Κ.Κ. Ισπανίας: Κάλεσμα για τις εκλογές της 16ης Φλεβάρη 1936

Για τα διδάγματα που δίνει το Λαϊκό Μέτωπο και ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ισπανία, που ακολούθησε, θα διεξαχθεί συζήτηση στο βιβλιοπωλείο-καφέ “Εκτός των Τειχών” την Κυριακή 23 Φλεβάρη, 6 μ.μ. (Γραβιάς 10-12, Αθήνα).

Εισηγητές θα είναι ο Δημήτρης Μάνος και ο μεταφραστής του βιβλίου “Ισπανικός Εμφύλιος & Λαϊκό Μέτωπο” που περιέχει κείμενα και ομιλίες του Γ.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ. Ισπανίας Χοσέ Ντίαθ.

Επέτειος αύριο της νίκης του Λαϊκού Μετώπου στις ιστορικές, τρίτες και τελευταίες εκλογές της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, στις 16 Φλεβάρη 1936. Η ιστορικότητά τους, όσον αφορά την πάλη των εργαζομένων για την απελευθέρωσή τους, έγκειται όχι στο ότι διεξήχθησαν εν μέσω προετοιμασιών για παγκόσμιο πόλεμο, ή υπό συνθήκες ακραίας πόλωσης, και επειδή ανέδειξαν κάποια κυβέρνηση με κάποιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα, αλλά στο ότι αποδεικνύουν ότι η πλατιά λαϊκή ενότητα, ακόμα και σε μία βάση ελάχιστα ριζοσπαστική, είναι δυνατό, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να ανοίξει πλατιούς επαναστατικούς δρόμους για τους εργαζόμενους, για την πλειοψηφία του λαού. Η σημασία αυτή αναδεικνύεται ιδιαίτερα σε περιόδους υποχώρησης όπως η σημερινή, όπου η δράση πολλών οργανώσεων υποκαθίσταται από ένα “μέτρο επαναστατικότητας” βασισμένο στη θεωρία. Κι όμως, η πράξη αποδεικνύει ότι η ενότητα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη υποχώρηση σε θέματα αρχών, όπως φοβούνται κάποιοι. Δεν σημαίνει υποταγή στον αρχικά ισχυρότερο σύμμαχο, δεν κρίνει ο αρχικός συσχετισμός δυνάμεων την ηγεμονία στο όποιο μέτωπο, αλλά η προσήλωση στο κοινά συμφωνημένο πρόγραμμα και η συνέπεια στην εφαρμογή του. Δεν σημαίνει “λογοκρισία” του προγράμματος ή κατάργηση της αυτονομίας του καθενός που μετέχει στο μέτωπο. Η ιστορική εμπειρία του ΚΚ Ισπανίας το αποδεικνύει. Το βλέπουμε και στο παρακάτω προεκλογικό κάλεσμα λίγες μέρες πριν τις εκλογές της 16ης Φλεβάρη 1936. Ταυτόχρονα, μια τέτοια πλατιά ενότητα δεν νοείται ως ένα συντονιστικό από τα πάνω, έχει το θεμέλιό της (την επαναστατική εργατική ενότητα) και, εξορισμού, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις εκλογές. Επίσης, η ενότητα, για να είναι αποτελεσματική, δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται ότι εξαντλείται στο προαναφερόμενο θεμέλιό της, αλλά να επεκτείνει πάση θυσία την κοινωνική βάση του αγώνα. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποτελεί ένα σύνολο οργανωτικών μορφών για όλους τους δυνάμει συμμάχους, έστω και τους πιο ταλαντευόμενους, οι οποίοι επουδενί δεν πρέπει να χαρίζονται στον κάθε φορά κύριο αντίπαλο. Τέλος, η ενότητα δεν χτίζεται μόνο με το κήρυγμα, αλλά με την ίδια την προσωπική εμπειρία. Όλες οι παραπάνω επισημάνσεις, δεν είναι πρόταση για μια συγκρότηση ενός αντίστοιχου λαϊκού μετώπου στην Ελλάδα. Άλλωστε, δεν υπάρχουν όλες οι αντίστοιχες διεθνείς προϋποθέσεις (π.χ.άνοδος της ΕΣΣΔ και επιπτώσεις αυτής στις διαθέσεις των μαζών να αγωνιστούν εναντίον του φασισμού), ούτε οι αντίστοιχες και στην αντίστοιχη κατάσταση δυνάμεις στο εσωτερικό, ούτε τα καθήκοντα είναι ίδια. Εξάλλου, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τις ίδιες μορφές. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση τα παραπάνω δεν ισχύουν μόνο για την περίπτωση των Λαϊκών Μετώπων της εποχής.

***

Κάλεσμα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας

Για το θρίαμβο του Λαϊκού Μετώπου! Να παλέψουμε και να νικήσουμε!

Εργάτες, αγρότες και αντιφασίστες, εργαζόμενε λαέ!

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική μέρα. Λίγες μόνο μέρες μας χωρίζουν από τις 16 Φλεβάρη, οπότε και θα διεξαχθεί μια μεγάλη μάχη, από το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτάται το μέλλον του λαού που εργάζεται και υποφέρει, των μαζών που με λαχτάρα πασχίζουν για την απελευθέρωσή τους. Είναι τόσο σημαντικές αυτές οι στιγμές στην ιστορία του λαϊκού κινήματος της Ισπανίας, που ο θρίαμβος στις κάλπες θα αποτελεί ένα αποφασιστικό βήμα προς τον τερματισμό μιας περιόδου αιματηρής κυριαρχίας και βάρβαρης καταστολής, σκλαβιάς και πείνας που ο εργαζόμενος λαός υφίσταται. Αυτό, αν επιτευχθεί η νίκη από τις δυνάμεις της ελευθερίας και της προόδου που συσπειρώνονται στο Λαϊκό Μπλοκ και καθοδηγούνται από το επαναστατικό προλεταριάτο. Γιατί αν βγουν νικήτριες οι μαύρες δυνάμεις που εκπροσωπούν τους δήμιους της CEDA (1) και των μοναρχικών, αυτό θα σήμαινε τη βάρβαρη ένταση μιας μνησίκακης και εκδικητικής πολιτικής, μιας πολιτικής εξολόθρευσης και πείνας, όπως αυτή που επί δύο χρόνια σάρωσε την λαϊκή Ισπανία, έκλεψε το ψωμί από τις εκμεταλλευόμενες μάζες, βύθισε στην πιο μαύρη εξαθλίωση τους εργαζόμενους του χωραφιού και έθαψε στη φυλακή τα καλύτερα παιδιά του λαού: αυτή η πολιτική θηριωδιών που συγκλόνισε τον πολιτισμένο κόσμο να από την τρομακτική απανθρωπιά της τον Οκτώβρη (2)· πολιτική ανήθικων αντιδραστικών κλικών, που έριξε στην απελπισία και την καταστροφή τους ταπεινούς εργαζόμενους, τους μικρούς εμπόρους και βιομηχάνους, και που έκλεισε κάθε προοπτική αξιοπρεπούς ζωής στην ισπανική νέα γενιά· πολιτική χαρακτηριστική των οπισθοδρομικών καστών που επιδιώκουν να εξαλείψουν και τα τελευταία υπολείμματα δημοκρατίας και που δεν κρύβουν τις επιδιώξεις τους να καταστρέψουν τη Δημοκρατία ως καθεστώς που ο εργαζόμενος λαός κατέκτησε, για να καρφώσουν στο κορμί του το άτιμο σπιρούνι της φασιστικής δικτατορίας, του ξέφρενου οργίου, της απογύμνωσής του από τους μεγαλοκτηματίες και τους τραπεζίτες, από την Εκκλησία και τους μοναρχικούς καθίκε(3).

Οι εκλογές της 16ης Φλεβάρη δεν είναι συνήθεις εκλογές!

Και δεν είναι, γιατί το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών θα έχει, ως άμεση συνέπεια, ή το άνοιγμα πλατιών δρόμων για την ελευθερία και τη δημοκρατία, ή τη νίκη της βατικανο-φασιστικής δικτατορίας· ή τη νίκη των δυνάμεων που εκπροσωπούν τη δημοκρατική επανάσταση, των δυνάμεων της προόδου και της ευημερίας του λαού, ή το θρίαμβο της πιο ωμής αντεπανάστασης. Αυτό είναι το αναπόφευκτο δίλημμα, που δεν επιδέχεται πιο μέτριους όρους.

Οι προσπάθειές μας για να δημιουργηθεί το Λαϊκό Μέτωπο στέφθηκαν με επιτυχία

Το Κομμουνιστικό Κόμμα αναδείκνυε, εδώ και ένα χρόνο, με σταθερή επιμονή, την επιτακτική ανάγκη να οικοδομηθεί ένα σαρωτικό κίνημα της αριστεράς, το οποίο να αποτελούν, πέραν των προλεταριακών δυνάμεων, πέραν των εργατών και των αγροτών, οι αριστεροί ρεπουμπλικάνοι, οι φίλοι του λαού και των ελευθεριών του. Ένα κίνημα ισχυρό και ανίκητο, ικανό να εξαλείψει μέχρι τέλους της μισητές δυνάμεις του Μπλοκ του Οκτώβρη και να καταστήσει αδύνατη την επανεμφάνισή του. Ένα κίνημα που, εκφραζόμενο με τις Εργατικές και Αγροτικές Συμμαχίες και με τα Λαϊκά Μπλοκ, να σταματήσει όσα πρόσφατα συνέβησαν και να ανοίξει πλατιούς ορίζοντες για τις λαϊκές φιλοδοξίες.

Και σήμερα βλέπουμε, με επαναστατική χαρά, ότι η ιδέα μας και οι προσπάθειές μας έχουν μετατραπεί σε μια όμορφη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που υπόσχεται να οδηγήσει τον εργαζόμενο λαό της Ισπανίας στο δρόμο της χειραφέτησής του.

Το Λαϊκό Μέτωπο πρέπει να νικήσει σε αυτό τον αγώνα

Πρέπει να νικήσει, γιατί, από τη θέλησή μας και την ταξική μας συνείδηση, αυτό ζητούν τα τσακισμένα από τα ανείπωτα δεινά χέρια των 30.000 φυλακισμένων του Οκτώβρη. Πρέπει να νικήσει, γιατί αυτό προσδοκούν, υποβαλλόμενοι στην τρομερή αγωνιώδη αναμονή, οι εκατό προλετάριοι που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο δια στραγγαλισμού· για να τεθεί ένα τέλος στη βασανιστική τους αμφιβολία για το μέλλον τους, με τη γρήγορη απόδοση χάριτος. Πρέπει να νικήσει, γιατί αυτός ο θρίαμβος θα ανοίξει το δρόμο για να αποκτήσουν ψωμί οι χιλιάδες εργατικών οικογενειών που είναι θύματα της πείνας λόγω των εργοδοτικών αντιποίνων για τον Οκτώβρη, και γιατί αυτός ο θρίαμβος θα σημαίνει δουλειά ή επίδομα για τα εκατομμύρια των πεινασμένων λόγω της αναγκαστικής ανεργίας. Πρέπει να νικήσει το Λαϊκό Μέτωπο, γιατί αυτό θα σημάνει τη διεκδίκηση της μνήμης των ηρώων και των μαρτύρων του ένδοξου Οκτώβρη και την επανόρθωση για τις οικογένειες των θυμάτων της τρομερής καταστολής της Αστούριας, της Λεόν, της Βιθκάγια, κλπ. Και είναι απαραίτητη αυτή η νίκη, γιατί από το Λαϊκό Μπλοκ ελπίζουν οι λαοί της Καταλονίας, της Χώρας των Βάσκων, της Γαλικίας και του Μαρόκου μια δίκαιη ικανοποίηση των επιθυμιών τους για απελευθέρωση, και, όλη η χώρα, μία βελτίωση της πολιτικής και οικονομικής της κατάστασης.

Ψηλά το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου, του οποίου η σημαία είναι ακαταμάχητη και κάνει την αντιδραστική Ισπανία να τρέμει.

Το πρόγραμμα που εκπόνησαν οι δυνάμεις που συναποτελούν το Λαϊκό Μπλοκ δεν είναι το πλήρες πρόγραμμά μας. Όχι. Αυτό το πρόγραμμα είναι μόνο το ελάχιστο των πλατιών φιλοδοξιών των εργαζόμενων και αντιφασιστικών μαζών. Αντανακλά την αρχή της ανάκτησης των χαμένων διεκδικήσεων, και σηματοδοτεί την έναρξη μιας πορείας προς την ικανοποίηση των δίκαιων προλεταριακών φιλοδοξιών. Δηλώνουμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα θα παλέψει με πίστη και ενθουσιασμό για την πλήρη υλοποίηση του προγράμματος που συνέβαλε να εκπονηθεί στις τάξεις του Λαϊκού Μπλοκ. Όμως δηλώνουμε, επίσης, ότι δεν επιθυμούμε να συσκοτίσουμε ή να κρύψουμε τις επιδιώξεις μας. Οι κομμουνιστές επιδιώκουμε την υλοποίηση ενός προγράμματος πιο προχωρημένου, του πλήρους προγράμματος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, η οποία, κάτω από την ηγεμονία του προλεταριάτου, θα μετατραπεί σε σοσιαλιστική επανάσταση.

Ωστόσο, το Κομμουνιστικό Κόμμα γνωρίζει την ιστορική φάση που χρειάζεται να διανύσουμε και γνωρίζει ότι, για να ολοκληρωθούν τα καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, για να ξεριζωθεί πλήρως ο κίνδυνος μιας επιστροφής στη 19η Νοέμβρη 1933 (4), χρειάζεται να πραγματευτούμε σε βάθος και να δράσουμε για το πρόβλημα της γης, χωρίς τη ριζική και επαναστατική υλοποίηση του οποίου, δεν υπάρχει δυνατότητα για ένα δημοκρατικό καθεστώς.

Παλεύουμε ώστε η γη να ανήκει σε όποιον την καλλιεργεί

Θέλουμε και παλεύουμε για να απαλλοτριωθούν χωρίς αποζημίωση οι εκτάσεις των “σενιόρ”, των πρώην ευγενών, των μεγαλοκτηματιών, της Εκκλησίας και των θρησκευτικών ταγμάτων, και οι απαλλοτριωμένες εκτάσεις να αποδοθούν άμεσα και δωρεάν στους εργάτες γης και τους φτωχούς αγρότες, ώστε να την καλλιεργούν ατομικά ή συλλογικά, ανάλογα με την ελεύθερα ληφθείσα απόφασή τους.

Παλεύουμε για το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση

Θέλουμε να τελειώσουμε με την τερατώδη καταπίεση της κεντρικής εξουσίας επί της Καταλονίας, της Χώρας των Βάσκων, της Γαλικίας και του Μαρόκου, και να δώσουμε σε αυτούς τους λαούς πλήρη ελευθερία στην πολιτική και οικονομική τους ζωή, στη χρήση της γλώσσας τους, στην ανάπτυξη του πολιτισμού τους και στην άσκηση του δικαιώματός τους στην αυτοδιάθεση.

Παλεύουμε για να εκδημοκρατίσουμε το Στρατό

Επιθυμούμε να διορθώσουμε το ολέθριο έργο του Χιλ Ρόμπλες (5) και των άλλων φασιστών στο Υπουργείο Πολέμου· ώστε στις στρατιωτικές διοικήσεις να διοριστούν δοκιμασμένοι και δημοκράτες ρεπουμπλικάνοι, εξαλείφοντας τους δηλωμένους εχθρούς του λαού, τους μοναρχικούς και τους φασίστες. Για τα δημοκρατικά δικαιώματα των στρατιωτών.

Παλεύουμε για τη διάλυση και των αφοπλισμό των φασιστικών και μοναρχικών συμμοριών και οργανώσεων

Επιθυμούμε να τελειώσουμε με αυτά τα λημέρια εγκληματιών και έμμισθων κουμπουροφόρων, με τα άντρα συνωμοσιών που οργανώνουν την επίθεση στις λαϊκές ελευθερίες με σκοπό να εγκαθιδρύσουν μια αιματηρή δικτατορία. Παλεύουμε για τον αφοπλισμό και τη διάλυση των μοναρχικών και φασιστικών οργανώσεων, για το κλείσιμο των κέντρων και των λεσχών τους και για την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων τους.

Παλεύουμε για ψωμί και δουλειά για τους ανέργους

Επιθυμούμε να μπει ένα τέλος στην εγκληματική επίθεση πείνας που έχει εξαπολύσει η φασιστική και αντιδραστική αστική τάξη· να υποχρεωθεί το κράτος και τα αφεντικά να δώσουν δουλειά ή επίδομα στους ανέργους· να καταμετρηθούν οι άνεργοι και να αρχίσουν άμεσα έργα κοινής ωφελείας για να απορροφηθεί η αναγκαστική ανεργία.

Παλεύουμε για το δικαίωμα συνάθροισης, πλήρους ελευθερίας του Τύπου, της διαδήλωσης, της απεργίας

Επιθυμούμε να δώσουμε στο λαό τα πιο απαράγραπτα δημοκρατικά δικαιώματά του, τελειώνοντας με τη ντροπή του φίμωτρου και του κλεισίματος των κέντρων του και με τη συνεχή δίωξη των επαναστατών αγωνιστών του.

Παλεύουμε για την ισότητα των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων για τη γυναίκα και για την εργατική νεολαία

Επιθυμούμε να τερματίσουμε αυτή την ιταμή διαφοροποίηση των φύλων και των ηλικιών, με την οποία καλύπτεται η πιο βάρβαρη εκμετάλλευση. Το σύνθημά μας είναι: ίση αμοιβή για ίση εργασία. Πλήρη πολιτικά δικαιώματα από τα 18 έτη.

Παλεύουμε ενάντια στον πόλεμο

Επιθυμούμε η Ισπανία να έρθει σε συμφωνία με τους λαούς που θέλουν την ειρήνη, επικεφαλής των οποίων βρίσκεται η Σοβιετική Ένωση. Παλεύουμε για την αλληλεγγύη και την υπεράσπιση του αιθιοπικού λαού, τον οποίο δυναστεύει ο φασιστικός ιταλικός ιμπεριαλισμός. Παλεύουμε ενάντια στις προετοιμασίες μιας νέας παγκόσμιας σφαγής και για την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, της σοσιαλιστικής πατρίδας των εργαζόμενων του κόσμου.

Παλεύουμε για τα Σοβιέτ, για τη δικτατορία του προλεταριάτου

Επιθυμούμε να ανατρέψουμε, να γκρεμίσουμε οριστικά το καθεστώς εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης, οικοδομώντας πάνω στα συντρίμμια του τη σοσιαλιστική κοινωνία. Επιθυμούμε να κάνουμε χαρούμενη και ευτυχισμένη την ανθρωπότητα, σε μια κοινωνία όπου οι εργάτες και οι αγρότες, ευρισκόμενοι στην εξουσία, θα αποτελούν την εγγύηση για την ευημερία τους, υλοποιώντας το ανίκητο έργο των αδερφών μας της Σοβιετικής Ένωσης που, υπό την ευφυή διεύθυνση του καλύτερου μαθητή του Λένιν, του Στάλιν, οδηγούν τους οικοδόμους του νέου κόσμου σε νέα ύψη.

Για όλα αυτά παλεύουμε και θα παλέψουμε οι κομμουνιστές εντός και εκτός κοινοβουλίου

Και είναι με τη φυσιογνωμία μας ως κομμουνιστών, ως μπολσεβίκων, αυτή με την οποία δηλώσαμε, και τώρα το επαναλαμβάνουμε, ότι πρέπει να βαδίσουμε ενωμένοι με όλους όσους επιθυμούν το φως της ελευθερίας και της προόδου, αντί για τη μαύρη και αιματηρή νύχτα του φασισμού. Γιατί αυτές τις στιγμές, η καλύτερη μορφή της πάλης για το σοσιαλισμό είναι να βαδίσουμε χέρι-χέρι όλες οι λαϊκές δυνάμεις ενάντια στην αντίδραση και το φασισμό, που είναι ο εχθρός όλων και το βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη της απελευθερωμένης ανθρωπότητας.

Το Λαϊκό Μέτωπο πρέπει να συνεχίσει και μετά τις εκλογές

Περιγράψαμε σε συντομία κάποια από τα βασικά καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Αυτά δεν υλοποιούνται με το θρίαμβο στις 16 του μηνός, αλλά αρχίζουν. Για αυτό είμαστε ένθερμοι οπαδοί της συνέχισης των Λαϊκών Μπλοκ σε όλη τη χώρα και μετά τις εκλογές. Αν θεωρούσαμε ότι η αποστολή τους τερματιζόταν στις 16 του μηνός, αυτό θα σήμαινε έναν θανάσιμο κίνδυνο για τις συμφωνίες που πετύχαμε, για την υλοποίηση του συμφωνημένου προγράμματος, θα πολλαπλασιάζονταν τα εμπόδια για την ολοκλήρωση του κοινού μας έργου, της αποδιάρθρωσης της πολιτικοοικονομικής εξουσίας της αντίδρασης και του φασισμού στην Ισπανία, και θα ήταν πιο επίπονος ο δρόμος που θα έπρεπε να διανύσει το προλεταριάτο και οι αγρότες για την επίτευξη των τελικών του φιλοδοξιών.

Πανηγυρισμοί για την εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου

H 16η Φλεβάρη δεν μπορεί να είναι μία μέρα τέλους για το μέτωπο των αριστερών, αλλά ένας πλατύτατος δρόμος για την υλοποίηση όσων ο εργαζόμενος λαός προσδοκά από το Λαϊκό Μπλοκ. Τα Λαϊκά Μπλοκ, των οποίων οι λαϊκές δυνάμεις πρέπει να είναι οι εργάτες, οι αγρότες και οι οργανώσεις τους, πρέπει να συνεχίσουν και να διευρυνθούν μετεκλογικά, και να είναι οι εκπρόσωποι και αυτοί που θα υλοποιήσουν το πρόγραμμα και τις διεκδικήσεις της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Εξού και το σύνθημά μας: πριν και μετά τις εκλογές, ούτε ένα χωριό, ούτε ένα χωριουδάκι χωρίς εργατικές και αγροτικές συμμαχίες, χωρίς λαϊκό μπλοκ.

Εμπρός σε αυτό το δρόμο! Οι προλεταριακές δυνάμεις πρέπει να είναι η μόνιμη πρωτοπορία στην υλοποίηση της επιτευχθείσας συμφωνίας. Οι ενωμένες στη δράση δυνάμεις τους, συγκεντρωμένες στις Εργατικές και Αγροτικές Συμμαχίες, πρέπει να είναι οι πυλώνες από όπου θα εξαπολύεται αυτό το πανίσχυρο κίνημα όλων των ενωμένων αντιφασιστών. Κομμουνιστές και σοσιαλιστές έτσι το εννοούμε. Το ίδιο και η πλειοψηφία των αδελφών μας αναρχικών και της CNT, προτίθενται να υλοποιήσουν το ταξικό τους καθήκον. Η εμπειρία τούς έκανε να διδαχτούν με το ίδιο τους το κορμί ποιον ωφελεί η “αποχή”, και προσπερνούν και πρέπει ακόμα περισσότεροι να προσπεράσουν από πάνω όλους όσους επιθυμούν να τους αποπροσανατολίσουν από τον ταξικό τους δρόμο. Χαιρετίζουμε, έμπλεοι χαράς, την απόφαση αυτών των αναρχικών συντρόφων, όπως και καταδικάζουμε σφόδρα τους “αποχικούς”. Αυτοί πρέπει να ενισχύσουν τις τάξεις του Λαϊκού Μπλοκ, πρέπει να καταλάβουν τη θέση τους στην πρωτοπορία του αγώνα της 16ης Φλεβάρη.

Ενωμένοι, είμαστε ανίκητοι

Επουδενί να μην αποδυναμώσουμε την οργάνωση. Τίποτα δεν θα ωφελήσει ο ενθουσιασμός αν αυτός δεν εκφραστεί με οργανωτική μορφή. Απέναντι στους ισχυρούς εχθρούς που πρέπει να νικήσουμε, μόνο ένα όπλο είναι αποτελεσματικό: η κοινή δράση, το ενιαίο προλεταριακό μέτωπο, η οργάνωση όλου του εργαζόμενου λαού στα Λαϊκά Μπλοκ.

Σύντροφοι! Μέσα από τη ζύμωση και την οργάνωση της προεκλογικής εκστρατείας, χιλιάδες νέοι στρατιώτες της Επανάστασης πρέπει να διευρύνουν τις τάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Εργάτες αντιφασίστες: Εμπρός για τη νίκη!

Ενάντια στην αντίδραση και το φασισμό! Για το θρίαμβο του Λαϊκού Μπλοκ!

Εμπρός! Όλοι στις κάλπες στις 16 του μηνός, για να ανακτήσουμε για το λαό, αυτό που μόνο στο λαό ανήκει!

Ζήτω το προλεταριακό ενιαίο μέτωπο!

Ζήτω το αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο!

Ζήτω το Κομμουνιστικό Κόμμα!

Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας

Μετάφραση από τα ισπανικά parapoda. Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στην εφημερίδα “Εουσκάδι Ρόχα”, όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χώρας των Βάσκων, φύλλο 13 Φλεβάρη 1936, Σάν Σεμπαστιάν, περίοδος Β΄, φ. 12, σ.2.

Σημειώσεις

(1)CEDA: Ισπανική Συνομοσπονδία των Αυτόνομων Δεξιών, συνασπισμός δεξιών κομμάτων που ιδρύθηκε το 1933 και αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της πολιτικής δεξιάς μέχρι το 1936.

(2)Εννοεί τον Οκτώβρη του 1934, τη γενική απεργία που στην Αστούριας εξελίχτηκε σε ένοπλη εξέγερση, με αφορμή την είσοδο της CEDA στην κυβέρνηση.

(3)Ο χαρακτηριστικότερος πολιτικός και οικονομικός εκπρόσωπος της φεουδαρχικής Ισπανίας σε τοπικό επίπεδο.

(4)Οι δεύτερες εκλογές της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας, που ανέδειξαν νικητές τους συντηρητικούς ριζοσπάστες και τη δεξιά η οποία στήριξε αρχικά κυβέρνηση των πρώτων και, τον Οκτώβρη του 1934 εισήλθε στην κυβέρνηση.

(5)Ο ηγέτης της μεγαλύτερης συνιστώσας της CEDA, Λαϊκής Δράσης. Με τη θεωρία του ότι είναι αδιάφορο αν υπάρχει μοναρχία ή δημοκρατία, αρκεί η νομοθεσία να είναι συμβατή με τη θρησκεία, συσπείρωσε καθολικούς ρεπουμπλικάνους ως ακροδεξιούς μοναρχικούς. Όμως, μετά τις εκλογές του Φλεβάρη του 1936 έχασε την όποια ισχύ του. Μεταπολεμικά, ήρθε σε συμφωνία με τους σοσιαλιστές του Πριέτο για να επαναφέρουν τη μοναρχία.

Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση: Νόμος για την ακύρωση αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής (06/02/1948)

Δυσφορία έχει προκαλέσει στο δημοκρατικό κόσμο της χώρας η παράθεση λίστας (μετά εικόνων) των “ηγετών του κράτους” στην ιστοσελίδα της επιτροπής “Ελλάδα 2021”. Σε αυτή περιλαμβάνονται ακόμα και οι φασίστες και στρατιωτικοί δικτάτορες, οι διορισμένοι από τις κατοχικές δυνάμεις ή και οι (διορισμένοι από τις μεγάλες δυνάμεις) βασιλιάδες. Αρχικά, μάλιστα, δεν περιλαμβανόταν καμία σημείωση για το ρόλο τους, ενώ ύστερα από τη γενική κατακραυγή, προστέθηκαν σημειώσεις για κάποιες περιπτώσεις, τις πιο χτυπητές (π.χ. Μεταξάς).

Πριν την κατακραυγή…

Υπάρχει μια τάση σε πολιτικούς εκπροσώπους των εργαζομένων να απαξιώνεται η όλη κινητοποίηση για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του ’21, ωσάν αυτή να είναι μια “υπόθεση των αστών”, οπότε δεν θα πρέπει να εκπλαγόμαστε από τέτοιες κινήσεις τους. Πράγματι, η συγκεκριμένη μορφή εορτασμού είναι υπόθεση των αστών, όσον αφορά την προέλευσή του. Όμως, σε κάποιους θα απευθυνθεί το όλο “προϊόν” του εορτασμού. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι από το λαό και τους εργαζόμενους πρωτίστως, που ούτως ή άλλως, λιγότερο ή περισσότερο, θα αναστοχαστούν σε μια τέτοια επέτειο, κι άσχετα αν αυτός ο αναστοχασμός έχει θετικά για αυτούς πρακτικά αποτελέσματα. Ο στόχος των αστών είναι προφανής και σπεύδουν να κατοχυρώσουν από τώρα το πώς “πρέπει” οι εργαζόμενοι να αναστοχαστούν: Με την επιχειρούμενη ισοπέδωση-εξαφάνιση των διαφορών και συγκρούσεων, πρωτίστως των ταξικών, που υπήρξαν τα τελευταία 200 χρόνια, επιδιώκουν να παρουσιάσουν μια “ομοθυμία”, που σχεδόν ποτέ δεν υπήρξε, και μάλιστα, ότι αυτή η “ομοθυμία” ήταν η αιτία για τις καλύτερες στιγμές τα τελευταία 200 χρόνια. Συνεπώς, και στο μέλλον, για να υπάρξουν ακόμα καλύτερες στιγμές, θα πρέπει να υπάρχει αυτή η ομοθυμία “πάση θυσία”, να μην προβάλλονται οι διαφορές, και οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει “διχόνοια”. Είναι ευνόητο ότι, για τους διοργανωτές του “2021”, αυτές τις “θυσίες” πρέπει να τις καταβάλλουν μόνο οι εργαζόμενοι, οι οποίοι “δεν πρέπει” να προβάλλουν ούτε να προωθούν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντά τους, που είναι σαφώς διαφορετικά και αντικρουόμενα με αυτά των αστών, μην τυχόν και προκληθεί καμιά “διχόνοια”.

Μετά την κατακραυγή…

Σε αυτή, λοιπόν, την κίνηση της αστικής τάξης της χώρας, οι πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων πώς πρέπει να απαντήσουν; Εν μέσω γενικευμένης κυριαρχίας του σεχταρισμού στις τάξεις των πολιτικών αυτών δυνάμεων, η αναμενόμενη (και σημειωτέον, πιο εύκολη) κίνηση είναι “να γιορτάσουμε τη δική μας 200ετία”, δηλαδή, να αναδείξουμε εργατικούς, δημοκρατικούς και άλλους αγώνες του λαού. Όχι ότι αυτά δεν χρειάζονται. Το αντίθετο. Αυτοί οι αγώνες, συν τοις άλλοις, προσφέρουν και πολύτιμα διδάγματα για τους λαϊκούς αγωνιστές του παρόντος και του μέλλοντος. Όμως, αν δεν τους εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και τις επιπτώσεις τους στη διαμόρφωση αυτού, τότε θα χαρίσουμε χώρο στον αντίπαλο για να κάνει απρόσκοπτα ιδεολογική δουλειά: γιατί αν πράγματι “η ιστορία του νεοελληνικού κράτους αποτελεί βασικά μια ατελείωτη σειρά από λαϊκά ξεσπάσματα και ξεσηκώματα, εσωτερικά αλληλοφαγώματα, οικονομικές χρεωκοπίες, στρατιωτικά κινήματα, δυναστικές μεταβολές, πολιτικές δολοφονίες, ξενικές επεμβάσεις, στρατιωτικές αποτυχίες και καταστροφές”(Ν.Ζαχαριάδης, Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ), με μια ξερή παράθεση αγώνων δεν θα έχουμε θέση για τη συμβολή των εργαζομένων στη διαμόρφωση του συσχετισμού δυνάμεων που με τη σειρά του διαμόρφωσε τη συγκεκριμένη εκάστοτε μορφή του αστικού (ή αστοτσιφλικάδικου) κράτους. Το κυριότερο, δεν θα έχουμε θέση ΓΙΑ τα 200 χρόνια ιστορίας σε επίπεδο χώρας. Και θα κάνουμε σαν να μην είχαν οι εργαζόμενοι (με την αντίθετη έναντι των αστών στάση τους) θέση ΣΤΑ 200 χρόνια ιστορίας της χώρας, σαν να μην τη συνδιαμόρφωσαν. Μια τέτοια στάση αντανακλά μια εσφαλμένη γενικότερη πολιτική αντίληψη, όπου χώρα σαν έννοια (που είναι ευρύτερη του κράτους και της κοινωνίας) δεν υπάρχει, ή, στην καλύτερη, νοείται μόνο ως ένας χώρος, ως το πεδίο-νησίδα όπου λαμβάνει χώρα η ταξική πάλη (ελλαδικού) κεφαλαίου-(ελλαδικής) εργασίας, περιοριζόμενη μάλιστα στα οικονομικής φύσης ζητήματα. Φυσικά, χώρα δεν νοείται κάτι που αποκτά υπόσταση μόνο χάρη και όσον αφορά τη (συγκρουσιακή) σχέση του με το “έξω”, εν προκειμένω τις άλλες χώρες ή άλλου είδους δυνάμεις, όπως θα ήθελε μία ψευτοπατριωτική αντίληψη να επιβάλει (και που, κατά το παρελθόν, ήταν η επίσημη αντίληψη). Δεν νοείται ούτε μόνο όσον αφορά το πώς το έξω (άλλες χώρες, ιμπεριαλισμοί κλπ.) επηρεάζει και διαμορφώνει το μέσα (την ταξική πάλη). Θα ήταν όμως λάθος να περιορίζαμε και την αντανάκλαση της ταξικής πάλης μόνο στο βαθμό της “δημοκρατικότητας” του κράτους. Γιατί ούτε το ελληνικό κράτος στα 200 χρόνια ήταν συνεχώς ένα. Υπήρξαν στιγμές κατά τις οποίες υπήρχαν ταυτόχρονα δύο ελληνικά κράτη.

Η Δημοκρατία της Ελλάδας και η προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (1947-1949) είναι μία πτυχή του λαϊκού αγώνα για δημοκρατία και ανεξαρτησία σε επίπεδο χώρας, κι όχι μία από τις πολλές πτυχές της “ταξικής πάλης τη δεκαετία του ’40” όπως λένε κάποιοι. Αυτή τους η αντίληψη υποτιμά την πραγματική διάσταση (επιπέδου χώρας) που είχε η συγκρότηση του κράτους της Δημοκρατίας της Ελλάδας και της πΔΚ. Μάλιστα, αντικειμενικά υποτιμά ακόμα και τον ίδιο τον ισχυρισμό τους περί κορύφωσης της ταξικής πάλης τη δεκαετία του ’40, που πράγματι τότε κορυφώθηκε, γιατί (ακόμα κι αν το δει κανείς ως “ταξική πάλη” με τη στενή έννοια που δίνουν οι παραπάνω) έφτασε σε σημείο να διακόψει την “συνέχεια” του κράτους (από την άποψη της μονοπώλησής του από τους αστούς) και περιέβαλε με το κύρος μιας κρατικής εξουσίας το λαϊκό αγώνα εκείνων των χρόνων.

Πολλοί, ίσως, σταθούν στο ότι η πΔΚ δεν αναγνωρίστηκε ντε γιούρε από κυβερνήσεις άλλων κρατών. Όμως, αν, χρειάζεται έδαφος, λαός και αυθυπόστατη πολιτική εξουσία για να υπάρχει κράτος, τότε, σε αντίθεση με την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης του Βενιζέλου στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που στηριζόταν στους αγγλογάλλους ιμπεριαλιστές, το κράτος της Ελεύθερης Ελλάδας είχε σαφώς αυθυπόστατη πολιτική εξουσία και, για την ακρίβεια, τόση που καμία άλλη κυβέρνηση στο έδαφος της Ελλάδας δεν είχε.

Άλλοι, ίσως σταθούν σε κριτικές προς την ηγεσία του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, ότι τάχα δεν έδωσε έμφαση στην πΔΚ (βασικά, στη σύνθεσή της), και προτιμούν να στέκονται στο ένοπλο σκέλος του λαϊκού αγώνα, τον ΔΣΕ, που είναι και πιο ηρωικό και συγκινητικό, σε αντίθεση με την πΔΚ, που είναι κάτι το “τεχνικό-νομικό”. Όμως, δεν μπορεί να είναι δύο διακριτά πράγματα. Οι εξουσίες στηρίζονται στα όπλα και στηρίζουν τα όπλα, με την πρώτη στήριξη να είναι θεμελιώδης. Ωστόσο, έστω και παρεπόμενο, το εποικοδόμημα δεν πρέπει να το απαξιώνουμε. Ενδεικτικό, για τη στάση των αστών, είναι ότι οι “τεχνοκράτες” των φασιστικών καθεστώτων (Κορυζής) αφέθηκαν άθιχτοι, χωρίς υποσημείωση: γιατί ο αντίπαλος έχει θέση, και μάλιστα επεξεργασμένη, για το πολιτικό εποικοδόμημα.

Η πΔΚ, λοιπόν, έχει θέση στα 200 τελευταία χρόνια της Ελλάδας. Και πρέπει να πάρει τη θέση που της αρμόζει στην ελληνική ιστορία. Πρέπει να επιβάλουμε να αναγνωριστεί και από τους αστούς, έστω ιστορικά (αν όχι και οι συνέπειες από το εκτελεστικό-νομοθετικό έργο της). Γιατί διαφορετικά, είναι σαν να λέμε ότι δεν μας ενδιαφέρει ούτε το να διδάσκεται η ιστορία της Εθνικής Αντίστασης (στα σχολεία του αστικού κράτους), και ότι κακώς οι Αντιστασιακοί διεκδικούσαν αναγνώριση και επίσημους εορτασμούς της Εθνικής Αντίστασης (από τις αστικές κυβερνήσεις). Είναι σαν να προσφεύγουμε οικειοθελώς σε “κρυφά σχολειά” (και να αγνοούμε την αποτυχία πειραμάτων εναλλακτικής παιδείας, που ούτε αυτά μπορούμε να “σηκώσουμε”) ή να μην λαμβάνουμε υπόψη το παράδειγμα (προς αποφυγή) της μνήμης του Ισπανικού Εμφυλίου, όπως έχει επιβληθεί από τους αστούς στην Ισπανία (ψυχολογικοποίηση-αποπολιτικοποίηση), με πολιτικές επιπτώσεις, την κυριαρχία του (σε κάθε περίπτωση, παραλυτικού) συναισθηματισμού στις τάξεις του λαού.

Από αυτή την άποψη, αλλά και για την εξοικείωση με τη ζωή με μια λαϊκή εξουσία, από αυτό το ιστολόγιο θα αρχίσει μια προσπάθεια ανάδειξης του έργου της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Ελλάδας. Η αρχή γίνεται, δικαιωματικά, με το νόμο 4/1948, “για την ακύρωση αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής” και την αιτιολογική έκθεση που τον συνόδευε. Αξίζει να σημειωθεί ότι και το υποβασταζόμενο από τους αγγλοαμερικάνους κράτος μοναρχικών και φασιστών ασχολήθηκε με το θέμα: με τη “γνωστή”, βεβαίως, αποτελεσματικότητα (βλ.εδώ)

***

Νόμος αριθ. 4 “Για την ακύρωση αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής” και αιτιολογική έκθεση

Αιτιολογική έκθεση

Προς το Υπουργικό Συμβούλιο

Στη Δημοκρατική κυβέρνηση έφτασαν αναφορές από διάφορους κατοίκους της ελεύθερης Ελλάδας, που ζητούν να ρυθμίσουμε το ζήτημα των ακινήτων που πουλήθηκαν στο διάστημα της πρώτης κατοχής. Νομίζουμε πως η κυβέρνησή μας πρέπει να ικανοποιήσει την αίτηση αυτή. Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, που αν παρουσιάστηκε στις ελεύθερες περιοχές με όχι ακόμα έντονη μορφή, όμως απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες σ’ ολόκληρη τη χώρα. Πραγματικά, στο διάστημα της πρώτης κατοχής η πείνα και η δυστυχία ανάγκασε πολλούς, κυρίως μικροϊδιοχτήτες ή μικροχτηματίες, να πουλήσουν το μοναδικό τους ακίνητο για να διατηρηθούν στη ζωή αυτοί και η οικογένειά τους. Αλλά αυτές οι πωλήσεις μεταβλήθηκαν σε πραγματικό δράμα για τους πωλητές εξαιτίας της καθημερινής κατρακύλας που έπαιρνε η δραχμή τότε. Ενώ ο πωλητής λογάριαζε να ζήσει λίγους μήνες με το τίμημα που έπαιρνε, αυτό, εξαιτίας του πληθωρισμού, εξανεμιζόταν σε λίγες μέρες και ο πωλητής και έχανε το σπίτι του ή το χτήμα του και βρισκότανε σε λίγες μέρες μπρος στο ίδιο φάσμα της πείνας. Από το δράμα αυτό των μικροϊδιοχτητών επωφελήθηκαν κυρίως οι μαυραγορίτες και οι δωσίλογοι, που μετέτρεπαν τα κέρδη τους σε ακίνητα όσο βαυκαλίζονταν ακόμα από τη σιγουριά της χιτλερικής νέας τάξης. Ζήτημα στοιχειώδικης δικαιοσύνης είναι να επανορθωθεί αυτή η πραγματική ληστεία σε βάρος των μικροϊδιοχτητών ή μικροκτηματιών. Και μοναδική λύση, κατά τη γνώμη μας, είναι η ακύρωση χωρίς πολλές διαδικασίες όλων αυτών των αγοραπωλησιών. Την ακύρωση αυτή διατάσσει το άρθρο 1 του σχεδίου νόμου που υποβάλλουμε στην κρίση σας. Είναι φανερό πως η ακύρωση αυτή έχει για συνέπεια ν’ ακυρωθούν και όλες οι αγοραπωλησίες που έγιναν τυχόν στο ίδιο ακίνητο μεταγενέστερα, καθώς και τα τυχόν ενυπόθηκα βάρη που επιβάρυναν μεταγενέστερα το ακίνητο.

Αλλά θα ήταν λάθος αν αντιμετωπιζόταν το ζήτημα με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση του αγοραστή. Γιατί, αν ο πραγματικά εκμεταλλευτής αγοραστής πρέπει να θεωρηθεί πως επωφελήθηκε αρκετά από την ουσιαστική ληστεία που έγινε σε βάρος του πωλητή, με το να έχει στην κατοχή του το ακίνητο τόσα χρόνια τώρα, ο μικρός αγοραστής και ιδιαίτερα ο φτωχός, πρέπει μαζί με την ωφέλεια της κατοχής τόσα χρόνια του ακινήτου, να αναλάβει και το τίμημα που πλήρωσε για την αγορά του ή, στην περίπτωση του φτωχού αγοραστεί, να έχει μια εξαιρετική προστασία. Από την άλλη πλευρά, ο πολύ πλούσιος ιδιοχτήτης που πούλησε τότε το ακίνητό του και που επωφελείται κι αυτός από την ακύρωση, πρέπει να υποχρεωθεί να πληρώσει ένα σοβαρό ποσό από το κέρδος αυτό που έχει με την επιστροφή του ακινήτου. Αυτές οι διακρίσεις είναι απαραίτητες για να τοποθετηθεί το μέτρο σε μια δημοκρατική βάση, χωρίς να ξεφύγει από το σκοπό του, που είναι η αποκατάσταση μιας αδικίας που διαπράχτηκε τότε εξαιτίας του πληθωρισμού.

Τις διακρίσεις αυτές ορίζουν τα άρθρα 4 και επόμενα. Καθορίζουμε πρώτα στο άρθρο 4 το κριτήριο για τη διάκριση σε πλούσιους αγοραστές, σε μεσαίους και σε φτωχούς. Είναι φανερό πως ένας που αγόρασε επί κατοχής περισσότερα από ένα διώροφο ακίνητο ή από δύο μονώροφα ή ανάλογα αγροτικά, είναι από κείνος που εκμεταλλευότανε τη λαϊκή δυστυχία της εποχής εκείνης. Όπως επίσης πως εκείνος που αγόρασε ένα μικρό σπιτάκι ή ένα μικρό χωράφι δε μπορεί να θεωρηθεί εκμεταλλευτής. Ανάμεσα στις δυο αυτές κατηγορίες έρχονται όσοι βρήκαν τότε την ευκαιρία και απόχτησαν ένα σπίτι ή ένα χωράφι. Για την πρώτη κατηγορία ορίζεται με το νομοσχέδιο πως η αξία σε σημερινές δραχμές που πρέπει να πληρώσει ο πωλητής πηγαίνει σε ειδικό ταμείο για να αποζημιωθούν οι φτωχοί αγοραστές και επομένως ο πλούσιος αγοραστής δεν παίρνει τίποτα, αλλά επιστρέφει το ακίνητο. Οι μεσαίοι αγοραστές παίρνουν τη σημερινή αξία των χρημάτων που πλήρωσαν τότε για ν’ αγοράσουν το ακίνητο. Αυτό, μαζί με την ωφέλεια που είχαν από την εκμετάλλευση του ακινήτου από τον καιρό της αγοράς ως τα σήμερα, αποτελεί την αποζημίωσή τους. Οι φτωχοί αγοραστές έχουν δυο λύσεις. Ή θα συμφωνήσουν με τον πωλητή να κρατήσουν το ακίνητο, και τότε θα εισπράξει ο πωλητής από το ειδικό ταμείο του άρθρου 8 τα 70% από τη σημερινή αξία του ακινήτου, ή θα επιστρέψουν το ακίνητο και θα εισπράξουν αυτοί από το ταμείο τη σημερινή αξία του ακινήτου. Με τον τρόπο αυτό, στην περίπτωση του φτωχού αγοραστή, ούτε ο ένας χάνει, ούτε ο άλλος.

Για τους αναγνωρισμένα εύπορους πωλητές ορίζεται στο άρθρο 10 πως πληρώνουν μια ειδική εισφορά, που καθορίζεται από τον υπουργό των Οικονομικών και μπορεί να φθάσει ως τα 80% από τη σημερινή αξία του ακινήτου. Η έννοια του ποιος είναι ομολογούμενα πλούσιος είναι γνωστή. Οπωσδήποτε όμως σε τελευταίο στάδιο μπορεί το Λαϊκό δικαστήριο να λύσει μια αμφισβήτηση που τυχόν θα υπάρξει γύρω από την έννοια αυτή. Το προϊόν της αναγκαστικής αυτής εισφοράς θα διατεθεί για την ανοικοδόμηση εργατικών και αγροτικών κατοικιών. Όπως επίσης και η υπόλοιπη περιουσία του ταμείου ύστερα από τη διάλυσή του. Επειδή ιδιαίτερα στην περίπτωση του εύπορου πωλητή μπορεί να υπάρξει συμπαιγνία ανάμεσα στον πωλητή και στον αγοραστεί, με το άρθρο 11 προβλέπεται πως το Λαϊκό συμβούλιο αποχτά αυτό το ακίνητο αν ο πωλητής δε θέλει να επωφεληθεί από το νόμο.

Αυτές τις λύσεις αντιμετωπίζει το νομοσχέδιο, που πιστεύουμε πως ανταποκρίνεται και στο συμφέρον των ενδιαφερομένων και σε μια δημοκρατική έννοια της δικαιοσύνης. Μια σειρά άλλα ζητήματα λύνονται από το νομοσχέδιο, αλλά επειδή πάντα θα δημιουργηθούν και νέα ζητήματα στην εφαρμογή του, προβλέπεται με το άρθρο 13 πως οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του νόμου θα ορισθούν με διάταγμα.

Στην έδρα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης

3 του Φλεβάρη 1948

Ο υπουργός της Δικαιοσύνης

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΗΣ

Ο υπουργός των Οικονομικών

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΡΤΖΙΩΤΑΣ

***

ΝΟΜΟΣ ΑΡΙΘ. 4

Για την ακύρωση αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής

Έχοντας υπόψη την Ιδρυτική μας πράξη της 23 του Δεκέμβρη 1947

Αποφασίζουμε

Άρθρο 1

Ακυρώνονται όλες οι αγοραπωλησίες ακινήτων αστικών και αγροτικών, που έγιναν στο χρονικό διάστημα από τις 6 του Απρίλη 1941 μέχρι 14 του Νοέμβρη 1944. Επίσης ακυρώνονται και οι αναγκαστικοί τους πλειστηριασμοί που έγιναν στο ίδιο αυτό χρονικό διάστημα. Επίσης θεωρούνται άκυρες και οι μεταγενέστερες αγοραπωλησίες ή πλειστηριασμοί, καθώς και τα μεταγενέστερα από την πώληση ενυπόθηκα βάρη πάνω στο ακίνητο της ίδιας κατηγορίας.

Άρθρο 2

Οι αρμόδιοι φύλακες μεταγραφών, με αίτηση του ενδιαφερομένου, σημειώνουν την ακύρωση του πωλητηρίου συμβολαίου στο περιθώριο του βιβλίου μεταγραφών, χωρίς άλλη διατύπωση.

Η αίτηση αυτή πρέπει, με ποινή ακυρότητας, να υποβληθεί μέσα σε 6 μήνες από σήμερα για τις απελευθερωμένες περιοχές ή 6 μήνες από τη στιγμή της εγκατάστασης της λαϊκής εξουσίας σε κάθε άλλη απελευθερωμένη περιοχή. Σαν χρονικό σημείο εγκατάστασης της λαϊκής εξουσίας θεωρείται η εκλογή Λαϊκού συμβουλίου στο ελεύθερο χωριό ή πόλη.

Άρθρο 3

Για να είναι ισχυρή η αίτηση, πρέπει να συνοδεύεται είτε από γραμμάτιο κατάθεσης στο δημόσιο ταμείο του ισότιμου σε σημερινές δραχμές του τιμήματος που πουλήθηκε τότε το ακίνητο, είτε με απόδειξη παραλαβής από το δικαιούχο σύμφωνα με το άρθρο 9 του ισότιμου αυτού του τιμήματος, ανάλογα με τις περιπτώσεις. Η κατάθεση στο δημόσιο ταμείο ή στο ταμείο του Λαϊκού συμβουλίου γίνεται υπέρ του ταμείου αποζημίωσης φτωχών αγοραστών ακινήτων επί κατοχής, που συσταίνεται με τούτο το νόμο. Σε περίπτωση που σύμφωνα με απόφαση του Λαϊκού δικαστηρίου πρόκειται ο πωλητής να καταβάλει σε δόσεις το ισότιμο αυτό, στην αίτηση επισυνάπτεται η απόφαση του Λαϊκού δικαστηρίου και απόδειξη πως κατέβαλε την πρώτη δόση.

Άρθρο 4

Σύμφωνα με την έννοια του παρόντος νόμου, εύπορος αγοραστής ακινήτου θεωρείται εκείνος που, στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 1, αγόρασε, είτε στο όνομά του, είτε στο όνομα συγγενών του σε ευθεία γραμμή επ’ άπειρο, σε πλάγια γραμμή και εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού ή συζύγου, περισσότερα από ένα διώροφο ή από δύο μονώροφα αστικά ακίνητα ή αγροτικά κτήματα μεγαλύτερα συνολικά από 100 στρέμματα. Μεσαίος αγοραστής θεωρείται εκείνος που αγόρασε στ’ όνομά του ή στο όνομα συγγενών του, όπως πιο πάνω, ένα μόνο διώροφο ή δύο το πολύ μονώροφα σπίτια ή αγροτικά το πολύ 100 στρέμματα. Φτωχός αγοραστής θεωρείται εκείνος που αγόρασε μικρό ακίνητο που η προπολεμική του τιμή συνολικά δεν υπερέβαινε τις 100 χιλιάδες δραχμές για μεγάλες πόλεις ή 50 χιλιάδες δραχμές για μικρές πόλεις και χωριά, ή αγροτικά κτήματα μικρότερα συνολικά από 20 στρέμματα. Όταν πρόκειται για αγροτικά κτήματα με εξαιρετική απόδοση, το Λαϊκό δικαστήριο με αίτηση του ενδιαφερομένου, μπορεί να ελαττώσει τα διακριτικά όρια στα στρέμματα για κάθε κατηγορία αγοραστών, που ορίζονται στο άρθρο αυτό.

Αγορες ακινήτων από συγγενείς σε ευθεία γραμμή επ’ άπειρο, σε πλάγια γραμμή και εξ αγχιστείας μέχρι τρίτο βαθμό ή συζύγους θεωρούνται με νόμιμο τεκμήριο πως έγιναν από ένα και το ίδιο πρόσωπο.

Άρθρο 5

Οι εύποροι αγοραστές δεν έχουν δικαίωμα να πάρουν καμιά αποζημίωση για την ακύρωση των αγοραπωλησιών τους. Αυτοί που πούλησαν ακίνητα σε εύπορο αγοραστή καταθέτουν το ισότιμο σε σημερινές δραχμές του τιμήματος στο δημόσιο ταμείο επ’ ονόματι του ταμείου αποζημίωσης φτωχών αγοραστών ακινήτων επί κατοχής. Το Λαϊκό δικαστήριο της περιφερείας του ακινήτου μπορεί με αίτηση του ενδιαφερομένου, αν βεβαιωθεί πως η οικονομική κατάσταση του πωλητή δεν επιτρέπει απολύτως την άμεση καταβολή ολόκληρου του ισότιμου, να διατάξει την καταβολή σε δόσεις που ορίζει το ίδιο, πάντως σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια.

Άρθρο 6

Οι μεσαίοι αγοραστές ακινήτων έχουν δικαίωμα να πάρουν από τον πωλητή το ισότιμο του τιμήματος σε σημερινές δραχμές. Αν ο πωλητής έχει καταθέσει το ισότιμο αυτό του τιμήματος στο δημόσιο ταμείο ή στο ταμείο του Λαϊκού συμβουλίου, ο αγοραστής δικαιούται ν’ αναλάβει το ποσό με απόφαση του προέδρου του Λαϊκού δικαστηρίου της περιφερείας του ακινήτου. Ο δημόσιος ταμίας υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό στο δικαιούχο που θα του προσκομίσει απόφαση του προέδρου.

Το Λαϊκό δικαστήριο της περιφερείας του ακινήτου μπορεί να διατάξει την καταβολή του ισότιμου σε δόσεις μέσα σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, αν βεβαιωθεί πως η οικονομική κατάσταση του πωλητή δεν επιτρέπει απολύτως την άμεση καταβολή του.

Άρθρο 7

Οι φτωχοί αγοραστές έχουν το δικαίωμα να πάρουν από το ταμείο αποζημίωσης των φτωχών αγοραστών ακινήτων επί κατοχής ολόκληρη τη σημερινή αξία του ακινήτου που η κυριότητά του επιστρέφεται στον πωλητή σύμφωνα με το άρθρο 1. Η αξία αυτή ορίζεται από το Λαϊκό δικαστήριο της περιφερείας του ακινήτου. Ο πωλητής στην περίπτωση αυτή καταθέτει στο ταμείο το ισότιμο του τιμήματος που πήρε στην πώληση.

Αν συμφωνήσουν ο πωλητής και ο φτωχός αγοραστής ακινήτου, μπορεί ο πωλητής να παραιτηθεί από το δικαίωμά του ν’ ακυρώσει την αγοραπωλησία με δήλωσή του στο φύλακα μεταγραφών. Στην περίπτωση αυτή, ο πωλητής έχει δικαίωμα να πάρει από το ταμείο τα 70% από την σημερινή αξία του ακινήτου με απόφαση του προέδρου του Λαϊκού δικαστηρίου της περιφερείας του ακινήτου και το ακίνητο μένει στον αγοραστή.

Άρθρο 8

Ιδρύεται Ταμείο αποζημίωσης φτωχών αγοραστών ακινήτων επί κατοχής, με πόρους τα έσοδα που ορίζονται στο νόμο αυτό. Η διοίκηση του ταμείο και όλα τα σχετικά με τη λειτουργία του ορίζονται με διάταγμα που εκδίδεται από τον υπουργό της Δικαιοσύνης.

Η διάθεση του υπολοίπου της περιουσίας του ταμείου ύστερα από την εκκαθάριση όλων των λογαριασμών και τη διάλυσή του, γίνεται για την ανοικοδόμηση εργατικών και αγροτικών κατοικιών. Οι λεπτομέρειες ορίζονται με κοινή απόφαση των υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών.

Άρθρο 9

Η μετατροπή του τιμήματος από την αξία που είχε όταν πουλήθηκε το ακίνητο σε σημερινές δραχμές, γίνεται από το Λαϊκό δικαστήριο της περιφερείας του ακινήτου με αίτηση του ενδιαφερομένου. Το Λαϊκό δικαστήριο παίρνει υπόψη του τη μέση αξία της δραχμής στο τρίμηνο από τη μέρα που έγινε η αγοραπωλησία με βάση τις τιμές διαφόρων ειδών, τον τιμάριθμο και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο στο χρονικό αυτό διάστημα. Και μετατρέπει την αξία αυτή σε σημερινές δραχμές, παίρνοντας υπόψη τα ίδια στοιχεία τον καιρό που γίνεται η μετατροπή. Κριτήρια για την αξία της δραχμής στο διάστημα της κατοχής, σε σχέση με την σημερινή δραχμή, που συντάσσονται από το αρμόδιο υπουργείο ή από τον αρμόδιο κρατικό οργανισμό, είναι υποχρεωτικά για το Λαϊκό δικαστήριο.

Άρθρο 10

Πωλητές ακινήτων επί κατοχής ομολογούμενα πλούσιοι, που ωφελούνται από την εφαρμογή του νόμου αυτού, μπορούν με απόφαση του υπουργού των Οικονομικών να φορολογηθούν με ειδική εισφορά, που μπορεί να φθάσει ως τα 80% της σημερινής αξίας του ακινήτου. Το προϊόν της φορολογίας αυτής διατίθεται για την ανοικοδόμηση εργατικών και αγροτικών κατοικιών.

Άρθρο 11

Σε περίπτωση που πωλητές ακινήτων επί κατοχής δε θέλουν να επωφεληθούν από το νόμο αυτό, το Λαϊκό συμβούλιο της περιφερείας του ακινήτου υπεισέρχεται στα δικαιώματά τους και γίνεται αυτό ιδιοκτήτης του ακινήτου που ακυρώνεται η αγοραπωλησία σύμφωνα με τούτον τον νόμο.

Άρθρο 12

Τα ζητήματα κατοχής των ακινήτων που ακυρώνονται οι αγοραπωλησίες κανονίζονται από το Λαϊκό δικαστήριο της περιφερείας του ακινήτου. Το ίδιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να λύνει κάθε διαφορά που θα προκύψει από την εφαρμογή του νόμου αυτού.

Άρθρο 13

Κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του νόμου αυτού μπορεί να οριστεί με διάταγμα που εκδίδεται από τον υπουργό της Δικαιοσύνης.

Άρθρο 14

Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει αντιρρήσεις είτε εναντίον της μεταγραφής που έκανε ο πωλητής, είτε εναντίον άλλης ενέργειας του πωλητή ή άλλου, σε εφαρμογή του νόμου αυτού, μπροστά στο Λαϊκό δικαστήριο της περιφερείας του ακινήτου. Οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες αν περάσει ένας χρόνος από τη στιγμή της εγκατάστασης της λαϊκής εξουσίας στην περιφέρεια του ακινήτου. Εξαιρετικά στην περίπτωση του άρθρου 11, μπορεί το Λαϊκό συμβούλιο να ενεργήσει τη μεταγραφή ή να υποβάλει αντιρρήσεις υπερασπίζοντας το δικαίωμα που πηγάζει από το άρθρο 11, μέσα σε χρονικό διάστημα 18 μηνών από την εγκατάσταση της λαϊκής εξουσίας.

Άρθρο 15

Ο νόμος αυτός θα υποβληθεί στην έγκριση της Λαϊκής εθνοσυνέλευσης μόλις αυτή συγκληθεί.

Στην έδρα της Προσωρινής Δημοκρατικής κυβέρνησης

6 του Φλεβάρη 1948

Ο Πρόεδρος

Στρατηγός ΜΑΡΚΟΣ

Τα Μέλη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΠΕΤΡΟΣ ΡΟΥΣΟΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΗΣ, ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΚΚΑΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΡΤΖΙΩΤΑς, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΛΑΝΤΑΣ, ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΡΙΓΓΟΣ

Θεωρήθηκε και σφραγίστηκε

Στην έδρα της Προσωρινής Δημοκρατικής κυβέρνησης

6 του Φλεβάρη 1948

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΗΣ

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης, χρόνος 1ος, αριθ. φύλλου 3, Ελεύθερη Ελλάδα, Έδρα της Προσωρινής Κυβέρνησης, 7 του Φλεβάρη 1948.

Αντίγραφο της εφημερίδας υπάρχει στην ιστοσελίδα των ΑΣΚΙ.

Μαρτυρίες για τη Νάκμπα: Η σφαγή Παλαιστινίων στην Ταντούρα (22-23/05/1948)

75 χρόνια συμπληρώνονται από την απελευθέρωση των κρατουμένων στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και η μνήμη από αυτό το γεγονός, όπως και όλων όσων εκτελέστηκαν με τον πλέον βιομηχανοποιημένο τρόπο εκεί μέσα, διασύρεται από τους επίδοξους μονοπωλητές της μνήμης του εβραϊκού Ολοκαυτώματος, τους ιμπεριαλιστές, τους σιωνιστές και τα φερέφωνά τους: Ο υπόδικος σύμμαχος Μητσοτάκη-Τσίπρα Νετανιάχου, εκμεταλλεύτηκε προεκλογικά την επέτειο, οργανώνοντας συγκέντρωση πολιτικών αρχηγών από όλη την οικουμένη στην κατεχόμενη Ιερουσαλήμ· ο Τραμπ καλεί τους Γκαντζ και Νετανιάχου στο Λευκό Οίκο για να συζητήσει τα της δημοσίευσης του λεγόμενου “Σχεδίου του Αιώνα” για την προσάρτηση της εναπομείνασας λεύτερης Παλαιστίνης· σιωνιστές καίνε τζαμί στην κατεχόμενη Ιερουσαλήμ· οι δε απολογητές των σιωναζί (Shades Magazine κ.ά.), που βάζουν εντός εισαγωγικών το ότι το Ισραήλ δολοφονεί παιδιά στη Γάζα (όπως αντίστοιχα ο Πλεύρης αρνείται το Ολοκαύτωμα), κολλάνε αφίσες όπου καθυβρίζονται ως αντισημίτες όσοι επικρίνουν μία παροδική, φιλοϊμπεριαλιστική δολοφονική ιδεολογία και πρακτική, αυτή του σιωνισμού, που έχουν υιοθετήσει κάποιοι, αλλά όχι όλοι οι απανταχού Εβραίοι, ούτε καν εντός Ισραήλ.

Τα πράγματα, όμως, είναι απλά, ό,τι και να κάνουν γκαιμπελίσκοι τύπου Shades Magazine. Η καλύτερη υπεράσπιση της μνήμης του εβραϊκού Ολοκαυτώματος είναι η έμπρακτη αντίσταση σε οποιαδήποτε επανάληψη (έστω και μικρότερης κλίμακας και χρονικά εκτεινόμενο σε μεγαλύτερο διάστημα) βιομηχανοποιημένου συστήματος μαζικών διώξεων, εθνοκαθάρσεων και γενοκτονιών, σε εθνική ή θρησκευτική βάση: ακόμα κι αν αυτή η επανάληψη υλοποιείται από τμήμα απογόνων θυμάτων του Ολοκαυτώματος· ο αγώνας ενάντια στον παλιό, αλλά και το νέο αντισημιτισμό: την ισλαμοφοβία· ο αγώνας ενάντια στο σιωνισμό, που όπως έλεγε και το κομμουνιστικό κίνημα το 1947, αποπροσανατόλιζε τις εβραϊκές μάζες από τον αγώνα ενάντια στον αντισημιτισμό· ο αγώνας για συνύπαρξη Εβραίων και Αράβων στην Παλαιστίνη, που ακόμα και το ψήφισμα της ΓΣ του ΟΗΕ του ’47 για δύο μικτά πληθυσμιακά κράτη και στενή Οικονομική Ένωσή τους, προέβλεπε· η διατήρηση της μνήμης για όλες τις αντίστοιχης βάσης σφαγές που συνέβησαν στον κόσμο προς όφελος των ιμπεριαλιστών, φυσικά μετά το εβραϊκό Ολοκαύτωμα, ως υπενθύμιση για εγρήγορση.

Μία από αυτές είναι και η σφαγή στην Ταντούρα της Παλαιστίνης, την οποία διέπραξαν ένοπλοι σιωνιστές το Μάη του 1948. Η ανάδειξη της σφαγής στην Ταντούρα από φοιτητή εντός “δημοκρατικού” Ισραήλ, ενάντια στην παραποίηση της Ιστορίας, μέσω της απόκρυψής της, οδήγησε στη μεσαιωνική δίκη του το 2000, όπου ο φοιτητής υποχρεώθηκε σε “δήλωση μετανοίας”, καθώς το Ισραήλ μεθοδευμένα προσπαθεί να αποκρύψει τις σφαγές και την εθνοκάθαρση που βάσει σχεδίου, όπως οι Ναζί, διέπραξαν οι σιωνιστές κατά την ίδρυσή του (βλ. εδώ και εδώ). Η ανάδειξη της σφαγής επουδενί δεν ρίχνει τις ευθύνες στους ανά τη Γη Εβραίους, πολλώ δε μάλλον όταν αποδεικνύεται παρακάτω από τους μάρτυρες της σφαγής ότι υπήρχαν Εβραίοι έποικοι που και βοήθησαν και συνυπήρχαν ειρηνικά με τους κατοίκους της Παλαιστίνης.

***

Μοχάμαντ Άμπου Χάνα, γεννημένος το 1936, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων στο Γιαρμούκ

Ξυπνήσαμε μεσονυχτίς από πυκνά πυρά. Οι γυναίκες άρχισαν να φωνάζουν και να βγαίνουν από τα σπίτια κουβαλώντας τα παιδιά τους, και να συγκεντρώνονται σε διάφορα σημεία του χωριού.

Εγώ επίσης έφυγα από το σπίτι κατά τη διάρκεια της μάχης και προχωρούσα στο δρόμο προσπαθώντας να δω τι συμβαίνει. Ξαφνικά, μια γυναίκα μου φώναξε: “Ο θείος σου είναι τραυματισμένος! Γρήγορα, φέρε οινόπνευμα!”. Είδα το θείο μου με μια πληγή στον ώμο του και το αίμα να τρέχει σαν να ήταν συντριβάνι. Επειδή ήμουν νέος, δεν γνώριζα από φόβο. Άρπαξα ένα άδειο μπουκάλι και έτρεξα στο ιατρείο του χωριού. Η νοσοκόμα Ζαχαμπίγια, μια χριστιανή από το χωριό, γέμισε το μπουκάλι με οινόπνευμα και γύρισα πίσω στο θείο μου. Οι γυναίκες καθάρισαν την πληγή και πήγαν το θείο μου στο σπίτι μας, όπου τον έκρυψαν από τους Ισραηλινούς στην αποθήκη των σιτηρών.

Το ειδυλλιακό τοπίο της Ταντούρα δεν θυμίζει σε τίποτα τη σφαγή που διέπραξαν οι σιωνιστές το 1948

Όμως οι στρατιώτες είδαν τα ίχνη από αίμα πού οδηγούσαν και σύντομα εισέβαλαν, ρωτώντας τον παππού μου πού βρισκόταν ο θείος μου. Ο παππούς μου είπε ότι δεν γνώριζε. Έφυγαν, αλλά επανήλθαν πολλές φορές κάνοντας την ίδια ερώτηση. Σε κάποια φάση, ο θείος μου, που πόναγε, ζήτησε τσιγάρο, και η γιαγιά μου του έδωσε. Όταν οι στρατιώτες ξαναγύρισαν, η μυρωδιά από το τσιγάρο που έκαιγε, ξεκαθάρισε το ζήτημα. Άρπαξαν το θείο μου και τον πήραν μαζί τους. Καθώς έβγαιναν, προσέβαλλαν τον παππού μου, φωνάζοντάς του ότι είναι ψεύτης. Αυτός απαντούσε ότι προσπαθούσε μόνο να υπερασπιστεί το γιό του, όπως καθένας θα έκανε.

Ο θείος μου επέζησε χάρη στην επέμβαση του προέδρου του Ζίχρον Γιαακόβ (σ.σ.: οικισμός εβραίων εποίκων 5 χλμ. περίπου από την Ταντούρα). Αυτός είχε καλές σχέσεις με τον παππού μου, που ήταν πρόεδρος της Ταντούρα.

Το πρωί, οι πυροβολισμοί είχαν πια σταματήσει και οι επιτιθέμενοι οδήγησαν όλους τους κατοίκους στην παραλία. Τους ξεχώρισαν, τις γυναίκες και τα παιδιά από τη μια πλευρά, και τους άντρες από την άλλη. Έκαναν σωματική έρευνα στους άντρες και τους διέταξαν να κρατάνε τα χέρια τους πάνω από τα κεφάλια τους. Οι γυναίκες στρατιώτες έκαναν σωματική έρευνα στις γυναίκες και τους πήραν όλα τα κοσμήματα, που έβαλαν σε ένα κράνος στρατιώτη. Δεν τα έδωσαν πίσω όταν μας εξόρισαν προς το Φουράιντις (σ.parapoda: χωριό που επέζησε της Νάκμπα και που, με τον εγκλεισμό εκεί εκδιωχθέντων από άλλα παλαιστινιακά χωριά, εξελίχτηκε σε πόλη). Καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχείρησης, πολεμικά πλοία έπλεαν στα ανοιχτά.

Στην παραλία, οι στρατιώτες απομάκρυναν άντρες κατά ομάδες, και άκουγες πυροβολισμούς μετά από κάθε αναχώρηση.

Κατά το απόγευμα, οδηγηθήκαμε πεζή σε έναν οπωρώνα ανατολικά του χωριού, και είδα πτώματα πάνω σε ένα κάρο που έσερναν άντρες από την Ταντούρα που άδειαζαν το φορτίο σε έναν μεγάλο λάκκο. Έπειτα, έφτασαν φορτηγά, στα οποία φορτώθηκαν γυναίκες και παιδιά και οδηγήθηκαν στο Φουράιντις. Κατά μήκος του δρόμου, κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές, άλλα πτώματα βρίσκονταν διάσπαρτα.

Μοχάμαντ Ιμπραχήμ Άμπου Αμρ, γεννημένος το 1935, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων στο Γιαρμούκ

Βρισκόμασταν συγκεντρωμένοι στο κέντρο του χωριού, στο σπίτι του Χατζ Μαχμούντ Αλ Γιάχια. Όταν το χωριό έπεσε και οι στρατιώτες μπήκαν σε αυτό, μας οδήγησαν στην παραλία. Καθ’ οδόν, κοντά στο σπίτι του Μπαντράν στο δρόμο που οδηγούσε στο τζαμί, μέτρησα τα πτώματα εφτά νεαρών από το χωριό.

Μια γυναίκα, η Ίζα Ιμπραχήμ Αλ Χίντι, άρχισε να ουρλιάζει, όμως ένας πυροβολισμός την έκανε να σωπάσει για τα καλά. Αυτή η γυναίκα ήταν η μητέρα του μάρτυρα Αμπντ Αλ Ουαχάμπ Χασάν Αμπντ Αλ Άαλ, που είχε σκοτωθεί στα τέλη του 1947 από βόμβες που είχαν τοποθετήσει Εβραίοι στην αγορά της Χάιφα.

Όταν μας φόρτωσαν σε φορτηγά, είδαμε πτώματα στοιβαγμένα σαν να ‘ταν κούτσουρα. Μια γυναίκα αναγνώρισε τον ανιψιό της ανάμεσα στους νεκρούς: ήταν ο Μοχάμαντ Άουαντ Άμπου Ίντρις. Άρχισε να ουρλιάζει. Δεν είχε ακόμα μάθει ότι οι τρεις γιοί της είχαν την ίδια μοίρα. Οι γιοί της, Άχμαντ Σουλεϊμάν, Χαλίλ και Μούσταφα, είχαν δολοφονηθεί, όμως εμείς το μάθαμε αργότερα, όταν ήμασταν πια στην εξορία. Όμως η μητέρα τους αρνιόταν να το πιστέψει και επέμενε ότι είχαν καταφέρει να φύγουν για την Αίγυπτο και ότι θα επέστρεφαν μια μέρα να τη βρουν. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της περιμένοντάς τους.

Αμίνα Αλ Μάσρι (Ουμ Μούσταφα), γεννημένη το 1925, κάτοικος του προαστίου της Δαμασκού, Καμπούν.

Από τη στιγμή (σ.parapoda: αρχές Μάη ’48) που το χωριό Καφρ Λαμ (σ.parapoda: χωριό 26 χλμ.νοτίως της Χάιφα. Ισοπεδώθηκε από τους σιωνιστές εισβολείς. Στα συντρίμμια του τοποθετήθηκαν σε δύο οικισμούς Άγγλοι και Νοτιοαφρικάνοι, καθώς και ουγγρόφωνοι της καρπαθιανής Ρουθηνίας) καταλήφθηκε μετά την πτώση της Χάιφα (σ.parapoda: 23/04/1948), αρχίσαμε να φοβόμαστε μια επικείμενη επίθεση στην Ταντούρα. Τη νύχτα της επίθεσης, άντρες εκτελούσαν χρέη φύλακα στις διάφορες εισόδους του χωριού, όμως ήταν φτωχά εξοπλισμένοι. Άκουσα πυρά και σκέφτηκα ότι προέρχονταν από την Αλ Μπαμπ (την κεντρική είσοδο), δηλαδή, από τα νοτιοανατολικά της πόλης. Ξύπνησα το σύζυγό μου. Αρχικά, έλεγε ότι ονειρευόμουν, όμως τα πυρά πύκνωναν, και άρχισαν να ακούγονται εκρήξεις κλπ. Ήρθαν από το λόφο Ουμ Ρασίντ από τα νότια και από την κατεύθυνση του Μπουρτζ, από την παραλία προς βορρά, όπου βρίσκονται τα απομεινάρια της ρωμαϊκής περιόδου. Βγάλαμε τα παιδιά έξω από το σπίτι και σπεύσαμε στο σπίτι των γονιών μου. Ήταν τρομοκρατημένοι. Τα πυρά σταμάτησαν για λίγο και ο κόσμος πίστεψε ότι η μάχη είχε τελειώσει. Πόσο αφελείς ήμασταν! Ο Άμπου Χαλίλ Αμπντ Αλ Άαλ πίστευε μάλιστα ότι είχε αντιμετωπιστεί επιτυχώς η εβραϊκή επίθεση και φώναζε: “Νικήσαμε! Τους καταφέραμε!” Λίγα λεπτά, όμως αργότερα, τα πυρά άρχισαν ξανά, πιο έντονα, συνοδευόμενα από βομβαρδισμό. Οι άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις φωνάζοντας: “Μπήκαν οι Εβραίοι στο χωριό! Μπήκαν στο χωριό!”

Το πρωί, όταν μας οδήγησαν στο σημείο συγκέντρωσης στην παραλία, σκότωσαν τον Φαντλ Άμπου Χάνα στο σημείο που είναι γνωστό ως Μάρα. Ο Φαντλ ήταν άοπλος, όμως φόραγε ένα χακί μπουφάν. Μπροστά στα μάτια μας, πήραν μια ομάδα αντρών μακριά και τους σκότωσαν όλους πλην ενός. Σε αυτόν είπαν: “Πήγαινε πες στους άλλους τι είδες”.

Αναζητώντας χρήματα και χρυσό, προχώρησαν στο να ψάχνουν ακόμα και τις κουβέρτες που τυλίγαμε τα μωρά. Και όταν ένα μικρό κορίτσι καθυστερούσε να βγάλει ένα σκουλαρίκι του, μια γυναίκα στρατιώτης τής το τράβηξε, και το μικρό άρχισε να αιμορραγεί.

Έπειτα μας οδήγησαν σε ένα κομμάτι γης που ανήκε στην οικογένεια Ντασούκι. Πήγαμε εκεί ξυπόλητοι περπατώντας πάνω σε πέτρες και θάμνους. Έπειτα μας φόρτωσαν σε φορτηγά και μας πήγαν στο Φουράιντις. Εκεί, ο παππούς μου, Χατζ Μαχμούντ Άμπου Χάνα, διαισθανόμενος ότι είχε έρθει η ώρα του, έστειλε μια από τις κόρες της να του βρει ένα σάβανο στο Άιν Γαζάλ ή το Ίτζζιμ (σ.parapoda: κατελήφθησαν στις 24/7/48, υπέστησαν εθνοκάθαρση, και ισοπεδώθηκαν – πλήρως το πρώτο, μερικώς το δεύτερο – από τους σιωνιστές εισβολείς, οι οποίοι έκαψαν και εκτέλεσαν 25-30 υπερασπιστές του πρώτου, ενώ, σύμφωνα με έρευνα του ΟΗΕ, αγνοούνται 130 κάτοικοι). Αυτή δεν μπόρεσε να βρει κάτι σε κανένα από τα δύο μέρη και επέστρεψε με άδεια χέρια. Όμως αυτός είχε αφήσει ήδη την τελευταία του πνοή, αφότου είχε σκύψει δυο φορές προς το έδαφος και διαβάσει αποσπάσματα από το Κοράνι, παρακαλώντας το Θεό να μην τον αφήσει να πεθάνει έξω από την Παλαιστίνη. Αργότερα βγήκαμε ένα πάπλωμα, από όπου βγάλαμε το μαλλί, για να φτιάξουμε σάβανο, και τον τυλίξαμε για την ταφή.

Στο Φουράιντις, ένα στρατιωτικό όχημα που οδηγούσε μια γυναίκα στρατιώτης, επίτηδες πάτησε μια γυναίκα από την Ταντούρα, την Αμίνα Μοχάμαντ Άμπου Ούμαρ, τη γυναίκα του Φαλίχ Α’ Σά’μπι, που επέστρεφε από το χωράφι με ένα δεμάτι από σιτάρι στο κεφάλι της, που είχε μαζέψει για να ταΐσει τα παιδιά της. Μια γυναίκα, που ήταν μάρτυρας της σκηνής, έτρεξε να τραβήξει το πτώμα της γυναίκας από το δρόμο. Ένα άλλο όχημα στράφηκε κατά πάνω της. Δεν την πέτυχε, όμως πέρασε πάνω από το πτώμα της γυναίκας για δεύτερη φορά.

Εκείνη τη μέρα, είπα μέσα μου ότι ήρθε το τέλος και ότι κανένας μας δεν θα επιζούσε από αυτά τα γεγονότα.

Περάσαμε ένα μήνα στο Φουράιντις. Ένα παιδί γεννήθηκε εκεί, το πρώτο παιδί της Ταντούρα που γεννήθηκε μετά τη σφαγή. Η οικογένεια, οι Άμπου Σαφίγια, είχε χάσει τους περισσότερους άντρες τη μέρα της πτώσης του χωριού.

Φαρίντ Τάχα Σαλάμ, γεννημένος το 1915, κάτοικος του προαστίου της Δαμασκού Καμπούν

Αφότου ακούσαμε τα νέα ότι η Χάιφα και τα γύρω χωριά είχαν πέσει, ξεκινήσαμε έρανο για να αγοράσουμε όπλα. Ό,τι είχαμε ήταν λίγα τουφέκια και ένα αυτόματο, ένα Μπρεν. Τα περισσότερα όπλα ήταν αγγλικά που ανήκαν στην αστυνομία που είχε αποστρατευτεί από τους Άγγλους. Είχαμε επίσης λίγα κυνηγετικά.

Οργανωθήκαμε για νυχτερινές περιπολίες, όμως είχαμε περισσότερους άντρες από όσο όπλα. Τα σημεία φύλαξης ήταν το Καρκούν, το Ταλάτ Ουμ Ρασίντ, ο πύργος υδροδεξαμενής, ο ναός, το Αλ Μπαμπ, το Μπουρτζ και η Ουάρσα. Σε κάθε πόστο, υπήρχαν λίγοι άντρες, όσα και όπλα. Η εκπαίδευσή μας δεν προχώρησε πέρα από της λύσης και συναρμολόγησης όπλων, και ακόμα και τότε, όσοι ήξεραν να κάνουν κάτι τέτοιο, πρακτικά τους βλέπαμε ως επαγγελματίες. Οι καλύτεροι ήταν εκείνοι που είχαν υπηρετήσει στην αγγλική αστυνομία.

Όταν άρχισε η επίθεση, οι φρουροί μας ανταπέδωσαν τα πυρά, μέχρις ότου εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά. Εξαιτίας της έλλειψης πείρας, μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών σπαταλήθηκε πολύ γρήγορα. Οι περισσότεροι από τους υπερασπιστές συμπτύχθηκαν προς το κέντρο του χωριού, άλλοι κατάφεραν να βγουν έξω από την Ταντούρα, και μια τρίτη ομάδα φρουρών δεν εγκατέλειψαν τα πόστα της μέχρις ότου να δολοφονηθούν επί τόπου ή να αιχμαλωτιστούν και να δολοφονηθούν ακολούθως.

Οι κάτοικοι είχαν συγκεντρωθεί από τους νικητές. Ομάδες αντρών απομακρύνονταν κατά σειρά, και δεν γνωρίζαμε τι τους συνέβαινε. Θυμάμαι ότι η τελευταία ομάδα αριθμούσε περί τους 40 άντρες. Ο Τάχα Μαχμούντ Αλ Κάσιμ ήταν ένας από όσους επέστρεψαν. Μας είπε ότι ένας Εβραίος ρώτησε την ομάδα του: “Ποιος από εδώ μιλάει εβραϊκά;”. Όταν ο Τάχα του είπε ότι αυτός μιλάει, τότε ο Εβραίος είπε: “Δες πώς αυτοί πεθαίνουν και πήγαινε πες το στους άλλους”. Έπειτα, τους έβαλαν μπροστά από έναν τοίχο και τους δολοφόνησαν.

Αργότερα, ο Γιαακόβ, που ήταν πρόεδρος του Ζίχρον Γιαακόβ, ήρθε στην παραλία όπου κρατούμασταν. Ο πατέρας μου, που τον γνώριζε, του είπε: “Άμπου Γιούσεφ, το χωριό έχει πέσει, και έχετε πάρει όλα τα όπλα. Τι άλλο θέλετε;”. Απάντησε: “Τάχα, πρέπει να σας συμφιλιώσουμε με τη Χαγκανά προκειμένου να μπορέσουμε να σταματήσουμε τη μάχη”.

Αργότερα, όταν ήμασταν φυλακισμένοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Σάραφαντ (σ.parapoda: χωριό 5 χλμ.βορειοδυτικά της Ράμλα, κατελήφθη στις 20/5/48, ισοπεδώθηκε πλην έξι σπιτιών, και εθνοκαθάρθηκε πλήρως. Στη θέση του βρίσκονται ένας οικισμός εποίκων από την Αργεντινή και η μεγαλύτερη στρατιωτική βάση του Ισραήλ), γνώρισα έναν νεαρό Εβραίο που πρέπει να ήταν γύρω στα 17. Μια μέρα τον ρώτησα: “Από πού είσαι; Γιατί ήρθες στην Παλαιστίνη;” Μου είπε ότι είχε έρθει από τη Ρωσία και πρόσθεσε: “Αν άκουγε κανείς ότι πλέον έχει ένα κράτος, ποιος δεν θα ‘σπευδε εκεί;” Έπειτα, θυμήθηκα το Ρόθτσιλντ, ο οποίος είχε επισκεφτεί την Ταντούρα τη δεκαετία του ’20. Όταν βρήκε μόνο Άραβες εκεί, επέπληξε τους Εβραίους του Ζίχρον Γιαακόβ γιατί δεν είχαν καταφέρει να αγοράσουν καμία έκταση από το χωριό. Ακόμα και ο Μούσα, ο οποίος ήταν Εβραίος, και είχε έρθει στο χωριό μας, και ζούσε εκεί, καλλιεργούσε μια έκταση, είχε αγοράσει ένα σπίτι, και τον αποκαλούσαμε “Μούσα ο Ταντουρανός” – ακόμα κι αυτός έφυγε, γιατί ένιωθε ξένος ανάμεσά μας.

Μούσα Αμπντ Αλ Φάταχ Αλ Χάτιμπ, γεννημένος το 1924, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων στο Γιαρμούκ

Τη νύχτα της 23ης Μάη 1948, ο Μοχάμαντ Αλ Χίντι, ο οποίος ήταν επικεφαλής της φρουράς του χωριού, με είχε καλέσει να κάτσω σκοπιά στο Ντάμπιτ Αλ Μπι’ρ, ανάμεσα στον πύργο υδροδεξαμενής και το σχολείο. Εκεί βρήκα τον Ίσα Αλ Φάχρι, ο οποίος είχε ένα κυνηγετικό, τον Αμπντ Αλ Τζαμπάρ Τάχα Αλ Σαΐχ Αλ Μαχμούντ, ο οποίος είχε ένα γερμανικό τουφέκι και 50 σφαίρες, το γιο του προέδρου της Καισάρειας (σ.parapoda: χωριό 37 χλμ. ΝΔ της Χάιφα, εθνοκαθάρθηκε πλήρως από τρομοκράτες της Χαγκανά και άλλους εποίκους μεταξύ 12/1-15/2/48, οπότε και κατελήφθη και ισοπεδώθηκε), ο οποίος ήταν επίσης εξοπλισμένος με ένα κυνηγετικό, και το Χασάν Φαΐσάλ Άμπου Χάνα, ο οποίος ήταν άοπλος.

Είχα ένα εγγλέζικο όπλο και 75 σφαίρες. Τα μεσάνυχτα, έδωσα το όπλο μου στον άνθρωπο που ήρθε να με αντικαταστήσει και ήμουν έτοιμος να πάω σπίτι, όταν ο Αμπντ Αλ Τζαμπάρ ξαφνικά μου είπε να σταματήσω και να ακούσω. Φωνές στα εβραϊκά ακούγονταν και μας πλησίαζαν από το κοντινό χωράφι. Εγκαταλείψαμε τη θέση μας και συρθήκαμε προς το χωράφι να ερευνήσουμε τι συμβαίνει. Ξαφνικά, ένας καταιγισμός πυρών άρχισε από την κατεύθυνση του πύργου υδροδεξαμενής και το Καρκούν. Γρήγορα ξαναπιάσαμε τη θέση μας και αρχίσαμε να βάλουμε προς τα χωράφια που βρίσκονταν ανατολικά.

Μετά από λίγα λεπτά, νομίσαμε ότι οι επιτιθέμενοι είχαν αποσυρθεί. Όμως λίγο αργότερα είδαμε οχήματα να ξεφορτώνουν κόσμο κοντά στο σχολείο, και η επίθεση σε αυτή τη θέση άρχισε. Ήμασταν λίγες δεκάδες μέτρα από το σχολείο και, σε κάποια φάση, νόμισα ότι η θέση μας είχε πέσει. Έπειτα, είδα στρατιωτικά οχήματα να προχωράνε στο δρόμο από το Αλ Μπαμπ (σ.σ. ο μόνος αυτοκινητόδρομος, γιατί οδηγούσε στο δρόμο Χάιφα-Γιάφα).

Ο Αμπντ Αλ Τζαμπάρ και εγώ πιστέψαμε ότι το χωριό είχε πέσει. Ήταν τότε που ο Αμπντ Αλ Ραχμάν Ζαϊντάν έφτασε σε εμάς με 300 σφαίρες, που μας τις έδωσε. Σταμάτησα να πυροβολώ για να εκτιμήσω την κατάσταση. Τότε άκουσα τον Φαϊζάλ Άμπου Χάνα να λέει στον Ίσα Αλ Χαμντάν: “Αδερφέ, χτυπήθηκα, πεθαίνω”. Ο Σουλεϊμάν και ο Άχμαντ Αλ Μάσρι ήρθαν εκείνη τη στιγμή και είπαν ότι θα επέστρεφαν στο χωριό να δουν τι συμβαίνει. Τους προειδοποίησα, όμως αυτοί έφυγαν και ποτέ δεν επέστρεψαν. Αργότερα έμαθα ότι και οι δυο είχαν δολοφονηθεί.

Σύντομα, ο Αμπντ Αλ Τζαμπάρ είχε μείνει με μόλις 5 σφαίρες. Ήμασταν μόλις τρεις τώρα, και μόνο το όπλο μου είχε πυρομαχικά. Ένα τεθωρακισμένο άρχισε να έρχεται προς το λασπόδρομο και πιστέψαμε ότι είχαμε εντοπιστεί. Δύο άντρες βγήκαν έξω, τους πυροβολήσαμε και τους πετύχαμε. Ένα δεύτερο τεθωρακισμένο ήρθε με μια λευκή σημαία, και προσπάθησαν να μαζέψουν τα δύο πτώματα, όμως δεν μπόρεσαν γιατί τους ρίχναμε με το μοναδικό μας όπλο (σ.parapoda: Κατά κόρον οι σιωνιστές ένοπλοι το 1947-’48 καταχρώνταν τη λευκή σημαία – όπως και τις εκεχειρίες). Έπειτα, άρχισε εντατικός βομβαρδισμός της θέσης μας, και το τεθωρακισμένο βγήκε από το λασπόδρομο και μπήκε στα σπαρμένα χωράφια. Ένας άντρας από το χωριό κρύφτηκε κάτω από κάτι στάχυα, και το όχημα, που πέρασε από πάνω, του συνέτριψε το πόδι, όμως αυτός δεν ούρλιαξε, ώστε να μην ανακαλυφθεί.

Ήταν τότε που εγώ πρότεινα στον Αμπντ Αλ Τζαμπάρ να αλλάξουμε θέση. Πήγαμε πίσω στον πρώτο λόφο, όπου μας βρήκε ο Ίσα Αλ Χαμντάν. Οι στρατιώτες προχωρούσαν προς εμάς. Ο Ίσα μου ζήτησε το όπλο μου και μου έδωσε το δικό του που είχε μπλοκάρει. Προσπάθησα να το κάνω να δουλέψει ξανά, όμως δεν μπόρσα. Να γιατί ήταν ο Ίσα που άρχισε να τους πυροβολεί μόλις καλύφτηκε.

Σιγά-σιγά, οπισθοχωρούσαμε προς τον πύργο υδροδεξαμενής. Φτάσαμε σε μια σπηλιά, όπου βρήκαμε τον Ατίγια Αμσάουι και το Μοχάμαντ Σιχάντα. Παραμείναμε εκεί ως τις 9 το πρωί, όταν αφήσαμε τους δυο συντρόφους μας και προχωρήσαμε προς τον πύργο υδροδεξαμενής λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από τη σπηλιά. Ξαφνικά, άκουσα εβραϊκά και κάποιον να λέει στον Αμπντ Αλ Τζαμπάρ “Ψηλά τα χέρια!”. Πέσαμε αμέσως στο έδαφος και καταφέραμε να χωθούμε σε ένα ρήγμα στο νταμάρι, όπου κρυφτήκαμε. Δεν κινηθήκαμε και δεν μπορούσαν να μας δουν από την πλευρά τους. Όμως ο Ίσα συνέχιζε να βάλλει, μέχρις ότου ξέμεινε από πυρά. Τον διέταξαν να σηκώσει τα χέρια ψηλά και τον ρώτησαν πού βρισκόταν ο άλλος ένοπλος. Είπε ότι ήταν μόνος. Τον ρώτησαν αν είχε υπηρετήσει στη βρετανική αστυνομία. Είπε ναι. Τότε τον διέταξαν να ξεντυθεί και τον οδήγησαν σε άγνωστη τοποθεσία.

Οι στρατιώτες είχαν φτάσει λίγα μέτρα από το μέρος που κρυβόμασταν. Κρατούσαμε την ανάσα μας. Όταν έδυσε ο ήλιος, άφησαν τη θέση αυτή και κινήθηκαν προς τον πύργο υδροδεξαμενής. Μετά από αυτό, αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να φτάσουμε στο Φουράιντις, όπου ζούσε ο θείος του Αμπντ Αλ Τζαμπάρ. Εκεί μάθαμε τη μοίρα του χωριού μας. Μείναμε στο Φουράιντις για τρεις μέρες, περνώντας τη μέρα στο όρος Κάρμελ και τη νύχτα στο χωριό. Έπειτα, φύγαμε για το Άιν Γαζάλ, όπου βρήκαμε και άλλους που είχαν φύγει από την Ταντούρα, τους Άλι Τάχα, Νιμρ Αλ Τζαμάλ, Μαχμούντ Αμπντ Α’ Ραχίμ, Γιάχια Αλ Χίντι και Κάμιλ Α’ Ντασούκι.

Άντελ Μοχάμαντ Αλ Άαμουρι, γεννημένος το 1931, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων στο Γιαρμούκ

Πολλά πράγματα είχαν συμβεί πριν την επίθεση στην Ταντούρα τη νύχτα της 23ης Μάη 1948. Εγώ ειδικά θυμάμαι να παρακολουθώ το τρένο να περνά φορτωμένο με τεθωρακισμένα οχήματα, προμήθειες και πυρομαχικά για τους οικισμούς εποίκων Χουντέιρα, Ραμάτ Γκαν και Νετάνια. Την ίδια περίοδο, ένοπλοι έβαλλαν κατά των κατοίκων της Ταντούρα που εργάζονταν στα χωράφια τους. Ο Άσ’αντ Αμπου Μουντάιρις σκοτώθηκε σε ένα από αυτά τα περιστατικά.

Τη νύχτα της επίθεσης, ήμουν στο σπίτι μου που βρισκόταν στο κέντρο του χωριού. Προσπάθησα να πάω στο νότιο μέρος του χωριού, αλλά με σταμάτησαν πυρά από αυτόματο. Ο κόσμος έτρεχε από δω κι από κεί, γέροι και παιδιά, ζητώντας από το Θεό να μας δώσει τη νίκη. Δεν ήταν τόσο σε κατάσταση πανικού όσο σε σύγχυση, μη γνωρίζοντας τι να κάνουν και τι πραγματικά συνέβαινε.

Κατά τις αρχικές μάζες, οι κάτοικοι της περιφέρειας της Χάιφα είχαν προστρέξει προς βοήθεια των άλλων. Αυτή τη φορά, ευχαριστούσαμε το Θεό που οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών δεν είχαν έρθει, γιατί θα είχαν σταματήσει στα σημεία ελέγχου που είχαν τοποθετήσει οι Ισραηλινοί σε όλους τους δρόμους που οδηγούσαν στο χωριό μας. Αργότερα έμαθα ότι οι κάτοικοι του Τζέμπα’ (σ. parapoda: κατελήφθη στις 24/7/48 και οι περίπου 1.320 κάτοικοί του διώχτηκαν πρωτίστως προς τη Τζενίν. Το χωριό ισοπεδώθηκε και στη θέση του ανεγέρθηκε οικισμός εποίκων από την Τουρκία, την πρώτη μουσουλμανική χώρα που αναγνώρισε, μόλις το 1949, το Ισραήλ και την Τυνησία) και του Άιν Γαζάλ είχαν προσπαθήσει να έρθουν αλλά δεν μπόρεσαν να προσεγγίσουν το χωριό.

Όταν μας συγκέντρωσαν στην παραλία, οι Εβραίοι μας ρώτησαν: “Υπάρχουν Σύριοι ανάμεσά σας; Λάβατε συριακή βοήθεια από θαλάσσης;”

Οι σιωνιστές είχαν ήδη παραβιάσει το ψήφισμα της ΓΣ του ΟΗΕ προτού ιδρύσουν το Ισραήλ, καθώς είχαν ήδη καταλάβει και αποκόψει μεταξύ τους εδάφη που προβλέπονταν για το αραβικό κράτος και τη βόρεια έξοδό του στη θάλασσα (Άκκα μέχρι Λίβανο).

Όταν μας συνέλαβαν, μας πήγαν στο στρατόπεδο που είχαν φτιάξει στο Ουμ Χάλιντ (σ.parapoda: κατελήφθη από σιωνιστές τρομοκράτες στις 20/3/1948 που, κατόπιν αποκλεισμού ενός μήνα και πυροβολισμών, έδιωξαν τους κατοίκους. Το χωριό, ως επί το πλείστον καταστράφηκε και το εποίκισαν άτομα από την πόλη εποίκων Νετάνια). Αργότερα, μας μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Ίτζλιλ (σ.parapoda:κατελήφθη στις 3/4/1948 και, παρά τη συμφωνία με τη Χαγκανά οι κάτοικοι να μην ενισχύσουν άραβες ενόπλους, το χωριό εθνοκαθάρθηκε και εξαφανίστηκε από το χάρτη). Εκεί ένας εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού κατέγραψε τα ονόματά μας και μας ενημέρωσε για τα δικαιώματά μας ως αιχμαλώτων πολέμου. Οι στρατιώτες, έπειτα, μας έβαλαν να θερίσουμε αραβικά χωράφια για λογαριασμό εργολάβου του εβραϊκού στρατού. Μας πλήρωναν με κουπόνια με τα οποία μπορούσαμε να πάρουμε τρόφιμα από την καντίνα. Αυτό μας επέτρεψε να ξεπεράσουμε το πρόβλημα της πείνας, γιατί οι καθημερινές ποσότητες φαγητού της φυλακής ήταν εξαιρετικά ανεπαρκείς. Μια μέρα, κάμποσα πούλμαν έφτασαν στο στρατόπεδο φορτωμένα με άντρες. Έκαναν να κατέβουν ώστε να πιουν από τη μοναδική δεξαμενή νερού του στρατοπέδου. Επειδή είχαν τσακιστεί από τη δίψα, σπρώχνονταν και έτρεχαν να φτάσουν στη βρύση. Οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ και το αίμα αναμείχθηκε με νερό. Δεκάδες έπεσαν νεκροί μπροστά στα μάτια μας. Αργότερα μάθαμε ότι οι άντρες ήταν από τη Λίντα και τη Ράμλα (σ.parapoda: Πόλεις που προβλεπόταν από το ψήφισμα της ΓΣ του ΟΗΕ περί κρατικής Διχοτόμησης & Οικονομικής Ένωσης να ανήκουν στο αραβικό κράτος της Παλαιστίνης, και κατελήφθησαν από τις σιωνιστικές ορδές τον Ιούλη του 1948, ενώ μόλις 3% και 5% αντίστοιχα των δεκάδων χιλιάδων παλαιστινίων κατοίκων φέρονται να επέζησαν της εισβολής, με τους υπόλοιπους να εκδιώκονται ή να δολοφονούνται).

Όταν φύγαμε από το στρατόπεδο, για να μας πάνε εξορία, έπρεπε να καλύψουμε μια απόσταση από την Ουάντι Αλ Μιλχ στη Τζενίν (σ.σ. Περίπου 40 χιλιόμετρα) με τα πόδια. Είδα πάρα πολλά πτώματα Αράβων κατά μήκος του δρόμου.

Μαχμούντ Νιμρ Αμπτ Αλ Μού’τι, γεννημένος το 1930, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων στο Γιαρμούκ

Ο πατέρας μου κι εγώ είχαμε βάρδιες ως φρουροί στο χωριό. Τη νύχτα της επίθεσης, είχε βάρδια ο πατέρας μου και είχε τοποθετηθεί στο Καρκούν, νοτίως του χωριού. Όταν άρχισε η επίθεση, έφυγα από το σπίτι. Ο κόσμος έτρεχε προς κάθε κατεύθυνση. Συγκεντρώνονταν σε ομάδες. Έτρεξα στο Μοχάμαντ Σιχάντα κοντά στο Μάρα. Μου έδωσε το τουφέκι του και μου είπε ότι η θέση μας στη Ουάρσα δεν είχε ακόμα πέσει. Έτρεξα να ενταχθώ στους υπερασπιστές της.

Στο δρόμο, ένας θείος μου με σταμάτησε και μου είπε ότι η Ουάρσα είχε πέσει. Επιστρέψαμε στο χωριό και κρύψαμε το όπλο μου στο σημείο που καλλιεργούσαμε ντομάτες μέσα στον περιφραγμένο κήπο του σπιτιού μας. Καθώς βγαίναμε έξω ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο αντιμέτωποι με ισραηλινούς στρατιώτες. Μας έκαναν σωματική έρευνα και κατέσχεσαν την ταυτότητά μου καθώς και 7 παλαιστινιακές λίρες. Έπειτα μας πήραν, εμάς και άλλους κρατούμενους, για να θάψουμε τους μάρτυρές μας, ένας εκ των οποίων ήταν ο Μούσταφα Α’ Σαλχούδ. Αργότερα, έμαθα ότι είχαν ήδη σκοτώσει δύο αδερφούς του. Ένας από αυτούς που του χάρισαν τη ζωή ήταν ο Τάχα Μοχάμαντ Άμπου Σαφίγια. Όμως όταν τον έστειλαν πίσω, τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει, παρότι ήταν μόλις 16 ετών. Στο δρόμο προς το νεκροταφείο, είδα πολλά πτώματα που δεν ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω.

Επίσης θυμάμαι να βλέπω έναν ηλικιωμένο από την οικογένεια Γιάχια, που ήταν γνωστός ως Άμπου Ρασίντ. Ήταν βαριά τραυματισμένος και πεσμένος σε μια στοίβα από ζαχαροκάλαμα. Πέθανε σε στάση καθισμένου και έμοιαζε να είναι ζωντανός και να χαμογελά. Είδα έναν από τους εβραίους στρατιώτες να τον βγάζουν φωτογραφία σε αυτή την στάση.

Αργότερα, μας πήραν από το στρατόπεδο Ουμ Χάλιντ και μας πήγαν στο Ίτζλιλ, όπου εκμεταλλεύονταν την εργασία μας για να μας βάζουν να συμμετέχουμε στο θερισμό. Πολλές ομάδες που είχαν βγει για δουλειά στα χωράφια δεν γύρισαν ποτέ. Μια μέρα, ήμασταν στο στρατόπεδο Ουμ Χάλιντ και μας διέταξαν να σκάψουμε έναν μεγάλο λάκκο, κάτι που κάναμε ενώ μας σημάδευαν με όπλα. Οι εβραίοι στρατιώτες μιλούσαν στα εβραϊκά και μερικοί από εμάς καταλάβαμε ότι είχαν πρόθεση να μας σκοτώσουν. Ένας από εμάς κατάφερε να φτάσει στο διοικητή του στρατοπέδου, ο οποίος τους αντικατέστησε άμεσα.

Μια μέρα, μας πήγαν στο χωριό Κακούν (σ.parapoda: κατελήφθη στις 5/6/48, εθνοκαθάρθηκε πλήρως και ισοπεδώθηκε ολοσχερώς πλην του κάστρου και του σχολείου για τα αγόρια), όπου η δυσοσμία από τα άταφα πτώματα ήταν έντονη (σ.parapoda: πρόκειται για 90 μέλη του στρατού του Ιράκ – ο οποίος είχε αμυντική διάταξη σε τμήμα του εδάφους που προοριζόταν για το αραβικό κράτος της Παλαιστίνης βάσει του ψηφίσματος της ΓΣ του ΟΗΕ). Αρχίσαμε να σκάβουμε ένα λάκκο για να θάψουμε τους νεκρούς, όμως ξαφνικά ένας ιρακινός όλμος έσκασε κοντά – οι Ιρακινοί ήταν πέντε χιλιόμετρα μακριά. Ένας εβραίος στρατιώτης σκοτώθηκε. Εγώ χτυπήθηκα από θραύσματα, όμως δεν κατάλαβα πόσο άσχημα είχα χτυπηθεί, μέχρι που ο Ίσα Αμπντ Αλ Άαλ μου είπε. Μάτωνα από το χέρι, το στήθος και τον ώμο και έπεσα αναίσθητος.

Με μεταχειρίστηκαν όπως τους τραυματίες τους και έδεσαν το χέρι μου. Ο Ερυθρός Σταυρός μας επισκέφτηκε λίγο αργότερα σο στρατόπεδο. Ρώτησαν για το τραύμα μου. Ο υπεύθυνος του στρατοπέδου, ονόματι Πούνσταϊν, είπε ότι είχα τραυματιστεί ενώ πολεμούσα εναντίον των αντρών του στην Ταντούρα. Όμως ο εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού δεν έμεινε ικανοποιημένος με την απάντησή του και ρώτησε αν κάποιος από εμάς μιλά αγγλικά. Ο Φουάντ Αλ Γιάχια του είπε τι πραγματικά συνέβη.

Ο Ερυθρός Σταυρός έπειτα, μου είπε ότι θα απελευθερωνόμουν, όμως, αρχικά, δεν ήθελα να το πιστέψω. Όσο για τον Φουάντ Αλ Γιάχια, τιμωρήθηκε επειδή μίλησε.

Οι κρατούμενοι από την Ταντούρα άρχισαν να γράφουν γράμματα στους οικείους τους. Όμως τα είχα χαμένα: πού να κρύψω όλα αυτά τα γράμματα; Τα ρούχα μου ήταν τρύπια και η μόνη τσέπη ήταν μικρή. Ένας από τους συγκρατούμενούς μου πρότεινε να το κρύψω στη μάρσιπο που είχα το δεμένο χέρι, και εκεί κρύψαμε τα γράμματα.

Ο Ερυθρός Σταυρός με παρέδωσε στον ιρακινό στρατό, ο οποίος με ανέκρινε λεπτομερώς. Πόσοι Ιρακινοί είχαν σκοτωθεί στο Κακούν; Πόσα τανκς είχαν οι Εβραίοι; Πόσα πυροβόλα, πόσα στοιχεία πυροβολικού;

Φοβόμουν ότι θα ανακάλυπταν τα γράμματα, καθώς ήταν πολύ εύκολο τότε να κατηγορηθώ για κατασκοπία ή ότι εργάζομαι για τον εχθρό. Όταν απελευθερώθηκα, κατάφερα να στείλω ένα-ένα τα γράμματα στους παραλήπτες. Παρέμεινα στην Ιορδανία το 1949 και έπειτα μεταφερθήκαμε στη Συρία.

Γιούσουφ Σαλάμ, γεννημένος το 1924, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων στο Γιαρμούκ

Την παραμονή της επίθεσης, ο αδερφός μου Μούσταφα και ο ξάδερφός μου Μοχάμαντ, που έμεναν με κάποιους συγγενείς μας στο Καφρ Λαμ, σκοτώθηκαν από τους Εβραίους σε επίθεση στο χωριό. Ο πατέρας μου τραυματίστηκε ενώ προσπαθούσε να φέρει πίσω τα πτώματά τους.

Ξύπνησα από τον ήχο που έκαναν οι σφαίρες. Ρώτησα τη θεία μου, που έμενε μαζί μας για να προσέχει τον τραυματία πατέρα μου, τι συνέβαινε. Αυτή είπε: “Μην ανησυχείς, δεν είναι κάτι το πολύ σοβαρό”.

Τους είδα να μπαίνουν στο χωριό και παρότι είχε κρεμαστεί λευκή σημαία στο μιναρέ του τζαμιού, σκότωναν καθέναν που έβρισκαν στο δρόμο τους.

Ενώ κρατούμασταν στην παραλία και αφότου είχαν διαλέξει μια τελευταία ομάδα για εκτέλεση, ο πρόεδρος του Ζίχρον Γιαακόβ έφτασε και μίλησε στο Σαμψών (σ.σ.:Σιμόν Μασάβιτς, αξιωματικός της κατασκοπίας της Χαγκανά, υπεύθυνος για την επιχείρηση εκκαθάρισης της Ταντούρα), και τον προειδοποίησε να μην τους σκοτώσει. Ο Γιαακόβ έφυγε και σύντομα επέστρεψε, δίνοντας ένα χαρτί στο Σαμψών. Έτσι αυτή η τελευταία ομάδα, που αριθμούσε περί τους 40 άντρες, ξέφυγε από το θάνατο.

Πέρα από τα πτώματα που είδα στο μαζικό τάφο που είχε ανοιχτεί στο χωράφι των Ντασούκι, εγώ μέτρησα άλλα 24 πτώματα ανθρώπων μας.

Στο Ουμ Χάλιντ, το ερημωμένο χωριό που είχαν μετατρέψει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, κάποιοι από το Ζίχρον Γιαακόβ ήρθαν μια μέρα και προσπάθησαν να πείσουν τον επικεφαλής του στρατοπέδου, που τον έλεγαν Ασκενάζι, να μας μεταχειρίζεται πιο ευγενικά, με λιγότερες προσβολές και ταπεινώσεις, όμως αυτός αρνήθηκε να τους ακούσει και τους έκανε να φύγουν.

Ενώ κρατούμασαν στο Ουμ Χάλιντ, ο Άαριφ Σαλάμ και ο Μοχάμαντ Αλ Μάλα κατάφεραν να αποδράσουν, και έτσι αποφάσισαν να μας τιμωρήσουν συλλογικά. Έπειτα, μας μετέφεραν στο Ίτζλιλ. Μια μέρα, ένας στρατιώτης άρχισε να πυροβολεί και σκότωσε πλήθος κρατουμένων. Ο Γιούσουφ Άμπου Άατζάζ ήταν ανάμεσα στα θύματα. Αργότερα μάθαμε ότι ο στρατιώτης ήθελε να εκδικηθεί για τις ισραηλινές απώλειες στη μάχη της Τιράτ Μπάνι Σα’μπ με τους Ιρακινούς.

Μια άλλη φορά, οι φρουροί έδειχναν πολύ νευρικοί. Μια ομάδα της Ιργκούν ήθελε να καταλάβει το στρατόπεδο για να δολοφονήσει όλους τους άραβες κρατουμένους. Θυμάμαι να ακούω απειλητικά λόγια ανάμεσα στα μέλη της Χαγκανά και της Ιργκούν στην είσοδο του στρατοπέδου.

Όταν έμαθα από τους συγκρατούμενούς μου ότι οι Εβραίοι έπαιρναν κρατουμένους για εργασία εκτός στρατοπέδου και ότι κάποιοι από αυτούς δεν γύριζαν ποτέ, αποφάσισα να αποδράσω. Έτσι, μια νύχτα πήγα κοντά σε ένα μπάνγκαλοου με αιγύπτιους κρατουμένους, γιατί δεν ήταν φωταγωγημένο. Τρεις ακόμα κρατούμενοι είχαν αποφασίσει να αποδράσουν μαζί μου: Οι Ανουάρ Φαρχάτ, Άχμαντ Αλ Άαμουρι και ένας άντρας από το χωριό Γιαζούρ (σ.parapoda: κατελήφθη την Πρωτομαγιά του ’48, εθνοκαθάρθηκε πλήρως και ισοπεδώθηκε, πλην των ναών). Υπολογίζαμε πολύ στον τελευταίο, γιατί γνώριζε την περιοχή. Τρεις σειρές από συρματόπλεγμα περιέβαλλαν το στρατόπεδο και οι σύντροφοί μου έκαναν πίσω. Πέρασα την πρώτη σειρά χωρίς δυσκολία. Το πρόσωπο και το στήθος μου κόπηκαν ενώ περνούσα από τα άλλα, όμως ορμούσα εμπρός μέχρις ότου κατάφερα και βγήκα. Δεν είχα ιδέα για την περιοχή, και ο καιρός ήταν κρύος και κάπως χειμερινός. Βάδιζα στα χαμένα για τρεις μέρες μέχρις ότου με σταμάτησαν στρατιώτες που αποδείχτηκε ότι ήταν ιρακινοί. Ένας Παλαιστίνιος ήταν μαζί τους, που γνώριζε το χωριό μου και επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς μου για το τι είχε συμβεί. Με πήραν στην Τίρατ Μπάνι Σα’μπ. Όταν οι κάτοικοι του χωριού με είδαν να φτάνω εκεί ματωμένος και συνοδευόμενος από στρατιώτες, νόμισαν ότι είμαι ισραηλινός αιχμάλωτος που συνέλαβαν οι Ιρακινοί και προσπάθησαν να μου επιτεθούν, όμως ένας αξιωματικός τούς σταμάτησε.

Η ζωή δεν ήταν ούτε εκεί εύκολη. Δεν υπήρχε αρκετή τροφή ή μέρος για να κοιμηθεί κανείς, ούτε ρουχισμός.

Μοχάμαντ Καμίλ Αλ Ντασούκι, γεννημένος το 1935, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων Ράμλ στη Λατάκια

Ο κόσμος φώναζε: “Οι εβραίοι επιτίθενται, οι εβραίοι επιτίθενται!”. Σφαίρες σφύριζαν γύρω και εκρήξεις ακούγονταν στο χωριό. Τα ξημερώματα, είδα βάρκες να ξεφορτώνουν στρατιώτες κοντά στο Μπουρτζ, στα βόρεια του χωριού, οι οποίοι προωθούνταν προς τις διάφορες εισόδους της Ταντούρα.

Καθώς μεταφέραμε τους νεκρούς, ένας νεαρός – ο Μούσταφα Αλ Σάλμπουδ – άρχισε να κλαίει. Ένας στρατιώτης τον ρώτησε τι συμβαίνει. Αυτός απάντησε: “Έχουν σκοτωθεί οι δύο αδερφοί μου. Από δω το πτώμα του αδερφού μου Χαλίλ, και από εκεί ο αδερφός μου Μοχάμαντ. Η μητέρα μου δεν έχει κανέναν άλλο τώρα, εκτός από εμένα”. “Τι νόημα έχει τότε η ζωή σου;”, ρώτησε ο στρατιώτης. Και τον πυροβόλησε.

Στο νεκροταφείο, είδα οχήματα γεμάτα Εβραίους, κάποιοι από αυτούς γελούσαν και τραγουδούσαν, ενώ άλλοι παρέμεναν τρομακτικά σιωπηλοί.

Όταν μας συγκέντρωσαν στην παραλία, νεαροί Εβραίοι, αγόρια και κορίτσια, ανέβηκαν στις ψαρόβαρκες που ήταν εκεί και άρχισαν να πανηγυρίζουν για τη νίκη τους, ενώ ο αρχηγός τους, ένας ψηλός με χλωμό δέρμα, μας ρώτησε: “Πού είναι οι σύριοι στρατιώτες; Μαχόσασταν μόνοι;” Αργότερα, μας έστειλε – τις γυναίκες και τα παιδιά – στον πρόεδρο του χωριού Φουράιντις. Ο λαός του Φουράιντις μας καλωσόρισε με τον καλύτερο τρόπο, και οι άνθρωποι των γύρω χωριών, Τζέμπα’, Ίτζζιμ και Άιν Γαζάλ έστειλαν τροφή και κουβέρτες για εμάς.

Περάσαμε έναν μήνα στο Φουράιντις. Μια μέρα, ένας ηλικιωμένος Εβραίος ήρθε στο χωριό. Συγκέντρωσε όλα τα αγόρια μεταξύ 12-14 ετών και μας οδήγησε στην Ταντούρα για να μαζέψουμε σκόρδα και πατάτες, φρουρούμενοι από εβραίους στρατιώτες.

Ένας στρατιώτης με προσέγγισε. “Είσαι από την Ταντούρα”, μου είπε. “Γνωρίζεις κανέναν από την οικογένεια Ντασούκι;”. “Εγώ”, του απάντησα. “Γνωρίζεις τον Άμπου Άακλ;” “Είναι αδερφός της μητέρας μου”. Κατέβασε το τουφέκι του και ρώτησε: “Πού είναι;” Είπα ότι ήταν στο Φουράιντις. Άρχισε να κλαίει και μου είπε “Δώσ’ του χαιρετίσματα. Τον Γνωρίζω. Είμαι ο γιος του Άμπρααμ Χάλακ, του κλειδούχου στη γραμμή Χάιφα-Γιάφα και ο πατέρας μου είναι φίλος του θείου σου!”. Έπειτα, με ρώτησε για τα ξαδέρφια μου και του είπα ότι ο Σαλίμ και ο Νιμρ είχαν σκοτωθεί. Αμέσως άρχισε να βρίζει τους δολοφόνους και πρόσθεσε. “Κι εμένα, επίσης. Δύο από τους αδερφούς μου σκοτώθηκαν.” Αργότερα, ήρθε στο Φουράιντις για να δει το θείο μου.

Ο πατέρας μου, που ήταν ένας από τους υπερασπιστές του χωριού, είχε καταφέρει να διαφύγει στο Άιν Γαζάλ. Αποφάσισα να προσπαθήσω να τον βρω. Άρχισα να περπατώ, ξυπόλυτος. Όταν έφτασα στον πατέρα μου, ένας άντρας από το Άιν Γαζάλ, ο Χατζ Χασάν, βλέποντας ότι ήμουν ξυπόλυτος, με πήρε μαζί του και μου αγόρασε ένα ζευγάρι παπούτσια.

Αμπντ Α’ Ραζάκ Νασρ, γεννημένος το 1931, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων Ραμλ στη Λατάκια

Τη νύχτα της επίθεσης, είχα βάρδια ως φρουρός βόρεια του χωριού, στο Μπιρ Τζαμούς, όχι μακριά από το Ντίμπιτ Αλ Ίτζρα. Πυροβολισμοί έρχονταν από τα νότια κοντά στο Τάλατ Ουμ Ρασίντ και έπειτα ήρθαν πιο κοντά μας. Γύρω στις 2.30 π.μ. ένα τρένο αποβίβασε στρατιώτες που κατέλαβαν θέσεις πάνω από εμάς, από όπου άρχισαν να πυροβολούν και να μας βομβαρδίζουν. Προσπαθήσαμε να αποσυρθούμε, αλλά χάσαμε δυο άντρες. Έμεινα με τον Μοχάμαντ Άουαντ. Κατά την αποτυχημένη σύμπτυξή μας, είδα δυο ακόμα πτώματα. Ένα ήταν του Μοχάμαντ Σιχάντα. Όταν φτάσαμε στο Μπουρτζ, συναντήσαμε μια ομάδα ανθρώπων μας – αν θυμάμαι καλά, ήταν οι Χασούνα Σά’ιντ Σαλάμ, Χάντι Άμπου Γαζάλα, Άμπου Σούμπχι Ασμάουι, Χατζ Αμπντ Α’ Ραχμάν Α’ Ντασούκι και Φάιζ Αγιούμπ. Ο Χατζ ήταν τραυματισμένος στο κεφάλι και ο Σά’ιντ Σαλάμ στον ώμο. Προσπάθησα να τους βοηθήσω. Όταν φτάσαμε κοντά στο σπίτι του Χατζ, κοντά στο Μάρα, μας ζήτησε να τον αφήσουμε εκεί. Ήταν γύρω στις 6 το πρωί.

Πήγα σπίτι και έκρυψα το όπλο μου και ρώτησα πού ήταν ο κόσμος. Έμαθα ότι πολλοί βρίσκονταν στο σπίτι του Ίκαμπ Αλ Γιάχια, και ότι οι στρατιώτες τούς είχαν βρει εκεί. Εισέβαλαν από την μπροστινή είσοδο που βλέπει τη θάλασσα και από την πίσω πόρτα ταυτόχρονα, πυροβολώντας προς κάθε κατεύθυνση και φωνάζοντας, “Βγείτε έξω, έξω!”

Τους οδήγησαν όλους στην παραλία. Ο επικεφαλής τους, Σαμψών, ήρθε και ρώτησε ποιος είναι ο Μοχάμαντ Γιούσουφ Αλ Χίντι. Έβαλε ένα ρεβόλβερ στον κρόταφό του και τον ρωτούσε πού βρίσκονταν κρυμμένα τα όπλα. Ο Μοχάμαντ αναγκάστηκε να δώσει μερικά ονόματα, μαζί και το δικό μου. Με πήγαν με τα χέρια δεμένα στα ρούχα μου, ώστε να βρω το όπλο μου, και το πήραν. Στο δρόμο, είδα πτώματα κοντά στο σπίτι του Άμπου Σαφίγια, και επιστρέφοντας, στο Μάρα, είδα τα πτώματα των Φαντλ Άμπου Χάνα, Φάουζι Άμπου Ζάμακ και Μοχάμαντ Άουαντ Άμπου Ίντρις. Στο δρόμο μπροστά από το κουρείο του Άμπου Τζουάιντ, είδα μια μακρά γραμμή από ίχνη αίματος, περίπου 20 μέτρων, που κατέληγε σε ένα σημείο όπου πάνω από δέκα πτώματα είχαν στοιβαχτεί.

Γιούσρα Άμπου Χάνα, γεννημένη το 1915, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων Γιαρμούκ

Τα πυρά άρχισαν γύρω στα μεσάνυχτα. Η Μουντάλαλα έφτασε από το Ζουλούφ. Μας είπε: “Ο Ίσα Α’ Ντασούκι έχει τραυματιστεί,ίσως πέθανε. Και όταν η Σου’άντ Αλ Φίλου έτρεξε προς αυτόν να του δώσει κάτι να πιει, την πυροβόλησαν και τη σκότωσαν.”

Ένας από τους αδερφούς μου, ο Φαντλ, επίσης σκοτώθηκε. Ο άλλος, ο Φαϊζάλ, τραυματίστηκε. Κρύφτηκε στο στάβλο, όμως τον έπιασαν: κάπνιζε και η μυρωδιά του τσιγάρου τον πρόδωσε. Ήθελαν να τον σκοτώσουν, όμως ο πρόεδρος του Ζίχρον Γιαακόβ, που είχε καλές σχέσεις με τον πατέρα μου, παρενέβη υπέρ του. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι είχαμε μεταχειριστεί καλά τον κόσμο από αυτόν τον οικισμό εποίκων όταν είχαν φτάσει στην παραλία της Ταντούρα.

Ο Χασάν Αλ Άαμουρι ήταν μοναχοπαίδι και η μητέρα του ήταν 45 χρονών όταν τον γέννησε. Πήρε μέρος στη μάχη. Του υποσχέθηκαν ότι θα ζήσει αν παραδινόταν, όμως τον σκότωσαν τη στιγμή που τους έδινε το όπλο του.

Στην παραλία, μας αφαίρεσαν τα πάντα: ρολόγια, περιδέραια, χρήματα, ταυτότητες. Στο δρόμο για την παραλία, η πόρτα ενός από τα σπίτια ήταν ανοιχτή, και είδα έναν σωρό από πτώματα μέσα. Να μην αναφέρω τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρώσει και εκτελέσει στο νεκροταφείο. Πάνω από πενήντα. Όλους όσους σκότωσαν δεν είχαν όπλα, τους σκότωναν στο δρόμο ή μέσα στα σπίτια. Από την παραλία, οδήγησαν άντρες κατά ομάδες μακριά, όμως κανένας δεν επέστρεψε. Κατά το απόγευμα, οι δολοφονίες σταμάτησαν όταν ο πρόεδρος του Ζίχρον Γιαακόβ έφτασε με μια γραπτή εντολή. Έτσι, περίπου 40 άντρες που μόλις τους είχαν απομακρύνει, σώθηκαν.

Ουρούντ Σά’ιντ Σαλάμ, γεννημένος το 1937, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων στο Γιαρμούκ

Ήταν Σάββατο βράδι και κοιμόμασταν, όταν η μάχη άρχισε. Άμεσα σηκωθήκαμε και η μητέρα μου προσευχόταν στο Θεό για να μας προστατεύσει. Ο πατέρας μου ήταν μέλος της Αντίστασης. Σπεύσαμε σε ένα σπίτι όπου πολλοί είχαν συγκεντρωθεί. Έπειτα, έφτασαν στρατιώτες και μας διέταξαν να βγούμε έξω. Περπατούσαμε κατά μήκος του Μάρα. Η μητέρα μου ξαφνικά άρχισε να φωνάζει: είχε αναγνωρίσει το πτώμα του θείου μου, Φαντλ Άμου Χάνα. Ένας Εβραίος έστρεψε το όπλο κατά πάνω της και την απείλησε να την σκοτώσει αν δεν το βούλωνε.

Αφήνοντας το σπίτι μας, πήραμε λίγα πράγματα μαζί μας φοβούμενοι ότι οι Εβραίοι θα τα έκλεβαν – μια χρυσή πένα, ένα δαχτυλίδι με το όνομα του πατέρα μου χαραγμένο πάνω του, κάποια σκουλαρίκια και οχτώ παλαιστινιακές λίρες. Όταν φτάσαμε στην παραλία, η μητέρα μου τα έθαψε στην άμμο, σημαδεύοντας το μέρος που τα είχε κρύψει. Αργότερα, στο Φουράιντις, ένας έποικος από το Ζίχρον Γιαακόβ που είχε ένα εστιατόριο, το οποίο ο πατέρας μου τροφοδοτούσε με ψάρια, μας αναγνώρισε. Η μητέρα μου του είπε πού είχε κρύψει τα τιμαλφή μας, και μας τα έφερε. Τίποτα δεν έλειπε. Θυμάμαι το όνομά του ήταν Λόλικ.

Επιστρέφοντας στο θέμα της σφαγής, καθώς περνούσαμε το νεκροταφείο, η μητέρα μου είπε, “Να το πτώμα του Σαλμάν Α’ Σάιχ!”. Στον πανικό μου, είχα φτάσει σχεδόν μπροστά του, όμως η μητέρα μου με τράβηξε από τα ρούχα. Ήταν επίσης κοντά στο νεκροταφείο όπου είδαμε τον πατέρα μου να κουβαλά το πτώμα του Χατζ Αμπντ Α’ Ραχμάν Α’ Ντασούκι, όμως δεν πήγε πολύ μακριά και άφησε το πτώμα κάτω ανάμεσα σε κάτι φραγκοσυκιές, φοβούμενος μην πυροβολήσουν τον ίδιο. Είχε άλλωστε ήδη τραυματιστεί. Κοντά στον κάτω τοίχο της Ουμ Φαχρίγια, είδαμε 12 πτώματα, όλα από την οικογένεια Άμπου Σαφίγια.

Αφότου μας παρέδωσαν στον Ερυθρό Σταυρό στην Τουλκάρεμ, έπρεπε να ξαναβαδίσουμε. Ήμασταν ξυπόλυτοι. Η άσφαλτος ήταν τόσο καυτή που χοροπηδούσαμε σαν σπουργίτια.

Σαμπίρα Άμπου Χάνα, γεννημένη το 1933, κάτοικος του καταυλισμού προσφύγων Ραμλ στη Λατάκια

Είχαμε περάσει το απόγευμα στης γειτόνισσάς μας, Ουμ Χάλιντ, τη γυναίκα του Σα’ντ Α’ Ντιν Άμπου Αλ Χασάν. Προετοιμάζαμε το κάρβουνο για να βράσει το σίδερο, γιατί το πρωί έπρεπε να βοηθήσουμε στη συγκομιδή. Ο Νιμρ Φραχάτ ξαφνικά μπήκε μέσα και φώναξε: “Τι κάνετε ακόμα εδώ πέρα; Οι Εβραίοι είναι ήδη στο Ταλάτ Ουμ Ρασίντ!” Τρέξαμε προς το κέντρο του χωριού, όπου ο θείος της μητέρας μου, Σά’ιντ Σαλάμ είχε το σπίτι του. Μείναμε εκεί ως τις 6 το πρωί. Μια ώρα αργότερα, είδαμε έναν Εβραίο να δένει έναν άντρα από το χωριό και να τον απομακρύνει σημαδεύοντάς τον με το όπλο.

Ο παππούς μου, Μαχμούντ Άμπου Χάνα, είχε δολοφονηθεί μπροστά στην είσοδο του σπιτιού. Ο θείος του πατέρα μου, Φαντλ Άμπου Χάνα, δολοφονήθηκε μετά την πτώση του χωριού και τον τύλιξαν σε ένα αχυρένιο στρώμα. Η Αμίνα Άουαντ Άμπου Ίντρις ανακάλυψε το πτώμα του αδερφού τηςκοντά στο νεκροταφείο. Χάιδεψε το μαλλί του, τον φίλησε και άρχισε να ουρλιάζει από τον πόνο. Τα πτώματα που είδα στο νεκροταφείο στον πρώτο σωρό ήταν πάνω από 50. στο δρόμο εκεί, είδα τον Άμπου Τζάουντατ Αλ Σάμρα να κουβαλά το νεκρό γιο του σε ένα φορείο που είχε φτιάξει από μια σκάλα.

Αυτοί που πέθαναν αφότου έφυγαν από την Ταντούρα ήταν πάνω από 40, κυρίως παιδιά. Αυτό συνέβη στο δρόμο ανάμεσα στο Φουράιντις και τις πόλεις της Δυτικής Όχθης, μεταξύ των οποίων η Τουλκάρεμ και η Χαλίλ (Χεβρώνα). Κάθε ώρα άκουγες ότι το παιδί των τάδε είχε πεθάνει. Θυμάμαι ότι στο χωριό του ρωσικού μοναστηριού, θάψαμε πάνω από 20 πτώματα.

Αυτό που συνέβη στο χωριό μας δεν ήταν λιγότερο φρικτό από τη σφαγή στο Ντέιρ Γιασίν, όμως, όταν το χωριό μας έπεσε, οι άνθρωποι ασχολούνταν περισσότερο με το πώς θα ζήσουν και με την απώλεια της χώρας και κανένας δεν μιλούσε για τη σφαγή στην Ταντούρα, μέχρι πρόσφατα.

Πηγή: Palestine Remembered (όπου υπάρχουν άλλες 8 μαρτυρίες) και Journal of Palestine Studies, τ.ΧΧΧ, ν. 3, Άνοιξη 2001, σ.σ.5-18.

Αποκαλυπτικό το δικαστήριο για την ΜΚΟ “ΑΝΙΜΑ”

Το δικαστήριο, που έγινε πριν μερικές μέρες, για να εκδικάσει την αγωγή κατά της ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» από την ψυχολόγο Ε.Γ, για την καταχρηστική και εκδικητική απόλυσή της από την εν λόγω ΜΚΟ, ήταν μια ευκαιρία να βγουν σε δημόσια ακρόαση, χωρίς τον κίνδυνο του συνήθους χαρακτηρισμού τους ως «κακόβουλων συκοφαντιών», τα άκρως ιδρυματικά τεκταινόμενα μέσα στην πλειονότητα των δομών ψυχικής υγείας των ΜΚΟ (χωρίς, φυσικά, να εξαιρούνται αυτές του δημοσίου).

Επικεντρώνουμε εδώ στις κρατικοδίαιτες ΜΚΟ, όχι μόνο με αφορμή την εκδικαζόμενη υπόθεση σχετικά με την «ΑΝΙΜΑ» αλλά και επειδή, γενικά, όλες «το παίζουν» καινοτόμες, ότι προάγουν το καινούργιο, το «νέο», ενώ, στην πραγματικότητα, αναπαράγουν ό,τι πιο «παλιό», ό,τι πιο παλινδρομικό. Στην περίπτωσή μας, για παράδειγμα, βαυκαλίζονται και αυτοδιαφημίζονται ως εισαγωγείς πρωτοποριακών προσεγγίσεων, όπως η drug free (χωρίς ψυχοφάρμακα) ψυχιατρική, αλλά με τον πιο ανεύθυνο και συχνά επιζήμιο για τους άμεσα ενδιαφερόμενους τρόπο, μεταλλάσσοντας αυτές τις εναλλακτικές και πρωτοποριακές προσεγγίσεις στο αντίθετό τους.

Όπως πρόκυψε από τις μαρτυρικές καταθέσεις, στο οικοτροφείο της ΑΝΙΜΑ «υπήρχε» ψυχίατρος «εκ του μακρόθεν», έως καθόλου. Δεν είναι γιατί επενδύουμε σε κάποιον απόλυτο και εκ των ουκ άνευ ρόλο του ψυχιάτρου, αλλά, με δεδομένη την έλλειψη σχετικής εκπαίδευσης και εμπειρίας των άλλων μελών της θεραπευτικής ομάδας, είναι αδιανόητο να γίνονται συνταγογραφήσεις χωρίς ο ψυχίατρος να έχει άμεση (πόσο μάλλον τακτική) επαφή με το άτομο για το οποίο συνταγογραφεί.

Το αποτέλεσμα ήταν να επαφίεται, τελικά, η πραγματική δοσολογία, και η εν γένει διαχείριση της φαρμακοθεραπείας, στην ψυχολόγο υπεύθυνη του οικοτροφείου. Μερικοί από τους ενοίκους του οικοτροφείου «απορρυθμίστηκαν» πλήρως, κάποιοι είχαν πολύ κακή έκβαση, με αποτέλεσμα νοσηλείες στο ψυχιατρείο, με περιρρέοντες τους συνήθεις στις ΜΚΟ χαρακτηρισμούς, που συνοδεύουν αυτές τις περιπτώσεις (με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες, που δεν υπ-ακούνε στους επιβαλλόμενους πειθαρχικούς κανόνες κλπ), ως των «μη κατάλληλων» για οικοτροφείο. Ή στον πλήρη αρνητισμό για λήψη τροφής κλπ, με τραγικές συνέπειες. Προφανώς, η drug free προσέγγιση δεν έχει καμιά σχέση με αυτές τις ανεύθυνες πρακτικές.

Η άλλη πλευρά των «καινοτόμων» πρακτικών στην ΑΝΙΜΑ, είναι, φυσικά, η συνήθης στις στεγαστικές δομές των ΜΚΟ «ελεγχόμενη έξοδος», η «κλειδωμένη πόρτα». Στην ίδια την ακροαματική διαδικασία αναφέρθηκε, από τη πλευρά του μάρτυρα που είχε στείλει η ΜΚΟ – όπως, άλλωστε, και για το ζήτημα του ψυχιάτρου που προαναφέρθηκε – ότι η έξοδος ενοίκου είναι συνυφασμένη με το «φύλλο εξόδου»: για να βγει ένας ένοικος, υπογράφει ένα έντυπο, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του, πού πάει και πότε θα γυρίσει. Υπογράφει και ο υπεύθυνος βάρδιας. Με αυτό το έντυπο, υποτίθεται ότι ο ένοικος αναλαμβάνει την ευθύνη για ό,τι τυχόν του συμβεί έξω… Το ίδιο έντυπο υπογράφει και συνοδός, αν υπάρχει. Κάποιοι από τους ενοίκους είναι αναγκασμένοι να βγαίνουν εσαεί έξω μόνο με συνοδεία. Πιο ιδρυματική, ασυλική, αλλά «εκμοντερνισμένη» (με υπογραφές κλπ) πρακτική, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί. Αυτό ήταν, άλλωστε, και ένα από τα σημεία αιχμής των αντιπαραθέσεων που συνάντησε και είχε η Ε.Γ. στο οικοτροφείο αυτό. Και δεν αναφερόμαστε σε άτομα (ελάχιστα) που μπορεί, πχ, να είχαν πρόβλημα άνοιας κλπ, αλλά στην μεγάλη πλειονότητα των αποκαλούμενων «λειτουργικών» ατόμων. Ήταν με την έλευσή της εκεί που έγινε αγώνας να είναι η «πόρτα πραγματικά, και όχι μόνο στα λόγια, ανοιχτή» – να γίνει, δηλαδή, αποδεκτός, ως λειτουργία της δομής, ο χαρακτήρα της ως «υποστηριζόμενης κατοικίας», ένα μεταβατικό στάδιο προς την «κανονική κατοικία» (πάντα με την εκάστοτε αναγκαία στήριξη). Ήταν η δική της, καθημερινή παρέμβαση που είχε ως αποτέλεσμα το «φύλλο εξόδου» να ατονήσει (χωρίς ποτέ επίσημα να καταργηθεί). Ήταν ένας διαρκής αγώνας, με ποικίλες υπονομεύσεις, ανά βάρδια κλπ, καθώς δεν είχε την επίσημη στήριξη «άνωθεν» ως εγκαθίδρυση της λειτουργίας του οικοτροφείου με «ανοιχτή πόρτα». Για να καταλήξει και πάλι το οικοτροφείο (που μετακόμισε από το Κορυδαλλό στο Μενίδι) μετά την απόλυσή της Ε.Γ. στην «κλειδωμένη πόρτα» και στην πλήρη επαναφορά του «φύλλου εξόδου».

Η Ε.Γ. απολύθηκε γιατί δεν ταίριαζε με την «χημεία» αυτού του νεοϊδρυματικού μοντέλου. Απολύθηκε γιατί ήθελε να εισάγει πραγματικές θεραπευτικές σχέσεις, ουσιαστικής κοινωνικής επανένταξης και χειραφέτησης.

Αναμένοντας την απόφαση του δικαστηρίου (που και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, καθυστερεί πολύ), ένα μόνο πράγμα εν κατακλείδι : η ΑΝΙΜΑ δεν είναι παρά μια ανάγλυφη έκφραση των «μικρών ασύλων μέσα στην κοινότητα», τα οποία συνιστούν την πεμπτουσία της ελληνικής «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», που, όπως γνωρίζουμε, δεν ήταν παρά μια μεταστέγαση από το «μεγάλο άσυλο» (το ψυχιατρείο), στα «μικρά άσυλα» (ξενώνες, οικοτροφεία κλπ).

Η ΑΝΙΜΑ είναι η «ψυχή» όλων των ΜΚΟ, «μιλά» για όλες.

25/1/2020

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Βλ.επίσης

ΣΒΕΜΚΟ: Στάση Εργασίας 10/1 9:00-13:00 & κάλεσμα συμπαράστασης στη δίκη κατά της ΜΚΟ “ΑΝΙΜΑ” για την εκδικητική απόλυση της Ε.Γ.

Εκδίκαση αγωγής για εκδικητική απόλυση: Κάλεσμα αλληλεγγύης (Παρασκευή 10/1, 9 π.μ., κτίριο 9, αίθ.10)

Οι απολύσεις στις ΜΚΟ ψυχικής υγείας αλληλένδετες με την παραβίαση δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων

Η έκκληση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στα μέλη του Κ.Κ. Ισπανίας για πάλη ενάντια στο σεχταρισμό του κόμματος (1932)

Ο σεχταρισμός αποτελεί μία από τις μεγάλες μάστιγες που συχνά πλήττουν το κομμουνιστικό και γενικότερα επαναστατικό κίνημα. Σε αντίθεση με το δεξιό οπορτουνισμό και το ρεβιζιονισμό, οι αιτίες του σεχταρισμού και του αριστερισμού δεν έχουν επαρκώς μελετηθεί. Κι όμως, έχουν την ίδια κοινωνική καταγωγή και οικονομική βάση. Η αίσθηση της “ελίτ”, η αίσθηση της “επάρκειας” της δουλειάς με το ότι “εμείς τα λέμε”, η έμπρακτη έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνάμεις των πλατιών μαζών των εργαζομένων με την αποφυγή δουλειάς σε αυτές και με αυτές, και, παρά τα μεγάλα λόγια, η αίσθηση ματαιότητας των όποιων ενεργειών, η ύψωση τειχών γύρω από την οργάνωση με πρόσχημα είτε την προστασία από την παρείσφρηση της Ασφάλειας είτε τη διατήρηση του “επιπέδου” της, η πολυδιάσπαση, αποτελούν πολιτικά, οργανωτικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν σε χώρες με ισχυρά (έστω και φθίνοντα) στοιχεία εξωπαραγωγικής δημιουργίας εισοδημάτων, είτε υπό τη μορφή καταλοίπων φεουδαρχικού χαρακτήρα, είτε υπό τη μορφή παρασιτικού χαρακτήρα επί “ανεπτυγμένου” καπιταλισμού.

Και έτσι, χιλιάδες αγωνιστές βλέπουν το τρένο να περνά, μένοντας ουσιαστικά αδρανείς. Όπως στην Ισπανία, όπου μεταξύ Απρίλη 1931-Απρίλη 1932, στον πρώτο χρόνο της Δεύτερης Δημοκρατίας, είχαν ξεσπάσει 3.600 μικρές ή μεγάλες απεργίες για οικονομικά ζητήματα, 20 πολιτικού χαρακτήρα απεργίες, 80.000 μικρές ή μεγάλες κινητοποιήσεις των εργατών γης, προηγουμένως η Δημοκρατία είχε εγκαθιδρυθεί μετά από μια λαϊκή κινητοποίηση, ενώ, την ίδια περίοδο, η Καταλονία αποκτούσε το καταστατικό της αυτονομίας της και η καταλανική μεγαλοαστική τάξη έχανε την ηγεσία του εθνικού κινήματος. Και παρ’ όλα αυτά, το επαναστατικό κίνημα προχωρούσε με βήμα σημειωτόν. Βασικό πρόβλημά του, ο σεχταρισμός και οι αναρχικές επιβιώσεις εντός του ΚΚ Ισπανίας. Το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα μπόρεσε να ανοίξει τα φτερά του με την παρέμβαση των κομμουνιστικών κομμάτων όλου του υπόλοιπου κόσμου, το 1932.

Παρακάτω υπάρχει ένα κείμενο της Κομμουνιστικής Διεθνούς προς τα μέλη του ΚΚ Ισπανίας που αναδεικνύει τα σφάλματα και τα ελαττώματα τμήματος της ηγεσίας του, τα οποία χαρακτηρίζονται από μια εκπληκτική ομοιότητα με αυτά μεγάλου τμήματος του σημερινού κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα. Επίσης, για την ιστορία, παρατίθεται και η απόφαση για την οργανωτική επίλυση του προβλήματος των σφαλμάτων και των ελλείψεων του ΚΚΙ, γιατί αυτά δεν είχαν μόνο αντικειμενικά αίτια.

***

Προς όλα τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας

Σύντροφοι,

το 4ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας διεξάγεται σε μια στιγμή κατά την οποία, σε ολόκληρο τον κόσμο, οι ταξικές αντιθέσεις και η ταξική πάλη λαμβάνουν μια ακραία οξύτητα και η ανάπτυξη της επαναστατικής κρίσης και στην Ισπανία φτάνει σε μια καμπή.

Αυτό που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει τη διεθνή κατάσταση στη σημερινή περίοδο είναι η χτυπητή αντίθεση ανάμεσα στους δύο κόσμους, ανάμεσα στον κόσμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη χώρα της νικηφόρας προλεταριακής επανάστασης και τον καπιταλιστικό κόσμο που βιώνει την πλέον βαθιά οικονομική κρίση και καταδικάζει δεκάδες εκατομμύρια προλετάριους και φτωχούς εργάτες σε στερήσεις και πρωτάκουστα δεινά. Σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, η πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική τάξη οξύνεται ακατάπαυστα, η επαναστατική δράση της εργατικής τάξης αναπτύσσεται σταθερά. Η αστική τάξη θέλει να δώσει στην κρίση μια καπιταλιστική λύση με τη γενικευμένη μείωση του βιοτικού επιπέδου, την ενίσχυση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, την καταστολή και τη δολοφονία, τη χρήση φασιστικών μεθόδων άμεσης βίας. Από την άλλη πλευρά, μπροστά στους εργάτες τίθεται όλο και πιο επιτακτικά το ζήτημα της αναγκαιότητας της επαναστατικής επίλυσης της κρίσης, δηλαδή, του ξεπεράσματός της με την ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές έχουν οξυνθεί και συνεχίζουν να οξύνονται γρήγορα. Βιώνουμε μια φρενήρη αντιπαλότητα ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες για την οικονομική και πολιτική καθυπόταξη των αδύναμων χωρών, για ένα νέο μοίρασμα των αποικιών και των μισοαποικιών, για το μοίρασμα της Κίνας, για ένα νέο μοίρασμα ολόκληρου του κόσμου. Ο πόλεμος των δασμών οξύνεται όλο και περισσότερο ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες. Λόγω αυτών των αντιθέσεων, ο κίνδυνος νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων καθίσταται όλο και πιο απειλητικός. Ήδη τώρα, ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός, με την ιδιαίτερα ενεργή βοήθεια των γάλλων ιμπεριαλιστών και με την υποστήριξη της Κοινωνίας των Εθνών, διεξάγει πόλεμο για το μοίρασμα της Κίνας. Η απειλή πολέμου από τις ιμπεριαλιστικές χώρες, πρωτίστως το γαλλικό ιμπεριαλισμό, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, είναι όλο και πιο προφανής.

Είναι σε αυτή τη διεθνή κατάσταση που συνεχίζει να αναπτύσσεται, στην Ισπανία, η επαναστατική κρίση που ξέσπασε από την αρχή κιόλας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και που προετοιμαζόταν από το σύνολο της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης της χώρας: Παρουσία μεγάλων φεουδαρχικών καταλοίπων (κυριαρχία των λατιφουντίων, μισοφεουδαρχικός χαρακτήρας, επιβιώσεις μεσαιωνικών οφειλών, φουέρο (σ.parapoda: σύνολο ιδιαίτερων νόμων και προνομίων ανά περιοχή, εδώ προφανώς με δασμοφορολογικό περιεχόμενο), επίμορτη καλλιέργεια κλπ, φτωχοποιημένη αγροτιά και ακόμα κατά το ήμισυ εργαζόμενη σε άλλα κτήματα και με πληρωμή ενοικίου σε είδος, ισχυρή εξουσία του Κλήρου και κατοχή από τους ηγέτες της Εκκλησίας σχεδόν του 1/3 του εθνικού πλούτου, σημαντικός ρόλος της κάστας των αξιωματικών και του καθικισμού (σ.parapoda: cacique: ο πολιτικός παράγοντας του χωριού, εκπρόσωπος του φεουδαρχικού κατεστημένου), κλπ.), γοργή ανάπτυξη του χρηματιστικού κεφαλαίου που κυρίευσε τους σημαντικούς κλάδους της οικονομίας της χώρας, παρουσία ενός πολυάριθμου βιομηχανικού και αγροτικού προλεταριάτου που υποβάλλεται σε στυγνή εκμετάλλευση από το χρηματιστικό κεφάλαιο και τους προύχοντες, εθνική καταπίεση της Καταλονίας, της Βισκάγια, της Γαλικίας και του Μαρόκου. Είναι σε αυτό το φόντο που στην Ισπανία, μια χώρα οικονομικά καθυστερημένη, αναπτύχθηκαν οι ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας. Η παγκόσμια οικονομική κρίση οδήγησε στα άκρα αυτές τις αντιθέσεις και επιτάχυνε το ξέσπασμα της επαναστατικής κρίσης. Έτσι έλαβε χώρα η επανάσταση του Απρίλη, η ανατροπή της μοναρχίας, η ανακήρυξη της δημοκρατίας (σ.parapoda: πρόκειται για τα γεγονότα που ακολούθησαν την ήττα της μοναρχίας στις δημοτικές εκλογές της 12ης Απρίλη 1931 και οδήγησαν στην κατάρρευσή της και την εγκαθίδρυση της δεύτερης ισπανικής δημοκρατίας στις 14 Απρίλη).

Το προλεταριάτο της Ισπανίας, κινητήρια δύναμη της επανάστασης επέδειξε μια υπέροχη επαναστατική ενεργητικότητα. Με τις απεργίες του, κατά τη διάρκεια του 1930, αποδυνάμωσε το παλιό καθεστώς, προκάλεσε την πολιτική αφύπνιση της μικροαστικής τάξης και του κινήματος χειραφέτησης των καταπιεζόμενων εθνοτήτων. Προετοίμασε το δρόμο της επανάστασης του Απρίλη. Όμως, ευρισκόμενο υπό την πολιτική και ιδεολογική επιρροή των σοσιαλιστών και των αναρχοσυνδικαλιστών, το προλεταριάτο δεν ήταν σε θέση να παίξει το ρόλο του, ρόλο καθοδηγητή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, και να προσελκύσει με το μέρος του τους αγρότες, που είναι η δεύτερη κινητήρια δύναμη της ισπανικής επανάστασης μετά το προλεταριάτο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η αστική τάξη, σχηματίζοντας μπλοκ με τους προύχοντες υπό την βασική αιγίδα του χρηματιστικού κεφαλαίου, με την ενεργό συμμετοχή των σοσιαλιστών και σε συνεργασία με τους αναρχοσυνδικαλιστές, κατάφερε να καταλάβει την εξουσία. Έτσι, το αγροτίστικο-αστικό μπλοκ δεν έφερε σε πέρας κανένα από τα θεμελιώδη καθήκοντα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Το αγροτικό ζήτημα δεν επιλύθηκε. Το φειδωλό σχέδιο νόμου που επεδίωκε μια περιορισμένη αγροτική μεταρρύθμιση απορρίφτηκε από τη Συντακτική Συνέλευση. Ο υπουργός Δικαιοσύνης ανέλαβε να εκπονήσει νέο σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης, χάρη στο οποίο οι προύχοντες θα ορίζουν οι ίδιοι την ποσότητα γης που επιθυμούν να αποποιηθούν καθώς και την τιμή της. Επιπλέον, η εφαρμογή της μεταρρύθμισης θα περιορίζεται από την κατάσταση των δημοσίων οικονομικών και θα υποτάσσεται σε πλήθος άλλων περιοριστικών ρητρών. Αν και χωρίζει επισήμως την Εκκλησία από το Κράτος, αφήνει ανέπαφη την τεράστια οικονομική ισχύ της Εκκλησίας και, συνεπώς, την πολιτική επιρροή της. Το εθνικό ζήτημα δεν επιλύθηκε. Ο παλιός γραφειοκρατικός μηχανισμός του κράτους και το μισοφεουδαρχικό σύστημα λεηλασίας που είναι ο καθικισμός παραμένουν σχεδόν χωρίς αλλαγές. Η Ισπανική Πολιτοφυλακή, μια από τις ένοπλες δυνάμεις της αντεπανάστασης, ενισχύεται περαιτέρω. Αντί για δημοκρατικές ελευθερίες, το αγροτίστικο-αστικό μπλοκ επιφυλάσσει στους εργαζόμενους σφαίρες και φυλακές.

Ο ταξικός πολιτικός χαρακτήρας της ανάπτυξης της επαναστατικής κρίσης στην Ισπανία, κατά την περίοδο που ακολούθησε την πτώση της μοναρχίας και την ανακήρυξη της δημοκρατίας, διαμορφώθηκε γενικά από τα ακόλουθα στοιχεία:

1)Η οικονομική (και αγροτική) κρίση καθίσταται μήνα το μήνα όλο και πιο οξυμένη, παρατεταμένη και βαθιά. Όχι μόνο το αστικό-αγροτίστικο μπλοκ δεν βελτίωσε τις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου και των αγροτών, αλλά και η αύξηση των μισθών που οι εργατικές μάζες είχαν αποσπάσει μετά τις 14 Απρίλη από την αστική τάξη χάρη σε μαζικές απεργίες, ακολούθως μειώθηκε στο μηδέν από την υποτίμηση της πεσέτας, την ακρίβεια κλπ. Η ανεργία αυξάνεται ασταμάτητα. Στις πόλεις και την επαρχία, ο αριθμός των πλήρως ανέργων ξεπερνά τους 800.000, οι άλλοι εργάτες εργάζονται από 1 ως 3 ημέρες τη βδομάδα και από 4 ως 5 ώρες τη μέρα. Οι άνεργοι στερούνται σχεδόν πλήρως βοήθεια, δεν υπάρχουν κρατικές ασφαλίσεις για τους ανέργους. Η ανεργία πλήττει ακόμα πιο σφοδρά το προλεταριάτο του χωριού, λόγω της παύσης των εποχιακών εργασιών και της σημαντικής ανάπτυξης της αγροτικής κρίσης.

Η φτωχοποίηση μεγάλων αγροτικών στρωμάτων λαμβάνει χώρα με επιταχυνόμενο ρυθμό. Η πείνα βασιλεύει στους αγρότες στα χωριά, πρωτίστως στους μεροκαματιάρηδες και τους φτωχούς αγρότες. Το ρεπουμπλικανικό μπλοκ της αστικής τάξης και των μεγαλοκτηματιών, αφού κατέλαβε την εξουσία, διατηρεί και προστατεύει τις κοινωνικές και οικονομικές επιβιώσεις της φεουδαρχίας, τα προνόμια των προυχόντων και του χρηματιστικού κεφαλαίου και, μαζί με αυτά, την αυξανόμενη υποδούλωση της χώρας στο ξένο, ιδίως το γαλλικό κεφάλαιο, η οικονομική κρίση και οι κοινωνικές και πολιτικές της συνέπειες καθίστανται πιο σύνθετες και επιδεινώνονται.

2)Η κυβέρνηση των ρεπουμπλικάνων και των σοσιαλιστών, όλα τα ρεπουμπλικανικά κόμματα και η Συντακτική Συνέλευση έχουν αποκαλύψει ξεκάθαρα την αστική ταξική και αντεπαναστατική τους φύση. Ο καθοδηγητικός ρόλος στην πολιτική αυτού του μπλοκ ρεπουμπλικάνων και σοσιαλιστών ανήκει στη χρηματιστική και βιομηχανική μεγαλοαστική τάξη και τους προύχοντες που πρόσκεινται σε αυτή. Η συσπείρωση τάξεων και κομμάτων, που άρχισε ήδη από τις μέρες του Απρίλη, έχει ήδη ξεκάθαρα αποκρυσταλλωθεί. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα διάταξη των ταξικών δυνάμεων και των κομμάτων. Τον καθοδηγητικό ρόλο παίζει, στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης, η ρεπουμπλικανική αστική τάξη, η οποία υποστηρίζεται από τις δυνάμεις της μοναρχικής αντεπανάστασης – τους μεγαλοκτηματίες, την Εκκλησία, το σώμα των αξιωματικών του στρατού κλπ – και η οποία υποτάσσει τη μικροαστική τάξη των πόλεων και τα κόμματά της, τα αστικά και μικροαστικά κόμματα των καταλανών εθνικιστών κλπ. Το στρατόπεδο της επανάστασης αποτελείται από το προλεταριάτο και τους αγρότες. Η απογοήτευση των εργατών και των εργαζόμενων αγροτών έναντι των ρεπουμπλικανικών κομμάτων μεγαλώνει ασταμάτητα. Οι δημοκρατικές ψευδαισθήσεις καταρρέουν με γρήγορο ρυθμό.

3)Στο αντεπαναστατικό μπλοκ, το σοσιαλιστικό κόμμα έπαιξε και ακόμα παίζει τον κύριο ρόλο αυτού που εξαπατά τις μάζες.

Το σοσιαλιστικό κόμμα είναι ο πρωταγωνιστής της αντίδρασης στην επίθεση της αστικο-αγροτίστικης αντεπανάστασης, ενάντια στην εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες. Δεν ήταν άλλος από τον σοσιαλιστή υπουργό Λάργο Καμπαγιέρο αυτός που εκπόνησε και παρουσίασε στα Κορτές ένα σχέδιο νόμου υπεράσπισης της Δημοκρατίας, απαγορεύοντας τις απεργίες που δεν έχουν την άδεια της κυβέρνησης. Η αστική τάξη και οι σοσιαλιστές ηγέτες θέτουν σε εφαρμογή την προβοκάτσια των αιματηρών συγκρούσεων ανάμεσα στις διάφορες ομάδες εργατών και αναπτύσσουν στους κόλπους των τελευταίων τις μεθόδους του κουμπουροφορισμού για να διασπούν και να αποδυναμώνουν το προλεταριάτο έναντι της ενωμένης αντεπανάστασης της αστικής τάξης και των μεγαλοκτηματιών. Οργάνωσαν και οργανώνουν τους απεργοσπάστες για λογαριασμό της εργοδοσίας. Δηλώνουν ότι μόνο η παρουσία τους στην κυβέρνηση θα μπορέσει να εμποδίσει στη συνέχεια την ανάπτυξη της “βίαιης” επανάστασης. Αυτός ο ρόλος των σοσιαλιστών ακόμα δεν έχει αποκαλυφθεί ενώπιον των μαζών, και οι σοσιαλιστές ακόμα καταφέρνουν ενίοτε να κατακτούν νέες θέσεις. Οι σοσιαλιστές επιδέξια αξιοποιούν για τους αντεπαναστατικούς τους σκοπούς το γεγονός ότι οι εργάτες απογοητεύονται από την τυχοδιωκτική τακτική των αναρχοσυνδικαλιστών ηγετών που σταθερά προδίδουν τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου. Εξάλλου, οι αναρχοσυνδικαλιστές ηγέτες προσεγγίζουν όλο και πιο πολύ την κυβερνητική σοσιαλδημοκρατία, υποστηρίζοντάς την απ’ έξω, σαμποτάροντας τις απεργίες σε συνέργεια με αυτήν.

4)Στο στρατόπεδο της επανάστασης έχει σημειωθεί και συνεχίζει να σημειώνεται μια αξιόλογη συσπείρωση δυνάμεων. Στο πλευρό του προλεταριάτου των πόλεων και του χωριού (εργάτες της) που είναι η μόνη μέχρι τέλους επαναστατική δύναμη, και υπό την πολιτική της καθοδήγηση, οι αγρότες, ιδίως τα πιο φτωχά στρώματα, έχουν αρχίσει τον επαναστατικό αγώνα. Το αυθόρμητο κίνημα απεργιών και διαδηλώσεων του προλεταριάτου των πόλεων και του χωραφιού συνεχίζει να αναπτύσσεται, παρά τις προσωρινές μεταπτώσεις, προσελκύοντας τις επαρχίες, ωθώντας τις στο δρόμο της αγροτικής επανάστασης.

Οι άμεσες προοπτικές διαγράφονται αρκετά καθαρά. Αυτές θα φέρουν όχι την “κοινωνική ειρήνη”, όχι μια σταθερή πολιτική “ισορροπία”, αλλά σφοδρές ταξικές μάζες, νέες εκρήξεις επαναστατικής θύελλας. Η αστικοδημοκρατική επανάσταση της Ισπανίας δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι βασικοί της στόχοι: κατάργηση των φεουδαρχικών υπολειμμάτων, τσάκισμα της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας της Εκκλησίας και του Κλήρου, εξάλειψη της εθνικής καταπίεσης, ριζική βελτίωση της μοίρας της εργατικής τάξης και των πλατιών εργαζόμενων μαζών, δεν έχουν ακόμα επιτευχθεί. Όμως αυτά τα παλαιότερα καθήκοντα, το προλεταριάτο θα έχει να τα επιλύσει σε μια κατάσταση διαφορετική από ό,τι παλαιότερα, λόγω μιας νέας διάταξης των ταξικών δυνάμεων και των πολιτικών κομμάτων, σε συνθήκες μιας ακόμα πιο ξεκάθαρης ταξικής διαφοροποίησης, αφ’ ενός, στο στρατόπεδο της επανάστασης και, αφ’ ετέρου, σε εκείνο της αντεπανάστασης. Η συγκυρία στην οποία η αστική τάξη και τα κόμματά της, συμπεριλαμβανομένου του σοσιαλιστικού, αποκαλύπτονται στην πράξη ως αντεπαναστατικές δυνάμεις, θα πρέπει να διευκολύνει το προλεταριάτο να καταστεί ο καθοδηγητής της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, να προσελκύσει στο πλευρό του τους αγρότες, να ηγηθεί της δημοκρατικής επανάστασης μέχρι την πλήρη νίκη της, να δημιουργήσει έτσι τις συνθήκες για το γρήγορο μετασχηματισμό της σε σοσιαλιστική επανάσταση. Απαραίτητος όρος για την ολοκλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης και το μετασχηματισμό της σε μια προλεταριακή επανάσταση είναι η ύπαρξη ενός μαζικού κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο να έχει πλήρως συνείδηση των θεμελιωδών προβλημάτων της επανάστασης και να είναι σε θέση να οργανώνει το προλεταριάτο και να το καθιστά ικανό να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα ηγεμονίας του στην επανάσταση.

Όσο περισσότερο το προλεταριάτο, καθοδηγούμενο από το κομμουνιστικό κόμμα και σε στενή συμμαχία με την αγροτιά, υπό την επαναστατική δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου, θα προβαίνει συνειδητά και ενεργητικά στη ριζική εξάλειψη όλων των φεουδαρχικών επιβιώσεων, στην υλοποίηση της αγροτικής επανάστασης, στον αγώνα για την επέκταση του πλαισίου της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, στην ενίσχυση των θέσεων του προλεταριάτου και των εργαζόμενων μαζών, στη δημιουργία μεγάλων μαζικών οργανώσεων, τόσο γρηγορότερα το επαναστατικό προλεταριάτο θα καταφέρει να συνασπίσει τις φτωχές και μεσαίες αγροτικές μάζες στον αγώνα ενάντια στα πλούσια εκμεταλλευτικά στρώματα της αγροτιάς και τόσο περισσότερο θα διασφαλίσει ισχυρές εγγυήσεις για έναν γρήγορο μετασχηματισμό της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε μια σοσιαλιστική προλεταριακή επανάσταση.

Το κύριο καθήκον του κομμουνιστικού κόμματος έγκειται στην πολιτική και οργανωτική καθοδήγηση του προλεταριάτου, γιατί είναι μόνο υπό την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος που το προλεταριάτο, το οποίο έχει αποδείξει και πάντοτε αποδεικνύει την πιο μεγάλη επαναστατική τόλμη  που το διέπει και την πιο μεγάλη θέληση για αγώνα, θα μπορέσει να κατακτήσει, θα κατακτήσει και θα διασφαλίσει την καθοδήγηση του επαναστατικού αγώνα των μαζών και θα οδηγήσει αυτόν τον αγώνα μέχρι τέλους, μέχρι τη νίκη.

Το άμεσο κύριο καθήκον για το κομμουνιστικό κόμμα είναι να προετοιμάσει, να οργανώσει και να καθοδηγήσει τους επαναστατικούς μαζικούς αγώνες του προλεταριάτου, να εξαπολύσει και να καθοδηγήσει την αγροτική επανάσταση. Αυτό απαιτεί την οργανωτική ενίσχυση του κομμουνιστικού κόμματος και των επαναστατικών ταξικών οργανώσεων του προλεταριάτου. Ο συγκεκριμένος δρόμος που οδηγεί στην επίτευξη αυτού του καθήκοντος είναι ο απεργιακός αγώνας, το κίνημα των ανέργων, το κίνημα των διαδηλώσεων ενάντια στην πανεθνική επίθεση μείωσης των μισθών και υπέρ της αύξησης των μισθών, της ασφάλισης των ανέργων σε βάρος του κράτους και των εργοδοτών· ενάντια στο αντιδραστικό και φασιστικό διάταγμα περί “υπεράσπισης της Δημοκρατίας”, δηλαδή, ενάντια στο διάταγμα εξάλειψης των στοιχειωδέστερων δικαιωμάτων των εργατών, όπως είναι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, το δικαίωμα στην απεργία· ενάντια στις δολοφονίες, τη δίωξη και τη φυλάκιση των απεργών, των απεργιακών επιτροπών και των αγωνιστών συνδικαλιστών εργατών και υπέρ της απελευθέρωσής τους.

Ταυτόχρονα, πρέπει να οργανώσει ενεργητικά την πάλη των αγροτών ενάντια στην επίθεση των προυχόντων ανεβάζοντας αυτό τον αγώνα, τις μορφές μερικών και απομονωμένων συγκρούσεων που έχει λάβει, στο επίπεδο της μαζικής αγροτικής επανάστασης. Το κόμμα θα μπορεί να εκπληρώσει αυτό το καθήκον μόνο αν είναι σε θέση, με την δουλειά του στην επαρχία, να οργανώσει και να καθοδηγήσει τον αγώνα των εργατών γης και των φτωχών αγροτών.

Το κόμμα δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει αυτό το μεγάλο καθήκον παρά μόνο αν το συνέδριο του κόμματος είναι ένα συνέδριο οργάνωσης του κόμματος, το συνέδριο του μετασχηματισμού του σε ένα πραγματικά μαζικό μπολσεβικικό κόμμα.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας καταγράφει αναμφίβολα κάποιες πολιτικές και οργανωτικές επιτυχίες. Κατά τη διάρκεια μιας χρονιάς, ο αριθμός των μελών του αυξήθηκε από τα 1.500 σε σχεδόν 10.000. Επιπλέον, εκατοντάδες χιλιάδες επαναστάτες εργάτες, από τους πλέον αφοσιωμένους, χτυπούν την πόρτα του κόμματος περιμένοντας να μπουν. Πρέπει να ανοίξουν πλατιά οι πόρτες του κόμματος σε αυτούς τους επαναστάτες εργάτες. Διάφορες περιφερειακές οργανώσεις του κόμματος έχουν επιδείξει μια μεγάλη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια των σημερινών αγώνων και καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες για να αναδιοργανώσουν την εργασία τους και να βελτιώσουν τη σύνθεση των επιτροπών τους. Το κόμμα μπόρεσε να εκδώσει πολλές εβδομαδιαίες περιφερειακές εφημερίδες και κατάφερε πρόσφατα να κάνει καθημερινό το κεντρικό όργανό του, τον Εργατικό Κόσμο. Ο κομμουνιστικός Τύπος, παρ’ όλα τα ελαττώματά του, ενίοτε έχει τιράζ πάνω από 100.000 αντίτυπα, κάτι που συνιστά μια αδιαμφισβήτητη επιτυχία για τις συνθήκες της Ισπανίας. Ο Εργατικός Κόσμος αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα της αυξανόμενης επιρροής του κομμουνιστικού Τύπου. Το κάλεσμά του στους εργάτες να του δώσουν μια υλική βοήθεια βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στις τάξεις του προλεταριάτου που, σε λίγες μέρες, συγκέντρωσε 18.000 πεσέτες για την εργατική του εφημερίδα. Η κομμουνιστική νεολαία Ισπανίας, που εργάζεται υπό την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος, είδε τα μέλη της να αυξάνονται μέσα σε ένα χρόνο από 400 σε 4.000. Το κόμμα, ή πιο συγκεκριμένα, τα μέλη της, είχαν έναν ενεργό ρόλο σε πλήθος απεργιών και έπαιξαν καθοδηγητικό ρόλο σε μερικές γενικές απεργίες πολιτικού χαρακτήρα. Το κόμμα επέδειξε μια σχετικά μεγάλη δραστηριότητα στην οργάνωση των ανέργων και στην καθοδήγηση των αγώνων τους. Η πλειοψηφία των κομμουνιστών, ατομικά, αποδείχτηκαν αφοσιωμένοι επαναστάτες, χωρίς να επιδείξουν τον παραμικρό δισταγμό μπροστά στην αστυνομική καταστολή. Η επιρροή του κόμματος αδιαμφισβήτητα αυξάνεται και συνεχίζει να μεγαλώνει.

Ωστόσο, για να κρίνουμε ορθά την αύξηση της πολιτικής επιρροής του κόμματος όπως και την εσωτερική ανάπτυξη του κόμματος, θα πρέπει τις εξετάσουμε σε στενή συσχέτιση με την πορεία των γεγονότων που έλαβαν χώρα και λαμβάνουν χώρα στην Ισπανία. Σε μια περίοδο χωρίς προηγούμενο αναφορικά με την ζέση των μαζών και την έκταση του αγώνα, κατά την οποία πάνω από ένα εκατομμύριο προλετάριοι αγωνίστηκαν και κατέβηκαν στο δρόμο, και εκατοντάδες χιλιάδες προλετάριοι έδειξαν ότι είναι έτοιμοι να παλέψουν μέχρι τέλους, ο αριθμός των 10.000 μελών που έχει το κόμμα μας δεν είναι παρά μια σταγόνα σε μια ταρασσόμενη θάλασσα.

Το 1930 και το 1931 ήταν χρόνια επαναστατικής κρίσης, μαζικών αγώνων του προλεταριάτου χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της Ισπανίας, χρόνια κατά τα οποία όλες οι τάξεις και όλα τα κοινωνικά στρώματα, όλα τα κόμματα και όλες οι ομάδες εισήλθαν ενεργητικά στην πολιτική αρένα. Συνεπώς, ήταν χρόνια κατά τα οποία είχαν συγκεντρωθεί όλες οι αντικειμενικές προϋποθέσεις και, στην πραγματικότητα, μια ευνοϊκή κατάσταση των περιστάσεων, που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στο κομμουνιστικό κόμμα να αποκτήσει μια αποφασιστική επιρροή και ακλόνητες οργανωτικές θέσεις, όχι μόνο στο προλεταριάτο των πόλεων, αλλά και στο αγροτικό προλεταριάτο και τους αγρότες. Το κόμμα δεν κατάφερε κάτι τέτοιο. Οι ισπανοί κομμουνιστές οφείλουν, όπως πρέπει να κάνουν οι πραγματικοί επαναστάτες προλετάριοι, να αναδείξουν και να συνεχίσουν να αποκαλύπτουν τις αιτίες της καθυστέρησης του κόμματος και τα σφάλματα που διαπράχτηκαν, και να πάρουν ενεργητικά μέτρα για να τα εξαλείψουν το συντομότερο και όσο το πληρέστερο δυνατό. Πρέπει να αφομοιώσουμε και να χρησιμοποιήσουμε προσεκτικά την πλούσια εμπειρία του επαναστατικού αγώνα του προλεταριάτου και του αδιάσπαστα συνδεδεμένου με αυτόν αγώνα του ΚΚ και των οργανώσεών του.

Η κύρια αιτία για τα σφάλματα του κόμματος, για την έλλειψη κατανόησης του χαρακτήρα της επανάστασης, για την έλλειψη κατανόησης του ρόλου και των καθηκόντων του προλεταριάτου ως υπέρτατου καθοδηγητή κατά τη διάρκεια της σημερινής δημοκρατικής επανάστασης, για την έλλειψη κατανόησης του ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος, για την αδυναμία να διατυπώσει εγκαίρως ορθά πολιτικά συνθήματα μαζικής δράσης, για το ότι τα ορθά συνθήματα δεν έφτασαν στις μάζες, για τα λάθη που εκδηλώθηκαν επίσης με μια σχετικά μεγάλη παθητικότητα του κόμματος, όλα αυτά τα λάθη πηγάζουν από το γεγονός ότι το κομμουνιστικό κόμμα ήταν και, δυστυχώς, συνεχίζει να είναι ακόμα αιχμάλωτο του σεχταρισμού και των αναρχικών παραδόσεων. Το κομμουνιστικό κόμμα εκδηλώνει σεχταριστικές τάσεις και αναρχικές μεθόδους δράσης σε κάθε του βήμα, σε κάθε τομέα της δράσης του. Αυτές οι τάσεις, αυτές οι μέθοδοι έχουν παρεμποδίσει και παρεμποδίζουν ακόμα τη μαζική δουλειά του κομμουνιστικού κόμματος, την επαφή του με τις μάζες. Διαπιστώνονται, ταυτόχρονα, εντός του κόμματος, δεξιά οπορτουνιστικά σφάλματα καθώς και μια κατάσταση πνευμάτων που εκδηλώνεται με προσπάθειες προσαρμογής στη ρεπουμπλικανική αστική νομιμότητα.

Το κόμμα ολόκληρο και ιδίως η καθοδήγησή του δεν είχαν και, δυστυχώς, δεν έχουν ακόμα επαρκώς μια ορθή πολιτική γραμμή, γιατί εκτιμούσαν με ανακριβή τρόπο τον χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες των ταξικών αντιθέσεων, το χαρακτήρα της επανάστασης στην Ισπανία. Συγκεκριμένες πολιτικές καταστάσεις εκτιμώνταν και εκτιμώνται με ανακριβή τρόπο.

Η καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας δεν κατάλαβε τη μεγάλη πολιτική σημασία των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών επιβιώσεων της φεουδαρχίας στην Ισπανία και δεν είδε να έρχεται η δημοκρατική επανάσταση που θα προέκυπτε από αυτή την κατάσταση. Δεν προετοίμασε για αυτή την επανάσταση το προλεταριάτο.

Το κόμμα δεν κατάλαβε έγκαιρα ότι, καθώς η αστική τάξη θα όφειλε να παίξει και να παίζει στην αστικοδημοκρατική επανάσταση που ωρίμαζε και που εξελίσσεται έκτοτε, έναν ρόλο αντεπαναστατικό, θα ήταν το προλεταριάτο ακριβώς, καθότι η μόνη μέχρι τέλους επαναστατική και συνεπής τάξη, που μπορεί και πρέπει να καθοδηγήσει αυτή την επανάσταση, που μπορεί και πρέπει να της δώσει μια έκταση που, έχοντας διασφαλίσει τη νίκη και μη σταματώντας στα μισά του δρόμου, θα δημιουργούσε μια αλυσίδα που θα την ένωνε με τη σοσιαλιστική επανάσταση και που θα οδηγούσε στο θρίαμβο της τελευταίας, με δεδομένη την περίσταση ότι στην ιμπεριαλιστική περίοδο, η δημοκρατική επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του προλεταριάτου, δεν χωρίζεται από σινικό τείχος από τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Υποεκτιμώντας αυτό το ρόλο του προλεταριάτου, το κομμουνιστικό κόμμα κλείστηκε στον εαυτό του, αποσπάστηκε από την εργατική τάξη, δεν γνώρισε τους αγρότες, στάθηκε μακριά από τις πλατιές μάζες, δεν διαισθάνθηκε το ζωτικό παλμό τους, υποεκτίμησε τις προσδοκίες τους, τις διεκδικήσεις τους και τη θέλησή τους για αγώνα. Και ενώ τα γεγονότα λάμβαναν χώρα, ενώ η δημοκρατία ανακηρυσσόταν, υπό την ισχυρή πίεση των πλατιών μαζών που βγήκαν στους δρόμους, το κόμμα διατύπωσε εσφαλμένα και μη κατανοητά από τις μάζες συνθήματα.

Κατά τις ημέρες του Μάη και καθ’ όλη την περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας του Ιούνη, καμία στροφή δεν πραγματοποιήθηκε στη δράση του κόμματος. Τα συνθήματα για δημιουργία σοβιέτ εργατών, στρατιωτών και αγροτών, για δημιουργία εργοστασιακών επιτροπών, για αφοπλισμό της χωροφυλακής και εξοπλισμό του προλεταριάτου, για δημιουργία ενός ενιαίου επαναστατικού μετώπου, τα συνθήματα για επαναστατική κατάληψη της γης των μεγαλοκτηματιών από τους αγρότες, για επίλυση του αγροτικού ζητήματος μέσω τετελεσμένων, διατυπώθηκαν, στο βαθμό που αυτό συνέβαινε, με έναν τρόπο εξαιρετικά γενικό, υπό τη μορφή προπαγάνδας, χωρίς σοβαρές προσπάθειες – εκεί όπου η συγκεκριμένη κατάσταση ήταν επαρκώς ώριμη – να φτάσουμε στην πρακτική υλοποίηση αυτών των συνθημάτων. Οι ευνοϊκές περιστάσεις για κάτι τέτοιο δεν έλειπαν. Στη Σεβίλλη, για παράδειγμα, το συγκεκριμένο λάθος που διαπράχτηκε σε αυτή την πόλη ανέδειξε την ύπαρξη εσφαλμένων αντιλήψεων για το ρόλο των σοβιέτ. Οι σύντροφοι εσφαλμένα πίστευαν ότι τα σοβιέτ δεν είναι παρά οργανισμοί επαναστατικής εξουσίας μετά την κατάληψη της εξουσίας. Στην πραγματικότητα, τα σοβιέτ δεν είναι μόνο οργανισμοί επαναστατικής εξουσίας, αλλά, πριν από αυτή, είναι οργανισμοί της πάλης για την εξουσία, οργανισμοί κινητοποίησης και οργάνωσης των μαζών για την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο και τους αγρότες, για την εγκαθίδρυση της επαναστατικής δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και των αγροτών. Οι ισπανοί σύντροφοι δεν κατάλαβαν και δεν καταλαβαίνουν επαρκώς και τώρα ακόμα ούτε το ρόλο και τη σημασία των εργοστασιακών επιτροπών. Αναφορικά με αυτό, τα παραδείγματα της Σεβίλλης πάλι είναι πολύ χαρακτηριστικά. Οι μεταλλουργοί της Σεβίλλης, που, με τον αγώνα τους, πέτυχαν την αναγνώριση των εργοστασιακών επιτροπών από την εργοδοσία, δεν επωφελήθηκαν από τη νίκη που κατέκτησαν και δεν δημιούργησαν ένα δίκτυο εργοστασιακών επιτροπών· και εκεί όπου οι εργοστασιακές επιτροπές είχαν δημιουργηθεί, παρέμειναν αδρανείς. Οι σύντροφοί μας δεν μπόρεσαν να αξιοποιήσουν, την ώρα που η όξυνση της ταξικής πάλης κορυφωνόταν, αυτό το πρώτης τάξης εργαλείο αγώνα που αποτελούν οι εργοστασιακές επιτροπές.

Το κόμμα, επίσης εκδήλωσε και δυστυχώς συνεχίζει να εκδηλώνει τάσεις εσφαλμένες και σεχταριστικές, έναν αργό ρυθμό, μια παθητικότητα στη δουλειά στην επαρχία σε σχέση με τους αγρότες και τις αγροτικές δράσεις.

Οι καθολικές οργανώσεις, οι σοσιαλιστές και οι αναρχοσυνδικαλιστές, αποκτούν τη δυνατότητα, ελλείψει επαρκούς αποκάλυψής τους, ενεργητικής αντίστασης και επαρκώς ενεργητικής δουλειάς εκ μέρους μας, να εξαπατούν τους αγρότες, να παραλύουν τον αγώνα τους, να φρενάρουν την ανάπτυξη και τη συσπείρωση των επαναστατικών δυνάμεων.

Το κομμουνιστικό κόμμα εκδήλωσε και συνεχίζει, ως ένα βαθμό, να εκδηλώνει μια ανάλογη στάση περιφρόνησης, σεχταριστικής παθητικότητας έναντι των κινημάτων εθνικής χειραφέτησης των Καταλανών, των Βάσκων και των Γαλικιανών, και μια σχεδόν πλήρη αγνόηση των Μαροκινών, παρότι αυτό το κίνημα διαφοροποιείται, λόγω του γεγονότος της προδοσίας των ηγετών και του περάσματός τους στο στρατόπεδο του μπλοκ των αστών και των μεγαλοκτηματιών, και του γεγονότος ότι τα εργατικά και αγροτικά στοιχεία καθίστανται εντός αυτού ένας σημαντικός παράγοντας. Ως εκ τούτου, αυτό το κίνημα συνιστά μια δύναμη που το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να ενσωματώσει στο γενικό μέτωπο του αγώνα για το θρίαμβο της ισπανικής επανάστασης.

Στον τομέα της απεργιακής δράσης, το κομμουνιστικό κόμμα εκδήλωσε επίσης πλήθος αδυναμιών. Δεν επέκρινε επαρκώς και δεν αποκάλυψε την ολέθρια τακτική των αναρχικών και την αναρχοσυνδικαλιστική τακτική της CNT, την αντίστασή τους στον απεργιακό αγώνα, τις οδηγίες τους που απαγόρευαν στους εργάτες να κάνουν ταυτόχρονα δύο απεργίες στην ίδια πόλη, τη θεωρία τους της ταύτισης της γενικής απεργίας με την προλεταριακή επανάσταση, τις μεθόδους τους υποκατάστασης του οργανωμένου μαζικού αγώνα από δράσεις από ακτιβιστές απομονωμένους, από μια “ελίτ”, τη θεωρία τους για το ανέφικτο και το αχρείαστο, σε περίοδο οικονομικής κρίσης, του απεργιακού αγώνα για μερικές διεκδικήσεις, την αφ’ υψηλού στάση τους έναντι των ανέργων. Όμως, για να μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, είναι απαραίτητο το ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα να απελευθερωθεί από τις αναρχοσυνδικαλιστικές του συνήθειες. Μη έχοντας απελευθερωθεί από το σεχταριστικό πνεύμα και τις παραδόσεις των μικρών κύκλων, το κομμουνιστικό κόμμα και οι καθοδηγητές του δεν αντιλήφθηκαν την πολιτική σημασία των απεργιών που έλαβαν χώρα. Αφ’ ενός, είδαμε να εκδηλώνεται στο κόμμα ένας φόβος για το απεργιακό κίνημα, τάσεις να φρεναριστεί αυτό το κίνημα, ένα πνεύμα και τάσεις που εκδηλώθηκαν τόσο στο εβδομαδιαίο έντυπο των κόκκινων συνδικάτων της Σεβίλλης, όσο και στο κεντρικό όργανο του κόμματος (βλ. άρθρο “Μια κακή τακτική”). Στην πραγματικότητα, ο κίνδυνος συνίστατο όχι στο ότι τα γεγονότα γενικά, και το απεργιακό κίνημα ειδικότερα, εξελίσσονταν πολύ γρήγορα και έλαβαν μια μεγάλη κλίμακα. Ο κίνδυνος συνίστατο στο ότι το κόμμα σύρθηκε από τα γεγονότα και από το απεργιακό κίνημα. Αφ’ ετέρου, το κόμμα δεν είχε μια ορθή στρατηγική για τις απεργίες. Δεν μπόρεσε να διατυπώσει με τρόπο ορθό τις βασικές άμεσες διεκδικήσεις, των οποίων η υπεράσπιση θα επέτρεπε στο κίνημα να αναπτυχθεί, να συσπειρωθεί, να μετατραπεί σε πανεθνικό κίνημα του προλεταριάτου, με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους. Η καθοδήγηση του κόμματος δεν έδωσε έγκαιρα και γρήγορα ορθές εντολές και οδηγίες. Δεν διόρθωσε γρήγορα και αποφασιστικά τα λάθη που διαπράχτηκαν.

Το κομμουνιστικό κόμμα και η καθοδήγησή του πάνω από όλα απέδειξαν ένα πνεύμα σεχταριστικό και μια απαράδεχτη παθητικότητα στον τομέα της συνδικαλιστικής δουλειάς. Κατά την περίοδο όπου η Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT) δεν είχε ακόμα ανασυγκροτηθεί και οι αναρχοσυνδικαλιστικές ομάδες προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν αυτή την οργάνωση ζητώντας την άδεια του Μπερενγκέρ (σ.parapoda: ο πρωθυπουργός που διόρισε ο βασιλιάς Αλφόνσος 13ος το 1930, όταν έδιωξε το δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα. Έμεινε μέχρι το Φλεβάρη του 1931, δύο μήνες πριν την έλευση της Δημοκρατίας), αποδεχόμενοι έτσι τους όρους του Μπερενγκέρ, υπήρχε λόγος να οργανωθεί η “Επιτροπή Ανασυγκρότησης” (σ.parapoda: της CNT), προκειμένου να ανασυγκροτήσει από τη βάση και σε μια ορθή επαναστατική πλατφόρμα, κινητοποιώντας τις μάζες και τα συνδικάτα, την Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας. Όμως αυτή η Επιτροπή, όταν δημιουργήθηκε, παρέμεινε πλήρως αδρανής επί σειρά μηνών. Στο μεταξύ, η CNT, όσον αφορά τις βασικές της οργανώσεις, ανασυγκροτήθηκε. Το κόμμα δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει έγκαιρα τη στροφή που αντιστοιχούσε σε αυτή την κατάσταση. Το κόμμα δεν εργάστηκε επαρκώς για την ενίσχυση και τη διεύρυνση της επαφής τους με τους εργάτες και τα συνδικάτα που είχαν προσχωρήσει στη CNT. Και ωστόσο, είναι απαραίτητο καθένας να βλέπει, να ακούει τα γεγονότα και να αντλεί από αυτά την πεποίθηση ότι το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να εργάζεται, ακατάπαυστα και συστηματικά, για την ενοποίηση των συνδικαλιστικών δυνάμεων και όλης της εργατικής τάξης σε μια ενιαία συνδικαλιστική οργάνωση, να παλεύει και να παλέψει μελλοντικά ενάντια σε όσους αποπειρώνται να προκαλέσουν ένα σχίσμα στις τάξεις της CNT. Έχοντας τέτοιους στόχους, το κόμμα πρέπει επιπλέον να αποκαλύπτει, από ιδεολογική και πολιτική σκοπιά, την καθοδήγηση, τους ηγέτες της CNT που την καθιστούν εργαλείο του ενός ή του άλλου αστικού πολιτικού κόμματος, της μιας ή της άλλης αστικής κλίκας, και που παλεύουν, στην πραγματικότητα, ενάντια τόσο στους τελικούς, γενικούς στόχους της πάλης της εργατικής τάξης, όσο και στις άμεσες διεκδικήσεις της.

Όμως, αποκαλύπτοντας τους αναρχοσυνδικαλιστές ηγέτες που προδίδουν το εργατικό κίνημα, που έχουν γίνει λακέδες και εργαλείο της αστικής τάξης, είναι απαραίτητο να εργαζόμαστε για τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου με τους αναρχικούς ηγέτες και με όσους αναρχικούς ηγέτες θέλουν πραγματικά να παλέψουν ενάντια στους καπιταλιστές και το αντεπαναστατικό αστικο-αγροτίστικο καθεστώς των μοναρχικών, των ρεπουμπλικανών και των σοσιαλιστών.

Τη στιγμή που οι σοσιαλιστές παίζουν το ρόλο του πιο ενεργού κόμματος της αστικοαγροτίστικης αντεπανάστασης και όπου, με τους δημαγωγικούς λόγους τους, με υποσχέσεις και με την τρομοκρατία του κρατικού μηχανισμού, επιδιώκουν να βάλουν χέρι στο συνδικαλιστικό κίνημα των εργατών, να μετατρέψουν τα συνδικάτα σε οργανώσεις που επιτελούν φασιστικά κρατικά καθήκοντα, το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να αναπτύξει στο μέγιστο μια δραστηριότητα με στόχο να αποκαλύψει τους σοσιαλιστές, να αποκαλύψει τους ηγέτες της UGT και να δημιουργήσει εντός αυτής μια επαναστατική συνδικαλιστική μαζική αντιπολίτευση ενάντια στους ηγέτες της και υπέρ της επίτευξης της συνδικαλιστικής ενότητας στη βάση της πάλης των τάξεων και της πλατφόρμας των άμεσων διεκδικήσεων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το συγκεκριμένο καθήκον συνίσταται στον αγώνα για την επίτευξη της συνδικαλιστικής ενότητας στη βάση της πλατφόρμας της πάλης των τάξεων, στον αγώνα ενάντια στις απόπειρες διάσπασης της CNT και, πρωτίστως, για το ξέσπασμα ενός μαζικού κινήματος για την υπεράσπιση των συνδικάτων ενάντια στα πλήγματα από τους ρεπουμπλικανούς και φασίστες αντεπαναστάτες, που στόχο έχουν να συντρίψουν τα συνδικάτα, να αφαιρέσουν από τους αγρότες τα στοιχειωδέστερα δικαιώματα της συνδικαλιστικής οργάνωσης, του απεργιακού δικαιώματος, του δικαιώματος να διαδηλώνουν κλπ…

Το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν διεξήγε και δεν διεξάγει επαρκώς και με την απαραίτητη ενέργεια τον αγώνα ενάντια στον αντεπαναστατικό τροτσκισμο. Με τις συστηματικές συκοφαντίες του τελευταίου ενάντια στην ΕΣΣΔ και ενάντια στην ΚΔ, με τις φιλελεύθερες απόψεις του για τα προβλήματα της ισπανικής επανάστασης, αντιλήψεις που περιβάλλονται από φράσεις “αριστερές”, ο τροτσκισμός αποπειράται να σπείρει την ιδεολογική σύγχυση στους κόλπους της εργατικής τάξης, να δημιουργήσει ένα εμπόδιο στη δημιουργία και την εδραίωση του επαναστατικού ενιαίου μετώπου της πάλης του προλεταριάτου, να αποδιοργανώσει τις τάξεις του προλεταριάτου και του κομμουνιστικού κόμματος.

Το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν ακολούθησε μια ορθή γραμμή έναντι της ομάδας Μαουρίν και του εργατοαγροτικού του μπλοκ. Ενισχύοντας την πάλη της αποκάλυψης των μικροαστικών αντιλήψεων του Μαουρίν και την πρακτική συνεργασίας της ομάδας του με την αστική τάξη, δίχως να προβαίνει έναντι αυτής σε κανέναν συμβιβασμό σε θέματα αρχής, ούτε το στοιχειωδέστερο, και δίχως να αποκρύπτει τις αποκλίσεις απόψεων, το κομμουνιστικό κόμμα όφειλε και οφείλει ακόμα περισσότερο σήμερα να βοηθήσει όλα τα μέλη αυτής της οργάνωσης που διαπνέονται από μια ειλικρινή θέληση να συσπειρωθούν υπό τη σημαία της ΚΔ, να ξαναενταχθούν στις τάξεις του κομμουνιστικού κόμματος.

Είναι στον τομέα της εσωτερικής ζωής του ισπανικού κομμουνιστικού κόμματος που τα σεχταριστικά ελαττώματα και σφάλματα, η παθητικότητα και οι αναρχικές επιβιώσεις εκδηλώνονται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Το κόμμα επουδενί δεν αποτελεί ακόμα μια συγκεντρωτική προλεταριακή μαζική οργάνωση που έχει μια πολιτική δράση, με στόχους και σκοπούς ξεκάθαρα κατανοητούς, που αντιδρά γρήγορα και ορθά ως καθοδηγητική πρωτοπορία, στα συγκεκριμένα γεγονότα της ημέρας. Όπως αποδεικνύεται με διάφορους τρόπους, παραμένει ακόμα ένα σύνολο από σεχταριστικές προπαγανδιστικές ομάδες αδύναμα συνδεδεμένες μεταξύ τους, μια κομμουνιστική “ελίτ” χωρίς μεγάλους, ισχυρούς και μόνιμους δεσμούς με τις μάζες, τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις, χωρίς ξεκάθαρη πολιτική αντίληψη, χωρίς συγκεκριμένες προοπτικές, χωρίς ενιαία θέληση, γιατί δεν έχει ακόμα μια ισχυρή και ενεργητική καθοδήγηση κεντρικά και περιφερειακά – που να δουλεύει συλλογικά και να συνδέεται με τις οργανώσεις και τις μάζες. Δεν είναι οργανισμοί επαρκώς μεγάλοι από αριθμητική άποψη και επαρκώς έμπειροι από ιδεολογική και πολιτική άποψη αυτοί που καθοδηγούν το κόμμα, αλλά είναι μικρές ομάδες φίλων, ομάδες που έχουν αποκρυσταλλωθεί και σχηματιστεί κατά τα χρόνια της κλειστής ύπαρξης του κόμματος. Η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος για πάνω από ενάμιση χρόνο δεν λειτούργησε, και το κόμμα καθοδηγούταν από μια Εκτελεστική Επιτροπή αποτελούμενη από μερικούς συντρόφους μόνο, ανεπαρκώς συνδεδεμένους με τις οργανώσεις και τις μάζες. Σε αυτή την κατάσταση, η δουλειά της κεντρικής καθοδήγησης όλου του κόμματος περιορίστηκε, ως επί το πλείστον, στην αποστολή εγκυκλίων (στις οποίες, εξάλλου, δεν ακολουθούταν πάντα η ορθή γραμμή, με τα τρέχοντα ζητήματα να μη συζητούνται και μελετούνται επαρκώς), σε γραφειοκρατικές επιστολές, χωρίς καμπάνιες επεξήγησης στον Τύπο και στις διάφορες περιφέρειες, χωρίς πραγματική βοήθεια στις τοπικές οργανώσεις, χωρίς επαλήθευση και έλεγχο της εφαρμογής των οδηγιών που είχαν δοθεί. Επίσης, τα σφάλματα και τα ελαττώματα, παρότι είχαν ορθά επισημανθεί, δεν αντιμετωπίστηκαν, δεν ξεπεράστηκαν γρήγορα και ενεργητικά.

Το σύστημα καθοδήγησης χωρίς επαρκή σύνδεση με τις κομματικές μάζες, χωρίς συμμετοχή αυτών των μαζών στην ενεργή δουλειά του κόμματος, το σύστημα της προσωπικής καθοδήγησης εφαρμόστηκε και συνεχίζει να εφαρμόζεται αρκετά συχνά επίσης στις περιφερειακές οργανώσεις και γενικά σε όλους τους πυρήνες του κομματικού μηχανισμού. Δεν υπάρχουν ακόμα κομματικές επιτροπές με μια σύνθεση επαρκώς μεγάλη, αναδεδειγμένες, όσο το επιτρέπουν οι γενικές συνθήκες, από όλη την περιφερειακή οργάνωση και οι οποίες να περιλαμβάνουν τα πλέον αφοσιωμένα κομματικά μέλη, τα πλέον δοκιμασμένα, τα πλέον συνδεόμενα με τις εργατικές μάζες. Ως συνέπεια ενός τέτοιου συστήματος, οι περιφερειακές οργανώσεις του κόμματος δεν έχουν μια έντονη πολιτική ζωή, δεν διεξάγουν μαζική δουλειά, δεν στοχεύουν στο μετασχηματισμό τους σε μαζικές οργανώσεις, επιδεικνύουν μια παθητικότητα έναντι των καθημερινών γεγονότων, στερούνται του απαραίτητου πρωτοβουλιακού πνεύματος, συνηθίζουν στην αναμονή “εγκυκλίων από το κέντρο”. Όλος αυτός ο προσανατολισμός, όλο αυτό το σύστημα, όλα αυτά τα ελαττώματα και τα σφάλματα που οφείλονται στο σεχταριστικό πνεύμα, λαμβάνουν απαράδεκτες διαστάσεις στον τομέα της δουλειάς για στρατολογία στο κομμουνιστικό κόμμα. Μπορούμε να αναφέρουμε πλήθος περιπτώσεων όπου, για πολύ καιρό, εκατοντάδες δοκιμασμένοι στην πράξη επαναστάτες εργάτες δεν έγιναν δεκτοί στο κόμμα “ώστε να μην πέσει το ποιοτικό επίπεδο” της “κομμουνιστικής ελίτ”. Σε πολλές περιπτώσεις, γίνεται απόπειρα να δικαιολογηθεί μια τέτοια πρακτική με επίκληση της αναγκαιότητας να υπάρχει πρόληψη για τη διείσδυση προβοκατόρικων στοιχείων στο κόμμα. Όμως, στην πραγματικότητα, όλη αυτή η πρακτική, όλες αυτές οι βλαπτικές μέθοδοι αποτελούν έκφραση σεχταριστικών αναρχικών επιβιώσεων, ενός μικροαστικού επαναστατικού πνεύματος, της αναζήτησης και της δημιουργίας “ηρώων”, μια αντανάκλαση του “καθικισμού” στις τάξεις του κόμματος και του εργατικού κινήματος. Σε μια τέτοια βάση, και χωρίς να ξεριζωθούν αποφασιστικά και ριζικά τέτοιες αντιλήψεις, μέθοδοι και συνήθειες, είναι αδύνατο να οικοδομηθεί ένα μαζικό μπολσεβικικό κόμμα!

Το κόμμα οφείλει να πάει στις μάζες· οι τοπικές του οργανώσεις οφείλουν να γίνουν μαζικές οργανώσεις, στις οποίες και μέσω των οποίων όλα τα κομματικά μέλη θα διεξάγουν μια εντατική δουλειά, θα συμμετέχουν στη συζήτηση των διαφόρων προβλημάτων και τον ορισμό των καθηκόντων, θα παίρνουν ενεργό μέρος στη συγκεκριμένη υλοποίησή τους.

Αυτές είναι, σύντροφοι, οι κριτικές, οι ουσιαστικές παρατηρήσεις (φυσικά, δεν εξαντλούνται με αυτές όλα τα ζητήματα και όλες οι πτυχές της δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας), που θα θέλαμε να διατυπώσουμε ανοιχτά ενώπιόν σας επ’ ευκαιρία του 4ου συνεδρίου του κόμματός σας. Οφείλαμε αυτά τα τελευταία χρόνια να παλέψουμε συστηματικά και με επιμονή για την αναδιαμόρφωση της γραμμής του κόμματος, για τη διόρθωση των λαθών, για μια ριζική στροφή στη γενική πολιτική δράση και την εσωτερική δουλειά του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας. Δυστυχώς, η αναμενόμενη στροφή δεν εμφανίστηκε ακόμα, γιατί το κόμμα συνολικά (ελλείψει μιας δουλειάς αποσαφήνισης) δεν έχει καταλάβει σε τι πρέπει να συνίσταται και πώς πρέπει να υλοποιηθεί αυτή η στροφή, γιατί κάποιοι καθοδηγητές σύντροφοι αντιστέκονται σε αυτή τη στροφή.

Θεωρούμε ότι το 4ο συνέδριο του ΚΚ Ισπανίας θα θέσει με τον πλέον σοβαρό τρόπο το ζήτημα αυτής της στροφής και της πρακτικής εφαρμογής της. Αν οι εργασίες του συνεδρίου προσανατολιστούν προς αυτό και διαπνέονται από μια θέληση για συγκεκριμένη δράση, το 4ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας θα διαδραματίσει έναν πραγματικά πρώτης τάξης πολιτικό ρόλο και θα αποτελέσει ένα γεγονός που θα σηματοδοτήσει μια νέα φάση στην ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας και στην ιστορία της ανάπτυξης της επανάστασης στην Ισπανία.

Εκφράζουμε τη βεβαιότητα ότι τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας θα αποδείξουν ότι δεν είναι μόνο τολμηροί επαναστάτες αγωνιστές, αλλά και ότι είναι ικανοί, κάνοντας το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας ένα πραγματικό και ισχυρό μπολσεβικικό μαζικό κόμμα, να οδηγήσουν πραγματικά το προλεταριάτο στον τελικό θρίαμβο.

Το Γραφείο της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης

Μετάφραση από τα γαλλικά parapoda. Δημοσιεύτηκε στη “La Correspondance Internationale”, ν. 5., 20 Γενάρη 1932, σ.σ.58-62.

***

Το 4ο συνέδριο διεξήχθη μεταξύ 17 και 20 Μάρτη 1932 και υιοθέτησε τυπικά την κριτική της ΚΔ, η Εκτελεστική Επιτροπή της οποίας απέστειλε νέα ανοιχτή επιστολή στα μέλη του ΚΚΙ. Η εφαρμογή των συνεδριακών αποφάσεων που ήταν ευθυγραμμισμένες με τις συμβουλές της ΚΔ δεν ήταν πλήρης. Όμως, οι εξελίξεις έτρεχαν: τα γεγονότα της 29ης Μάη (που είχε προετοιμάσει η CNT, αλλά των οποίων η προετοιμασία ήδη αποκαλυφθεί από την αστυνομία)· η δημιουργία μιας τρίτης, έστω και ενωτικής, συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας που προέκυψε από την πανεθνική συνδιάσκεψη συνδικαλιστικής ενότητας η οποία διεξήχθη στη Μαδρίτη μεταξύ 30 Ιούνη και 2 Ιούλη και συμμετείχαν 118 αντιπρόσωποι, άμεσοι εκπρόσωποι 153 συνδικάτων και ομοσπονδιών που συσπείρωναν 133.402 εργάτες και στην οποία άλλα 169 συνδικάτα με 119.907 μέλη είχαν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να συμμετέχουν αλλά έκαναν πίσω για οικονομικούς λόγους ή λόγω καταστολής και απειλών από την UGT και τη CNT (που είχαν 500 και 400 χιλιάδες μέλη αντίστοιχα). Επίσης, αν και το ΚΚΙ ήταν πρωτοπόρο στην αντίσταση στο πραξικόπημα Σανχούρχο τον Αύγουστο του 1932, όταν το καθεστώς, ακολούθως, άρχισε να παίρνει μέτρα εναντίον του ΚΚΙ, κλείνοντας την βασική εφημερίδα του και συλλαμβάνοντας στελέχη του ΚΚΙ που ήταν προσκείμενα στην ΚΔ, η ηγετική τετράδα Αδάμε-Τρίγια-Βέγα-Μπουγέχος έδειξε παθητικότητα. Όλα αυτά ήταν αρκετά για να πάρει αποφασιστικά μέτρα η ΚΔ, στη συνεδρίαση του Προεδρείου της ΕΕ και της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου της οποίας, στις 29 Οκτώβρη, διέγραψε τους τέσσερις, οι οποίοι ανοιχτά πια προετοίμαζαν την επίθεση μερίδας του κόμματος εναντίον της ΚΔ, οδηγώντας το σε διάσπαση.

***

Η έκκληση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στους ισπανούς εργάτες, αγρότες και κομμουνιστές για την κατάσταση στο ΚΚ Ισπανίας

Το βιομηχανικό και αγροτικό προλεταριάτο, καθώς και οι εργαζόμενοι αγρότες της ιβηρικής χερσονήσου, εδώ και δυο χρόνια, διεξάγουν ηρωικά μεγάλες επαναστατικές μάζες. Η Ισπανική Πολιτοφυλακή, κατ’ εντολή της κυβέρνησης Αθάνια-Καμπαγιέρο ανοίγει πυρ εναντίον των προλετάριων και των αγροτών στις πόλεις και τα χωριά της Ισπανίας.

Ηρωικές μάχες λαμβάνουν χώρα σε όλη την Ισπανία, στα βιομηχανικά κέντρα και τα λατιφούντια, και το σύνθημα για μια εργατοαγροτική κυβέρνηση αντηχεί στα εργοστάσια της Βαρκελώνης, του Μπιλμπάο, της Σεβίλλης κλπ, ως τα μικρότερα χωριά της επαρχίας.

Ωστόσο, είναι εν μέσω πλήρους εξέλιξης του αγώνα των μαζών που, αφού εξέφρασαν περιφρονητικά την έλλειψη εμπιστοσύνης τους προς τη μαχητικότητα των εργατών και των αγροτών, τέσσερα πρώην ηγετικά στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας, οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος, έρχονται σε ρήξη με την Κομμουνιστική Διεθνή. Αυτά τα άτομα, διεξήγαγαν επί σειρά μηνών μια σιωπηρή μάχη στις τάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας, ώστε να εμποδίσουν τη δημιουργία ενός πραγματικά μαζικού κόμματος στην Ισπανία, να εμποδίσουν την οργάνωση της κοινής πάλης με τους αναρχικούς επαναστάτες και τους έντιμους σοσιαλιστές, καθώς και με τους εργάτες των διαφόρων συνδικάτων, απέναντι στην ισπανική αγροτίστικη και αστική αντεπανάσταση.

Στηρίζοντας έτσι, πρακτικά, την πολιτική της ισπανικής αντεπανάστασης, οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος, σαμποτάρισαν την πολιτική γραμμή της ΚΔ που διαπνέεται από το πνεύμα της ένωσης των μαζών για τον αγώνα και κατά τον αγώνα. Η πολιτική της διάσπασης των εργατικών και αγροτικών μαζών είναι πολιτική της ισπανικής αντεπανάστασης, που κάνει τα πάντα για να αποσυγκροτεί τις δυνάμεις που θα την καταπολεμήσουν. Χρησιμοποιεί για αυτή την εγκληματική της ανάγκη τους σοσιαλδημοκράτες πράκτορές της (Καμπαγιέρο και άλλους), υποστηρίζει τους “μοναρχικούς” ηγέτες που συκοφαντούν τον κομμουνισμό και προσπαθούν να εκτρέψουν τους εργάτες από τον αγώνα για τη δικτατορία του προλεταριάτου, εδραιώνοντας έτσι τη δικτατορία του κεφαλαίου, με το να διασπούν τις εργατικές δυνάμεις.

Η ισπανική αντεπανάσταση, που έκανε τους εργαζόμενους να χύσουν το αίμα τους από το βορρά ως το νότο και από τη δύση ως την ανατολή της Ισπανίας, δρα ώστε να εμποδίσει την ενοποίηση του ισπανικού συνδικαλιστικού κινήματος επί ενός προγράμματος επαναστατικής πάλης, προκαλώντας τον “κουμπουροφορισμό” και αδελφοκτόνες μάχες στους κόλπους της εργατικής τάξης. Όμως, δεν είναι μόνο στις προλεταριακές τάξεις που οι ισπανοί αντεπαναστάτες επιδίδονται στην άτιμη διασπαστική δουλειά τους. Κάνουν τα πάντα για να ελαχιστοποιήσουν την επιρροή της επαναστατικής εργατικής τάξης στους χιλιάδες αγρότες που παλεύουν για τη γη, και σε οποιονδήποτε το ένδοξο παράδειγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης βρίσκει βαθιά απήχηση.

Οι εκμεταλλευτές και οι σφαγείς των ισπανικών εργαζόμενων μαζών γνωρίζουν καλά ότι η ενότητα των προλετάριων στον αγώνα και η αδελφική ενότητα των εργατών και των αγροτών υπό την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος θα είναι το προανάκρουσμα θανάτου για την αιματηρή κυριαρχία τους. Καθώς χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να διασπάσουν τις εκμεταλλευόμενες μάζες, βρήκαν για αυτή τους την ανάγκη ένα στήριγμα στην πολιτική σαμποταρίσματος της ενότητας πάλης των εργατών που διεξήγε η ομάδα Τρίγια-Αδάμε-Βέγα-Μπουγέχος.

Πράγματι, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας μεγάλωσε κατά τα δύο τελευταία χρόνια: καθοδήγησε εργατικές και αγροτικές μάχες και στάθηκε απέναντι στους αντεπαναστάτες· όμως, αν το έκανε αυτό, ήταν χωρίς τη βοήθεια των Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος, αλλά ανεξάρτητα και ενάντια σε αυτούς.

Αν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας δεν έχει ακόμα πάρει μια πιο σημαντική θέση στο επαναστατικό κίνημα των ισπανικών μαζών, η ευθύνη βαραίνει αυτή την ομάδα που, παρά τις συμβουλές και τις αποφάσεις, επιθυμούσε να απομονώσει το κόμμα από αυτό το κίνημα.

Ενώ τα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου ζητούσαν από το αδερφό ισπανικό κόμμα να διεξάγει έναν ασταμάτητο αγώνα για το επαναστατικό ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης, για την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος, για την ανάπτυξη της αγροτικής επανάστασης, οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος μανουβράραν ύπουλα ενάντια στην ΚΔ, την οποία εξαπατούσαν, αποδεχόμενοι με την άκρη των χειλιών τους όλες τις αποφάσεις, ώστε ακολούθως να συνεχίζουν τη σεχταριστική τους πολιτική, αντικειμενικά υπηρετώντας έτσι τα συμφέροντα της ισπανικής αντεπανάστασης.

Αυτή η ομάδα απέκρυψε από το κόμμα την Ανοιχτή Επιστολή που επέκρινε τα λάθη της· επέβαλε στο κόμμα την ανευθυνότητα και το μικροαστικό πνεύμα επάρκειας. Διεξήγε ενάντια στην ΚΔ μια πολιτική σάπιας διπλωματίας, εμποδίζοντας κάθε έλεγχο από τη βάση, εμποδίζοντας την ανάδειξη νεαρών επαναστατικών στελεχών, δρώντας ωσάν το κόμμα να αποτελεί προσωπική τους ιδιοκτησία.

Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, το παγκόσμια κομμουνιστικό κίνημα παρενέβη πολλάκις. Έκανε τα πάντα για να πείσει τους Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος για τα ολέθρια αποτελέσματα της πολιτικής τους. Όμως αυτά τα άτομα, καταχρώμενα ξεδιάντροπα την επαναστατική διαπαιδαγωγητική υπομονή των αδερφών κομμουνιστικών κομμάτων, προετοιμάζονταν να πάρουν το δρόμο της ανοιχτής πάλης ενάντια στην ΚΔ.

Αναπαράγοντας τις αστικές συκοφαντίες, χαρακτήρισαν ως λακέδες της ΚΔ εκείνους τους ισπανούς κομμουνιστές που, παρ’ όλες τις μύριες δυσκολίες, πάλευαν για να εφαρμόσουν την πολιτική μαζών στο ΚΚΙ.

Και σήμερα, που το κομμουνιστικό κίνημα έχει μεγαλώσει στις πόλεις και τα χωριά, και η ισπανική αντεπανάσταση τού καταφέρει σοβαρά πλήγματα, συλλαμβάνοντας τους πιστούς στην πολιτική της ΚΔ αγωνιστές, οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος αποκαλύπτουν το δόλιο παιχνίδι τους, την εγκληματική πολιτική τους.

Κατά την άνοδο του επαναστατικού κύματος, οι προσωρινοί συνοδοιπόροι απομακρύνονται. Ο Φροσάρ στη Γαλία, ο Πωλ Λεβί στη Γερμανία και πολλοί άλλοι αποστάτες, ήδη έχουν ακολουθήσει το δρόμο της προδοσίας των συμφερόντων των εργατών τη στιγμή της όξυνσης της μάχης ανάμεσα στις τάξεις.

Οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος έχουν μπει στον ίδιο δρόμο. Αναμφίβολα, θα αποθεωθούν από το ισπανικό αντεπαναστατικό λεφούσι. Δεν είναι να εκπλήσσεται, λοιπόν, κανείς που η αστυνομία επιδιώκει να δημιουργήσει ένα δηλητηριώδες όπλο ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα.

Αύριο, οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος θα καταφύγουν στις ωμές συκοφαντίες της αστικής τάξης για να επιδιώξουν να ρίξουν το ηθικό στο νεαρό ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα που τους εκδίωξε. Θα προσπαθήσουν να θολώσουν τα νερά στις εργατικές και αγροτικές μάζες υπενθυμίζοντας ότι οι ίδιοι είχαν γνωρίσει τις μοναρχικές φυλακές. Όμως ο Αλκαλά Θαμόρα και άλλοι σφαγείς των εκμεταλλευομένων έχουν επίσης γνωρίσει τις φυλακές. Πού βρίσκονται τώρα; Τι κάνουν;

Οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος ακολουθούν το δρόμο της ισπανικής αντεπανάστασης. Θα γίνουν οι διασπαστές του επαναστατικού κινήματος εντασσόμενοι στο τροτσκιστικό στρατόπεδο ή θα πάνε απευθείας στο στρατόπεδο των ισπανών φασιστών; Αυτό αποτελεί ένα δευτερεύουσας σημασίας ερώτημα. Το βέβαιο είναι ότι η ισπανική αντεπανάσταση έχει προβεί σε τέσσερις νέες στρατολογίες.

Εκδιωκόμενοι από τις τάξεις της ΚΔ από το Προεδρείο της ΕΕ της ΚΔ, σε συμφωνία με την Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου, οι Αδάμε, Τρίγια, Βέγα και Μπουγέχος είναι εχθροί του ισπανικού επαναστατικού κινήματος.

Το κόμμα της επανάστασης απαλλάσσεται από τέσσερις ανθρώπους που προσπάθησαν να εμποδίσουν τη συσπείρωση των εργατών και των αγροτών για την επαναστατική πάλη. Όμως στα βιομηχανικά κάτεργα και την επαρχία, οι εκμεταλλευόμενες μάζες θα στραφούν προς το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας, το μόνο κόμμα επαναστατικής ενότητας της εργατικής τάξης, το μόνο κόμμα της ένωσης των εργατών και των αγροτών για την κοινή πάλη.

Τέσσερις άνθρωποι εκδιώχθηκαν, όμως οι εργαζόμενοι θα έρθουν κατά δεκάδες χιλιάδες για να πολεμήσουν κάτω από την κόκκινη σημαία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας που, ενώνοντάς και καθοδηγώντας τους αγώνες τους, θα τους οδηγήσει στη νίκη και τη συντριβή της ισπανικής αντεπανάστασης.

Ζήτω η επαναστατική ενότητα της ισπανικής εργατικής τάξης!

Ζήτω το αγωνιζόμενο για την ενότητα Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας!

Ζήτω η εργατική και αγροτική επανάσταση στην Ισπανία!

Εκ μέρους της Επιτροπής για την Ισπανία, που εκλέχτηκε από τη 12η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Αντρέ Μαρτύ, Πρόεδρος

Τέλμαν, ΚΚ Γερμανίας

Ζακ Ντικλό, ΚΚ Γαλλίας

Έρκολι, ΚΚ Ιταλίας

Καταγιάμα, ΚΚ Ιαπωνίας

Μπέλα Κουν, ΚΚ Ουγγαρίας

Λένσκι, ΚΚ Πολωνίας

Βαν Μιν, ΚΚ Κίνας

Γκονζάλες, ΚΚ Μεξικού

Μετάφραση από τα γαλλικά parapoda. Δημοσιεύτηκε στη “La Correspondance Internationale”, ν. 94., 9 Νοέμβρη 1932, σ.σ.1085-1086.

Βιβλιοκριτική: «Τα κεραμίδια του Βρασίδα» (+ένα σχόλιο για τη μεταχείριση της πολιτικής εμπειρίας)

Κυκλοφόρησε πριν δύο μήνες η έκδοση “Τα κεραμίδια του Βρασίδα – Ιστορίες από τον Ταΰγετο, τη Λακωνία, την Πελοπόννησο στη δεκαετία του 40” από τις εκδόσεις “Δαίμων του Τυπογραφείου”. Πρόκειται για μία αξιέπαινη πρωτοβουλία για πολλούς λόγους. Ο πρώτος είναι το μικρό μέγεθος της έκδοσης: μόλις 48 σελίδες. Αυτό επιτρέπει την ανάγνωσή του από ένα κοινό που δεν έχει συνηθίσει να διαβάζει κυρίως μακροσκελείς αναλύσεις, αλλά bullet points. Ο δεύτερος είναι η συμπερίληψη, παρά το μικρό μέγεθος της έκδοσης, των βασικών σημείων του θέματος με το οποίο καταπιάνεται. Ο τρίτος είναι η επιτυχημένη “δοσολογία” του συνδυασμού των γενικότερων στοιχείων και παραμέτρων του ζητήματος με τις ατομικές ιστορίες.

Όλα αυτά, λοιπόν, συντελούν στο να αποτελεί αυτό το βιβλιαράκι μία καλή εισαγωγή για όποιον θέλει να εντρυφήσει στο ζήτημα της ανάπτυξης του ένοπλου εθνικοαπελευθερωτικού και λαϊκοδημοκρατικού αγώνα του ελληνικού λαού τη δεκαετία του ’40 σε μία περιοχή που έχει γίνει συνώνυμο της πολιτικής και πνευματικής καθυστέρησης, του συντηρητισμού και του δωσιλογισμού.

Αυτή η κατάσταση είχε αντικειμενικά αίτια, καθώς η Πελοπόννησος αποτέλεσε μία από τις πρώτες περιοχές στις οποίες οικοδομήθηκε το ελληνικό κράτος. Συνεπώς, ήταν αναπόφευκτο να υπάρχει δυσανάλογη εκπροσώπηση της περιοχής στον κρατικό μηχανισμό, μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείρισή του και όπως και στην ενσωμάτωση των νέων περιοχών και ανθρώπων σε αυτό. Εξού και η αντικειμενική βάση της “δυσανεξίας” στις προοδευτικές αλλαγές και τις αλλαγές στους συσχετισμούς.

Είχε όμως και υποκειμενικά αίτια. Γιατί, όπως το βιβλιαράκι πετυχαίνει να αναδείξει, στην Πελοπόννησο τη δεκαετία του ’40 διαπράχτηκε μια γενοκτονία. Εξαφανίστηκε ο ανθός της περιοχής που και εκεί αναπτύχθηκε, γιατί δεν θα μπορούσε να λείπει ούτε εκεί η ταξική πάλη, η βάση, δηλαδή, για την καλή εκείνη φωτιά που θα φώτιζε και εκείνη την περιοχή. Τα βλαστάρια, λοιπόν, της περιοχής, ξεριζώθηκαν, διά της βίας.

Το βιβλίο αυτό αναδεικνύει και μία άλλη διάσταση. Χιλιάδες νεότεροι αγωνιστές στις τρεις προηγούμενες δεκαετίες (1990-2019), τις δεκαετίες της άμπωτης, είχαν προσωπική επαφή, ακόμα και συγγενική σχέση, με τους αγωνιστές της δεκαετίας του ’40 από πολλές “δύσκολες” περιοχές, των οποίων οι αγώνες εκείνης της δεκαετίας δεν καταγράφτηκαν (όταν έπρεπε). Έτσι, οι νεότεροι αγωνιστές, εν αγνοία τους άφησαν την τελευταία ευκαιρία της καταγραφής να πάει χαμένη: είτε επειδή θεωρούσαν τους παλιότερους περίπου “αθάνατους” και δεδομένους στη ζωή τους, είτε επειδή ήταν παρασυρμένοι από οπορτουνιστικά ιδεολογήματα αλλά και από το ρεβιζιονισμό, που φαίνεται ότι προέβη ως και σε γεωγραφικού τύπου “καταμερισμό εργασιών” με το καθεστώς, ακόμα και στο θέμα της Ιστορίας, με εμφανείς φυσικά τις συνέπειες και στην πολιτική επιρροή του επαναστατικού κινήματος (γιατί δεν εξηγείται αλλιώς πώς για τη μία περιοχή της χώρας υπάρχουν καμια κατοστή “επίσημα” απομνημονεύματα και για την άλλη δεν υπάρχει ούτε ένα, ή δημοσιεύονται μετά από δεκαετίες κι αφού έχει γίνει η ζημιά). Έτσι τώρα, αυτοί οι νεότεροι αγωνιστές καλούνται να ανατρέξουν στα ψήγματα καταγεγραμμένης (ως επί τον πλείστον από τον ταξικό αντίπαλο) ιστορίας και να τα συνδέσουν με μακρινές ακόμα και για τους ίδιους προσωπικές αναμνήσεις, συζητήσεις που τις άκουγαν και δεν έδιναν σημασία, γιατί τότε δεν την καταλάβαιναν. Πρόκειται για ένα δύσκολο και ιδιαίτερα επίπονο έργο.

Η έκδοση αυτή, θα’λεγε κανείς ότι εδραιώνει την σύνδεση του επαναστατικού κινήματος του τόπου με ένα νεολαιΐστικο ηλικιακά κίνημα, το οποίο έβριθε από πράξη αλλά του έλειπε η επαναστατική θεωρία, και μπορεί να σηματοδοτήσει την έναρξη της πολιτικής του ωρίμανσης, ή, πιο ευγενικά, προόδου. Αυτή η σύνδεση είχε ήδη εγκαινιαστεί από άλλες δυνάμεις εκείνου του κινήματος ιδίως μετά το 2015.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι που μπορεί να ανακόψουν αυτή την πρόοδο είναι υπαρκτοί. Ο πρώτος είναι εύκολα εντοπίσιμος (αν και δύσκολα καταπολεμάται, γιατί πάντα πρέπει να τον έχουμε στο νου μας): τα κατάλοιπα από την προηγούμενη περίοδο. Ο κίνδυνος από αυτά τα κατάλοιπα δεν συνίσταται στο ότι η σύνδεση ίσως γίνει ξερά και μόνο με την “ένοπλη” περίοδο του λαϊκού κινήματος (οπότε και θα μας “χρησίμευε” μόνο για ένα πιο “στοιχειοθετημένο” “ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς”).

Ο κίνδυνος των καταλοίπων φαίνεται ξεκάθαρα και όταν λέμε ότι οι μαχητές του ΔΣ Πελοποννήσου δρούσαν “δίχως καβάτζα καμια”: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια υπερβολική εκθείαση, σε τέτοιο βαθμό που να μπαίνει σε λογική ανταγωνισμού με τους υπόλοιπους μαχητές του ΔΣΕ στις άλλες περιοχές. Πρόκειται για μια αποπολιτικοποιημένη παρουσίαση του αγώνα του ΔΣΕ. Μία τέτοια φράση δείχνει πως ο συγγραφέας σαν να μην λαμβάνει υπόψη ότι έγινε μια διάταξη των δυνάμεων του ΔΣΕ, και γενικά την αξία του να διατάσσουμε τις δυνάμεις μας. Αυτή η διάταξη βασίστηκε στην εκτίμηση των όποιων μετόπισθεν (παρά την υπονόμευση από τον Τίτο, που είχε φανεί το ’44, αυτός είχε ξαναπάρει φιλική όψη το ’46-και το ερώτημα είναι πώς μπορεί να γίνεται κάτι τέτοιο), αλλά και στην υποκειμενική παρουσίαση της κατάστασης (στο νότο) από τους αρμόδιους (μια οργανωτική αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι και το δίπολο “συλλογική δουλειά-προσωποποιημένη ευθύνη”, πολλώ δε μάλλον εν μέσω οξυμένης ταξικής πάλης, που ο αντίπαλος βάζει όσο ποτέ το χεράκι του). Μια τέτοια φράση (“δίχως καβάτζα καμιά”) δεν λαμβάνει υπόψη τη διεθνή διάσταση του πολιτικού αγώνα, εκείνου και γενικά: το ότι οι “καβάτζες” που υπονοεί ότι υπήρχαν στις παραμεθόριες δυνάμεις του ΔΣΕ, όταν “χρησιμοποιούνταν”, δημιουργούσαν και διεθνές ζήτημα (όχι, δεν πέρναγαν όποτε ήθελαν ένοπλοι οι μαχητές του ΔΣΕ τα σύνορα, εν γνώσει έστω των διπλανών ΛΔ). Δεν λαμβάνει υπόψη ότι η επίκληση της ύπαρξης “καβάτζας”, μπορεί, συν τοις άλλοις, να μεγαλώνει τις απαιτήσεις από τους “καβατζωμένους” δυσανάλογα, αλλά και σκόπιμα (με δεδομένη την ύπαρξη αντιπάλου και όχι φίλου στα “μετόπισθεν”). Δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το ότι, ακόμα και η διάταξη να ήταν καλύτερη, υπάρχει πάντα, όπως υπήρχε και τότε, και η υποκειμενική προτίμηση των μαχητών (εν προκειμένω, να βρίσκονται σε γνωστά, οικεία μέρη παρά σε άγνωστα).

Ο δεύτερος κίνδυνος έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τον πρώτο (αποπολιτικοποίηση μιας πολιτικής εμπειρίας), αλλά είναι δύσκολα εντοπίσιμος: είναι η “ιεροποίηση”, η “μουμιοποίηση” του αγώνα της δεκαετίας του ’40.

Ο κίνδυνος αυτός έχει, εν μέρει, αντικειμενικά αίτια: Δεν είναι τυχαίο ότι η εκτίναξη του ενδιαφέροντος για τη δεκαετία του ’40 από νέα ακροατήρια ήρθε τον καιρό της κρίσης και κορυφώνεται τώρα, τον καιρό της άτακτης υποχώρησης, όταν δηλαδή, νιώθουμε μόνοι, λίγοι, πιανόμαστε από τα μαλλιά μας, και αντικειμενικά υπάρχει τάση για “προσφυγή στας Γραφάς”. Ο κίνδυνος αυτός αντικειμενικά μεγαλώνει μπροστά στην ηρωικότητα του παρελθόντος και την αίσθηση “ασημαντότητας”(;) των δράσεων του παρόντος.

Όμως, ο κίνδυνος αυτός έχει και υποκειμενικά αίτια. Κι αυτό γιατί υπάρχει ήδη μια τέτοια μορφή προσέγγισης της ιστορίας του ελληνικού επαναστατικού κινήματος: είναι αυτή στην οποία προβαίνουν οι μονοπωλητές της, για να κάνουν, στην πράξη, μια τρύπα στο νερό, αν όχι κάτι χειρότερο (με την εξώθηση καλοπροαίρετων αγωνιστών και εργαζομένων σε ιδιώτευση).

Η προσέγγιση, ωστόσο, δεν χρειάζεται να είναι ίδια με εκείνων. Γιατί τότε τους αναπαράγουμε και, ίσως, έτσι, συμβάλλουμε στη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης.

Το ακριβώς αντίθετο είναι που χρειάζεται: η σύνδεση με το παρελθόν να γίνει για την γρηγορότερη αφομοίωση υπαρκτής εμπειρίας, για την πολιτικοποίηση, για τον πολιτικό αγώνα (που είναι διαφορετικό πράγμα από το άθροισμα θεωρητικής-ιδεολογικής διαπάλης συν ακτιβισμού, οικονομίστικου ή άλλου), για να μη χρειαστούμε να “μηδενίζουμε το κοντέρ” και να χρειάζεται να ξαναβιώνουμε ήδη βιωμένες από άλλους αγωνιστές εμπειρίες και να περνά κι άλλος χρόνος μέχρι να ξαναβρούμε μεθόδους για να αντλούμε διδάγματα, πολλώ δε μάλλον όταν όλα αυτά δεν γίνονται σε συνθήκες εργαστηρίου, αλλά με την παρουσία του αντιπάλου, ο οποίος έχει απρόσκοπτη 200ετή παρουσία και φυσικά αποκτημένη εμπειρία από άλλους καταπιεστές και εκμεταλλευτές, σύγχρονούς του και παλιότερους.

Αυτή η “βιβλιοκριτική” κλείνει με μια έκκληση, για μια ακόμα φορά, σε όσους έχουν ακόμα δίπλα τους έστω και έναν αγωνιστή από τη δεκαετία του ’40, να καταγράψουν όσο και όπως μπορούν τη μαρτυρία του και τις εκτιμήσεις του.

ΣΒΕΜΚΟ: Στάση Εργασίας 10/1 9:00-13:00 & κάλεσμα συμπαράστασης στη δίκη κατά της ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» για την εκδικητική απόλυση της Ε.Γ.

ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» ΚΑΙ ΣΤΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ την Παρασκευή 10/01/2020

Μία νέα καταγγελία για απόλυση από ΜΚΟ – και, συγκεκριμένα, για την εκδικητική απόλυση της συναδέλφισσας Ε.Γ., ψυχολόγου, από τη ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» – έρχεται να αποδείξει για άλλη μία φορά ότι οι ιδιωτικοποιημένες εργασιακές σχέσεις στην ψυχική υγεία και η επισφαλής θέση των εργαζομένων είναι αλληλένδετες με την παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων και με τη διαιώνιση των ασυλικών πρακτικών. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με παλαιότερο κάλεσμα του Σ.Ε.Ψ.Α.Ε.Κ.Ο. (Σωματείου Εργαζόμενων σε φορείς Ψυχικά Ασθενών και Ευαίσθητων Κοινωνικά Ομάδων), η «ΑΝΙΜΑ» συγκαταλεγόταν στους φορείς για τους οποίους «εργαζόμενοι καταγγέλλουν διοικήσεις ότι πιέζουν, εκβιάζουν, τρομοκρατούν, ακόμα και απολύουν εργαζομένους που άσκησαν το νόμιμο δικαίωμά τους να κάνουν επίσχεση». Επιπλέον, πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2019, η ίδια ΜΚΟ δέχτηκε καταγγελία από σύλλογο οικογενειών για την ψυχική υγεία αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης των ενοίκων της στεγαστικής δομής της.

Η στεγαστική δομή της ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ», η οποία καλείται να προωθήσει την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση πρώην έγκλειστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, αντιμετωπίζοντάς τους/τις ως υποκείμενα με πλήρη δικαιώματα, κάθε άλλο παρά επιτελεί το αποκαταστασιακό της έργο. Αντίθετα λειτουργεί σε ένα κανονιστικό πλαίσιο απαγορεύσεων και «ανταμοιβών», που χρονιοποιούν και ακυρώνουν τους/τις ενοίκους, χωρίς να τους/τις συμπεριλαμβάνει σε μικρές και μεγάλες αποφάσεις. Κατά την εκπλήρωση των επιστημονικών και θεραπευτικών της καθηκόντων, η Ε.Γ. δεν έπαψε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των ενοίκων και να αγωνίζεται για τη διάνοιξη χώρων αυτοπροσδιορισμού τους, με αποτέλεσμα να στοχοποιηθεί από τη διοίκηση της ΜΚΟ. Η απόλυσή της δεν συνδέθηκε ούτε καν προσχηματικά με τυπικές παραλείψεις, αλλά ρητά και ευθέως με την επιλογή μίας χειραφετητικής θεραπευτικής προσέγγισης, η οποία αντιστέκεται στον πειθαρχικό έλεγχο, στις τιμωρητικές πρακτικές, στην παθητικοποίηση των ωφελουμένων και στην έλλειψη σεβασμού απέναντί τους. Είναι τουλάχιστον προκλητικό από μέρους της διοίκησης ότι μετά από σχεδόν 3,5 χρόνια απασχόλησης της Ε.Γ. στην εν λόγω στεγαστική δομή, αναφέρθηκε ως «βάσιμος λόγος» απόλυσής της η «ανικανότητα κατά την εκτέλεση της εργασίας».

Για άλλη μια φορά, λοιπόν, προκύπτει ότι ο αγώνας για την υπεράσπιση ακόμα και των στοιχειωδών δικαιωμάτων είναι κοινός για εργαζόμενους/ες και χρήστ(ρι)ες υπηρεσιών. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι και σε αυτήν την περίπτωση εκφράστηκε έμπρακτα η αλληλεγγύη ενοίκων της στεγαστικής δομής της ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» προς την Ε. Γ.

Την Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020 [Κτίριο 9, Αίθουσα 10] στις 09.00 εκδικάζεται η αγωγή της Ε.Γ. κατά της ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» με αιτήματα την αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης και την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης.

Το ΣΒΕΜΚΟ στηρίζει την αγωγή της συναδέλφισσας κατά της ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» και θα είμαστε στο πλευρό της -και στο πλευρό κάθε συναδέλφου/ισσας- μέχρι την οριστική της δικαίωση. Επίσης κηρύσσει στάση εργασίας την Παρασκευή, 10/01/2020 από 09:00-13:00, προκειμένου οι συνάδελφοι να παρευρεθούν στην εκδίκαση της αγωγής της συναδέλφισσας.

Εργαζόμενοι/ες και εξυπηρετούμενοι/ες των υπηρεσιών δεν είμαστε αντίπαλοι, αλλά ενωμένοι/ες σε ένα κοινό αγώνα για μία καλύτερη ποιότητα ζωής, παρά τον αντίθετο ρόλο που μας επιφυλάσσει το σύστημα που μας περιβάλλει. Πρακτικές σαν της ΜΚΟ «ΑΝΙΜΑ» θα μας βρίσκουν απέναντι και στο πλευρό όσων αντιστέκονται στην εργοδοτική αυθαιρεσία.

Οι αγώνες μας είναι κοινοί· δεν είναι προσωπικοί ή μεμονωμένοι, αλλά συλλογικοί και μας αφορούν όλους και όλες.

Σωματείο Βάσης Εργαζομένων στις Μ.Κ.Ο. – Σ.Β.Ε.Μ.Κ.Ο.