Νίκου Ζαχαριάδη: Σε μια αποφασιστική υπερένταση (09/06/1949)

Στο παρακάτω άρθρο, γραμμένο τον Ιούνη του 1949, ο Νίκος Ζαχαριάδης, αναφορικά με την επικείμενη μάχη στο Βίτσι, δεν λέει ένα ξερό “θα νικήσουμε” αλλά, προετοιμάζοντας το ανθρώπινο δυναμικό του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος της Ελλάδας, αναφέρεται, πρώτον, στους λόγους για τους οποίους ο αμερικανόδουλος μοναρχοφασισμός επιλέγει, ή μάλλον, αναγκάζεται να δώσει τη μάχη στο Βίτσι. Δεύτερον, αναφέρεται στις προϋποθέσεις για τη νίκη του Δ.Σ.Ε. Και στις δύο πτυχές του άρθρου του, έμφαση δίνει ο Ζαχαριάδης στο σκέλος του ηθικού του αντιπάλου και τη δουλειά που μπορούσε να γίνει από την πλευρά του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, ώστε αυτό να πέσει περαιτέρω και να παράξει στρατιωτικά και πολιτικά αποτελέσματα. Η διαφωτιστική δουλειά, θεωρητικά, θα έπρεπε να είναι το κατ’ εξοχήν πεδίο δράσης όσων εντός ΚΚΕ και, γενικότερα, του δημοκρατικού κινήματος στην Ελλάδα, όχι απέρριπταν την αναγκαστική προσφυγή στα όπλα αλλά και τη σαμπόταραν. Ίσως αυτούς να “φωτογραφίζει” ο Ζαχαριάδης όταν αναφέρεται πως κάνει μεγάλο λάθος όποιος δεν καταλαβαίνει ότι η έντονη διαφωτιστική οργανωτική και πολιτική δουλειά ιδίως εντός των στρατιωτών του μοναρχοφασισμού αποτελεί μια από τις αποφασιστικές εφεδρείες. Φυσικά, το μηδαμινό έργο των παραπάνω, δείχνει όχι μόνο την ανεδαφικότητα της μη προσφυγής στα όπλα (κατά το γαλλικό και ιταλικό πρότυπο) που πρόκριναν (λες και δεν απέδειξε τίποτα ο μονόπλευρος εμφύλιος αμέσως μετά τη Βάρκιζα), αλλά και την υποκρίσία τους, αφού είναι οι ίδιοι που, τελικά, κατέληγαν στη μοναρχοφασιστική επιχειρηματολογία (“δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική δουλειά, γιατί ο μοναρχοφασισμός μάς διώκει γιατί έχουμε ένοπλο αγώνα”). Ή όπως λέει ο λαός, όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει.

***

Στο Βίτσι κοντοζυγώνουν μεγάλες μάχες. Αν ο μοναρχοφασισμός δε θελήσει να ομολογήσει ανοιχτά τη χρεωκοπία του, τότε είναι υποχρεωμένος να κάνει τη μεγάλη του επίθεση στο Βίτσι. Αλλοιώς, χάνει τ’ αυγά και τα καλάθια. Χάνει τον πόλεμο και χάνει και την ειρήνη. Εκεί που θέλει να παρουσιάζεται παντοδύναμος και νικητής θα ομολογήσει ότι στο Βίτσι δεν είναι ικανός ν’ αντιμετρηθεί με το ΔΣΕ. Γι’ αυτό ακριβώς είναι υποχρεωμένος να’ρθει στο Βίτσι. Τον πιέζει συντριφτικά ανάγκη πολιτική, στρατιωτική, ηθική. Γι’ αυτό ακριβώς, θέλοντας και μη, θα δοκιμάσει το πικρό ποτήρι που λέγεται Βίτσι.

Εμείς απ’ αυτή τη βάση πρέπει να ξεκινήσουμε. Και πρέπει να πειστούμε οριστικά για τούτο δω: το τσάκισμα του μοναρχοφασισμού στο Βίτσι μπορεί να γίνει η αρχή του τέλους του. Ο μοναρχοφασισμός φέτος δεν είναι σε θέση να κάνει μια τέτοια υπερέντονη συνεχή πολεμική προσπάθεια όπως πέρισυ τέφφερες γραμμή μήνες στο Γράμμο – Βίτσι. Πολύ περισσότερο που φέρος δεν τον αφήσαμε ούτε μέρα για ανάπαυλα το χειμώνα και την άνοιξη.

Όλα τα αδιάψευστα στοιχεία δείχνουν ότι το ηθικό στο μοναρχοφασιστικό στρατό έφτασε το όριο της αντοχής. Αυτό το ομολόγησαν οι Βεντήρης, Παπάγος, Τσακαλώτος, όλοι οι αντίπαλοί μας, ντόπιοι και ξένοι, που στα κρυφά είτε στα φανερά υποχρεώθηκαν να πουν την αλήθεια, πάντα κουτσουρεμένη βέβαια, για το μοναρχοφασιστικό στρατό. Αυτό το βλέπουμε κι εμείς, οι μαχήτριες και οι μαχητές μας, κάθε μέρα με τα μάτια μας. Έτσι, χωρίς καμμιά υπερβολή, μπορούμε να πούμε ότι σήμερα η αχίλλειος φτέρνα του μοναρχοφασισμού βρίσκεται στο ηθικό του. Στο ηθικό του γενικά. Στα μετόπισθεν, όπου οι εργαζόμενοι απόκαμαν από την πείνα, ξεσηκώνονται στην πάλη και το απεργιακό κύμα φουντώνει. Όπου ο Λαός διψά για ειρήνη που εμείς του την προσφέρουμε με ανοιχτή καρδιά κι απλωμένα τα χέρια μα που ο μοναρχοφασισμός την αρνιέται γιατί τώρα φοβάται περισσότερο την ειρήνη από τον πόλεμο! Ξαίρει πολύ καλά ότι με έντιμη ειρηνική εκλογική αντιπαράθεση θα τους πνίξει το μαύρο. Γι’ αυτό προτιμά το αίμα, σφάζει τους φαντάρους ανελέητα, ρημάζει τον τόπο και τσεπώνει τολλάρια.

Μα πιο πολύ από παντού αλλού απειλητική τού είναι η κατάσταση με το ηθικό στο στρατό του, στο μεγάλο όγκο των φαντάρων, εθνοφρουριτών, τίμιων αξιωματικών. Αυτού βρίσκεται κι ένας απ’ τους πιο σοβαρούς λόγους που δεν τολμά φέτος να δώσει τη μάχη στο Γράμμο, όπου τον αναγκάσαμε να ξαναματώσει σημαντικά, γιατί ακούει ο φαντάρος Γράμμο και τονε πιάνει τρομάρα, του κόβονται τα ύπατα.

Ξεκινώντας απ’ τις δυο πάνω διαπιστώσεις καταλήγουμε στο παρακάτω συμπέρασμα: Παρά την κακή κατάσταση του ηθικού στο στρατό του ο μοναρχοφασισμός είναι υποχρεωμένος να δώσει τη μεγάλη μάχη στο Βίτσι. Γιατί αν δεν τη δώσει θα είναι σα να ομολογεί την ήττα του.

Ώστε για μας ένα είναι το καθήκον: να τον συντρίψουμε στο Βίτσι.

Να τον συντρίψουμε, πρώτον, με τον καθημερινό, αδιάκοπο μικροπόλεμο που του καταρακώνει ακόμα πιο πολύ το ηθικό. Στον τομέα αυτόν ο Γράμμος μάς δίνει καθημερινά θαυμάσια παραδείγματα. Και πρέπει να πούμε ότι το Βίτσι ακόμα δεν τον πλησιάζει.

Δεύτερο. Με την ενεργητική άμυνα, όταν θα εκδηλωθεί, για να τον ματώσουμε εξαντλητικά. Στον τομέα αυτόν ο αιφνιδιασμός που πάθαμε στα Γλάβατα είναι ένα κάκιστο παράδειγμα, που μας καλεί όλους σε δυνάμωμα της επαγρύπνησής μας για ν’ αποφύγουμε την επανάληψή του.

Τρίτο. Η ενεργητική άμυνα σα βασικό συστατικό μέρος της περικλείει και το στοιχείο της ταχτικής αντεπίθεσης για τη μερική ανατροπή του εχθρού σε ένα τομέα ή τσουγκάρι, πράγμα που προϋποθέτει διατήρηση ταχτικής εφεδρείας.

Τέταρτο. Με την έντονη διαφωτιστική οργανωτική, πολιτική δουλειά μέσα στο μοναρχοφασιστικό στρατό. Εκεί που έφτασαν τα πράγματα με τους φαντάρους, αυτού βρίσκεται μια απ’ τις πιο αποφασιστικές εφεδρείες μας. Όποιος, σήμερα κυρίως, δεν το καταλαβαίνει αυτό κάνει μεγάλο, τεράστιο λάθος. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι θα γίνει όταν σε μια κρίσιμη στιγμή στασιάσει και ένα μόνο εχθρικό τάγμα. Μπορεί να παρασύρει σε κατάρρευση ολόκληρο τομέα στο μέτωπο. Και η στάση σε Τάγματα δεν είναι σήμερα φανταστική επιδίωξη, μα καθημερινή δυνατότητα. Έχουμε πολλά παραδείγματα. Και τα πιο τελευταία μάς έρχονται απ’ τα Πατώματα και από τον Αηλιά της Οξυάς. Η στάση, η άρνηση για επίθεση είναι καθημερινή δυνατότητα για τον απλούστατο λόγο ότι ο φαντάρος μπούχτισε πια από αίμα, δε θέλει άλλο πόλεμο. Τα μάτια του τα’χει καρφωμένα όχι προς το νεκροσέντουκο μα προς το σπίτι του. Ξαίρετε πώς σκέφτηκαν οι φαντάροι που ‘βαλαν την ωρολογιακή νάρκη στις αποσκευές του Κώτσαλου και το ξέκαναν μαζί με το αεροπλάνο που ταξίδευε; Σκέφτηκαν έτσι: “Ωσότου στείλουν αντικαταστάση του τουλάχιστον για 15 – 20 μέρες θα’χουμε ησυχία. Κι αυτό κέρδος είναι”. Έτσι σκέφτηκαν οι φαντάροι εκείνοι, που εδώ που τα λέμε, ούτε στο Γράμμο βρισκόντουσαν ούτε στο Βίτσι, όπου η μπαρούτη βρωμά εκατό φορές πιο δυνατά. Γιατί, λοιπόν, δεν θα βρεθούν εκατοντάδες και χιλιάδες φαντάροι στο Βίτσι που θα ενεργήσουν κατά ένα παρόμοιο τρόπο για να κερδίσουν όχι 15 – 20 μέρες, μα την ειρήνη, τη ζωή, το σπίτι τους; Θα βρεθούν, φτάνει εμείς να τους βοηθήσουμε αποφασιστικά.

Πέμπτο. Με τη στρατηγική αντεπίθεση απ’ όλες τις πλευρές – και έχουμε αυτές τις δυνατότητες, φτάνει να σκεφτούμε και μόνο το γεγονός ότι κρατάμε γερά το Γράμμο – στην κατάλληλη στιγμή για μια πιο αποφασιστική ανατροπή του εχθρού.

Ο εχθρός θα ‘ρθει στο Βίτσι κυρίως με τους λοκατζήδες και το μεγάλο όγκο πυροβολικού και αεροπορίας. Σε αντίθεση με πέρσυ, ζήτημα είναι αν θα μπορέσει να κάνει μια υπερέντονη συνεχή προσπάθεια πάνω από ένα μήνα. Αυτές, λοιπόν, οι 20 – 30 μέρες της μεγάλης μάχης θα κρίνουν. Γι’ αυτές πρέπει να ‘μαστε ολόπλευρα έτοιμοι· στρατιωτικά, πολεμικοτεχνικά, πολιτικά, ηθικά, υλικά. Και είμαστε κιόλας, βασικά, έτοιμοι. Και περιμένουμε τον εχθρό, ολοκληρώνοντας ταυτόχρονα με συνεχή δράση την πολεμική μας αρτιότητα.

Χρειάζεται μια υπερέντονη προσπάθεια απ’ όλους μας. Στη μεγάλη μάχη, όλοι θα πάρουν μέρος. Όλοι πρέπει να κινητοποιηθούν. Υπάρχουν σήμερα στο Βίτσι πολλές εκατοντάδες καλά στελέχη και δοκιμασμένοι μαχητές και μαχήτριες που δεν πολεμούν άμεσα γιατί εχτελούν άλλη υπεύθυνη δουλειά. Το Γ.Α. του Δ.Σ.Ε. για να εξασφαλίσει ακόμα πιο γερές προϋποθέσεις για τη συντριβή του μοναρχοφασισμού στο Βίτσι αποφάσισε να ετοιμάσει για άμεση πολεμική δράση σε περίπτωση ανάγκης και αυτές τις δυνάμεις, συνδυάζοντας για την ώρα τη δουλειά που κάνουν με μια παράλληλη πολεμική τους προετοιμασία. Όλοι πρέπει ν’ ανταποκριθούν στη μεγάλη αυτή τιμή να υπερασπιστούν κι αυτοί το Βίτσι, όλοι οι κατάλληλοι, δίχως καμμιά εξαίρεση.

Στο Βίτσι υπάρχουν όλες οι δυνατότητες να συντριβεί ο μοναρχοφασισμός. Στο χέρι μας είναι τις δυνατότητες αυτές να τις κάνουμε πραγματικότητα. Τότε στο Βίτσι ο εχθρός θα τσακιστεί μα δε θα περάσει.

Ο τρισχιλιετής ανόητος και ακαμάτης Σβωλόπουλος, γαυγίζοντας χτες απ’ το μεγάφωνό του, αν’αμεσα στ’ άλλα φαιδρά για τη σημασία και το ρόλο της Μακεδονίας ανάφερε (δεν πρόκειται διόλου γι’ αστείο!) και το κοκκινοπίπερο. ΝΑΙ, λοιπόν, εδώ στο Βίτσι ο μοναρχοφασισμός θα δοκιμάσει τι εστί κοκκινοπίπερο.

9/6/49

Πηγή:“Προς τη Νίκη”, Καθημερινή Εφημερίδα, Παρασκευή 10 του Ιούνη 1949, Χρονιά 1, αριθμός φύλλου 114, σ.1

Advertisements

Ρωσία – Κίνα – Κατάρ – Σ. Αραβία: Δεν υπάρχουν win – win

Όπως έχει γραφτεί σε αυτό το ιστολόγιο πολλές φορές, η στρατηγική εξασθένιση των ΗΠΑ προκαλεί μια χαλάρωση όλων των “στρατοπέδων” στο σύγχρονο κόσμο, η οποία επιτρέπει την ανάπτυξη ανεξάρτητων πρωτοβουλιών από πρώην δευτερεύοντες και αποσπώμενους παράγοντες ή ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ τους που θα μπορούσαν συνολικά να αποτελέσουν αντίβαρο στις δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ-Ρωσία. Αυτή την εξέλιξη επιδιώκουν να αποτρέψουν οι δύο υπερδυνάμεις και για αυτό, ως τώρα, δευτερευόντως, και κύρια άτυπα, συμπλέουν (παρά την ανταγωνιστική αντίθεση συμφερόντων, που είναι η κύρια πτυχή στις σχέσεις τους) στην κατάπνιξη τέτοιων πρωτοβουλιών ή σχέσεων. Είναι, λοιπόν, και αυτή η αντίθεση (ΗΠΑ-Ρωσία vs.αποσπώμενων) που πρέπει όλο και πιο πολύ να λαμβάνεται υπόψη, και όχι μόνο η αντίθεση ΗΠΑ-Ρωσία, εντός της οποίας “όλα τα σφάζουμε – όλα τα μαχαιρώνουμε” ή άλλες οριζόντιες αντιθέσεις (π.χ. ΗΠΑ-Κίνα) που, από ένα σημείο και μετά, δεν προσθέτουν πολλά για την μελέτη των τάσεων στον κόσμο και τη χάραξη επαναστατικής πολιτικής συμμαχιών (άτυπων ή μη) με το εξωτερικό.

Όπως έχει δείξει η ζωή, η ρωσική εξωτερική πολιτική είναι πιο έξυπνη, σε αντίθεση με τους χοντροκομμένους χειρισμούς των ΗΠΑ. Προτείνοντας ακόμα και σχέσεις… win-lose, επιδεικνύοντας, δηλαδή, τάχα αδιαφορία για εξελίξεις που φαινομενικά μειώνουν την επιρροή της, ή φωνάζοντας για “ρίξιμο”, “περικύκλωση” κλπ., διασπά την ενότητα των υπό εκκόλαψη ή ήδη μεγάλων αντίπαλων μπλοκ, χαρίζοντάς τους, ουσιαστικά, προβλήματα (ατλαντική στροφή ανατολικοευρωπαϊκών χωρών, δυτικές αντιρωσικές κυρώσεις κλπ). Προτείνοντας δε σχέσεις φαινομενικά win-win, η Ρωσία εντάσσει τον υπό εκκόλαψη αντίπαλο σε πλαίσια που η ίδια ελέγχει ή δίνει τον επιθυμητό σε αυτή χαρακτήρα στα ανεξάρτητα σχέδια του τελευταίου, με τη συμμετοχή της.

Oι κινεζικές εισαγωγές πετρελαίου ανά χώρα το 1ο εξάμηνο του 2017 και οι αλλαγές σε σχέση με το 1ο εξάμηνο του 2016

Αυτό μπορεί να πει κανείς και για το σύστημα συναλλαγών εκτός δολαρίου που αναπτύσσει ανεξάρτητα η Κίνα. Η Ρωσία εκμεταλλεύεται αυτό το σύστημα, ώστε να ξεφύγει, ως πρώτο απτό όφελος, από τις αμερικανικές κυρώσεις (βλ. ανακοίνωση ρωσικής Sberbank για συναλλαγές με χρυσό και όχι δολάριο στη Σαγκάη). Αυτό θα ήταν μια απόλυτα θεμιτή κίνηση, αν δεν είχε αρνητικές επιπτώσεις στις κινεζοαμερικανικές σχέσεις: δεν είναι άσχετη χρονικά η χοντροκομμένη και για τα μέτρα των ΗΠΑ απειλή ότι θα πετάξουν έξω την Κίνα από το υπό αμερικανικό έλεγχο σύστημα συναλλαγών. Εξάλλου, με την όλο και πιο σημαντική παρουσία της στο κινεζικό σύστημα συναλλαγών, η Ρωσία αντικειμενικά θέτει όριο και στην ανάπτυξη διαφόρων σχέσεων της Κίνας με άλλες χώρες, όπως π.χ. των κινεζοσαουδικών σχέσεων, αφού Ρωσία – Σ. Αραβία ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία στην πώληση ενέργειας στην Κίνα (βλ. διάγραμμα).

Πιο “σατανική” όμως είναι η πρόσφατη ρωσική ενθάρρυνση για εκτροπή του κινεζικού Νέου Δρόμου του Μεταξιού στην …Αρκτική, από όπου οι αποστάσεις μειώνονται 20-30%, όπως και το κόστος (με δεδομένο ότι το κινεζικό εμπόριο διεξάγεται κατά 90% διά θαλάσσης και μια μικρή αλλαγή ισοδυναμεί με τεράστια χρηματικά οφέλη). Οι εξελίξεις σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη, όσον αφορά τις πρωτοβουλίες διάσχισής της, είναι ταχύτερες από το λιώσιμο των πάγων. Όμως, όπως και ο Νέος Δρόμος του Μεταξιού, και η χρήση της Αρκτικής είναι περισσότερο ζήτημα προοπτικής και όχι άμεσης εφαρμογής. Εύκολα, βέβαια, καταλαβαίνει κανείς ότι η χρήση της Αρκτικής από την Κίνα: πρώτον, μερικώς θα άδειαζε τη γωνιά στη Ρωσία τόσο στον Ινδικό Ωκεανό, όσο και στην Κεντρική Ασια, δεύτερον, θα ανέπτυσσε, με έργα υποδομών, την ανατολική πλευρά της Ρωσίας που η ίδια η Ρωσία επιθυμεί, τρίτον, θα ενέπλεκε την Κίνα σε μια περιοχή ελεγχόμενη από το Αρκτικό Συμβούλιο (στο οποίο συμμετέχουν δυτικοί), τέταρτον, και ακόμα πιο προοπτικά, θα έθετε μεγάλο τμήμα του κινεζικού εμπορίου σε μια περιοχή που μερικώς είναι απόλυτα ελεγχόμενη και στρατιωτικά από τη Ρωσία (αυτό, για την εποχή που θα λάβουν πιο ανταγωνιστικό χαρακτήρα οι ρωσοκινεζικές σχέσεις).

Τα οφέλη από τη διαδρομή από Βορρά είναι περισσότερα. Φαινομενικά. (πηγή)

Ενδιαφέρον έχει, εξάλλου, και η μελέτη της στάση της Ρωσίας στη σοβούσα κρίση στο Συμβούλιο Συνεργασίας των Χωρών του Κόλπου (GCC). Η Ρωσία θεωρεί το GCC “ζωτικό παίκτη στον πολυκεντρικό κόσμο που γεννιέται” (ιδίως αφού αποσπάται από την αμερικανική επιρροή). Ωστόσο, ενδιαφέρεται για σχέσεις και συνολικά και ανά χώρα. Ναι, μεν, δηλαδή, το GCC το θέλει ενωμένο, αλλά όχι σε απόλυτο βαθμό (που θα μπορούσε, από ένα σημείο και μετά, να αποτελεί σοβαρή απειλή). Συνεπής ως προς τα παραπάνω, για την επίλυση της κρίσης στο GCC, ενθαρρύνει τις πρωτοβουλίες άλλων (Κουβέιτ, ΗΠΑ, Αγγλίας, Γαλλίας), δηλαδή, παραγόντων και εντός και εκτός της περιοχής, και… δεν κρίνει σκόπιμη τη δική της διαμεσολάβηση (εκτός κι αν της ζητηθεί), αφήνοντας άλλους να τσακωθούν με περιφερειακούς δρώντες, ώστε κάποια στιγμή, όπως στη Συρία, να εξέλθει ωφελημένη.

Με το ξέσπασμα της κρίσης, το Κατάρ άρχισε σειρά συναντήσεων και τηλεφωνικών επικοινωνιών με ρώσους αξιωματούχους. Όμως, όπως αναφέρουν τα σχετικά δελτία Τύπου του ρωσικού υπουργείου εξωτερικών, όλες πραγματοποιήθηκαν κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, για να σπάσει προφανώς την απομόνωση (με δεδομένο ότι και ο Τραμπ είχε διαλέξει το μέρος του Ριάντ). Και ενώ αρχικά, οι πρώτες επαφές (5/6, 26/6) αφορούσαν την κρίση, από τον Ιούλη και μετά, στην ατζέντα ξαναπροστέθηκαν και άλλα θέματα, ρωσικού ενδιαφέροντος, όπως κοινά εμπορικά, επενδυτικά πρότζεκτ. Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία ζήτησε και πέτυχε να αποσπάσει ανταλλάγματα, προκειμένου να υιοθετήσει μια στάση που δεν απομόνωνε το Κατάρ. Ήδη, εν μέσω πλήρους εξέλιξης της κρίσης, στις 22/6, το Κατάρ προέβαινε σε κίνηση καλής θέλησης προς τη Ρωσία, παραχωρώντας στους πολίτες της άμεσα βίζα. Έτσι, τον Αύγουστο το Κατάρ εξέφρασε τη διάθεση για αγορά ρωσικού οπλισμού (αν και του διαμηνύθηκε ότι, δεδομένου του χαμηλού ακόμα – αν και αυξανόμενου – επιπέδου συνεργασίας αυτό θα γινόταν με υψηλό τίμημα), και ήδη τον Οκτώβρη υπογράφτηκε συμφωνία για στρατιωτική-τεχνολογική συνεργασία. Αξιοποίησε, λοιπόν, η Ρωσία πλήρως την κρίση προς όφελός της για να ενισχύσει την ανθίζουσα ανισότιμη σχέση της με το Κατάρ.

Στο χρονικό αυτό σημείο περίπου ξεκινά και η παρέμβαση στις σχέσεις της Κίνας με Κατάρ και Σαουδική Αραβία. Το Σεπτέμβρη, η Glencore και η Επενδυτική Αρχή του Κατάρ (QIA) πούλησαν στην CEFC China Energy Co, το 75% των μετοχών της Rosneft που είχαν αγοράσει μόλις λίγους μήνες πριν(βλ.εδώ). Το γεγονός αυτό, εντασσόμενο στο πλαίσιο της επιδείνωσης των σχέσεων Κατάρ-GCC και της επιθετικής ρητορικής Τραμπ και των νέων αντιρωσικών κυρώσεων, ευνόησε το Κατάρ που επιθυμούσε να δείξει ότι έχει μεγάλους συμμάχους. Θα έλεγε κανείς ότι ευνόησε και την Κίνα, αφού την ενέτασσε στο ρωσικό ενεργειακό κύκλωμα όχι πια μόνο ως αγοραστή. Ωστόσο, η ενθαρρυμένη από τη Ρωσία κίνηση αυτή που ευνοεί τις κινεζοκαταριανές σχέσεις, αφού δείχνει ότι η Κίνα στέκεται στο πλευρό του Κατάρ σε μια δύσκολη στιγμή, από την άλλη, έχει κάποιες σημαντικές άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις: πρώτον, θέτει ένα όριο στις ίδιες τις κινεζοκαταριανές σχέσεις, αφού, ας μην ξεχνάμε, όσον αφορά την πώληση ενέργειας, Ρωσία – Κατάρ (όπως και Ρωσία – Σ. Αραβία) είναι ανταγωνιστές (άλλο πράγμα η διαμόρφωση τιμών, όπου εκεί μπορούν να υπάρχουν συνέργειες). Δεύτερον, ουσιαστικά είναι επέμβαση στις κινεζοσαουδικές σχέσεις: όχι μόνο λόγω θετικών βραχυπρόθεσμων οφελειών για το Κατάρ, αλλά και επειδή, αντικειμενικά, είναι ένα βήμα ακόμα στο να τεθεί μια ώρα αρχύτερα το ζήτημα και οι κινεζοσαουδικές συναλλαγές να μη διεξάγονται με δυτικά χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Σε χρόνο, δηλαδή, που δεν επέλεξε η Σαουδική Αραβία, μπορεί να βάλει στην ημερήσια διάταξη ένα βήμα που θα έπληττε τις αμερικανοσαουδικές σχέσεις (τρίτη επίπτωση).

Τυπικά, οι σχέσεις Κίνας – Σαουδικής Αραβίας δεν επλήγησαν. Το αντίθετο συμβαίνει αυτή την εποχή (με πιο τρανταχτό παράδειγμα το κινεζικό εργοστάσιο κατασκευής drone στη Σ. Αραβία). Όπως και η Ρωσία, έτσι και η Κίνα επιλέγει καλές και ανθηρές σχέσεις και με το Κατάρ και με τη Σαουδική Αραβία. Όμως, η ίδια πολιτική δύο παραγόντων (εν προκειμένω Ρωσίας – Κίνας) δεν δείχνει τη δυνατότητα πλήρους συνεργασίας ανάμεσά τους, (όπως, εν προκειμένω, λένε και εύχονται κάποιοι ρωσόφιλοι). Αντίθετα, δείχνει ότι (και εμείς πρέπει να στεκόμαστε και να εξετάζουμε κάθε φορά αυτό) οι σχέσεις αυτές εντάσσονται όλο και πιο πολύ σε ένα πλαίσιο που άλλος ελέγχει (εν προκειμένω, η Ρωσία).

Στάλιν προς αντιπροσωπεία του Κ.Κ. Κίνας: “Διδαχτήκαμε πολλά από εσάς. Κίνα και Ανατολική Ασία – το κέντρο της επανάστασης” (27/06/1949)

Από τα τέλη Ιούνη ως και τον Ιούλη του 1949, αντιπροσωπεία του ΚΚ Κίνας αποτελούμενη από το Λιου Σιάο Σι, γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΚ, το Γκάο Γκαν, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΚ και προέδρου της κυβέρνησης της Μαντζουρίας και το Ουάνγκ Τζιαξιάνγκ, μέλος της ΚΕ του ΚΚΚ επισκέφτηκαν τη Μόσχα για να συζητήσουν ζητήματα αποστολής υλικού, πιστώσεων και τεχνικού προσωπικού από πλευράς ΕΣΣΔ καθώς και ζητήματα της τρέχουσας και τελικής φάσης του ένοπλου αγώνα του κινεζικού λαού για απελευθέρωση από την κλίκα του Τσανγκ Κάι Σεκ. Η απλοχεριά της ΕΣΣΔ με επικεφαλής το Στάλιν προς τον κινεζικό λαό αποδεικνύεται ότι ήταν χωρίς κάποια ιδιοτέλεια, από το λόγο του Στάλιν κατά την τελετή υποδοχής της αντιπροσωπείας που παρατίθεται παρακάτω.

«Ζήτω η φιλία των λαών της ΕΣΣΔ και της Κίνας»

Ο Στάλιν αναδεικνύει το ζήτημα της μεταφοράς του κέντρου της επανάστασης και των προϋποθέσεων αυτής της μεταφοράς, δίνοντας έμφαση στις υποκειμενικές συνθήκες (κατάσταση πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης). Αυτό το ζήτημα είχε απασχολήσει εκ νέου το επαναστατικό κίνημα στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας (στο ιστορικό άρθρο της “Ζέρι Ι Πόπουλιτ” της 7ης Ιούλη 1977) κατηγόρησε όσους διακήρυτταν ότι η επανάσταση μετατοπίστηκε στην Ασία και την Αφρική, στεκόμενο μόνο στις αντικειμενικές συνθήκες που καθημερινά γίνονται όλο και πιο ευνοϊκές για την επανάσταση στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες [παρέχοντας έτσι τη θεωρητική βάση για μια απογείωση όσων στη Δ. Ευρώπη την ακολούθησαν και οι οποίοι, μέσα σε λίγα χρόνια, προσγειώθηκαν στη σκληρή πραγματικότητα και συνετρίβησαν]. Αυτό το ζήτημα δεν είναι μόνο ιστορικό. Αφορά πάντοτε κάθε κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο, για την εκπόνηση της πολιτικής του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συσχετισμό δύναμης σε κάθε περιοχή του πλανήτη, ώστε να δημιουργεί και τις αντίστοιχες συμμαχίες, όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας.

Εξάλλου, κάτι το σημαντικό: ο Στάλιν, παρά την απλόχερη βοήθεια, μιλά με όρους ισοτιμίας με το ΚΚΚ και αναδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα σε αρχή. Μάλιστα, από τα λεγόμενά του μπορεί να συναχθεί ότι ούτε η μορφή παγκόσμιου κομμουνιστικού κέντρου ήταν επίκαιρη πια (καθώς προκρίνει, πέραν της ήδη υπάρχουσας συσπείρωσης των ευρωπαϊκών κυβερνητικών κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, μια δεύτερη συσπείρωση, των ανατολικοασιατικών κομμουνιστικών κομμάτων), συμβαδίζοντας με τον έναν από τους λόγους που αναφέρονταν κατά τη διάλυση της ΚΔ το 1943, και η οποία δεν ήταν απλώς μια τακτική υποχώρηση για να γίνει εφικτή η σύναψη της παγκόσμιας αντιναζιστικής συμμαχίας. Ο Στάλιν την ισοτιμία αυτή δεν την περιορίζει μόνο στα ζητήματα τρέχουσας πολιτικής, αλλά και στα ζητήματα αφομοίωσης της εμπειρίας του ενός από το άλλο ΚΚ.

Είναι και αυτό μια παρακαταθήκη που δεν είναι πρόσφατη, αλλά υπάρχει εδώ και 70 περίπου χρόνια. Αυτό αφορά ιδιαίτερα όσους “νεωτεριστές” ή μη, άσχετα αν δεν το παραδέχονται, εξακολουθούν να αναζητούν μοντέλα προς αντιγραφή από το εξωτερικό (ενίοτε και με έντονο εκλεκτικισμό – ό,τι τους βολεύει για να δικαιολογήσουν το βίο τους), αντί να κάνουν κάτι το δυσκολότερο, να πασχίσουν να εφαρμόσουν τις αρχές του μαρξισμού στην Ελλάδα (χωρίς φυσικά να τον εξελληνίσουν – πράγμα αντιμαρξιστικό, αφού είναι εντελώς άλλο πράγμα οι αρχές και οι γενικοί νόμοι της επιστήμης αυτής και η μελέτη των ιδιαίτερων πτυχών κάθε χώρας υπό το φως των αρχών αυτών και της εφαρμογής των γενικών νόμων του μαρξισμού).

***

Λόγος του Στάλιν κατά την υποδοχή της κινεζικής αντιπροσωπείας (27/06/1949)

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι κολακείες, και όταν με κολακεύουν, νιώθω μια αποστροφή σε αυτό. Το γεγονός ότι μιλάω για τις επιτυχίες των κινέζων μαρξιστών και ότι ο σοβιετικός λαός και οι λαοί της Ευρώπης θα πρέπει να διδαχθούν από εσάς, δεν σημαίνει ότι θέλω να κερδίσω την εύνοιά σας ή ότι σας μιλάω με κομπλιμέντα.

Εξαιτίας της ξιπασιάς των ηγετών του επαναστατικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη, μετά το θάνατο των Μαρξ και Ένγκελς, το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα στη Δύση έμεινε πίσω. Το κέντρο της επανάστασης από τη Δύση μεταφέρθηκε στην Ανατολή και τώρα μεταφέρθηκε στην Κίνα και την Ανατολική Ασία.

«Αιώνια Φιλία»

Λέω ότι ήδη παίζετε έναν σημαντικό ρόλο και σίγουρα δεν θα πρέπει να γίνετε αλαζονικοί. Όμως ταυτόχρονα ισχυρίζομαι ότι η ευθύνη που σας αναλογεί καθίσταται μεγαλύτερη. Πρέπει να εκπληρώσετε το καθήκον σας για την επανάσταση στην Ανατολική Ασία.

Ίσως, στα γενικά ζητήματα της θεωρίας του μαρξισμού, εμείς οι σοβιετικοί λαοί είμαστε ισχυρότεροι από εσάς. Ωστόσο, αν μιλήσουμε για την εφαρμογή των μαρξιστικών αρχών στην πράξη, τότε εσείς έχετε μια μεγάλη εμπειρία που θα πρέπει να τη διδαχτούμε από εσάς. Κατά το παρελθόν, διδαχτήκαμε πολλά από εσάς.

Ένα έθνος θα πρέπει να μαθαίνει από το άλλο. Ακόμα κι αν πρόκειται για μικρό έθνος, και πάλι, έχει πολλά να μας διδάξει.

Η κινεζική αντιπροσωπεία δήλωσε κατά την τοποθέτησή της ότι το ΚΚΚ θα υπακούσει στις αποφάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Μας φαίνεται παράξενο αυτό, το κόμμα ενός κράτους να υποτάσσεται στο κόμμα ενός άλλου κράτους. Τέτοια πράγματα δεν έχουν ποτέ συμβεί και δεν είναι επιτρεπτό. Και τα δύο κόμματα θα πρέπει να φέρουν την ευθύνη για τους λαούς τους, αμοιβαία να διαβουλεύονται για κάποια ζητήματα, να αλληλοβοηθιούνται, και όταν συναντούν δυσκολίες, να συσπειρώνονται στενά – αυτό είναι αλήθεια. Η συμμετοχή σας στη σημερινή συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου είναι ένα είδος σχέσης ανάμεσα στα κόμματα. Αυτός είναι ο τρόπος που θα πρέπει να είναι οι σχέσεις…

[Μπορεί να ενταχθεί το ΚΚΚ στην Κομινφόρμ;] Ναι, μπορεί. Όμως πιστεύω ότι αυτό δεν είναι απολύτως απαραίτητο. Γιατί; γιατί υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη θέση των νέων δημοκρατιών της ανατολικής Ευρώπης και στη θέση της Κίνας. Εξαιτίας αυτής οι πολιτικές στις δύο περιπτώσεις δεν θα πρέπει να είναι οι ίδιες. Κατά την άποψή μου, σε δύο πράγματα διαφέρει η Κίνα από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Το πρώτο. Η Κίνα ήταν επί μακρόν υπό το ζυγό του ιμπεριαλισμού, ο οποίος, πιστεύω, δεν έχει σταματήσει να αποτελεί απειλή για την Κίνα ακόμα. Επί του παρόντος, η Κίνα χρειάζεται να καταβάλλει τεράστιες προσπάθειες για να αντισταθεί στις πιέσεις του ιμπεριαλισμού. Αυτή είναι η πιο χαρακτηριστικη πτυχή της τρέχουσας κατάστασης στην Κίνα. Όμως αυτό το σημείο δεν είναι χαρακτηριστικό για τις νέες δημοκρατίες.

Το δεύτερο σημείο. Η κινεζική αστική τάξη και η αστική τάξη στην ανατολική Ευρώπη δεν είναι ένα και το αυτό. Η αστική τάξη στην ανατολική Ευρώπη έχασε το κύρος της εξαιτίας της συνεργασίας της με τους Ναζί κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, ακολούθως, εγκατέλειψε τη χώρα της μαζί με αυτούς. Ως αποτέλεσμα, το προλεταριάτο ήταν σε θέση να εγκαθιδρύσει τη δικτατορία του και είχε κάθε λόγο γιανα απαλλοτριώσει τις επιχειρήσεις που ανήκαν στην αστική τάξη. Μετά από αυτό, το προλεταριάτο γρήγορα εισήλθε στο δρόμο του σοσιαλισμού.

Για την ακρίβεια, στην ανατολική Ευρώπη δεν υπάρχει προλεταριακή δικτατορία, αλλά λαϊκή δημοκρατία: το κοινοβούλιο και το εθνικό μέτωπο είναι μορφές με τις οποίες αυτή εκδηλώνεται.

Σήμερα, μια διαφορετική κατάσταση έχει προκύψει στην Κίνα. Κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής, η κινεζική αστική τάξη δεν είχε υποταχθεί στους ιάπωνες και δεν έφυγε μαζί τους. Όταν ο κινεζικός λαός ξεσηκώθηκε για να πολεμήσει την Αμερική και τον Τσανγκ Κάι Σεκ, η αστική τάξη δεν συνεργάστηκε ούτε με τους αμερικάνους ούτε με τον Τσανγκ Κάι Σεκ. Επομένως, η κινεζική επαναστατική κυβέρνηση δεν είχε λόγο να έρθει σε σύγκρουση με την εθνική αστική τάξη και να πάρει τις επιχειρήσεις της υπό τη διεύθυνση της κινεζικής επαναστατικής κυβέρνησης.

«Αιώνια φιλία για την ευτυχία των λαών»

Η Κίνα δεν μπορεί να εγκαθιδρύσει την επαναστατική εξουσία της προλεταριακής δικτατορίας. Η επαναστατική εξουσία που υπάρχει σήμερα στην Κίνα είναι ουσιαστικά μια δημοκρατική εργατοαγροτική δικτατορία και το Ενιαίο Εθνικό Μέτωπο, η Πολιτική Συμβουλευτική Επιτροπή αποτελούν μορφές με τις οποίες αυτή εκδηλώνεται. Αυτό είναι κάτι το ριζικά διαφορετικό από τη δικτατορία του προλεταριάτου που σήμερα υπάρχει στην ανατολική Ευρώπη υπό τη μορφή της λαϊκής δημοκρατίας, του κοινοβουλίου και του πατριωτικού μετώπου.

Τα παραπάνω δύο σημεία διαμορφώνουν μια πιθανή ύπαρξη σημαντικών διαφορών ανάμεσα στις πολιτικές στην Κίνα και τις πολιτικές στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Συνεπώς, η είσοδος του ΚΚΚ στο Γραφείο Πληροφοριών δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της στιγμής.

Η κατάσταση στην Ανατολική Ασία έχει πολλά κινά με την κατάσταση στην Κίνα, και καθιστά πιθανή την οργάνωση μιας ένωσης των κομμουνιστικών κομμάτων της Ανατολικής Ασίας: είναι πιο αναγκαίο και επιτακτικό από όσο η προσχώρηση του ΚΚΚ στο Γραφείο Πληροφοριών.

Ίσως θα ήταν πρόωρος ο σχηματισμός μιας συμμαχίας των κομμουνιστικών κομμάτων της Ανατολικής Ασίας: γιατί η ΕΣΣΔ είναι μια χώρα που ανήκει και στην Ευρώπη και στην Ασία, και επομένως θα έπαιρνε μέρος στην ένωση των κομμουνιστικών κομμάτων της Ανατολικής Ασίας.

Δεν θα πρέπει να αγχώνεστε για την επίτευξη αναγνώρισης από τα ιμπεριαλιστικά κράτη, ειδικά με βάση το πώς σας συμπεριφέρονται. Έχετε μια καλή στάση – εμπόριο με τις καπιταλιστικές χώρες. Αυτές ήδη αντιμετωπίζουν την ιμπεριαλιστική κρίση. Πιστεύω ότι αυτό θα επιταχύνει την αναγνώριση. Και τώρα θα πρέπει να έχετε εμπόριο με αυτούς.

Καταγράφτηκε από τον Ι.Β. Εϊβάλεφ

Πηγή: Στάλιν, Άπαντα, Τόμος 16, Ημίτομος Β’, Γενάρης 1949 – Φλεβάρης 1953, Μόσχα, 2012, σ.σ. 85-87. Δημοσιεύτηκε στο ρωσόφωνο περιοδικό “Προβλήματα Άπω Ανατολής” (Πραμπλιέμι Ντάλνιεβα Βαστόκα), 1992, ν. 1-3, σ.σ.78-80, 82. Στα αγγλικά υπάρχει στο ινδικό περιοδικό “Επαναστατική Δημοκρατία”, τόμος 20, ν.2, Σεπτέμβρης 2014.

Για τον απολογισμό της ΚΟΕ 2012 – 2015: Θεωρία περί “συμβολής”, “Κίνημα Μελών”, Καρυπιδιάδα και άλλα κουβαδάκια

Συνεχίζεται η παράθεση κειμένων για τον απολογισμό της ΚΟΕ την περίοδο της κορύφωσης των ευθυνών της (2012-2015). Μπορεί η συνέχεια αυτή να γίνεται μετά από μια εξάμηνη διακοπή, ωστόσο, αυτή η διακοπή δεν έχει να κάνει με την προσωπική αηδία που μπορεί να νιώθει κανείς όταν πίνει για δεύτερη φορά το “πικρό ποτήρι” (την πρώτη ήταν όταν τα ζούσε). Όπως και να’χει, ακόμα κι αν περνά ο καιρός, δεν μειώνεται η σημασία του απολογισμού. Γιατί, όσον αφορά τους συμμετέχοντες, προϋπόθεση για να βγουν στην κοινωνία είναι να κάνουν απολογισμό, είτε συνολικά είτε μεμονωμένα, ενώ, όσον αφορά το κίνημα συνολικότερα, δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος αν δεν μελετηθούν τα συγκεκριμένα πολιτικά λάθη που διέπραξαν ιδίως οι βασικοί υπεύθυνοι. Γιατί είναι τα πολιτικά λάθη που οδηγούν ενίοτε σε εσφαλμένες αντιλήψεις και όχι πάντα το αντίστροφο. Η μελέτη εσφαλμένων αντιλήψεων, που συχνά προκρίνουν οι πραγματικοί ένοχοι, απλώς λειτουργεί παραλυτικά, αφού διαχέει ισομερώς την ευθύνη σε όλα τα μέλη μιας συλλογικότητας (και όχι σε όσους προώθησαν αυτές τις αντιλήψεις). Και λειτουργώντας παραλυτικά, δρα (άμισθα ή έμμισθα, λίγο νοιάζει) υπέρ της διατήρησης της υπάρχουσας κατάστασης .

Ας πιάσουμε, όμως, το νήμα από την περίοδο μετά την αναστολή της (αυτοτελούς δημόσιας) δράσης της ΚΟΕ. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της αναστολής, η σαστιμάρα ήταν εμφανής. Ακόμα και το άτομο που ήταν οργανωτικός υπεύθυνος της οργάνωσης και είχε αναλάβει την προώθηση της αναστολής, δεν κατόρθωσε να γράψει ένα κείμενο “γιατί να ενταχθεί κανείς στην ΚΟΕ” που του είχε ανατεθεί. Μόνο κάποιοι απομονωμένοι στους διαδρόμους του μικρόκοσμου του ΣΥΝ “πανηγύριζαν” για το στημένο 10% μελών της ΚΟΕ στην ΚΕ του Σύριζα. Οι υπόλοιποι αναζητούσαν ρόλο, ευρισκόμενοι εν αναμονή της πρότασης για τους τρόπους λειτουργίας επί αναστολής (που ψευδώς δήλωναν τα μέλη του ΚΟ ότι θα συζητούνταν αμέσως μετά το συνέδριο του Σύριζα, και γι’ αυτό ζητούσαν να μη συζητηθούν προ της απόφασης για αναστολή). Εδώ, φυσικά, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ιστορικό γεγονός. Όταν σε έναν αγωνιστή δεν αναθέτεις καθήκοντα στη σχέση του με τις μάζες, δεν θέλει και πολλούς μήνες για να χαθεί η ήδη εύθραυστη αυτή σχέση και ο ίδιος να προσαρμόσει τη ζωή του χωρίς αγώνες. Αυτή η συνειδητή εντολή για απραξία δεν αναπτύσσει παρά τον εαυτούλη μας, αφού βολεύει να μην τρέχεις να κάνεις εξόρμηση, καμπάνια – απολογισμό κοκ. Ψευτοκαθήκοντα εντός Σύριζα ήταν εκ των προτέρων αβάσιμα, καθώς οι συνασπισμένοι είχαν κατεβάσει τα ρολά του μαγαζιού (αρχικά, για διακοπές) και το άνοιγαν μόνο για κατ’ ιδίαν συζητήσεις, χωρίς το “10%” και άλλους θεσιθήρες.

Το καλοκαίρι, όμως, κάποια στιγμή τελειώνει (μετά και από μια “θερινή σχολή” ψευτοπατριωτισμού και αντιαριστεροσύνης, με “δασκάλους” όπως τον Αξελό), και το ίδιο και οι δυνατότητες για καθυστέρηση η οποία παγίωνε τη ρευστοποίηση και την ιδιώτευση. Πρόταση για τον τρόπο δράσης και λειτουργίας έπρεπε να διατυπωθεί. Το Σεπτέμβρη συνεδριάζει το ΚΟ και εκεί διατυπώνεται η θεωρία της “συμβολής”, με τη μεταφυσική άρνηση όχι απλώς της ύπαρξης πρωτοπορίας, αλλά και της δυνατότητας να συμβάλλει η ΚΟΕ στη δημιουργία της. Αυτή η πρόταση δεν είναι απλώς μια δεξιά παρέκκλιση. Αν τη διατύπωνε κάποιος από τους αμπελοφιλόσοφους “φίλους” που περιτριγύριζαν την “ηγετική” κλίκα της ΚΟΕ θα ήταν απλώς μια από τις κλασικές εύκολες προτάσεις τους – “εξυπνάδες” με τις οποίες διέλυαν τις εσωτερικές συζητήσεις στις οποίες προσκαλούνταν, και ο εξυπνάκιας αυτός θα ήταν απλώς προς λύπηση. Αν τη διατύπωνε μεμονωμένο στέλεχος, θα χρειαζόταν απλά να αποχωρήσει από υπεύθυνες θέσεις και να επισκεφτεί κάποιον ειδικό για να ανακτήσει την αυτοπεποίθηση που έχασε μπροστά στα τεράστια και σύνθετα καθήκοντα. Όμως, τις προτάσεις πρέπει να τις εντάσσουμε στο συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο που διατυπώνονται. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια “πρόταση” που βρίσκεται στον αντίποδα των αναγκών μιας κομμουνιστικής συλλογικότητας, αφού διατυπώνεται σε μια περίοδο τακτικής υποχώρησης. Με αυτή την πρόταση η υποχώρηση έγινε στρατηγική και άτακτη. Προς μεγάλη χαρά του συστήματος. [Σημείωση ότι και αυτή η πρόταση που διατυπώθηκε στις 21-22/09, μέχρι τις 4/10 είχε μεταβαφτιστεί σε “απόφαση”. Έτσι λειτουργούν πάντα οι “αμεσοδημοκράτες”.]

Και αν η θεωρία της “συμβολής” ήταν η θεωρητική “τεκμηρίωση” της υποχώρησης (ή, μάλλον, αποχώρησης από την πραγματική ζωή), η “πρακτική” πρόταση ήταν ακόμα πιο εξοργιστική. “Θα μπορούσαμε να γίνουμε τάση”, αναφέρει “μεγαλόψυχα” το ΚΟ, τη στιγμή που τέτοιο ζήτημα είχε απορριφθεί από τη συνδιάσκεψη της αναστολής. “Γι’ αυτό”, γίναμε φράξια, υπό μορφή “Κινήματος των Μελών”(ΚτΜ). Το πόσο λάθος ήταν αυτή η πρόταση δεν άργησε να φανεί. Πρώτον, επειδή ήταν απολίτικη και γενικόλογη (τάχα ώστε να είναι δια-φραξιονιστική). Έτσι εκφυλίστηκε γρήγορα περιοριζόμενη στο να διεκδικεί διαδικασίες και συζήτηση, ναι μεν για τα μεγάλα και όχι για τα τοπικά ζητήματα (που πρόκρινε ο ΣΥΝ, ώστε να έχει κάθε ΟΜ την ατζέντα της και το μικροσυσχετισμό της), χωρίς να δώσει έμφαση δε στον αποφασιστικό-δεσμευτικό χαρακτήρα των συζητήσεων σε πανελλαδικό επίπεδο (γιατί, ντε, είχε γίνει το αλισβερίσι που οδήγησε στο 10%;). Δεύτερον, επειδή ήταν άκαιρη. Αν είχε χρειαστεί στο Σύριζα κίνημα των μελών, αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει από τις εκλογές του 2012 και μέχρι τη συνδιάσκεψη του Σύριζα το Δεκέμβρη του 2012, οπότε και είχε φανεί και στον πιο τυφλό και άσχετο με τη ζωή του Σύριζα ότι αυτός δεν επρόκειτο να αλλάξει επί το θετικότερο, και ότι ελάχιστοι καλοπροαίρετοι άνθρωποι είχαν απομείνει στις τοπικές, πολλώ δε μάλλον δεν είχαν μπετοναριστεί από τις διάφορες φράξιες.

Όμως, το “ΚτΜ” δεν ήταν απλώς ένα λάθος ή μια σωστή αλλά μόνο άκαιρη κίνηση. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα “αντίμετρο” που υιοθετήθηκε απέναντι στις προσπάθειες πετάγματος της στημένης λεμονόκουπας ΚΟΕ από τα ηγετικά κλιμάκια, τώρα που είχε κάνει τη βρωμοδουλειά (να ανασταλεί και να στιγματίσει τους άλλους ως φραξιονιστές). Απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι η ίδια η ρητή αναφορά στο 1ο “δελτίο” του ΚτΜ (δίπλα από τσιτάτα του Προέδρου Τσίπρα) ότι μετασυνεδριακά υπάρχει προσπάθεια για αλλοίωση της σύνθεσης της πλειοψηφίας, πράγμα που δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρει ένα γνήσιο κίνημα μελών.

Η επίκληση φανταστικών ή υπαρκτών κινδύνων αντικειμενικά συσπειρώνει γύρω από την “ηγεσία”. Έτσι, ο πρώτος κίνδυνος για τον οποίο υπήρξε επίκληση, ο Λαφαζάνης, δημιούργησε το έδαφος ώστε να περνάνε τα “Ναι” της ΚΟΕ στην ΚΕ ως κάτι το φυσιολογικό (π.χ. “Ναι” στην ΚΕ της 31/08-01/09 με μόνη δικαιολογία το ότι ψήφισε “Λευκό” η Αρ.Πλατφόρμα). Εδώ δεν πρόκειται απλώς για ετεροκαθορισμό κάποιου με ουδέτερα αποτελέσματα στην κοινωνία (και με αρνητικά στον ίδιο και μόνο). Εδώ έχουμε να κάνουμε με συμβολή στην εδραίωση του συστήματος Τσίπρα και, κατ’επέκταση, του Σύριζα ως στυλοβάτη του συστήματος.

Ο δεύτερος κίνδυνος (“Η ΚΟΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με μια οργανωμένη επίθεση με στόχο αδιευκρίνιστο”, 21-22/12/13) συνέβαλε αφ’ενός, όπως πάντα, στη συσπείρωση στην ηγεσία, αφ’ετέρου, σε όποιον δεν ανεχόταν ούτε το κακοφτιαγμένο της διατύπωσης περί ύπαρξης κινδύνου, στην αποχώρηση, ή την προσχώρηση στην ακροτσιπρολαγνική πτέρυγα Γ. Τσίπρα- Χ. Καραμάνου που είχε αρχίσει ήδη από τα τέλη του 2012 να σχηματίζεται (την οποία όμως είχε “δεμένη” ο ΡΡ και, άρα, τη χρησιμοποιούσε για να πετύχει το στόχο του για μικρό και ευπροσάρμοστο μαγαζί).

Φυσικά και αυτός ο κίνδυνος, όπως και η διαπίστωση το Δεκέμβρη του 2013 ότι ο Σύριζα χειριζόταν το ριζοσπαστισμό που επέδειξαν πλατιά κοινωνικά στρώματα, ότι πρόκρινε το διπολισμό μακριά από το ριζοσπαστισμό, ότι επιδεικνύει κυβερνητισμό κλπ. δεν έθιγαν το ζήτημα ταμπού, αυτό της παραμονής της ΚΟΕ στο Σύριζα, αφού “τα παραπάνω δε σημαίνουν ότι το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ έχει “τελειώσει”, έχει κριθεί””. Η υποκρισία της κινδυνολογίας αποδεικνύεται από το ότι η επίκληση των κινδύνων γινόταν τη στιγμή που τα “Ναι” σε όλα στον Τσίπρα ήταν στο απώγειό τους. Στα “ναι” στην υποταγή ακόμα και σε τμήματα του Σύριζα όπως αυτό της Ευρωπαϊκής Πολιτικής, όπου ήταν μέσα η ευρωλαγνική πτέρυγα του ΣΥΝ, ανασύρονταν τα περί ..μικρού μεγέθους και της “συμβολής”, και έτσι, υπήρχε ως και πέρασμα στην αντεπίθεση καθώς η συμμετοχή σε αυτά τα τμήματα και παρατμήματα (διά σιωπής, αντί, έστω, να γίνεται χαμός) κρινόταν ως θετική, αφού “μας επέτρεψε να οσμιστούμε, τουλάχιστον, την ουσία όσων συζητιούνται και να διαμορφώσουμε μια ορισμένη τακτική”.

Ο τρίτος κίνδυνος ήταν το κλείσιμο του “Δρόμου”. Πύκνωσαν οι από το διαδίκτυο καθοδηγήσεις ότι “Αύριο αγοράζουμε όλοι μας όχι 1 αλλά 2 φύλλα του «Δ».”, γιατί “Όταν συζητάμε ότι διακυβεύεται η ύπαρξη του Δ το επόμενο διάστημα και ότι αυτό είναι σοβαρό θέμα, το εννοούμε πραγματικά”. Φυσικά, ούτε συζήτηση έκαναν (“αυτοί”, μιας και χρησιμοποιούν α’ πληθυντικό) για να αποδείξουν τα λεγόμενά τους. Αντίθετα, υποδείχτηκε να μην ανοιχτεί συζήτηση με αφορμή κείμενο για τη “2η περίοδο του “Δρόμου””. Για το ποιόν του “μοναδικού μέσου απεύθυνσής μας”, οι “αμεσοδημοκράτες” δεν έδιναν λόγο στα μέλη. Αυτά έπρεπε απλώς να “τα σκάνε” για να κάνει δημόσιες σχέσεις ο ΡΡ.

Έτσι, κάθε φορά, οι κομμουνιστές θα πρέπει να εξετάζουν σε ποιο πλαίσιο και σε ποια στιγμή γίνεται επίκληση κινδύνων και να τους εξετάζουν σωρευτικά. Χρειάζεται να το κάνουν μελετώντας πώς επιδρά ο “αγώνας” για την “αντιμετώπιση” των κινδύνων στο εσωτερικό της συλλογικότητάς τους αλλά και στη σχέση της με την κοινωνία, με την πραγματική ζωή. Γιατί αν δεν το κάνουν αυτοί, θα το κάνει ο περίγυρός τους, ενίοτε δικαίως, αλλά με λάθος συμπεράσματα. Αυτό συνέβη όταν, ένα μήνα μετά την επίκληση του αόριστου κινδύνου, η ΚΟΕ αποδέχεται την πρόταση Τσίπρα για Βουδούρηδες, Καρυπίδηδες κλπ ως τάχα “ισορροπημένη”. Η αγανάκτηση των μελών του ΣΥΡΙΖΑ για τη γλοιώδη στάση του Ρινάλντι και της παρέας του (παρέας, μιας και δεν είχαν καν ενημερώσει τα μέλη για το ανοσιούργημα που θα διέπρατταν και την επίθεση που αυτά θα υφίσταντο) ήταν το πραγματικό χτύπημα που δέχτηκε η ΚΟΕ, ή για την ακρίβεια, τα μέλη της, τα οποία επί 3 ημέρες μετά, είχαν την ηγεσία τους να σιωπά. “Απλά” μέλη του Σύριζα επιτίθενται και για το ότι, κατ’ αυτά, η γλοιώδης στάση είχε αντάλλαγμα την υποψηφιότητα Χατζηλάμπρου στην Περιφέρεια Δ. Ελλάδας. Έτσι, με το βλέμμα στο μέλλον, Τσίπρας-ΡΡ “έκαψαν” από το πουθενά και το Β. Χατζηλάμπρου, έναν από τους αγωνιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ανελίχθη με φυσιολογικό τρόπο (στο σωματείο του, σε τοπικό επίπεδο κοκ.), όχι μόνο εντός Σύριζα (αφού πολλοί τον κοιτούσαν πια με μισό μάτι), αλλά και εντός ΚΟΕ και αριστεράς, αναφορικά με το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το 2015 (χωρίς να έχει ο ίδιος φιλοδοξίες “ηγέτη”, παρότι είχε βγει μακράν πρώτος στο 3ο συνέδριο της ΚΟΕ).

Το συνειδητό “κάψιμο” αποδεικνύεται από το ότι δικαιολογήθηκε ως πρόταση Τσίπρα προς την ΚΟΕ. Η δε αποδοχή της από την ΚΟΕ χαρακτηρίστηκε εξωφρενικά ως.. “απλόχερη κίνησή” μας, “δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε (…) Στις πολιτικές μάχες δεν το στρίβουμε δια του αρραβώνος (…) Η πολιτική πρέπει να επαναηθικοποιηθεί”,“υπαναχώρηση”, “κάναμε πίσω”.

Σε όλα αυτά, πρέπει να προστεθεί και η στάση των βασικών δρώντων της ΚΟΕ κατά τη διάρκεια της επίμαχης συνεδρίασης της ΚΕ. Ο ΡΡ, στην ομιλία του, είπε μόλις μία πρόταση για το ψηφοδέλτιο, έκανε δημόσιες σχέσεις, εκφράζοντας τον “προβληματισμό” του “για την πορεία του κόμματος” και άφησε τα υπόλοιπα μέλη της ΚΟΕ στην ΚΕ να κάνουν τη βρώμικη δουλειά της αντιπαράθεσης με όσους αντιδρούσαν στους Καρυπίδηδες. Η ανανδρία και η προσπάθεια των “ηγετών” (που, όπως είδαμε, ταυτόχρονα “καίνε” άλλα στελέχη τους) να βγαίνουν ατσαλάκωτοι από τις μάχες (ακόμα και τις μάχες-”κουβαδάκια”, εκτός πραγματικής ζωής), είναι πράγματα που, όταν γίνονται αντιληπτά, πρέπει να θέτουν άμεσα σε επαγρύπνηση τους κομμουνιστές.

Σε αυτό το πλαίσιο, έμμισθης τσιπρολαγνίας και ιδιώτευσης ελέω “συμβολής”, αποφασίζεται η διεξαγωγή Συνδιάσκεψης για την άνοιξη του 2014 (ως παραποιημένη και καθυστερημένη υλοποίηση της συνεδριακής απόφασης που προέβλεπε οργανωτική συνδιάσκεψη εντός έτους), με τα γνωστά περί “συμβολής”. Τελικά, πήρε κι αυτή καθυστέρηση (ελέω εκλογών), κι έγινε ένα μόνο αχτίφ εκτόνωσης και μεθοδευμένης αποκάλυψης των εχθρών (στο οποίο ο Γ.Τσίπρας κατήγγειλε ό,τι και η ομάδα που αργότερα έφτιαξε την “Παρέμβαση”: ότι δεν γράφει ο ΡΡ τα εισηγητικά κείμενα, αλλά οι πασόκοι φίλοι του, και στο οποίο ο Νίκος Νούλας λιντσαρίστηκε από “ταλιμπάν” “φοιτητάμπουρα”). Είναι, λοιπόν, και η στιγμή που μια ηγεσία επιλέγει “εκδημοκρατισμό” που πρέπει να μελετάται από τους κομμουνιστές.

***

Παρακάτω παρατίθενται δύο κείμενα. Ένα των ΝΝ και ΝΚ, που ήταν μέλη του κλιμακίου ΚΟ Θεσ/νίκης της ΚΟΕ και ένα του γράφοντος. Η παράθεση του πρώτου κειμένου δεν σημαίνει πλήρη υιοθέτησή του. Δείχνει όμως την πορεία καθενός, που δεν πρέπει να ξεχνιέται από κάποιους τσιπρολάγνους που σήμερα διαγράφουν τα τσιπρολαγνικά τους σχόλια στο fb και βγάζουν γλώσσα στο ΝΝ (όταν αυτός υπέστη το προσωπικό και οικονομικό κόστος να παραιτηθεί από επαγγελματικό στέλεχος το 2013). Το 1ο κείμενο δημοσιεύεται κατόπιν άδειας του ΝΝ.

ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ Η ΚΟΕ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ !

(προσοχή! εσωτερικό κείμενο)

Παρακάτω υπάρχουν κάποιες σκέψεις και όχι ένα συνεκτικό κείμενο. Λόγοι χρόνου, αλλά και εύρους θεμάτων που τίθενται από τη μεριά της εισήγησης του ΚΟ, συχνά με σιβυλλικό, ακατάληπτο και αντιφατικό τρόπο, μας κάνουν να ακολουθήσουμε γενικά αυτή τη δομή. Για να είναι περιορισμένη η έκταση του κειμένου, κάποια θέματα θα τεθούν από τη μεριά μας ακροθιγώς. Παρόλα αυτά θα προσπαθήσουμε να αποφύγουμε επιπόλαιες – επιφανειακές αναλύσεις.

Γιατί αυτή η καθυστέρηση για τη διεξαγωγή της Συνδιάσκεψης;

Έπειτα από πολλές αναβολές και σημαντική καθυστέρηση, δύο χρόνια μετά το 3ο Συνέδριο της ΚΟΕ, ξεκινά η διαδικασία της Συνδιάσκεψης για τη δομή και λειτουργία της οργάνωσης, η σύνοδος της οποίας προγραμματίζεται για μετά από τρεις (!) μήνες, τέλη Ιούνη 2014. Από τη μια η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ, οι διπλές βουλευτικές εκλογές, η συνδιάσκεψη, οι εκλογές ενδιάμεσων οργάνων και το συνέδριο του «ενιαίου φορέα» μας έφεραν μπροστά σε ένα καταιγισμό μικρών και μεγάλων αναμετρήσεων. Και όλα αυτά σε ένα πολιτικό περιβάλλον μεταλλασσόμενο διαρκώς, όχι εύκολο. Ήταν αναμενόμενο σε αυτές τις πρωτόγνωρες συνθήκες, και με μια οργάνωση με ανοιχτές τις πληγές της από τη λειτουργία μιας φράξιας στο εσωτερικό της, να υπάρχουν καθυστερήσεις. Θα ήταν λάθος να στεκόμαστε με το τεφτέρι στα χέρια, να κοιτάμε τις ημερομηνίες και να προσπαθούμε απλά να είμαστε συνεπείς σε αυτές. Από την άλλη, όμως, η καθυστέρηση είχε και μια ουσιαστική εσωοργανωτική πλευρά: η υποβάθμιση από ένα καθοδηγητικό δυναμικό (παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις) της ανάγκης για εσωτερική συζήτηση και της δυνατότητας των συντρόφων και των συντροφισσών να συνδιαμορφώσουν την ΚΟΕ των μελών, με τις προτάσεις και τη δημιουργικότητά τους.

Η ανασυγκρότηση της ΚΟΕ, ως πολιτική για το ξεπέρασμα της κρίσης της

Έχουμε εδώ και καιρό κατασταλάξει σε κάποιες βασικές εκτιμήσεις για την ανασυγκρότηση. Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι εξής: η πολιτική της ανασυγκρότησης δεν ήταν ένα κόλπο για το ξεμπρόστιασμα κάποιων στελεχών (τα οποία στη συνέχεια δημιούργησαν φράξια), ήταν μια προσπάθεια να αλλάξουν πολλά πράγματα στον τρόπο της ύπαρξής μας. Στην αρχή της ανασυγκρότησης, όταν οι στόχοι τίθονταν – και ορθά- πιο έμμεσα από τη μεριά του ΚΟ, μιλούσαμε για ανέβασμα της συνείδησης συνολικά της οργάνωσης και για αλλαγή του στυλ. Στοιχείο της αλλαγής της συνείδησης, χωρίς σε καμία περίπτωση να ταυτίζεται μαζί της, είναι η συσπείρωση της οργάνωσης γύρω από μια πολιτική γραμμή. Η ταύτιση των δύο, την οποία κάνει η εισήγηση, αποτελεί μερικότητα στην αντίληψη. Στο 3ο Συνέδριο θέσαμε καθαρά ότι το βασικό στοιχείο της κρίσης της ΚΟΕ ήταν η υποβάθμιση του ιδεολογικού στοιχείου και προχωρήσαμε σε κάποιους προσδιορισμούς σε σχέση με αυτό.

Η κρίση της ΚΟΕ δεν ξεπεράστηκε με το 3ο Συνέδριο. Με το 3ο Συνέδριο αντιμετωπίστηκε η φράξια και υιοθετήθηκαν θέσεις και κατευθύνσεις για το ξεπέρασμα της κρίσης. Κατά τη γνώμη μας η κρίση της ΚΟΕ παίρνει μια άλλη, λιγότερο φανερή μορφή. Αυτή του εκφυλισμού, ιδεολογικού στη βάση του, αλλά ακολούθως πολιτικού και οργανωτικού.

Πολιτική γραμμή και ιδεολογία. Προτεραιότητα σε ποιο;

Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι γιατί συσπειρωθήκαμε γύρω από μια πολιτική γραμμή διότι, υποτιμώντας το ιδεολογικό στοιχείο, εμφανίστηκαν μια σειρά ιδεολογικές παρεκκλίσεις στο εσωτερικό μας. Φυσικά, σκοπό είχαν να υπηρετήσουν τη γραμμή. Όμως, δίνοντας προτεραιότητα στην πολιτική έναντι της ιδεολογίας, οδηγούμαστε στην υποτίμηση της πολιτικής αρχών έναντι των τακτικών, στο πλασάρισμα πάση θυσία, στις άρρητες φιλοδοξίες (οι οποίες κατά τη μέση συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κακό να υπάρχουν), στην υιοθέτηση «συνηθειών» των ρεφορμιστών, στην αίσθηση ιδεολογικοπολιτικής επάρκειας, στις σιωπές για να μη γινόμαστε δυσάρεστοι, στη στήριξη στα δύσκολα του ηγέτη, στο fare politica κοκ. Την ιδεολογικοπολιτική μας ανεπάρκεια, όταν τη συνειδητοποιούμε, προσπαθούμε να τη δικαιολογήσουμε με τη σύγχρονη εκδοχή του «τα γράμματά μας είναι ολίγα».

Αυτά δεν τα λένε οι υπογράφοντες. Τα λέει κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ («είστε τσιπρικοί» κλπ). Τελευταία, λες και ξέρουν κάτι παραπάνω από εμάς, μας ειρωνεύονται ότι διαλυθήκαμε! Και, παρόλο που μερικοί σύντροφοι του ΣΥΡΙΖΑ μας προσάπτουν τέτοιες μομφές από κακεντρέχεια, οι περισσότεροι μας κριτικάρουν με αγωνία και απαιτητικότητα.

Ευτυχώς που οι προαναφερθείσες παρεκκλίσεις, αν και έχουν κεντρικό χαρακτήρα, δεν έχουν πάρει καθολική μορφή στις γραμμές μας. Αλλά δεν πρέπει να συνεχίσουμε έτσι, γιατί τα προβλήματα θα ενταθούν.

Σε ποια «στιγμή» βρισκόμαστε

Για να κατανοήσουμε τη στιγμή της ΚΟΕ μας βοηθάει μια «ακτινογραφία», αλλά χρειαζόμαστε και το «ιστορικό». Δε θα αναφερθούμε σε γεγονότα αλλά σε κάποιες εκτιμήσεις: με τη μυρωδιά της ελληνικής κρίσης (2008-2009), τον τόνο στην οργάνωση έδινε η προσπάθεια ενός καθοδηγητικού δυναμικού να ξεβαλτώσει την οργάνωση και να «πιάσει την καλή ρίχνοντας ζαριές», οι οποίες όμως δεν έβγαιναν με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο βάλτωμα και την όξυνση της κρίσης της ΚΟΕ. Έπειτα από ένα σύντομο διάστημα ουσιαστικής αναζωογόνησης των εσωκομματικών διαδικασιών (προ και λίγο μετά το 3ο Συνέδριο), τον τόνο στην οργάνωση έδωσε η προσπάθεια μιας καθοδηγητικής ομάδας να ξεβαλτώσει την οργάνωση μετατρεπόμενη σταδιακά, όπως μας καταλογίζουν αρκετοί σ., σε «προεδρική φρουρά» . Όχι ότι είναι λάθος μια στάση ευθύνης, ούτε είναι λάθος καθαυτό η συμμετοχή σε θέσεις στο ΣΥΡΙΖΑ. Απεναντίας, χρειαζόμαστε συντρόφους και συντρόφισσες σε τέτοιες θέσεις. Το πρόβλημα είναι όταν αυτά γίνονται σε βάρος του ιδεολογικού στοιχείου, όταν πολιτική μας γίνεται βασικά η τακτική, όταν συναναστρεφόμενοι με το ΣΥΝ αρχίζουμε να προσπαθούμε να του μοιάσουμε. Να λοιπόν ο κοινός παρονομαστής αυτών των δύο φαινομενικά διαμετρικά αντίθετων περιόδων: η υποτίμηση της βάσης της ΚΟΕ, η απουσία απολογισμών, η απόσπαση μιας ομάδας στελεχών από τη βάση και τους στόχους της οργάνωσης, το πολιτικοϊδεολογικό φτώχεμα και η αμφισβήτηση του ρόλου της ΚΟΕ στη συγκυρία.

«Έχει κλείσει η ΚΟΕ τον ιστορικό της κύκλο;»

Είναι ένα ερώτημα το οποίο είχε τεθεί ευθέως από τα στελέχη της φράξιας και απαντήθηκε από το 3ο Συνέδριο. Με έμμεσο τρόπο ξαναμπαίνει το ίδιο θέμα από την εισήγηση του ΚΟ. Και να πως: Με την κριτική ως αυτοκεντρικού οποιουδήποτε μοντέλου πιστεύει ότι η ΚΟΕ έχει να δώσει, όχι ως «μαγιά» κάποιων ανθρώπων, αλλά ως συλλογικότητα που θα παρεμβαίνει είτε αυτόνομα (χωρίς τα σύμβολά της), είτε μέσα από το ΣΥΡΙΖΑ, σε ιδεολογικό – πολιτικό αλλά και σε διεκδικητικό επίπεδο.

Άλλωστε η επικρατούσα αυτό το διάστημα πρακτική μας είναι μια υποτίμηση του ρόλου της ΚΟΕ, με πιο εξόφθαλμο στοιχείο την απουσία οργανωτικής δουλειάς. Εκφράσεις όπως «ο αυτοκεντρισμός προϋποθέτει την ύπαρξη σταθερών σημείων …», ή «στράτευση σε πολιτικές και όχι σε στρατόπεδα» παραπέμπουν σε μετανεωτερικές απόψεις περί ρευστοποίησης των σημασιών και των κοινωνικών δομών.

Το κομουνιστικό κίνημα και οι κληροδοτήσεις του

Στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος εμφανίστηκαν διάφορες παρεκκλίσεις. Με μονοκοντυλιά δεν μπορείς να σβήσεις ολόκληρες περιόδους γιατί έτσι μπορεί να πετάξεις και το παιδί μαζί με τα βρώμικα νερά. Αν μιλήσουμε για το κομουνιστικό κίνημα, την οργανωτική πλευρά και τη δημοκρατία, ας ανοίξουμε τη συζήτηση με σοβαρούς όρους.

Αλλά υπάρχουν αναφορές στην ιστορία μας που είναι καταφανώς άδικες για εμάς. Η ΚΟΕ δεν είχε πάθει καθόλου αφλογιστία λόγω του «αυτοκεντρισμού» της όταν παρενέβαινε με τις επιτροπές ακρίβεια – στοπ, στα διόδια, στις πλατείες, στις επιτροπές κατοίκων· να σημειωθεί ότι σε αυτά τα κινήματα είχε αναστείλει την αυτοτελή δημόσια παρουσία της! (παρενέβαινε χωρίς τα σύμβολά της). Απεναντίας, η ΚΟΕ το μετασυνεδριακό διάστημα πολιτεύτηκε σα να θέλει να της ανοίξουν οι πόρτες της κοινωνίας χωρίς να πληρώσει εισιτήριο (χωρίς δηλαδή παρέμβαση στην κοινωνία και στα κινήματα, χωρίς προσπάθεια πυροδότησης αγώνων). Η δουλειά που ρίχνουν ορισμένα μέλη και στελέχη της οργάνωσης, όσα δεν έχουν απογοητευτεί και απομακρυνθεί, αν και αξιέπαινη, δεν αλλάζει τα γενικά χαρακτηριστικά της ΚΟΕ αυτή την περίοδο.

Όσον αφορά στην εφημερίδα «δρόμος της αριστεράς», η αφλογιστία της είναι ένα τεράστιο ζήτημα για να το φορτώνουμε στον αυτοκεντρισμό. Ας ακούσουμε με μεγαλύτερη προσοχή τις κριτικές των συντρόφων για την ταύτισή του «δρόμου» με τον Αλαβάνο όταν επικρατούσε στην ΚΟΕ μια άλλη καθοδηγητική ομάδα και με τον Τσίπρα όταν άλλαξαν τα πράγματα. Ας ακούσουμε και όλες τις άλλες κριτικές που έγιναν όταν ανοίχτηκε το θέμα.

Η συμμετοχή των μελών της ΚΟΕ στο ΣΥΡΙΖΑ

Τα χαρακτηριστικά της συμμετοχής στο ΣΥΡΙΖΑ έχουν συναποφασιστεί και η συντριπτική πλειοψηφία των μελών λειτούργησε με βάση αυτή την επιλογή. Όμως, η γενική κατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ (μηχανισμοί, παραγοντισμοί, βαρεμάρα, μη παρέμβαση στην κοινωνία κλπ), αλλά κυρίως η δικιά μας στάση έκανε αρκετά μέλη να χάσουν το ενδιαφέρον τους, να ξενερώσουν. Ας έρθουμε στη θέση ενός μέλους, αναφέροντας μόνο κάποια πρόσφατα γεγονότα: καλείται να υπερασπιστεί την κεντρική στήριξη σε Καριπίδη και Βουδούρη γιατί «είναι ισορροπημένες υποψηφιότητες». Όταν ξεσηκώθηκαν και οι πέτρες για τον Καριπίδη (κίνημα μελών και όχι μόνο μηχανισμοί) επιμείναμε στην άποψή μας με απίθανα επιχειρήματα. Εχει άδικο ένα μέλος να αναρωτιέται σε τι θα κληθεί να παρέχει στήριξη για «να μην μπαρουτιαστεί η ΚΕ» χθες, «για να πάμε καλά στις εκλογές» αύριο, «για να μην πλήξουμε την κυβέρνηση» αργότερα; Όταν ένα μέλος βλέπει τη σιωπή μας επί ενάμιση χρόνο για τη δεξιά στροφή του Τσίπρα, ποια περιμένουμε να είναι η στάση του; Εκτός αν θεωρούμε ότι μια σχεδόν υπερβατική κριτική περί κυβερνητισμού, χωρίς να κατονομάζουμε τους φορείς αυτής της αντίληψης, είναι αρκετή για να προσανατολίσει ένα συριζικό δυναμικό.

Ας είμαστε λίγο πιο μετρημένοι όταν χαρακτηρίζουμε αυτά τα μέλη, όπως κάνει η εισήγηση, ότι «μετέχουν στην ΚΟΕ όχι όπως η ίδια αντιλαμβάνεται τον εαυτό της αλλά όπως τα ίδια νομίζουν», γιατί το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για ορισμένα στελέχη!

Η αναστολή της αυτοτελούς δημόσιας παρουσίας της ΚΟΕ ως τακτική

Η απόφαση του πανελλαδικού σώματος του καλοκαιριού ήταν η αναστολή της αυτοτελούς δημόσιας παρουσίας της ΚΟΕ και όχι «αναστολή της δημόσιας δράσης», όπως αναφέρει η εισήγηση κάνοντας μια «μικρή» τροποποίηση στην απόφαση. Έτσι, σε επιτροπές κατοίκων, σε πλατειά σχήματα, σε κινήματα κοκ, θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να συμμετέχουμε ενεργά, όχι μόνο πρωτοβουλιακά, αλλά με κεντρική κατεύθυνση και σχεδιασμό. Η αναστολή ήταν μια τακτική προσπάθεια να ξεφύγουμε από τον εκβιασμό του Τσίπρα. Η εισήγηση αναφέρει ότι δεν πρέπει πια να βλέπουμε την αναστολή ως τακτική κίνηση, αλλά σαν κάτι πιο ουσιαστικό και πρωτότυπο.

Ας μη διεκδικούμε την πρωτοτυπία: πριν από μας μια άλλη ομάδα, η ΑΚΟΑ, κράτησε «μια μαγιά» βασικά επαγγελματικών στελεχών, διατήρησε μια εφημερίδα που εκφράζει ένα κομμάτι του κινήματος, συλλειτουργεί με τους φίλους της, έχει συμμετοχή σε έναν «ανοιχτό χώρο» εντός ΣΥΡΙΖΑ (ΑΝΑΣΑ) και στο κόμμα, στηρίζει σε ένα βαθμό τη δεξιά στροφή του κόμματος, έχει λίγα πράγματα να προσθέσει για το ανέβασμα του πολιτικού προβληματισμού. Έχει ξεμπερδέψει με άκαμπτες δομές, ιεραρχίες και αρχηγισμούς, αλλά χαρακτηρίζεται από ορισμένα στελέχη πανελλαδικά. Την ανάγκη πρωτοπόρας οργάνωσης δεν την έχει απαρνηθεί θεωρητικά, πιθανά θεωρεί ότι «το αίτημα για πρωτοπόρα οργάνωση παραμένει». Ένα τέτοιο μοντέλο εισηγείται το ΚΟ;

Έχουμε ανάγκη από αλλαγές και στον οργανωτικό τομέα.

Αν και κατά τη γνώμη μας είναι μεθοδολογικό λάθος τούτη τη στιγμή, με την κρίση της ΚΟΕ στην πιο κρίσιμη καμπή της, να ξεκινάμε από οργανωτικές αλλαγές, ισχυριζόμαστε ότι χρειαζόμαστε και τέτοιου είδους αλλαγές. Κάποιες αποφασίσαμε στο 3ο Συνέδριο, όπως η διαμόρφωση πολιτικών στον οικονομικό τομέα, αλλά έγιναν λίγα πράγματα, αρκετά σε λάθος κατεύθυνση. Αυτές οι αλλαγές που προτείνουμε είναι η υιοθέτηση πολιτικών ελέγχου της καθοδήγησης, η διαφάνεια σε όλους τους τομείς, η συζήτηση πάνω στο οικονομικό και τις υποχρεώσεις και αμοιβές των βουλευτών και των επαγγελματικών στελεχών, η κατάργηση της μονιμότητας σε θέσεις εντός οργάνωσης, η κανονικοποίηση της λειτουργίας της οργάνωσης, η συμμετοχή φίλων σε διαδικασίες όταν το αποφασίζει κάθε φορά η ΟΒ (και όχι σε κρίσιμες διαδικασίες που αφορούν την προοπτική μας όπως στο αχτίφ του σ/κ, απόφαση την οποία αυθαίρετα έλαβε η οργανωτική επιτροπή)

Για την προτεραιότητα στη λειτουργικότητα

Η απόφαση για ΚΟΕ των μελών, καθώς και η ειδική απόφαση του Σεπτεμβρίου για το από δω και πέρα, έθεσαν μια σειρά άξονες με σκοπό τη μεταφορά του βάρους από τα στελέχη στα μέλη. Τι έγινε στην πράξη; Αυξήθηκε ή μειώθηκε ο συγκεντρωτισμός ορισμένων μελών της Γραμματείας του ΚΟ; Υπάρχει γραμματέας της οργάνωσης ο οποίος έχει ατομικά επαφές με τον Αλ. Τσίπρα και γενικά ταυτίζεται η οργάνωση με το πρόσωπό του; Το ΚΟ λειτουργεί ως βουλευόμενο σώμα; Έχουμε περιοδικότητα στις επίκαιρες θέσεις στην οργάνωση; Ή έχουμε μια δικιά μας μονιμότητα προσωποπαγών θέσεων για χρόνια; Ποια η πολιτική μας για το οικονομικό; Δικαιολογείται τα στελέχη της ΚΟΕ να παίρνουν μεγαλύτερο μισθό από δημοσίους υπαλλήλους (για τον ιδιωτικό τομέα δε συζητάμε);

Τελικά πόσο σύγχρονη και αντιδογματική είναι αυτή η οπτική; Πόσο συναφής με τα νέα κινήματα, τις πλατείες, πόσο σχετική με το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία (αλλά και διαφάνεια και έλεγχο ας μην το ξεχνάμε). Μάλλον, πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση της αναντιστοιχίας λόγων – έργων που εμφανίστηκε ως ιδεολογική παρέκκλιση στο εσωτερικό μας και είναι περισσότερο συγγενική με το συνασπισμικό ευρωκομμουνιστικό δημοκρατισμό: απεριόριστη δημοκρατία στη βάση (πλαδαρότητα), απεριόριστη αυθαιρεσία στην κορυφή και άτυπα -πλην όμως ισχυρά- φίλτρα μεταξύ των δύο επιπέδων.

Ένα δικό μας «1982»;

Το 1982, όπως μας θύμισε –και ορθά- η εισήγηση του ΚΟ είχαμε την ουσιαστική διάλυση του ΚΚΕ (μ-λ). Κάποιοι λίγοι συνέχισαν με τον τίτλο. Η πλειοψηφία των μελών πήγε σπίτι του. Κάποιοι ελάχιστοι/ ξεκίνησαν την Α/συνέχεια. Σαν να επαναλαμβάνεται η ιστορία, οι δύο περίοδοι έχουν κάποια κοινά: α)πολιτικοί οργανισμοί σε ιδεολογικοπολιτικό τέλμα, αν και με σημαντικές επιτυχίες (οργανωτική ανάπτυξη μ-λ, βουλευτές και στελέχη στο ΣΥΡΙΖΑ η ΚΟΕ). β) ένας κινηματικός οργανισμός που «τινάζει την μπάνκα στον αέρα» (θρίαμβος ΠΑΣΟΚ τότε, εκτίναξη ΣΥΡΙΖΑ σήμερα) γ) κοινωνικό ρεύμα υπέρ αυτών (πιο συνολικό τότε, περισσότερο εκλογικό σήμερα) δ)ένα κομμάτι της καθοδήγησης να θαμπώνεται από τη μετάβαση (προσχώρηση στο ΠΑΣΟΚ τότε, Τσιπρισμός σήμερα) ε)μέλη μπερδεμένα και σαστισμένα προσπαθούν να καταλάβουν «τι παίζει».

Ως εδώ φτάνουν ορισμένες ομοιότητες. Υπάρχουν και σημαντικές διαφορές: για παράδειγμα ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να είναι ένα ανοιχτό στοίχημα, αν και απουσία πολιτικού ρεύματος ρέπει ολοένα και περισσότερο δεξιά.

Για να μην έχουμε ένα νέο 1982, με έναν μετασχηματισμό που οδηγεί στη μετά-διάλυση, υπάρχει

Άμεση ανάγκη για Συνέδριο

Έτσι, κι αλλιώς με έμμεσο τρόπο έχουν ανοίξει από την εισήγηση ζητήματα απολογισμού. Ένας απολογισμός θα ήταν χρήσιμος για να αναστοχαστούμε πάνω στο συγκλονιστικό γεγονός της φράξιας, να διερευνήσουμε τις ειδικές αιτίες του, να εμβαθύνουμε πάνω στα ζητήματα που τέθηκαν από όλες τις πλευρές, να αξιολογήσουμε τη στάση των πρωταγωνιστών της εσωοργανωτικής αντιπαράθεσης. Με τέτοια τραυματικά γεγονότα δεν ξεκόβεις ποτέ με μιας (απολογισμός 3ο συνέδριο), συνεχίζεις να αναμετριέσαι για καιρό και δεν μπορείς για ένα διάστημα να προχωράς «σα να μη συμβαίνει τίποτα». Ας μη συνεχίσει ως ατομική ή ως σούσουρο μια τέτοια διαδικασία. Πιο πολύ, όμως, ο απολογισμός είναι απαραίτητος για να ομογενοποιηθούμε στη βάση πραγματικών δεδομένων του διαστήματος που διανύσαμε μετά το 3ο Συνέδριο.

Ένας άλλος λόγος για τη σύγκλιση συνεδρίου είναι το ότι με έμμεσο τρόπο, τίθενται προγραμματικά ζητήματα από την εισήγηση, τα οποία μας οδηγούν σε μια πορτοκαλί (δηλαδή δια της διολισθήσεως) εσωοργανωτική επανάσταση, μια επικύρωση της αλλαγής φυσιογνωμίας της ΚΟΕ η οποία δρομολογείται εδώ και πάνω από ένα χρόνο, ως ειδική φάση της χρόνιας και παρατεταμένης κρίσης της ΚΟΕ.

Βρισκόμαστε στην πιο κρίσιμη περίοδο της ιστορίας μας!

Έχουμε το χρόνο, παράλληλα με τις εκλογές και μετά από αυτές, να πραγματοποιήσουμε ένα Συνέδριο Απολογισμού, Κατευθύνσεων και Καταστατικών Αλλαγών στη θέση μιας οργανωτικής συνδιάσκεψης που θα έχει και ολίγη από απολογισμό, ιδεολογία και κομ/κό κίνημα.

Σε αυτό το Συνέδριο τα μέλη καλούνται να ξετυλίξουν το μπλεγμένο κουβάρι.

Νίκος Νούλας, Ν.Κ. (μέλη κλιμακίου ΚΟ Θεσ/νίκης, 19/03/2014)

***

«Συμβολή» και τάση ή «γολγοθάς» και επ-ανάσταση;

Επιλέγουμε να μελετούμε τα πράγματα στην κίνησή τους. Συνεπώς, της συζήτησης για το «τι οργάνωση θέλουμε», πρέπει να προηγηθεί συζήτηση «για να πάμε πού, να πετύχουμε τι;», αλλά και συζήτηση για το «πώς φτάσαμε ως εδώ», απολογίζοντας ενέργειες και παραλείψεις μας και συμφωνώντας στο βαθμό επίδρασης των αντικειμενικών συνθηκών σε αυτές.

Έπειτα, αφού αναγνωρίζουμε πως ο υποκειμενικός παράγοντας επιδρά στις αντικειμενικές συνθήκες (αλλιώς δεν θα υπήρχαμε), είναι πραγματισμός να θέτουμε όρια όπως το «τι φορτίο (νομίζουμε πως) αντέχουν τα κιλά μας». Αντίθετα, πρέπει να θέτουμε πήχη το τι (ΚΟΕ) έχει αντικειμενικά ανάγκη η Ελλάδα.

Εξάλλου, δεν μπορούμε τεχνοκρατικά-πρακτικιστικά να εστιάζουμε στη λειτουργική διάσταση της οργάνωσης. Αντιθέτως, πρέπει να στεκόμαστε στη διαπαιδαγωγητική διάσταση της μορφής (και των αρχών οργάνωσής της): η μορφή του υποκειμένου επιδρά στο περιεχόμενό του, αλλά και στην αντικειμενική πραγματικότητα, στην κοινωνία. Π.χ. το δημοκρατικότερο σύνολο οργανωτικών αρχών, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, δηλαδή, η εκλογιμότητα των πάντων, ο τακτικός απολογισμός, η συλλογική δουλειά, η κριτική-αυτοκριτική, ο έλεγχος εκτέλεσης της απόφασης απ’ τα πάνω κι απ’ τα κάτω, και το «λενινιστικό μοντέλο», δηλαδή η αρχή της πλειοψηφίας και της ιεραρχίας που υπερισχύει μόνο αιτιολογημένα, όταν εφαρμόζονται συνολικά, διαπαιδαγωγούν τα μέλη στις αρχές αυτές, που αποτελούν ταυτόχρονα συγκεκριμένη πρόταση και προς την κοινωνία.

Τέλος, αφού αντικειμενική πραγματικότητα δεν είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν αρκεί να συζητούμε έχοντας ως βάση τη συμμετοχή στο ΣΥΡΙΖΑ και την αναστολή. Αντιθέτως, μπορούμε να εκκινούμε από τις κοινωνιοκεντρικές αντιλήψεις περί υπευθυνοποίησης που πρόταξαν οι Πλατείες, και την τραυματική εμπειρία όσων ριζοσπαστικοποιημένων προσέγγισαν το ΣΥΡΙΖΑ.

Βάσει των προαναφερθέντων, χρειάζεται πρόσθεση συγκεκριμένων υποχρεώσεων και αφαίρεση άτυπων «δικαιωμάτων» των στελεχών.

Συχνά, μια κομμουνιστική συλλογικότητα είναι δυνατό να αναπαράγει εντός της φαινόμενα αστικής κοινωνίας, ακυρώνοντας το ρόλο της. Αυτό συμβαίνει όταν παραιτείται από το καθήκον της διορθωτικής παρέμβασής της επί του ατόμου· όταν αντί να αναπτύσσει τα «κομμουνιστικά» στοιχεία του, αφήνει τα ατομιστικά κατάλοιπά του να αναπτύσσονται· όταν η ίδια δεν αναπτύσσει τα κομμουνιστικά στοιχεία της, αλλά θέτει όρια στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του ατόμου μέσα στη συλλογικότητα-κοινωνία· όταν δεν έχει εξατομικευμένη πολιτική για κάθε μέλος ξεχωριστά, αλλά καλλιεργεί τον εγωισμό: αυτό συμβαίνει όταν ασταμάτητα το ξενερώνουμε, θεωρώντας την Οργάνωση και, κατ’επέκταση, το μέλος “περιορισμένων δυνατοτήτων”, αδιαφορούμε για την πρόοδό του, του σκοτώνουμε, όπως η αστική κοινωνία, τη δημιουργικότητα, και καθημερινά «ειρηνικά συνυπάρχουμε» με πρακτικές και ιδέες μη κομμουνιστικές, που ανεξαρτήτως μονομερούς κήρυξης εκεχειρίας, καθημερινά μας διαφθείρουν.

Επομένως, αφού δεν αρκεί να προτάσσουμε στρατηγικούς στόχους (π.χ. χειραφέτηση), χρειάζεται καθημερινή φροντίδα-«καθοδήγηση», που δεν είναι απλώς «οδηγίες χρήσης», ούτε δικαιούμαστε να την αντιπαραβάλλουμε με την «ικανότητα προσανατολισμού από τον καθένα μας». Αν την διαθέταμε από μόνοι μας, και για πάντα, δεν θα χρειαζόταν οργάνωση. Δεν θα χρειαζόταν καν Παιδεία, ως σύστημα μεταλαμπάδευσης αξιών και κριτικής σκέψης.

Χρειάζεται ρήξη πρωτίστως με την έννοια της «Συμβολής». Γιατί η «συμβολή» δεν είναι κάτι το απτό, όπως αντιθέτως είναι ο στόχος να «πρωτοστατούμε», που φυσικά και δεν σημαίνει «αυτοαναγόρευση σε πρωτοπορία». Με στόχο τη «συμβολή» έχουμε αυτομάτως ξεπεράσει τον αυθαιρέτως τοποθετηθέντα πήχη, ανεξαρτήτως αποτελέσματος έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας ότι «κάναμε το καθήκον μας» (αυτό σημαίνει «οργάνωση για τον εαυτό της», ή, καλύτερα «για τον εαυτούλη μας»). Είμαστε εκτός κοινωνίας και λαού που θεωρεί θεμιτό ότι στη δουλειά του απαιτούν ολοένα καλύτερα και γρηγορότερα αποτελέσματα. Αντίθετα, με στόχο να πρωταγωνιστήσουμε, για να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μόνιμη έγνοια-υποχρέωση της ΚΟΕ είναι ολοένα να βελτιώνει στο έπακρο τις ικανότητες των μελών της, για να είναι «χρήσιμη στο λαό».

Εξάλλου, εκτρεπόμενοι από «λαϊκή, δημοκρατική, μαχητική οργάνωση» σε «πολιτική-ιδεολογική προσπάθεια», περιοριζόμενοι μόνο σε «στρατηγικά» και «άυλα» ζητήματα, χωρίς έμφαση στην άμεση εφαρμογή και το βαθμό συμμετοχή μας σε αυτή, ή την αποτελεσματικότητά τους (θ.12,σ.8), αντικειμενικά απολυτοποιούμε τη σημασία της- αποσπασμένης από την πράξη- άποψης. (σημ: Στο 3ο συνέδριο, συμβολή σήμαινε «επηρεάζω και προσανατολίζω», και «πρώτα και κύρια είμαι μέσα στους αγώνες», ενώ τώρα, με συμβολή «πρώτα και κύρια» σε «στοχασμούς», δεν εμπνέουμε ούτε τα μέλη).

Όμως, ούτε πρωτοπόρα θεωρία δεν μπορούμε να παράγουμε αν δεν την “ακονίζουμε” στην πράξη (το μόνο κριτήριο της αλήθειας). Τα αισθητήρια όργανα στον άνθρωπο, εξάλλου, εξελίχθηκαν χάρη στην ολοένα εξελισσόμενη κοινωνική πράξη (παραγωγή και αγώνας). Χωρίς αυτή, μαραζώνουν, ενώ η συνείδηση, θα περιοριστεί σε αίσθηση και ερέθισμα.

Ούτε, βέβαια, με την ειρηνική συνύπαρξη των ιδεών, που όλες τάχα «συμβάλλουν», «είναι επιστημονικές», ή «λένε μέρος της αλήθειας» (και, άρα, πρέπει να «ενώνονται σε ένα»), δημιουργούνται όλο και πιο απελευθερωτικές ιδέες. Αντίθετα, η σύγκρουση είναι που γεννά την πρόοδο, η όξυνση της ιδεολογικής διαπάλης γεννά σύγχρονες ιδέες. Πράγματι, δεν τα γνωρίζουμε όλα, γιατί η γνώση είναι άπειρη. Όμως πρωτίστως τους αντικειμενικούς νόμους που διέπουν την κοινωνική εξέλιξη αναζητούμε, οι οποίοι είναι γνώσιμοι. Ακριβώς για αυτό, δεν συμβιβαζόμαστε με την διατήρηση «άπαρτων κάστρων της γνώσης».

***

Το παλιό προσπαθεί ν’ αποκατασταθεί και να επιβληθεί μέσα στα πλαίσια της νεοκαταχτημένης μορφής”(Μαρξ). Ας δούμε πρακτικά τι «νέο» κομίζουν οι προτεινόμενες «ανοιχτές συνεδριάσεις»: στη βάση, όποιος παρακολούθησε ανώτερο όργανο δεν έχει κίνητρο να πάει στην οβ του. Σε ανώτερα όργανα, θα είναι δυνατό να διαμορφώνεται «κλίμα», όπως ανέκαθεν συνέβαινε σε «πλατιές ολομέλειες» με το «κατάλληλο μίγμα εκλεγμένων και “έμπειρων”», τα στελέχη θα αυτολογοκρίνονται, θα εξαναγκάζονται να δημιουργούν άτυπους χώρους συζήτησης. Εξάλλου, δεν επιλύεται το βασικό πρόβλημα της εποχής μας: αυτό της άμεσης μεταβίβασης της πληροφορίας σε όλους, που αποτελεί προϋπόθεση για δημοκρατία. Μάλιστα, τα λίγα όργανα μεταξύ βάσης και ηγεσίας, εμπεριέχουν τον κίνδυνο αυστηρότερου ελέγχου της βάσης από την ηγεσία. Αυτό έκανε πέρσι το μαϊλικό ΚΚΕ. Επίσης, μπορεί νοσηρές καταστάσεις σε επίπεδο ηγεσίας να διοχετεύονται στη βάση απευθείας.

Εξάλλου, η απουσία αναφοράς υποχρεώσεων των «φίλων» βλάπτει και τους ίδιους. Τους αποσπά από την διαπαιδαγωγητική διάσταση της συλλογικότητας. Για τους ίδιους τους «φίλους» είναι υποτιμητικό να έχουν το “ακαταλόγιστο”, να εξισώνουμε (δια της σιωπής) το επιστημονικό με το αντεπιστημονικό, το διαλεκτικό με το μεταφυσικό, το υλιστικό με το ιδεαλιστικό, να τους χρησιμοποιούμε για διαμόρφωση “κλίματος”. Όπως η κοινωνία «διαμορφώνει» το άτομο, το ίδιο πρέπει να κάνει και η συλλογικότητα ΚΟΕ σε μέλη, φίλους, τάξη.

Πράγματι, “το σημείο αυτό είναι κεντρικό”. Δεν πρόκειται απλώς για τη δυνατότητα συμμετοχής φίλων σε επιτροπές θέσεων π.χ. για τον Πολιτισμό, που όλα τα κκ ανέκαθεν αξιοποιούσαν (παρότι ποτέ η άφεση τομέων σε «ειδικούς», δεν απέτρεψε την γέννηση δογματικότερων- γραφειοκρατικών-συντεχνιακών-ελιτιστικών αντιλήψεων, «οριζόντιων» φέουδων). Η θ.19 προτείνει «φύτεμά» τους στα «κέντρα». Διαρρηγνύει τον «ιστό» του «σώματος» κοε, καταργεί τη σχετική αυτονομία της «κοινωνίας» ΚΟΕ έναντι του εξωτερικού της περιβάλλοντος. Αγνοεί το «σύνορο» μεταξύ πολιτικής οργάνωσης και εκπροσωπούμενης τάξης. Αυτό πράγματι υφίσταται, όχι βεβαίως για να αυτοδοξάζονται κάποιοι ως «πρωτοπορία». Υφίσταται για να υπενθυμίζει ότι ο όρος «πολιτική», για τους καταπιεσμένους, δεν είναι μια μονομερής διαδικασία διαμεσολάβησης-εκπροσώπησης, όπως σε άλλες τάξεις, αλλά είναι το καθήκον της ανύψωσης των μαζών στο ιδεολογικό και μαχητικό επίπεδο της πολιτικής συλλογικότητας που αντικειμενικά «προπορεύεται». Και αυτή, πράγματι, προπορεύεται όταν, ενδιαφερόμενη να ανέρχεται στο ολοένα αυξανόμενο ύψος των απαιτήσεων του αγώνα, βλέπει τα πράγματα καθαρότερα και συνολικότερα και είναι μαχητικότερη. Και μόνο με την εκπλήρωση του διπλού αυτού καθήκοντος καταργείται αυτό το σύνορο, όχι με «μπάτε- αλέστε».

Τέτοιες προτάσεις οφείλονται στην εκτεταμένη χρήση δύο μέσων. Πρώτον, στο τσιμπολόγημα-εκλεκτικισμό. Π.χ. εκθειάζουμε τα λατινοαμερικανικά πειράματα ή το Μπλόκο, αλλά σνομπάρουμε το “παλαιολιθικό”- όμως μεγαλύτερο πανευρωπαϊκά- τσεχικό ΚΚ ή το ινδικό κόμμα που σε μια χώρα-εικόνα απ’ το μέλλον, γεμάτη αντιφάσεις, χειραφετεί. Ή π.χ. απαξιώνουμε τα “παλιά κιτάπια”, αλλά επικαλούμαστε – όποτε συμφέρει- πτυχές της επίσης παλιάς Πολιτιστικής Επανάστασης. Ακόμα χειρότερα, ως νέα παρουσιάζουμε πράγματα που προϋπήρχαν. Π.χ. ότι «οι μάζες παράγουν πολιτικά γεγονότα». Ή π.χ. ότι «μέσα από το κόμμα δεν λύνονται-αποτιμούνται τα πάντα». Μα εδώ και 80 χρόνια, το “Κόμμα” είχε αναγνωρίσει και ενθαρρύνει καταστάσεις μη απόλυτα ελεγχόμενες, χωρίς άμεση, βέβαιη και αποκλειστική είσπραξη «κερδών», όπου δεν αποτελούσε αυτό τον βασικό κύκλο στη σειρά των ομόκεντρων κύκλων (κόμμα-μέτωπο-συνδικάτο κοκ.). Η τακτική του ΚΚ Ισπανίας, το Κίνημα Ειρήνης, η Δημοκρατική Ένωση (Ελλάδα, 1955-’56), δεκάδες παραδείγματα, αποδεικνύουν κάτι τέτοιο.

Δεύτερον, στην κατασκευή αντιπάλου που τάχα βρίσκεται εντός ΚΟΕ. Πότε όμως ως ΚΟΕ αξιολογούσαμε «τα πάντα σε σχέση με την κομματική οικοδόμηση» ή δώσαμε «προτεραιότητα στο «κόμμα-μαγαζί»»; Ποτέ. Γιατί ξέρουμε πως αυτό είναι απλώς μέσο για την επίτευξη του στόχου, δεν είναι όμως ανεξάρτητο π.χ. απ’την κατάσταση του κινήματος.

Αν λοιπόν το ίδιο το κόμμα δέχεται ότι δεν ξεκινάνε τα πάντα από αυτό, αυτό δεν σημαίνει πως μειώνεται η αξία του. Άλλωστε, η έκφραση «η αστική τάξη είναι μέσα στο κόμμα» πιστοποιεί ότι ο ίδιος ο εχθρός, τρυπώνοντας εκεί, αναγνωρίζει την πρώτιστη σημασία του. Ούτε, όμως, σημαίνει αναγνώριση κάποιων άλλων ως πρωτοποριών (π.χ. αστικά καταρτισμένη διανόηση, η σημασία της οποίας, άλλωστε, έχει αντικειμενικά μειωθεί). Το γεγονός ότι το κόμμα δεν είναι το μοναδικό «εργαστήρι παραγωγής γνώσης», δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξισώνουμε τα εξωτερικά ερεθίσματα, που πράγματι έρχονται απ’ έξω, λ.χ. από μη μέλη, με τον εγκέφαλο. Είναι σαν να πιστεύουμε πως ένας οργανισμός μπορεί να μην έχει εγκέφαλο, να τον έχει εκτός σώματος, ή να τον αφήνει να ατροφεί. Τέτοιο λάθος όμως θα μας οδηγούσε είτε στην παπαγαλία, και τον παρασιτισμό, είτε στον εμπειριοκριτικισμό, δηλ. να θεωρούμε πραγματικότητα μόνο ό,τι διαισθανόμαστε.

***

Μερικές προτάσεις για αντιστοίχηση με το συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο και το αναγκαίο «σοκ εκδημοκρατισμού»:

1) Συνέδριο κάθε χρόνο. Το υλοποίησαν οι μπολσεβίκοι σε δυσκολότερες περιόδους (1917-24), το κατοχύρωσε η Α’ Διεθνής, το μπορούμε κι εμείς.

2) Επειδή η δημοκρατία δεν μπορεί να αποσπάται από τη διαφάνεια: Αντί για «ανοιχτά όργανα», άμεση πρόσβαση των μελών στα πρακτικά των συνεδριάσεων του κο (βλ. αχτίφ 8/10/11), πρωτοκόλληση αποφάσεων, αλληλογραφίας κλπ (που θα συμβάλλει στον έλεγχο της υλοποίησης των αποφάσεων απ’ τα κάτω). Ακόμα, οποιαδήποτε απόφαση χωρίς φροντίδα για άμεση γνωστοποίηση και αιτιολόγηση θεωρείται άκυρη και υπόλογος όποιος την έλαβε. Ανασύσταση της ΚΕΕ (για τον έλεγχο της υλοποίησης των αποφάσεων και τον τερματισμό τυχόν φαινομένων αδιαφάνειας, αλαζονίας ή ραθυμίας).

3) Ενιαίο πολιτικοοργανωτικό όργανο, προς εξάλειψη της γραφειοκρατίας και του ανεφάρμοστου της «γραμμής». Όχι άλλες οριζόντιες επιτροπές «ειδικών», αφού δημιουργούν μικροφέουδα και δεν διαχέουν την πληροφορία.

4) Για τους φίλους, επιβάλλεται απόλυτη ομοφωνία όλων των μελών. Προτείνω: καταβολή εισφορών, πρόσβαση σε σχολές και κάποια κείμενα, συμμετοχή σε επιτροπές θέσεων μόνο εφόσον δεν υπάρχει μέλος εξίσου «ειδικό», απάντηση στην κριτική τους, κριτική τους, ορισμός υπευθύνων. Οτιδήποτε παραπάνω, μας μετατρέπει και τυπικά σε συριζοτάση ανευθυνοϋπεύθυνων. Θα συνεχίσουμε να φυλλοροούμε. Επείγει, όμως, να βάλουμε μια κόκκινη γραμμή: να μη στέλνουμε κανέναν σπίτι του, φίλο αλλά πρωτίστως μέλος. Δεν έχει κανένας το δικαίωμα να στέλνει κομμουνιστές σπίτι.

5) Η επίκληση της «πολλαπλής στράτευσης», ως επιχείρημα υπέρ της οργανωτικής ελάφρυνσης, παλινορθώνει τον πρακτικισμό. Εξάλλου, είναι κατάλοιπο εποχών κανονικότητας, όπου το κόμμα ήταν στενότερο του μετώπου, το μέτωπο του συνδικάτου κοκ. Ωστόσο, όπως στην κατοχή, ο ελασίτης έγραφε ιστορία με ένα «στενότερο» μέσο (όπλο), έτσι σήμερα, η «στενή» ΚΟΕ έχει πλατύτερη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι πλατύτερος της ΜΕΤΑ κοκ. Επομένως, προτεραιότητα θα έπρεπε να δίνεται σε ό,τι επιδρά περισσότερο και θετικότερα στην κοινωνία, άρα στην επεξεργασία και διάδοση της γραμμής της ΚΟΕ. Οργανωτική ελάφρυνση, λοιπόν, για να πηγαίνουμε σε συντονιστικά συριζα, όχι. Για τη δημιουργία μόνιμων σχολών, την αναζωογόνηση του δελτίου και του εκδοτικού, με σαφώς διατυπωμένο πλαίσιο συμμετοχής, ώστε τα μέλη να αναλάβουν όσα “το ΚΟ δεν μπορεί και δεν πρέπει”, ναι. Μόνο με τέτοιο πλαίσιο, εξάλλου, ο εξαγγελόμενος «δημόσιος χώρος», εντασσόμενος στο σχέδιο της Οργάνωσης και όχι λειτουργώντας παράλληλα με αυτό, δεν θα εκτραπεί σε απλή «απόδοση περισσότερου χώρου στο άτομο» σε βάρος της διορθωτικής παρέμβασης της συλλογικότητας, όπως δυστυχώς συμβαίνει στο “Δρόμο”. Διαφορετικά, χωρίς αναλυτικό “καταστατικό”, βάσει του οποίου, η υλοποίηση (και ο απολογισμός) ιδεών κάθε μέλους δεν θα εξαρτάται στρατοκρατικά από τις διαθέσεις του τάδε στελέχους, θα συνεχίσει να εκφράζεται η δημιουργικότητα των μελών εκτός Οργάνωσης και η Οργάνωση να αποστεώνεται.

Πράγματι, ό,τι δεν μετασχηματίζεται, παρακμάζει. Και η ΚΟΕ αν δεν έχει σιωπηλά και σεμνά, υψηλό στόχο, στόχο όμως που αφορά ανάγκη της κοινωνίας, τη συμβολή στη δημιουργία ΚΚ, (βλ. 1ο συνέδριο, σκοπός 2.3.1), θα «εξελιχθεί», σε άλλη μια «προσπάθεια» αδιάφορη για το λαό. Όντως, δεν πληρούμε τώρα όλες τις προϋποθέσεις για το ΚΚ, όπως το έμβρυο δεν έχει όλα τα γνωρίσματα και τα όργανα του ενήλικου, όμως ας προσπαθήσουμε να τις συγκεντρώσουμε. Εξάλλου, όσο υψηλότερος ο στόχος, τόσο μεγαλύτερες οι θυσίες που δέχεται να καταβάλλει κανείς.

***

Βλ. επίσης

Για τον απολογισμό της ΚΟΕ 2012 – 2015

Η περίοδος πριν από το 3ο συνέδριο (Γενάρης – Μάρτης 2012) περιλαμβάνεται και μια τοποθέτηση στον προσυνεδριακό διάλογο με τίτλο «Για μια διαλεκτική μελέτη των φαινομένων της κοινωνίας και της σχέσης ατομικού-συλλογικού»

Το 3ο συνέδριο (16-18/03/2012) περιλαμβάνεται και μια τοποθέτηση που καταλήγει σε πρόταση για αποχώρηση από το ΣΥΡΙΖΑ

Οι εκλογές του 2012 & η συζήτηση για ΣΥΡΙΖΑ – κόμμα περιλαμβάνονται και δύο επιστολές για την «Ευρώπη χωρίς ΕΕ» και τη θέση της ΚΟΕ στο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές

Για τον απολογισμό της ΚΟΕ 2012 – 2015: τσιπρολαγνία & αναστολή της δημόσιας εμφάνισης περιλαμβάνονται και δύο τοποθετήσεις στα αχτίφ όπου συζητήθηκε η αναστολή

Για την ουσιαστική κατάργηση της ΚΟΕ (03/12/2016)

Non-paper κλιμακίου Αθήνας ΚΟ ΚΟΕ για τον απολογισμό που … “έγινε” (21/12/2016)

Στάλιν: Επιστολή προς το γραμματέα του Κ.Κ. Ινδονησίας Ντ. Ν. Αϊντίτ (16/02/1953)

Στην επιστολή του που παρατίθεται παρακάτω, ο Στάλιν θίγει θέματα που δεν αφορούν μόνο την ιστορία ή μια φάση πιο προχωρημένη, στην οποία δεν βρίσκεται ακόμα το σημερινό κομμουνιστικό και γενικότερα επαναστατικό κίνημα. Αντίθετα, έχουν να κάνουν με το σήμερα, καθώς από τις αναλύσεις σε αυτά, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα, συνάγονται και τα κατάλληλα συνθήματα που πρέπει να διατυπώνονται για το κέρδισμα των εργαζόμενων μαζών.

Στην επιστολή του αυτή προς το γραμματέα του τεράστιου κάποτε ΚΚ Ινδονησίας (βλ.εδώ), ο Στάλιν αναλύει, όχι μόνο τις προϋποθέσεις για την προγραμματική αναφορά σε “φεουδαρχικά κατάλοιπα” σε μια χώρα, αλλά και τη διαφορά στον τρόπο της μετάβασης της γεωργίας στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, με άμεσο τρόπο ή μέσω της διανομής της γης στους φτωχούς αγρότες υπό μορφή ατομικής ιδιοκτησίας. Με χαρακτηριστική ακρίβεια αναδεικνύει πόσο ευνοϊκές ήταν ιδίως οι υποκειμενικές συνθήκες στην προεπαναστατική Ρωσία για τη διατύπωση ενός τόσο προχωρημένου συνθήματος όπως η εθνικοποίηση της γης, και πόσο δυσμενείς ήταν στις ευρωπαϊκές λαϊκές δημοκρατίες, και για αυτό επιλέχτηκε ο έμμεσος δρόμος προς τη σοσιαλιστική ανάπτυξη της γεωργίας. Όπως είχε, άλλωστε, αναλύσει και ο Στάλιν σε άλλο κείμενό του (για την τακτική των ρώσων κομμουνιστών), με τα συνθήματα δεν πρέπει να παίζει κανείς, αλλά να είναι προσγειωμένος και απόλυτα ακριβής.

Από διαδήλωση του ΚΚ Ινδονησίας (φωτό)

Στο δεύτερο σημείο, ο Στάλιν αναλύει τα παράλληλα καθήκοντα των κομμουνιστών, όπως η ενοποίηση των εργατών με τους αγρότες και η δημιουργία εθνικού μετώπου. Ο Στάλιν βρίσκεται στον αντίποδα από όσους ισχυρίζονται, ή, με τις πράξεις τους υπονοούν, ότι δεν μπορούν οι κομμουνιστές να ασχολούνται με ταξικές συμμαχίες προτού λύσουν το θέμα της δικής τους δύναμης. Και μάλιστα, όχι με μια ταξική συμμαχία, αλλά με περισσότερες και πολυσύνθετες. Σε πλήρη αντίθεση με αυτούς, ο Στάλιν υποδεικνύει ότι οι κομμουνιστές πρέπει να εντάσσονται σε αυτές τις συμμαχίες και να τις ενδυναμώνουν χωρίς καν να είναι οι ίδιοι εξαρχής η καθοδηγήτρια δύναμη σε αυτές τις συμμαχίες. Φυσικά, διατηρεί ως καθήκον όχι την έμμισθη “συμβολή” σε αυτές τις συμμαχίες, αλλά την κατάκτηση της καθοδηγητικής θέσης, όμως “εν καιρώ”. Είναι και αυτή η επιστολή άλλη μια απόδειξη της ιστορικής αλήθειας ότι τα κομμουνιστικά κόμματα στον 20ό αιώνα έγιναν πανίσχυρη δύναμη αφότου και επειδή μπήκαν σε αυτές τις συμμαχίες.

***

Προς το σύντροφο Ντ.Ν. Αϊντίτ

Έλαβα την επιστολή σας της 13ης Γενάρη 1953. Δεν είχα πρόθεση να σας απαντήσω, καθώς σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να την αναβάλω μέχρι την επόμενη συνάντησή μας. Όμως αργότερα έμαθα ότι οι σύντροφοί σας ανέμεναν μια απάντηση. Επομένως, αποφάσισα να απαντήσω χωρίς να περιμένω μέχρι να συναντηθούμε.

1.Για το αγροτικό ζήτημα. Είναι μόνο καλοδεχούμενο το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πλέον διαφωνίες ανάμεσά μας για το αγροτικό ζήτημα. Όμως πιστεύω ότι όχι μόνο διαφωνίες, αλλά ούτε παρεξηγήσεις δεν πρέπει να υπάρχουν καθόλου για αυτό το ζήτημα. Έχω κατά νου μια φράση στην επιστολή σας, στην οποία λέτε: “Θα ξεκαθαρίσουμε στους αγρότες ότι η εξάλειψη της φεουδαρχίας είναι το κύριο έργο μας”. Αυτή η πρόταση μπορεί να δώσει λαβή σε παρεξηγήσεις, καθώς μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι στην Ινδονησία υπάρχει πλήρως, 100% φεουδαρχία, κάτι, φυσικά, το οποίο δεν είναι αληθινό. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας, ήδη είχα πει ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει 100% φεουδαρχία στην Ινδονησία, όπως δεν υπήρχε στη Ρωσία πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917, όπως επίσης δεν υπήρχε στην Κίνα ή τις άλλες Λαϊκές δημοκρατίες πριν από την έναρξη της αντιφεουδαρχικής επανάστασης.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί, τι ήταν ακριβώς, τότε, η φεουδαρχία σε αυτές τις χώρες και σε ποιο βαθμό υπάρχει σήμερα στην Ινδονησία. Εκεί υπήρχε, βέβαια, όχι, 100% φεουδαρχία, αλλά σημαντικά και επιδραστικά φεουδαρχικά κατάλοιπα. Οι ρώσοι κομμουνιστές έκαναν λόγο για φεουδαρχικά κατάλοιπα όταν ξεσήκωναν τους αγρότες ενάντια στους μεγαλοκτηματίες το 1917. Τα φεουδαρχικά κατάλοιπα επίσης αναφέρονταν στις λαϊκοδημοκρατικές χώρες κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της “αγροτικής μεταρρύθμισης”. Πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει τώρα και στην Ινδονησία. Γι’ αυτό θα ήταν καλύτερο, κατά τη σύνταξη του προγράμματος, να αντικατασταθεί η διατύπωση για εξάλειψη της φεουδαρχίας με τη διατύπωση για εξάλειψη των καταλοίπων της φεουδαρχίας, ως περισσότερο ακριβή.

Σαφώς, σε συγκεκριμένα άρθρα και επιστολές ενίοτε χρησιμοποιείται η διατύπωση περί εξάλειψης της φεουδαρχίας και αυτό δεν συναντά πάντοτε αντιρρήσεις. Ωστόσο, όταν έχουμε να κάνουμε με σύνταξη προγράμματος, χρειάζεται να είμαστε αυστηρά ακριβείς, και ακριβώς για αυτό πρέπει να προκριθεί η διατύπωση περί εξάλειψης των καταλοίπων της φεουδαρχίας.

Γεννιέται το ερώτημα: τι είναι αυτά τα φεουδαρχικά κατάλοιπα, σε τι συνίστανται;

Είναι, πρώτον, η πραγματική διατήρηση του δικαιώματος από τους μεγάλοκτηματίες-ιδιοκτήτες να μονοπωλούν την κατοχή γης, την οποία καλλιεργούν οι αγρότες, λόγω της μη δυνατότητας από την πλειοψηφία των αγροτών – εξαιτίας της φτώχειας τους – να κατέχουν γη και τους είναι απαραίτητο, ως εκ τούτου, να νοικιάζουν γη από τους μεγαλοϊδιοκτήτες σε κάθε περίπτωση (“μονοπωλιακό δικαίωμα” των μεγαλοϊδιοκτητών στη γη επί φεουδαρχίας).

Είναι, δεύτερον, η πληρωμή σε είδος του ενοικίου προς τους μεγαλοϊδιοκτήτες, που αποτελεί σημαντικό τμήμα της αγροτικής σοδιάς και οδηγεί στη φτώχεια την πλειοψηφία των αγροτών (“υποχρέωση πληρωμής σε είδος” επί φεουδαρχίας).

Είναι, τρίτον, το σύστημα της πληρωμής ενοικίου υπό μορφή εργασίας στις εκτάσεις των μεγαλοϊδιοκτητών, η οποία διεξάγεται με τη βοήθεια πρωτόγονου αγροτικού εξοπλισμού και θέτει την πλειοψηφία των αγροτών σε κατάσταση δουλοπάροικων (“αγγαρεία” επί φεουδαρχίας).

Είναι, τέλος, ένα πυκνό δίχτυ υποχρεώσεων στο οποίο μπλέκεται η πλειοψηφία των αγροτών, το οποίο τους κάνει απλήρωτους οφειλέτες και τους θέτει σε κατάσταση δούλων έναντι των ιδιοκτητών (“υποχρεωτική απλήρωτη εργασία” επί φεουδαρχίας).

Οι συνέπειες όλων αυτών των φεουδαρχικών καταλοίπων είναι γνωστές: καθυστέρηση της αγροτικής οικονομίας από πλευράς τεχνικής, φτωχοποίηση της πλειοψηφίας των αγροτών, αδύναμη εσωτερική αγορά, ανυπαρξία δυνατότητας εκβιομηχάνισης της χώρας.

Από εδώ προκύπτει το πρώτο στη σειρά καθήκον των κομμουνιστών: η εξάλειψη των φεουδαρχικών καταλοίπων, η ανάπτυξη της αντιφεουδαρχικής αγροτικής επανάστασης, η απόδοση της γης των μεγαλοϊδιοκτητών χωρίς αποζημίωση στους αγρότες ως ατομική ιδιοκτησία.

Ο γραμματέας του ΚΚ Ινδονησίας με τον πρόεδρο της χώρας Σουκάρνο το Μάη του 1965, λίγους μήνες πριν την έναρξη της γενοκτονίας 500.000 κομμουνιστών (φωτό)

Τίθεται το ερώτημα: δεν σημαίνει αυτό προσωρινή απόρριψη της εθνικοποίησης της γης και η διανομή της γης των μεγαλοϊδιοκτητών στους αγρότες ως ατομική ιδιοκτησία – δεν απορρίπτεται η σοσιαλιστική προοπτική για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας; Όχι, δεν σημαίνει κάτι τέτοιο.

Στη Ρωσία ήταν δυνατό και χρειαζόταν να προχωρήσουμε στην εθνικοποίηση της γης απεθυείας, και όχι μέσω της διανομής της γης στους αγρότες, καθώς εδώ υπήρχαν ευνοϊκές συνθήκες για κάτι τέτοιο, και οι οποίες ήταν: α) η αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας δεν είχε λάβει εδώ τη δέουσα δημοφιλία και, μάλιστα, υπονομευόταν από την πλειοψηφία των αγροτών χάρη στην ύπαρξη στη Ρωσία αγροτικών κομμούνων με τις περιοδικές της αναδιανομές γης, β) οι ίδιοι οι αγρότες, η πλειοψηφία των αγροτών, θεωρούσαν ότι “η γη δεν ανήκει σε κανέναν, η γη είναι του θεού, αλλά οι καρποί της γης θα πρέπει να ανήκουν σε όσους καλλιεργούν τη γη”, γ) το ισχυρότερο εργατικό κόμμα στη χώρα, το μπολσεβικικό – λενινιστικό κόμμα, το οποίο έχαιρε της εμπιστοσύνης των αγροτών, ήταν υπέρ της εθνικοποίησης, διεξήγαγε προπαγάνδα για την εθνικοποίηση της γης, δ) το ισχυρότερο αγροτικό κόμμα στη χώρα, το κόμμα των Σοσιαλιστών – Επαναστατών, παρά το μικροαστικό-κουλάκικο χαρακτήρα του, επίσης ήταν υπέρ της εθνικοποίησης και διεξήγαγει προπαγάνδα για την εθνικοποίηση της γης. Όλα αυτά δημιουργούσαν ευνοϊκή κατάσταση για την πραγματοποίηση της εθνικοποίησης της γης στη Ρωσίας.

Διαφορετική ήταν η κατάσταση στις λαϊκοδημοκρατικές χώρες. Εκεί, όχι μόνο δεν υπήρχαν αυτές οι ευνοϊκές συνθήκες, αλλά, αντίθετα, η αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας της γης ήταν τόσο ριζωμένη στη ζωή των αγροτών που οι αγρότες δεν διανοούνταν την αγροτική επανάσταση διαφορετικά, παρά μόνο με τη μορφή της διανομής των εκτάσεων των μεγαλοϊδιοκτητών ως ατομικές ιδιοκτησίες τους. Αναφορικά δε με το σύνθημα περί εθνικοποίησης της γης, οι αγρότες το αντιμετώπιζαν είτε με αδιαφορία, είτε με μεγάλη δυσπιστία, πιστεύοντας ότι η εθνικοποίηση της γης σημαίνει απόπειρα απόσπασης από τους αγρότες-ιδιοκτήτες της γης τους. Για αυτό, σε αυτές τις χώρες χρειάστηκε να προχωρήσουν στην εθνικοποίηση της γης και στη σοσιαλιστική προοπτική για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας όχι ευθέως, αλλά με τον έμμεσο δρόμο – μέσω της διανομής της γης των μεγαλοϊδιοκτητών.

Από την εποχή της αγροτικής επανάστασης στις λαϊκοδημοκρατικές χώρες της Ευρώπης πέρασαν 7-8 χρόνια. Τι έφερε εκεί σε αυτή την περίοδο η διανομή της γης των μεγαλοϊδιοκτητών, τι αποτελέσματα επιτεύχθηκαν; Πρώτα από όλα, χρειάζεται να αναφερθεί ότι η αγροτική επανάσταση δεν ανέκοψε εκεί τη διαφοροποίηση της αγροτιάς, αλλά, αντίθετα, τον καιρό που ακολούθησε, την ενίσχυσε, διαιρώντας την αγροτιά σε τρεις ομάδες: τη φτωχολογιά (πλειοψηφία των αγροτών), τη μεσαία (25-30%), τους κουλάκους (5-10%). Αργότερα, η φτωχολογιά πείστηκε ότι μόνη η γη, που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της αγροτικής επανάστασης, δεν επαρκεί ώστε σοβαρά να βελτιωθεί η υλική της κατάσταση, ότι για αυτό χρειάζεται να διαθέτει ζωντανά και πιστώσεις, σπόρους σε επαρκή ποσότητα, αγροτικά μηχανήματα. Ωστόσο, για όλα αυτά αισθάνονταν οι αγρότες μεγάλη ανεπάρκεια. Για αυτό, η εργαζόμενη αγροτιά κατέληξε στο συμπέρασμα – να ενοποιήσει τα μικρά αγροτεμάχια και αποθέματα σε ένα μεγάλο συνεταιριστικό νοικοκυριό σε μια μεγάλη έκταση γης, αίτημα στο κράτος για βοήθεια σε τρακτέρ, κομπάιν και άλλα αγροτικά μηχανήματα. Με άλλα λόγια, η εργαζόμενη αγροτιά μπήκε σε αυτές τις χώρες στο δρόμο των κολχόζ, στο δρόμο της σοσιαλιστικής ανάπτυξης.

Αναφορικά με την εθνικοποίηση της γης, την προετοιμάζουν και αρχίζουν να την πραγματοποιούν σε αυτές τις χώρες μάλλον με το δικό τους τρόπο καθε μια, για την ακρίβεια: με την ψήφιση σειράς από διάφορους νόμους οι οποίοι περιορίζουν το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία της γης και δυσκολεύουν ή και εντελώς απαγορεύουν την αγοραπωλησία γης. Αυτό είναι δρόμος προς την εθνικοποίηση της γης.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της αγροτικής επανάστασης και της διανομής της γης των μεγαλοϊδιοκτητών στις λαϊκοδημοκρατικές χώρες της Ευρώπης.

Σε αυτό το δρόμο βαδίζει και η Κίνα.

Πιστεύω ότι στον ίδιο δρόμο θα είναι και η Ινδονησία μετά τη νίκη εκεί της αγροτικής επανάστασης.

2.Εθνικό Μέτωπο. Σαφώς, αν το κομμουνιστικό κόμμα είναι τόσο αδύναμο που δεν είναι δυνατό να ασχοληθεί και με την οργάνωση της ένωσης των εργατών και των αγροτών και με την ίδρυση εθνικού μετώπου, τότε θα είναι υποχρεωμένο να επιλέξει ανάμεσα σε αυτές τις δύο κοινωνικές υποθέσεις και να επικεντρώσει τις δυνάμεις του στην ένωση εργατών και αγροτών, ως πιο βασική υπόθεση. Όμως αυτή την κατάσταση επουδενί δεν πρέπει να τη θεωρούμε ευκταία. Ευκταίο θα ήταν, αντίθετο, το κόμμα να αποκτούσε τις δυνατότητες να οικοδομήσει ταυτόχρονα και την ένωση των εργατών με τους αγρότες και το εθνικό μέτωπο. Για αυτό, χρειάζεται να έχετε κατά νου ότι το εθνικό μέτωπο είναι άνευ όρων απαραίτητο και σημαντικό για την επιτυχία στον αγώνα όχι μόνο ενάντια στην εσωτερική αντίδραση, αλλά και ενάντια στον κίνδυνο από το εξωτερικό.

Εξου και η συμβουλή μου: οργάνωση της ένωσης εργατών και αγροτών στη βάση του επαναστατικού αγροτικού προγράμματος, ενασχόληση ταυτόχρονα με τη βελτίωση και την ενίσχυση του ενοποιημένου εθνικοπού μετώπου ώστε το κομμουνιστικό κόμμα να μετατραπεί εν καιρό εντός αυτού του μετώπου σε κατάσταση καθοδηγητή.

3.Για τα υπόλοιπα αναφερόμενα στην επιστολή σας δεν υπάρχει κάτι να σχολιαστεί ιδιαιτέρως.

Με κομμουνιστικούς χαιρετισμούς

Ι. Στάλιν

16 Φλεβάρη 1953

Μετάφραση από τα ρώσικα. Το κείμενο στα ρώσικα βρίσκεται εδώ και στα αγγλικά (μόνο το σημείο 1) εδώ.

Καταλονία: “Ναι” στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης – “Όχι” τώρα απόσχιση

Δεν είναι εύκολο να πραγματεύεται κανείς το εθνικό ζήτημα. Αφορά μία μεγάλη πτυχή της κοινωνικής διάστασης που έχει κάθε άνθρωπος, του “είναι” του: την αίσθηση της κοινότητας, την αίσθηση της “συνέχειας” μέσα στο χρόνο, ακόμα και την ίδια την αίσθηση της ισότητας, έναντι αλλοεθνών, των οποίων οι κοινότητες έχουν περισσότερο “κύρος” (λόγω, π.χ. της ανεξάρτητης κρατικής υπόστασης σε καιρούς που το κράτος παραμένει σημαντικός, αν και όχι μοναδικός, παράγοντας στις διεθνείς εξελίξεις). Έτσι, η τοποθέτηση, η στάση κάποιου σε ένα εθνικό ζήτημα σε μια στιγμή, τον συνοδεύει για πάντα, ως “ρετσινιά” (“προδότης”, «Mέττερνιχ» κλπ), πολλώ δε μάλλον επειδή και η τοποθέτηση και η απόδοση της ρετσινιάς αυτής είναι αξιοποιήσιμη από ιδιοτελείς.

1934. Η κυβέρνηση της Καταλονίας πίσω από τα κάγκελα, μετά την ανακήρυξη «Καταλανικού Κράτους εντός της Ισπανικής Ομόσπονδης Δημοκρατίας», τον καιρό της εξέγερσης της Αστούριας: από αριστερά προς δεξιά οι Pere Mestres, Martí­ Esteve, Lluí­s Companys, Joan Lluhí­ Vallescà, Joan Comorera, Martí­ Barrera και Ventura Gassol.

Όμως, ο φόβος αυτός για τη διάπραξη λαθών, δεν πρέπει να οδηγεί στην αποφυγή τοποθέτησης για εθνικά ζητήματα. Άλλωστε, τι θα πει “λάθος” στο εθνικό ζήτημα; Λάθος διαπράττει κανείς στο εθνικό ζήτημα επειδή η πλειοψηφία έχει διαφορετική άποψη; Λάθος διαπράττει κανείς επειδή δεν παίρνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή την ενδεδειγμένη τακτική; Και είναι ίδιας σοβαρότητας ένα λάθος τακτικής από ένα στρατηγικό λάθος;

Ποια είναι, όμως, τα κριτήρια για μια σωστή θέση στο εθνικό ζήτημα της Καταλονίας, με δεδομένη την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από το κοινοβούλιό της;

Όπως πάντα, πρέπει να μελετούμε τα φαινόμενα στη δυναμική τους διάσταση και βάσει των εσωτερικών τους αντιθέσεων και στην αλληλεπίδρασή τους με τις εξωτερικές. Όσον αφορά ζητήματα απόσχισης, πρέπει να ανάγουμε τις επιπτώσεις τους στην αντίθεση “ιμπεριαλισμός – λαοί”. Αν επιφέρει αλλαγές θετικές για τους λαούς και τα επαναστατικά τους κινήματα, τότε σαφώς πρέπει να είμαστε υπέρ. Αν επιφέρει αρνητικές, δεν πρέπει να φοβόμαστε να είμαστε αντίθετοι με μια απόσχιση σε μια συγκεκριμένη στιγμή, αφού ούτε για τον ίδιο το λαό που αποκτά ανεξάρτητη κρατική υπόσταση δεν είναι θετικές οι εξελίξεις.

Πρώτα από όλα, πρέπει να εξετάσουμε τον παράγοντα “χρόνος”. Τι είναι αυτό που καθιστά πιο σοβαρό το καταλανικό εθνικό ζήτημα τώρα από ό,τι πριν από τρία χρόνια, όταν είχε γίνει το προηγούμενο δημοψήφισμα; Αναμφίβολα, όχι η μεγαλύτερη συμμετοχή στο φετεινό δημοψήφισμα, αφού η φασαρία υπάρχει πριν από την ανακοίνωση του ποσοστού συμμετοχής, αλλά η περαιτέρω στρατηγική εξασθένιση των ΗΠΑ και η διάθεση καταστολής των αποσπώμενων από τα δύο όλο και πιο χαλαρά “στρατόπεδα”. Στο περιβάλλον αυτό της στρατηγικής εξασθένισης των ΗΠΑ, το Brexit, ως πιο εμβληματικό από όλα τα άλλα φαινόμενα, ανέδειξε ότι, όπως πολλές χώρες, έτσι και η Βρετανία επιθυμεί να διαχειριστεί πιο αδέσμευτη την επερχόμενη νέα οικονομική κρίση. Αυτό σημαίνει ότι θα αξιοποιήσει περισσότερο την “αυτοκρατορική” της διάσταση, που όσο πεσμένη κι αν είναι, δεν σταμάτησε ποτέ να υπάρχει.

Η αναβίωση της αυτοκρατορικής διάστασης παλαιότερων μεγάλων δυνάμεων, όπως και η τάση απόσπασης των αναδυόμενων από τα όλο και πιο χαλαρά “στρατόπεδα”, αναδεικνύουν τη σημασία της μελέτης και μιας άλλης αντίθεσης: “ΗΠΑ & Ρωσία vs. αποσπώμενων”. Άτυπα, οι δύο μεγάλες δυνάμεις “ενώνονται” στην προσπάθεια αποσόβησης της μείωσης της σχετικής σημασίας των “στρατοπέδων” που αυτές διοικούν. Ο διπολικός κόσμος είναι για αυτές πιο διαχειρίσιμος από τον πολυπολικό. Έτσι, σε κάθε περίπτωση, επιθυμούν να υπονομεύσουν τις τάσεις ανεξαρτητοποίησης, πολλώ δε μάλλον των μεγαλύτερων από όσους συγκρατούσαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο “μαντρί” τους.

Το Brexit, όμως, αφορά και την Ισπανία για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή και αυτή, εν μέσω κρίσης και ενόψει της επερχόμενης, επιθυμεί να αναδείξει την “αυτοκρατορική” της διασταση, συγκρούεται αντικειμενικά με τη Βρετανία (βλ. και πρόσφατη σύγκρουση με τη Βρετανία για το Γιβραλτάρ). Δεύτερον, αφορά την “ευρωπαϊκή” της διάσταση. Η Ισπανία, ως μεγάλη χώρα της ΕΕ, επιθυμεί να καλύψει το κενό που αφήνει η Βρετανία στην ΕΕ. Και για αυτό το κενό, υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι.

Εδώ, μια παρέκβαση. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να νομίζουμε ότι δυνάμεις με προβλήματα στέκονται αυτομάτως “στο πλευρό” των Ισπανών. Και μόνο να έκρινε κανείς από ήσσονες δυνάμεις, π.χ. την περίπτωση της Τουρκίας, όπου με τους μεν Κούρδους του Ιράκ είχε καλές σχέσεις, ενώ με αυτούς της Τουρκίας τις χειρότερες, μπορεί να καταλάβει ότι από τις μεγάλες δυνάμεις δεν μπορεί να περιμένει κανείς μια στάση “αρχών”, ακόμα κι αν οι ίδιες έχουν αποσχιστικά προβλήματα.

Είναι προφανές ότι είναι εντελώς αβάσιμος, αν όχι υποκριτικός ο χαρακτηρισμός του καταλανικού ως “εσωτερικού ζητήματος”* όταν ειδικά πρόκειται για παγκόσμια δύναμη και για χώρα – μέλος της ΕΕ, στην οποία ΕΕ πρώτη φορά τίθεται τέτοιο ζήτημα. Η φυγή, άλλωστε, του προέδρου της Καταλονίας στο Βέλγιο αναταράσσει και την ΕΕ συνολικά, αλλά και το εσωτερικό των χωρών της, όπως το Βέλγιο.

Ένα κριτήριο, λοιπόν, για τη στάση σε ένα ζήτημα απόσχισης είναι και το αν στο επαναστατικό κίνημα περισσότερα περιθώρια ελιγμών δίνει η ύπαρξη ενός διπολικού ή ενός πολυπολικού κόσμου. Ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό κριτήριο.

Άλλο ένα κριτήριο είναι οι εσωτερικές αντιθέσεις εντός της Καταλονίας. Δεν θα πρέπει να υποτιμάται το γεγονός που πολλοί παραβλέπουν: τόσο το ποσοστό συμμετοχής στο δημοψήφισμα, όσο και το ποσοστό των βουλευτών που ψήφισαν υπέρ της ανεξαρτησίας (70/135) δείχνουν την ύπαρξη όχι απλώς σημαντικής, αλλά της μισής μερίδας του πληθυσμού που επιθυμεί την ενότητα με την Ισπανία. Και αν είναι λογικό ότι μία αναβαπτισμένη αυτοκρατορική Ισπανία θα καταπιέζει περισσότερο την καταλανική αστική τάξη, που λούστηκε δυσανάλογα τη μνημονιακού επιπέδου κρίση της ισπανικής αστικής τάξης, και γι’ αυτό φιλοδοξεί να αποσχιστεί, από την άλλη, η ισπανοκρατία, όπως και στην Ελλάδα αντιστοίχως η αμερικανοκρατία, έχει δημιουργήσει εκτεταμένα στρώματα ιδίως της καταλανικής αστικής τάξης συνδεδεμένα με την Ισπανία, όσο αναμενόμενο κι αν είναι να χάσει σταδιακά τη δύναμή του αυτό το κομμάτι. Με το ένα τμήμα της αστικής τάξης εξαρτώμενο από την Ισπανία, και με το άλλο να φορτώνεται το πρώτο, δύσκολα μπορεί το τμήμα της αστικής τάξης που επιθυμεί ανεξαρτησία να μην ενώσει τα συμφέροντά του με άλλες δυνάμεις και άρα να χαντακώσει την όποια ανεξαρτησία επικαλείται. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το τμήμα επιθυμεί την παραμονή στην Ε.Ε.

Φυσικά, δεν είναι απλώς μια ενδοαστική αντίθεση το καταλανικό. Γιατί ακόμα και ως τέτοια, έχει επιπτώσεις και στην αντίθεση “ιμπεριαλισμός – λαοί”. Μάλιστα, ακόμα κι αν επικεφαλής του εθνικού κινήματος ήταν κάποιο επαναστατικό κόμμα, πάλι, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως θα επέφερε θετικές επιπτώσεις υπέρ των λαών στην αντίθεση “ιμπεριαλισμός – λαοί”, οι οποίες – επαναλαμβάνεται – αποτελούν το βασικό κριτήριο. Εν προκειμένω, σε καμία περίπτωση το λαϊκό κίνημα της Ισπανίας δεν θα είναι πιο ρωμαλέο για να πολεμά το ισπανικό αναθαρρημένο ιμπεριαλισμό, ενώ το καταλανικό δύσκολα θα αποφύγει την ανεξαρτησία του από την αστική τάξη τα πρώτα χρόνια, με δεδομένη την ανυπαρξία κάποιου μαζικού επαναστατικού κόμματος.

Επί τη ευκαιρία, μιας κι έγινε αναφορά σε επαναστατικά κόμματα, δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι, καμία από τις ιστορικές πολιτικές δυνάμεις της Καταλονίας, ειδικά τα κρίσιμα χρόνια της δεκαετίας του ’30, ούτε το Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλονίας (PSUC), ούτε οι Rabassaires, ούτε οι αναρχικοί, ούτε η Καταλανική Ρεπουμπλικανική Αριστερά ήταν υπέρ της απόσχισης.

Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Γιατί δεν μπορεί να απομονωθεί το ζήτημα των καταλανών της Ισπανίας (ούτε καν όλων των καταλανών) από το ζήτημα των εθνοτήτων ολόκληρου του ισπανικού κράτους. Θα πρέπει, εν προκειμένω, να εξετάσουμε την τύχη του ζητήματος των άλλων εθνοτήτων (Βάσκων, Γαλικιανών) σε περίπτωση απόσχισης της Καταλονίας. Θα προχωρήσει ή, αντίθετα, οι εθνότητες αυτές θα υποστούν τις συνέπειες της απόσχισης; Μάλλον το δεύτερο θα ισχύει. Τόσο γιατί θα είναι πιο αδύναμο αριθμητικά το μπλοκ της προστασίας των εθνοτήτων στην Ισπανία, όσο και γιατι το ίδιο το ισπανικό κράτος θα είναι πιο επιφυλακτικό και θα προβαίνει στη λήψη “προληπτικών μέτρων” για την αποτροπή επανάληψης των ίδιων αποσχιστικών φαινομένων.

Άλλωστε, το εθνικό ζήτημα στην Ισπανία είναι μία πτυχή του συνολικότερου θεσμικού προβλήματος της Ισπανίας, με τη λειψή μεταπολίτευση, χειρότερη από αυτή της Ελλάδας. Μία μονομερής απόσχιση θα αποδυνάμωνε, συνεπώς, και το μπλοκ των δυνάμεων υπέρ της θεσμικής μεταρρύθμισης του ισπανικού κράτους. Εκπλήσσει, από αυτή την άποψη, το γεγονός ότι οι καταλανοί που επιθυμούν απόσχιση υπερπήδησαν άλλα αιτήματα, η επίτευξη των οποίων θα είχε οφέλη συνολικά. Θα μπορούσαν, π.χ., μαζί με τις άλλες εθνότητες, να υποστηρίξουν τη συνομοσπονδιοποίηση του ισπανικού κράτους. Θα μπορούσαν να διεκδικήσουν δημοσιονομική αυτονομία, που υποκριτικά τελευταία στιγμή πρότεινε, αλλά πλέον “καπάρωσε” ώστε να φαίνεται διαλλακτική, η Μαδρίτη. Θα μπορούσαν να διεκδικήσουν το δικαίωμα δημιουργίας ξεχωριστών διεθνών αντιπροσωπειών, όπως έχει η περιφερειακή κουρδική κυβέρνηση του Ιράκ, ή το δικαίωμα ξεχωριστών πολιτιστικών εκδηλώσεων εντός της ενιαίας πρεσβείας, όπως κάνουν οι εθνότητες του Βελγίου, κι έτσι, η Καταλωνία να έκανε σεβαστή την ανεξάρτητη ιστορική και εθνική προσωπικότητά της όχι μόνο στο εσωτερικό του ισπανικού κράτους, αλλά και διεθνώς.

Εξάλλου, θα πρέπει να δούμε και την αντίδραση της ισπανικής αστικής τάξης απέναντι στις εξελίξεις. Ο πρόεδρος του “Κύκλου των Επιχειρηματιών” Χαβιέ ντε Σοάνε, αν και βασκικής καταγωγής, αντιτίθεται σφόδρα στην καταλανική ανεξαρτησία, και δίνοντας το στίγμα των προθέσεων της ισπανικής αστικής τάξης, δηλώνει υπέρμαχος της ένωσης της Ιβηρικής, μέσω της ένωσης με την Πορτογαλία, καθώς ήδη έχει προχωρήσει η οικονομική ολοκλήρωση των δύο χωρών. Φυσικά, μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν ευκταία και όσον αφορά το κριτήριο “διπολικός – πολυπολικός κόσμος”, αφού μία ένωση Ισπανίας – Πορτογαλίας θα αποτελούσε ισχυρότερο αντίβαρο έναντι ΗΠΑ – Ρωσίας, από όσο οι δύο χώρες μόνες τους (έστω κι αν έχουν ένα κάποιο αποικιακό παρελθόν).

Κριτήριο, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελεί η καταστολή και μόνο που επεφύλαξε ο Ραχόι. Δεν μπορούμε να κρίνουμε μόνο από τη συγκίνησή μας για τη βία που δέχεται ένας λαός. Γιατί και αυτό εντάσσεται στο παραπάνω κριτήριο, αυτό της δημιουργίας ή μη ενός πολυπολικού κόσμου. Δεν έχει νόημα να τον πει κανείς “προβοκάτορα”, αλλά ο Ραχόι με την κοντόθωρη – ως αστού – στάση του δεν παραβιάζει απλώς το δικαίωμα αυτοδιάθεσης που πρέπει κάθε λαός να έχει, αλλά χαντακώνει την υπόθεση της ίδιας της φιλοδοξίας της Ισπανίας να αναδειχθεί εκ νέου σε μεγάλη δύναμη, αφού αντικειμενικά αποδυναμώνει τη δυνατότητα συνέχισης ειρηνικής συνύπαρξης Ισπανών – Καταλανών. Επίσης, η καταστολή που επέλεξε ο Ραχόι, κάνει ακόμα και δυνάμεις, στο εξωτερικό, παραδοσιακά αντιρωσικές να τον καταγγέλλουν κι έτσι η Ισπανία να χάνει κύρος διεθνώς, αν όχι και ερείσματα.

Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης πρέπει να αναγνωρίζεται στους καταλανούς. Πρέπει, λοιπόν, να καταγγελθεί η καταστολή από πλευράς Ραχόι. Πρέπει να αναγνωρίζεται η ξεχωριστή εθνική προσωπικότητα των Καταλανών και όλων των εθνών του ισπανικού κράτους διεθνώς. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με “εθνικιστές”, όπως λέει συκοφαντικά η “Αυγή”. Όμως, η αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης δεν σημαίνει αυτομάτως και θετική στάση έναντι της απόσχισης. Ειδικά αυτή τη στιγμή, η απόσχιση της Καταλονίας δεν θα επέφερε πραγματική ανεξαρτησία ούτε για το τμήμα αυτό της καταλανικής αστικής τάξης που το επιθυμεί.

Στο εθνικό ζήτημα στην Καταλονία θα επανέλθουμε πιο συγκροτημένα.

*Η Ρωσία, μια πολυεθνική χώρα που και αυτή έχει αποσχιστικά προβλήματα, εδώ και κάποιες δεκαετίες, έχει αναστήσει την τσαρική εξωτερική πολιτική και, όπως κατήγγειλαν ήδη οι Μαρξ – Ένγκελς, στην εποχή τους, αξιοποιεί τα εθνικά κινήματα για την υπονόμευση των αντιπάλων της. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά και στην περίπτωση της Καταλονίας. Έτσι, έχουμε: Πρώτον, απoφυγή καταδίκης του δημοψηφίσματος από Πούτιν. Δεύτερον, χαρακτηρισμό “των γεγονότων της Καταλονίας”, δηλαδή και της βίας του Ραχόι, ως εσωτερικό ζήτημα από το ρωσικό υπουργείο εξωτερικών, και υπόδειξη της μορφής επίλυσης του εσωτερικού κατά τα άλλα ζητήματος, για τη διασφάλιση όχι απλώς μιας “ενωμένης και ευημερούσας” Ισπανίας, αλλά και “των δικαιωμάτων” και “των ελευθεριών” όλων των πολιτών αυτής της χώρας. Τρίτον, έμμεση μόνο καταδίκη του δημοψηφίσματος από την εκπρόσωπο τύπου του ρωσικού Υπ.Έξωτερικών, προ της διεξαγωγής του, την οποία εξαρτά από την απόφαση του ισπανικού συνταγματικού δικαστηρίου, και αποφυγή επανάληψης της καταδίκης, μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Τέταρτον, υπόδειξη Λαβρόφ ότι η Ισπανία δεν δεσμεύεται μόνο από τους εσωτερικούς της νόμους, αλλά και από υποχρεώσεις από το διεθνές δίκαιο. Υπάρχει, ωστόσο και η αντίδραση του ρωσικού ψευδοκράτους στο Λουγκάνσκ, η οποία αλληλοσυμπληρώνει την επίσημη θέση της Ρωσίας, και το οποίο δηλώνει “έτοιμο” να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, σε περίπτωση αμοιβαίας αναγνώρισης. Εξάλλου, τα ρωσικά και τα ανά τον κόσμο φιλορωσικά ΜΜΕ νυχθημερόν “σηκώνουν” το “εσωτερικό” ζήτημα της Καταλονίας, και φαίνονται φιλικά διακείμενα προς την ανεξαρτησία.

Για την προσωρινή αραίωση των δημοσιεύσεων στο parapoda

Συμπληρώθηκε ένας μήνας από την τελευταία ανάρτηση στο parapoda. Ο λόγος, πάντως, για τον οποίο έχει περάσει τόσος καιρός χωρίς ανάρτηση, παρότι έχουν συμβεί πολλά άξια σχολιασμού γεγονότα στη διεθνή σκηνή (μεταξύ άλλων, ρωσική παρέμβαση στις κινεζοσαουδικές σχέσεις, δικαίωμα αυτοδιάθεσης του καταλανικού λαού, γερμανική πρόταση για γαλλογερμανικό ομόλογο), είναι καλός.

Σε 1-2 μήνες θα εκδοθεί το βιβλίο του Χοσέ Ντίαθ, γραμματέα του ΚΚ Ισπανίας την περίοδο του Λαϊκού Μετώπου και του Ισπανικού Εμφυλίου, με όλα (πλην 2-3) τα κείμενά του της περιόδου 1935 – 1940.

Το βιβλίο, περίπου 500 σελίδων, με ομιλίες σε δημόσιες συγκεντρώσεις, τοποθετήσεις σε κομματικές συνεδριάσεις, διαγγέλματα, συνεντεύξεις, άρθρα και κείμενα που συνυπογράφονται από στελέχη άλλων παρατάξεων, θα φέρει τον τίτλο “Λαϊκό Μέτωπο & Ισπανικός Εμφύλιος” και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις “Εντύποις”.

Μέχρι τότε,

Un esfuerzo más