Γκεόργκι Δημητρόφ: Λόγος στο Μοναστήρι της Ρίλας για την χιλιετηρίδα από το θάνατο του Ιωάννη της Ρίλας (26/05/1946)

Τιμούμε σήμερα τη μνήμη του Ιωάννη της Ρίλας. Αυτή η απόδοση τιμής, ως μία ευτυχής συγκυρία, δεν είναι μόνο εκκλησιαστική, αλλά παλλαϊκή τιμή σε έναν πραγματικό άγιο του λαού. Αυτό το σημαντικό γεγονός – η επέτειος 1000 ετών από το θάνατο του Ιωάννη της Ρίλας – αποκτά ιδιαίτερα μεγάλη σημασία γιατί ανάμεσά μας βρίσκεται ο πατριάρχης Πασών των Ρωσιών Αλέξιος. Ας του ευχηθούμε υγεία και δύναμη, ώστε να είναι για πολλά ακόμα χρόνια πρώτος πατριάρχης της ρώσικης ορθόδοξης εκκλησίας.

O Γκεόργκι Δημητρόφ στο Μοναστήρι της Ρίλας (26/05/1946)

Η ορθόδοξη εκκλησία μας, σε αντίθεση με κάποιες άλλες εκκλησίες, έχει προσφέρει ιστορικές υπηρεσίες για τη διατήρηση του εθνικού αισθήματος και την αυτοσυνείδηση του βουλγαρικού λαού. Κατά τους αιώνες της σκληρότερης δοκιμασίας, στον αγώνα για την απελευθέρωση του λαού μας από την ξενική σκλαβιά, η βουλγαρική εκκλησία ήταν φύλακας και προστάτης του εθνικού πνεύματος των Βουλγάρων. Πρέπει να θυμόμαστε εκείνες τις σκοτεινές εποχές, όταν οι βούλγαροι δυνάστες, οι βούλγαροι ευγενείς, οι βούλγαροι τσορμπατζήδες και έμποροι, μεγάλο μέρος των οποίων έγιναν έλληνες πράκτορες, μιλούσαν ελληνικά, υπηρετούσαν το Βυζάντιο και τους εχθρούς μας. Εκείνη την εποχή, η βουλγαρική εθνική εκκλησία με τα μοναστήρια της υποστήριζε την εθνική αυτοσυνείδηση και το εθνικό αίσθημα του βουλγαρικού λαού. Μπορεί κανείς να τολμήσει να πει ότι δεν θα είχαμε τη σημερινή νέα, δημοκρατική Βουλγαρία, τη Βουλγαρία του Πατριωτικού Μετώπου (σ.parapoda: πολυκομματικό εθνικοαπελευθερωτικό και, μετά την απελευθέρωση, πολιτικό και, ακολούθως, πολιτικοκοινωνικό μέτωπο που κυβέρνησε τη χώρα) αν εκείνο τον καιρό της σκοτεινής, μαύρης σκλαβιάς του παρελθόντος δεν υπήρχαν τα μοναστήρια μας όπως αυτό της Ρίλας, που διατήρησε τα εθνικά αισθήματα, τις εθνικές ελπίδες, την εθνική υπερηφάνεια των Βουλγάρων και τους βοήθησε να προστατευτούν από το θάνατό τους ως έθνους. Εμείς, το Πατριωτικό μας Μέτωπο και ιδίως εμείς, οι κομμουνιστές, εκφράζουμε την αναγνώριση και την εκτίμησή μας προς τους πατριώτες-κληρικούς της βουλγαρικής εθνικής εκκλησίας. Ειλικρινά πρέπει να υπογραμμίσω ότι εγώ, ως Βούλγαρος, είμαι περήφανος για την βουλγαρική εκκλησία, η οποία είχε τέτοιους πιστούς και τίμιους υπηρέτες όπως τον ασκητή Ιωάννη της Ρίλας, ο οποίος με στωικότητα και απεριόριστη αγάπη υπεράσπισε τη δίκαιη υπόθεση του βουλγαρικού λαού πριν 1000 χρόνια. Εννοείται ότι δεν ξεχνώ ότι η εκκλησία είχε και κληρικούς προδότες, αποβράσματα, Ιούδες από τη σκοπιά των εθνικών συμφερόντων του βουλγαρικού λαού. Όμως, γενικά, έπαιξε εξαιρετικά μεγάλο πατριωτικό ρόλο στην ιστορία μας.

Η βουλγαρική εκκλησία έχει περάσει από διάφορες περιόδους, εξελίχτηκε και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, βίωσε πολύ σκληρές δοκιμασίες στο παρελθόν. Και στην τωρινή στιγμή, όταν καθορίζονται οι τύχες της Βουλγαρίας και του βουλγαρικού λαού για δεκαετίες, για να μην πούμε αιώνες, αυτή καλείται στις νέες συνθήκες να παραμείνει πιστή στις παραδόσεις και τις παρακαταθήκες του Ιωάννη της Ρίλας, του Πατρός Παϊσίου (σ.parapoda: της Μονής Χιλανδαρίου, που έγραψε την Ιστορία της Σλαβοβουλγαρίας το 1762), του Νεόφυτου της Ρίλας και πολλών άλλων πατριωτών εκκλησιαστικών λειτουργών. Εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέλουμε η ορθόδοξη εκκλησία μας να είναι όχι στα λόγια, αλλά στα έργα λαϊκή δημοκρατική εκκλησία. Θα χαιρετήσω την Αυτού Μακαριότητα, τον πολυσέβαστό μας Έξαρχο (σ.parapoda: μόλις το 1945 άρχισαν προσπάθειες για την εκ νέου αυτονόμηση της Βουλγαρικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Ήταν το 1953 που εκλέχθηκε νέος Πατριάρχης) και τους συνεργάτες του, αν σταματήσουν να μνημονεύουν στην εκκλησία την βασιλική δυναστεία, το μοναρχισμό. Με αίσθημα πικρίας άκουσα να γίνεται δέηση από τον άμβωνα της εθνικής βουλγαρικής εκκλησίας υπέρ της δυναστείας των Κόξμπουργκ, η οποία προκάλεσε τόσα δεινά για την πατρίδα μας. Αυτό προσβάλλει τα ειλικρινή αισθήματα του λαού για ελευθερία και λαϊκή δημοκρατία στην παρούσα εορταστική στιγμή. Για να σας μιλήσω ανοιχτά, δεν άντεξα και έφυγα από την λειτουργία πριν την ολοκλήρωσή της.

Οι τίμιοι συνοδικοί μας γέροντες και όλοι οι κληρικοί της βουλγαρικής εκκλησίας ας καταλάβουν ότι έφτασε μια νέα εποχή και τη μορφή και στο περιεχόμενο, και στο πνεύμα και ότι η εκκλησία μας πρέπει να είναι πραγματικά λαϊκή, δημοκρατική, προοδευτική εκκλησία. Και σας λέω, εμείς, οι Πατριωτικομετωπικοί, και ιδίως εμείς οι κομμουνιστές, δεν θέλουμε μόνο λόγια, διακηρύξεις, χαιρετισμούς και «ζήτω». Όλα αυτά είναι ωραία, αλλά δεν είναι αρκετά. Ως τίμιοι δημόσιοι λειτουργοί και συνειδητοί υπάλληλοι της Εκκλησίας, δώστε έργα: ανάμεσά στα λόγια και τα έργα σας δεν πρέπει να υπάρχει αντίθεση. Με αυτό θα συμβάλλετε στην επιτυχία της μικρής μας, αλλά πλούσιας σε φυσικούς πόρους χώρας, μιας χώρας ενός προικισμένου και εργατικού λαού. Αυτό το λαό και τις αρετές του τους έχουμε δει στην ιστορία της εκκλησίας, στο στρατό και στα πεδία μαζών, στα εργοστάσια, στο χωράφι, στον τομέα του πολιτισμού και της επιστήμης. Μια μικρή χώρα, μικρός λαός, όμως μπορεί να συναγωνιστεί τους μεγάλους λαούς, όσο θα έχει πατριωτική ενότητα, ενότητα για τη δημιουργικότητα, ενότητα για το βάδισμα εμπρός, προς τον πολιτισμό, προς την πρόοδο και την ευημερία του λαού μας.

Γνωρίζω ότι υπάρχουν συνοδικοί γέροντες, μέλη της Ιεράς Συνόδου, έντιμοι άνθρωποι, αλλά με άκαμπτα μυαλά και ακραία συντηρητικές απόψεις. Αυτό δεν είναι δικό τους φταίξιμο, αλλά ατυχία τους, κρίμα δικό τους. Λάβετε, ωστόσο, υπόψη ότι ο άνθρωπος, ακόμα και στα 80 του μπορεί να συνάδει με τη νέα εποχή, όσο θα έχει καλή θέληση και θα προσπαθεί ειλικρινά να κάνει κάτι τέτοιο. Θα τους θέλαμε, μαζί με τους έντιμους μητροπολίτες, αρχιμανδρίτες και απλούς ιερείς, να βαδίσουν μαζί με το λαό στον αγώνα του για δημοκρατία, για λαϊκή δημοκρατία για την πρόοδο και ένα λαμπρό μέλλον.

Ποιος από σας, τους συνοδικούς γέροντες και τους ηγέτες της εκκλησίας, δεν ενδιαφέρεται για τη μεγάλη ρωσική εκκλησία; Όλοι όσοι γνωρίζουν την ιστορία της, ξέρουν πολύ καλά ότι αν οι ιθύνοντες της ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας μετά την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση είχαν κατανοήσει τη νέα εποχή, αν είχαν δράσει υπέρ της ελευθερίας του μεγάλου ρώσικου λαού και δεν είχαν καταστεί όργανα της αντεπανάστασης, η ρωσική εκκλησία δεν θα είχε βιώσει τις γνωστές δυστυχείς καταστάσεις. Η δίωξη κάποιων ιθυνόντων της εκκλησίας στη Ρωσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν αποτέλεσμα της αντεπαναστατικής δράσης των τότε ιθυνόντων της ρωσικής εκκλησίας.

Αν οι τότε ιθύνοντες της ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας ήταν άνθρωποι όπως οι σημερινοί μας αξιότιμοι καλεσμένοι, ο Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσιών Αλέξιος, η εκκλησία θα ήταν στο πλευρό του λαού, όπως ιδιαίτερα καλά στάθηκε κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο.

Αγαπητοί εκκλησιαστικοί ηγέτες, να είστε σε θέση να διδαχτείτε από τη μεγάλη ρωσική εμπειρία, να ακολουθήσετε το παράδειγμα της μεγάλης ρωσικής εκκλησίας και τότε θα υπάρχει ενότητα ανάμεσα στη βουλγαρική εκκλησία και το βουλγαρικό λαό, που είναι ενωμένος στο Πατριωτικό Μέτωπο, τότε θα έχουμε και εκείνες τις πνευματικές δυνάμεις που η εκκλησία είναι σε θέση να κάνει να ακτινοβολήσουν και να ενώσει από τις τάξεις των πιστών συμπατριωτών μας για το καλό της πατρίδας μας. Ολόκληρο το παρελθόν της εκκλησίας μας και οι δεσμοί της πλειοψηφίας των κληρικών με τις λαϊκές μάζες δείχνουν ξεκάθαρα ότι αυτό είναι εφικτό.

Κάνω πρόποση για την αδελφότητα ανάμεσα στη μεγάλη ρωσική εκκλησία και τη βουλγαρική λαϊκή δημοκρατική εκκλησία μας!

Ας είναι αιώνια η φιλία ανάμεσα στο βουλγαρικό λαό και τον απελευθερωτή του – το μεγάλο ρωσικό λαό!

Ας είναι αδιάλειπτη η αλληλεγγύη μέχρι τέλους ανάμεσα στους Σλάβους, γιατί ο Σλαβισμός, σε συνεργασία με τον δυτικό δημοκρατικό κόσμο, καλείται από την ιστορία να καταστεί ισχυρός και ο πλέον ευεργετικός παράγοντας για τη διασφάλιση της ειρήνης και της ευημερίας όχι μόνο για τους σλαβικούς λαούς, αλλά για όλη την προοδευτική ανθρωπότητα.

Δημοσιεύτηκε στην «Εργατική Υπόθεση»/«Ραμποτνίτσεσκο Ντέλο», όργανο της ΚΕ του ΚΚ Βουλγαρίας, φ.115, 28 Μάη 1946. Μετάφραση από τα βουλγαρικά parapoda. Πηγή: Κίνημα «23 Σεπτέμβρη».

Βλ. επίσης

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και οι συμφωνίες Κράτους-Εκκλησίας στη Λαϊκοδημοκρατική Ουγγαρία (1948-1950)

Ο Νίκος Φίλης & οι σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας στη λαϊκοδημοκρατική Πολωνία (1949-1950)

Φ. Φεντόρωφ: Η εκκλησία και η λατρεία στην Ε.Σ.Σ.Δ.

Η αντιθρησκευτική πάλη στη Λ.Δ. Αλβανίας & το κλείσιμο των θρησκευτικών οργανισμών  (1966-’67)

Στέφανου Τσερμέγκα: Αναμνήσεις από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία

Ο Στέφανος Τσερμέγκας ήταν από το 1926 μετανάστης στις ΗΠΑ από την Ικαρία και δούλευε σε εστιατόρια. Το 1929-30, την περίοδο της μεγάλης κρίσης, αλλά και των απεργιακών αγώνων των μαγείρων και των σερβιτόρων, χάρη στους οποίους η 12ωρη εργασία τους έγινε 10ωρη και, σε κάποιες περιπτώσεις 8ωρη, μπήκε στην προοδευτική οργάνωση των Ελλήνων μεταναστών «Σπάρτακος» και έγινε γραμματέας των ικαριωτών μεταναστών. Το 1931 έγινε μέλος του ΚΚ ΗΠΑ. Από τη συμμετοχή του στις Διεθνείς Ταξιαρχίες πήρε «παράσημο» τραύματα στα πόδια, τα χέρια και το κεφάλι από τα φασιστικά βόλια. Απολύθηκε με το βαθμό του Υπολοχαγού. Εργάστηκε σαν αντιπρόσωπος της ομογενειακής εφημερίδας «Βήμα». Το 1953 συνελήφθη με την κατηγορία της ένταξης στο ΚΚ ΗΠΑ και στερήθηκε όλα τα πολιτικά του δικαιώματα. Μετά από σειρά δικών, απελάθηκε το 1954. Η ΛΔ Πολωνίας του χορήγησε άσυλο. Παρακάτω υπάρχει άρθρο του με αναμνήσεις από τη συμμετοχή του στις Διεθνείς Ταξιαρχίες κατά τον ισπανικό εθνικό επαναστατικό πόλεμο.

Επί τη ευκαιρία, όσον αφορά το βιβλίο με κείμενα και ομιλίες του Χοσέ Ντίαθ, γ.γ. της ΚΕ του ΚΚ Ισπανίας, «Ισπανικός Εμφύλιος & Λαϊκό Μέτωπο», θα καταβληθεί προσπάθεια να επανακυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά.

***

Είχαν περάσει έξι μήνες από τότε που άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία. Εγώ, εκείνον τον καιρό, βρισκόμουνα στη Νέα Υόρκη, μετανάστης από το 1926. Τότε, δούλευα μάγειρας σ’ ένα εστιατόριο. Το φασιστικό πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο συντάραξε βαθιά ολόκληρη την προοδευτική ανθρωπότητα, μαζί και τους προοδευτικούς κύκλους της Αμερικής. Οι άνθρωποι είχαν στο στόμα τους καθημερινά τα γεγονότα που διαδραματίζονταν στην Ισπανία.

Ο Στέφανος Τσερμέγκας τον καιρό της δράσης του στις Διεθνείς Ταξιαρχίες.

Το κύμα της αγανάκτησης αποκορυφώθηκε όταν έφθασαν στην Αμερική οι ειδήσεις ότι τα χιτλερικά στούκας και τα μουσολινικά καπρόνι, οι ιπτάμενοι αυτοί φασίστες δολοφόνοι, βομβάρδισαν άγρια τον άμαχο πληθυσμό σε μια σειρά χωριά και πόλεις της Ισπανίας και ιδιαίτερα τη Γκουέρνικα, την Αγία Πόλη της Ισπανίας, με τα πολλά μοναστήρια, τις εκκλησίες, τα νοσοκομεία… Η βάρβαρη αυτή αεροπορική επιδρομή των φασιστών ξεσήκωσε κυριολεκτικά όλους τους τίμιους ανθρώπους, προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών στην Αμερική.

Ακριβώς το κανιβαλικό αυτό φασιστικό «κατόρθωμα» έπαιξε το ρόλο σταγόνας που ξεχείλισε το ποτήρι της παγκόσμιας οργής. Τότε, και η δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας πήρε την απόφαση να δεχθεί ξένους εθελοντές απ’ όλες τις χώρες (σ.parapoda: Εθελοντές είχαν φτάσει πολύ πριν τη σφαγή της Γκουέρνικα που έλαβε χώρα τον Απρίλη του ’37). Όταν το πληροφορήθηκα αυτό, αμέσως αποφάσισα να πάω στην Ισπανία και να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στη δίκαιη υπόθεση για την οποία αγωνιζόταν ο ισπανικός λαός.

Έτσι, λοιπόν, ένα πρωί, μαζί με μια ομάδα από 96 Αμερικανούς αντιφασίστες, ανάμεσα στους οποίους ήταν και μερικοί Έλληνες σαν και μένα, μπαρκάραμε στο επιβατικό ατμόπλοιο «Νορμανδία» (το μεγαλύτερο εκείνη την εποχή ατμόπλοιο του κόσμου), που πήγαινε στη Γαλλία. Ανάμεσα στους συμπατριώτες μου ήταν ο Στέλιος Τοπολιανός, που κατάγονταν από την Κρήτη, ο Ηλίας Αργίτης, που κατάγοντας από τις Σπέτσες και ο Γιάννης Χατζηλάου (Πιθανόν Μικρασιάτης). Είχαμε μαζί μας όλα τα εφόδια που χρειάζεται ένας στρατιώτης, εκτός φυσικά από τον οπλισμό.

[Ανοίγω στο σημείο αυτό μια μικρή παρένθεση για ν’ αναφέρω μια χαρακτηριστική περίπτωση, που δείχνει τον ενθουσιασμό που επικρατούσε ανάμεσα στους αντιφασίστες από την Αμερική που πήγαιναν να πολεμήσουν στην Ισπανία. Θυμάμαι πως βρισκόμασταν στο κατάστρωμα του βαποριού. Είχαν τραβηχτεί οι κάβοι και ετοιμαζόταν το βαπόρι μας να αποπλεύσει. Εκείνη τη στιγμή, ολωνών τα μάτια  καρφώθηκαν στην αποβάθρα, όπου μια γυναίκα, κρατώντας στα χέρια της δυο μικρά παιδιά, μας έστελνε με το μαντίλι της τον τελευταίο χαιρετισμό. Ο άντρας της, που βρισκόταν ανάμεσά μας, μας εξήγησε τότε πως, για να μην πικράνει την οικογένειά του, δεν είχε πει στη γυναίκα του πως φεύγει εθελοντής στην Ισπανία. Προτίμησε να το κάνει με γράμμα του, που άφησε πάνω στο τραπέζι της κρεβατοκάμαράς τους. Κι η γυναίκα του, μόλις βρήκε το γράμμα, πήρε το ταξί κι έτρεξε στο λιμάνι με τα παιδιά της για να αποχαιρετίσουν τον αγαπημένο τους πατέρα, που ποιος ξέρει αν θα τον ξανάβλεπαν. Κλείνω την παρένθεση.]

Ο Λούης Αργίτης, τραυματίας, μαζί με νοσοκόμα. Σκοτώθηκε σε μάχη στο Φουέντες.

Πέντε μέρες κράτησε το ταξίδι μας, που κύλησε ολόκληρο σε μια πρωτοφανή εγκάρδια και ευχάριστη ατμόσφαιρα. [Χωρισμένοι κατά παρέες, κουβεντιάζαμε τα νέα, λέγαμε διάφορες ιστορίες, ανέκδοτα και καλαμπούρια. Κάπου-κάπου, το ρίχναμε και στο τραγούδι. Πρέπει να σκεφθεί κανείς πως δεν ήμασταν και μεγάλοι. Πολλοί από μας ήταν πολύ νέοι, παιδαρέλια σχεδόν, εκτός φυσικά από μένα, που από τότε ακόμα με βγάλανε «Ονκλ Στηβ», δηλαδή, ο «Θείος Στέφανος». Γι’ αυτό και καθημερινά μας έβλεπες στο κατάστρωμα του πλοίου να παίζουμε διάφορα ομαδικά ελληνικά παιχνίδια όπως το μπιζ, τα σκλαβάκια, την μακριά γαϊδούρα και άλλα. Άλλωστε, τα παιχνίδια αυτά τα θεωρούσαμε ένα είδος εκγύμνασης, σωματικής προετοιμασίας για την μελλοντική μας δράση. Εκείνο όμως που αιχμαλώτιζε τη σκέψη μας από το πρωί ως το βράδυ ήταν το ημερήσιο Δελτίο Ειδήσεων που έβγαζε η διεύθυνση του βαποριού και που περιείχε όλα σχεδόν τα τελευταία νέα από το μέτωπο της Ισπανίας.]

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1937 ξεμπαρκάραμε στο λιμάνι της Χάβρης, στη Γαλλία, απ’ όπου θα περνούσαμε στην Ισπανία. Ήταν η ώρα 10 το πρωί. Μπήκαμε στο τελωνείο για να μας κάνουν έλεγχο στις βαλίτσες μας. Η σκηνή που επακολούθησε θα μου μείνει αξέχαστη. Όταν οι τελωνιακοί υπάλληλοι, που άνοιξαν τις βαλίτσες μας, είδαν πως ήταν γεμάτες στρατιωτικά εφόδια, με στολές, μπαλάσκες, παγούρια και άλλα διάφορα στρατιωτικά είδη, όλοι τους ξέσπασαν σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Σήκωσαν ψηλά τη γροθιά τους και μας χαιρέτιζαν επί πολλή ώρα με τον καθιερωμένο, εκείνη την εποχή Ισπανικό αντιφασιστικό χαιρετισμό “NO PASARAN!”, που σημαίνει «ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ».

Από τη Χάβρη πήγαμε σιδηροδρομικώς στο Παρίσι. Στη γαλλική πρωτεύουσα μάς παρέλαβαν οι αντιπρόσωποι της Γαλλικής Αντιφασιστικής Επιτροπής, που διευκόλυνε όλους τους ξένους αντιφασίστες εθελοντές στον πηγαιμό τους στην Ισπανία. Ακριβώς, εδώ, στο Παρίσι, μέσα στα Γραφεία της Επιτροπής, συναντηθήκαμε και με τους άλλους αντιφασίστες εθελοντές που έφθαναν από διάφορες χώρες του κόσμου. Ανάμεσά τους ήταν Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Γιουγκοσλάβοι, Τσέχοι, Ουγγαρέζοι, Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Αλβανοί. Εκπροσωπούσαν όλα τα έθνη του κόσμου. Πολλοί, για να φθάσουν στη Γαλλία, απ’ όπου ήξεραν πως θα μπορέσουν να περάσουν στην Ισπανία, έπρεπε να υπερνικήσουν τεράστια εμπόδια. Οι Πολωνοί, π.χ., που η αντιδραστική κυβέρνησή τους δεν τους χορηγούσε διαβατήρια, ήταν υποχρεωμένοι να περνούν παράνομα, με κίνδυνο της ζωής τους, τα σύνορα των διαφόρων χωρών της Ευρώπης. Ταξίδευαν μέσα σε αφάνταστες δυσκολίες. Άλλοτε κρυμμένοι σε βαγόνια κι άλλοτε σε κάρα που κουβαλούσαν άχυρα, κάρβουνα και άλλα πράγματα. Πολλές φορές αναγκάζονταν να σχίζουν νύχτα ορμητικά ποτάμια χωρίς πολλοί να ξέρουν να κολυμπούν. Κι είναι φυσικό πως πολλοί απ’ αυτούς δεν κατάφεραν να φτάσουν στον προορισμό τους. Χάθηκαν άγνωστο πού. Άλλοι, πάλι, πιάστηκαν και φυλακίσθηκαν από τις αστυνομίες των διαφόρων χωρών.

Η συνάντησή μας με τους αντιφασίστες των άλλων χωρών ήταν πάρα πολύ συγκινητική. Ο κοινός σκοπός μάς μετέτρεπε σε μια μεγάλη αδελφική οικογένεια.

Από το Παρίσι, μερικά φορτηγά αυτοκίνητα μας μετέφεραν κοντά στα Ισπανικά σύνορα. Εμείς οι εθελοντές από την Αμερική είχαμε μεγάλη τύχη και στο πέρασμα των συνόρων. Η γαλλική κυβέρνηση του Μπλουμ έπαιζε ακόμα τον «παπά». Ήθελε να δείξει ότι είναι δημοκρατική, γι’ αυτό και στις αρχές άφηνε να περνούν τα σύνορα οι ξένοι αντιφασίστες εθελοντές χωρίς μεγάλες δυσκολίες. Λίγες, όμως, μέρες αργότερα, η κατάσταση άλλαξε ολότελα. Πάρθηκαν τέτοια δρακόντεια μέτρα που όχι μόνο μέρα, αλλά και νύχτα ήταν φοβερά δύσκολο να περάσει κανείς έστω και μοναχός τα σύνορα. Οι αντιφασίστες εθελοντές, όμως, έβρισκαν και πάλι τρόπους και μέθοδες να φθάσουν στην Ισπανική γη, όπου κρίνονταν η τύχη της Δημοκρατίας σ’ όλο τον κόσμο.

Η δική μας ομάδα έφθασε στα ισπανικά σύνορα ένα δειλινό. Χωριστήκαμε τότε σε μικρότερες ομάδες κι όταν δόθηκε το σύνθημα της εκκίνησης, με τη βοήθεια ειδικών συνδέσμων που ήξεραν όλα τα κατατόπια, διαβήκαμε τα σύνορα από ένα πολύ στενό πέρασμα. Στις 3 του Γενάρη 1937 πατούσαμε τη γη της ηρωικής Ισπανίας. Ο πρώτος σταθμός μας ήταν το κάστρο της Φιγουέρας, που βρίσκεται στους πρόποδες των Πυρηναίων. Για την πλούσια ιστορία του κάστρου αυτού έχουν γραφεί πολλά. Χτίστηκε το Μεσαίωνα και επί πολλά χρόνια στάθηκε μαζί με άλλα κάστρα προμαχώνας του ισπανικού λαού ενάντια στους Μαροκινούς καταχτητές. Πολλά θα μπορούσαν να μας ομολογήσουν για την ιστορία αυτού του κάστρου τα χοντρά τείχη του, οι πολεμίστρες του, τα βαθιά υπόγειά του!

Από τη Φιγουέρα φύγαμε με το τραίνο για τη Βαρκελώνα. Μετά, πήγαμε στη Βαλένθια και, τέλος, φθάσαμε στο Αλμπαθέτε, όπου βρισκόταν η έδρα της Διεθνούς Ταξιαρχίας. Σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής μας, ο ισπανικός λαός μάς επεφύλαξε θερμότατη και εγκάρδια υποδοχή. Όλοι ήξεραν πως οι επιβάτες του τραίνου που μας μετέφερε, είναι πιστοί φίλοι του Ισπανικού λαού, φλογεροί αντιφασίστες που ήρθαν απ’ όλα τα μέρη του κόσμου για να πολεμήσουν στο πλευρό τους. Γι’ αυτό και σε κάθε σταθμό, ακόμα και στον πιο μικρό, γέμιζαν τις αγκαλιές μας με τα αγαθά της εύφορης Ισπανικής γης και μας πότιζαν το νοστιμότατο κρασί της χώρας του Θερβάντες με τα ιδιόμορφα εκείνα ισπανικά ξύλινα κρασοπότηρα, τα λεγόμενα «τσίτσα». Ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια γιατί, στ’ αλήθεια, κανείς μας δεν τα κατάφερνε να πίνει το κρασί απ’ τα παράξενα αυτά κρασοπότηρα χωρίς να καταβρέχει το πουκάμισό του. Το ίδιο θερμή κι εγκάρδια υποδοχή μάς έκανε ο Ισπανικός λαός και στη Βαρκελώνα, τη Βαλένθια και το Αλμπαθέτε. Στην τελευταία αυτή πόλη φθάσαμε στις 13 του Γενάρη. Η δική μας ομάδα, που την αποτελούσαν Αμερικάνοι εθελοντές, καθώς και οι Έλληνες της Αμερικής, συγκροτήθηκε σε ταξιαρχία και πήρε το όνομα του μεγάλου γιου του αμερικανικού λαού «Αβραάμ Λίνκολν».

[Ένα μήνα περίπου κράτησε η εκπαίδευσή μας. Πολλές σκηνές μού ‘ρχονται τώρα στο νου από εκείνη τη σύντομη εκπαίδευσή μας. Κάποτε, θυμάμαι, κάναμε τροχάδην και πηδούσαμε διάφορα χαντάκια και σκάμματα. Ένας Ελληνοαμερικανός, περασμένης ηλικίας, επρόκειτο ακριβώς να πηδήξει κάποιο μεγάλο χαντάκι με νερό. Όμως σκέφθηκε πως δεν θα τα καταφέρει γιατί τον βάραινε το όπλο του. Πέταξε, λοιπόν, στην αρχή, το όπλο στην άλλη μεριά του χαντακιού και πήρε φόρα κι ο ίδιος να κάνει το άλμα. Δυστυχώς, τα χρόνια τον βάραιναν κι ο κακόμοιρος βρέθηκε… στον πάτο του χαντακιού, κολυμπώντας μέσα στο νερό…

Από την έδρα της ταξιαρχίας ξεκινήσαμε μια μέρα για το μέτωπο. Εκείνες τις μέρες γινόταν στην περιοχή της Μαδρίτης μια από τις μεγαλύτερες μάχες. Ο Φράνκο είχε συγκεντρώσει στην περιοχή αυτή τεράστιο έμψυχο και άψυχο υλικό και, με τη βοήθεια των τανκς και των αεροπλάνων που του έστειλαν ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι, εξαπόλυσε ολομέτωπη επίθεση ενάντια στους υπερασπιστές της Μαδρίτης. Φυσικά, σ’ αυτή χρησιμοποίησε και τους λεγόμενους Μαύρους, δηλαδή, τα αποικιακά στρατεύματα του ισπανικού Μαρόκου.]

Εμείς φτάσαμε στο μέτωπο της Χαράμα, που αποτελούσε έναν μόνο τομέα του μετώπου της Μαδρίτης, στα μισά του Φλεβάρη. Μα το «πρώτο βάφτισμα» το πήραμε πριν ακόμα φτάσουμε στο μέτωπο. Βρισκόμασταν κάπου τέσσερα με πέντε χιλιόμετρα μακριά από την πρώτη γραμμή, όταν πάνω από τα κεφάλια μας ακούσαμε βόμβο αεροπλάνων. Όλοι μας βρισκόμασταν ακόμα στ’ αυτοκίνητα που μας μετέφεραν στην πρώτη γραμμή. Οι ιπτάμενοι δολοφόνοι μάς προϋπάντησαν με μια βροχή από βόμβες, που έριξαν πάνω μας. Το αστείο ήταν ότι εμείς που παίρναμε πρώτη φορά μέρος σε τέτοια επιχείρηση, νομίσαμε πως τα αεροπλάνα έριξαν προκηρύξεις και όχι βόμβες. Έτσι μας φάνηκαν, καθώς ξεκολλούσαν από τα αεροπλάνα. Φυσικά, οι φωνές των Γάλλων σωφέρ «βόμβες», «βόμβες», μας συνέφεραν. Πεταχτήκαμε αμέσως απ’ τ’ αυτοκίνητα και κρυφτήκαμε μέσα στους κοντινούς ελαιώνες. Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή με τον εχθρό.

Στις 24 του Φλεβάρη, η Διεθνής Ταξιαρχία ενήργησε σφοδρή επίθεση ενάντια στις θέσεις του εχθρού στην περιοχή της Χαράμα. Στην επίθεση αυτή, πήρε μέρος και η δική μας ταξιαρχία. Είχαμε τότε ένα σοβαρό αριθμό θυμάτων, μεταξύ των οποίων και πολλούς Ελληνοαμερικανούς. Σ’ εκείνη την επίθεση έπεσαν ηρωικά, ανάμεσα στους άλλους συντρόφους μας, ο Γιάννης Τσιρώνης, που καταγόταν από την Κρήτη (στην Αμερική, ο Γ. Τσιρώνης είχε αναπτύξει σοβαρή δράση στις γραμμές του προοδευτικού και επαναστατικού εργατικού κινήματος), ο Φίλιππας Παπάς, πολύ μικρός στην ηλικία, ο Γιάννης Τζόνσον, που ήταν μέλος της εκπολιτιστικο-μορφωτικής προοδευτικής οργάνωσης των Ελληνοαμερικανών της Φιλαδέλφειας «Σπάρτακος», ο Παναγιώτης Κατσαρώνας, που καταγόταν από τη Λάρνακα της Κύπρου, μέλος της οργάνωσης των Κυπρίων της Αμερικής «Κυπριακή Αδελφότητα» και ο Νικόλαος Περδίος, επίσης Κύπριος, που είχε έρθει στην Ισπανία από το Λονδίνο.

[Μετά από τρεις μέρες, ο Φράνκο έκανε αντεπίθεση στο ίδιο μέτωπο. Αποκρούσαμε με επιτυχία τα φασιστικά στίφη, αν και δεν διαθέταμε ούτε πυροβολικό, ούτε αεροπορία. Όλα-όλα τα πυροβόλα μας σ’ ολόκληρο το μέτωπο μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το μέτωπο της Χαράμας έπαιζε αποφασιστικό ρόλο σ’ ολόκληρη την πορεία του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας. Κι αυτό γιατί εξασφάλιζε τις σπουδαιότερες συγκοινωνιακές αρτηρίες (σιδηροδρομικές γραμμές και δρόμους) που συνέδεαν την Μαδρίτη με την Βαλένθια.]

Δεξιά μας, βρισκόταν η ταξιαρχία των αντιφασιστών εθελοντών των βαλκανικών χωρών που έφερε το όνομα του δοξασμένου τέκνου του βουλγαρικού λαού «Γιώργη Δημητρώφ». Ένας από τους λόχους της μπριγάδας αυτής, ήταν και ο λόχος των Ελλήνων εθελοντών αντιφασιστών (σ.parapoda: πήρε το – απαγορευμένο στον Τύπο που δημοσιεύτηκε το παρόν άρθρο – όνομα «Νίκος Ζαχαριάδης»). Στο λόχο αυτό υπηρετούσαν Έλληνες που είχαν έρθει στην Ισπανία από την Ελλάδα, από τη Γαλλία και από άλλες χώρες. Στην πλειοψηφία τους, οι μαχητές αυτού του λόχου ήταν ναυτεργάτες. Θυμάμαι ακόμα τα ονόματα πολλών από τους συμπατριώτες μου αυτού του λόχου. Θυμάμαι π.χ. το Μανώλη Αϊβαζή και τον Ευάγγελο Στεργίου, που είχαν έρθει από τη Λυών της Γαλλίας, το Νίκο Καραγιάννη, που ήταν ένα από τα πιο δραστήρια στελέχη της Ομοσπονδίας των Ελλήνων Ναυτεργατών, τον πάντα ενθουσιώδη και χαρούμενο Νίκο Κουρκούρη, που για τις ξεχωριστές ικανότητές του είχε προαχθεί σε ανθυπολοχαγό και που αργότερα σκοτώθηκε ηρωικά, τους εφτά συντρόφους που δραπέτευσαν από τις φυλακές της Αίγινας, τους λεγόμενους «Αιγινίτες», το λοχαγό Γιάννη Σιγανό, το Δημήτρη Πέρρο, τον Γιάννη Μαργαρίτη, το «Γεράσιμο» και τον αξέχαστο Σακαρέλο.

Γιάννης Σιγανός-Γιάννης Μαργαρίτης-Δημήτρης Πέρρος.

Οι αντιφασίστες εθελοντές ελληνικής καταγωγής που υπηρετούσαν στις γραμμές της δοξασμένης Διεθνούς Ταξιαρχίας και σε διάφορα άλλα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού της Ισπανίας, πήραν μέρος σε πολλές μάχες, που έγιναν όχι μόνο στο κύριο μέτωπο της Χαράμα, αλλά και σε άλλα μέτωπα, όπως της Αραγώνας, του Τερουέλ, του Μπελτσίτε, της Κοντέσσας, του Έβρου, της Μούρθια και αλλού. Το θάρρος, με το οποίο πολεμούσαν οι Έλληνες εθελοντές, ήταν παροιμιώδες. Για την παλικαριά πολλών Ελλήνων εθελοντών είχαν να λένε πολλά, όχι μόνο όλοι οι Έλληνες εθελοντές, αλλά και οι άλλοι αντιφασίστες εθελοντές της Ισπανίας. Θυμάμαι π.χ. τον Σπετσιώτη σύντροφό μας Ηλία Αργίτη. Στη μάχη της Χαράμα, είχε πάρει δύο τραύματα, το ένα στο κεφάλι και το άλλο στο πόδι. Τον μετέφεραν αμέσως στα μετόπισθεν, στο νοσοκομείο. Την άλλη μέρα το πρωί, ο Αργίτης βρέθηκε ξανά να πολεμά στο ταμπούρι του. Είχε μπει σ’ ένα νοσοκομειακό αυτοκίνητο, που πήγαινε στο μέτωπο και, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, ξαναγύρισε στην πρώτη γραμμή. Ο Ηλίας Αργίτης έπεσε αργότερα ηρωικά, μαχόμενος επικεφαλής του λόχου του. Ήταν ένας από τους πιο ανδρείους Έλληνες αντιφασίστες εθελοντές. Θυμάμαι τον Μπιλ Νικ από την Κύπρο. Κάποτε βρισκόταν σ’ ένα προχωρημένο φυλάκιο του μετώπου. Οι κινήσεις του εχθρού έδειχναν πως ετοιμαζόταν για επίθεση. Τότε, ο Διοικητής του λόχου του τον έστειλε μ’ ένα σημείωμα στη διοίκηση της μονάδας για να την ειδοποιήσει. Δυστυχώς, την ώρα που ο Μπιλ έτρεχε προς την έδρα της μονάδας του, μια σφαίρα τού ‘σπασε το πόδι. Ο Μπιλ Νικ, φοβούμενος μήπως πέσει στα χέρια του εχθρού, έφαγε το σημείωμα για να μην το βρουν επάνω του οι φασίστες του Φράνκο κι έπεσε λιπόθυμος από την εξάντληση. Οι σύντροφοί του τον βρήκαν αργότερα και τον μετέφεραν στα μετόπισθεν. Κι ο Μπιλ Νικ ανήκει στην πλειάδα των ηρώων του ισπανικού αντιφασιστικού έπους που έδωσαν τη ζωή τους για τη λευτεριά του Ισπανικού λαού. Θυμάμαι ακόμα τον Μηνά Θωμαΐδη, από τον Πόντο. Οδηγούσε τανκς. Ήταν ο πρώτος που μπήκε στο Τερουέλ, σε μια από τις μάχες που γίνονταν στην περιοχή του. Ποτέ δε θα ξεχάσω το Δημήτρη Πέρρο, το Διοικητή του λόχου των Ελλήνων εθελοντών. Ο θάνατός του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πίστης στην υπόθεση της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας: Στη μάχη του Μπελτσίτε, ύστερα από αλλεπάλληλες επιθέσεις των φασιστών, ο λόχος του Δημήτρη Πέρρου είχε αποδεκατισθεί. Όσοι απόμειναν ζωντανοί είχαν περικυκλωθεί από  τον εχθρό. Ο Πέρρος, βλέποντας να προχωρούν κατά πάνω του οι φασίστες, αρπάζει το πολυβόλο από τον σκοτωμένο συναγωνιστή του κι αρχίζει να θερίζει τους μελανοχιτώνες του Φράνκο. Δεν έκανε ούτε ένα βήμα πίσω. Πάνω στο πολυβόλο του τον τρύπησαν οι φασίστες με τις ξιφολόγχες τους. Παρόμοια είναι τα κατορθώματα και πολλών άλλων Ελλήνων αντιφασιστών. Όλοι τους πολέμησαν σαν γίγαντες και έπεσαν πιστοί στα υψηλά ιδανικά της Δικαιοσύνης, της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Εκατοντάδες άλλοι πότισαν αφειδώλευτα με το αίμα τους την Ισπανική γη.

Ο Μπιλ Νικ (αριστερά) μαζί με ισπανό συμμαχητή του.

[Καθημερινό φαινόμενο αποτελούσε η συγκρότηση μικρών ομάδων ελεύθερων σκοπευτών. Εμείς τις ονομάζαμε «ομάδες εθελοντών θανάτου». Τα μέλη των ομάδων αυτών, έχοντας μοναδικό όπλο τους χειροβομβίδες, έπρεπε να αποκρούσουν τα προελαύνοντα τανκς του Φράνκο. Πολλοί απ’ αυτούς έπεφταν κάτω από τις ερπύστριες των τανκς και τινάζονταν μαζί τους στον αέρα. Στις ομάδες αυτές ανήκαν πολλοί Έλληνες.

Για να κατανοήσει κανείς σ’ όλο του το βάθος το μεγαλείο και τον ηρωισμό των εθελοντών αντιφασιστών της Ισπανίας, πρέπει απαραίτητα να έχει υπόψη του και τις δύσκολες συνθήκες μέσα στις οποίες διεξαγόταν η μεγάλη αυτή μάχη της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Η έλλειψη πολεμοφοδίων π.χ. ανάγκαζε πολλές φορές, ολόκληρους λόχους να μένουν επί ώρες και μέρες ακόμα σε αδράνεια. Πολλές φορές περιμέναμε στα μετόπισθεν να εξοικονομηθούν όπλα από σκοτωμένους ή τους αιχμαλώτους για να μπούμε στη μάχη. Αντί για συνηθισμένες χειροβομβίδες, πολλές φορές, χρησιμοποιούσαμε «χειροβομβίδες» δικής μας κατασκευής, που μονάχα το όνομα είχαν «χειροβομβίδα». Τις φτιάχναμε μόνοι μας από ένα κομμάτι σωλήνα, που το γεμίζαμε σφιχτά με διάφορες εκρηκτικές ύλες. Πάνω βάζαμε ένα μικρό φυτίλι για να μπορούμε να της βάζουμε φωτιά. Το ίδιο δύσκολος ήταν και ο ανεφοδιασμός μας σε τρόφιμα.]

Η Διεθνής Επιτροπή μη Επέμβασης, στην οποία συμμετείχαν η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία και η Ιταλία, είχε αποκλείσει εντελώς την Ισπανία, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν οι αντιφασίστες να πάρουνε εφόδια από το εξωτερικό. Τον ίδιο καιρό οι ΗΠΑ, που δεν συμμετείχαν στην Επιτροπή, πουλούσαν ελεύθερα όχι μόνο τρόφιμα, αλλά και διάφορα πολεμοφόδια στον Φράνκο, που φυσικά είχε και τη βοήθεια του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Έτσι, η Επιτροπή μη Επέμβασης, ουσιαστικά, στρεφόταν ενάντια στον ισπανικό λαό και τις δημοκρατικές δυνάμεις, που έμειναν χωρίς εφοδιασμό σε τρόφιμα και οπλισμό. Η πιο συνηθισμένη μας τροφή ήταν οι ρεβυθόσουπες. Συχνά, μέναμε μέρες χωρίς να τρώμε τίποτα. Κάποτε, που το κακό είχε πολύ προχωρήσει, στη μονάδα μας βάλαμε μαχαίρι στα μεταγωγικά μας, δηλαδή, τα κακόμοιρα τα γαϊδουράκια μας. Τα σφάξαμε και τα φάγαμε με τη μεγαλύτερη όρεξη!

Εξαίρεση σ’ αυτόν τον αποκλεισμό, που είχαν κάνει στην Ισπανία οι μεγάλες Δυνάμεις, αποτέλεσε η Σοβιετική Ένωση, που επίσημα δήλωσε πως δε θα σεβασθεί τις αποφάσεις της προδοτικής Διεθνούς Επιτροπής μη Επέμβασης. Σύγχρονα, η βοήθειά της προς τη δημοκρατική Ισπανία ήταν πολύπλευρη και εκφραζόταν όχι μόνο σε θαυμάσιο έμψυχο υλικό, αλλά και σε πολεμοφόδια και τρόφιμα. Η μεταφορά της βοήθειας αυτής της Σ.Ε. προς τη δημοκρατική Ισπανία και τους υπερασπιστές της γινόταν κυρίως με πλοία που έσπαζαν τον κλοιό του αποκλεισμού. Πολλές φορές, τα πλοία αυτά βυθίζονταν από τα παράκτια πυροβολεία του Φράνκο και τα αεροπλάνα του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Κάποτε, θυμάμαι, στη Βαρκελώνη, είχα συναντήσει μερικούς Έλληνες ναυτεργάτες που δούλευαν στα πλοία που μετέφεραν τη σοβιετική βοήθεια στην Ισπανία.

[Ένα πράγμα θα πρέπει εδώ να τονίσουμε: Αν η Ισπανική Δημοκρατία μπόρεσε να αμυνθεί πάνω από δυόμισι χρόνια στις φασιστικές ορδές του Φράνκο, αυτό οφείλεται, από τη μια μεριά, φυσικά, στον ηρωισμό του φιλελεύθερου και δημοκρατικού ισπανικού λαού και, από την άλλη, στην τεράστια βοήθεια που πρόσφεραν σ’ αυτήν οι αντιφασίστες όλων των χωρών και, πρώτ’ απ’ όλα οι θρυλικοί «Μεξικάνοι». «Μεξικάνους» λέγαμε τότε τους αντιφασίστες αγωνιστές που είχαν έλθει από τη Σοβιετική Ένωση.

Φυσικά, στις αναμνήσεις μου, στάθηκα περισσότερο στη δράση των μαχητών της δοξασμένης Διεθνούς Ταξιαρχίας και ιδιαίτερα στη δράση των Ελλήνων αντιφασιστών. Όμως, θα μπορούσε κανείς να αφιερώσει, όχι μόνο σελίδες, αλλά και βιβλία ολόκληρα στον ισπανικό λαό που, μέσα σε αφάνταστα δύσκολες συνθήκες, πρόταξε πρώτος ανάμεσα στους πρώτους τα στήθια του στη φασιστική βαρβαρότητα. Δεν είναι εύκολο να περιγράψει κανείς τους άφθαστους ηρωισμούς και τα κατορθώματα του ειρηνόφιλου ισπανικού λαού σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Σύμβολο της ακλόνητης πίστης του στα ιδανικά της Δικαιοσύνης, της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας έστεκε η θρυλική Πασιονάρια, που καθοδηγούσε με εξαιρετική σοφία τον αγώνα του (σ.parapoda: Η Ιμπαρούρι αντικαθιστούσε τον Χοσέ Ντίαθ, όταν αυτός δεν μπορούσε, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που είχε, να συμμετέχει σε κομματικές διαδικασίες). Γι’ αυτό και ολόκληρος ο ισπανικός λαός την περιέβαλε με τα πιο ενδόμυχα αισθήματα αγάπης, σεβασμού και λατρείας. Και τα αισθήματά του αυτά προς το φυσικό του αρχηγό δεν άλλαξαν καθόλου αν και έχουν περάσει από τότε τριάντα ολόκληρα χρόνια. Η αθάνατη Πασιονάρια συμβολίζει και σήμερα την ακατάλυτη πίστη του ισπανικού λαού στο ευτυχισμένο μέλλον του.]

Ο Στέφανος Τσερμέγκας τη δεκαετία του ’60.

Όπως είναι γνωστό, στα μισά του 1938, η Ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με τη Διεθνή Επιτροπή μη Επέμβασης για την αποχώρηση από το ισπανικό έδαφος όλων των ξένων αντιφασιστών εθελοντών. Παρόμοια συμφωνία είχε κλείσει η Επιτροπή και με τον Φράνκο για την αποχώρηση από το ισπανικό έδαφος όλων των στρατιωτικών δυνάμεων των φασιστικών χωρών της Ευρώπης και συγκεκριμένα της Γερμανίας του Χίτλερ και της Ιταλίας του Μουσολίνι. Δυστυχώς, όμως, ο Φράνκο παραβίασε τη συμφωνία. Όταν τα πρώτα τμήματα της Διεθνούς Ταξιαρχίας πέρασαν στο γαλλικό έδαφος, ο Φράνκο εξαπόλυσε ξαφνικά γενική επίθεση, με αποτέλεσμα να κομματιαστούν οι δυνάμεις της Ισπανικής Δημοκρατίας, πράγμα που διευκόλυνε αργότερα το αποδεκάτισμά τους…

Εκείνες τις μέρες, η δική μας ομάδα βρισκόταν στη γαλλική πρωτεύουσα. Από εκεί, ο καθένας μας επέστρεψε εκεί απ’ όπου ήρθε. Εγώ γύρισα στην Αμερική. Πολλοί από τους συναγωνιστές μου συνελήφθησαν στη Γαλλία από την αστυνομία του Μπλουμ και κλείσθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης…

Για μένα προσωπικά, η δίχρονη περίπου παραμονή μου στην Ισπανική γη και η συμμετοχή μου στο αθάνατο, αντιφασιστικό έπος, αποτελεί μια από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους της ζωής μου. Κι αυτό γιατί, πολεμώντας θανάσιμα τον φασισμό, ένιωθα ότι εκτελούσα απέναντι στην ανθρωπότητα, το υπέρτατο καθήκον μου σαν προοδευτικός άνθρωπος.

24/02/1966

Δημοσιεύτηκε στον «Πυρσό», δίμηνο εικονογραφημένο εκπολιτιστικό μορφωτικό περιοδικό που εκδιδόταν στην πολιτική προσφυγιά, στην Ανατολική Γερμανία, τ. 3(33), 1966, με τίτλο «Νο paseran! Στα τριαντάχρονα του αντιφασιστικού ισπανικού έπους». Αναδημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 7 Αυγούστου 1966, φ. 4160, σ.6, με τίτλο «Πώς πολεμήσαμε στην Ισπανία» συντομευμένο, χωρίς τα αποσπάσματα σε αγκύλες. Εδώ δημοσιεύεται με μερικές διορθώσεις στην ορθογραφία. Πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του πάρθηκαν από άρθρο του Λευτέρη Τσιρμιράκη στο περιοδικό «Πυρσός», με τίτλο «Οι ‘Αμερικάνοι’ – Μοναδικός τους πόθος: Να γυρίσουν στ’ αγαπημένα χώματα της πατρίδας», τ.4, 1965).

Κ.Κ. Ινδίας (Μαοϊκό): Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα των Ιθαγενών

Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας (Μαοϊκό)

Κεντρική Επιτροπή

30 Ιούλη 2022

Να συνεχίσουμε δυναμικά τους αγώνες των ιθαγενικών λαών σε όλη τη χώρα για νερό-δάσος-γη-σεβασμό-απόκτηση εξουσιών και να γιορτάσουμε την 9η Αυγούστου, Διεθνή Ημέρα των Ιθαγενών!

Να αντισταθούμε στην καταπίεση των Ιθαγενών!

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΙ (Μαοϊκού) καλεί σε υλοποίηση προγραμμάτων δράσεων διαμαρτυρίας ενάντια στο νέο Κανονισμό περί Δασικής Προστασίας, που εκδόθηκε στις 28 Ιούνη 2022, και αλληλεγγύης στους αγώνες των ιθαγενικών λαών στη Νταντακαράνυα[1] και τις Μπιχάρ[2]-Τζάρκχαντ[3].

Ιθαγενείς κάτοικοι του Σιλίνγκερ (ή Σίλγκερ) στέκονται στη μία άκρη της τάφρου που άνοιξε το ινδικό κράτος στη γη τους όπου θα στήσει το αστυνομικό στρατόπεδο (φωτό: Trt)

Το βραχμανιστικό ινδουιστικό φασιστικό BJP[4], ανέδειξε ως Πρόεδρο της Ινδίας τη γεννημένη σε μια οικογένεια Σαντάλ[5] στο χωριό Ουπαρμπέντα της περιφέρειας Μάγιουρμπαντζ της Οντίσα[6] Ντραουπάντι Μούρμου, σε μια εποχή που οι άρχουσες τάξεις της χώρας προβαίνουν σε σφαγές ιθαγενών για την κατάπνιξη των αγώνων τους. Μετά την ανακοίνωση της συγκεκριμένης υποψηφίου για την προεδρία, το BJP έφερε τον νέο Κανονισμό περί Δασικής Προστασίας[7], με τον πλέον αντιδημοκρατικό τρόπο, κατά παράβαση του Πέμπτου και του Έκτου Προγράμματος[8] του Συντάγματος  και του εφαρμοστικού τους νόμου PESA[9]. Το αναφερόμενο σε αυτά άρθρο 244 του Συντάγματος, το οποίο αναθέτει ευρείες αρμοδιότητες στον Πρόεδρο της χώρας και τους κυβερνήτες[10] των Πολιτειών για την εφαρμογή των Προγραμμάτων αυτών και των σχετικών νόμων, ουδέποτε εφαρμόστηκε. Το ΒJP επιδίδεται σε σφαγές των ιθαγενών που εξαπολύουν αγώνες για νερό-δάσος-γη-σεβασμό-απόκτηση εξουσιών.

Οι ιθαγενείς παλεύουν ενάντια στα στρατόπεδα που η αστυνομία έχει ανεγείρει πρόσφατα στο Πάρμπατπουρ στην περιφέρεια Τζίριντιχ της Τζάρκχαντ, το Σιλίνγκερ στις περιφέρειες Μπίτζαπουρ-Σούκμα κ.ά[11]. Υπό την ηγεσία επαναστατικών, δημοκρατικών και κοινωνικών οργανώσεων, αγώνες λαμβάνουν χώρα ενάντια στις πολιτικές της κεντρικής και των πολιτειακών κυβερνήσεων που παραδίδουν τη γη των ιθαγενών στην οποία ζούσαν επί γενιές, σε διάφορα σημεία της χώρας, όπως το Νιγιαμγκίρι της Οντίσα, τη Σούρτζαγκαρχ της περιφέρειας Γκανττσιρόλι της Μαχαράστρα, το Αμάντι[12] στην Τσατίσγκαρχ[13] και άλλα σημεία στην Τζάρκχαντ. Το BJP ανέδειξε μια ιθαγενή ως Πρόεδρο, έχοντας πρόθεση να συγκαλύψει έτσι την καταστολή αυτών των αγώνων. Εξαπολύει τη μια κατασταλτική επιχείρηση μετά την άλλη για να συντρίψει το ΚΚΙ (Μαοϊκό), τον λαϊκό στρατό ΛΑΑΣ και τα όργανα λαϊκής κρατικής εξουσίας, τις Επαναστατικές Λαϊκές Επιτροπές, όπου οι ιθαγενείς εργάζονται σε μεγάλους αριθμούς, και για να εξαλείψει το Ινδικό Επαναστατικό κίνημα.

Μαχητές του ΛΑΑΣ αφήνουν ελεύθερο μπροστά στο Λαϊκό Δικαστήριο έναν ταγματασφαλίτη των Κεντρικών Εφεδρικών Αστυνομικών Δυνάμεων (CRPF) που είχε πιαστεί αιχμάλωτος σε μάχη τον Απρίλη του 2021. (φωτό: Newslaundry)

Επιπλέον, το BJP ελέγχει το Ανώτατο Δικαστήριο και, με την καθοδήγησή του, το τελευταίο εκδίδει αποφάσεις που αθωώνουν τις κυβερνητικές μισθοφορικές δυνάμεις για τις σφαγές, όπως στο Σαρκενγκούντα[14] και το Εντσαμέτα[15] της Τσατίσγκαρχ, ενώ, αντίθετα, καταδικάζει τους φίλους των ιθαγενικών λαών, όπως αυτούς που έκαναν προσφυγές υπέρ τους. Ομοίως, κακομεταχειρίζεται όσους προσφεύγουν σε αυτό για να ελέγξει τις αντιλαϊκές ενέργειες και σφαγές που το BJP έχει διαπράξει βάσει της ινδουιστικής σοβινιστικής του ατζέντας. Αυτή η στάση του δικαστηρίου αντίκειται στο Σύνταγμα και τους κώδικες δικονομίας. Το BJP, με την αξιοποίηση του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου, καθώς και των ΜΚΔ, μέσω των ινδουιστικών σοβινιστικών δυνάμεων, προσπαθεί να στερήσει από τους ιθαγενείς, τους Νταλίτ και τις μειονότητες την υποστήριξη από όλες τις λαϊκές κ.ά. δυνάμεις της χώρας.

Σε αυτές τις συνθήκες έντασης του βραχμανιστικού ινδουιστικού φασισμού, όλες οι καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα, οι δημοκράτες, οι διανοούμενοι και οι κοινωνικοί αγωνιστές πρέπει να υψώσουν τη φωνή τους για την επίτευξη πραγματικής δημοκρατίας στη χώρα. Με αφορμή την 9η Αυγούστου, Διεθνή Ημέρα των Ιθαγενών, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΙ (Μαοϊκού) καλεί σε δυναμική συνέχιση των ιθαγενικών αγώνων και στην απαίτηση από την κυβέρνηση να αποσύρει τους διάφορους νόμους που εισάγει για την εκμετάλλευση των ιθαγενών. Καλεί στην αντίσταση ενάντια στην εκμετάλλευση αυτή για τον έλεγχο στις δασικές περιοχές, σε όλο τον κόσμο, και σε υποστήριξη αυτών των αγώνων.

Abhay

Εκπρόσωπος Τύπου

της Κεντρικής Επιτροπής

του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας (Μαοϊκού)

Μετάφραση και σημειώσεις parapoda. Για περισσότερα στα ελληνικά για τον Λαϊκό Πόλεμο και τα λαϊκά κινήματα στην Ινδία, βλ. εδώ. Επίσης, για το ζήτημα των καστών στην Ινδία έχει κυκλοφορήσει το ομώνυμο βιβλίο του Κ.Κ. Ινδίας (Μαοϊκού)  από τις εκδόσεις Προλετκούλτ (επικοινωνία: proletconnect@gmail.com)


[1] Αποτελεί σημαντική βάση της Ινδικής Επανάστασης και περιλαμβάνει περιοχές των πολιτειών Τελανγκάνα, Άντρα Πραντές, Τσατίσγκαρχ και Ορίσα (ή Οντίσα). Στα σανσκριτικά σημαίνει «η ζούγκλα της τιμωρίας».

[2] Πολιτεία 83 εκατομμυρίων κατοίκων.

[3] Πολιτεία 27 εκατομμυρίων κατοίκων.

[4] Ινδικό Λαϊκό Κόμμα, το κυβερνών κόμμα, με επικεφαλής το Ναρέντρα Μόντι.

[5] Ιθαγενικός λαός 7,5 εκατομμυρίων ανθρώπων στις πολιτείες Τζάρκχαντ-Οντίσα-Δ.Βεγγάλη αλλά και το Νεπάλ και το Μπανγκλαντές, χωρίς όμως γλωσσικά ή άλλα δικαιώματα στην Ινδία.

[6] Πολιτεία 42 εκατομμυρίων κατοίκων.

[7] Βλ. εδώ.

[8] Το Ινδικό Σύνταγμα προβλέπει το Έκτο Πρόγραμμα για τις φυλές στα βορειοανατολικά και το Πέμπτο Πρόγραμμα για τις φυλές των υπόλοιπων περιοχών. Το Έκτο Πρόγραμμα διευκόλυνε τη δημιουργία «αυτόνομων» περιοχών. Αυτές, βέβαια, οι περιοχές είχαν προσαρτηθεί στη χώρα.

[9] Νόμος του 1996 για την επέκταση της αυξημένης δικαιοδοσίας στη διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πηγών από τους ντόπιους κατοίκους και σε περιοχές της Ινδίας πλειοψηφικά κατοικούμενες από ιθαγενείς και «προστατευόμενες» από το Πέμπτο Πρόγραμμα του Συντάγματος

[10] Ο Πρόεδρος της χώρας διορίζει τους κυβερνήτες, για 5 χρόνια, αλλά μπορεί να τους αποπέμψει, και με τη σειρά τους αυτοί διορίζουν τους πρωθυπουργούς και άλλους υπουργούς των πολιτειών.

[11] Βλ.εδώ.

[12] Ενάντια στην εξόρυξη σιδηρομεταλλεύματος, στην πρώτη περίπτωση, και βωξίτη στις δύο τελευταίες.

[13] Πολιτεία 21 εκατομμυρίων κατοίκων.

[14] Στις 28/6/2012, στο χωριό Σαρκινγκούντα της περιφέρειας Μπίτζαπουρ της Τσατίσγκαρχ, 17 Αντιβάσι σφαγιάστηκαν και 13 γυναίκες βιάστηκαν ομαδικά από δυνάμεις ασφαλείας του ινδικού καθεστώτος.

[15] Στις 17/5/2013, στο χωριό αυτό, 8 άμαχοι, μεταξύ των οποίων 3 παιδιά, σκοτώθηκαν από αστυνομικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις.

Κ.Κ. Ινδίας (Μαοϊκό): Ενάντια στο νέο Κανονισμό περί Δασικής Προστασίας

Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας (Μαοϊκό)

Κεντρική Επιτροπή

18 Ιούλη 2022

Ενάντια στο νέο Κανονισμό περί Δασικής Προστασίας

Η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας (Μαοϊκού) απερίφραστα καταδικάζει το νέο Κανονισμό περί Δασικής Προστασίας που προετοίμασε το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Δασών & Κλιματικής Αλλαγής στις 28 Ιούνη. Ο κανονισμός για την εφαρμογή του Νόμου περί Δασικής Προστασίας του 1980, που τροποποιήθηκε χωρίς να ακολουθηθούν οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα διαδικασίες, παραβιάζει όλους τους Νόμους και τα δικαιώματα των ιθαγενικών λαών της χώρας, ιδίως τα δικαιώματα των Γκραμ Σάμπχα (σ. parapoda: Τοπικών Συμβουλίων, βλ. εδώ) που πρόβλεπε ο PESA (σ. parapoda: Νόμος του 1996 για την επέκταση της αυξημένης δικαιοδοσίας των ντόπιων στη διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και σε περιοχές της Ινδίας πλειοψηφικά κατοικούμενες από ιθαγενείς και «προστατευόμενες» από το Πέμπτο Πρόγραμμα του Συντάγματος) και ο Νόμος περί Δικαιωμάτων στα Δάση του 2006. Ο κανονισμός επιτρέπει στις επιχειρήσεις των ιμπεριαλιστών και των κομπραδόρων γραφειοκρατών αστών όπως οι Αντάνι και Αμπάνι να αναλαμβάνουν έργα υποδομών και εξόρυξης σε δασικές περιοχές χωρίς δυσκολίες για την απόκτηση άδειας από την κυβέρνηση.

Μαχήτριες και μαχητές του καθοδηγούμενου από το ΚΚΙ (Μαοϊκό) Λαϊκού Αντάρτικου Απελευθερωτικού Στρατού.

Ο σημερινός κανονισμός παραβιάζει το Νόμο περί Δικαιωμάτων στα Δάση του 2006 που παρείχε δικαιώματα στους ιθαγενείς οι οποίοι καλλιεργούσαν τη γη τα 75 προηγούμενα χρόνια. Αντιβαίνει, επίσης, και την ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου του 2013 που καθιστούσε ξεκάθαρη την προϋπόθεση απόσπασης άδειας από τη Γκραμ Σάμπχα για την εκμετάλλευση της δασικής γης.

Η κεντρική κυβέρνηση είχε την αρμοδιότητα, μέσω μιας ειδικά συσταθείσας Συμβουλευτικής Επιτροπής για τα Δάση (ΣΕΔ), να επιτρέπει τη μη δασική δραστηριότητα σε δασική γη πέραν των πέντε εκταρίων. Μετά το 2009, το Υπουργείο Περιβάλλοντος πέρασε μια απόφαση που προνοούσε ότι η ΣΕΔ δεν θα διατυπώνει προτάσεις, αν η εκάστοτε πολιτειακή κυβέρνηση δεν ξεκαθαρίζει το ζήτημα και η Γκραμπ Σάμπχα δεν έχει συγκατατεθεί. Αργότερα, το Υπουργείο εξέδωσε πλήθος κανονισμών που όλοι στρέφονταν ενάντια στα δικαιώματα των Γκραμ Σάμπχα.

Σύμφωνα με τον νέο κανονισμό, ο οποίος διάκειται ενάντια στον κανονισμό που είχε εκδοθεί αρχικά, το 2003, η ΣΕΔ θα εγκρίνει ένα έργο και θα διαβιβάζει το ζήτημα στην πολιτειακή κυβέρνηση για τη διευθέτηση του υπολοίπου της διαδικασίας. Αυτό σημαίνει ότι οι τοπικές κυβερνητικές αρχές θα έχουν πλήρη εξουσία για να εγκρίνουν μία πρόταση. Από τις 240 προτάσεις στο πρώτο μισό του 2019, η ΣΕΔ είχε γνωμοδοτήσει θετικά για τις 193, που αποσπούσαν συνολικά 9.220,64 εκτάρια δασικής γης για την κατασκευή δρόμων, σιδηροδρομικών γραμμών, εξορυκτικών και αρδευτικών έργων, έργων υποδομών και υδροηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό αναδεικνύει ότι η κυβέρνηση ήδη, επί μακρό χρονικό διάστημα, παραβίαζε τα δικαιώματα των ιθαγενών και τώρα επικύρωσε και τυπικά αυτή την παραβίαση.

Ο νέος Κανονισμός περί Δασικής Προστασίας αποτελεί τμήμα της ινδουστικής σοβινιστικής ατζέντας για μια «Νέα Ινδία» που έχει η βραχμανιστική ινδουιστική φασιστική κεντρική κυβέρνηση με επικεφαλής το BJP (σ.parapoda: Ινδικό Λαϊκό Κόμμα, το κυβερνών κόμμα, που ανήκει σε μια «ομπρέλα» φασιστικών οργανώσεων, των οποίων αποτελεί πολιτικό εκφραστή). Δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος από αυτόν τον κανονισμό, όχι μόνο για τους ιθαγενείς, αλλά για το φυσικό πλούτο της χώρας, και αυτό είναι κάτι που αφορά όλες τις καταπιεζόμενες τάξεις και τμήματα της κοινωνίας. Επομένως, όλες οι επαναστατικές, δημοκρατικές, ιθαγενικές οργανώσεις και οι οργανώσεις υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι φιλολαϊκές ΜΚΟ και μεμονωμένα άτομα είναι απαραίτητο να κινητοποιηθούν σε μεγάλη κλίμακα, ώστε να τον αντιπαλέψουν. Η ΚΕ καλεί όλες τις καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα, καθώς και τους πατριώτες της χώρας να ενωθούν στον αγώνα ενάντια στον κανονισμό, στο πνεύμα του νικηφόρου αγώνα των αγροτών. Καλεί σε ανάληψη συγκεκριμένου προγράμματος δράσεων κατά τη διάρκεια της συνόδου του κοινοβουλίου την περίοδο των μουσώνων (σ.parapoda: Τρεις φορές το χρόνο διεξάγεται συνεδρίαση, μία για τον προϋπολογισμό, μία την περίοδο των μουσώνων – η φετινή θα έχει 18 συνεδριάσεις – και μία το χειμώνα), γιατί πιθανώς θα εκδοθεί σχετικό διάταγμα (σ.parapoda: Εκδίδεται από τον πρόεδρο της χώρας με σύσταση της κυβέρνησης, τα διαστήματα που δεν λειτουργεί το κοινοβούλιο). Καλεί σε διοργάνωση διαδηλώσεων διαμαρτυρίας ενάντια στο νέο κανονισμό τη Διεθνή Ημέρα των Ιθαγενών στις 9 Αυγούστου.

Abhay

Εκπρόσωπος Τύπου

της Κεντρική Επιτροπής

του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας (Μαοϊκού)

Μετάφραση parapoda. Για περισσότερα στα ελληνικά για τον Λαϊκό Πόλεμο και τα λαϊκά κινήματα στην Ινδία, βλ. εδώ. Επίσης, για το ζήτημα των καστών στην Ινδία έχει κυκλοφορήσει το ομώνυμο βιβλίο του Κ.Κ. Ινδίας (Μαοϊκού)  από τις εκδόσεις Προλετκούλτ (επικοινωνία: proletconnect@gmail.com)

Κρίστε Μισίρκωφ: Μπορεί η Μακεδονία να εξελιχθεί σε χωριστή εθνική και πολιτική οντότητα; Έχει ήδη εξελιχθεί; Εξελίσσεται τώρα; (β’μέρος)

Όπως έχει ξαναγραφτεί στο παρόν ιστολόγιο, δεν μπορούμε να αποφεύγουμε τα δύσκολα θέματα διατυπώνοντας γενικόλογα συνθήματα προπαγάνδας, π.χ. «ζήτω η φιλία των λαών». Έρχεται η πραγματικότητα και μας συντρίβει. Το ίδιο συνέβη και την περίοδο της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Κανένας προοδευτικός άνθρωπος στην Ελλάδα δεν έμεινε αλώβητος, ανεξαρτήτως της άποψής του για τη συγκεκριμένη συμφωνία. Όλοι εισέπραξαν τη λάσπη περί «προδοσίας». Το πρόβλημα δεν είναι ότι η διατύπωση απλώς συνθημάτων προπαγάνδας ή, στην καλύτερη, ζύμωσης, οδηγεί στο στρουθοκαμηλισμό, αλλά ότι αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης από διάφορους ιμπεριαλιστές. Ιδίως η γενικολογία στο ζήτημα των σχέσεων μεταξύ (σλαβο-)Μακεδόνων και Ελλήνων, με την ακινησία που επιφέρει η διατύπωση αποκλειστικά τέτοιων συνθημάτων χωρίς συγκεκριμένες δράσεις προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των σχέσεων των λαών, αφήνει ελεύθερο το πεδίο στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς επιδείνωσης των σχέσεων των λαών, ώστε να έχουν λόγο οι ιμπεριαλιστές να παρεμβαίνουν και να θέτουν σε κίνδυνο (αυτοί και οι προβοκάτορές τους που καταπιέζουν μειονότητες) την κρατική κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα. Δεν είναι κακό, λοιπόν, το «ζήτω η φιλία των λαών», αλλά πρέπει να γίνεται πράξη. Και προϋπόθεση της υλοποίησης του συνθήματος αυτού είναι η γνωριμία με τον «άλλον», η γνωριμία, εν προκειμένω, του ελληνικού λαού με τον (σλαβο-)Μακεδονικό, η φυσιογνωμία του οποίου, καθώς έχουμε αφήσει ακροδεξιούς και λοιπούς υποκινούμενους από τους ιμπεριαλιστές να παίζουν μονότερμα, παρουσιάζεται με τα μελανότερα χρώματα στους Έλληνες. Αν μη τι άλλο, γνωριμία με τον άλλον σημαίνει γνώση των θέσεών του, του σκεπτικού του, της οπτικής του γωνίας, άσχετα αν αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα υιοθέτηση των θέσεών του (χωρίς το τελευταίο, φυσικά, να σημαίνει και ανοχή σε προστριβές και αμοιβαίες καχυποψίες, οι οποίες εξ ορισμού ευνοούν τους ιμπεριαλιστές, για να παίζουν οι τελευταίοι τον «διαιτητικό» τους ρόλο).

O Κρίστε Μισίρκωφ (Πόστολ/Πέλλα 6(18)/11/1874-Σόφια 26/6/1926)

Με αφορμή, λοιπόν, την εθνική επέτειο των (σλαβο-)Μακεδόνων, την επέτειο του Ήλιντεν, παρουσιάζεται ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κρίστε Μισίρκωφ «Μακεδονικές Υποθέσεις» (Δεκέμβρης 1903) και, συγκεκριμένα, το απόσπασμα εκείνο που μιλά για ένα «δύσκολο» θέμα – όπως έχει καταντήσει για τους Έλληνες, ελέω ακροδεξιού-φιλοϊμπεριαλιστικού μονοτέρματος χάρη στον σεχταρισμό-γενικολογία και την ακινησία της πλειοψηφίας της ελληνικής αριστεράς: το θέμα της ονομασίας του γειτονικού λαού. Παρότι ο Μισίρκωφ δεν ήταν υπέρ της εξέγερσης (όχι για λόγους συμπάθειας προς Ελλάδα ή Βουλγαρία, αλλά ως στρατηγική), θεωρείται η πιο λαμπρή προσωπικότητα του 20ού αιώνα για το έθνος του, και το εν λόγω βιβλίο από τα ιστορικότερα του (σλαβο-)Μακεδονικού έθνους. Και όντως είναι, γιατί, πέραν της σκοπιάς των «άλλων», και αν εξαιρέσει κανείς κάποιες αλλαγές στα εθνολογικά δεδομένα μερικών περιοχών της Μακεδονίας, υπάρχει ανάλυση σε μια σειρά από σχέσεις που εδώ δεν δίνουμε τόση σημασία, π.χ.σχέσεις Βουλγαρίας-Ρωσίας ή Βουλγαρίας-Σερβίας στο Μακεδονικό, αλλά και ανάλυση των επιπτώσεων στο Μακεδονικό από μια στροφή των ομοεθνών του στους Βουλγάρους ή τους Ρώσους.

Όπως θα δούμε, ο Μισίρκωφ, χωρίς να είναι υποχωρητικός, υιοθετεί μια πιο ετεροκαθοριζόμενη αντίληψη για την ίδια την απόκτηση του ονόματος, σε αντίθεση με όσους απολυτοποιούν φιλοϊμπεριαλιστικά λέγοντας π.χ. «το όνομά μας είναι η ψυχή μας».

***

Κρίστε Μισίρκωφ: Μπορεί η Μακεδονία να εξελιχθεί σε χωριστή εθνική και πολιτική οντότητα; Έχει ήδη εξελιχθεί; Εξελίσσεται τώρα; (β’μέρος)

(…)Μετά από όσα ειπώθηκαν, πολλοί θα πουν: ίσως αληθεύει ότι, κι αν δεν υπήρξε σλαβικό έθνος στη Μακεδονία στο παρελθόν, μπορεί παρ’ όλα αυτά να εμφανιστεί, ιδιαίτερα τώρα με τις συγκεκριμένες ιστορικές περιστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι οι Μακεδόνες, αν κρίνουμε από τη γλώσσα τους, δεν είναι πραγματικά Βούλγαροι ή Μακεδόνες – είναι ξεχωριστός λαός, δηλαδή σχηματίζουν μια ανεξάρτητη εθνική οντότητα. Πώς όμως τώρα θα αρχίσουμε να αυτοαποκαλούμαστε Μακεδόνες και να διεκδικούμε ένα ανεξάρτητο μακεδονικό έθνος όταν εμείς, οι πατεράδες και οι παππούδες μας ανέκαθεν αυτοαποκαλούμασταν Βούλγαροι; Δεν μπορούμε να αρνηθούμε αυτό το όνομα, διότι για μας είναι ιερό όσο ιερή είναι και η πίστη μας.

Ας δούμε αν είναι έτσι η κατάσταση.

Αυτοαποκαλούμαστε Βούλγαροι ακριβώς όπως ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί ένα όνομα, Πέτρος για παράδειγμα. Τώρα, πρέπει να ρωτήσουμε ποιος μας έδωσε αυτό το όνομα, τι ήθελε να δηλώσει όταν μας «βάφτιζε» έτσι, και τι εννοούμε με το όνομα Βούλγαρος όταν το χρησιμοποιούμε. Η απάντηση βρίσκεται στους λόγους της «βάφτισης» και στην έννοια του ονόματος, τόσο γι’ αυτόν που το φέρει όσο και για τους άλλους.

Αυτός που ονομάζεται Πέτρος δεν ευθύνεται για το όνομά του, άλλοι του το έδωσαν, ο νονός του. Οι νονοί δίνουν ένα όνομα στον βαφτισιμιό τους ώστε αυτός να διακρίνεται από τους συνανθρώπους του. Ένα παιδί που ονομάζεται Πέτρος δεν θα απαντήσει στο όνομα Ιβάν, Λάζαρ, Βελίκα, κ.ά. Άρα, το όνομα ενός ανθρώπου έχει λιγότερη σημασία γι’ αυτόν που το φέρει και περισσότερη για τους άλλους, διότι κανείς δεν βαφτίζεται μόνος του, οι άλλοι τον βαφτίζουν. Μιλώντας για τον εαυτό του, δεν χρησιμοποιεί καν το όνομα Πέτρος, λέει «εγώ». Θα χρησιμοποιήσει το όνομά του μόνο για να διακριθεί από τους συνανθρώπους του.

Με τον ίδιο τρόπο ένα έθνος μπορεί να παραμείνει χωρίς όνομα, αν δίπλα του δεν υπάρχει άλλο έθνος από το οποίο διαφέρει αρκετά ώστε να νιώθει την ανάγκη να χρησιμοποιεί ένα ξεχωριστό εθνικό όνομα. Αλλά αυτό το εθνικό όνομα δεν επινοείται από το έθνος για ιδιοτελή χρήση, δίνεται από τα γειτονικά έθνη και υιοθετείται από αυτό. Είναι λοιπόν πολύ φυσικό το όνομα ενός έθνους να εμφανίζεται επίσης και σ’ ένα γειτονικό, αφού τα έθνη έρχονται σε επαφή και η σχέση τους είναι παρόμοια με τη σχέση νονού-βαφτισιμιού.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ι.Α.Μποντουέν ντε Κουρτεναί, οι Σλάβοι πήραν το όνομά τους από τους Ρωμαίους. Τα περισσότερα σλαβονικά ονόματα τελειώνουν σε σλαβ: Σβετισλάβ, Βεντσεσλάβ, Μπορισλάβ κ.ά. Οι Σλάβοι χρησιμοποιήθηκαν από τους Ρωμαίους σαν σκλάβοι και μονομάχοι, και ανάμεσά τους η λέξη σλαβ ήταν πάρα πολύ διαδεδομένη. Έτσι κατέληξε να σημαίνει, από τη μια, κάποιον που εκτελεί βαριά σωματική εργασία, όπως ένας σκλάβος, και, από την άλλη, έναν Σλάβο, διότι οι περισσότεροι σκλάβοι προέρχονταν από τις σλαβονικές φυλές, και έτσι έγιναν γνωστοί στους Ρωμαίους ως Σλάβοι. Οι μακρινοί πρόγονοί μας, λοιπόν, βαφτίστηκαν με αυτό το όνομα την εποχή που ήρθαν σε επαφή με τους πιο πολιτισμένους Ρωμαίους. Το όνομα Σλάβος τότε χρησιμοποιόταν για να ξεχωρίζουν οι σλαβικές φυλές από τους Ρωμαίους και τους Γερμανούς. Δεν χρησιμοποιόταν παντού. Αν είναι έτσι, είναι ξεκάθαρο ότι κανένας δεν μπορεί να πει ακριβώς τι σήμαινε το όνομα ή γιατί δεν αντικαταστάθηκε από κάποιο άλλο.

Έτσι, το πρώτο όνομά μας ήταν Σλάβοι, ήμασταν τότε οι Σλάβοι. Αλλά τα περισσότερα γι’ αυτό το όνομα και για τον λαό μας τα γνωρίζουμε όχι από τους Ρωμαίους ούτε από κάποια παράδοσή μας, αλλά από τους Βυζαντινούς ιστορικούς. Ο κύριος λόγος που οι Βυζαντινοί μίλησαν για τους Σλάβους, τους προγόνους μας, ήταν διότι πολύ συχνά βρίσκονταν σε πόλεμο μαζί τους. Ήταν τόσο μεγάλη η καταστροφή που προκάλεσαν οι πρόγονοί μας στο Βυζάντιο που δεν γινόταν να αποσιωπηθεί, και περιγράφοντάς την έπρεπε επίσης να περιγραφούν οι αίτιοι, απέναντι στους οποίους οι Βυζαντινοί έδειξαν τέτοια περιφρόνηση και υπεροψία, θεωρώντας τους βαρβάρους.

Οι Βυζαντινοί μίλησαν μόνο για τον κίνδυνο που προερχόταν από τους βαρβάρους. Όσο πιο καταστρεπτικός ήταν ένας βάρβαρος – δηλαδή μη Έλληνας – απέναντι στο βυζαντινό κράτος, τόσο πιο μισητός γινόταν και τόσο πιο αξιοκαταφρόνητο το όνομά του, μέχρι που εξαφανιζόταν.

Οι επιθέσεις από τους Δυτικούς Γότθους, Ανατολικούς Γότθους, Ούννους, Αβάρους, Σλοβένους, Σέρβους, Κροάτες και Βουλγάρους ενάντια στο Βυζάντιο διαδέχονταν η μια την άλλη, και για τους ίδιους λόγους οι Βυζαντινοί ιστορικοί αναφέρονται σε όλους αυτούς τους λαούς εντοπίζοντας τους Σλάβους και τους Άντες. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι δυνάμεις των Βησιγότθων, των Οστρογότθων και των Ούννων δεν αποτελούνται αποκλειστικά από Βησιγότθους, Οστρογότθους, Ούννους ή Σλάβους, ότι δεν υπήρχε κυρίαρχο έθνος ανάμεσά τους, αλλά μάλλον πολλά έθνη μαζί ενωμένα. Αυτό που έχει σημασία, παρ’ όλα αυτά, είναι ότι οι Βυζαντινοί μιλούν για το κυρίαρχο έθνος και όχι για τους άλλους. Έχουν περισσότερα να πουν για τους Σλάβους από ό,τι για άλλα έθνη, με εξαίρεση τους Σέρβους, τους Κροάτες και τους Βουλγάρους, διότι όλες οι άλλες φυλές προέρχονταν πραγματικά πέρα από τη Βαλκανική χερσόνησο και στο τέλος χάθηκαν. Αλλά οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν δυναμικά στα Βαλκάνια, ιδιαίτερα στη Μακεδονία, όπου τον 7ο αιώνα σχημάτισαν ένα δυνατό κράτος εναντίον του οποίου το Βυζάντιο έστειλε μεγάλο στρατό.

Το Βυζάντιο όμως υπέστη καταστροφές, κυρίως από τους Μογγόλους, μια φυλή που ισοπέδωνε τα πάντα στο πέρασμά της. Μ’ αυτές τις φυλές πολεμούσαν και οι Σλάβοι, τους οποίους το Βυζάντιο θεωρούσε Βουλγάρους. Το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχτηκε το Βυζάντιο από τους Βουλγάρους ήταν το ότι κατέλαβαν ένα μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας, στο οποίο εγκαταστάθηκαν οι Σλάβοι. Αυτοί λοιπόν σχημάτισαν ένα μεγάλο και δυνατό κράτος, και από τον 7ο αιώνα μέχρι την άφιξη των Τούρκων στα Βαλκάνια κατάφεραν απανωτά χτυπήματα στο Βυζάντιο.

Το βουλγαρικό κράτος, στο σύνολό τους, κατοικούταν από Σλάβους, αλλά το όνομά τους ήταν αυτό των ιδρυτών του κράτους, των Μογγόλων Βουλγάρων.

Οι Σλάβοι της Βουλγαρίας και της Μακεδονίας ήταν σύμμαχοι των Βουλγάρων στην αρχή του πολέμου με το Βυζάντιο, αλλά αυτές οι σλαβικές στρατιές που συμμαχούσαν με τους Βουλγάρους θεωρούνταν από τους εχθρούς, δηλαδή από το Βυζάντιο, καθαρά βουλγαρικές. Έτσι οι Βυζαντινοί άρχισαν να «βαφτίζουν» τους Σλάβους από την εποχή των ορδών του Ασπαρούχ ακόμα. Η συνεχής μάχη σώμα με σώμα σε πολύ κοντινά διαστήματα σήμαινε ότι έγιναν ένα έθνος με βουλγάρικο όνομα, αλλά με σλαβική γλώσσα. Ανάμεσα στους Σλάβους, το όνομα «Βούλγαρος» διαδόθηκε από τους Έλληνες, στην αρχή σήμαινε μόνο Βούλγαροι Μογγόλοι, αλλά αργότερα κατέληξε να συμπεριλαμβάνει τους συμμάχους τους, δηλαδή τους Βουλγάρους υπηκόους και, τέλος, έγινε εθνογραφικός όρος για τους Βουλγάρους Σλάβους. Αλλά αυτό το όνομα είχε και άλλη ιδιαίτερη σημασία κατά τους Έλληνες και τη γλώσσα τους, αυτοί οι Βούλγαροι ήταν για τους Έλληνες οι πιο περιβόητοι βάρβαροι, άξεστοι και απολίτιστοι, άνθρωποι που διέφεραν ελάχιστα από αγρίμια. Για τους Έλληνες, καθετί σλαβικό ήταν βάρβαρο και βουλγαρικό.

Εμείς οι Μακεδόνες «βαφτιστήκαμε» επίσης Βούλγαροι, αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο, διότι και οι Σέρβοι μάς βάφτισαν «Σέρβους».

Το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα, την εποχή του Σέρβου επισκόπου Νεμάνια και των Βουλγάρων τσάρων Ασσέν ή Ασσάν, το Βυζάντιο δέχτηκε επίθεση από τους σταυροφόρους και άλλους εχθρούς. Τότε άρχισαν και οι Βούλγαροι να προετοιμάζονται και να κάνουν συμφωνία με τη Σερβία ενάντια στο Βυζάντιο. Το Βυζάντιο ήταν κοινός εχθρό, και τα δύο έθνη αποφάσισαν να επιτεθούν, καθένα με όποιο τρόπο μπορούσε. Δεν υπήρχαν βουλγαρικές ή σερβικές περιοχές στο Βυζάντιο, ούτε κάποια εθνική συνείδηση ανάμεσα στους Νοτιοσλάβους. Με αυτή τη συμφωνία, οι Βούλγαροι επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά της Βαλκανικής, δηλαδή στη Θράκη, και οι Σέρβοι στη δυτική, στη σημερινή Σερβία, στη δυτική Βουλγαρία και στη Μακεδονία και σταδιακά άρχισαν να μοιράζονται μεταξύ τους τις περιοχές. Για δυο αιώνες περίπου οι Σέρβοι βασιλιάδες δεν σταμάτησαν να προσαρτούν περιοχές του Βυζαντίου στο κράτος τους, αλλά πάντα αναφέρονταν στους εαυτούς τους ως βασιλιάδες της Σερβίας. Ο τσάρος Ντούσαν αυτοαποκαλούνταν τσάρος των Σέρβων, των Ελλήνων και των Αλβανών, αλλά όχι των Βουλγάρων. Ο τίτλος του τσάρου Ντούσαν εξηγείται ως εξής: στη Βαλκανική χερσόνησο αναγνώριζε δύο σλαβικά κράτη, τη Βουλγαρία και τη Σερβία και ένα μη σλαβικό κράτος, το Βυζάντιο. Αποσπώντας εδάφη από το Βυζάντιο, η Σερβία ήλπιζε να το διαδεχτεί, γι’ αυτό και φρόντιζε να καταλαμβάνει εδάφη που θα μπορούσαν να είναι σερβικά ή βουλγαρικά, αλλά που ουσιαστικά δεν ήταν βουλγαρικά.

Ο λαός της Μακεδονίας δεν έδειξε έχθρα απέναντι στους Σέρβους. Ακόμα κι αν πάμε πίσω, στην εποχή της πτώσης της αυτοκρατορίας του Σαμουήλ, οι Μακεδόνες ξεκίνησαν μια εξέγερση κατά του Βυζαντίου, που ήταν πολύ πιο δυναμική απ’ αυτή των Βουλγάρων της περιόδου των αδελφών Ασσέν, αλλά δεν κατόρθωσαν να απελευθερωθούν διότι η γεωγραφική τους θέση ήταν διαφορετική από αυτή των Βουλγάρων. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν οι Βούλγαροι για να αποκτήσουν την ελευθερία τους ήταν να συντρίψουν τις βυζαντινές φρουρές στην Άνω Βουλγαρία, που χωρίζεται από τα Βαλκανικά όρη από την Κάτω Βουλγαρία, και μετά να καταλάβουν την κοιλάδα ώστε ο βυζαντινός στρατός να μην μπορέσει να οπισθοχωρήσει. Αλλά στη Μακεδονία η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική· δεν υπήρχε «τείχος» σαν τα Βαλκανικά όρη για να αμυνθούν οι εξεγερμένες δυνάμεις. Υπάρχουν πολλά βουνά στη Μακεδονία που απλώνονται σε διάφορες κατευθύνσεις με τις κοιλάδες τους χωρισμένες η μία από την άλλη. Τα βουνά δυσκόλεψαν περισσότερο την ενοποίηση των Μακεδόνων στη μάχη τους κατά του εχθρού και διευκόλυναν αντίστοιχα τη δράση των βυζαντινών δυνάμεων, που τοποθετώντας τις φρουρές τους στα βουνά, μπορούσαν να ελέγχουν τους Μακεδόνες. Οι Βυζαντινοί βοηθήθηκαν επίσης από τους δρόμους που είχαν φτιαχτεί κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους για στρατιωτικούς σκοπούς, και που διέσχιζαν τη Μακεδονία από ανατολή προς δύση, δηλαδή από το Αιγαίο πέλαγος προς την Αδριατική και από το νότο προς το βορρά κατά μήκος του Βαρδάρη, δηλαδή από το Αιγαίο προς τον Δούναβη. Με τέτοιες γεωγραφικές συνθήκες, είναι φανερό ότι οι Μακεδόνες δεν μπορούσαν να κερδίσουν την ελευθερία τους από το Βυζάντιο και ότι ήταν έτοιμοι να ενωθούν με οποιονδήποτε εχθρό που θα ήθελε να πολεμήσει το Βυζάντιο. Μέχρι το τέλος του 10ου αιώνα, αυτός ο σύμμαχος ήταν η Βουλγαρία, και από τον 12ο η Σερβία.

Οι Μακεδόνες συμμάχησαν με τους Σέρβους και κατάφεραν να απελευθερωθούν από το Βυζάντιο. Προσαρτήθηκαν με τη θέλησή τους στη Σερβία και κατέληξαν σε μια συμφωνάι με τους Σέρβους βασιλιάδες που ωφελούσε και τις δύο πλευρές. Κάτω από τους Σέρβους βασιλιάδες, ιδιαίτερα τον Ντούσαν, η Μακεδονία απολάμβανε τέτοια ελευθερία στις εσωτερικές υποθέσεις της, που κανένα άλλο τμήμα της αυτοκρατορίας του Ντούσαν δεν απολάμβανε. Αυτό φαίνεται από τους τίτλους που έφεραν οι Μακεδόνες ηγέτες και από την επιρροή τους στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, καθώς επίσης και από τη μεγάλη πίστη που έδειχναν στο σερβικό στέμμα. Αν χρειαζόμαστε άλλη απόδειξη, απλώς μπορεί κανείς να κοιτάξει την ιστορία του κράτους του Νέμανιτς, από την εποχή του Ντούσαν μέχρι το θάνατο του Βόλκασιν, ιδιαίτερα την περίοδο της διάλυσης της αυτοκρατορίας του Ντούσαν. Θα δει τότε ξεκάθαρα ότι το κέντρο της αυτοκρατορίας και η βάση της ήταν στη Μακεδονία. Μετά το θάνατο του Ντούσαν, η αυτοκρατορία, σιγά-σιγά, διαλύθηκε. Η Μακεδονία υποστήριξε τον βασιλιά Ούρο και ο Μακεδόνας ευγενής, ο βασιλιάς Βόλκασιν, έγινε ο κύριος σύμβουλος και το δεξί του χέρι. Όλοι μισούσαν τον Βόλκασιν για το ρόλο του και την επιρροή του πάνω στον Ούρος, αλλά ο τσάρος τον εμπιστευόταν. Οι Μακεδόνες ευγενείς, εβδομήντα βασιλιάδες και μπάνοι, σύμφωνα με το λαϊκό τραγούδι, έδωσαν στον βασιλιά εβδομήντα χιλιάδες στρατιώτες ως απόδειξη της πίστης τους, και πέθαναν μαζί του στη μάχη του ποταμού Έβρου, για τον τσάρο και «το όνομα της Σερβίας».

Εβδομήντα χιλιάδες στρατιώτες και εβδομήντα βασιλιάδες και ευγενείς! Πώς λεγόταν αυτός ο στρατός; Τι όνομα είχε και ποιος του το έδωσε; Όλοι οι στρατιώτες αποκαλούνταν «Σέρβοι», αλλά υπήρχαν τόσοι Σέρβοι σ’ αυτόν το στρατό όσοι και Βούλγαροι Μογγόλοι στο στρατό του τσάρου Συμεών, κι ακόμα λιγότεροι νομίζω. Έτσι, τον 14ο αιώνα, οι Μακεδόνες αποκαλούνταν επισήμως Σέρβοι, αφού οι Σέρβοι ήταν λαός που δεν είχαν λόγο να μισούν ή να μην εμπιστεύονται, κι άλλωστε δεν έβρισκαν τίποτα κακό σ’ αυτό το όνομα.

Οι Σέρβοι ήταν η καίρια δύναμη κατά των Βυζαντινών. Οι πρόγονοί μας ήταν οι σύμμαχοί τους. Οι Βυζαντινοί στιγμάτιζαν όλους τους εχθρούς τους, τους Σέρβους και τους Μακεδόνες, με το ίδιο όνομα: Σέρβοι. Στην πορεία, άρχισαν να μας αποκαλούν Σέρβους αντί για Βουλγάρους, και αυτή η επονομασία ενισχυόταν από την αναγνώριση της ηγεμονίας του Ντούσαν στη Μακεδονία και από το ρόλο των ευγενών μας στο βασίλειό του. Στα μάτια του κόσμου, είχαμε γίνει Σέρβοι, μετά γίναμε Σέρβοι υπήκοοι, και στο τέλος, ο όρος Σέρβος σήμαινε και Μακεδόνας επίσης, κι όχι Έλληνας, Βλάχος ή Αλβανόις.

Συνέβη όμως ένα γεγονός που δεν επέτρεψε να παραμείνει συνδεδεμένο το όνομα της Σερβίας με τη Μακεδονία, η ρήξη ανάμεσα στον κράλη Μάρκο και τον πρίγκιπα Λάζαρο. Ο τελευταίος, με όλο το βασίλειό του και τον λαό του, πολέμησε τους Τούρκους στο όνομα της Σερβίας και των Σέρβων. Ο Μάρκος και οι υπήκοοί του δεν ήταν Σέρβοι στα μάτια των Τούρκων, διότι δεν έδειξαν την ίδια πολεμοχαρή αντίσταση με αυτήν του πρίγκιπα Λάζαρου και των υπηκόων του.

Έτσι, μέχρι την τουρκική εισβολή, βαφτιστήκαμε τρεις φορές: πρώτα Σλάβοι, μετά Βούλγαροι και τέλος Σέρβοι.

Αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο. Ε την άφιξη των Τούρκων, άρχισε αμέσως ο πόλεμος, η μάχη ανάμεσα στους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους, ανάμεσα στο σταυρό και την ημισέληνο, πράγμα που σήμαινε ότι οι διαμάχες ανάμεσα στον σλαβικό και τον ελληνικό κόσμο τελείωναν. Η κυριαρχία των Τούρκων στα Βαλκάνια σηματοδότησε μια ιστορική περίοδο στην οποία τα υποταγμένα έθνη ήλπιζαν να διαφυλάξουν την ιστορική τους κληρονομιά. Φυσικά, καταφέραμε να διαφυλάξουμε μόνο ό,τι ήταν εύκολο να διαφυλαχτεί, δηλαδή ό,τι δεν επιθυμούσαν να μας πάρουν οι Τούρκοι, είτε επειδή δεν το χρειάζονταν είτε επειδή δεν αποτελούσε κίνδυνο γι’ αυτούς. Οι Τούρκοι πήραν τη γη μας και τη μοίρασαν μεταξύ τους – έπρεπε να αποδεχτούμε αυτή την απώλεια. Μετά, άρχισαν να παίρνουν τα παιδιά μας και να τα μεγαλώνουν σαν Τούρκους, κάνοντάς τα Γενίτσαρους. Ακόμα και τότε, δεν αντιδράσαμε. Οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι θα ήταν δύσκολο να υποτάξουν τη Σερβία, γιατί το όνομα Σέρβος ήταν γι’ αυτούς συνώνυμο με το «ληστής». Σκύψαμε τα κεφάλια και πάψαμε να αυτοαποκαλούμαστε Σέρβοι, για να μη θυμώσουμε τον αγά. Αλλά ο αγάς δεν ήθελε να λεγόμαστε ούτε Βούλγαροι, κι εμείς υποκύψαμε. Ο Τούρκος έμπαινε στο σπίτι μας, έτρωγε το φαΐ μας, έπινε τα κρασιά μας και μας έλεγε «φέρτε μου εκείνο, φέρτε μου τ΄άλλο!» κι εμείς απαντούσαμε «αμέσως, αφέντη!» Αν ένας Τούρκος μάς ρωτούσε τι είμαστε, απαντούσαμε ότι είμαστε «γκιαούρηδες», δηλαδή, άπιστοι ή ο «όχλος του Αυτοκράτορα». Με άλλα λόγια, παρουσιαζόμασταν στους Τούρκους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφύγουμε να θυμώσουμε τον αγά· γι’ αυτούς ήμασταν οι «άπιστοι» και ο «όχλος», και ακόμα και μεταξύ μας αρχίσαμε να αποκαλούμε ο ένας τον άλλον «γκιαούρ». Στα λαϊκά επικά τραγούδια μας, τα ονόματα «γκιαούρ» και «ραγιατίν», «χώρα των απίστων» και «χώρα του όχλου», συχνά χρησιμοποιούνται με την εθνοτική σημασία τους.

Έτσι οι Τούρκοι μάς μετέτρεψαν σε λαό απίστων, σε όχλο. Αυτούς τους όρους τους υιοθετήσαμε για να δηλώσουμε την υποταγή μας μπροστά στους Τούρκους, αλλά και τις θρησκευτικές και άλλες διαφορές που μας χώριζαν.

Εκτός όμως που χάσαμε την ελευθερία μας, αποκτήσαμε και «εκπαιδευτές», όχι μόνο Τούρκους, αλλά και Έλληνες επίσης.

Στους Έλληνες είδαμε τους πνευματικούς δασκάλους μας και τους θρησκευτικούς μας ηγέτες, και υπήρξαμε δουλικοί στις σχέσεις μας μαζί τους, όσο και με τους Τούρκους. Οι Έλληνες μας εκμεταλλεύονταν μέσω της Εκκλησίας και προσπάθησαν, κάτω από την τουρκική διοίκηση, να πετύχουν ό,τι δεν είχαν μπορέσει μέχρι τότε. Με την προοπτική να αφομοιωθούμε εντελώς, απέφευγαν να χρησιμοποιούν το εθνικό μας όνομα, έλεγαν ότι απλώς είμαστε χριστιανοί. Και εμείς, απαντούσαμε «Χριστιανοί είμαστε, βέβαια»! Όταν θύμωναν μαζί μας, μας έλεγαν ότι είμαστε πεισματάρηδες Βούλγαροι και απαντούσαμε «Έτσι είναι, είμαστε χριστιανοί, αλλά δεν μορφωθήκαμε σαν τους Έλληνες.» Δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό μας ότι είμαστε Βούλγαροι, αλλά, παρ’ όλα αυτά, το δεχόμασταν. «Εντάξει», είπαμε, «είμαστε Βούλγαροι». Στην πραγματικότητα, κάτω από την τουρκική διοίκηση, υποφέραμε και αποδεχόμασταν οτιδήποτε μας έλεγαν οι Τούρκοι και οι Έλληνες. Και αφού οι Τούρκοι μάς αποκαλούσαν «γκιαούρηδες», αδιαφορώντας για το αν είμαστε ένας λαός που ανήκει σε μια συγκεκριμένη φυλή, και αντιμετωπίζοντάς μας απλώς σαν έναν λαό με τον οποίο μπορούσαν να έχουν μόνο μία σχέση, αυτή του αφέντη-δούλου, αρχίσαμε κι εμείς να χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους για να αυτοαποκαλούμαστε. Οι Τούρκοι δεν αναγνώριζαν καμιά ξεχωριστή εθνότητα στο κράτος τους, αλλά ούτε κι εμείς ξέραμε τίποτα για τις δικές τους εθνότητες. Το ίδιο και οι Έλληνες, δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στις διάφορες σλαβικές εθνότητες και σ’ όλους τους Σλάβους, ιδιαίτερα σ’ αυτούς που τους είχαν προκαλέσει τη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια. Μας αντιμετώπιζαν λοιπόν περιφρονητικά και μας αποκαλούσαν «Βουλγάρους», λέξη με προσβλητικό γι’ αυτούς περιεχόμενο. Αλλά, παρόλο που το όνομα αυτό είχε υποτιμητική σημασία για τους Έλληνες, δεν ήταν δείγμα αξιοπρέπειας για τους Βουλγάρους και έτσι προστέθηκαν οι λέξεις «χοντροκέφαλοι πεισματάρηδες».

Έτσι καταλήξαμε να έχουμε το εθνικό όνομα που είχαν χρησιμοποιήσει οι πατέρες, οι παππούδες και οι κοντινοί πρόγονοί μας. Αλλά, όπως είδαμε, έχουμε να κάνουμε με τέσσερα ονόματα, κι όχι μόνο με ένα, που σημαίνει ότι υπήρξε κάποια ιστορική στιγμή που δεν είχαμε συγκεκριμένη εθνική συνείδηση. Το όνομα «Βούλγαρος», όπως είναι φανερό, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο για τους προγόνους μας από χριστιανός, άπιστος, κοπρόσκυλο. Μέχρι τότε, ξέραμε ότι υπήρχαν χριστιανικές, γκιαούρ χώρες και «ραγιατίν» κράτη, αλλά θεωρήσαμε τους εαυτούς μας χριστιανούς «γκιαούρηδες» και «ραγιάτωφ» και πιστεψαμε ότι είχαμε κάποτε το δικό μας κράτος, το οποίο χάσαμε στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, επειδή ο Θεός οργίστηκε με τους προγόνους μας. Στο Κοσσυφοπέδιο ο Θεός μάς καταδίκασε να χάσουμε την αυτοκρατορία μας επειδή δεν διαφυλάξαμε την αληθινή πίστη. Σ’ αυτή τη μάχη οι ηγέτες μας μαζί με έναν μεγάλο στρατό βάλθηκαν να κατατροπώσουν τους Τούρκους, αλλά επειδή ο Θεός μάς είχε καταδικάσει, άλλοι Τούρκοι πολεμιστές ξεπηδούσαν εκεί όπου άλλοι είχαν πέσει. Μπροστά σ’ αυτό, οι ηγέτες μας πείστηκαν ότι όντως ήταν θέλημα Θεού να χάσουμε την αυτοκρατορία και να γίνουμε υπόδουλοι των Τούρκων. Όπως και έγινε. Στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου έπεσαν δυο αυτοκράτορες.

Αφού ο μακεδονικός λαός ενημερώθηκε τόσο «καθαρά» για τη «βουλγαρική» του εθνικότητα, τίθεται τώρα θέμα για κάποιου είδους βουλγαρική εθνική συνείδηση ανάμεσα στους Μακεδόνες;

Το βουλγαρικό κόμμα των Μακεδόνων θα μπορούσε να εξηγήσει από πού προκύπτει ότι πρόκειται για θρησκευτικό ζήτημα, όταν οι Μακεδόνες και οι Βούλγαροι πολέμησαν πλάι-πλάι, και όταν οι Μακεδόνες πολέμησαν ως Βούλγαροι και αυτοαποκαλούνταν Βούλγαροι;

Ιδού η εξήγηση: οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν εθνικά ονόματα για να ξεχωρίζουν από τις άλλες γειτονικές εθνότητες, δηλαδή από τους Τούρκους, τους Έλληνες και τους Βλάχους. Οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν το όνομα «Σέρβος», εξαιτίας της σερβικής αντίστασης την εποχή που καταλάμβαναν τα Βαλκάνια. Στην Τουρκία, μέχρι την εποχή του Ρωσοτουρκικού πολέμου, οι λέξεις «Σέρβος γκιαούρ» σήμαιναν αυτό που σημαίνουν σήμερα οι λέξεις «Ρώσος γκιαούρ». Οι χριστιανοί φυσικά δεν αυτοαποκαλούνταν Σέρβοι και όντως δεν τους άρεσε να τους ονομάζουν έτσι οι άλλοι. Έτσι οι Έλληνες δεν χρησιμοποίησαν αυτό το όνομα, αφού ποτέ δεν είχαν υποστεί κακό από τους Σέρβους και δεν υπήρχε λόγος γιατί θα έπρεπε, αφού το όνομα Σέρβος χρησιμοποιήθηκε μόνο για λίγο στη Μακεδονία, είχε σχεδόν ξεχαστεί διότι κανένας δεν το θυμόταν ευχάριστα. Από τουρκική σκοπιά δεν ήταν σωστό όλοι οι Μακεδόνες να αποκαλούνται «Σέρβοι γκιαούρηδες», διότι είχαν παραδοθεί στους Τούρκους. Και αν έπρεπε να ξεριζωθεί το όνομα Σέρβος από τη Μακεδονία, το μόνο όνομα που θα έμενε για τους Μακεδόνες θα ήταν αυτό των Βουλγάρων, όνομα που υπήρξε πολιτικός και εθνογραφικός όρος πριν ακόμα την τουρκική εισβολή, και το οποίο αποδεχόταν η Τουρκία και θεωρούσε κατάλληλο η ελληνική πλευρά, διότι εξέφραζε άριστα αυτό που ένιωθαν οι Έλληνες για μας. Να γιατί λοιπόν μας ονόμασαν, ανάμεσα σε άλλα, Βούλγαρους ή πεισματάρηδες.

Με τους Βουλγάρους μάς συνέδεαν το ίδιο όνομα, η ίδια θέση απέναντι στους Τούρκους και τους Έλληνες και η ίδια επιθυμία για απελευθέρωση από τους Φαναριώτες και από τον τουρκικό ζυγό. Αυτό το όνομα μας έκανε να πολεμήσουμε μαζί ενάντια στον κοινό εχθρό· αλλά αυτό το κοινό αίσθημα δεν προερχόταν από κοινά εθνικά καθήκοντα, τα οποία θα έπρεπε να εκτελέσουμε από κοινού με τους Βουλγάρους. Το κοινό συμφέρον μας ήταν καθαρή σύμπτωση.

Στο τέλος του πρώτου τετάρτου του 10ου αιώνα, όλες οι βαλκανικές χώρες είχαν απελευθερωθεί, με εξαίρεση τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τη Μακεδονία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι τρεις πρώτες συνόρευαν γεωγραφικά και οι Έλληνες και οι Τούρκοι τις μεταχειρίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Οι άλλες δύο ήταν απομακρυσμένες και είχαν διαφορετική σχέση με την Τουρκία και την Ελλάδα. Να γιατί οι πρώτες τρεις εξωθήθηκαν στη δράση και άρχισαν να αναπτύσσουν κάποια κοινά ιδανικά, μα και οι άλλες δύο επίσης τα δικά τους κοινά ιδανικά.

Αλλά, αν την εποχή της εθνικής αφύπνισης των Μακεδόνων είχαμε διαφορετικό χάρτη των Βαλκανίων, τότε οι Μακεδόνες θα είχαν κινηθεί αλλιώς. Αν η Βουλγαρία και η Θράκη είχαν απελευθερωθεί κι αν η Σερβία και η Μακεδονία ζούσαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες για πενήντα χρόνια, οι Μακεδόνες θα είχαν ενωθεί με τους Σέρβους και όχι με τους Βουλγάρους. Θα μπορούσαν επίσης να είχαν ενωθεί και με τους Έλληνες, αν οι Έλληνες είχαν κινηθεί πιο έξυπνα και αν η Ελλάδα μόνη με τη Μακεδονία ήταν κάτω από τους Τούρκους για πενήντα χρόνια περίπου, αφού οι άλλες βαλκανικές χώρες είχαν απελευθερωθεί.

Έτσι, το βουλγαρικό όνομα στη Μακεδονία είναι αποτέλεσμα της κακής μεταχείρισης που υπέστησαν οι Μακεδόνες από τις ελληνικές θρησκευτικές αρχές. Οι Έλληνες κατέστρεψαν την αρχιεπισκοπή της Οχρίδας, διότι το όνομα «Βούλγαρος’ χρησιμοποιόταν σαν σύμβολο, το χρησιμοποίησαν όμως στη συνέχεια για να εκφράσουν την περιφρόνησή τους για καθετί σλαβικό. Και ακριβώς λόγω αυτής της περιφρόνησης ονομαστήκαμε Βούλγαροι. Δεν ήταν προϊόν μιας ιστορικής παράδοσης, διότι αυτές οι παραδόσεις δεν μας λένε τίποτα για την προέλευση του ονόματος «Βούλγαρος» στη Μακεδονία, αναφέρουν μόνο τον όρο «Σέρβος». Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες μας ονόμασαν «Βούλγαρους» από μόνοι τους, κι εμείς, μην έχοντας το χρόνο να ασχοληθούμε με το θέμα και να ανακαλύψουμε τα λάθη, αποδεχτήκαμε το όνομα.

Σ’ αυτή την περίπτωση, βέβαια, είναι ολοφάνερο ότι το όνομα «Βούλγαρος» δεν περιγράφει κάποια βουλγαρική εθνότητα στη Μακεδονία, αλλά προωθείται τεχνητά στη Μακεδονία όπως ακριβώς προωθήθηκε το όνομα «Σέρβος» πρόσφατα. Κατόπιν όλων τούτων, δεν υπάρχει πλέον χώρος για το όνομα «Βούλγαρος» στη Μακεδονία, διότι εμείς οι Μακεδόνες ζούμε εδώ και εικοσιπέντε χρόνια τώρα χώρια από τους Βουλγάρους και έχουμε πολύ λίγα κοινά συμφέροντα. Η Βουλγαρία χρειάζεται τη Μακεδονία, γι’ αυτό και επενδύει ένα εκατομμύριο φράγκα το χρόνο στη χώρα και απασχολεί πολλούς Μακεδόνες στην κυβέρνησή της ή στο δημόσιο. Από την άλλη, η Βουλγαρία είναι επίσης απαραίτητη για τη Μακεδονία, διότι οι Μακεδόνες μπορούν εκεί να βρουν δουλειά και να εκμεταλλευτούν τα «βουλγαρικά» συναισθήματα. Έτσι, τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, οι σχέσεις ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Μακεδονία βασίστηκαν όχι πάνω στις κοινές παραδόσεις και οράματα, αλλά πάνω στο συμφέρον, δηλαδή, στην αμοιβαία εκμετάλλευση.

Το όνομα «Βούλγαρος», όπως το εκμεταλλεύονται οι Βούλγαροι στη Μακεδονία, δεν είναι με κανένα τρόπο εθνικό και γι’ αυτό το λόγο, κανένας Μακεδόνας δεν έχει το δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει για να εκμεταλλευτεί τα μακεδονικά συμφέροντα προς όφελος της Βουλγαρίας. Αυτό το όνομα δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να αφήσει τους Βουλγάρους να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις μας. Ο πατέρας μου, ο παππούς μου και ο προπάππος μου ονομάστηκαν Βούλγαροι από παρεξήγηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ πρέπει να παραμείνω στο σκοτάδι, όπως εκείνοι, σ’ ό,τι αφορά την εθνικότητά μου. Αν ονομάζονταν Βούλγαροι, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να πιστεύουμε στους Ρώσους εξαιτίας ανθρώπων σαν τον Σταμπούλωφ και άλλους ηλίθιους πολιτικάντηδες. Αντί να ακολουθήσουμε το παράδειγμα εκείνων που έδωσαν το αίμα τους, αντί να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας, επιτρέπουμε σε ορισμένους να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις μας, τη στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι δεν ξέρουν τι θέλουν. Αν οι πρόγονοί μου ονομάζονταν Βούλγαροι, αυτό δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκμεταλλεύομαι τα μακεδονικά συμφέροντα, διαδίδοντας πληροφόρηση η οποία, αντί αν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού μας, εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Βουλγαρίας και του Βούλγαρου διαδόχου. Οι παππούδες μας, όταν αυτοαποκαλούνταν Βούλγαροι, δεν είχαν στο νου τους να αποσπάσουν κέρδη απ’ αυτό το όνομα ώστε να τρώμε, να πίνουμε και να ντυνόμαστε καλά.

Το όνομα «Βούλγαρος» λάθος αποδόθηκε στον Μακεδόνα, γι’ αυτό ευθύνεται η Βουλγαρία, ο βουλγαρικός λαός και ο Βούλγαρος διάδοχος. Είναι καιρός να αποκαλύψουμε αυτή την κερδοσκοπία και να δώσουμε ένα τέλος σ’ αυτή την εκμετάλλευση.

Απ’ όλα αυτά μπορούμε να δούμε, πρώτον, αν σύμφωνα με την τωρινή αντίληψη της εθνογραφικής δομής των Βαλκανίων, ιδιαίτερα των κεντρικών και νοτιοανατολικών περιοχών, δηλαδή Σερβίας, Βουλγαρίας, Θράκης και Μακεδονίας, υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη μόνο δύο σλαβικές εθνογραφικές εθνότητες – οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι – αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και δεν μπορεί να υπάρχουν άλλες· αντίθετα, η ύπαρξή τους είναι σχεδόν πραγματικότητα. Δεύτερον, δεν υπάρχουν δύο κυρίως νοτιοσλαβνικές εθνότητες, σερβική και βουλγαρική, στη Μακεδονία, υπάρχει μόνο ένα έθνος, και αυτό το έθνος έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία είτε είναι ξεχωριστά και δεν απαντώνται στους Σέρβους ή στους Βούλγαρους – όπως στην περίπτωση των πολλών χαρακτηριστικών των μακεδονικών διαλέκτων – είτε απαντώνται και στους Σέρβους και στους Έλληνες, ή μόνο στους Μακεδόνες στις περιοχές τους, αλλά και στη Σερβία και στη Βουλγαρία. Και αν αυτά τα στοιχεία που διακρίνουν τους Μακεδόνες από τους άλλους σλαβικούς λαούς, ως μέρος της σλαβικής ομάδας των λαών, είναι τα πιο πολλά, τα πιο διαδεδομένα και τα πιο σημαντικά στοιχεία κοινά σ’ όλους τους Μακεδόνες, που τους κάνουν δηλαδή να είναι όντως ένας διαφορετικός και ανεξάρτητος σλαβικός λαός, ακόμα και αν αυτό δεν αναφέρεται στα επιστημονικά έργα ή και στις καθημερινές συζητήσεις. Ο άλλος λόγος, για τον οποίο η ύπαρξη του μακεδονικού έθνους αγνοείται και αποκρύπτεται, βρίσκεται στην παρουσία της λέξης «Βούλγαρος» στη Μακεδονία, με την εθνογραφική έννοια, και στην εκμετάλλευσή της, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Μάθαμε λοιπόν για την προέλευση του ονόματος «Βούλγαρος» ως εθνογραφικού όρου στη Μακεδονία. Με άλλα λόγια, μάθαμε ότι η Μακεδονία ήταν, είναι και θα εξακολουθήσει να είναι μια ανεξάρτητη εθνογραφική ενότητα.

Τώρα, πρέπει να ορίσουμε αν αυτή η ενότητα υπήρξε, υπάρχει και μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει με την πολιτική έννοια.

Θα πρέπει λοιπόν γι’ αυτό να συνεχίσουμε τις σκέψεις μας σχετικά με την εθνικότητα των Μακεδόνων από το σημείο που είχαμε σταματήσει.

Είδαμε ότι το όνομα «Βούλγαρος» στη Μακεδονία ήταν το τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσης στην ανάπτυξη της εθνικής μας συνείδησης και το αποτέλεσμα των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, στις οποίες ζούμε από την εποχή της τουρκικής εισβολής στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με όλα όσα είπα σχετικά με την ιστορία των εθνικών ονομάτων μας, που διαδέχτηκαν το ένα το άλλο, φαίνεται ότι υπήρξαν πολλές καταχρήσεις. Πολλοί, ίσως, θα με κατηγορήσουν ότι είμαι σερβόφιλος· ίσως οι Σέρβοι το χρησιμοποιήσουν σαν βάση για τις σοβινιστικές διεκδικήσεις τους στη Μακεδονία· ίσως, στο τέλος, οι Σέρβοι χρησιμοποιήσουν όλα όσα ειπώθηκαν σαν δικαιολογία για να αλλάξουν το εθνικό μας όνομα, για να αποδείξουν ότι οι Μακεδόνες δεν είχαν ποτέ εθνική συνείδηση ούτε και ανεξάρτητο ιστορικό ρόλο, αφού δεν ήταν τίποτε άλλο από απλά εξαρτήματα στον σερβικό ή βουλγαρικό κρατικό μηχανισμό.

Τέτοιες παρεξηγήσεις είναι αναμενόμενες από τη στιγμή που καταδίκασα τη βουλγαρική πολιτική απέναντι στο Μακεδονικό Ζήτημα, πράγμα που θα μπορούσε να γεννήσει την αμφιβολία για το αν είμαι βουλγαρόφιλος ή σερβόφιλος, καθώς επίσης και την εκμετάλλευση εκ μέρους των άλλων Σλάβων των Βαλκανίων.

Οι Σέρβοι μπορούν να υποστηρίζουν ότι οι Μακεδόνες είναι Σέρβοι, επειδή δεν είναι Βούλγαροι και επειδή δεν τους έλεγαν Βουλγάρους πριν από την τουρκική εισβολή στα Βαλκάνια. Παρομοίως, μερικοί Σέρβοι ίσως θεωρήσουν την ερμηνεία μου για την απουσία εθνικού ονόματος για τους Μακεδόνες ως επιβεβαίωση της γνώμης του καθηγητή Μιλοβάνοβιτς, ο οποίος στην εφημερίδα Ντέλο ισχυρίστηκε ότι η Μακεδονία έπρεπε να μοιραστεί ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη, διότι δεν αποτελεί γεωγραφική, εθνογραφική ή ιστορική οντότητα.

Τι μπορούμε να απαντήσουμε στο πρώτο σημείο; Γενικά, οι Μακεδόνες δεν αυτοαποκαλούνταν Σέρβοι για πάνω από πενήντα χρόνια, παρόλο που σε μερικές περιοχές, κυρίως στο βορά, αυτό διήρκησε εκατόν πενήντα χρόνια, αλλά όχι και περισσότερο. Εκείνη την εποχή, το όνομα Σέρβος είχε περισσότερο εθνική παρά εθνογραφική σημασία. Μέχρι τότε και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπήρξε στη Μακεδονία. Και αν είναι έτσι, δεν πρόκειται για τυφλό σοβινισμό όταν δίνεται το όνομα Σέρβος αντί για Βούλγαρος σ’ όλους τους Μακεδόνες, και όχι μόνο στους συμπατριώτες μας στο βορρά;

Σχετικά με τις δηλώσεις του καθηγητή Μιλοβάνοβιτς, ότι η Μακεδονία δεν ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι μια γεωγραφική, εθνογραφική και ιστορική οντότητα – μια άποψη στην οποία μερικοί θα βρουν την επιβεβαίωση των συμπερασμάτων μου ως προς το εθνικό όνομα στη Μακεδονία, με όλα αυτά που έχουν ειπωθεί, όταν τίθεται το ερώτημα εάν υπάρχουν δύο σλαβικά έθνη στη Μακεδονία, θα έλεγα το εξής:

Παρόλο που η Μακεδονία αποτελείται από κοιλάδες περιστοιχισμένες από ψηλά βουνά, έχει εντούτοις υπάρξει χώρια από τη Βουλγαρία και τη Σερβία, είτε ανεξάρτητα είτε υπό την προστασία άλλων κρατών. Είναι μια καθαρή απόδειξη ότι η τύχη της δεν εξαρτήθηκε μόνο από τη Σερβία ή τη Βουλγαρία και από τα ψηλά βουνά που την περιστοιχίζουν και τα οποία δεν αποτελούν εμπόδιο στην κοινή πολιτική ζωή των κατοίκων. Έτσι, η Μακεδονία, στη συγκεκριμένη μορφή της, μέχρι την εποχή της γέννησης του βουλγαρικού κράτους, ήταν μια ημιανεξάρτητη βυζαντινή περιοχή. Αργότερα, όλη η Μακεδονία υποτάχθηκε στη Βουλγαρία, και όταν η Βουλγαρία υποτάχθηκε στο Βυζάντιο, η Μακεδονία παρέμεινε ένα ελεύθερο κράτος για κάποιο διάστημα, πολεμώντας με επιτυχία το Βυζάντιο και διατηρώντας το σύνολο της σημερινής Σερβίας. Αργότερα καταλήφθηκε κι αυτή από τους Βυζαντινούς, και κατά καιρούς ξεσπούσαν ταραχές σε διάφορες περιοχές εναντίον των κατακτητών. Όταν απελευθερώθηκε η Βουλγαρία και άρχισε να αποκτά δύναμη το κράτος των Νέμανιτς – που συμπεριελάμβανε τη Σερβία και τη Μακεδονία με τη σημερινή μορφή – υπήρχαν ακόμα βυζαντινές περιοχές όπου συνέχιζαν οι εξεγέρσεις εναντίον του Βυζαντίου, κατά τις οποίες αναζητιόνταν υποστήριξη από τις γειτονικές χώρες. Μετά από αυτό, το σύνολο της Μακεδονίας περιήλθε στο κράτος των Νέμανιτς. Σ’ αυτό η Μακεδονία είχε προνομιακή θέση και διατηρούσε την ανεξαρτησία της όσον αφορά την εσωτερική της πολιτική. Την εποχή του βασιλιά Βόλκασιν, η Μακεδονία για άλλη μια φορά φάνηκε να αποσπάται από το κράτος των Νέμανιτς και να ανασυγκροτείται δίπλα σ’ αυτό το κράτος. Κάτω από τη διοίκηση του κράλη Μάρκου αποκόπηκε τελείως από τα σερβικά εδάφη και ανέλαβε μια ιδιαίτερη θέση σχετικα με τις σερβοτουρκικές σχέσεις και τους πολέμους. Την εποχή των Τούρκων παρέμεινε στην ίδια θέση κάτω από την τουρκική κυριαρχία. Μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου, η Μακεδονία, αντίθετα με τα άλλα σλαβικά έθνη που ήταν υπό την κυριαρχία των Τούρκων, αφέθηκε μόνη της και έτσι ζει τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια.

Από αυτή την ανασκόπηση των γεγονότων στη Μακεδονία φαίνεται ότι όλες περίπου οι περιοχές της χώρας βίωναν την ίδια ιστορική μοίρα και ότι περίπου όλοι οι κάτοικοι είχαν τη δική τους ανεξάρτητη ζωή, μάλιστα πολλές φορές μια αυτόνομη ζωή, ή ότι επιχειρούσαν να παλέψουν ενωμένοι για την πολιτική τους ελευθερία. Αν κανείς θεωρεί ότι αυτή η κοινή ιστορική μοίρα και αυτές οι κοινές μάχες και ανεξάρτητες ζωές βιώνονται από τον ίδιο σλαβικό λαό, από έναν και το ίδιο έθνος, γίνεται ξεκάθαρο ότι η δήλωση που θέλει τη Μακεδονία να μην αποτελεί μια γεωγραφική, εθνογραφική και ιστορική οντότητα είναι μια δήλωση που δεν βασίζεται σε γεγονότα, αλλά σε σερβικούς υπολογισμούς σε σχέση με τη Μακεδονία.

Αυτή η ανάλυση της ιστορίας της Μακεδονίας, νομίζω, δεν αποδεικνύει μόνο ότι εμείς οι Μακεδόνες έχουμε τη δική μας ιστορία και ότι είμαστε ένας λαός του οποίου η μοίρα συνδέεται με τη μοίρα των γειτόνων του, αλλά επίσης και ότι υπήρξαν πολλά ξεχωριστά και ιδιαίτερα στοιχεία της Μακεδονίας στην ιστορία μας, όπως λ.χ. η Αρχιεπισκοπή της Οχρίδας και το έργο της στην εκπαίδευση. Δείχνει επίσης ότι, σχεδόν σ’ όλες τις περιόδους της ιστορίας μας, το πνεύμα ενός έθνους εκφράστηκα με πολιτιστικές και ιστορικές βάσεις όπως φαίνεται στη διαμόρφωση του ισχυρού μακεδονικού κράτους του τσάρου Σαμουήλ και στην πλούσια εθνική λογοτεχνία μας.

Και αν η Μακεδονία κατά το παρελθόν αναπτύχθηκε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ανεξάρτητα από τη Σερβία και τη Βουλγαρία, δεν υπάρχει λόγος να μην εξακολουθήσει να το κάνει, κυρίως αφού οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι προπαγανδιστές χρησιμοποιούν όλα τα μέσα, έντιμα ή ανέντιμα, για να ξεριζώσουν την εθνική κληρονομιά μας και καθετί ιδιαίτερο και καθαρά μακεδονικό. Η ανεξάρτητη πολιτική ανάπτυξη της Μακεδονίας είναι ουσιαστικής σημασίας, και θα επιτευχθεί μόνο εάν πολεμήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις τους προπαγανδιστές υπερασπιζόμενοι την εθνική μας ανεξαρτησία απέναντί τους.

Πάρθηκε από το βιβλίο «Μακεδονικές Υποθέσεις», εκδόσεις Πετσίβα, Αθήνα 2003, σ.σ.145-165. Μετάφραση: Δημήτρης Καραγιάννης.

Ν. Ζαχαριάδη: Για τη δημοκρατική νομιμότητα στην Ελλάδα, για το καλό του λαού και την προκοπή του τόπου (09/10/1954)

49 χρόνια συμπληρώνονται την 1η Αυγούστου από το θάνατο του Νίκου Ζαχαριάδη, όπως τουλάχιστον ανακοινώθηκε από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Και όσοι στέκονται στο έδαφος της πολιτικής και όχι του υποκινούμενου από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό συναισθηματισμού, απορρίπτουν και τις δύο εκδοχές θανάτου του Ζαχαριάδη που ως τώρα έχει διακινήσει ο τελευταίος (καρδιακό-αυτοκτονία), εκδοχές που ρίχνουν την ευθύνη στο ίδιο το θύμα του, τον Ζαχαριάδη. Αντίθετα, όσοι στέκονται στο έδαφος της πολιτικής, βάσει των γεγονότων, συμπεραίνουν ότι ο θάνατος αυτός ήταν δολοφονία. Γιατί γεγονός είναι ότι ο μπρεζνιεφικός σοσιαλιμπεριαλισμός ευθέως, από το 1968 τουλάχιστον, απειλούσε τον Νίκο Ζαχαριάδη ότι την ευθύνη για ό,τι του συμβεί θα έχει ίδιος. Γεγονός είναι, επίσης, ότι ο θάνατός του ανακοινώθηκε μετά την πρώτη μαζική εκδήλωση αντίθεσης του ελληνικού λαού στη Χούντα (Νομική), εκδήλωση που έδειχνε ότι η Χούντα, αργά ή γρήγορα, θα έπεφτε και το τι θα τη διαδεχόταν ήταν πλέον ζήτημα στην ημερήσια διάταξη. Γεγονός είναι, ακόμα, ότι ο θάνατός του επήλθε εν μέσω διαπραγματεύσεων του αστικού πολιτικού κόσμου και των ελλήνων ρεβιζιονιστών καθώς και των πατρώνων τους για το μεταδικτατορικό πολιτικό και κομματικό σύστημα στην Ελλάδα, το οποίο δεν χωρούσε ένα μαζικό επαναστατικό ανεξάρτητο κομμουνιστικό κόμμα (υπό το Νίκο Ζαχαριάδη), αλλά, αντιθέτως, και για να εκτρέψει και ανακόψει τον εντεινόμενο ριζοσπαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, χωρούσε κομμουνιστικά κόμματα που ανοιχτά και ξεδιάντροπα φώναζαν «πάρτε βοήθεια από τη Μόσχα» του ιμπεριαλιστή Μπρέζνιεφ ή από την ελεγχόμενη από ιμπεριαλιστές ΕΟΚ. Αυτό το γεγονός των διαπραγματεύσεων ουδέποτε διαψεύστηκε από τους «εξ αριστερών» διαπραγματευθέντες, ούτε καν το περιεχόμενό τους (βλ. ομολογία Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) που είχε να κάνει και ως με την διαμόρφωση της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας (η οποία «δεν χωρούσε» επαναπατρισμό (σλαβο-)Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων – οι οποίοι συνιστούσαν άλλον έναν μαζικό πυλώνα στήριξης σε ένα κομμουνιστικό κόμμα με επικεφαλής τον Νίκο Ζαχαριάδη). Γεγονός, συν τοις άλλοις, λοιπόν, είναι ότι από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, ο ρώσικος ιμπεριαλισμός συνδιαμορφώνει το ελληνικό κομματικό σύστημα και κάθε άλλο παρά έχασε τη δυνατότητά του να το συνδιαμορφώνει, ιδίως σήμερα. Όποιος, επομένως, διακινεί τις εκδοχές του ρωσικού ιμπεριαλισμού για το θάνατο του Ζαχαριάδη, αποκρύπτει και τη συνδιαμόρφωση της κατάστασης στην Ελλάδα από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό, προσφέρει δηλαδή στον τελευταίο τεράστιες υπηρεσίες, όσο «αντιιμπεριαλιστής» κι αν δηλώνει.

Ωστόσο, παρά τις συκοφαντίες που εξαπέλυσαν εναντίον του Νίκου Ζαχαριάδη οι δολοφόνοι του και όσοι χρησιμοποίησαν, χάρη στα όπλα του Χρουσιώφ και ακολούθως του ρώσικου ιμπεριαλισμού, τον τίτλο «ΚΚΕ», ο Νίκος Ζαχαριάδης, με τη συμβολή όσων ήταν Ζαχαριαδικοί τα δύσκολα χρόνια, έχει αποκατασταθεί σε πλατιές αριστερές και ευρύτερες λαϊκές μάζες, ανεξάρτητα, μάλιστα, από την «αποκατάσταση» στην οποία υποχρεώθηκαν να προβούν οι προαναφερθέντες διακινητές της εκδοχής της αυτοκτονίας που δίνει ο ρώσικος ιμπεριαλισμός.

Εντούτοις, παρότι όσοι ασπάζονται τις θέσεις και την πολιτική του Νίκου Ζαχαριάδη είναι περισσότεροι από ποτέ, δεν υπάρχει πολιτική οργάνωση/κόμμα που να ακολουθεί την πολιτική του Νίκου Ζαχαριάδη, πολιτική, δηλαδή, αντισεχταριστική και αδιανόητα για σήμερα πλατιών και πολύμορφων μετώπων με ταυτόχρονη προσήλωση στις αρχές που διέπουν ένα πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα. Αυτή ήταν και είναι η μόνη ταξική πολιτική, η μόνη πολιτική δηλαδή που καθιστά την εργατική τάξη επικεφαλής του ελληνικού λαού, ραχοκοκαλιά του ελληνικού έθνους. Αντίθετα, έχουμε πλέον κάθε είδους «ζαχαριαδικό» οργανωτικό έκτρωμα: αντιμετωπικούς «ζαχαριαδικούς», «τερματίσαντες» ζαχαριαδικούς, φλωρακικούς «ζαχαριαδικούς», «οπλατζήδες ζαχαριαδικούς» κλπ, που, όπως οι δολοφόνοι του και «αποκαταστάτες» του, αποσπούν τον Ζαχαριάδη από την πολιτική του. Με τη συμβολή, μάλιστα, του ρώσικου ιμπεριαλισμού, και λόγω των αναγκών του εξαιτίας της ναζιστικής εισβολής Πούτιν στην Ουκρανία, φλωρακικοί και «οπλατζήδες» «ζαχαριαδικοί» έχουν ξεσαλώσει, φτάνοντας πια να βεβηλώνουν ανενόχλητοι (και ενίοτε εκθειαζόμενοι από μέλη και οπαδούς του κόμματος των δολοφόνων του Ζαχαριάδη) αντιφασιστικά μνημεία, προετοιμαζόμενοι ίσως να βεβηλώσουν και τον ίδιο τον τάφο του Ζαχαριάδη με τα τσαρικά σύμβολα που περιφέρουν. Οι πρακτορεύοντες την γραμμή του ρωσικού ιμπεριαλισμού που δολοφόνησε τον Ζαχαριάδη, καλλωπιστές της εισβολής Πούτιν στην Ουκρανία νοσταλγοί του Φλωράκη, ο οποίος πρώτο στόχο είχε να μην υπάρξει ζαχαριαδικό κομμουνιστικό κόμμα στην Ελλάδα γιατί αυτομάτως ο ίδιος αυτοακυρωνόταν, όλο και πιο «κινηματικά» ενωνόμενοι με τους «οπλατζήδες ζαχαριαδικούς», χρησιμοποιούν το όνομα «Ζαχαριάδης» ως μαρκίζα για άκοπη απόκτηση ακροατηρίων και για μετατροπή των τελευταίων σε «στρατό» του Πούτιν, κάτι που προϋποθέτει διαστρέβλωση του έργου του Νίκου Ζαχαριάδη: έργο ενός ανθρώπου που τα έβαλε με όλες τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του (Αγγλία, φασιστική Ιταλία, χιτλερική Γερμανία, ΗΠΑ, ρεβιζιονιστική-σοσιαλιμπεριαλιστική ΕΣΣΔ) και διδάσκει πως οι κομμουνιστές στηρίζονται αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, έχουν μια αντισεχταριστική πλατιά πολύμορφη μετωπική πολιτική και εκπονούν μια πολιτική που αντιστοιχεί στην εκάστοτε κατάσταση, διάταξη και διαθέσεις των τάξεων και στρωμάτων στην Ελλάδα και την πραγματική θέση της Ελλάδας στον κόσμο, χωρίς μηχανιστικές μεταφορές από άλλους τόπους και άλλους χρόνους και αναζητούν την αχίλλειο φτέρνα του αντιπάλου για να τον πλήξουν με συνθήματα άμεσης δράσης και δράσης, με πολιτικές αιχμές και όχι γενικολογίες και μόνο συνθήματα προπαγάνδας και ζύμωσης: έτσι έκανε και το 1956, με την τελευταία μεγαλειώδη κίνηση, τη Δημοκρατική Ένωση, με την οποία χτύπησε το αδύναμο σημείο του αντιπάλου, το κομματικό σύστημα. Αν μη τι άλλο, το να στηριζόμαστε αποκλειστικά στις δικές μας δυνάμεις και να μη χαρίζουμε κάστανα στο ρώσικο ιμπεριαλισμό παρασυρόμενοι από τον υποκινούμενο από αυτόν συναισθηματισμό, και γενικά, το να προσέχουμε ώστε να μην αυτοεντασσόμαστε στα σχέδια των ιμπεριαλιστών, είναι αυτό που άφησαν κληρονομιά με τον αγώνα τους οι ζαχαριαδικοί πρώτης γενιάς, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν βρίσκονται πια στη ζωή.

Το γεγονός ότι οι παραπάνω «ζαχαριαδικοί» μπορούν και θα μπορούν και μελλοντικά απρόσκοπτα να μεταχειρίζονται κατά τη βούληση των ρώσων ιμπεριαλιστών τη μνήμη του Νίκου Ζαχαριάδη οφείλεται στο ότι, όλα αυτά τα χρόνια, από τη μεταπολίτευση και μετά, η μόνη «ποικιλία» οργάνωσης που δεν υπήρξε ήταν μια οργάνωση με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά που κληροδότησαν ο Ζαχαριάδης και οι ζαχαριαδικοί πρώτης γενιάς. Όλες τις άλλες «ποικιλίες» τις γευτήκαμε. Όμως, πρέπει κάποια στιγμή να ειπωθεί το εξής: αρκετά. Και, για την ακρίβεια, νισάφι πια. Θα είναι ακόμα πιο βαρύ του χρόνου, στα 50 χρόνια από το θάνατο του Ζαχαριάδη, το καθήκον της δημιουργίας μιας ζαχαριαδικής οργάνωσης. Και για να λέγονται τα πράγματα και με το όνομά τους, αν μη τι άλλο, θα είναι και πιο μεγάλη η ντροπή για τους ζαχαριαδικούς δεύτερης γενιάς, γιατί, επί μισό αιώνα, ακόμα δεν μπόρεσαν να φτιάξουν μια οργάνωση που να εφαρμόζει τα διδάγματα του Ζαχαριάδη και των ζαχαριαδικών πρώτης γενιάς· γιατί θα τον μετατρέπουν οι ίδιοι, με την ακινησία τους, κάτι σαν.. Καποδίστρια, θα κόβουν οι ίδιοι την πολιτική «συνέχεια» μεταξύ των γενιών των Ζαχαριαδικών, και μάλιστα, σε μια κατάσταση μεταβαλλόμενης σχέσης της κοινωνίας με τους πολιτικούς φορείς, απομάκρυνσής τους από αυτούς. Και λάθη θα γίνουν και αργά θα προχωρήσει η υπόθεση της μαζικοποίησης αυτής της οργάνωσης και δεν θα «αναγνωρίζουμε» τους «υπεραριστερούς» εαυτούς μας με τις «δεξιές» πλατιές μετωπικές πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμόσουμε και τις αιχμές που θα πρέπει να διατυπώσουμε. Αλλά το βήμα πρέπει να γίνει. Δεν υπάρχει άλλη διέξοδος για την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Δεν υπάρχει ανώτερη συμβολή των ελλήνων κομμουνιστών στην Ελλάδα και τον ελληνικό λαό.

Με αφορμή τη μαύρη επέτειο της δολοφονίας του Ζαχαριάδη από τον ρώσικο ιμπεριαλισμό και τους φλωρακικούς, των οποίων ο ΝΖ ήταν νο.1 υπαρξιακός κίνδυνος, δημοσιεύεται στο παρόν ιστολόγιο άλλο ένα κείμενο του ίδιου του Ζαχαριάδη, που χαρακτηρίζεται από την απλόχερη πλατιά μετωπική πολιτική του και από στόχους (π.χ. δημοκρατική νομιμότητα, διατήρηση εθνικού φρονήματος κλπ.) απερίφραστα καταδικαστέους (καθότι «ολίγοι», ρεφορμιστικοί κλπ.) από πολλούς σημερινούς «ζαχαριαδικούς» που «δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους».

ΥΓ.Όσον αφορά κάποια ιστορικά ζητήματα στο άρθρο: πρώτον, ο ΝΖ, σε αντίθεση με ό,τι είχε γραφτεί σε εφημερίδα της λαϊκοδημοκρατικής Ελλάδας το 1948, δεν εκθειάζει την εκτέλεση Λαδά. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι οι διαφόρων μορφών «ΟΠΛΑ», ακόμα κι αν έχουν πίσω τους ένα ΚΚΕ, δεν αποφεύγουν ούτε τη δημιουργία «οπλατζήδικης ψυχολογίας» αλλά ούτε και την υπαγωγή σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Αυτό αφορά ιδίως κάποιους ζαχαριαδικούς καταντήσαντες κουφοντινικοί. Δεύτερον, όσον αφορά τις αναφορές στον Πλουμπίδη: είτε πιστεύει κανείς ότι ήταν πράκτορας είτε όχι (πληροφορίες που έδωσε στον ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ το δεύτερο παράνομο κέντρο που υπήρχε στην Ελλάδα, και που λίγο καιρό μετά ήταν με την «6η Ολομέλεια»), σε κάθε περίπτωση, και δικαίως διαγράφτηκε, και οι υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν να στήσουν ψευτοεκτελέσεις (πολλώ δε μάλλον σε καιρούς που απλά επιδεικνυόταν μια φωτογραφία – η μαρτυρία Παπαχρήστου για διάφορους λόγους δεν είναι αξιόπιστη), και έκαψε κόσμο ο Πλουμπίδης με την επίκληση συναισθηματισμού και η στάση του, ακόμα και στην αθώα εκδοχή της, συνιστά άλλη μια απόδειξη ότι ο συναισθηματισμός μπορεί να τεθεί στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών και να αξιοποιηθεί από αυτούς. Κι αυτό είναι ασυγχώρητο για κομμουνιστές. Με άλλη αφορμή, τέλος, θα γίνει λόγος και για τον καλό λόγο για τον Γιώτη.

***

Ν. Ζαχαριάδη: Για τη δημοκρατική νομιμότητα στην Ελλάδα, για το καλό του λαού και την προκοπή του τόπου (09/10/1954)

Οι αμερικάνοι εισβολείς στη χώρα μας και οι ντόπιοι προσκυνημένοι λακέδες τους, για να εφαρμόσουν την πολιτική τους, που πρωταρχικό και κύριο γνώρισμα έχει τον ξέφρενο αντιλαϊκό αφηνιασμό και την πυρετώδικη πολεμική προετοιμασία, προσπαθούν να κρατούν κάτω απ’ τη ματωμένη μπότα τους κάθε λαϊκή διαμαρτυρία και αντίπραξη. Και όσο η πολιτική τους αυτή ξεσκεπάζεται και χρεοκοπεί μέσα στα πλατιά λαϊκά στρώματα πρώτ’ απ’ όλα χάρη στα ίδια της τα “έργα”, όσο δυναμώνει η πάλη του λαού ενάντια στην πολιτική αυτή, για την επιβίωση και τη λευτεριά του, τόσο μεγαλώνει η προσπάθεια του Παπάγου και των αφεντικών του να πνίξουν με το τρομοκρατικό αντιλαϊκό ξεφάντωμα την πάλη αυτή. Και στην Ελλάδα, λίγους πια μπορεί να ξεγελάσουν τα αμερικανόπνευστα τερτίπια που εφαρμόζει και ο στραταρχικός συναγερμός και που πάνε αυτό το ξεφάντωμα της τρομοκρατίας που στηρίζει την αντιλαϊκή πολιτική των εχθρών της πατρίδας μας να το παρουσιάζουν με τη μάσκα του αντικομμουνιστικού βρυχητού για συνωμοσίες και κατασκοπίες του ΚΚΕ. Συμβαίνει, μάλιστα, το αντίθετο: όσο πιο ξεχαλίνωτος και λυσσαλέος παρουσιάζεται ο αντικομμουνιστικός αφηνιασμός, τόσο οι εργαζόμενοι και όλοι οι Έλληνες ξέρουν ότι θα ‘ναι πιο άγρια η επίθεση ενάντια στη ζωή και τα δικαιώματα του λαού. Και γεγονός είναι ότι τον τελευταίο τούτο καιρό, παρά τα στραταρχικά ξεφωνητά κατά του ΚΚΕ, η πάλη των μαζών, όχι μόνον δεν ανακόπηκε, μα αντίθετα, δυνάμωσε.

Η κυβερνητική αντικομμουνιστική υστερία στην Ελλάδα μεγαλώνει και τώρα που η επίθεση αυτή φτάνει στο κατακόρυφό της. Τώρα που η αμερικάνικη πολιτική γνώρισε στο διεθνή στίβο σειρά από σοβαρές αποτυχίες. Και γι’ αυτό, συνεχίζοντας την επιθετικότητά της, με όργανά της τους πιο πιστούς σαν τον Παπάγο λακέδες της, προσπαθεί να την καλύπτει με τον μπαμπούλα του κομμουνισμού, που επισείει.

Το “καινούργιο” αντικομμουνιστικό παραλήρημα που ξαπόλυσε ο στρατάρχης στην Ελλάδα, υπαγορεύτηκε τόσο από εσωτερικούς πλουτοκρατικούς συναγερμικούς, όσο και από εξωτερικούς, αμερικάνικους λόγους.

Μα αυτή, ακριβώς, η διπλή υπόσταση του παραληρήματος αυτού υπογραμμίζει και τονίζει τη σοβαρότητα της απειλής που κρύβει και που κρέμεται πάνω στον τόπο μας. Η απειλή αυτή συσσώρεψε κιόλας συφορές και καταστροφές στην Ελλάδα και κάθε μέρα μεγαλώνει. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια αυτή απειλή προβάλλει πιο επιταχτικά την ανάγκη για μια αποφασιστική και αγωνιστική, πατριωτική αντιμετώπιση και αποτροπή της.

Και δεν είναι τυχαίο τόσο ότι το “νέο” αντικομμουνιστικό ξέσπασμα όχι μόνο δε θόλωσε τα μυαλά, μα, αντίθετα, προκάλεσε την αγανάχτηση και την αποδοκιμασία και από κύκλους που κανένας δεν μπορεί να τους υποπτευθεί για φιλοκουκουεδισμό, όσο κυρίως και ότι η αποδοκιμασία αυτή εκφράστηκε στο παλλαϊκό-πανελλαδικό αίτημα για την αποκατάσταση και το σεβασμό της συνταγματικής τάξης, της δημοκρατικής νομιμότητας.

Το ότι τόσο πολλοί και τόσο διαφορετικοί πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες του τόπου αντιτάχθηκαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ανοιχτά και έντονα στο καινούργιο ξέσπασμα της συναγερμικής παρανομίας και ασυδοσίας δείχνει ότι, όποιος στον τόπο αυτόν σέβεται τον εαυτό του και θέλει να βρίσκεται κάπως σ’ επαφή με το λαϊκό αίσθημα και το εθνικό συμφέρον, δε μπορεί πια να σιωπά και ν’ ανέχεται το συναγερμικό αφηνιασμό που συνεπάγεται και κατεργάζεται τον αφανισμό του τόπου. Μπορεί κανένας να ‘ναι όσο θέλει αντικουκουές, όμως αν αυτό τον τυφλώνει και δεν τον αφήνει να δει την τραγικότητα της κατάστασης που δημιούργησαν στη χώρα μας οι κάπηλοι του αντικομμουνισμού και απεμπολητές της Ελλάδας, τότε και αυτός θα φτάσει στην ίδια αντίθεση και αντιπαράθεση με το λαό, όπως και ο στρατάρχης με το συναγερμό του.

Τα γεγονότα δείχνουν ότι τόσα και τέτοια είναι τα ερείπια και τα βάσανα που η αμερικανοκρατία και ο αμερικανόδουλος συναγερμός συσσώρεψαν στον τόπο αυτόν ώστε σε όλο και πιο πλατιούς κύκλους ο αντικουκουέδικος φανατισμός και η προκατάληψη να παραχωρούν τη θέση τους, στο περισσότερο πατριωτικό και εθνόπρεπο πατριωτικό ζύγισμα της κατάστασης. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο, αντίθετα, είναι ενδειχτικό και χαραχτηριστικό ότι, στις σημερινές συνθήκες της χώρας μας, η λυσσαλέα αντικομμουνιστική θριαμβολογία μετατράπηκε, με την αντίδραση που προκάλεσε, σε πολιτικό φιάσκο, σε αποτυχία τόσο της κυβέρνησης, όσο και των αμερικάνων εμπνευστών και πρωτεργατών της ψευτοκατασκοπευτικής προβοκάτσιας.

Πρέπει ακόμα να τονιστεί και να υπογραμμιστεί όλη η σημασία που έχει το γεγονός ότι η αντίπραξη που προκάλεσε η συναγερμική προσπάθεια να καλυφτεί με το αντικομμουνιστικό ξεφωνητό η κυβερνητική πολιτική γενικού ξεπουλήματος και ερείπωσης, βρήκε την έκφρασή της στο καθολικό σήμερα για την Ελλάδα αίτημα ν’ αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη και η δημοκρατική νομιμότητα. Γιατί η κατρακύλα που μας οδηγά ο Παπάγος έφτασε τον πάτο και το ξεφάντωμα το κατακόρυφό του ακριβώς όταν με την υποταγή και το προσκύνημα στην αμερικανοκρατία, που ολοκληρώθηκαν πριν ένα χρόνο, με την προδοσία της 12 του Οχτώβρη 1953, ο λαός στερήθηκε απ’ τα βασικά συνταγματικά-δημοκρατικά δικαιώματά του και στην Ελλάδα επιβλήθηκε καθεστώς διομολογήσεων και ξένης αποικιακής κυριαρχίας. Κανένας δεν πρέπει να ξεγελιέται και να μη βλέπει ότι οι αμερικάνικες πολεμικές βάσεις στη χώρα μας, που γίνονται για επιθετικούς σκοπούς ενάντια στις χώρες της Λ.Δ. και του σοσιαλισμού, πρώτα απ’ όλα υποδουλώνουν το λαό και τη χώρα, όπου γίνονται οι βάσεις αυτές. Ο λαός, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες δεν έχουν τώρα ουσιαστικά το δικαίωμα ν’ αποφασίζουν για τις τύχες τους και για τη χώρα τους και η επιβίωση του έθνους, η λευτεριά, η ειρήνη, η εθνική μας ανεξαρτησία βρίσκονται στα χέρια ξένων και εξαρτιένται απ’ αυτούς. Τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν το δικαίωμα να δικάζουν τους Αμερικάνους που ατιμάζουν, ληστεύουν, σκοτώνουν τους Έλληνες γιατί ο στρατάρχης παραχώρησε στους επιδρομείς καθεστώς ετεροδικίας. Αν θα μπλεχτεί η Ελλάδα σε πόλεμο, αν θα γίνει ατομικό-υδρογονικό ορμητήριο και πολεμική επιθετική βάση, οπότε, κατά συνέπεια, πρώτη και θα υποστεί τις συνέπειες από τον ατομικό πόλεμο, αν θα στείλει το στρατό της, και πόσο στρατό, στις πέντε άκρες του κόσμου για να πετσοκοφτεί για ξένα συμφέροντα, όλα αυτά τ’ αποφασίζουν τώρα στη χώρα μας οι αμερικάνοι επιδρομείς. Αυτού κατάντησε την πατρίδα μας ο προσκυνημένος στραταρχικός συναγερμός, με την ολόψυχη υποστήριξη της “αντιπολιτευόμενης” συμπολίτευσης των παπατζήδων.

Στην κατάσταση αυτή, που στηρίζεται στο τρομοκρατικό συναγερμικό ξεφάντωμα και στην απαλλοτρίωση του λαού απ’ τα βασικά κυριαρχικά δικαιώματά του, πρωταρχική σημασία στην εθνική και πολιτική ζωή της χώρας αποχτά το ζήτημα του σεβασμού της συνταγματικής τάξης και της δημοκρατικής νομιμότητας, δηλαδή, στην πραγματικότητα, το ζήτημα ν’ αποκατασταθούν τα κυριαρχικά του λαού δικαιώματα, το ζήτημα ν’ αποφασίζει ο λαός για τις τύχες του, για την πορεία, εσωτερική και εξωτερική της χώρας του. Ώστε η πάλη για τη συνταγματική τάξη και τη δημοκρατική νομιμότητα προβάλλει, σήμερα, σαν κεντρικό-βασικό πατριωτικό καθήκον που ενδιαφέρει ζωτικά, συγκινεί και κινητοποιεί το λαό, πράγμα που βρίσκει την αντανάκλασή του και στη στάση μιας σειράς οργανώσεων, παραγόντων και κομμάτων του τόπου, που δεν άφησαν ν’ αμβλυνθεί ή να χαθεί το εθνικό τους φρόνημα.

Η αμερικανοκρατία και η ντόπια πλουτοκρατική, αμερικανόδουλη αντίδραση, με όργανό τους την κυβέρνηση του στραταρχικού συναγερμού, χρησιμοποιούν όλα τα μέσα πίεσης, εκβιασμού, εξαγοράς, τρομοκρατίας που διαθέτουν για να παρεμποδίσουν, για να πνίξουν την πάλη αυτή του λαού. Ιδιαίτερα ενάντια στ’ αντισυναγερμικά αντιπολιτευόμενα κόμματα χρησιμοποιούν το μπαμπούλα της συνοδοιπορίας και, έχοντας για κομπάρσο και τον παπατζή, πάνε να σπείρουν τη σύγχυση και τη διάσπαση μέσα στις δημοκρατικές και πατριωτικές αντισυναγερμικές δυνάμεις του τόπου. Μια απ’ τις επιδιώξεις τους, τώρα που αναμοχλεύουν το παραμύθι για κατασκοπία και προδοσία του ΚΚΕ και ξανασηκώνουν το σκιάχτρο του κομμουνιστικού κινδύνου, είναι, ακριβώς, να τρομοκρατήσουν την αντιπολίτευση για να δυσκολέψουν την αντισυναγερμική συγκέντρωση και συνεργασία. Τα γεγονότα δείχνουν ότι ο συναγερμός στην προσπάθειά του αυτή δεν έχει και πολλές επιτυχίες. Και είναι φανερό ότι μια και η στραταρχική κυβέρνηση με την πολιτική της κατεργάζεται μόνο το λαϊκό εθνικό όλεθρο, το πατριωτικό καθήκον επιβάλλει σε κάθε αντισυναγερμικό παράγοντα, κόμμα, οργάνωση, όχι μούδιασμα και υποχώρηση στην αντιπατριωτική πίεση των αμερικάνων και των λακέδων τους μέσα και έξω απ’ την κυβέρνηση, μα, αντίθετα, πιο στενή αγωνιστική αντισυναγερμική σύμπραξη και δράση σε πανελλαδική κλίμακα όλων των πατριωτικών-δημοκρατικών δυνάμεων του τόπου. Η σύμπραξη και η δράση αυτή, για να ‘ναι αποτελεσματική, πρέπει να περιλάβει και την κοινοβουλευτική εκλογική συνεργασία και να στηριχτεί στη μαζική οργάνωση και πάλη του λαού για τα πιο επείγοντα οικονομικά και πολιτικά του ζητήματα, που ανάμεσά τους, όπως, είδαμε, η ανάγκη ν’ αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη και η δημοκρατική νομιμότητα κατέχει πρωταρχική θέση.

Τώρα μάλιστα που οι λαϊκοί αγώνες φουντώνουν και προχωράμε και για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για να δοθεί μια σοβαρή πολιτική μάχη ενάντια στο συναγερμό. Ο στρατάρχης και η κυβέρνησή του μπορούν να υποστούν στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές μια σοβαρή πολιτική ήττα που ν’ αποτελέσει ορόσημο στην παραπέρα πατριωτική πάλη για μια δημοκρατική αλλαγή στην εσωτερική πολιτική και στην εξωτερική πορεία της Ελλάδας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο στρατάρχης, με το σιγοντάρισμα και του Παπανδρέα, δεν θέλει να δώσει “πολιτικό χαραχτήρα” στις εκλογές! Σα να μην ξέρουν και τα παιδιά ακόμα ότι οποιαδήποτε εκλογική μάχη αναμφισβήτητα έχει, το θέλουν είτε όχι, οι διάφοροι στρατάρχες και τα αφεντικά τους, πολιτικό χαραχτήρα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να υποστεί ο συναγερμός την εκλογική αυτή ήττα είναι να εξασφαλιστεί η πατριωτική σύμπραξη όλων, χωρίς εξαίρεση, των αντισυναγερμικών δυνάμεων της χώρας. Η σύμπραξη αυτή μπορεί και πρέπει να βρει τη συγκεκριμένη έκφρασή της στο ότι στην κάθε κοινότητα και στον κάθε δήμο πρέπει να υπάρχει μόνο ένας ενιαίος αντισυναγερμικός συνασπισμός και ότι η αντισυναγερμική εκλογική μάχη μπορεί και πρέπει να δοθεί με βάση ένα ενιαίο πατριωτικό πρόγραμμα, πρόγραμμα λαϊκής επιβίωσης, δημοκρατικής νομιμότητας εσωτερικά και ειρήνης εξωτερικά, πρόγραμμα εθνικής ανεξαρτησίας και αποκατάστασης των κυριαρχικών του λαού δικαιωμάτων.

Το ΚΚΕ που στέκει στην πρώτη γραμμή της αντισυναγερμικής λαϊκής κινητοποίησης, οργάνωσης και πάλης και δέχεται, αυτό πρώτο, το κύριο βάρος της αμερικανόπνευστης συναγερμικής φασιστικής παρανομίας με το καθεστώς εμπόλεμης κατάστασης που εφαρμόζεται σε βάρος του, θα κάνει και στην περίπτωση αυτή στο ακέραιο το πατριωτικό του καθήκον. Θα συντελέσει, όσο μπορεί, στην πραγματοποίηση της αντισυναγερμικής πατριωτικής σύμπραξης και τώρα με τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις κομματικές του απαιτήσεις και φιλοδοξίες.

***

Η συναγερμική πλουτοκρατική αντίδραση και η αμερικάνικη πολιτική στην Ελλάδα περνάν βαθιά κρίση ακριβώς γιατί το μοναδικό και αποκλειστικό έργο τους είναι έργο αφανισμού και καταστροφής. Αυτό τους φέρνει σε ριζική και αγεφύρωτη αντίθεση με το λαό. Και ακριβώς γιατί η πολιτική τους, το έργο τους είναι ολοκληρωτικά αντιλαϊκό, ακριβώς γι’ αυτό, για να σταθούν και για να συνεχίζουν την πολιτική τους, παραβιάζουν και καταργούν τη δημοκρατική νομιμότητα στη χώρα μας, ποδοπατούν τους ίδιους των τους νόμους, τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού. Και αντίστροφα, η πάλη για την επιβίωση του λαού, για τη σωτηρία της Ελλάδας προβάλλει στην πρώτη γραμμή την ανάγκη αποκατάστασης της δημοκρατικής τάξης και νομιμότητας στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο που η αμερικανοκρατία και η ντόπια πλουτοκρατία, όσο βλέπουν τον ξεπεσμό και τη χρεωκοπία του στρατάρχη τους, τόσο, δίπλα στο “διάδοχο σχήμα” με τον Παπανδρέα, που μαγειρεύουν, ενθαρρύνουν και τα στρατοκρατικά παπαγικά στοιχεία του ΙΔΕΑ στις διχτατορικές τάσεις τους, αποβλέποντας έτσι, σε ακόμα πιο αιματηρή καταπίεση και κατάπνιξη της πάλης του λαού, στην εξαφάνιση κάθε έννοιας δημοκρατίας και ελευθερίας. Γεγονός είναι ότι οι στραταρχικοί αντικομμουνιστικοί βρυχηθμοί όλο και λιγότερο τους βοηθάνε. Δε βοηθάει εδώ πια τόσο ούτε η ξέφρενη δημαγωγία και ο βλαχοδημαρχισμός, που ο συναγερμός τον ανέβασε σε “ανώτερο επίπεδο”, ούτε και η κυπροκαπηλεία που, αντίθετα, ξεσκεπάζει το στρατάρχη του. Γιατί ποιος θα πιστέψει το “ενδιαφέρον” της κυβέρνησης για την εθνική αποκατάσταση της Κύπρου, όταν η ίδια διακηρύσσει ότι ξεπεράστηκε η εποχή της εθνικής ανεξαρτησίας και όταν τη διακήρυξή της αυτή την πραγματοποιεί σε σχέση με την Ελλάδα ξεπουλώντας την στους γιάγκηδες και μετατρέποντάς την σε αμερικάνικη αποικία; Ούτε μπορεί να στηρίξει και να “σώσει” το συναγερμό η εξιλέωση που ζητά να βρει στο καινούργιο αίμα που ετοιμάζεται να χύσει δικάζοντας και καταδικάζοντας συνοπτικά τους αγωνιστές του λαού που έπιασε τελευταία.

Η αδυναμία του συναγερμού ειδικά και πιο γενικά της αμερικανοδουλείας και της αμερικανοκρατίας ξεφανερώνεται εδώ απ’ το γεγονός ότι δεν τολμούν να δώσουν πολιτική μάχη προς το ΚΚΕ. Δεν μπορούν να δικάσουν την πολιτική του, γιατί αυτό θα τους ξεσκέπαζε πιο πολύ και θα τους χαντάκωνε. Το ΚΚΕ ποτέ δεν έκρυψε την πολιτική του. Πάντα τη διακήρυξε και την εφάρμοσε ανοιχτά. Και πρέπει να ξαναθυμίσουμε εδώ ότι, όταν δικάζονταν ο λαϊκός ήρωας Νίκος Μπελογιάννης, το ΚΚΕ βγήκε και διακήρυξε ότι “είναι πάντα έτοιμο να δεχτεί μέσα στην ίδια την Αθήνα οποιαδήποτε πολιτική αντιδικία με το μοναρχοφασισμό και την αμερικανοκρατία εφόσον θα εξασφαλίζονταν οι απαραίτητες νομικές και πολιτικές εγγυήσεις.” Η αμερικανοδουλεία και οι ξένοι εμπνευστές και αφέντες της δεν τόλμησαν τότε και πολύ περισσότερο δεν θα τολμήσουν τώρα μια τέτοια ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση. Όπως δεν δέχτηκαν, ούτε θα δεχτούν μια αμερόληπτη έρευνα για το ποιος δολοφόνησε τον Πολκ, για το πόσο είναι μπερδεμένος άμεσα στο σκοτωμό του Λαδά τόσο ο πράχτοράς τους Πλουμπίδης, όσο και ο ξεσκεπασμένος πια και επίσημα κατάσκοπος των άγγλων Έβερτ (από τους πρώτους συνένοχους και στη δολοφονία του Πολκ) και όσοι κρύβονται πίσω τους. Αυτά όμως ξεσκεπάζουν τους πραγματικούς σκοπούς των, αποκαλύπτουν πιο πολύ την πραγματική ουσία της πολιτικής και των έργων τους. Και βάζουν μπροστά σ’ όλους τους Έλληνες πιο επιταχτικά το πρόβλημα, το καθήκον: να ενωθούν και να παλέψουν για να απαλλάξουν την πατρίδα μας απ’ το αστυνομικό κράτος της αυθαιρεσίας, της βίας, του αντιλαϊκού ξεφαντώματος, απ’ την συναγερμική αμερικανόδουλη πανούκλα. Ποτέ άλλη φορά η Ελλάδα δε γνώρισε τέτοιο πέσιμο, τόση διαφθορά και εξευτελισμό. Οι δίκες των “Αστυνομικών Νέων” και της “Εστίας” φανέρωσαν μονάχα μια γωνιά απ’ το βούρκο που μέσα του είναι, λίγο πολύ, κυλισμένος όλος ο κόσμος τους. Και ποτέ δεν πρόβαλε τόσο εθνικά επιταχτικά η ανάγκη για πατριωτική ενότητα και πάλη.

Την Ελλάδα την ρίξαν στο γκρεμό. Και μόνον η ενότητα αυτή και η πάλη μπορεί να τη βοηθήσει και να τη σώσει.

Και επειδή στο έργο αυτό πρωτοστατεί το ΚΚΕ, γι’ αυτό και του ρίχτηκαν για άλλη μια φορά τα τσακάλια. Μα το μουγκρητό που φαντάστηκαν ότι ξαπόλυσαν ο στρατάρχης και ο αρχιχαφιές στρατηγός του αποδείχτηκε στην ουσία ξελαρυγγητό βραχνοκόκορα… Ούτε πιάνουν τα χιλιοξεσκεπασμένα τερτίπια τους της “αντιηγετικής” κουζίνας τους, που μ’ αυτά φαντάζονται ότι θα κλονίσουν τους αγωνιστές μας που πιάνουν, όπως δεν έχουν πέραση και τα βασανιστήρια και οι εκβιασμοί τους αμερικάνικης μάρκας. Ούτε μπορεί να ξεγελάσει κανένα και η χοντροκομμένη σκηνοθεσία της ψευτοεκτέλεσης του προβοκάτορα Πλουμπίδη, που σκαρώθηκε ακριβώς για να δημιουργηθεί το προηγούμενο που θα καλύψει τις καινούργιες δολοφονίες ενάντια στους ατρόμαχτους αγωνιστές μας, μια και δεν τα καταφέρνουν να τους λυγίσουν με τα χιλιοξεφτισμένα τερτίπια τους.

Το ΚΚΕ, εκφράζοντας με την πολιτική και τη δράση του τα πιο βασικά και ζωτικά συμφέροντα του λαού του έθνους, της πατρίδας μας, δίνει πάλι σήμερα, μαζί μ’ όλες τις πατριωτικές δυνάμεις του τόπου και επικεφαλής της πάλης αυτής τη μάχη της δημοκρατικής νομιμότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής επιβίωσης. Και θα τη φέρει ως το τέρμα της όσες θυσίες κι αν χρειαστεί ακόμα να δοθούν, όσα εμπόδια κι αν χρειαστεί ακόμα να υπερνικηθούν. Γιατί η λύση των ζητημάτων αυτών, η αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας και της συνταγματικής τάξης στην Ελλάδα είναι ζήτημα ύπαρξης για το λαό και τον τόπο. Η μάχη αυτή δίνεται ενάντια στην αμερικανοκρατία και την αμερικανόδουλη ντόπια πλουτοκρατία, ενάντια στην εσωτερική αντίδραση που την εκπροσωπεί ο χρεωκόπος στρατάρχης με το συναγερμό και την κυβέρνησή του. Τη μάχη αυτή τη δίνει το ΚΚΕ μαζί με όλους τους πατριώτες, μαζί με όλο το λαό και τώρα, όταν οι ξεσκεπασμένοι και επίσημα σπιούνοι των ξένων πάνε να δικάσουν με την κατηγορία της κατασκοπίας και να εχτελέσουν λαϊκούς αγωνιστές και πρωτομάχους σαν τον Γιώτη και τους συντρόφους του, που όλη τους η ζωή είναι ζωή αγώνων και ταλαιπωριών υπέρ του λαού. Τη μάχη αυτή θα την κερδίσει ο λαός με τη συμπαράσταση των τίμιων ανθρώπων σ’ όλον τον κόσμο. Θα ξεσηκωθεί στο κάθε εργοστάσιο και επιχείρηση, στις λαϊκές συνοικίες και στους συνοικισμούς, στα χωριά και στις πόλεις και θα υπερασπιστεί και θα αποσπάσει απ’ τα νύχια των δήμιών τους το Φλωράκη και τους συντρόφους του, δε θ’ αφήσει να επαναληφθεί το έγκλημα που οδήγησε στο εχτελεστικό απόσπασμα τον αξέχαστο μπροστάρη του λαού Νίκο Μπελογιάννη.

Η λαϊκή πάλη που τους τελευταίους μήνες φουντώνει όλο και πιο γερά, πάλη κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, στην πορεία και στην ανάπτυξή της θα φέρει στην πατριωτική ένωση όλων των ελλήνων και ελληνίδων πατριωτών και στο σχηματισμό της δημοκρατικής-πατριωτικής εκείνης κυβέρνησης, που θ’ αλλάξει την πορεία της χώρα μας προς μια δημοκρατική μεταβολή της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της.

Στην πάλη αυτή, οι κουκουέδες αφιερώνουν όλες τους τις δυνάμεις. Διδάσκονται απ’ τα χτυπήματα που τους δίνει ο εχθρός και οργανώνουν πιο καλά, πιο στέρεα τις γραμμές τους. Δένονται πιο στενά με το λαό, με όλα τα πατριωτικά στοιχεία του τόπου.

Και ο λαός συσπειρώνεται πιο μαχητικά γύρω απ’ τους κουκουέδες του. Γιατί τους γνώρισε πάντα μπροστάρηδες. Γιατί τους ξέρει πάντα αγωνιστές για τα ζητήματά του, που ποτέ δεν τα βάζουν κάτω, ποτέ δεν υποχωρούν απ’ το σκοπό τους, που είναι το καλό του λαού, η προκοπή του τόπου.

Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στον Λαϊκό Αγώνα, όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία, Χρόνος Ε’, αρ. φύλλου 776, Σάββατο 9 Οχτώβρη 1954, σ.σ. 1-2.

Για το makedonski.gr και τους στρουθοκάμηλους εκ δεξιών και εξ «αριστερών»

Όπως ήταν αναμενόμενο, τα online μαθήματα της τυποποιημένης στη Β.Μακεδονία και αναγνωρισμένης από την Ελλάδα τουλάχιστον από το 1959 μακεδονικής γλώσσας, που ως τώρα προσφέρονταν σε λίγους ενδιαφερόμενους, γενικεύτηκαν και παραδίδονται ως «πακέτο» σε κάθε ενδιαφερόμενο, μέσα από τη σελίδα makedonski.gr. Η ζωή προχωρά. Έτσι, όπως έχει ξαναγραφτεί στο παρόν ιστολόγιο, δεν μπορούν πια υποψήφιοι ροπαλοφόροι να δράσουν «αποτελεσματικά», όπως πριν περίπου 97 χρόνια, που ακύρωσαν τη διανομή των επίσημων εγχειριδίων του ελληνικού κράτους για τη διδασκαλία της ελλαδικής εκδοχής της γλώσσας αυτής και τα έκαψαν.

Δεν αξίζει να σταθεί κανείς στο ποιοι πήραν την σχετική πρωτοβουλία, γιατί η συνωμοσιολογία δεν έχει νόημα όταν μιλάμε για υπαρκτά (για όσους δεν είναι στρουθοκάμηλοι) ζητήματα, στα οποία η ζωή η ίδια δίνει τις λύσεις της. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε: δεν είναι η ύπαρξη των μειονοτήτων, αλλά η καταπίεση των μειονοτήτων που δίνει «πάτημα» στον ιμπεριαλισμό να παρεμβαίνει και να θέτει την κρατική κυριαρχία και ακεραιότητα σε κίνδυνο. Άλλα είναι πιο σημαντικά ζητήματα. Για παράδειγμα, η προσέγγιση του ζητήματος από όσους πήραν την πρωτοβουλία: είναι δεδομένο ότι οι τελευταίοι έχουν μια πιο «ενιαιομακεδονική προσέγγιση», μια αντίληψη δηλαδή που αντιμετωπίζει ως ένα ενιαίο «πράγμα» (που λέει κι ο Δ. Χριστόπουλος για τη μειονότητα της Θράκης) την ελλαδική, τη βουλγαρική και την αλβανική πτέρυγα του (σλαβο-)Μακεδονικού έθνους και των ομιλητών της γλώσσας του και την πτέρυγα που ζει στη Β. Μακεδονία. Εντούτοις, είναι προφανές ότι, λόγω της σχετικά μεγαλύτερης ελευθερίας που απολάμβανε (έστω και στα γιουγκοσλαβικά πλαίσια, δηλαδή τα πλαίσια της προσπάθειας από το φιλοϊμπεριαλιστή Τίτο απόσπασης του εν λόγω έθνους από τη μεγάλη σλαβική οικογένεια και περιορισμού του στη μικρή γιουγκοσλαβική, και με ιδιαίτερη έμμεση πίεση για εκσερβισμό) η τελευταία έχει το προβάδισμα σε όρους γλωσσικής, πολιτιστικής και γενικά εθνικής ανάπτυξης. Έτσι, η ενιαιομακεδονική προσέγγιση, άρρητα, θεωρεί αυτονόητο ότι η γλώσσα αυτού του έθνους είναι αυτή που τυποποιήθηκε από τους Κόνεσκι/Τίτο, δηλαδή αυτή που, συν τοις άλλοις, αφαίρεσε γράμματα σημαντικά για σλαβικές γλώσσες, όπως я, ъ, ь, ενώ, αντιθέτως πρόσθεσε τα σερβικά και λατινικά љ, њ, ј, ѕ, στα πλαίσια της αποσλαβοποιητικής και φιλοδυτικής-εκσερβιστικής πολιτικής Τίτο.

Η Γραμματική για την βασισμένη στις ελλαδικές διαλέκτους τυποποιημένη μακεδονική από το εκδοτικό του ζαχαριαδικού ΚΚΕ «Νέα Ελλάδα».

Αυτή η τυποποίηση, ωστόσο, συνειδητά, για τους προαναφερθέντες λόγους, αγνόησε τις διαλέκτους της εν λόγω γλώσσας στις άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα τις ελλαδικές. Έτσι, με την αφαίρεση π.χ. του γράμματος ъ, το Δενδροχώρι Καστοριάς, που κανονικά θα γραφόταν Дъмбени (χοντρικά ακούγεται Ντ’μπενι, με το κενό να παραπέμπει στο «α» ή το «ου», δηλαδή να ακούγεται σαν Ντάμπενι, αλλά όχι με τόση έμφαση στο «α» ή το «ου»), στην τυποποιημένη στη Β. Μακεδονία μακεδονική γλώσσα γράφεται Д’мбени. Εύκολα καταλαβαίνει, λοιπόν, κανείς πως, κατ’ αυτό τον τρόπο, οι ομιλούντες τις ελλαδικές διαλέκτους της μακεδονικής «ρίχνονται», αφού γεμίζουν το γραπτό τους λόγο με αποστρόφους στο μέσο πολλών λέξεων, κάτι το σχετικά ανεκτό για τοπωνύμια, αλλά σίγουρα όχι για επώνυμα και ονόματα, τα οποία πολλοί μειονοτικοί θεμιτά επιθυμούν να αποκαταστήσουν και τυπικά από το ελλαδικό κράτος. Καλλιεργείται έτσι, εσφαλμένα βέβαια, η αίσθηση της τεχνητής μεταφοράς της γλώσσας αυτής στο γραπτό λόγο, πράγμα που δεν μπορούν να αγνοούν όσοι επιλέγουν να διδάξουν στους ελλαδίτες μειονοτικούς την τυποποιημένη στη Β. Μακεδονία μακεδονική γλώσσα, πολλώ δε μάλλον αφού αυτό αποτελεί βάση για να «πιάνει» η συνωμοσιολογία ιδίως στις τάξεις όσων αναγνωρίζουν την ένταξή τους μόνο σε γλωσσική μειονότητα (ή αναγνωρίζουν απλώς την καταγωγή τους από ομιλούντες μια «σλαβική διάλεκτο»). Επομένως, εκ των πραγμάτων, μειώνουν τους δυνάμει ντόπιους ενδιαφερόμενους για την εκμάθηση της γλώσσας αυτής για οικογενειακούς κ.ά. λόγους.

Πέραν, όμως, των προαναφερθέντων υποκειμενικών λόγων που δημιουργούν αυτό το υπαρκτό πρόβλημα, υπάρχει και το αντικειμενικό γεγονός ότι οι ελλαδικές διάλεκτοι της μακεδονικής, με την πάροδο των ετών, έχουν περισσότερες επιρροές από την ελληνική και, στο βαθμό που παρά την καταπίεση μπόρεσαν να αναπτυχθούν, από δυτικοευρωπαϊκές. Επίσης, πέραν των συνειδητών πολιτικών Τίτο, υπήρχε και το αντικειμενικό γεγονός της επί δεκαετίες συμβίωσης με άλλους λαούς, και είναι λογικό στην τυποποιημένη στη Β. Μακεδονία μακεδονική γλώσσα να υπάρχουν περισσότερες επιρροές από τις γλώσσες των άλλων γιουγκοσλαβικών λαών.

Συνεπώς, η αναβίωση της διδασκαλίας των ελλαδικών διαλέκτων έχει αντικειμενική βάση. Πρώτον, γιατί η ίδια η συγκρότηση μιας μειονότητας, μιας εθνικής ή έστω γλωσσικής κοινότητας, επιτυγχάνεται πάνω στις δικές της βάσεις, όχι με μεταμοσχεύσεις από το εξωτερικό. Το βλέπουμε αυτό με ένα παράδειγμα και ένα αντιπαράδειγμα: η ελληνική εθνική μειονότητα στην Αλβανία, παρά την πλήρη αποκοπή της από την Ελλάδα λόγω της φιλοπόλεμης πολιτικής της τελευταίας προς την Αλβανία, επιβίωσε ακριβώς επειδή βασίστηκε (με τη βοήθεια του λαϊκοδημοκρατικού κράτους) στην τοπική, ηπειρώτικη, ιδιομορφία της. Σε ένα ξένο κράτος, μόνο π.χ. με τη μεταφορά ελλαδικών εγχειριδίων (ας υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε ψυχροπολεμική πολιτική), θα είχε μετατραπεί σε κάτι περίπου όπως μια κοινότητα ελλήνων εμιγκρέδων. Ως αντιπαράδειγμα, έχουμε τη σιωνιστική οντότητα (Ισραήλ): με την νεκρανάσταση και επιβολή της αρχαίας Εβραϊκής, δεν έχει επιτευχθεί γλωσσική ομοιομορφία και ιδίως οι Ρώσοι μετανάστες δεν έχουν διάθεση εύκολα να αφήσουν μια παγκόσμια γλώσσα.

Στο σημείο αυτό, βέβαια, έρχεται και ο θεμιτός αντίλογος που έχει να κάνει με το «γιατί να μάθει κανείς μια γλώσσα». Σίγουρα, η ανάκτηση των ελλαδικών διαλέκτων της μακεδονικής βοηθά στην αποκατάσταση της αίσθησης της κοινότητας και στην επικοινωνία εντός της Ελλάδας καθώς και με ανθρώπους στη Β. Μακεδονία. Η εκμάθηση, ωστόσο, της τυποποιημένης στη Β. Μακεδονία γλώσσας προσφέρει καλύτερη επικοινωνία με τους ανθρώπους στη Β. Μακεδονία και περισσότερα οφέλη όσον αφορά την αγορά εργασίας. Μιλάμε για γλώσσα ολόκληρου κράτους, αργά ή γρήγορα, ίσως και μέλους ενός οργανισμού όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η εκμάθηση, επίσης, απλώς και μόνο των ντόπιων διαλέκτων, μπορεί να εκτρέψει το ζήτημα σε μια κατάσταση φολκλοροποίησής του και εξατομίκευσής του, ενώ κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι ή πρέπει να είναι, ακόμα και για λόγους συμφέροντος του ελληνικού κράτους. Ο δεύτερος, λοιπόν, λόγος για τον οποίο το ελληνικό κράτος πρέπει να καλύψει το χαμένο έδαφος και να ευνοήσει τη διδασκαλία των ελλαδικών διαλέκτων της μακεδονικής είναι γιατί έχει κάθε συμφέρον να συμβάλλει στη δημιουργία ενός φιλικού προς την Ελλάδα τμήματος του εθνικού και γλωσσικού μακεδονισμού, το οποίο να συμβάλλει στην ανάπτυξη του τελευταίου όσο πιο ισομερώς με τις άλλες πτέρυγες γίνεται. Λόγω της αντιμειονοτικής και αντι-ΠΓΔΜ πολιτικής του, το ελληνικό κράτος, όχι μόνο έχει «χάσει επεισόδια», αλλά και έχει δημιουργήσει μια κατάσταση απομάκρυνσης του γειτονικού έθνους από το ελληνικό, επί γενιές ολόκληρες πλέον, παρά το γεγονός ότι τα δύο έθνη είχαν δώσει ταυτόχρονα και εν μέρει από κοινού μεγάλους αγώνες ενάντια στον οθωμανικό δεσποτισμό και τον φασισμό (ας μην πιάσουμε το τι δουλειά πρέπει να γίνει για να αποκατασταθεί η εικόνα του γειτονικού έθνους, που οι «υπερπατριώτες» φιλοϊμπεριαλιστές το έχουν καταστήσει άγνωστο και αγνώριστο στον ελληνικό λαό). Είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας οι εδώ μειονοτικοί να διαφημίζουν στο έθνος τους την συμβίωση με τους Έλληνες, και όχι το αντίθετο. Δεν μιλάμε, δηλαδή, για μια κουτοπόνηρη προσπάθεια απόσπασης των μειονοτικών από το έθνος τους με την προώθηση των ιδιαίτερων γλωσσικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους. Για να γίνει αυτό και να νιώσουν όπως οι Αυστριακοί έναντι των Γερμανών, προϋποτίθενται άλλα πράγματα που δεν είναι της παρούσης (εν τάχει: σίγουρα, όμως, δεν προϋποτίθεται η δημιουργία μιας ντόπιας αστικής τάξης που δεν θα θέλει να είναι «τελευταία στο χωριό» είτε αυτό λέγεται Ελλάδα είτε (σλαβο-)Μακεδονικό έθνος, όπως νομίζουν κάποιοι μειονοτικοί, αλλά μιας εργατολαϊκής αντιιμπεριαλιστικής πολιτικής οργάνωσης τύπου Ήλιντεν (1952-1956) που παλεύει για ένα νέο, αντιιμπεριαλιστικό, σοσιαλιστικό έθνος και άρα υπάρχει βάση για ένα νέο, δεύτερο εθνικό κέντρο. Στην περίπτωση της Αυστρίας έγινε ολόκληρη «δουλειά» από διάφορες μεγάλες δυνάμεις, επί αιώνες, και τέθηκε το ζήτημα επί ανάπτυξης του καπιταλισμού, άρα, δεν είναι το ίδιο πράγμα).

Τα πράγματα, βέβαια, είναι δύσκολα για το ελληνικό κράτος. Γιατί, πέραν των μικρότερων κινήτρων σε σχέση με την εκμάθηση μιας κρατικής γλώσσας κράτους-μέλους της ΕΕ, ακόμα κι αν καταφέρει να επικρατήσει η διδασκαλία των ελλαδικών διαλέκτων στους μειονοτικούς, είναι τόσο μεγάλη πια η απόσταση από το επίπεδο εθνικής ανάπτυξης των ομοεθνών τους στη Β.Μακεδονία, που, παρά τις όποιες πολιτιστικές ανταλλαγές που το ελληνικό κράτος πρέπει να ευνοήσει, δύσκολα το ελλαδικό κομμάτι του (σλαβο-)Μακεδονικού έθνους θα μπορέσει να συμβάλλει ισομερώς στην ανάπτυξη του έθνους του, δύσκολα δεν θα υπάρξει απόλυτη επικράτηση της τυποποιημένης γλώσσας και του πολιτισμού από τη Β. Μακεδονία. Κι αυτό δεν θα είναι αποτέλεσμα «συνωμοσίας», αλλά μια αντικειμενική εξέλιξη (όσο κι αν θα έχει και χαρακτηριστικά «επιβολής» και μεταφύτευσης μια επικράτηση – για «κυνικούς» οικονομικούς λόγους – της τυποποιημένης στη Β.Μακεδονία γλώσσας αν δεν έχουν προλάβει να ανακτήσουν τη δυναμική τους οι ελλαδικές διάλεκτοι.  Αυτός, βέβαια, είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο δεν μπορούν οι οπαδοί της διάδοσης της τυποποιημένης στη Β. Μακεδονία γλώσσας στην Ελλάδα να επικαλούνται παραδείγματα γλωσσικών μεταρρυθμίσεων σε άλλες χώρες που προνομοποίησαν μια διάλεκτο και μία γραφή. Κι αν έγινε αλλού έτσι, «βίαια», δεν σημαίνει πως έτσι πρέπει να γίνεται και μελλοντικά). Είναι τέτοια η σημασία της αντικειμενικής εξέλιξης που σε αυτό πρέπει να αποδοθεί η αιτία της «ενιαιομακεδονικής» προσέγγισης και δεν πρέπει να χάνουμε την ουσία στεκόμενοι στο «ποιοι πήραν την πρωτοβουλία για τα online μαθήματα» (ούτε στο μικροκομματικό να συνδέουμε αβάσιμα την ύπαρξη του makedonski.gr με τη Συμφωνία των Πρεσπών).

Όσον αφορά τη «δυσκολία για τεχνικούς λόγους» στη διδασκαλία των ελλαδικών διαλέκτων που θα μπορούσε να επικαλεστεί κανείς, πρόκειται για μεγάλη υποκρισία. Το ελληνικό λαϊκοδημοκρατικό κίνημα, με επικεφαλής το ζαχαριαδικό ΚΚΕ, είχε τυποποιήσει τις ελλαδικές διαλέκτους της μακεδονικής, τον καιρό μάλιστα που προσπαθούσε να φτιάξει ένα δεύτερο εθνικό κέντρο για το (σλαβο-)Μακεδονικό έθνος, αντιιμπεριαλιστικό, σε αντίθεση με τον Τίτο, και φιλικό προς τον ελληνικό λαό. Ως το 1975, αυτή η τυποποιημένη γλώσσα υπήρχε στον Τύπο των πολιτικών προσφύγων. Δεν έχουν περάσει, δηλαδή, πάρα πολλά χρόνια.

Με αφορμή, ωστόσο, την προοπτική ένταξης της Β. Μακεδονίας στην ΕΕ (που θα επιτυγχανόταν θέλουν δε θέλουν κάποιοι που τους φταίει ο.. Τσίπρας και δεν βλέπουν ότι συμφέρει και τις ΗΠΑ, λόγω ανταγωνισμού με τη Ρωσία, και την ΕΕ, για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, και τη Ρωσία, στο βαθμό που το φιλορωσικό μπλοκ στο πολιτικό σκηνικό της Β. Μακεδονίας δεν έχει αποδιαρθρωθεί, ενώ στην Ελλάδα, υπό τη μορφή της «αντίθεσης στις Πρέσπες», στερεώθηκε περισσότερο), το ελληνικό κράτος, εγκαταλείποντας οριστικά τον στρουθοκαμηλισμό, πρέπει να ετοιμαστεί και για κάτι γενικότερο. Η ΕΕ περιλαμβάνει και ελευθερία κίνησης ανθρώπων και εγκατάστασης. Προτιμά, άραγε, το ελληνικό κράτος, σε βάθος χρόνου, να έχει εγκατεστημένους στο ν. Φλώρινας ανθρώπους με αντιλήψεις όπως τον καταγόμενο από την Αχλάδα Φλώρινας πρώην πρόεδρο της ΠΓΔΜ Γκρούεφσκι (που πρωτίστως η Ελλάδα, με την φιλοϊμπεριαλιστική σοβινιστική πολιτική της, του τις διαμόρφωσε) ή φιλικούς προς την Ελλάδα ανθρώπους; Συν τοις άλλοις, λόγω και του διαδικτύου, η υπόθεση της αντιμετώπισης των μειονοτήτων στην Ελλάδα γυρίζει πλέον ευκολότερα μπούμερανγκ για αυτή. Καλύτερα, λοιπόν, το ελλαδικό κράτος όχι να προτρέξει, αλλά να διορθώσει εγκληματικά για το ίδιο λάθη. Άμεσα να απονείμει την ελληνική υπηκοότητα σε όσους μειονοτικούς από τη Μακεδονία την αφαίρεσε και να αποδώσει τις δέουσες τιμές σε όσους συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση. Άμεσα επίσης να αποδώσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε όσα μειονοτικά χωριά το ίδιο κατέστρεψε, και οικονομική βοήθεια, για να τα ξαναχτίσουν όσοι μπορούν και θέλουν, και να δώσει λύση και στα ζητήματα καταπάτησης των λοιπών ιδιοκτησιών ή, λόγω χρησικτησίας, να δώσει αλλού ένα κομμάτι από τη σε μεγάλο βαθμό εγκαταλελειμμένη γη της ελλαδικής Μακεδονίας.

ΥΓ. Δεν μπορεί παρά να επισημανθεί η χτυπητή αντίφαση πολλών αριστερών του διαδικτύου, που, από τη μια, με διάφορα άρθρα τίμησαν στις 26/7 την επέτειο της εκτέλεσης της Μίρκας Γκίνοβα (Ειρήνης Γκίνη), κοινής ηρωίδας Ελλήνων-(σλαβο-)Μακεδόνων (έστω και χωρίς να πιάνουν το ζήτημα της πρώτης περιόδου του ΝΟΦ), από την άλλη, όμως, όχι μόνο δεν παίρνουν οι ίδιοι πρωτοβουλία π.χ. για την επανεκτύπωση των σχολικών εγχειριδίων του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος για τη μειονότητα, αλλά και τηρούν σιγή ιχθύος για τα σημερινά ζητήματα της μειονότητας, όπως αυτό που θίγει το παρόν άρθρο, δηλαδή, τις εξελίξεις στη διδασκαλία της γλώσσας της, καθώς και τις διακρατικές σχέσεις Ελλάδας-Β.Μακεδονίας που επιδρούν στις σχέσεις των δύο λαών. Η πολιτική, όμως, δεν είναι λίγο ασύνδετη με το σήμερα ιστορία, λίγο συνθήματα προπαγάνδας και ζύμωσης, και λίγο ακτιβισμός-διαδηλωσακισμός. Χρειάζεται θέση, αιχμή, όσο κι αν αυτό φαντάζει «ρεφορμισμός». Αλλιώς συρόμαστε από τις εξελίξεις και, φυσικά, όπως είδαμε επί Πρεσπών, στρουθοκαμηλίζοντας, δεν αποφεύγουμε τη λάσπη περί «προδοσίας». Μα, πραγματικά, τι νομίζουν κάποιοι; Επειδή μόνο με το σοσιαλισμό θα λυθεί οριστικά το εθνικό ζήτημα (και, βέβαια, οι διάφορες συγκεκριμένες μορφές επίλυσής του και τότε θα αλλάζουν με τον καιρό, αλλά για να πάμε ως εκεί, χρειάζεται να αξιοποιήσουμε κάθε εφεδρεία, όπως αυτή που το εθνικό ζήτημα δημιουργεί), ως τότε θα την βγάζουν ως «Ανδρουλάκηδες»; 

Η Δήλωση των Κομμουνιστικών & Εργατικών Κομμάτων στη σύσκεψη της Μόσχας (1957), η τοποθέτηση του ΚΚ Κίνας & οι «αντιρεβιζιονιστές» πλασιέ του ρώσικου ιμπεριαλισμού

Ένα από τα πρόσφατα αποτελέσματα της σύγχυσης στις τάξεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος την οποία σπέρνει ο ρώσικος ιμπεριαλισμός, είναι και η εμφάνιση κάποιων που, όντας πρακτορεύοντες τη γραμμή του ρώσικου ιμπεριαλισμού, ταυτόχρονα «αντιτίθενται» στον ρεβιζιονισμό του Χρουσιώφ.

Μετά την κατάρρευση του ρεβιζιονισμού στις ΛΔ και την υποχώρηση και μετάλλαξη του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού το ‘89-‘91, ο δεξιός οπορτουνισμός τέθηκε σε αμφισβήτηση από πλατιές προοδευτικές μάζες. Διάφορες θέσεις του ρεβιζιονισμού, όπως οι αυξημένες δυνατότητες για ειρηνικό πέρασμα στον σοσιαλισμό, έστω και στα λόγια απορρίπτονται πια από τους περισσότερους κομμουνιστές. Με την επίμονη δε δουλειά των αντιρεβιζιονιστικών-αντισοσιαλιμπεριαλιστικών δυνάμεων, χάρη, ομολογουμένως, και στη χρήση του διαδικτύου που ξεπέρναγε τα φυσικά εμπόδια των ρεβιζιονιστών-(φιλο-)σοσιαλιμπεριαλιστών, αναδείχθηκαν οι ολέθριες επιπτώσεις από την επισφράγιση της νίκης του ρεβιζιονισμού στο ΚΚΣΕ με το 20ό συνέδριό του το 1956.

Ωστόσο, ακόμα κι αν είναι λίγοι πια όσοι αποφεύγουν ακόμα και τώρα να αποκαλέσουν «ρεβιζιονιστικό» το ΚΚΣΕ από το 1956 και μετά, πολλοί περισσότεροι (ακόμα και εξαρχής αντιρεβιζιονιστές που έχουν «χάσει επεισόδια») είναι όσοι ταυτίζουν ρεβιζιονισμό με δεξιό οπορτουνισμό. Πράγματι, σε γενικές γραμμές μπορεί να αντιστοιχηθεί ο ρεβιζιονισμός με τον δεξιό οπορτουνισμό στην ΕΣΣΔ από το ’56 και μετά, για μια δεκαετία περίπου. Όμως, ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός, πέραν του ότι δεν είναι μόνο δεξιός, δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό ρεύμα. Έγινε πράξη. Και αυτό δεν συνέβη εντός μιας οργάνωσης που απλώς εκφυλίστηκε, ούτε σε μια απομονωμένη νησίδα με επιπτώσεις περιοριζόμενες σε αυτή, αλλά σε κυβερνών κόμμα και κράτος με επιπτώσεις σε άλλα, και δη σε κράτος μεγάλο, καταρχάς, που είχε, δηλαδή, όλες τις δυνατότητες, αν ανακοβόταν και παλινδρομούσε η σοσιαλιστική του οικοδόμηση, να επιδείξει μεγαλοκρατική στάση, προοίμιο της ιμπεριαλιστικής. Το συγκεκριμένο κράτος, μάλιστα, είχε τη δυνατότητα να ασκεί επιρροή όχι μόνο στους κομμουνιστές, αλλά και σε πλατιές λαϊκές μάζες και εθνοαστικές και μεσοαστικές δυνάμεις ανά την υφήλιο, λόγω της σωτήριας για την ανθρωπότητα στάσης του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και της ανάπτυξης καθυστερημένων λαών χάρη στο σοσιαλισμό.

Ο ρεβιζιονισμός ως δεξιός οπορτουνισμός, εν ολίγοις, αποτέλεσε απλώς το βατήρα για τον σοσιαλιμπεριαλισμό. Οι θέσεις του όπως η ειρηνική συνύπαρξη, αφού έπαιξαν το ρόλο τους στο να φέρουν το ρωσικό ιμπεριαλισμό σε θέση να συνεννοείται «με τα μάτια» με τον αμερικάνικο για να «ρίχνουν» όλους τους άλλους – λαούς και ιμπεριαλιστές, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι πια τόσο στην ημερήσια διάταξη. Ταυτόχρονα, φυσικά, είναι πιο οξυμένος ο ανταγωνισμός των δύο αυτών ιμπεριαλισμών και έχει ανάγκη ο ρώσικος να αξιοποιήσει το πολύμορφο «στρατόπεδο» και οπλοστάσιό του. Έτσι, πολύ πιο επίκαιρα και ευρισκόμενα στην ημερήσια διάταξη, καθότι σε πλήρη εφαρμογή, παραμένουν τα αξιώματα που διατυπώθηκαν επί μπρεζνιεφικού σοσιαλιμπεριαλισμού, όπως η θεωρία της περιορισμένης κυριαρχίας (βλ.π.χ. Ουκρανία) και, μετεξελιγμένα φυσικά, η θεωρία του διεθνούς καταμερισμού εργασίας (αποτέλεσμα στην οικονομία το οποίο το αξίωμα περί «περικύκλωσης» της Ρωσίας επιφέρει), η στήριξη στη «μη καπιταλιστική (μη δυτική) ανάπτυξη» (βλ. π.χ.  Λ. Αμερική/Καραϊβική και «προοδευτικές» κυβερνήσεις, εν είδει, μάλιστα, μικρότερου κακού) κ.ο.κ. Ειδικά η πρώτη έχει τη μεγαλύτερη πέραση σε όσους ταυτίζουν εμπράκτως αντιιμπεριαλισμό με αντιδυτικισμό, τους αφιονίζει σε καιρούς όπως τον σημερινό, με την εισβολή στην Ουκρανία, και θέτουν έτσι τον εαυτό τους ανοιχτά και ωμά στην υπηρεσία του ρώσικου ιμπεριαλισμού.

Το να είναι, λοιπόν, κανείς ενάντιος στις «νεκρές» σε γενικές γραμμές «φαεινές» του 20ού συνεδρίου, χωρίς να είναι ενάντιος στη συνέχειά τους, δηλαδή, τον μπρεζνιεφικό σοσιαλιμπεριαλισμό και τις προαναφερθείσες θέσεις του, ή ακόμα χειρότερα, η υποστήριξη τέτοιων θέσεων που υλοποιούνται όσο ποτέ άλλοτε από τον ρωσικό ιμπεριαλισμό, δεν είναι απλώς μια αντίφαση ή μια «τρύπα στο νερό», δεν είναι ότι «δεν αρκεί», δεν συμβάλλει απλώς στη μετατροπή του κομμουνιστικού κινήματος σε λέσχη συζητήσεων για την ιστορία δήθεν ασύνδετων με το σήμερα περιόδων: είναι καλλωπισμός του ρώσικου ιμπεριαλισμού. Μάλιστα, είναι εκ του πονηρού, γιατί αυτού του είδους η «εναντίωση στο 20ό συνέδριο» δίνει άκοπα «επαναστατικά παράσημα» και, πλέον, ακροατήρια, εύηκοα ώτα. Νο.1 εχθρός, επομένως, για την ίδια την ανεξαρτησία, την αξιοπιστία και, κατ’ επέκταση, την υπόσταση του κομμουνιστικού κινήματος είναι ο ρώσικος ιμπεριαλισμός. Και τέτοιοι «αντιρεβιζιονιστές» είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο αυτού του ιμπεριαλισμού, αφού υποσκάπτουν την ίδια την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος, προϋπόθεση για την οποία είναι η ανεξαρτησία του και η αναγνώρισή της από αυτούς στους οποίους απευθύνεται (πράγματα που ουδόλως επιθυμεί ο ρώσικος ιμπεριαλισμός).

Το πόσο κάλπικος είναι ο «αντιρεβιζιονισμός» όσων ταυτόχρονα δεν αντιτίθεται, αλλά προωθούν τη γραμμή του ρώσικου ιμπεριαλισμού, αποδεικνύεται και από την παρατιθέμενη ακολούθως Δήλωση των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη σύσκεψη της Μόσχας το Νοέμβρη του 1957, στον απόηχο, δηλαδή, της επισφράγισης της νίκης του ρεβιζιονισμού στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, των αντεπαναστατικών γεγονότων στην Ουγγαρία, της «αποκατάστασης» Τίτο κλπ. Σε αυτή, ακόμα και το ρεβιζιονιστικό πια ΚΚΣΕ δεν έχει κανένα πρόβλημα να «καταδικάσει» τον… ρεβιζιονισμό (νοούμενο τότε ως δεξιό οπορτουνισμό) ως βασικό κίνδυνο για το κομμουνιστικό κίνημα. Μάλιστα, αποδέχεται να συνυπογράψει ως και ανάλυση της προέλευσής του. Η σύνταξη της Δήλωσης, όπως είναι ήδη ευνόητο, σφραγίστηκε από την παρέμβαση του ΚΚ Κίνας που απεγνωσμένα αναζητούσε σημεία συνεννόησης για την αποφυγή διάσπασης του κομμουνιστικού κινήματος. Έτσι, στη Δήλωση αναφέρεται η ειρηνική συνύπαρξη του 20ού συνεδρίου, αλλά και αυτή όπως την εννοούσαν Κίνα/Ινδία και η διάσκεψη στο Μπαντούνγκ. Πέρασαν επίσης και θέσεις περί πλήρους ισοτιμίας και σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, της κρατικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, της μη ανάμιξης του ενός σοσιαλιστικού κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου, παρότι ο Χρουσιώφ ήδη έπλαθε με τα χεράκια του τη μπρεζνιεφική θεωρία της περιορισμένης κυριαρχίας, του «σοβιετικού έθνους» κ.ά.. Αναφέρει, τέλος η δήλωση, τη δυνατότητα για ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό, δεν αναφέρει ωστόσο την όλο και πιο αυξημένη δυνατότητα, λόγω της «νομοτελειακότητας» της αύξησης των «ποικιλιών» των μορφών περάσματος που πρόκρινε το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ. Κι αυτό, χάρη στην παρέμβαση του ΚΚ Κίνας, η οποία παρατίθεται πρώτη.

Τοποθέτηση του ΚΚ Κίνας για τους δρόμους περάσματος στο σοσιαλισμό (10/11/1957)

Στο πρόβλημα της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό πρέπει, αντί να μιλάμε για μια μονάχα δυνατότητα, να δείχνουμε ότι υφίστανται δύο δυνατότητες: η δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος και η δυνατότητα του μη ειρηνικού περάσματος. Αυτό θα μας δώσει μεγαλύτερη ευλυγισία και θα μας εξασφαλίσει κάθε στιγμή την πολιτική πρωτοβουλία.

Το γεγονός ότι υποδείχνουμε τη δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος καταδεικνύει ότι στο θέμα προσφυγής στη βία, βρισκόμαστε, πριν απ’ όλα, στην άμυνα: Αυτό επιτρέπει στα κομμουνιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών να αποφεύγουν τις επιθέσεις που εξαπολύονται εναντίον τους σ’ αυτό το θέμα και προσφέρει πλεονεκτήματα στο πολιτικό πεδίο: Συμβάλλει στο να κερδίζονται οι μάζες, να αφαιρείται κάθε πρόσχημα από την αστική τάξη και να απομονώνεται.

Αν στο μέλλον, μέσα σε συνθήκες όπου μια απότομη αλλαγή θα γινόταν στη διεθνή κατάσταση ή μέσα στην εσωτερική κατάσταση μιας καθορισμένης χώρας, παρουσιάζονταν για τη χώρα αυτή η δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος, θα ήταν εύκολο να αδράξουμε την ευκαιρία και να κερδίσουμε την υποστήριξη των μαζών για να λύσουμε το ζήτημα της κρατικής εξουσίας με ειρηνικά μέσα.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να δένουμε τα χέρια εξαιτίας αυτής της επιθυμίας. Η αστική τάξη δεν αποσύρεται οικειοθελώς από τη σκηνή της ιστορίας, αυτό αποτελεί έναν γενικό νόμο του ταξικού αγώνα. Το προλεταριάτο, το κομμουνιστικό κόμμα κάθε χώρας δεν πρέπει διόλου να εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους προπαρασκευής της επανάστασης. Πρέπει να είναι έτοιμο κάθε στιγμή να αντιμετωπίσει μια αντεπαναστατική επίθεση και κατά την κρίσιμη στιγμή της επανάστασης, ενώ η εργατική τάξη θα πάρει την εξουσία, να είναι έτοιμο το κόμμα να τσακίσει την αστική τάξη με βία, στην περίπτωση που αυτή θα κατέφευγε στη βία για να καταστείλει την επανάσταση του λαού (μια προσφυγή στη βία που γενικά είναι αναπόφευκτη).

Στη σημερινή κατάσταση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, θα ήταν πλεονεκτικό από την άποψη τακτικής να εκδηλωθεί η επιθυμία να πραγματοποιηθεί το ειρηνικό πέρασμα, αλλά δεν ταιριάζει να επιμένουμε πολύ σ’ αυτή τη δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος. Και ιδού για ποιους λόγους:

Η δυνατότητα και η πραγματικότητα, η επιθυμία και η πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Πρέπει να εκδηλώνουμε την επιθυμία μας για το ειρηνικό πέρασμα, αλλά δεν πρέπει να τοποθετούμε την επιθυμία μας κυρίως σ’ αυτό. Δεν πρέπει λοιπόν να επιμένουμε πολύ σ’ αυτή την όψη του προβλήματος.

Αν τονιζόταν πολύ η δυνατότητα του ειρηνικού περάσματος και, κυρίως, η δυνατότητα να πάρουμε την εξουσία με την κατάκτηση μιας κοινοβουλευτικής  πλειοψηφίας, αυτό εύκολα θα μπορούσε να συνεπάγεται τη χαλάρωση της επαναστατικής θέλησης του προλεταριάτου, του εργαζόμενου λαού και του κομμουνιστικού κόμματος, και θα τα αφόπλιζε στο ηθικό πεδίο.

Απ’ ό,τι ξέρουμε, δεν υπάρχει ακόμα ούτε μία χώρα για την οποία μια τέτοια δυνατότητα ενέχει μια πραγματική σημασία. Και δεν θα ταίριαζε επίσης να επιμένουμε πολύ σ’ αυτή τη δυνατότητα, έστω κι αν εκδηλωνόταν λίγο πιο πολύ σε μια ιδιαίτερη χώρα, δεδομένου ότι δεν είναι πραγματική στην απέραντη πλειοψηφία των χωρών. Όταν η δυνατότητα θα παρουσιασθεί πράγματι σε μια δεδομένη χώρα, το κομμουνιστικό κόμμα θα πρέπει, απ’ τη μια μεριά, να δοκιμάσει να την κάνει πραγματικότητα και, απ’ την άλλη, να προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει, σε κάθε στιγμή, μια ένοπλη επίθεση της αστικής τάξης.

Η επιμονή σε μια τέτοια δυνατότητα δεν μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα τη μετρίαση του αντιδραστικού χαρακτήρα της αστικής τάξης, ούτε το αποκοίμισμα της αστικής τάξης.

Σε ό,τι αφορά τα σοσιαλιστικά κόμματα, αυτό επίσης δεν μπορεί να τα κάνει επαναστατικά.

Αυτό δεν θα προκαλέσει επίσης μια μεγαλύτερη ανάπτυξη στα κομμουνιστικά κόμματα των διαφόρων χωρών. Αντίθετα, αν υπάρχουν κομμουνιστικά κόμματα που αμβλύνουν μ’ αυτό το επαναστατικό τους πρόσωπο και συγχέονται, στα μάτια των μαζών, με τα σοσιαλιστικά κόμματα, αυτό δεν μπορεί παρά να αδυνατίσει τα κομμουνιστικά κόμματα.

Το πιο επιτακτικό καθήκον είναι η συσσώρευση των δυνάμεων και η προπαρασκευή της επανάστασης, και ο κοινοβουλευτικός αγώνας είναι, στο κάτω-κάτω, ένα πράγμα πιο εύκολο. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε πλήρως τη μορφή του κοινοβουλευτικού αγώνα, αλλά ο αγώνας αυτός δεν θα έχει παρά ένα περιορισμένο αποτέλεσμα, και το πιο σημαντικό είναι να καταφύγουμε σ’ αυτό το επιτακτικό καθήκον που είναι η συσσώρευση των επαναστατικών δυνάμεων.

Η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν σημαίνει τη συντριβή της παλιάς κρατικής μηχανής (των ένοπλων δυνάμεων, κυρίως), ούτε την εγκατάσταση μιας νέας κρατικής μηχανής (με τον έλεγχο των ένοπλων δυνάμεων). Αν η στρατιωτική και γραφειοκρατική κρατική μηχανή της αστικής τάξης δεν συντριβεί, τότε, ή το προλεταριάτο και οι σίγουροι σύμμαχοί του θα είναι αδύνατο να επιτύχουν την πλειοψηφία μέσα στη Βουλή (γιατί η αστική τάξη θα μπορεί, κάθε στιγμή, να αναθεωρήσει το σύνταγμα, σύμφωνα με τις ανάγκες της, με σκοπό να ενδυναμώσει τη δικτατορία της) ή αυτή η πλειοψηφία θα παραμείνει επισφαλής (παραδείγματος χάρη: με την ακύρωση των εκλογών, τη θέση του κομμουνιστικού κόμματος εκτός νόμου, τη διάλυση του κοινοβουλίου, κ.ο.κ.).

Το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό δεν πρέπει να ερμηνευθεί μονάχα ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι το πρόβλημα του κρατικού μηχανισμού. Το 19ο αιώνα, ο Μαρξ έκρινε ότι θα ήταν δυνατό για τον σοσιαλισμό να θριαμβεύσει ειρηνικά στην Αγγλία, γιατί η Αγγλία ήταν, εκείνη την εποχή, το κράτος που είχε το λιγότερο μιλιταρισμό και γραφειοκρατία. Κατά την περίοδο που ακολούθησε την επανάσταση του Φλεβάρη, ο Λένιν ήλπισε, με την πραγματοποίηση του συνθήματος «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», να οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη με μια ειρηνική ανάπτυξη γιατί εκείνη την εποχή τα όπλα βρίσκονταν στα χέρια του λαού. Ούτε ο Μαρξ, ούτε ο Λένιν δεν εννοούσαν μ’ αυτό ότι πραγματοποιούν την ειρηνική μετάβαση με τη χρησιμοποίηση της παλιάς κρατικής μηχανής. Ο Λένιν εξήγησε πολλές φορές τη διάσημη φράση του Μαρξ και του Ένγκελς: «Η εργατική τάξη δεν πρέπει να περιορισθεί να πάρει έτοιμη την κρατική μηχανή και να την κάνει να λειτουργήσει για δικό της λογαριασμό».

Τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν είναι κόμματα που έχουν σκοπό τους τον σοσιαλισμό. Βρίσκονται στην υπηρεσία της αστικής τάξης και του καπιταλισμού, εξαιρέσει μιας ελάχιστης μειοψηφίας που αποτελεί την αριστερή πτέρυγα αυτών των κομμάτων, και είναι μια παραλλαγή των αστικών κομμάτων. Στο θέμα της σοσιαλιστικής επανάστασης, η θέση μας είναι θεμελιωδώς διαφορετική από τη θέση των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι ηγέτες αυτών των κομμάτων θα επωφελούνταν απ’ αυτό για να εξαπατήσουν τις μάζες και εμείς θα μειονεκτούσαμε στη δουλειά μας για το κέρδισμα των μαζών που βρίσκονται κάτω από την επίδραση των σοσιαλιστικών κομμάτων. Εντούτοις, είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι η ενίσχυση της δουλειάς στα σοσιαλιστικά κόμματα και ο αγώνας για τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου με την αριστερή πτέρυγα και τα κεντρώα στοιχεία αυτών των κομμάτων είναι πράγματα πολύ σημαντικά.

Να πώς κατανοούμε αυτό το πρόβλημα. Έχουμε πράγματι μια διαφορετική γνώμη και διαφορετικές σκέψεις μας έχουν εμποδίσει να εκφράσουμε τη γνώμη μας για το θέμα αυτό μετά το 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Τώρα που μια κοινή δήλωση πρόκειται να δημοσιευθεί, βρισκόμαστε στην ανάγκη να εκθέσουμε την άποψή μας. Αυτό όμως δεν εμποδίζει να βρούμε μια κοινή γλώσσα στο προσχέδιο της δήλωσης. Για να καταδείξουμε ότι σ’ αυτό το πρόβλημα το προσχέδιο δήλωσης ήταν σε συνάρτηση με τη διατύπωση του 20ού συνεδρίου του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης, συγκατανεύουμε να ληφθεί σαν βάση το προσχέδιο που υποβλήθηκε σήμερα από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης, προτείνοντας ταυτόχρονα τροποποιήσεις σε μερικά σημεία.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε σαν παράρτημα του κύριου άρθρου της «Κόκκινης Σημαίας» και της «Λαϊκής Ημερησίας» στις 6/9/1963. Στα ελληνικά πάρθηκε από το βιβλίο του Ροζέ Γκαρωντύ «Το κινεζικό πρόβλημα» (μετάφραση Απόστολου Σπήλιου), εκδ. Βέγας, 1971, σ.σ.244-248. Εδώ, δημοσιεύεται με μερικές διορθώσεις από parapoda.

**

Δήλωση των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων των σοσιαλιστικών χωρών που εγκρίθηκε στη σύσκεψη της Μόσχας

Οι αντιπρόσωποι του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας, του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, του Κόμματος Εργαζομένων του Βιετνάμ, του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Λαοκρατικής Γερμανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, του Κόμματος Εργασίας της Κορέας, του Λαϊκού Επαναστατικού Κόμματος της Μογγολίας, του Ενιαίου Εργατικού Κόμματος της Πολωνίας, του Εργατικού Κόμματος της Ρουμανίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας εξέτασαν στη σύσκεψη τα επίκαιρα προβλήματα της τωρινής διεθνούς κατάστασης και της πάλης που διεξάγεται για την ειρήνη, για τον σοσιαλισμό, καθώς και το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ τους.

Βίντεο από την υπογραφή της δήλωσης από τους επικεφαλής των αντιπροσωπειών. Πρώτος ο Ενβέρ Χότζα του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας.

Η ανταλλαγή γνωμών έδειξε την ενότητα των απόψεων των αντιπροσωπευθέντων στη σύσκεψη κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων σε κάθε ζήτημα που εξετάστηκε, και την ταυτότητα της θέσης τους όσον αφορά την εκτίμηση της σύγχρονης διεθνούς κατάστασης. Στη σύσκεψη έθιξαν επίσης και τα κοινά προβλήματα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Οι αντιπρόσωποι που πήραν μέρος στη σύσκεψη κατά την επεξεργασία του σχεδίου Δήλωσης, συμβουλεύτηκαν και τους αντιπροσώπους των αδελφών κομμάτων των καπιταλιστικών χωρών. Τα αδελφά κόμματα, που δεν πήραν μέρος στη σύσκεψη, θα εκτιμήσουν τις σκέψεις που περιέχονται στην παρούσα Δήλωση και τα ίδια θα αποφασίσουν πώς θα ενεργήσουν σε σχέση με αυτά που περιλαβαίνει.

Ι. Το κύριο περιεχόμενο της εποχής μας το αποτελεί το πέρασμα απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, πέρασμα που άρχισε με τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση της Ρωσίας. Σήμερα κιόλας περισσότερο απ’ το 1/3 του πληθυσμού όλου του κόσμου – πάνω από 950 εκατομμύρια άνθρωποι – μπήκαν στο δρόμο του σοσιαλισμού και χτίζουν τη νέα ζωή. Η τεράστια ανάπτυξη των σοσιαλιστικών δυνάμεων έδωσε ώθηση στην μεταπολεμική περίοδο για την θυελλώδη ανάπτυξη του αντιιμπεριαλιστικού εθνικού κινήματος. Στα τελευταία 12 χρόνια, εκτός από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ και τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας, άλλα 700 και περισσότερο εκατομμύρια άνθρωποι αποτίναξαν τον αποικιακό ζυγό και δημιούργησαν το δικό τους ανεξάρτητο εθνικό κράτος. Οι λαοί των αποικιακών και εξαρτημένων χωρών, που εξακολουθούν να είναι σκλαβωμένοι, εντείνουν τον αγώνα τους για την εθνική απελευθέρωσή τους. Η ανάπτυξη του σοσιαλιστικού και εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος επιτάχυνε σημαντικά το προτσές της κατάρρευσης του ιμπεριαλισμού. Ο ιμπεριαλισμός έχασε την προηγούμενη εξουσία του πάνω στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Την κοινωνία των ιμπεριαλιστικών κρατών την κατατρώγουν βαθιές ταξικές αντιθέσεις και ταυτόχρονα υπάρχουν οξείες αντιθέσεις ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη. Στις ίδιες αυτές χώρες η εργατική τάξη όλο και πιο αποφασιστικά αντιστέκεται στην πολιτική του ιμπεριαλισμού και των μονοπωλίων, μάχεται για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής της, για τα δημοκρατικά δικαιώματα, για την ειρήνη και τον σοσιαλισμό.

Στην εποχή μας, την παγκόσμια εξέλιξη την καθορίζουν η πορεία και τα αποτελέσματα της άμιλλας ανάμεσα στα δύο αντίθετα κοινωνικά συστήματα. Ο σοσιαλισμός μέσα σε 40 χρόνια απόδειξε, ότι σαν κοινωνικό σύστημα κατά πολύ ξεπερνά τον καπιταλισμό. Ο σοσιαλισμός εξασφάλισε τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που για τον καπιταλισμό είναι άγνωστοι και απρόσιτοι, εξασφάλισε το ανέβασμα του υλικού και εκπολιτιστικού επιπέδου των εργαζομένων. Την τεράστια ζωτικότητα του σοσιαλισμού αποδείχνουν πειστικά οι μεγάλες επιτυχίες της Σοβιετικής Ένωσης στον τομέα της οικονομίας, της επιστήμης και της τεχνικής, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα εκείνα, που πέτυχαν άλλες σοσιαλιστικές χώρες στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Οι εργαζόμενες μάζες των σοσιαλιστικών κρατών απολαμβάνουν πραγματική ελευθερία και δημοκρατικά δικαιώματα, η λαϊκή εξουσία εξασφαλίζει την πολιτική ενότητα των λαϊκών μαζών, πραγματοποιεί την ισότητα και φιλία των εθνών. Τα σοσιαλιστικά κράτη ακολουθούν τέτοια εξωτερική πολιτική, η οποία έχει σαν σκοπό την διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και την υποστήριξη της απελευθερωτικής πάλης των καταπιεζόμενων λαών. Το παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα, που αναπτύσσεται και δυναμώνει, εξασκεί όλο και μεγαλύτερη επίδραση πάνω στη διεθνή κατάσταση προς το συμφέρον της ειρήνης, της προόδου, της ελευθερίας των λαών.

Όσο ο σοσιαλισμός βρίσκεται σε ανάπτυξη, ο ιμπεριαλισμός βρίσκεται σε κατάπτωση. Οι θέσεις του ιμπεριαλισμού αδυνάτισαν σημαντικά σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του αποικιακού συστήματος. Οι λαοί που αποτινάζουν τον αποικιακό ζυγό υπερασπίζουν την ανεξαρτησία που κέρδισαν και αγωνίζονται για την οικονομική αυτοτέλειά τους, για την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς. Η ύπαρξη του σοσιαλιστικού συστήματος, εκείνη η βοήθεια, την οποία οι σοσιαλιστικές χώρες προσφέρουν στις χώρες αυτές με βάση την ισοτιμία, καθώς επίσης η συνεργασία ανάμεσα στις σοσιαλιστικές και σ’ αυτές τις χώρες για την ειρήνη, στην πάλη που διεξάγεται ενάντια σε κάθε επίθεση – διευκολύνουν, τους λαούς αυτών των χωρών να υπερασπίσουν την εθνική λευτεριά τους και να προχωρήσουν στο δρόμο της κοινωνικής προόδου.

Στα ιμπεριαλιστικά κράτη οξύνθηκαν οι αντιθέσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Δεν χρησιμοποιούν σε πολλές περιπτώσεις την μοντέρνα επιστήμη και τεχνική για το καλό της κοινωνικής προόδου και ολόκληρης της ανθρωπότητας και έτσι ο καπιταλισμός παραλύει και στρεβλώνει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας. Η θέση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας είναι ασταθής και αβέβαιη. Η σχετικά καλή οικονομική συγκυρία, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα σε μια σειρά χώρες του καπιταλιστικού κόσμου, δημιουργήθηκε, σε μεγάλο βαθμό, πάνω στο ασταθές έδαφος του κυνηγητού των εξοπλισμών και ορισμένων άλλων παραγόντων μεταβατικού χαρακτήρα. Η καπιταλιστική όμως οικονομία δεν είναι ικανή να αποφύγει τους καινούργιους βαθιούς τρανταγμούς και κρίσεις. Η προσωρινή υψηλή οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει ώστε να διατηρούνται σ’ ένα μέρος των εργατών των καπιταλιστικών χωρών ρεφορμιστικές αυταπάτες. Στην μεταπολεμική περίοδο, ένα τμήμα της εργατικής τάξης των υψηλά αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, στην πάλη για την βελτίωση των όρων ζωής ενάντια στην αυξανόμενη εκμετάλλευση, κατάφερε να πετύχει μια ορισμένη αύξηση των μεροκάματων, αν και σε μια ολόκληρη σειρά καπιταλιστικές χώρες το πραγματικό μεροκάματο βρίσκεται χαμηλότερα από το προπολεμικό επίπεδο. Στο μεγαλύτερο μέρος του καπιταλιστικού κόσμου, ιδιαίτερα στις αποικιακές και εξαρτημένες χώρες, τα εκατομμύρια των εργαζομένων βρίσκονται σε εξαθλίωση. Η σε μεγάλο βαθμό διείσδυση των μονοπωλίων στην αγροτική οικονομία, η πολιτική τιμών που επιβάλλουν, το σύστημα των δανείων και της τραπεζικής πίστης, καθώς επίσης και το κυνήγι των εξοπλισμών, είχαν σαν αποτέλεσμα τα μεγαλύτερα φορολογικά βάρη, την συνέχιση της πτώχευσης και εξαθλίωσης των βασικών μαζών της αγροτιάς. Οι αντιθέσεις δεν οξύνονται μόνο ανάμεσα στην αστική τάξη και την εργατική, αλλά και ανάμεσα στην μονοπωλιακή αστική τάξη και σε κάθε στρώμα του λαού, καθώς επίσης ανάμεσα στην μονοπωλιακή αστική τάξη των ΕΠΑ και στους λαούς, ακόμα και στην αστική τάξη των υπόλοιπων καπιταλιστικών χωρών. Οι εργαζόμενοι των καπιταλιστικών χωρών ζουν τώρα μέσα σε τέτοιες συνθήκες που όλο και πιο πολύ τους πείθουν ότι μοναδική διέξοδος από τη δύσκολη κατάστασή τους είναι ο σοσιαλισμός. Έτσι δημιουργούνται όλο και περισσότερο ευνοϊκές δυνατότητες για την προσέλκυσή τους στο δραστήριο αγώνα για το σοσιαλισμό.

Οι επιθετικοί ιμπεριαλιστικοί κύκλοι των ΕΠΑ, συνεχίζοντας τη λεγόμενη πολιτική της πυγμής επιδιώκουν να πετύχουν την κυριαρχία πάνω στην πλειοψηφία των χωρών του κόσμου και προσπαθούν να εμποδίσουν την πορεία της ανθρωπότητας σύμφωνα με τους νόμους εξέλιξης της κοινωνίας. Κάτω απ’ την ταμπέλα του «αγώνα ενάντια στον κομμουνισμό» επιδιώκουν να υποτάξουν κάτω από την κυριαρχία τους όλο και μεγαλύτερο αριθμό χωρών, τείνουν στην εξάλειψη των δημοκρατικών ελευθεριών, απειλούν την εθνική ανεξαρτησία αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, θέλουν να επιβάλουν με νέα μορφή τον αποικιακό ζυγό στους απελευθερωμένους λαούς και διεξάγουν συστηματική εχθρική υπονομευτική δράση ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες. Ορισμένοι επιθετικοί κύκλοι των ΕΠΑ προσπαθούν με την πολιτική τους να συσπειρώσουν γύρω τους όλες τις αντιδραστικές δυνάμεις του καπιταλιστικού κόσμου. Μ’ αυτό τον τρόπο οι κύκλοι αυτοί γίνονται κέντρο της παγκόσμιας αντίδρασης και χειρότεροι εχθροί των λαϊκών μαζών. Αυτές οι αντιλαϊκές επιθετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με την πολιτική τους ετοιμάζουν το χαμό τους, μόνες τους ανοίγουν τον τάφο μέσα στον οποίο θα ταφούν.

Όσο διατηρείται ο ιμπεριαλισμός θα συνεχίζει να υπάρχει και η δυνατότητα για επιθετικούς πολέμους. Στα μεταπολεμικά χρόνια, οι αμερικανοί, οι άγγλοι, οι γάλλοι και άλλοι ιμπεριαλιστές και οι λακέδες τους, διεξήγαγαν ή διεξάγουν πολέμους στην Ινδοκίνα, Ινδονησία, Κορέα, Μαλαισία, Κένυα, Γουατεμάλα, Αίγυπτο, Αλγερία, Ομάν και Υεμένη. Ταυτόχρονα οι επιθετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αρνούνται επίμονα τον περιορισμό των εξοπλισμών, την απαγόρευση της χρησιμοποίησης και της παραγωγής του ατομικού και υδρογονικού όπλου, τη συμφωνία για το άμεσο σταμάτημα των δοκιμών αυτού του όπλου. Συνεχίζουν τον λεγόμενο «ψυχρό πόλεμο», διεξάγουν κυνήγι εξοπλισμών, χτίζουν νέες και νέες πολεμικές βάσεις, ασκούν επιθετική πολιτική υπόσκαψης της ειρήνης, δημιουργούν κίνδυνο νέου πολέμου. Σε περίπτωση έκρηξης παγκόσμιου πολέμου – σε συνθήκες που ακόμα δεν θα έχει επιτευχθεί συμφωνία για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων – αυτός ο πόλεμος θα είναι αναπόφευχτα πυρηνικός πόλεμος και πρωτοφανής σε καταστροφές.

Στη Δυτική Γερμανία, με τη βοήθεια των ΕΠΑ αναγεννιέται ο γερμανικός μιλιταρισμός και μ’ αυτό δημιουργείται εστία σοβαρής πολεμικής απειλής στο κέντρο της Ευρώπης. Ο αγώνας ενάντια στο δυτικογερμανικό μιλιταρισμό και ρεβανσισμό που απειλούν την ειρήνη, είναι σπουδαίο καθήκον των φιλειρηνικών δυνάμεων του γερμανικού λαού  και όλων των λαών της Ευρώπης.

Σ’ αυτό τον αγώνα είναι ιδιαίτερα μεγάλος ο ρόλος της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας – του πρώτου στην ιστορία της Γερμανίας κράτους των εργατών και αγροτών, προς το οποίο οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη εκφράζουν την πλήρη αλληλεγγύη και υποστήριξή τους.

Τον ίδιο καιρό οι ιμπεριαλιστές προσπαθούν να υποτάξουν τους φιλειρηνικούς λαούς της Εγγύς και Μέσης Ανατολής στο περίφημο « «δόγμα Ντάλλες-Αϊζενχάουερ», δημιουργώντας έτσι απειλή κατά της ειρήνης σ’ αυτή την περιοχή. Οργανώνουν συνωμοσίες και προβοκάτσιες ενάντια στην ανεξάρτητη Συρία. Οι προβοκάτσιες ενάντια στη Συρία, Αίγυπτο και τις άλλες αραβικές χώρες έχουν σκοπό να διασπάσουν την ενότητα των αραβικών κρατών και να τα θέσουν σε κατάσταση απομόνωσης για να εκκαθαρίσουν το δρόμο για την κατάλυση της λευτεριάς και ανεξαρτησίας τους.

Το επιθετικό μπλοκ του ΣΕΑΤΟ δημιουργεί κίνδυνο πολέμου στη Νοτιοανατολική Ασία.

Το ζήτημα του πολέμου ή της ειρηνικής συνύπαρξης έγινε ζωτικό πρόβλημα της παγκόσμιας πολιτικής. Οι λαοί όλων των χωρών πρέπει να κρατούν την ανώτατη επαγρύπνηση απέναντι στον κίνδυνο του πολέμου που δημιουργήθηκε από τον ιμπεριαλισμό.

Σήμερα, οι δυνάμεις της ειρήνης έχουν αναπτυχθεί τόσο πολύ ώστε υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα για την αποτροπή του πολέμου, όπως εξόφθαλμα έδειξε η χρεωκοπία των επιθετικών σχεδίων των ιμπεριαλιστών στην Αίγυπτο. Χρεωκόπησαν επίσης τα σχέδιά τους που είχαν σκοπό να εκμεταλλευτούν τις αντεπαναστατικές δυνάμεις για τη συντριβή του λαϊκοδημοκρατικού καθεστώτος στην Ουγγαρία.

Την υπόθεση της ειρήνης την υπερασπίζονται ισχυρές δυνάμεις της εποχής μας: το ασύντριφτο στρατόπεδο των σοσιαλιστικών χωρών με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση, οι φιλειρηνικές χώρες της Ασίας και της Αφρικής που παίρνουν αντιιμπεριαλιστική θέση και συγκροτούν μαζί με τις σοσιαλιστικές χώρες την τεράστια ζώνη της ειρήνης, η διεθνής εργατική τάξη και, στην πρώτη γραμμή, η πρωτοπορία της – τα κομμουνιστικά κόμματα, το απελευθερωτικό κίνημα των λαών των αποικιών και μισοαποικιών, το μαζικό κίνημα των λαών για την ειρήνη. Αποφασιστική αντίσταση στα σχέδια της οργάνωσης νέου πολέμου εκδηλώνουν και οι λαοί των χωρών της Ευρώπης που διακήρυξαν την ουδετερότητά τους, οι λαοί της Λατινικής Αμερικής, οι λαϊκές μάζες των ίδιων των ιμπεριαλιστικών χωρών. Η συνένωση όλων αυτών των ισχυρών δυνάμεων μπορεί να αποτρέψει την έκρηξη του πολέμου. Και στην περίπτωση που οι πολεμόχαροι μανιακοί ιμπεριαλιστές θα αποτολμήσουν, χωρίς να σκεφτούν τίποτε, να εξαπολύσουν τον πόλεμο, τότε ο ιμπεριαλισμός θα καταδικάσει τον εαυτό του στην εξαφάνιση, γιατί οι λαοί θα πάψουν πια να ανέχονται εκείνο το καθεστώς που τους φέρνει τόσο μεγάλα βάσανα και  θυσίες.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα που συμμετέχουν στην τωρινή σύσκεψη δηλώνουν ότι η λενινιστική αρχή της ειρηνικής συνύπαρξης των δυο συστημάτων που αναπτύχθηκε παραπέρα, με βάση τις σημερινές συνθήκες, στις αποφάσεις του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ, αποτελεί ακλόνητη βάση της εξωτερικής πολιτικής των σοσιαλιστικών χωρών και ελπιδοφόρα βάση της ειρήνης και της φιλίας ανάμεσα στους λαούς. Οι πέντε αρχές της κοινής διακήρυξης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και της Ινδικής Δημοκρατίας ανταποκρίνονται στα συμφέροντα της ειρηνικής συνύπαρξης, καθώς και οι θέσεις που ψηφίστηκαν στη διάσκεψη των ασιατικών και αφρικανικών χωρών στο Μπαντούνγκ. Σήμερα, ο αγώνας για την ειρήνη και την ειρηνική συνύπαρξη έγινε απαίτηση των πιο πλατιών μαζών όλων των χωρών του κόσμου.

Τα κομμουνιστικά κόμματα θεωρούν τον αγώνα για την ειρήνη σαν δικό τους πρωταρχικό καθήκον. Μαζί με όλες τις φιλειρηνικές δυνάμεις θα κάνουν κάθε τι που εξαρτάται απ’ αυτά για να αποτρέψουν τον πόλεμο.

ΙΙ. Η σύσκεψη θεωρεί ότι στη σύγχρονη κατάσταση αποχτά ιδιαίτερη σημασία το δυνάμωμα της ενότητας και της ειρηνικής συνεργασίας των σοσιαλιστικών χωρών, των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, η συσπείρωση του διεθνούς εργατικού, εθνικοαπελευθερωτικού και δημοκρατικού κινήματος.

Βάση των αμοιβαίων σχέσεων των χωρών του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος και όλων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων αποτελούν οι δοκιμασμένες στη ζωή αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, οι αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Στη σημερινή εποχή ανταποκρίνεται στα ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών η υποστήριξη απ’ την πλευρά τους, προς τη Σοβιετική Ένωση και προς όλες τις σοσιαλιστικές χώρες, που ακολουθούν πολιτική διαφύλαξης της ειρήνης σ’ όλον τον κόσμο και αποτελούν φρούριο της ειρήνης και της κοινωνικής προόδου. Η εργατική τάξη, οι δημοκρατικές δυνάμεις, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών έχουν συμφέρον να δυναμώνουν ασταμάτητα τους αδελφικούς δεσμούς για το καλό της γενικής υπόθεσης, έχουν συμφέρον να υπερασπίζονται από κάθε απόπειρα των εχθρών του σοσιαλισμού, τις ιστορικές πολιτικές και κοινωνικές καταχτήσεις που πραγματοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση – το πρώτο και ισχυρό σοσιαλιστικό κράτος –, στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σ’ όλες τις σοσιαλιστικές χώρες για το πλάτεμα και το στερέωμα αυτών των καταχτήσεων. Τις αμοιβαίες σχέσεις τους οι σοσιαλιστικές χώρες τις οικοδομούν στις αρχές της πλήρους ισοτιμίας, του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας, της κρατικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, της μη ανάμιξης του ενός στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου. Αυτές οι σπουδαίες αρχές όμως δεν εξαντλούν όλη την ουσία των σχέσεων ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες. Αναπόσπαστο μέρος των σχέσεων μεταξύ τους αποτελεί η αδελφική αλληλοβοήθεια. Σ’ αυτή την αμοιβαία βοήθεια βρίσκει την πραγματική της έκφραση η αρχή του σοσιαλιστικού διεθνισμού.

Στη βάση της πλέριας ισοτιμίας, του αμοιβαίου συμφέροντος και της συντροφικής αλληλοβοήθειας τα σοσιαλιστικά κράτη δημιουργούν ανάμεσά τους πλατιά οικονομική και εκπολιτιστική συνεργασία, που παίζει σπουδαίο ρόλο στο δυνάμωμα της οικονομικής και πολιτικής ανεξαρτησίας της κάθε μιας σοσιαλιστικής χώρας, στο δυνάμωμα ολόκληρης της σοσιαλιστικής κοινότητας γενικά. Τα σοσιαλιστικά κράτη θα συνεχίσουν παραπέρα να πλαταίνουν και να ολοκληρώνουν την οικονομική και πολιτική συνεργασία τους.

Τα σοσιαλιστικά κράτη επίσης τάσσονται υπέρ της ολόπλευρης ανάπτυξης των οικονομικών και εκπολιτιστικών σχέσεων μ’ όλες τις άλλες χώρες, εάν και απ’ την πλευρά τους εκφράζεται παρόμοια επιθυμία, στη βάση της ισότητας, του αμοιβαίου συμφέροντος και της μη ανάμιξης του ενός στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου.

Η αλληλεγγύη των σοσιαλιστικών χωρών δεν κατευθύνεται ενάντια σε κανένα κράτος. Αντίθετα, αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των φιλειρηνικών λαών, συγκρατεί τις επιθετικές επιδιώξεις των πολεμόχαρων επιθετικών κύκλων, βοηθώντας και ενθαρρύνοντας τις δυνάμεις της ειρήνης που σταθεροποιούνται. Οι σοσιαλιστικές χώρες είναι ενάντια στο χώρισμα του κόσμου σε πολεμικά μπλοκ. Αλλά στις συνθήκες που δημιουργήθηκαν (όταν οι δυτικές δυνάμεις αρνούνται να δεχτούν την πρόταση των σοσιαλιστικών χωρών για την κατάργηση, σε αμοιβαία βάση, των στρατιωτικών μπλοκ) πρέπει να υπάρχει και να δυναμώνει η οργάνωση του συμφώνου της Βαρσοβίας, η οποία έχει αμυντικό χαρακτήρα και εξυπηρετεί την ασφάλεια των λαών της Ευρώπης και την υποστήριξη της ειρήνης σ’ όλο τον κόσμο.

Τα σοσιαλιστικά κράτη έχουν συνενωθεί σε μια ενιαία κοινότητα με την είσοδό τους στον κοινό δρόμο του σοσιαλισμού, με την κοινή ταξική ουσία του κοινωνικο-οικονομικού καθεστώτος και της κρατικής εξουσίας, με την αλληλοϋποστήριξη και αλληλοβοήθεια, με την κοινότητα συμφερόντων και σκοπών στον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό για τη νίκη του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, με την κοινή για όλα τα κράτη ιδεολογία του μαρξισμού-λενινισμού.

Η συσπείρωση και η στενή ενότητα των σοσιαλιστικών χωρών αποτελεί γερή εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας κάθε σοσιαλιστικής χώρας. Για το δυνάμωμα των αδελφικών σχέσεων και της φιλίας ανάμεσα στις χώρες του σοσιαλισμού είναι απαραίτητη η μαρξιστικο-λενινιστική διεθνιστική πολιτική των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, η διαπαιδαγώγηση όλων των εργαζομένων στο πνεύμα του συνδυασμού του διεθνισμού με τον πατριωτισμό, ο αποφασιστικός αγώνας για την εξάλειψη των υπολειμμάτων του αστικού εθνικισμού και σωβινισμού. Όλα τα προβλήματα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στις σοσιαλιστικές χώρες μπορούν πλέρια να λύνονται με την συντροφική συζήτηση στη βάση του σεβασμού των αρχών του σοσιαλιστικού διεθνισμού.

ΙΙΙ. Η νίκη του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, οι επιτυχίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας προκαλούν όλο και πιο βαθιά συμπάθεια ανάμεσα στις πλατιές μάζες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων όλου του κόσμου. Οι ιδέες του σοσιαλισμού καταχτούν τη συνείδηση καινούργιων εκατομμυρίων ανθρώπων. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση η ιμπεριαλιστική αστική τάξη δίνει όλο και μεγαλύτερη σημασία στην ιδεολογική παραπλάνηση των μαζών, διαστρέφει το σοσιαλισμό και συκοφαντεί το μαρξισμό-λενινισμό, εξαπατά τις μάζες και προκαλεί σύγχυση ανάμεσά τους. Γι’ αυτό, το δυνάμωμα της μαρξιστικής-λενινιστικής διαπαιδαγώγησης των μαζών, ο αγώνας ενάντια στην αστική ιδεολογία, το ξεσκέπασμα της ψευτιάς και των συκοφαντιών της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας ενάντια στο σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κίνημα, η πλατιά προπαγάνδα σε προσιτή πειστική μορφή των ιδεών του μαρξισμού, της ειρήνης και της φιλίας των λαών, αποχτά πρωταρχική σημασία.

Η σύσκεψη υπογράμμισε την ενότητα απόψεων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων πάνω στα θεμελιακά προβλήματα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η πείρα της ΕΣΣΔ και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών επιβεβαίωσε πλέρια την ορθότητα της θέσης της μαρξιστικο-λενινιστικής θεωρίας σχετικά με το ότι τα προτσές της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στηρίζονται σε σειρά βασικών νομοτελειών που ισχύουν για όλες τις χώρες που εισέρχονται στο δρόμο του σοσιαλισμού. Αυτές οι νομοτέλειες εκφράζονται παντού με την ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας ιστορικά διαμορφωμένων ιδιομορφιών και παραδόσεων, οι οποίες πρέπει απαραίτητα να παίρνονται υπόψη.

Τέτοιες γενικές νομοτέλειες είναι: η καθοδήγηση των εργαζομένων μαζών απ’ την πλευρά της εργατικής τάξης, που πυρήνας της είναι το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, στην διεξαγωγή της προλεταριακής επανάστασης μ’ αυτή ή με την άλλη μορφή· η συμμαχία της εργατικής τάξης με τη βασική μάζα της αγροτιάς και των άλλων στρωμάτων των εργαζομένων· η εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοχτησίας και η εγκαθίδρυση της κοινωνικής ιδιοχτησίας στα βασικά μέσα παραγωγής· ο βαθμιαίος σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της αγροτικής οικονομίας· η σχεδιασμένη ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας που κατευθύνεται στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και κομμουνισμού, στο ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων· η πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης στον τομέα της ιδεολογίας και του πολιτισμού και η δημιουργία πολυάριθμης διανόησης, αφοσιωμένης στην εργατική τάξη, στον εργαζόμενο λαό, στην υπόθεση του σοσιαλισμού· η εξάλειψη της εθνικής καταπίεσης και η εγκαθίδρυση ισοτιμίας και αδελφικής φιλίας ανάμεσα στους λαούς· η υπεράσπιση των καταχτήσεων του σοσιαλισμού απ’ τις απόπειρες των εσωτερικών και εξωτερικών εχθρών· η αλληλεγγύη της εργατικής τάξης μιας δοσμένης χώρας με την εργατική τάξη των άλλων χωρών – ο προλεταριακός διεθνισμός.

Ο μαρξισμός-λενινισμός απαιτεί τη δημιουργική εφαρμογή των αρχών της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε εξάρτηση με τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες κάθε χώρας, δεν επιτρέπει τη μηχανική αντιγραφή της πολιτικής και ταχτικής των κομμουνιστικών κομμάτων των άλλων χωρών. Ο Β.Ι.Λένιν επανειλημμένα προειδοποιούσε για το απαραίτητο της σωστής εφαρμογής των βασικών αρχών του κομμουνισμού σε αντιστοιχία με τις ιδιομορφίες του δοσμένου εθνικού κράτους. Η άγνοια των εθνικών ιδιομορφιών απ’ το προλεταριακό κόμμα αναπόφευχτα το οδηγεί στην απόσπαση απ’ τη ζωή, απ’ τις μάζες, αναπόφευχτα προξενεί ζημιά στην υπόθεση του σοσιαλισμού, και αντίθετα, η διόγκωση του ρόλου αυτών των ιδιομορφιών και η απόκλιση απ’ τη γενική αλήθεια του μαρξισμού-λενινισμού για τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, με το πρόσχημα των εθνικών ιδιομορφιών, επίσης αναπότρεπτα προξενεί ζημιά στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη θεωρούν ότι είναι απαραίτητο να διεξάγονται ταυτόχρονα αγώνας ενάντια και στις δυο αυτές τάσεις.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα των σοσιαλιστικών χωρών πρέπει σταθερά να ακολουθούν τις αρχές του συνδυασμού της γενικής αλήθειας του μαρξισμού-λενινισμού με τη συγκεκριμένη πρακτική της επανάστασης και της οικοδόμησης στις χώρες τους, δημιουργικά να εφαρμόζουν τις γενικές νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε αντιστοιχία με τις συγκεκριμένες συνθήκες των χωρών τους, να διδάσκεται ο ένας απ’ τον άλλον και να ανταλλάσσεται η πείρα. Η δημιουργική εφαρμογή των δοκιμασμένων από την πείρα της ζωής γενικών νομοτελειών της σοσιαλιστικής  οικοδόμησης και η ποικιλία των μορφών και μεθόδων της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στις διάφορες χώρες αποτελούν συλλογική συνεισφορά στη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού.

Θεωρητική βάση του μαρξισμού-λενινισμού είναι ο διαλεχτικός υλισμός. Αυτή η κοσμοαντίληψη αντανακλά τους γενικούς νόμους εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης. Αυτή η κοσμοαντίληψη είναι χρήσιμη για το παρελθόν, για το παρόν και για το μέλλον. Στο διαλεχτικό υλισμό αντιπαρατίθεται η μεταφυσική και ο ιδεαλισμός. Εάν το μαρξιστικό-πολιτικό κόμμα στην εξέταση των προβλημάτων δεν ξεκινά απ’τη διαλεχτική και τον υλισμό, τότε οδηγείται σε μονόπλευρο δρόμο και στον υποκειμενισμό, οδηγείται στην αποστέωση της σκέψης, στην απόσπαση απ’ την πραχτική και στην απώλεια της ικανότητας να κάνει την ανάλογη ανάλυση των πραγμάτων και φαινόμενων, οδηγείται σε ρεβιζιονιστικά ή δογματικά λάθη και σε λάθη στην πολιτική. Η εφαρμογή του διαλεχτικού υλισμού στην πραχτική δουλιά, η διαπαιδαγώγηση των στελεχών και των πλατιών μαζών στο πνεύμα του μαρξισμού-λενινισμού είναι ένα απ’ τα επίκαιρα καθήκοντα των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων.

Στη σημερινή εποχή αποχτά σοβαρή σημασία το δυνάμωμα του αγώνα ενάντια στα οπορτουνιστικά ρεύματα μέσα στο εργατικό και στο κομμουνιστικό κίνημα. Η σύσκεψη υπογραμμίζει την ανάγκη της αποφασιστικής εξάλειψης του ρεβιζιονισμού και του δογματισμού απ’ τις γραμμές των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων. Ο ρεβιζιονισμός και ο δογματισμός στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, όπως στο παρελθόν, έτσι και τώρα έχουν διεθνή χαραχτήρα. Ο δογματισμός και ο σεχταρισμός δυσκολεύουν την ανάπτυξη της θεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού και την δημιουργική της εφαρμογή στις συγκεκριμένες συνθήκες, που συνεχώς αλλάζουν, υποκαθιστούν την μελέτη της συγκεκριμένης κατάστασης με τσιτάτα και με κόλλημα στο γράμμα, οδηγούν στην απόσπαση του κόμματος απ’ τις μάζες. Το κόμμα που έχει κλειστεί στο σεχταρισμό, που έχει αποσπαστεί απ’ τις πλατιές μάζες σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει στη νίκη την υπόθεση της εργατικής τάξης.

Καταδικάζοντας τον δογματισμό, τα κομμουνιστικά κόμματα θεωρούν ότι στις σύγχρονες συνθήκες, βασικός κίνδυνος είναι ο ρεβιζιονισμός, με άλλα λόγια ο δεξιός οπορτουνισμός, σαν έκφραση της αστικής ιδεολογίας, που παραλύει την επαναστατική ενέργεια της εργατικής τάξης, που ζητά τη διατήρηση ή την αποκατάσταση του καπιταλισμού. Ωστόσο, ο δογματισμός και σεχταρισμός μπορεί επίσης να είναι βασικός κίνδυνος σε ορισμένες περίοδες της εξέλιξης αυτού ή εκείνου του κόμματος. Κάθε κομμουνιστικό κόμμα καθορίζει για τον εαυτό του ποιος κίνδυνος είναι, στη δοσμένη περίοδο, βασικός.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι για την εργατική τάξη, η κατάχτηση της εξουσίας, είναι μόνο η αρχή της επανάστασης και όχι το τέλος της. Μετά την κατάχτηση της εξουσίας, μπροστά στην εργατική τάξη μπαίνουν σοβαρά καθήκοντα για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της λαϊκής οικονομίας και τη δημιουργία οικονομικής και τεχνικής βάσης του σοσιαλισμού. Τον ίδιο καιρό, η συντριμμένη αστική τάξη πάντα επιδιώκει την παλινόρθωση. Η επιρροή της αστικής τάξης, της μικροαστικής τάξης και της διανόησής τους στην κοινωνία είναι ακόμα μεγάλη. Γι’ αυτό, για τη λύση του ζητήματος «ποιος ποιον» – καπιταλισμός ή σοσιαλισμός – απαιτείται αρκετά μακρόχρονο διάστημα. Η ύπαρξη της αστικής επίδρασης αποτελεί την εσωτερική πηγή του ρεβιζιονισμού, ενώ η τάση για συνθηκολόγηση μπροστά στην πίεση απ’ την πλευρά του ιμπεριαλισμού αποτελεί την εξωτερική πηγή του.

Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός προσπαθεί να δυσφημίσει τη μεγάλη διδασκαλία του μαρξισμού-λενινισμού, την θεωρεί «παλαιωμένη» και ότι τάχα έχασε τώρα τη σημασία της για την κοινωνική εξέλιξη. Οι ρεβιζιονιστές επιδιώκουν να ευνουχίσουν την επαναστατική ψυχή του μαρξισμού, να υποσκάψουν την πίστη της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού στο σοσιαλισμό. Οι ρεβιζιονιστές τάσσονται ενάντια στην ιστορική αναγκαιότητα της προλεταριακής επανάστασης και της διχτατορίας του προλεταριάτου στην περίοδο του περάσματος απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, αρνούνται τον καθοδηγητικό ρόλο του μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος, αρνούνται τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, απαιτούν την παραίτηση απ’ τις βασικές λενινιστικές αρχές της κομματικής οικοδόμησης και πριν απ’ όλα απ’ τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, ζητούν την μετατροπή του κομμουνιστικού κόμματος από μαχητική επαναστατική οργάνωση σε ένα είδος λέσχης συζητήσεων.

Όλη η πείρα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος διδάσκει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της πετυχημένης εκπλήρωσης των καθηκόντων της σοσιαλιστικής επανάστασης, της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, είναι η αποφασιστική υπεράσπιση απ’ την πλευρά των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων της μαρξιστικο-λενινιστικής ενότητας των γραμμών τους και η απαγόρευση των φραξιών και ομάδων που υποσκάφτουν αυτή την ενότητα.

ΙV.Μπροστά στα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα στέκουν μεγάλα ιστορικά καθήκοντα. Για την πραγματοποίηση αυτών των καθηκόντων είναι απαραίτητη η συσπείρωση όχι μόνο των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, αλλά και ολόκληρης της εργατικής τάξης. Είναι απαραίτητο το δυνάμωμα της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, η συσπείρωση όλων των εργαζομένων και ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπότητας, η συσπείρωση των φιλελεύθερων και φιλειρηνικών δυνάμεων όλου του κόσμου.

Στη σημερινή εποχή, το βασικότερο καθήκον σ’ όλο τον κόσμο είναι η πάλη για την υπεράσπιση της ειρήνης. Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα όλων των χωρών πετυχαίνουν κοινές ενέργειες σε πλατιές διαστάσεις με όλες τις φιλειρηνικές δυνάμεις. Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη δηλώνουν ότι υποστηρίζουν τις προσπάθειες όλων των κρατών, κομμάτων, οργανώσεων, κινημάτων και ξεχωριστών προσώπων που τάσσονται υπέρ της ειρήνης, ενάντια στον πόλεμο, για την ειρηνική συνύπαρξη, για τη δημιουργία συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη και στην Ασία, για την περικοπή των εξοπλισμών, την απαγόρευση της χρησιμοποίησης και των δοκιμών των ατομικών όπλων.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα είναι πιστοί υπερασπιστές των εθνικών και δημοκρατικών συμφερόντων των λαών όλων των χωρών. Μπροστά στην εργατική τάξη, μπροστά στους λαούς πολλών χωρών στέκουν ακόμα ιστορικά καθήκοντα πάλης για την εθνική ανεξαρτησία, ενάντια στην αποικιακή επίθεση και την φεουδαρχική καταπίεση. Εδώ συμπεριλαβαίνεται το ζήτημα της αναγκαιότητας της δημιουργίας ενιαίου αντιιμπεριαλιστικού και αντιφεουδαρχικού μετώπου των εργατών, αγροτών, της μικρής μπουρζουαζίας των πόλεων, της εθνικής μπουρζουαζίας και των άλλων πατριωτικών δυνάμεων. Πολυάριθμα γεγονότα μαρτυρούν ότι όσο πιο πλατιά και στέρεα είναι η συσπείρωση των διαφόρων πατριωτικών και δημοκρατικών δυνάμεων, τόσο περισσότερο είναι εγγυημένη η νίκη στον κοινό αγώνα.

Η εργατική τάξη και οι λαϊκές μάζες, παλεύοντας ενάντια στον κίνδυνο του πολέμου και αγωνιζόμενες για τα ζωτικά τους συμφέροντα, όλο και περισσότερο κατευθύνουν την αιχμή αυτού του αγώνα ενάντια στις μεγάλες μονοπωλιακές γκρούπες του κεφαλαίου, που είναι βασικοί υπεύθυνοι του κυνηγητού των εξοπλισμών, οργανωτές και εμψυχωτές των σχεδίων της προετοιμασίας του νέου παγκόσμιου πολέμου, στήριγμα της επίθεσης και της αντίδρασης. Τα συμφέροντα και η πολιτική αυτής της στενής ομάδας των μονοπωλίων, όλο και περισσότερο έρχονται σε αντίθεση όχι μόνο με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά και με τα συμφέροντα όλων των υπόλοιπων στρωμάτων της καπιταλιστικής κοινωνίας, της αγροτιάς, της διανόησης, της μικρής και μεσαίας μπουρζουαζίας της πόλης. Σε κείνες τις καπιταλιστικές χώρες τις οποίες προσπαθούν να τις υποτάξουν τα αμερικάνικα μονοπώλια, και στις χώρες που υποφέρουν απ’ την αμερικάνικη πολιτική του οικονομικού και στρατιωτικού επεχτατισμού, δημιουργούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη συνένωση, κάτω απ’ την καθοδήγηση της εργατικής τάξης και των επαναστατικών της κομμάτων, των πιο πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού στον αγώνα για την ειρήνη, για την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και των δημοκρατικών ελευθεριών, για την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων, για την πραγματοποίηση ριζοσπαστικών αγροτικών μεταρρυθμίσεων, για τη συντριβή της παντοδυναμίας των μονοπωλίων που προδίνουν τα εθνικά συμφέροντα.

Σε σύνδεση με τις βαθιές ιστορικές αλλαγές και με τις ριζικές ανακατατάξεις στο συσχετισμό των δυνάμεων στο διεθνή στίβο προς όφελος του σοσιαλισμού σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης της ελκτικής δύναμης των ιδεών του σοσιαλισμού ανάμεσα στην εργατική τάξη, την εργαζόμενη αγροτιά και διανόηση, δημιουργούνται οι πιο ευνοϊκές συνθήκες για τη νίκη του σοσιαλισμού.

Οι μορφές του περάσματος των διαφόρων χωρών απ’ τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό μπορεί να είναι διαφορετικές. Η εργατική τάξη και η πρωτοπορία της, το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν τη σοσιαλιστική επανάσταση με ειρηνικό τρόπο. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνατότητας θα ανταποκρινόταν στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και όλου του λαού, στα πανεθνικά συμφέροντα της χώρας.

Στις σύγχρονες συνθήκες, σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες, η εργατική τάξη μ’ επικεφαλής το πρωτοπόρο τμήμα της έχει τη δυνατότητα, με βάση το εργατικό και λαϊκό μέτωπο, καθώς και με βάση άλλων δυνατών μορφών συμφωνίας και πολιτικής συνεργασίας με τα διάφορα κόμματα και κοινωνικές οργανώσεις, να συνενώσει την πλειοψηφία του λαού, να καταχτήσει την κρατική εξουσία χωρίς εμφύλιο πόλεμο και να εξασφαλίσει το πέρασμα των βασικών μέσων παραγωγής στα χέρια του λαού. Στηριζόμενη στην πλειοψηφία του λαού και αποκρούοντας αποφασιστικά τα οπορτουνιστικά στοιχεία που δεν εννοούν να παραιτηθούν απ’ την πολιτική του συμβιβασμού με τους καπιταλιστές και τους τσιφλικάδες, η εργατική τάξη έχει τη δυνατότητα να νικήσει τις αντιδραστικές αντιλαϊκές δυνάμεις, να καταχτήσει σταθερή πλειοψηφία στη βουλή, να μετατρέψει τη βουλή από όπλο που εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντα της μπουρζουαζίας σε όπλο εξυπηρέτησης του εργαζόμενου λαού, να αναπτύξει εσωκοινοβουλευτική πλατιά μαζική πάλη, να συντρίψει την αντίσταση των αντιδραστικών δυνάμεων και να δημιουργήσει της απαραίτητες προϋποθέσεις για την ειρηνική πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όλα αυτά είναι δυνατά μόνο με την πλατιά, αδιάκοπη ανάπτυξη του ταξικού αγώνα των εργατών, των αγροτικών μαζών και των μεσαίων στρωμάτων των πόλεων, ενάντια στο μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο, ενάντια στην αντίδραση, με την ανάπτυξη του αγώνα για βαθιές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, για την ειρήνη και το σοσιαλισμό.

Στις συνθήκες που οι εκμεταλλεύτριες τάξεις καταφεύγουν στην βία ενάντια στο λαό, είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε άλλη δυνατότητα – όχι ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό. Ο λενινισμός διδάσκει και η ιστορική πείρα επιβεβαιώνει ότι οι κυρίαρχες τάξεις εθελοντικά δεν παραιτούνται απ’ την εξουσία. Ο βαθμός της έντασης και οι μορφές του ταξικού αγώνα σ’ αυτές τις συνθήκες θα εξαρτούνται όχι τόσο απ’ το προλεταριάτο, όσο απ’ τις δυνάμεις αντίστασης των αντιδραστικών κύκλων ενάντια στη θέληση της συντριφτικής πλειοψηφίας του λαού, θα εξαρτούνται απ’ τη χρησιμοποίηση βίας απ’ την πλευρά αυτών των κύκλων σ’ αυτό ή σ’ εκείνο το στάδιο του αγώνα για το σοσιαλισμό.

Σε κάθε μια ξεχωριστή χώρα, η ρεαλιστική δυνατότητα του τέτοιου ή διαφορετικού τρόπου περάσματος στο σοσιαλισμό, καθορίζεται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες.

Όπως στον αγώνα για την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων, για το πλάτεμα και διατήρηση των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων, για την κατάχτηση και υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, για την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς, έτσι και στον αγώνα για την κατάχτηση της εξουσίας και το χτίσιμο του σοσιαλισμού, τα κομμουνιστικά κόμματα τάσσονται υπέρ της συνεργασίας με τα σοσιαλιστικά κόμματα. Παρά το γεγονός ότι οι δεξιοί ηγέτες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προσπαθούν με κάθε μέσο να εμποδίσουν αυτή τη συνεργασία, οι δυνατότητες για μια τέτοια κοινή δράση ανάμεσα στους κομμουνιστές και σοσιαλιστές πάνω σε πολλά ζητήματα αυξαίνουν. Οι ιδεολογικές διαφορές που υφίστανται ανάμεσα στα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο για την πραγματοποίηση της ενότητας δράσης πάνω σε πολλά επίκαιρα προβλήματα που στέκουν σήμερα μπροστά στο εργατικό κίνημα.

Στις σοσιαλιστικές χώρες, όπου η εργατική τάξη πήρε την εξουσία στα χέρια της, τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα, που έχουν όλες τις δυνατότητες να δημιουργήσουν τους πιο στενούς δεσμούς με τις πιο πλατιές μάζες, πρέπει να στηρίζουν όλη τη δραστηριότητά τους σταθερά στις λαϊκές μάζες, να κάνουν την οικοδόμηση και την υπεράσπιση του σοσιαλισμού υπόθεση των εκατομμυρίων εργαζομένων που νιώθουν βαθιά ότι είναι αφέντες της χώρας τους. Για το δυνάμωμα της συσπείρωσης, της δραστηριότητας και της δημιουργικής πρωτοβουλίας των πλατιών λαϊκών μαζών, για το στερέωμα του σοσιαλιστικού καθεστώτος και το δυνάμωμα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αποχτούν ξεχωριστή σημασία τα βήματα που σημειώθηκαν στα τελευταία χρόνια στα σοσιαλιστικά κράτη, με σκοπό το πλάτεμα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και την ανάπτυξη της κριτικής και αυτοκριτικής.

Είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι για να επιτευχθεί πραγματική συσπείρωση της εργατικής τάξης, συσπείρωση όλων των εργαζομένων και ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπότητας, συσπείρωση των φιλελεύθερων και ειρηνόφιλων δυνάμεων όλου του κόσμου, είναι απαραίτητο πριν απ’ όλα να δυναμώνουμε τη μονολιθικότητα των ίδιων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων, να δυναμώνουμε την ενότητα ανάμεσα στα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα όλων των χωρών. Αυτή η μονολιθικότητα είναι ο πυρήνας της πιο πλατιάς συσπείρωσης, πράγμα που αποτελεί την βασικότερη εγγύηση για τη νίκη της υπόθεσης της εργατικής τάξης.

Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα φέρνουν ιδιαίτερα σοβαρή ιστορική ευθύνη για τις τύχες του παγκόσμιου σοσιαλιστικού συστήματος και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα που συμμετέχουν στη σύσκεψη δηλώνουν ότι ασταμάτητα θα δυναμώνουν την ενότητά τους και τη συντροφική συνεργασία προς το συμφέρον της παραπέρα συσπείρωσης της κοινότητας των σοσιαλιστικών κρατών, προς το συμφέρον του διεθνούς εργατικού κινήματος, της υπόθεσης της ειρήνης και του σοσιαλισμού.

Η σύσκεψη σημειώνει με ικανοποίηση ότι το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα αναπτύχθηκε, άντεξε σε πολλές σοβαρές δοκιμασίες, κατέχτησε σειρά από περίλαμπρες νίκες. Οι κομμουνιστές, με τα έργα τους σε παγκόσμια κλίμακα έδειξαν στους εργαζόμενους τη ζωτικότητα της μαρξιστικο-λενινιστικής θεωρίας και την ικανότητά της όχι μόνο να προπαγανδίζει, αλλά και να πραγματοποιεί στην πράξη τα μεγάλα ιδεώδη του σοσιαλισμού.

Όπως και κάθε προοδευτικό κίνημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, έτσι και το κομμουνιστικό κίνημα αναπόφευχτα συναντά στο δρόμο του δυσκολίες και καμπές. Ωστόσο, όπως στο παρελθόν και το παρόν, έτσι και στο μέλλον οποιεσδήποτε δυσκολίες και καμπές δεν θα μπορέσουν να αλλάξουν την αντικειμενική νομοτέλεια της ιστορικής εξέλιξης, δεν θα μπορέσουν να συντρίψουν τη μεγάλη αποφασιστικότητα της εργατικής τάξης να μεταμορφώσει τον παλιό κόσμο και να δημιουργήσει τον καινούργιο. Από τότε που οι κομμουνιστές εμφανίστηκαν στο στίβο της πάλης, υποβάλλονται στους κατατρεγμούς και στις καταδιώξεις των αντιδραστικών δυνάμεων. Αλλά το κομμουνιστικό κίνημα ηρωικά αποκρούει τις επιθέσεις τους και βγαίνει απ’ τις δοκιμασίες ακόμα πιο δυνατό και σφυρηλατημένο. Στις απόπειρες των αντιδραστικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να εμποδίσουν την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας προς την νέα εποχή, οι κομμουνιστές απαντούν με το μεγαλύτερο δυνάμωμα της ενότητας και μονολιθικότητάς τους.

Παρά τις ανόητες διαβεβαιώσεις του ιμπεριαλισμού για δήθεν «κρίση του κομμουνισμού», το κομμουνιστικό κίνημα αναπτύσσεται και στερεώνεται. Οι ιστορικές αποφάσεις του 20ού συνεδρίου του ΚΚΣΕ έχουν μεγάλη σημασία όχι μόνο για το ΚΚΣΕ και την κομμουνιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, αλλά και εγκαινίασαν την έναρξη νέας περιόδου στο διεθνές εργατικό κίνημα, βοήθησαν στην παραπέρα ανάπτυξή του στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού. Η πετυχημένη διεξαγωγή των συνεδρίων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών, που έγιναν την τελευταία περίοδο, απόδειξαν πειστικά την ενότητα και μονολιθικότητα των κομματικών γραμμών, την προσήλωσή τους στις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Η σύσκεψη των αντιπροσώπων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων μαρτυρά επίσης την διεθνή συσπείρωση του κομμουνιστικού κινήματος.

Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη, ύστερα από ανταλλαγή γνωμών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στις σύγχρονες συνθήκες, δίπλα στις διμερείς συναντήσεις των καθοδηγητικών παραγόντων και την ανταλλαγή αμοιβαίων πληροφοριών, είναι ενδεδειγμένο, στο βαθμό που χρειάζεται, να γίνονται πιο πλατιές συσκέψεις των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων για την εξέταση επίκαιρων προβλημάτων, την ανταλλαγή πείρας, την γνωριμία των απόψεων και των θέσεων του καθενός και την συμφωνία συνδυασμένης πάλης για τους κοινούς σκοπούς που είναι η ειρήνη, η δημοκρατία και ο σοσιαλισμός.

Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη ομόφωνα εκφράζουν τη σταθερή πίστη τους ότι τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα συσπειρώνοντας τις γραμμές τους και πάνω στη βάση αυτή συσπειρώνοντας την εργατική τάξη και τους λαούς όλων των χωρών, χωρίς αμφιβολία, θα υπερνικήσουν όλα τα εμπόδια στο δρόμο της κίνησης προς τα μπρος και θα φέρουν πιο κοντά νέες μεγάλες νίκες της υπόθεσης της ειρήνης, της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα.

Δημοσιεύτηκε στον «Λαϊκό Αγώνα», Εφημερίδα των Ελλήνων και Σλαβομακεδόνων στην Ουγγαρία, φύλλο 56 (1032), Τετάρτη 27 Νοέμβρη 1957, σ.1-3. Εδώ, δημοσιεύεται με μερικές διορθώσεις από parapoda.

Στη σύσκεψη των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στη Μόσχα συνολικά συμμετείχαν τα εξής κόμματα: Κ.Κ. Αυστραλίας, Κ.Κ. Αυστρίας, Κόμμα Εργασίας Αλβανίας, Κ.Κ. Αλγερίας, Κ.Κ. Αργεντινής, Κ.Κ. Βελγίου, Κ.Κ. Βολιβίας, Κ.Κ. Βουλγαρίας, Κ.Κ. Βραζιλίας, Κ.Κ. Μεγάλης Βρετανίας, Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ουγγαρίας, Κ.Κ. Βενεζουέλας, Κόμμα Εργαζομένων Βιετνάμ, Εργατικό Κόμμα Γουατεμάλας, Κ.Κ. Γερμανίας, Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας, Κ.Κ. Ονδούρας, Κ.Κ. Ελλάδας, Κ.Κ. Δανίας, Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα Δομινικανής Δημοκρατίας, Κ.Κ. Ισραήλ, Κ.Κ. Ινδιών, Κ.Κ. Ινδονησίας, Κ.Κ. Ιορδανίας, Κ.Κ. Ιράκ, Κ.Κ. Ισπανίας, Κ.Κ. Ιταλίας, Προοδευτικό Εργατικό Κόμμα Καναδά, Κ.Κ. Κίνας, Κ.Κ. Κολομβίας, Κόμμα Εργασίας Κορέας, Κόμμα Λαϊκής Πρωτοπορίας Κόστα Ρίκα, Λαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα Κούβας, Κ.Κ. Λουξεμβούργου, Κ.Κ. Μαλαισίας, Κ.Κ. Μαρόκου, Κ.Κ. Μεξικού, Λαϊκό Επαναστατικό Κόμμα Μογγολίας, Κ.Κ. Ολλανδίας, Κ.Κ. Νέας Ζηλανδίας, Κ.Κ. Νορβηγίας, Λαϊκό Κόμμα Παναμά, Κ.Κ. Παραγουάης, Κ.Κ. Περού, Ενιαίο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας, Κ.Κ. Πορτογαλίας, Εργατικό Κόμμα Ρουμανίας, Κ.Κ. Άγιου Μαρίνου, Κ.Κ. Συρίας και Λιβάνου, Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης, Κ.Κ. Ταϊλάνδης, Κ.Κ. Τυνησίας, Κ.Κ. Τουρκίας, Κ.Κ. Ουρουγουάης Κ.Κ. Φινλανδίας, Κ.Κ. Γαλλίας, Κ.Κ. Κεϋλάνης, Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, Κ.Κ. Χιλής, Κ.Κ. Ελβετίας, Κ.Κ. Σουηδίας, Κ.Κ. Ισημερινού, Ένωση Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών, Κ.Κ. Ιαπωνίας.

Βλ.επίσης

Λενινισμός ή σοσιαλιμπεριαλισμός;

Κάθε Ιούλη «επιβεβαιωμένοι» και «δικαιωμένοι» (ή να τελειώσουμε κάποτε με τον σεχταρισμό)

Παρέλαση «επιβεβαιωμένων» και «δικαιωμένων» λαμβάνει χώρα αυτές τις μέρες καθ’ άπασα την επικράτεια (ιδίως του «χώρου»), με αφορμή τη συμπλήρωση 7 χρόνων από την προκήρυξη και διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για τη συμφωνία με τους δανειστές της χώρας και την kolotoumba. Με «τεκμήρια» κάποια άρθρα ή αναρτήσεις τους στο διαδίκτυο επαίρονται όλοι αυτοί οι παρελαύνοντες γιατί «αυτοί τα ‘λεγαν». Τόσοι πολλοί είναι οι παρελαύνοντες που εύλογα αναφύεται το ερώτημα αν, τελικά, έχει απομείνει κανείς που δεν «επιβεβαιώθηκε» ή «δικαιώθηκε».

Το ερώτημα, βεβαίως, από το οποίο πρέπει να ξεκινά κανείς είναι «τι σημαίνει επιβεβαίωση/δικαίωση». Γιατί «επιβεβαίωση/δικαίωση» κάποιου δεν έρχεται με τον ισχυρισμό ότι «αυτός τα ‘λεγε». Πρώτα από όλα, το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου είναι να «τα λες». Για παράδειγμα, «επιβεβαιωμένος/δικαιωμένος» μπορεί να αισθάνεται κανείς που την περίοδο 2010-2015 και ιδιαίτερα 2010-2012, έλεγε ότι «μόνο με σοσιαλισμό αλλάζει η κατάσταση», ή – για πιο σκληρά γούστα – «μόνο με ένοπλη επανάσταση αλλάζει η κατάσταση». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, έτσι, εσαεί, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων εξελίξεων, θα βγαίνει αυτός «επιβεβαιωμένος/δικαιωμένος». Μπορείς να «τα λες» αυτά, λοιπόν, και να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου, λίγο πριν πεθάνεις, ότι «έκανες το καθήκον σου», αφού εσύ είχες ξεκαθαρίσει σε όσους σε άκουγαν ότι «είναι ο καπιταλισμός» (προσθέτοντας, αν έχεις και ελάχιστη πίστη στο λαό, παρότι επαναστάτης, και δη στον κινητοποιημένο, το «ηλίθιε»). Οπότε, δεν χρειάζεται να συνεχίσεις την ανάγνωση του άρθρου αυτού.

Για να σοβαρευτούμε, όσοι, κομίζουν  άρθρα και αναρτήσεις τους ως «τεκμήρια επιβεβαίωσης/δικαίωσης», καθόλου επιβεβαιωμένοι/δικαιωμένοι δεν είναι. Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι το θέμα δεν είναι μόνο τι λες, αλλά και τι κάνεις. Και αυτό, το τι κάνεις και το τι έκανες είναι που πρέπει να κριθεί. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο μιας ολόκληρης περιόδου, της περιόδου  2010-2015 και ιδιαίτερα 2010-2012, όπου ξέσπασε ένα τεράστιο λαϊκό κύμα αγανάκτησης με τα αντιλαϊκά μέτρα, απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος και πρωτοφανούς, μετά από δεκαετίες, αριθμού «ευήκοων ώτων». Κι όχι, απολυτοποιώντας (καίτοι όντας του… «επαναστατικού δρόμου») τη στιγμή του δημοψηφίσματος (που και λάθος να ήταν η τοποθέτηση κανενός υπέρ της συμμετοχής σε αυτό – που δεν ήταν, αλλά δεν θα γίνει λόγος εδώ για αυτό –, θα επρόκειτο για λάθος τακτικής, όχι για στρατηγικό, όπως λέγαν και οι εγκάθετοι της «6ης Ολομέλειας» του ‘56 για την αποχή του ‘46).

Για να δούμε, λοιπόν, αν και ποιος «επιβεβαιώθηκε/δικαιώθηκε», πρέπει να συζητήσουμε το πλαίσιο και, έπειτα, με βάση αυτό, τις πράξεις.

Τι ζήσαμε το 2010; Το πρώτο ιδιαίτερο στοιχείο δεν ήταν η περαιτέρω απόλυτη εξαθλίωση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων γενικά (που εκείνη την περίοδο είχε και έκτοτε έχει μια «ποιοτική αναβάθμιση», δηλαδή, δεν είναι μόνο «ποσοτική», συνεπώς, όπως θα δούμε, δεν φτάνουν τα γνώριμα εργαλεία, π.χ. συνδικάτα, για την αντιμετώπισή της), αλλά η ρήξη της άτυπης συμμαχίας μεγαλοαστικής τάξης-μικρομεσαίων στρωμάτων. Από τα τελευταία, είχαμε μια άμεση συνθηκολόγηση από τα ανώτερα (και όσους αυτά επηρέαζαν ιδεολογικά άμεσα), μια διάθεση των πιο «ενδιάμεσων» για συμβιβασμό το συντομότερο – που αλληλοδιαδεχόταν την  έκφραση αγανάκτησης, σταδιακά όλο και σπανιότερα – και ένα πιο ριζοσπαστικοποιημένο τμήμα των κατώτερων, χωρίς ωστόσο να έχει ξεχάσει τις «παλιές καλές εποχές» (που σημαίνει, όλο και λιγότερη διάθεση για κινητοποίηση) και χωρίς να έχει διακόψει την επικοινωνία του (βλ. ιδεολογική επιρροή) με τα δύο ανώτερα αυτού στρώματα.

Σε κάθε περίπτωση, και παρά την (σε διαφορετικό βαθμό) ταλάντευση διαφόρων πρώην μικρομεσαίων στρωμάτων, οι δυνάμει ενδιαφερόμενοι (συμπεριλαμβανομένων των περισσότερο ταλαντευόμενων) για το σχηματισμό ενός κοινωνικού μετώπου ανατροπής της κατάστασης φτωχοποίησης ήταν περισσότεροι από ποτέ. Αυτό, βέβαια, αν εμφορούμαστε, που πρέπει να εμφορούμαστε και να κινούμαστε με το σκεπτικό «όσο πιο πλατιά η επίθεση, τόσο πιο πλατύ το μέτωπο».

Όμως, ακόμα και ένα κοινωνικό μέτωπο όλων αυτών δεν θα αρκούσε. Γιατί το δεύτερο ιδιαίτερο στοιχείο ήταν η πρωτοφανής ποιοτική «αναβάθμιση» της εξάρτησης της χώρας συνολικά, με παρέμβαση κι άλλων ιμπεριαλισμών, πέραν των δυτικών (που, έτσι κι αλλιώς, είχαν λόγο στη διαμόρφωση του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος). Το μέτωπο, λοιπόν, έπρεπε να είναι πολιτικό και όχι μόνο κοινωνικό, αφού έπρεπε να αρθρώνει λόγο συνολικά για την πορεία της χώρας, του κράτους (δεν εννοείται εδώ ο δημόσιος τομέας), στα πλαίσια της κρίσης του 2008 που «γενίκευε» τη γενική κρίση του καπιταλισμού και έδινε χώρο σε άλλους πλην των δυτικών ιμπεριαλιστών να παρεμβαίνουν όλο και πιο πολύ. Το να μιλά κανείς με όρους χώρας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη συμπερίληψη στο προαναφερθέν εκτεταμένο κοινωνικό μέτωπο των απειροελάχιστων εκείνων (ερώτημα είναι, μάλιστα, αν, στις συνθήκες της Ελλάδας, υπάρχουν) μεγαλοεκμεταλλευτών που θα μπορούσαν να θίγονται από την υποβάθμιση της χώρας. Αντίθετα, σημαίνει, πέραν της απάντησης στην πραγματικότητα, και διεύρυνση των δυνατοτήτων για μεγαλύτερη συμμετοχή εκείνων των μελών των κατώτερων μικρομεσαίων στρωμάτων και της εργατικής τάξης που ανέκαθεν είναι τα πλέον επηρεασμένα ιδεολογικά από τα διάφορα αφηγήματα της μεγαλοαστικής.

Συν τοις άλλοις, για όσους αμφιβάλλουν, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η προαναφερθείσα ρήξη μεγαλοαστικής τάξης-μικρομεσαίων στρωμάτων εκφράστηκε καταρχάς στο κομματικό σκηνικό (κατάρρευση ΠΑΣΟΚ, δημιουργία Δημ.Αρ, αξιοποίηση του «χαρτιού» ΛΑΟΣ κλπ.), αλλά και συνολικά στο πολιτικό σκηνικό της μεγαλοαστικής τάξης, το οποίο απονομιμοποιήθηκε σε πρωτοφανή βαθμό. Η απάντηση που έπρεπε να δοθεί, επομένως, αφορούσε συνολικά μια νέα δομή του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, υπήρχαν τόσα ευήκοα ώτα. Αναμφίβολα, λοιπόν,  δεν μπορούν να καμώνονται τους «δικαιωμένους/επιβεβαιωμένους» αυτοί που μιλούσαν «άλλη γλώσσα» από αυτή που μπορούσαν να καταλάβουν τα «ευήκοα ώτα». Εδώ δεν μιλάμε μόνο για τη μορφή απεύθυνσης, για το γλωσσικό ύφος κάποιου ή για το αν μόνο αφίσες κόλλαγε και δεν είχε καν σελίδα στο fb (παρότι ζήσαμε ως και την καχυποψία-συνωμοσιολογία έναντι των πλατειών κάποιων «μπαρουτοκαπνισμένων», με το επιχείρημα το ότι «δεν έγινε κάλεσμα στις 25/5/11 με αφίσα»). Εισερχόμαστε, με αυτό, στον τομέα της πράξης. Γιατί πράξη είναι και η προσαρμογή στη νέα κατάσταση, στο γεγονός δηλαδή ότι υπάρχουν όσο ποτέ άλλοτε ευήκοα ώτα, σε όσους έχουν διάθεση να ακούσουν το οτιδήποτε. Πιάνονταν από τα μαλλιά τους τότε πολλοί. Η πλάκα είναι ότι, αν το επιχειρούσαν συστηματικά, θα εύρισκαν ενδιαφερόμενους ακόμα και οι προαναφερθέντες οπαδοί της άμεσης –  χωρίς καν τις οργανωτικές, πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις – κήρυξης «ένοπλης επανάστασης» γενικώς και αορίστως.

Ο φόβος, όμως, της «αλλοίωσης» του «στίγματός» μας («ταξικού», εννοείται) οδήγησε σε ακινησία. Αυτή η ακινησία είναι αντανάκλαση του μικροαστικού φόβου για το άγνωστο, το μεγάλο, που συνιστά ο «όχλος», αυτός που «δεν ξέρει», αυτός που δεν έχει επαρκή «ταξική συνείδηση». Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η ακινησία ήταν απευθείας προϊόν όχι μόνο της ιδεολογίας της μεγαλοαστικής τάξης (ενίοτε όχι μέσω των ευρεθέντων σε ρήξη με αυτή μικρομεσαίων στρωμάτων) που κηρύσσει ότι «δεν αλλάζουν τα πράγματα» (με την προσθήκη από κάποιους της τάχα κόκκινης σάλτσας «…αν δεν καταλάβει ο λαός ότι χρειάζεται σοσιαλισμός»), αλλά και της πολιτικής της που ανάγεται στο μεταπολιτευτικό συμβόλαιο, με τους «καθαρούς» και «συνεπείς» στην «γωνίτσα τους», την οποία, βέβαια, απλόχερα τους την είχε χαρίσει το καθεστώς.

Ασφαλώς, μπορεί να εγερθεί το ερώτημα περί ηγεμονίας ενός τόσο πλατιού πολιτικού μετώπου. Όμως, πότε η εργατική τάξη ήταν εξαρχής επικεφαλής ενός πλατιού πολιτικού μετώπου; Σπάνια, και υπό προϋποθέσεις που δεν υπήρχαν το 2010, ούτε τώρα, όπως π.χ. η οργάνωσή του πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης ενίοτε και πριν από το ίδιο το εργατικό κίνημα (Ρωσία). Άλλωστε, κάποιοι συγχέουν την αριθμητική υπεροχή της εργατικής τάξης με την ηγεμονία. Συνήθως είναι αυτοί που ποτέ δεν αναρωτιούνται για την ίδια την κοινωνική σύνθεση της οργάνωσής τους (τα επαναστατικά-τριτοδιεθνιστικά ΚΚ, πάντως, τόση σημασία έδιναν, που δημοσίως έθιγαν το εν λόγω ζήτημα και την ανέφεραν με ποσοστά και αριθμούς). Είναι οι ίδιοι που προτείνουν απεργία κάθε τρεις και λίγο, κρίνοντας ενίοτε μόνο από τον κλάδο που ανήκουν τα στελέχη τους, τις επιτυχίες (σε όρους μαζικότητας) απεργιών σε κλάδους με μεγάλη συγκέντρωση εργαζομένων ή επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό προσωπικού ή με μεγάλη συμπαράσταση από το λαϊκό ή απλώς καταναλωτικό κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η ηγεμονία έρχεται με την πράξη, δεν κηρύσσεται, ούτε επιβάλλεται συνταγματικά (όπως είδαμε στην περίπτωση του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα, που τίποτα δεν διασφάλισε), πολλώ δε μάλλον εκ των προτέρων.

Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι λόγος γίνεται για «μέτωπο» και όχι «συμμαχία». Τα μικρομεσαία στρώματα έπρεπε (και πρέπει) να εκφραστούν μέσα από τους δικούς τους πολιτικούς φορείς, όχι με ξυπνητζίδικες προτάσεις για «κοινωνικές συμμαχίες» όπου ένα πολιτικό κόμμα κρύβεται πίσω από αυτές και οι άλλοι παραμένουν ανένταχτοι. Πρώτα από όλα, αυτά τα ίδια τα στρώματα ζητούσαν (και θα ξαναζητήσουν) συμμετοχή στα μεγάλα ζητήματα, της πορείας της χώρας κλπ. Άρα, έπρεπε να εκφραστούν μέσω κομματικών φορέων. Δεύτερον, δεν έχουμε ξεπεράσει εκείνη την εποχή που ξεκίνησε από τη δεκαετία του ’50 και μετά, όπου τα στρώματα αυτά, ενθαρρυμένα και από τη σχετική οικονομική αναβάθμισή τους, είχαν αποκολληθεί οργανωτικά από το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης και, ακόμα, εμφορούνται από κάποια καχυποψία. Τρίτον, όπως είδαμε στην περίπτωση των ευρωπαϊκών ΛΔ, μόνο κακό έκανε η – μερικώς ενθαρρυμένη και από την αντιμετωπική ελέω ρεβιζιονισμού πολιτική που έπληξε, από ένα σημείο και μετά, κάποια ενοποιημένα εργατικά κόμματα – πρόωρη οικειοθελής διάλυση πολλών μικροαστικών κομμάτων και η προσχώρηση των μελών τους στα ενοποιημένα εργατικά κόμματα (και παρότι η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού δεν οφείλεται σε αυτό).

Επίσης λάθος είναι και η πρόταση για διάχυση όλου αυτού του μετώπου τάξεων και στρωμάτων σε ένα «αμεσοδημοκρατικό ενιαίο κόμμα των μελών», αντί για οργάνωση του σε πολιτικό μέτωπο. Όπως έχουμε δει πολλάκις, όχι μόνο δεν διασφαλίζεται η συμμετοχή όλων των τάξεων και στρωμάτων και η δημοκρατική διαπαιδαγώγηση των μελών τέτοιων επουδενί «ενιαίων» χυλών, αλλά ακόμα πιο κρυφά δημιουργούνται ιεραρχίες και αρχηγικοί φορείς και παρασκηνιακές συνεννοήσεις με το καθεστώς, με ακόμα μεγαλύτερη ζημιά από όση μια απλή (και αναμενόμενη) άμπωτη.

Υπάρχουν, βέβαια και κάποιοι που, σε γενικές γραμμές, πάνω-κάτω, συμφωνούσαν με τα παραπάνω και τότε. Έκαναν λόγο για ανάγκη δημιουργίας πραγματικών μετώπων λαϊκής, αντιιμπεριαλιστικής πάλης. Όμως, το ερώτημα που πρέπει να τους τεθεί είναι αν έχουν να επιδείξουν έστω μία σχετική πρωτοβουλία, μία πρόταση σε έναν φορέα ή έστω άνθρωπο εντελώς διαφορετικό από αυτούς, και βεβαίως, ούτε καν ρητά αριστερό. Πόσο «κάηκαν» σε αυτόν τον «χυλό» των μη αριστερών, ποιες εμπειρίες αποκόμισαν από αυτές τις κινήσεις τους. Αυτό θα αφορούσε το μέλλον. Τίποτα. Γι’ αυτό συνεχίζουν σαν να μην έγινε τίποτα το ιδιαίτερο. Μάλιστα, «δικαιωμένοι» πλέον, είναι ακόμα πιο σφιχτοί, ενώ το τεράστιο δυναμικό εκατοντάδων χιλιάδων (αν όχι εκατομμυρίων) ανθρώπων που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αγωνίστηκαν, εξακολουθούσε για καιρό να προτάσσει την ανάγκη για συμμετοχή στην πολιτική.

Υπάρχουν και αυτοί που «τα έλεγαν» ότι ο Σύριζα είναι το νέο Πασόκ, νέος ευνοούμενος από το καθεστώς, και θα προδώσει. Όμως, το ερώτημα τίθεται και σε αυτούς: ποιες πρωτοβουλίες πήραν, ώστε να αποτρέψουν τα σχέδια του καθεστώτος για ανασύνταξη του κομματικού του συστήματος με άξονα ή (έστω μερικό) πυλώνα τον Σύριζα; Τι έκαναν για να τον διαλύσουν εν τη (τρίτη) γενέσει του, να του αποσπάσουν «συνιστώσες», ιδίως αυτές που του έδιναν άλλη ποιοτική διάσταση, άλλο χρώμα από το ελιτίστικο που είχε ως τότε, κι αυτό ασχέτως της δυσκολίας που έχει αυτό το καθήκον, καθώς έρχεται κανείς αντιμέτωπος με τη γλύκα του χρήματος; Γιατί, εδώ, πρέπει να ρωτήσει κανείς όλους τους «δικαιωμένους/επιβεβαιωμένους». Τελικά, κλονίστηκε μερικώς, έστω, ή όχι, αρχικά, το καθεστώς; Όποιος λέει όχι, είναι ήδη παραιτημένος και απλώς δεν το ομολογεί, προβαίνει σε εγκεφαλικά κατασκευάσματα για την απεικόνιση του λαϊκού κινήματος ως συντεταγμένου, με ομόκεντρους κύκλους, γύρω από το κόμμα του (τους οποίους το ίδιο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία είχε πια απορρίψει, βλ.π.χ. Παγκόσμιο Κίνημα Ειρήνης ή Δημοκρατική Ένωση στην Ελλάδα). Αν, πάντως, όντως, κλονίστηκε, τότε, θα έπρεπε να περιμένουμε την απάντησή του. Ότι θα ανασυνταχθεί. Και άρα, ότι ο χρόνος που διαθέταμε, με τέτοιο έμπειρο αντίπαλο, ήταν λίγος. Επουδενί, λοιπόν, δεν έπρεπε να περιμένουμε πρώτα την ήττα της πολιτικής του Σύριζα, αφού ξέραμε ότι το καθεστώς θα επένδυε στην απογοήτευση, θα την καλλιεργούσε, ούτε καν έπρεπε να περιμένουμε πρώτα το ξεφούσκωμα της αγανάκτησης, αφού η χώρα δεν μπορεί να κυβερνηθεί από πλατείες-«σοβιέτ». Κάποια στιγμή θα γινόταν η αναγωγή στη σφαίρα της πολιτικής, θα ενισχυόταν η «ανάθεση», θα ερχόταν η άμπωτη. Το ξέραμε.

Μην ξεχνάμε και κάτι άλλο: Η απονομιμοποίηση αφορούσε όλο το καθεστώς, όλο το πολιτικό σύστημα, δηλαδή, και τα πολιτικά κόμματα που φάνταζαν ως πιο αριστερά, αλλά και τα συνδικάτα, καθότι εκφυλισμένα (σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο). Βεβαίως, με αυτά, υπήρχε μια αλληλοεπικοινωνία (όχι ανταγωνιστική αντίθεση, όπως φαντάζονται διάφοροι λικβινταριστές αμεσο-αντι-δημοκράτες) όχι οργανωτικής μορφής (λίγο, λοιπόν, το να προτείνεις μόνο το «να παλεύουμε μέσα από τα συνδικάτα»), αλλά πολιτικής. Για παράδειγμα, οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις γίνονταν και κάποιες Κυριακές των Αγανακτισμένων, αλλά και σε γενικές απεργίες που τα τριτοβάθμια συνδικάτα προκήρυσσαν και τα αριστερά κόμματα στήριζαν οργανωτικά. Αυτή την αλληλοεπικοινωνία, λοιπόν, το καθεστώς θα την αξιοποιούσε. Και επειδή  μια χώρα δεν κυβερνιέται από συνδικάτα, θα αντεπιτιθόταν, θα επένδυε στην ανασύνταξη του κομματικού συστήματος πρωτίστως (ακόμα και η ιμπεριαλιστική Ρωσία εκεί επένδυσε). Να γιατί ανέσυρε τον Σύριζα (τον παλιό ΣΥΝ, βασικά, το παλιό ΚΚΕ εσωτ., ένα τμήμα από τους από το 1956 «δικούς του») και δεν έβγαλε ένα εντελώς νέο πολιτικό προσωπικό (φυσικά, αυτό δείχνει και το ότι ο κλονισμός δεν ήταν συθέμελος). Πολύ πιο επιτακτικό και κύριο, λοιπόν, ήταν το να αντιπροτείνει κανείς κάτι σε κομματικό επίπεδο και όχι «να παλέψουμε μέσα από τα συνδικάτα, τα οποία θα καθαρίσουμε από τη γραφειοκρατία», κάτι που ήθελε πολύ περισσότερο χρόνο, πολλώ δε μάλλον αφού το καθεστώς δεν είχε χτυπηθεί τόσο σε αυτά – ο παλιός δικομματισμός επέζησε εκεί και συχνά αντεπιτέθηκε από εκεί, αφού ήταν πιο εύκολο να κουρνιάσει εκεί. Άλλωστε, τα συνδικάτα θα καθάριζαν και θα καθαρίσουν μόνο αν και όταν θα μιλήσει κάποιος για το ρόλο τους σε ένα νέο πολιτικό σύστημα, μόνο με λόγο που προτάσσει συνολική αλλαγή για τη χώρα. Τότε είναι που θα αναδείξουμε το ρόλο αποκουμπιού που έπαιξαν και παίζουν για τον αντίπαλο, όταν γενικεύσουμε τον «πόλεμο».  Δεν καθάρισαν και δεν θα καθαρίσουν με την επίκληση απλώς της ανάγκης απόκρουσης μιας (ακόμα) αντιλαϊκής επίθεσης. Στον πόλεμο, άλλωστε, δεν ξεκινάς επιτιθέμενος στα προπύργια του αντιπάλου, αλλά από τα αδύνατα σημεία του. Και αυτό ήταν το κομματικό του σύστημα πρωτίστως.

Από αυτό, βέβαια, δεν συνάγεται ότι ο ΣΥΝ ή η όποια μετεξέλιξή του οπωσδήποτε δεν θα έπρεπε να έχει χώρο σε ένα τέτοιο πολιτικό μέτωπο, αφ’ης στιγμής εξέφραζε κάποια στρώματα που και αυτά ήταν «ριγμένα». Στο βαθμό που θα υπήρχε, θα έπρεπε να συμμετέχει, όπως αντίστοιχα όσοι πρώην βουλευτές προ του 1936 βρήκαν αυτοδικαίως θέση στις Κορυσχάδες ή όπως έγινε στη ΛΔ Βουλγαρίας, όπου στο Πατριωτικό Μέτωπο συμμετείχε ως και ο υποκινητής προπολεμικού πραξικοπήματος Στρατιωτικός Σύνδεσμος «Ζβενό». Δεν εξαφανίστηκαν με οξύ τα κόκαλά τους, όπως θα καλόβλεπαν σήμερα κάποιοι που «μισούν» τους ΣΥΝασπισμένους (αφήνοντάς τους να παίζουν μονότερμα, βέβαια). Φυσικά, δεν θα έπρεπε να συμμετέχουν για να καταλάβουν θέση ηγεμονική, όπως έγινε τελικά. Είτε, όμως, συμμετείχαν ως ΣΥΝ (ή μετεξέλιξή τους) είτε όχι, είτε με «επαναστατική» μάσκα με νέο προσωπικό, το βέβαιο είναι ότι, εκμεταλλευόμενο την ταλάντευσή τους, το καθεστώς θα πάταγε σε αυτά για να ανασυνταχθεί (και στην «παραίτηση» που αυτά μεταλαμπαδεύουν στα σεχταριστικά αριστερά κόμματα). Το μόνο σίγουρο, λοιπόν, είναι ότι δεν έπρεπε και δεν πρέπει να στρουθοκαμηλίζουμε, είτε δωρίζοντάς τα στον αντίπαλο ρητά είτε «αποκλείοντας» αυτές τις «ταξικές συνεργασίες» που, ούτως ή άλλως, έπρεπε και πρέπει να γίνουν, είτε από εμάς είτε από τον αντίπαλο. Οι «επιβεβαιωμένοι/δικαιωμένοι» δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μία πολιτική τους έναντι αυτής της ταλάντευσης, πώς θα την αξιοποιούσαν υπέρ τους. Έμειναν στα γνωστά.

Υπάρχουν και κάποιοι που, προκειμένου να κρύψουν το ότι δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να αποτρέψουν αυτή την κατάσταση, λόγω της σεχταριστικής τους στάσης, ισχυρίζονται στα σοβαρά ότι «ο Σύριζα δεν τους άφησε χώρο». Καταρχάς, ο Σύριζα από το Μάη του 2010 κυριολεκτικά δεν υπήρχε ως ενιαίος φορέας «στο δρόμο», στη βάση. Η διάσπασή του, μάλιστα, αποτυπώθηκε και εκλογικά, με το κατέβασμα Αλαβάνου το φθινόπωρο του 2010 στις περιφερειακές εκλογές. Το Φλεβάρη του 2011 έγινε κάποιο κάλεσμα για «επανεκκίνηση», όμως, όλοι ξέρουν ότι οι συνιστώσες του κινούνταν διαφορετικά: π.χ.επί Πλατειών (Μάης-Ιούλης 2011), ο ΣΥΝ κατέβηκε με αυτοκολλητάκια «να μιλήσει ο λαός» εκλογικά (με ένα σκίτσο με ένα χέρι που βάζει μια ψήφο σε κάλπη), άλλοι συμμετείχαν με τα περσινά ξινά σταφύλια του «δεν πληρώνω- δεν χρωστάω-δεν πουλάω», άλλοι συνέβαλλαν στο οργανωτικό συμμάζεμα των Πλατειών κ.ο.κ. Μόλις στα τέλη του ’11 άρχισε να «ξαναμαζεύεται» ο Σύριζα, και αφού είχε αποσαφηνιστεί η τοποθέτηση του καθενός στην αριστερά, βασικά, ότι καθένας θα συνεχίσει με μια από τα ίδια, μην αναγνωρίζοντας εμπράκτως την ποιοτική αλλαγή του 2010: είτε με αντι-πατατικό λόγο, είτε με «υπογραφές των χιλίων», είτε με «αριστερά ριζοσπαστικά μέτωπα», είτε με άτολμη σύμπραξη με τον ίδιο σου τον εαυτό με τον οποίον είχες προ αμνημονεύτων χρόνων διασπαστεί κλπ.

Δείγμα της μη επιβεβαίωσης/δικαίωσής των «επιβεβαιωμένων/δικαιωμένων» είναι και η στάση όλων αυτών την εφταετία που ακολούθησε: διασπώνται περαιτέρω, και, με το κλίμα να μη σηκώνει, αφού ούτε οι ίδιοι έχουν αλλάξει στο παραμικρό, αλληλοκατηγορούνται για το ποιος άφησε ανεκμετάλλευτες «δυνατότητες κλιμάκωσης» ή, έστω, «αντίστασης» που εκτιμούν (κρίνοντας εξ ιδίων, εκ του αγωνιστικού μικροκλίματός τους) ότι υπήρχαν εδώ κι εκεί. Κι όλα αυτά, ενώ ήξεραν την απογοήτευση που θα ξεσπούσε και που, εν γνώσει τους, άφησαν να επικρατήσει, «χάρη» στη σεχταριστική τους στάση, που το ίδιο το καθεστώς γνώριζε ότι θα επιδεινωνόταν μετά το ’15.

Παρ’ όλα αυτά, αν και οριακή, η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Ξεκινώντας, όμως, από τα βασικά: Αναγνωρίζοντας το πλαίσιο, και το τι θα ήθελε ο αντίπαλος από εμάς, το πώς αυτός μας εντάσσει στα σχέδιά του. Και αναγνωρίζοντας, συγκεκριμένα, ότι ο σεχταρισμός είναι (ο) πλέον θανάσιμος εχθρός. Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει έλλειψη από άλλη μια οργάνωση που «δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της», είναι «συνεπής» και ταξικά «αυστηρή». Αντίθετα, ένας κομμουνιστικός φορέας-οργάνωση (οργανωτικά, με αρχή, μέση και τέλος και με προσοχή στην κοινωνική του σύνθεση, ιδίως στην ηγεσία του) που να προτάσσει ένα πραγματικά αντιιμπεριαλιστικό (με αναλύσεις στη βάση αντιθέσεων και στη δυναμική τους διάσταση, όχι αντιδυτικό-ρωσόφιλο) και πολιτικό (όχι αριστερό) μέτωπο (όχι «συμμαχία» ή «των μελών»), που να δοκιμάζει στην πράξη να κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, που να καίγεται, έστω και στο χυλό, είναι που δεν υπήρχε το 2010-2015 και εξακολουθεί να μην υπάρχει. Όλοι, λοιπόν, κρίνονται από το αν μετασχηματίζονται προς τέτοιον φορέα, ή συμβάλλουν στη δημιουργία του.

Για την έλλειψη μαζικότητας των διαδηλώσεων με αφορμή τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ

Παρά τη «συγκλονιστική προσπάθεια», η έλλειψη μαζικότητας των διαδηλώσεων στις 29-30/06 με αφορμή τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη δεν μπορεί παρά να προβληματίζει τόσο τους συμμετέχοντες σε αυτές όσο και τους συνειδητά απέχοντες. Η θέση που αναπτύσσεται στο παρόν άρθρο είναι ότι αυτή η έλλειψη μαζικότητας αναδεικνύει τόσο το πρόβλημα στη γενικότερη στάση των δυνάμεων που κάλεσαν σε αυτές, όσο και την ειδικότερη στάση τους με αφορμή τη ναζιστική εισβολή Πούτιν στην Ουκρανία, που, κάποια στιγμή, πρέπει επιτέλους να συζητηθούν από τις ίδιες.

Καταρχάς, και για να το λήξουμε μια και καλή: είχε νόημα να διαδηλώσει κανείς στις 29-30/06 με αφορμή τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη; Ας μη σταθούμε εδώ στο νόημα της συγκεκριμένης μορφής δράσης (που πολύς κόσμος, άσχετα αν «τον καίει» με διάφορες μορφές το θέμα του πολέμου, δεν καταλαβαίνει, θα δούμε γιατί), στον εκφυλισμό του όπλου της διαδήλωσης και τον διαδηλωσακισμό ως καμουφλάζ κάποιων για το πολιτικό τους κενό, στο ρεβιζιονισμό γενικώς και αορίστως, στο 2015 κλπ. Ξεκάθαρα ας ειπωθεί: Ναι, είχε, και μόνο στη «διεύρυνση ενδιαφέροντος» του ΝΑΤΟ να σταθεί κανείς, με τον ρητό πια αντικινεζισμό, που το καθιστά ακόμα πιο επικίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη.

Όμως, δεν είναι μόνο, ούτε καν τόσο, η σύνοδος η επικαιρότητα. Οι διαδηλώσεις διεξήχθησαν σε μια συγκυρία που σφραγίζεται από τη ναζιστική εισβολή Πούτιν στην Ουκρανία. Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, μια διαδήλωση που αφορά το ΝΑΤΟ, ξεκινά από το ότι η καθημερινότητα και η επικαιρότητα αυτή την περίοδο – θέλουν δεν θέλουν κάποιοι ασυνείδητοι ή συνειδητοί απολογητές του ρωσικού ιμπεριαλισμού – διαμορφώνεται όχι τόσο από τη δράση του ΝΑΤΟ, όσο του Πούτιν. Επομένως, έστω και μόνο για να μη χάσεις την έξωθεν καλή μαρτυρία (που την έχεις χάσει, αλλά για αυτό θα γίνει λόγος παρακάτω), δεν μπορείς, όχι μόνο να μη στέκεσαι αλληλέγγυος στο πλέον άμεσο θύμα του πολέμου, την Ουκρανία, ρητά, έμπρακτα ή έστω συμβολικά (ευθέως φιλορωσική η απουσία σημαιών της Ουκρανίας, έστω της ΣΣΔ Ουκρανίας, λες και το ’99 ήμασταν με τον Μιλόσεβιτς όταν κραδαίναμε γιουγκοσλαβικές), αλλά γενικότερα να μην εντάσσεις την αύξηση της επιθετικότητας του ΝΑΤΟ στο σημερινό πλαίσιο της ναζιστικής εισβολής Πούτιν στην Ουκρανία – συνέχεια και ποιοτικό άλμα στην επιθετικότητα του ρωσικού ιμπεριαλισμού τα τελευταία χρόνια –, έστω με αυτή ως πρόσχημα, ως αφορμή. Ας μην προσπερνούμε, άλλωστε, ότι, για αυτούς στους οποίους – υποτίθεται – απευθυνόμαστε, για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, δεν είναι ακριβώς το ΝΑΤΟ ο «καλός της υπόθεσης», αλλά σήμερα, ο Πούτιν είναι σίγουρα ο (πιο) «κακός».

Διαφορετικά, σε περίπτωση που δεν λαμβάνουμε υπόψη τα παραπάνω, μετατρέπουμε τη διαδήλωση με αφορμή τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, σε διαδήλωση των δικών μας θέσεων που έχουμε έτσι κι αλλιώς, ανεξαρτήτως της επικαιρότητας, της α ή της β εξέλιξης. Αυτό προκύπτει, άλλωστε, και από τα πανό των συμμετεχόντων και τα καλέσματα, είτε σε αυτά που η Ρωσία απλούστατα δεν υπήρχε (!) ή «καταγγελλόταν» τριτοτέταρτη, δηλαδή, κρυμμένη σε μια μακρά σειρά «καταγγελλομένων», είτε σε όσα «επιδέξια» (γιατί δήθεν αυτό είναι το «ψητό» για τον ελληνικό λαό) προσπέρναγαν το σημερινό πλαίσιο, για να διατυπώσουν την θέση τους περί αποχώρησης της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ (ή αποχώρησης του ΝΑΤΟ από την Ελλάδα), είτε όσα έλεγαν το παραδοσιακό στατικό (και, στην πράξη, φιλορωσικό) «ούτε-ούτε». Δεν είναι, μάλιστα, υπερβολή να πει κανείς ότι κάποια πανό και καλέσματα, από το περιεχόμενό τους, έμοιαζαν να είναι φτιαγμένα το 1999, ίσως και παλαιότερα. Συν τοις άλλοις,  αυτά, όπως και τα αντίστοιχα στις διαδηλώσεις ενάντια στην επ’αόριστο επέκταση της στρατιωτικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ (όπου η Ρωσία παρουσιαζόταν, ως επί το πλείστον, ως… θύμα) αναδεικνύουν και τις ευθύνες όσων αντιιμπεριαλιστών δεν επικαιροποιούν τις αναλύσεις τους ή δεν τις εφαρμόζουν στην καθημερινότητα, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα όχι μόνο να μη χωρούν στην ατζέντα τους άλλες παρεπόμενες σημαντικές εξελίξεις (π.χ. η στρατηγική συνεργασία ελλαδικού με σιωνιστικό κράτος) αλλά και την «γραφικοποίηση»-απαξίωση του όρου «αντιπολεμικό κίνημα», που μόνο «κίνημα» δεν είναι, ενώ σοβαρά ερωτήματα εγείρουν και για το αν είναι αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό, όπως θα δούμε παρακάτω.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με άλλη μια εκδήλωση της προβληματικής στάσης των δυνάμεων που κάλεσαν στις συγκεντρώσεις: μια στάση, ουσιαστικά, αποχής από την πολιτική και αντικατάστασης της τελευταίας από μια φωνακλάδικη (υπό μορφή διαδήλωσης ή κεφαλαίων και θαυμαστικών στα γραπτά τους) διατύπωση των θέσεων-συμπερασμάτων τους. Αποχή από την πολιτική σημαίνει (είτε λόγω της φιλορωσικής τρομοκρατίας της ρετσινιάς του «ρεφορμιστή» είτε για να καμωνόμαστε τους «σκληρούς» και «συνεπείς») αδιαφορία για έμφαση στην εξήγηση του σημερινού πλαισίου και του συγκεκριμένου και για αναζήτηση αιχμών, που στοχεύουν να φέρνουν στο πλευρό σου τη συγκεκριμένη στιγμή όλο και περισσότερους, σημαίνει ότι παύεις να αντιμετωπίζεις την κάθε αφορμή, π.χ. τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, ως συγκεκριμένη μάχη και, άρα, παύεις την επιδίωξη εντοπισμού του κύριου κάθε φορά και απόσπασης εφεδρειών από τον αντίπαλο. Η αποφυγή αντιμετώπισης της αφορμής ως μάχης, όμως, σημαίνει οικειοθελής αποχώρηση από τον «πόλεμο» (όσο κι αν άλλα γράφουμε στις προκηρύξεις μας, περί ταξικού πολέμου κλπ.).

Χρειάζεται, επομένως, μετωπική αντίληψη στην καθημερινότητα, ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς ότι μέτωπο χρειάζεται και σε πολιτικό-οργανωτικό επίπεδο. Η αντίθετη στάση δεν είναι αθώα, δεν επιφέρει απλώς την προαναφερθείσα αποχώρηση από τον «πόλεμο». Όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, της επικαιρότητας που διαμορφώνεται από τη ναζιστική εισβολή Πούτιν στην Ουκρανία, είναι φιλορωσική. Έχει ξαναγίνει λόγος για το φιλορωσικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν συνθήματα όπως το «όχι στον πόλεμο» ή «άδικος από όλες τις πλευρές» (που εξισώνουν θύμα-θύτη) ή η copypaste αναπαραγωγή των ρωσικών επιχειρημάτων (από την «περικύκλωση» ως την περιφρόνηση Ζελένσκι ή την «γιαγιά» κ.ο.κ.), οπότε, για λόγους οικονομίας χώρου, ας μη σταθούμε σε αυτά. Ας μη σταθούμε ούτε στο δύσκολο ερώτημα που αφορά και όσους καταδικάζουν απερίφραστα και πάνω από όλα τη ναζιστική εισβολή Πούτιν στην Ουκρανία, αλλά κοτσάρουν και το «καμία εμπλοκή», χωρίς να απαντούν και να εξηγούν ταυτόχρονα «στην πράξη, πώς, τότε, θα νικήσει η Ουκρανία», που, με μια τέτοια παράλειψη, καθίσταται πλέον (αφού όλοι οι παράγοντες έχουν πια τοποθετηθεί) επίσης φιλορωσικό, αφού υπονοεί το «ας χάσει».

Μετωπική αντίληψη στην καθημερινότητα σημαίνει, όσον αφορά τον λόγο μας, να μιλάμε με όρους αντιθέσεων και τάσεων, η έμφαση στο λόγο μας να δίνεται σε αυτές, όχι να μιλάμε ως επί το πλείστον με συνθήματα προπαγάνδας-ζύμωσης. Σημαίνει, εν προκειμένω, καταρχάς, να εξηγούμε γιατί και να στιγματίζουμε το ότι, ως απάντηση στη ναζιστική εισβολή Πούτιν, επιλέχθηκε και από τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές το πλαίσιο του ΝΑΤΟ εν είδει επιστροφής στα παλιά (κάτι που βασικά στρέφεται και εναντίον τους, αφού πρώτο βιολί έτσι βάζουν τα πλέον φιλοπόλεμα στοιχεία της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης των ΗΠΑ και, φυσικά, τη Ρωσία), για τους βραχυπρόθεσμους-κοντόθωρους στόχους τους: π.χ. ο γερμανικός ιμπεριαλισμός για να βρει εύσχημο τρόπο να υπερστρατιωτικοποιηθεί, ο γαλλικός (που θεωρούσε «κλινικά νεκρό» το ΝΑΤΟ πριν λίγο καιρό, και παρά το ρίξιμο με το AUKUS) για να πλήξει οικονομικά το γερμανικό ο οποίος θα τρώει την πυρηνική «σκόνη» του για καιρό, και επειδή (ο γαλλικός) έχει ξεπέσει τόσο που, μόνος, μπορεί να τα βάζει πια μόνο με κάναν Ερντογάν, κ.ο.κ. (Μπορεί, φυσικά, να δοθούν και άλλες εξηγήσεις).

Πρέπει, από την άλλη, να αναγνωρίζουμε και να μιλούμε για τις ρωσοκινεζικές αντιθέσεις, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να αναδεικνύουμε και να στιγματίζουμε πραγματικά αντιιμπεριαλιστικά τη σημερινή εξέλιξη, τη ρητή στοχοποίηση του Πεκίνου από το ΝΑΤΟ, αφού αυτή στέλνει την Κίνα (που, στις αρχές της εισβολής, είχε ταλαντευτεί) στην αγκαλιά του Πούτιν (και δη ως κομπάρσο), μια στοχοποίηση, στην τελική, εξίσου φιλορωσική. Πρέπει να εξηγούμε (πέρα από τη δική μας, την «ιδανική» πολιτική) ότι μια λιγότερο φιλοπόλεμη στάση ακόμα και ιμπεριαλιστών θα έτεινε να οξύνει τις ρωσοκινεζικές αντιθέσεις, να κάνει Ρωσία και Κίνα να αποκλίνουν, πατώντας πάνω στην αντικειμενική βάση ότι η μεν, ως αναθεωρητική δύναμη, χρησιμοποιεί το ρόλο του παγκόσμιου ταραξία, η δε ακόμα δεν έχει φτάσει σε αυτό το στάδιο, κάνει φυσικά και φασαρίες, πρωτίστως όμως, το πάει λάου-λάου, με εμπόριο, επενδύσεις, ταξίματα, δεν έχει γερές προσβάσεις στην πολιτική σκηνή χωρών όσο η Ρωσία, την συμφέρει ηρεμία ακόμα, σε παγκόσμια κλίμακα (όχι τοπική). Μια λιγότερο φιλοπόλεμη στάση ακόμα και ιμπεριαλιστών θα έκοβε τον βήχα σε δυνάμεις όπως η Ινδία, που επιλέγουν (στο βαθμό που τους επιτρέπεται, καθώς το κύριο είναι η εξάρτησή τους, όχι η διαπραγματευτική τους δυνατότητα) να δώσουν βραχυπρόθεσμα διέξοδο στη Ρωσία. Θα έτεινε να απομονώσει πραγματικά τη Ρωσία (όχι με τα – εκ των πραγμάτων – φιλορωσικά εμπάργκο), όχι να της φτιάχνει κοτζάμ διεθνή κοινότητα δεκάδων κρατών (από Ιράν, που στοχοποιήθηκε εκ νέου μετά την αποκατάσταση των σχέσεων Μπάιντεν-Σαούδ, και Πακιστάν ως το παραδοσιακά ουδέτερο Τουρκμενιστάν). Τέλος, μόνο με την ανάλυση στη βάση αντιθέσεων μπορούμε να πείσουμε γιατί πράγματι μπορεί να υπάρξει «καμία εμπλοκή» της εξαρτημένης Ελλάδας, που φωνάζουμε, αλλά και ταυτόχρονα να νικήσει η Ουκρανία.

Στην πράξη, τέτοια μετωπική αντίληψη αποσκοπεί στο να ανοίξει αυτιά για την «ιδανική» μας πολιτική και να κερδίσει καταρχάς στο συγκεκριμένο ζήτημα ακόμα και οπαδούς των ευρωπαϊκών ιμπεριαλισμών (που συνηγορούν υπέρ της «αυτονόμησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ»), ακόμα και οπαδούς του ΝΑΤΟ που καταλαβαίνουν – εσφαλμένα βέβαια – ότι το ΝΑΤΟ είναι «ο καλός της υπόθεσης» στον σημερινό πόλεμο ή ότι «καλώς ή κακώς αυτόν έχουμε τώρα, με αυτόν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να αποκρουστεί η Ρωσία» (που, από την άλλη, σωστά σκέφτονται ότι αυτό είναι το κύριο σήμερα: πώς θα ηττηθεί η Ρωσία, και δεν το ρίχνουν φιλορωσικά στη γενικολογία, τη θεωρία και την αμπελοφιλοσοφία). Γιατί αν, όντως, διεξάγουμε πόλεμο, σημαίνει ότι πρέπει να διεξάγουμε και μάχες. Και οι μάχες κερδίζονται με το να αποσκοπούμε, έστω, να πετυχαίνουμε κάθε φορά συσχετισμό υπέρ μας, είτε σαλαμοποιώντας τον αντίπαλο, είτε στερώντας του εφεδρείες, ουδετεροποιώντας κ.ο.κ.. Αν καλούμε, με τέτοια συγκυρία, σε διαδήλωση με σχεδόν αποκλειστικό σύνθημα να.. διαλύσουμε το ΝΑΤΟ, τότε, αφενός, μάλλον έχουμε μπερδέψει τα συνθήματα (το σύνθημα προπαγάνδας το κάνουμε σύνθημα δράσης) και τις μορφές δράσης (με μια διαδήλωση στη χάση και τη φέξη, ως Καραμήτροι), ενώ αφετέρου, καθιστούμε στα μάτια του απλού κόσμου τη συμμετοχή στη διαδήλωση χωρίς νόημα, αφού είτε «δεν φέρνει αποτέλεσμα», την επίτευξη του μεγαλεπήβολου στόχου για τον οποίο εμείς καλούμε τώρα (διάλυση του ΝΑΤΟ), είτε «δεν φέρνει ειρήνη» (αφού, χωρίς την παράθεση εναλλακτικών, πρακτικά, έστω και ανομολόγητα, αφήνουμε τη Ρωσία να παίζει μονότερμα). Ακόμα χειρότερα, καλούμε τον κόσμο να γίνει «κήρυκας» (των θέσεών μας, ενίοτε των φαεινών μας και όχι σπάνια κάποιου «χρυσόστομου» αρχηγίσκου), όχι αγωνιστής, κάτι το πολύ προσβλητικό, το υποτιμητικό, το διόλου χειραφετητικό-επαναστατικό και, συν τοις άλλοις, επικίνδυνο: γιατί η αποπολιτικοποίηση, δηλαδή, η αποτροπή ενασχόλησης με τον πολιτικό αγώνα (ακόμα και μέσω της «δογματοποίησης» και της διάδοσης απλώς και μονίμως «θέσεων») αποκτηνώνει τον άνθρωπο.

Θα πρέπει να αναρωτιόμαστε συνεχώς αν μιλάμε με όρους θέσεων ή με όρους πολιτικής. Όποιος, λοιπόν, μιλά με όρους θέσεων στην παρούσα συγκυρία, δηλαδή δίνει έμφαση π.χ. στο «70 χρόνια ΝΑΤΟ η ίδια ιστορία» κ.ο.κ., δεν συμβάλλει στην αλλαγή συσχετισμών προς την κατεύθυνση της διάλυσης του ΝΑΤΟ, όπως αντίστοιχα κάνει για την υπόθεση του σοσιαλισμού όποιος έχει έγνοια απλώς να μην παραλείψει να γράψει τη λέξη «σοσιαλισμός» στην προκήρυξή του (που θα μοιράσει κουτοπόνηρα μόνο στο ασφαλές πλαίσιο των «μυημένων», στη διαδήλωση, που φοβάται μη και τον πουν «δεξιό» – αλλά αυτό είναι άλλη, μεγάλη συζήτηση). Αντίθετα, συμβάλλει στην επιβεβαίωση του ότι είναι υπαρκτό το δίλημμα «ΝΑΤΟ ή Πούτιν» (όσο και αν ο ίδιος λέει «ούτε-ούτε»), με αποτέλεσμα να οδηγεί τον κόσμο σε αποχή και απαθή παρακολούθηση της νίκης του εισβολέα ιμπεριαλιστή στην Ουκρανία (Έτσι εξηγείται και η μείωση του ενδιαφέροντος του κόσμου για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αφού δεν του δίνεται μια εναλλακτική, αρκείται στην εκατέρωθεν αόριστη καταδίκη Πούτιν και ΝΑΤΟ. Όμως, με αυτή μόνο δεν πας μακριά. Αργά ή γρήγορα, το ρίχνεις στην τρελή και ασχολείσαι με τίποτα άλλο). Προς μεγάλη χαρά του Πούτιν, που γίνεται ακόμα μεγαλύτερη με διαδηλώσεις περιφοράς των θέσεών μας, στις οποίες συμμετέχουν δυνάμεις ανοιχτά υπέρ του ρωσικού ιμπεριαλισμού, σαν να μην τρέχει τίποτα για τους έστω τίμιους οπαδούς του «ούτε-ούτε», και παρότι αλλοιώνεται έτσι το στίγμα των διαδηλώσεων, μετατρεπόμενο σε περισσότερο φιλορωσικό-δηλαδή φιλοϊμπεριαλιστικό και φιλοπόλεμο. Δεν είναι όμως τυχαία αυτή η κατάσταση. Αφού ο πήχης ρίχνεται στο «αντιδυτικό» επίπεδο, είναι πολύ φυσιολογικό να χωρούν και οι προωθούντες τη ρωσική ιμπεριαλιστική πολιτική στους κόλπους των έντιμα ενδιαφερόμενων για ανάπτυξη πραγματικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος.

Τα παραπάνω γράφτηκαν με πλήρη αδιαφορία για το αν χαρακτηριστούν ρεφορμιστικά ή και φιλοδυτικοϊμπεριαλιστικά (ιδίως από όσους αφήνουν τους ρεφορμιστές να παίζουν μονότερμα και ενισχύουν το ρώσικο ιμπεριαλισμό από εποχής Μπρέζνιεφ). Είναι τόσο ρεφορμιστικά ή και φιλοϊμπεριαλιστικά, όσο «διαστρεβλωτικά» της φύσης του ιμπεριαλισμού ήταν τα λόγια του Στάλιν, όταν έλεγε (17/2/51) ότι είναι δυνατή η αποτροπή του πολέμου χάρη στην κινητοποίηση των λαών (όχι «των κομμουνιστών» ή των φιλοσοβιετικών). Πάγια θέση, άλλωστε, στο παρόν ιστολόγιο είναι ότι ο δογματισμός και ο σεχταρισμός, στην πράξη, δεν είναι ουδέτεροι έναντι όλων των ιμπεριαλιστών, και ότι τα προβλήματα δεν πρέπει να κρύβονται κάτω από το χαλάκι με πανηγυρισμούς, όπως π.χ. για το πόσο… «δυναμικές» ήταν οι «αντιπολεμικές» διαδηλώσεις ή στείρες διαπιστώσεις για την «αναντιστοιχία» της μαζικότητάς τους με την σοβαρότητα της κατάστασης.