα ακόμα θέλουν να δημιουργήσουν τετελεσμένα με τη βία, προτού η εποχή Αντενάουερ τελειώσει. Η τυχοδιωκτική και επικίνδυνη πολιτική τους αποτελεί, ωστόσο, μια ένδειξη της αδυναμίας των γερμανών ιμπεριαλιστών. Φοβούνται την ολοένα ισχυρότερη αντίσταση της εργατικής τάξης και του λαού ενάντια στον επανεξοπλισμό και τη στρατιωτική θητεία. Γι’ αυτό θέλουν να εξαλείψουν το ΚΚΓ ως μια απολύτως συνεπή δύναμη υπέρ της ειρήνης και της δημοκρατίας. Όμως οι εχθροί της εργατικής τάξης και του λαού υπολόγισαν λάθος. Το ΚΚΓ θα αντλήσει από την αντίσταση του λαού νέες δυνάμεις. Ο λαός γνωρίζει ότι καθένας που διώκεται από την κυβέρνηση Αντενάουερ, είναι με το μέρος του. Το ΚΚΓ δεν μπορεί να απενεργοποιηθεί, πόσω μάλλον να παραμεριστεί. Είναι σάρκα από τη σάρκα της γερμανικής εργατικής τάξης. Το ΚΚΓ έχει βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και το λαό, γιατί εκπροσωπεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού.

Frakfurt KPD-SVZ Ban

Η αστυνομία εισβάλλει στα γραφεία του ΚΚ Γερμανίας και της εφημερίδας του, «Σοσιαλιστική Λαϊκή Ημερησία» στη Φρανκφούρτη (πηγή)

Σε αυτές τις επικίνδυνες ώρες, το ΚΚΓ καλεί σε συνεργασία όλες τις καλοπροαίρετες δυνάμεις του γερμανικού λαού ενάντια στο γερμανικό μιλιταρισμό και το μονοπωλιακό κεφάλαιο, ώστε να τερματιστεί η καταστροφική εποχή Αντενάουερ. Το ΚΚΓ παλεύει για να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα των εργατών θα γίνονται σεβαστά και θα υλοποιηθεί το πρόγραμμα δράσης της Γερμανικής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (DGB) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, ώστε να επιτευχθεί μια θεμελιώδης αλλαγή πολιτικής για την ειρήνη, τη δημοκρατία και την κοινωνική πρόοδο, και ώστε ο λαός μας να χτίσει τη μία και αδιαίρετη Γερμανική Δημοκρατία ως ένα ειρηνικό κράτος, το οποίο βαδίζει προς το σοσιαλισμό. Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε παντού, όπου είναι η εργατική τάξη, όπου είναι ο λαός. Εκεί εργαζόμαστε για την κοινή δράση της εργατικής τάξης, για τη συνοδοιπόρηση με τους σοσιαλδημοκράτες συντρόφους. Εμείς οι κομμουνιστές πάντοτε εκπροσωπούσαμε με θάρρος τα συμφέροντα του λαού στον αγώνα ενάντια στην υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Να γιατί η εργατική τάξη και ο γερμανικός λαός θα περιβάλουν τους κομμουνιστές με ένα ισχυρό προστατευτικό τοίχο που κανένας εχθρός, καμία τρομοκρατία, δεν θα μπορέσει να γκρεμίσει.

Το ΚΚΓ ευχαριστεί όλους και ιδιαίτερα τους συνδικαλιστές και τους σοσιαλδημοκράτες συντρόφους που έδειξαν την αδελφική αλληλεγγύη τους ενάντια στην απειλή της απαγόρευσης. Αυτό μας δίνει τη βεβαιότητα ότι η εργατική τάξη και ο λαός θα θέσουν τώρα όλο και πιο δυνατά το σύνθημα: Ελευθερία στο ΚΚΓ! Κάτω η απαγόρευση! Αποκατάσταση των συνταγματικών δικαιωμάτων του ΚΚΓ!

KPD Hamburg Süddeutsche Zeitung Photo 171008-3x2-galerie

Η αστυνομία διαλύει τα γραφεία του ΚΚ Γερμανίας στο Αμβούργο (πηγή)

Η απαγόρευση θα μπορούσε να είχε εμποδιστεί

Η απαγόρευση του ΚΚΓ θα μπορούσε να είχε εμποδιστεί και μπορεί να αρθεί, εφόσον το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας και η Ένωση Γερμανικών Συνδικάτων κινητοποιήσουν για τον σκοπό αυτό όλες τους τις δυνάμεις. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένοι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες θα πρέπει να εγκαταλείψουν την παθητική τους στάση, η οποία ενθαρρύνει την αντίδραση και υποσκάπτει την υπόθεση της ειρήνης και της δημοκρατίας και τις θέσεις των ίδιων των δικών τους οργανώσεων. Μετά την θέση του ΚΚΓ εκτός νόμου αναλογεί μια ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη στη Σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα για να βαδίσουν μαζί με τους κομμουνιστές ενάντια στο καθεστώς Αντενάουερ που οικοδομεί ένα αυταρχικό μιλιταριστικό κράτος. Ο χρόνος και ο κίνδυνος πιέζουν για μια τέτοια αδερφική συνεργασία.85733

Σύνθημα στο Uhlenhorst του Αμβούργου το φθινόπωρο του 1956: «Το ΚΚΓ ζει» (πηγή)

Σε μια εποχή που ο κόσμος βαδίζει χάρη στη δημιουργική δύναμη εκατομμυρίων ανθρώπων στο δρόμο της ειρήνης της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, και που στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία έχουν κοπεί οι ρίζες του ιμπεριαλισμού και του μιλιταρισμού και οικοδομείται ο σοσιαλισμός, οι Αντενάουερ, Σρέντερ, Γλόμπκε και Χόισινγκερ νομίζουν ότι μπορούν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Αντίθετα με την εξέλιξη της ιστορίας, όλοι τους προσέφευγαν στον πόλεμο. Ο Μπίσμαρκ με το νόμο για το σοσιαλισμό, ο Χίτλερ με την αιματηρή τρομοκρατία του. Όπως εκείνοι κατέρρευσαν, έτσι κι αυτοί θα αποτύχουν να εξαλείψουν το Μαρξισμό, το δόγμα της νίκης της εργατικής τάξης, και να καταστρέψουν το ΚΚΓ, το Κόμμα του Καρλ Λίμπκνεχτ, της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Ερνστ Τέλμαν. Το ΚΚΓ ζει και θα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της εργατικής τάξης και του λαού, όταν η εποχή Αντενάουερ θα έχει προ πολλού τελειώσει. Το ΚΚΓ πάντοτε μεγαλώνει στον αγώνα. Θα ενισχυθεί και σε αυτό τον αγώνα.

kpd-verbot_12

Όποιος σήμερα καταδικάζει τους κομμουνιστές, αύριο θα καταδικαστεί από το λαό.

Και τώρα, σύντροφοι και φίλοι, εμπρός στο νέο αγώνα! Δεν υπάρχει ειρήνη για όποιον θέλει να διώξει την ειρήνη από τη Γερμανία! Δεν υπάρχει εφησυχασμός για όσους απειλούν τη γαλήνη των παιδιών μας, τον ύπνο των μητέρων μας, τη ζωή του λαού μας! Ειρήνη, ελευθερία και πρόοδος για το λαό, για την αγαπημένη, γερμανική μας πατρίδα.

Εμπρός, με το ΚΚΓ ενάντια στο μιλιταρισμό και την αντίδραση, για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό!

Μαζί μας ο λαός, μαζί μας η νίκη!

Ντίσελντορφ, 17 Αυγούστου 1956

Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας

Πολιτικό Συμβούλιο

Πηγή:https://www.secarts.org/print.php?no=271&lang=de

Επιμέλεια μετάφρασης: Ε.Γ.