Για την απόρριψη της έφεσης κατά της δικαστικής απόφασης διάλυσης του σωματείου «Αδελφότητα Ντόπιων Σερραίων – Κύριλλος και Μεθόδιος»

Απορρίφθηκε σήμερα από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης η έφεση των μελών της «Αδελφότητας Ντόπιων Σερραίων – Κύριλλος και Μεθόδιος» κατά της πρωτόδικης απόφασης σε δικαστήριο των Σερρών που είχε διατάξει τη διάλυση του σωματείου κάνοντας δεκτή την εισαγγελική ανακοπή κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου Σιντικής που το είχε αναγνωρίσει. Η προσφυγή κατά της αναγνώρισης του σωματείου είχε γίνει από τους συνήθεις «κύκλους», όπως την «ΠΟΠΣΜ», την «Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Σωματείων Μακεδονίας».

Η υπόθεση της αναγνώρισης μειονοτικού σωματείου στις Σέρρες έχει μία στρατηγική διάσταση, από πολλές απόψεις.

Πρώτα από όλα, αν είναι παγκοίνως παραδεκτή η ύπαρξη σλαβο-μακεδονικής εθνικής και γλωσσικής μειονότητας στην δυτική Μακεδονία, έστω και μη αναγνωρισμένης από το κράτος, δεν είναι ωστόσο γνωστή η ύπαρξη τέτοιας μειονότητας σε άλλες περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας. Όμως, αν σε ένα σημείο, πέραν της δυτικής Μακεδονίας, υπάρχει μία γεωγραφική συνέχεια στη μειονότητα αυτή, είναι ακριβώς στο νομό Σερρών, στην ανατολική περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Είναι «κατανοητή», λοιπόν, η «σπουδή» των «ανησυχούντων», καθώς βλέπουν το «πρόβλημα» να δημοσιοποιείται στις πραγματικές του διαστάσεις.

Με τον τρόπο που πολιτεύονται, ωστόσο, οι «ανησυχούντες», οξύνοντας την επίθεση κατά της μειονότητας, «πυροβολούν τα πόδια» τους. Σε αυτό δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα, αν παράλληλα δεν έθεταν σε κίνδυνο οι ίδιοι την κρατική κυριαρχία.

Κατ’ αρχάς, αν τις τελευταίες δεκαετίες, το πρόβλημα που επικαλούνταν κάποιοι ήταν η μονοπώληση του όρου «Μακεδονία»-«Μακεδόνας», καθώς «στη Μακεδονία ζουν και άλλοι λαοί», τώρα, «χοντραίνουν» την κόντρα, καθώς η προσφυγή στρεφόταν κατά της «μονοπώλησης» της χρήσης του όρου «ντόπιοι». Με αυτό, δηλαδή, που έκαναν οι εν λόγω, προσπαθώντας να αφαιρέσουν έναν καθιερωμένο, «ουδέτερο» ορισμό της μειονότητας, τον ύστατο αποδεκτό από την ίδια, επιχειρούν προβοκατόρικα να κλονίσουν ένα βασικό στοιχείο του modus vivendi στην ελληνική Μακεδονία. Αν όμως δικαστικά απαγορεύεις στη μειονότητα (ιστορικά, «κοινότητα», αν όχι «λαός») να ονομάζεται έστω «ντόπια», τότε δεν της αφήνεις πια κανένα περιθώριο, πλήττεις τη σχέση της με τον υπόλοιπο ελληνικό λαό, την ωθείς εσύ σε αναζήτηση άλλων μεθόδων αγώνα για την επιβίωσή της από αυτές (ειρηνικές και προσηλωμένες στο νόμο και το Σύνταγμα) που υιοθετούσε μέχρι σήμερα.

Έπειτα, αν η Δικαιοσύνη σε αυτή τη χώρα δεν μπορεί να αναγνωρίσει στοιχειώδη δικαιώματα των πολιτών του κράτους, τότε υπάρχουν και διεθνή δικαστήρια. Σε αυτά, η Ελλάδα έχει ήδη καταδικαστεί δύο φορές για υπόθεση αντίστοιχου σωματείου στη Φλώρινα (Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού). Και φυσικά, δεν μπορεί να κατηγορηθεί αυτός που προσφεύγει σε αυτά, αλλά αυτός που τον εξωθεί. Αυτός είναι που οδηγεί σε έξωθεν παρέμβαση στη χώρα μας, για ένα ζήτημα που θα έπρεπε αποκλειστικά εσωτερικά να λύνεται (και όχι να κρύβεται κάτω από το χαλάκι… ή τη στρατιωτική μπότα). Με την τακτική τους, οι ανησυχούντες οδηγούν σε όλο και μεγαλύτερη άσκηση (ήδη εκχωρισθεισών-αναγνωρισμένων) αρμοδιοτήτων από παράγοντες εκτός χώρας.

Αν, επίσης, δει κανείς το χάρτη της ελληνικής Μακεδονίας, θα διαπιστώσει ότι ο πρώην νομός Σερρών ως επί το πλείστον συνορεύει με την Βουλγαρία. Και ο πιο αφελής καταλαβαίνει ότι, με την καταπίεση – ακριβώς δίπλα από τα σύνορα της Βουλγαρίας – μιας μειονότητας, την εθνική διάσταση της οποίας διεκδικεί η Βουλγαρία, αντικειμενικά καθιστά εκ νέου διμερές-διακρατικό το ζήτημα της μειονότητας, αντικείμενο πιθανών τριβών ανάμεσα σε Ελλάδα-Βουλγαρία. Γιατί ακριβώς αυτή την περίοδο, όπου στη Βουλγαρία η μάχη των αγωγών ανάμεσα σε Ρωσία-ΗΠΑ κορυφώνεται και στην περιοχή πάντα σοβεί και η αντίθεση ΗΠΑ-ΕΕ, οι αντιθέσεις αντανακλώνται όσο ποτέ άλλοτε στο πολιτικό σκηνικό της γείτονος, και κυβερνητικοί εταίροι επικαλούνται το μακεδονικό ζήτημα για να παρέμβουν, εξ ονόματος του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστή, σε αυτές τις συγκρούσεις (βλ. μπλόκο στην ένταξη της Β. Μακεδονίας στην ΕΕ – για το οποίο οι ανησυχούντες αυτοκτονικώς πανηγύριζαν). Με το να μην επιλύει, επομένως, η Ελλάδα το μειονοτικό ζήτημα στις Σέρρες, με τη μόνη δυνατή λύση, την αναγνώριση της μειονότητας ως σλαβικής μακεδονικής, αφήνει ελεύθερο το πεδίο σε τμήμα του βουλγαρικού πολιτικού σκηνικού (που, όπως και στην Ελλάδα, δεν είναι πια γραφικό εξωκοινοβουλευτικό, αλλά κυβερνητικό) να αρχίσει μια προπαγάνδα χαμηλής έντασης, αρχικά, για μελλοντική διεκδίκηση ως «δική της», άσχετα από τον σημερινό συσχετισμό Ελλάδας-Βουλγαρίας και ανεξάρτητα από το ότι τα μέλη της μειονότητας δεν θα αποδέχονταν τέτοιο «σωτήρα» (καθώς το σλαβικό μακεδονικό έθνος έχει πια αποκρυσταλλωθεί)… Και να σκεφτεί κανείς ότι η Αδελφότητα δεν διεκδικούσε καν την αναγνώριση μειονότητας…

Όμως, οι ανησυχούντες δεν δημιουργούν πρόβλημα μόνο με την Βουλγαρία, την ώρα, μάλιστα, που η Ελλάδα έπρεπε να κλείνει τα ζητήματα με τους γείτονες, επικεντρωνόμενη στον τουρκικό επεκτατισμό. Σπαταλούν πολιτικό κεφάλαιο της χώρας, όσον αφορά τη διεθνή κοινή γνώμη και τη διεθνή κοινότητα, όχι μόνο των ιμπεριαλιστών και των αστών, αλλά και τη διεθνή κοινότητα των λαών, καθώς κανένας δεν μπορεί να στηρίξει την Ελλάδα σε ζητήματα καταπίεσης μειονοτήτων. Ας καταλάβουμε, επιτέλους, ότι δεν μπορεί η Ελλάδα να ζητά τη στήριξη της διεθνούς κοινής γνώμης σε πολλά ζητήματα, γιατί τότε, στα μάτια του κόσμου, προβληματικό μέρος είναι αυτή. Όσον αφορά, δε, τους ιμπεριαλιστές, οι ανησυχούντες τούς «χαρίζουν» άλλο ένα ζήτημα παρέμβασης. Γιατί δεν είναι η ύπαρξη αλλά η καταπίεση των μειονοτήτων που δίνει πάτημα στον ιμπεριαλισμό να παρέμβει (και αυτό πρέπει να το καταλάβουν, συν τοις άλλοις, όλοι οι κατά τα λοιπά πράγματι αριστεροί αντιιμπεριαλιστές, που κάποιοι εξ αυτών επίσης στρουθοκαμηλίζουν, εν προκειμένω, και σιωπούν, όταν δεν συκοφαντούν).

Έγινε λόγος, προηγουμένως, για τον κίνδυνο να μετατραπεί αντικειμενικά σε διμερές το εσωτερικό ζήτημα του κράτους που έχει να κάνει με την αναγνώριση καθεστώτος εθνικής και γλωσσικής μειονότητας σε τμήμα πολιτών του, λόγω της απροθυμίας να το επιλύσει. Αυτός ο κίνδυνος έχει να κάνει και με το ότι, στην εποχή των νέων τεχνολογιών και της διεθνοποίησης των οικονομικών συναλλαγών, η εκμάθηση μιας γλώσσας μπορεί να πραγματοποιηθεί και μέσω διαδικτύου. Και τα εμπόδια που θέτουν οι γνωστοί-άγνωστοι ανησυχούντες, με το να εφορμούν και να πυρπολούν μειονοτικά γραφεία ή σχολεία, δεν υφίστανται πια. Ας αναρωτηθούν λοιπόν οι ανησυχούντες μας: θα προτιμούσαν μήπως, σε μερικές δεκαετίες, σε συνοριακές περιοχές η ντόπια μακεδόνικη γλώσσα να έχει αντικατασταθεί από την επίσημη γλώσσα της Β. Μακεδονίας, πιστοποιητικά γνώσης της οποίας θα κατείχαν (έστω και για λόγους ανταγωνισμού του βιογραφικού τους) μερικές χιλιάδες συμπολίτες μας; Ας αναλογιστούμε ότι, «χάρη» στην καταπίεση, μια τέτοια αντικατάσταση είναι έτσι κι αλλιώς σχεδόν αναπόφευκτη: η εθνική ελευθερία στην Β. Μακεδονία έχει συμβάλει στην απρόσκοπτη εθνική ανάπτυξη του εκεί τμήματος του σλαβο-μακεδονικού έθνους και οι πολιτιστικές ανταλλαγές είναι αναπόφευκτα ανισοβαρείς. Όμως, οι καταπιεστές θα έχουν συμβάλει στην τεχνητή αντικατάσταση της γλώσσας των μειονοτικών μας και στην εξώθησή τους σε υποδεέστερη θέση εντός του έθνους τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στις δυνατότητες παρέμβασής των «ανώτερων» εντός του έθνους τους.

Εν κατακλείδι, οι ανησυχούντες οξύνουν την επίθεσή τους, ίσως και με αφορμή το ότι βλέπουν να χάνεται το «παιχνίδι» της κατάπνιξης της μειονότητας, ιδίως τα τελευταία χρόνια, όπου η νεολαία της περιοχής, χάρη και στο διαδίκτυο, αρχίζει να ανακαλύπτει και χορεύει τα πατροπαράδοτα τραγούδια της περιοχής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως είδαμε, την φαινομενικά πατριωτική, αλλά προβοκατόρικη φιλοϊμπεριαλιστική πολιτική των «εθνικά ανησυχούντων» την πληρώνει, όπως πάντα, η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός συνολικά. Κι αυτό πρέπει να σταματήσει.

Τέλος, ένα σχόλιο όσον αφορά την ίδια τη μειονότητα. Με την έκβαση της υπόθεσης της Αδελφότητας, αναδεικνύεται για άλλη μια φορά η κρίση πολιτικής ηγεσίας και στρατηγικής της. Στον καιρό του ιμπεριαλισμού, κανένα εθνικό ζήτημα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κάτι το φολκλορικό, κάτι που έχει να κάνει με το παρελθόν, αταξικό και υπόθεση γενικώς «δημοκρατών και φιλελεύθερων» (όσο κι αν, όντως, η Δημοκρατία στην Ελλάδα πλήττεται και με τέτοιες δικαστικές αποφάσεις, και όχι μόνο με την αστυνομοκρατία). Τα χρόνια, μάλιστα, περνούν, οι διεθνείς δικαστικές αποφάσεις αργούν, οι άνθρωποι γερνούν, αλλά οι απογοητεύσεις από αυτή τη στρατηγική παγιώνονται και οι νέες γενιές, στην καλύτερη, θα μάθουν απλώς να χορεύουν και θα έχουν πιστοποιητικό γνώσης της κύριας επίσημης γλώσσας της Β.Μακεδονίας, χωρίς να σταματά η καταπίεση. Αντίθετα, λοιπόν, με αυτή την αδιέξοδη στρατηγική, το όποιο κίνημα, για να μακροημερεύσει και οργανωτικά, πρέπει να συνδεθεί με τα υλικά συμφέροντα τμήματος της μειονότητας. Για να ειπωθεί με μια λέξη, η μειονότητα έχει ανάγκη από μια νέα Οργάνωση «Ήλιντεν», σαν αυτή που υπήρχε μεταξύ 1952-1956. Ή, για να μιλήσουμε με όρους Καταλονίας (αν και δεν ισχύει ό,τι και στην Ισπανία, όπου το καταπιεζόμενο έθνος είναι ισχυρότερο οικονομικά του καταπιέζοντος), η μειονότητα έχει ανάγκη από ένα PSUC. Αυτή τη στιγμή, όμως παρατείνει ατελέσφορα την αντίστοιχη περίοδο του «Πρώτου Καταλανικού Συνεδρίου» του 1880, πριν δηλαδή πάρει στα χέρια της (και το κάνει «σαν τα μούτρα της») η καταλανική αστική τάξη το εθνικό ζήτημα ως «χαρτί» για τις διεκδικήσεις της έναντι της καστιλλιάνικης. Σαν να περιμένει μια αστική τάξη να αναλάβει το εθνικό κίνημα. Δεν χρειάζεται, όμως, να περάσει το στάδιο της αστικής ηγεμονίας στο εθνικό κίνημα η μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία. Γιατί η αστική της τάξη έχει ήδη αποδείξει τον προδοτικό της χαρακτήρα, καθώς πάντοτε δεχόταν να υποταχτεί σε κάθε κυρίαρχο τα τελευταία 120 χρόνια (τη μια συμβιβαζόταν με τον τούρκο, τις άλλες έκανε ως και τον Έλληνα ή τον Βούλγαρο), οδηγώντας, συν τοις άλλοις, και στην οικονομική καχεξία της περιοχής. Πρέπει, λοιπόν, το όποιο κίνημά της να συνδεθεί με το εργατικό κίνημα, με τη ραχοκοκαλιά του έθνους (καταπιεζόμενου και καταπιέζοντος), την εργατική τάξη και γενικά τους εργαζόμενους, τη μόνη τάξη και στρώματα που αναγνωρίζουν τα κοινά συμφέροντα και με τους γειτονικούς λαούς και εργατικές τάξεις, και μπορούν να φέρουν την κοινή οικονομική ανάπτυξη εκατέρωθεν των συνόρων, με συγκεκριμένα βήματα και έργα, που δεν θα είναι αντικείμενο ιδιοτελών υπολογισμών, και άρα η υλοποίησή τους δεν θα χρονίζει.

Ιταλία – 100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΙ: Η Κόκκινη Διετία 1919-1920 – Διδάγματα για το σήμερα

Η κατάληψη των εργοστασίων και το ναυάγιο της επαναστατικής ορμής. Ο καταστροφικός ρόλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας

Η Κόκκινη Διετία 1919-1920 ήταν ένα βασικό ορόσημο για την ιστορία των ιταλών κομμουνιστών. Αποτέλεσε τη στιγμή κατά την οποία οι επαναστάτες που βρίσκονταν εντός του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας κατανόησαν την ασυμβατότητά τους με μια πολιτική οργάνωση που αρνούταν τον ίδιο το ρόλο της ως ενός κόμματος πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, και έφτασαν ως τη διάσπαση του Λιβόρνο το Γενάρη του 1921 και τη γέννηση του ΚΚΙ.

Οι λόγοι για αυτή την εσωτερική διάσπαση στο ΣΚΙ ανάγονταν στην εξαιρετικής φύσης περίοδο αγώνων, που εγκαινιάστηκε μετά την πρώτη ιμπεριαλιστική σύγκρουση, και στην ανικανότητα από πλευράς σοσιαλιστών να δώσουν μια πολιτική κατεύθυνση στην προλεταριακή τάξη.

Η καθοδήγηση του κόμματος ήταν μαξιμαλιστική, δηλαδή, προωθούσε το «μάξιμουμ πρόγραμμα», αυτό της κολεκτιβοποίησης των μέσων παραγωγής, που θα επιτυγχανόταν με την επανάσταση. Η επαναστατική φρασεολογία, ωστόσο, δεν ακολουθούταν από μια συγκεκριμένη πρακτική ρήξης με τον ρεφορμισμό – όπως ζητούσε η πτέρυγα της πολιτικής της αποχής, με επικεφαλής τον Αμαντέο Μπορντίγκα, και η ομάδα της «Νέας Τάξης» του Γκράμσι – και προετοιμασίας της εργατικής τάξης για πολιτική σύγκρουση με την αστική τάξη.

Οι πολιτικές αντιθέσεις εντός του ΣΚΙ – η ύπαρξή του ως ενός «Τσίρκου Μπάρνουμ» ρευμάτων, το οποίο τιθόταν στην ουρά των μαζών (σ.parapoda: ενωμένα τσίρκα της εποχής, με αρχικά αυτόνομες παραστάσεις) – παρουσιάστηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα το 1920, τη χρονιά που έφτασε στο απόγειό της η σύγκρουση ανάμεσα στους εργάτες και τα αφεντικά. Η μεγαλοαστική τάξη χρειαζόταν να υπερασπίσει τα περιθώρια κέρδους της μέσω της επαναφοράς της προπολεμικής τάξης πραγμάτων, όμως ένιωθε την πίεση από την οργάνωση των εργατών στα εργοστάσια: τις εσωτερικές επιτροπές και τα Εργοστασιακά Συμβούλια, που αποτελούσαν οργανισμοί διοικούμενοι άμεσα από τους εργαζομένους. Η πολιτική σημασία τους αναδείχτηκε από τον Αντόνιο Γκράμσι και υιοθετήθηκε από την «Νέα Τάξη» που έβλεπε στα Συμβούλια «το μοντέλο του προλεταριακού κράτους».

Το 1920, μετά από πολυάριθμες και σκληρές αναμετρήσεις, μεταξύ των οποίων η «απεργία των δεικτών» (σ.parapoda: μετά την εργοδοτική αλλαγή ωραρίου στο Τορίνο χωρίς τη γνωμοδότηση και για λόγους αμφισβήτησης των εργοστασιακών συμβουλίων, ξέσπασε απεργία, με τους εργάτες να γυρνούν επιδεικτικά τους δείκτες των ρολογιών της επιχείρησης μία ώρα πίσω, και τα αφεντικά να απολύουν τα μέλη της εσωτερικής επιτροπής. Η απεργία εξελίχτηκε σε πολιτική, με το Τορίνο να κατακλύζεται από δεκάδες χιλιάδες άντρες των μηχανισμών καταστολής, αλλά και από φασίστες), την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ξέσπασε εκ νέου δυναμικά η σύγκρουση ανάμεσα στην εργατική τάξη και τους βιομηχάνους, με αφορμή την ανανέωση της σύμβασης των εργατών μεταλλουργίας και την κατάληψη των εργοστασίων.

Το καλοκαίρι, η ομοσπονδία των εργατών μεταλλουργίας FIΟΜ παρουσίασε μια σειρά διεκδικήσεων, όπως μισθολογικές αυξήσεις, ενοποίηση των μισθολογίων με το κομμάτων και ένα σύστημα αποζημιώσεων ενάντια στην ακρίβεια. Το άλλο μέρος απόρριψε την έναρξη διαπραγματεύσεων. Αυτό που διακυβευόταν δεν ήταν μόνο τα ιδιαίτερα συμφέροντα σε επίπεδο οικονομικό, αλλά η ίδια η δυναμική της εξουσίας που δινόταν από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Τα αφεντικά ήταν αποφασισμένα να βάλουν ένα τέλος στην πολιτική αυτονομία της εργατικής τάξης που είχε αναπτυχθεί εντός των εργοστασίων.

Αρχής γενομένης από τις 20 Αυγούστου, η Ιταλική Ομοσπονδία των Εργατών Μεταλλουργίας (FIOM) απάντησε με μια στρατηγική κωλυσιεργίας εντός των εγκαταστάσεων, ώστε να αποδυναμώσει την παραγωγή. Αρχής γενομένης από τις 31 Αυγούστου, η εργοδοσία αντεπιτέθηκε με κλείσιμο των εργοστασίων, αλλά σε εκείνο το σημείο οι εργάτες προχώρησαν στην κατάληψη των εργοστασίων.

Από τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, οι εγκαταστάσεις φυλάσσονταν με τα όπλα στο χέρι, δημιουργήθηκαν πυρήνες Κόκκινων Φρουρών, ο αγώνας επεκτάθηκε στην επαρχία και σε άλλους κλάδους, όπως αυτόν των σιδηροδρομικών, κάτι που συνιστούσε μια κατάσταση μαζικής κινητοποίησης ανάλογης με αυτή του 1919.

Σε απάντηση, η αστική τάξη ζήτησε από την κυβέρνηση Τζολίτι να παρέμβει στρατιωτικά ενάντια στην κατάληψη των εργοστασίων, θέλοντας να επιβάλει μια για πάντα το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις τάξεις. Η ιταλική κυβέρνηση, έχοντας συνείδηση της ισχύος του εργατικού κινήματος και των δυσκολιών του κρατικού μηχανισμού να διαχειριστεί ένα κίνημα που μπορούσε να πάρει εξεγερσιακά χαρακτηριστικά, προτίμησε να υιοθετήσει μια στρατηγική φθοράς και διαμεσολάβησης, γνωρίζοντας ότι μπορούσε να βασίζεται στον ρεφορμιστικό προσανατολισμό της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGdL) και την παράλυση του ΣΚΙ.

Κάτι που επαληθεύτηκε στις 10 και 11 Σεπτέμβρη, όταν συνεδρίασε η πανεθνική διοίκηση της CGdL μαζί με αυτή του ΣΚΙ. Η συζήτηση αποτέλεσε το δραματικό εκείνο σημείο στροφής στην όλη υπόθεση και ανέδειξε την ασυνέπεια του μαξιμαλισμού.

Η συζήτηση ανέδειξε κυρίως δύο διακριτές τοποθετήσεις. Από τη μια, την πρόταση του μιλανέζικου εργατικού κέντρου, με επικεφαλής τους Σκιαβέλο-Μπούκο, σύμφωνα με την οποία το Σοσιαλιστικό Κόμμα όφειλε να αναλάβει την καθοδήγηση του εργατικού κινήματος και να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Πέρασε, ωστόσο, η ρεφορμιστική γραμμή που προωθούσε ο γραμματέας Ντ’ Αραγκόνα (σ.parapoda: με διακηρυγμένο στόχο «την αναγνώριση εκ μέρους της εργοδοσίας της αρχής του συνδικαλιστικού ελέγχου επί των επιχειρήσεων»), αν και με ελάχιστη πλειοψηφία.

Η συνδικαλιστική ηγεσία, πιεζόμενη από τη ριζικότητα της εξελισσόμενης αναμέτρησης και το διατυπωμένο ζήτημα της εργατικής εξουσίας, δεν μπορούσε να μην υιοθετήσει τα συνθήματα του εργατικού ελέγχου επί της παραγωγής, όμως τον απαρνήθηκε καθώς του έδωσε έναν χαρακτήρα μεταρρύθμισης της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, παρά ανατροπής της. Πρόθεση, επομένως, ήταν η επαναφορά της ταξικής σύγκρουσης εντός του πλαισίου ενός μεταρρυθμιστικού προοδευτισμού, η απόρριψη της πρότασης για γενίκευση των καταλήψεων των εργοστασίων και ο αποκλεισμός του ζητήματος της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας. Ο ιστορικός ηγέτης της CGdL προκάλεσε ανοιχτά το ΣΚΙ αναφορικά με τη δυνατότητα να ωθήσει τα πράγματα από την κατάληψη των εργοστασιακών εγκαταστάσεων στην επανάσταση (σ.parapoda: Συγκεκριμένα, φέρεται να δήλωσε: «Εσείς πιστεύετε ότι αυτή είναι η στιγμή να προκληθεί μια επαναστατική ενέργεια, ε, λοιπόν, αναλάβετε εσείς την ευθύνη. Εμείς που δεν αισθανόμαστε να είμαστε σε θέση να αναλάβουμε αυτή την ευθύνη να οδηγήσουμε το προλεταριάτο στην αυτοκτονία, σας λέμε ότι αποσυρόμαστε και παραιτούμαστε… Πάρτε εσείς την καθοδήγηση όλου του κινήματος»). Ο γραμματέας του ΣΚΙ Τζενάρι, ωστόσο, απέρριψε την προβοκατόρικη πρόταση του Ντ’ Αραγκόνα, και ξαναέθεσε το κόμμα στη διάθεση της Συνομοσπονδίας Εργασίας.

Μπροστά στην πολιτική απομόνωση και την έλλειψη συνδικαλιστικής υποστήριξης, το εργατικό κίνημα έχασε την αποφασιστικότητά του και η FIOM κατέληξε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την εργοδοσία. Ο συλλογικός έλεγχος της παραγωγής δεν υλοποιήθηκε ποτέ, ούτε ήταν το πρελούδιο για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής όπως διαλαλούσαν οι ρεφορμιστές. Για την ακρίβεια, την Κόκκινη Διετία διαδέχτηκε η Μαύρη, καθώς η αστική τάξη έδωσε την κυβέρνηση στο φασισμό.

Ακριβώς στην περίπτωση της κατάληψης των εργοστασίων, ο απολογισμός που διεξήχθη από τους επαναστάτες ήταν ανάλογος με αυτόν του 1919, δηλαδή, ότι βρίσκονταν μπροστά σε μια κατάσταση δυνητικά επαναστατική, όμως έλειπε η πολιτική καθοδήγηση από πλευράς κόμματος.

Ο Γκράμσι, στις σελίδες της «Νέας Τάξης», ήταν ξεκάθαρος για την παραίτηση του ΣΚΙ από το ρόλο του. Στις 9 Οκτώβρη 1920, λίγες βδομάδες μετά το τέλος της σύγκρουσης των εργατών της μεταλλουργίας, στην «Νέα Τάξη» έγραφε: «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα λέει ότι ασπάζεται τα διδάγματα του μαρξισμού: το κόμμα θα έπρεπε, επομένως, να βρίσκει σε αυτά τα διδάγματα έναν μπούσουλα για να προσανατολιστεί μέσα στον καταιγισμό των γεγονότων. (…) Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που αυτοαναγορεύεται σε καθοδηγητή και δάσκαλο των μαζών, δεν είναι παρά ένας δύσμοιρος συμβολαιογράφος που καταγράφει τις κινήσεις που πραγματοποιούνται αυθόρμητα από τις μάζες. Αυτό το δύσμοιρο Σοσιαλιστικό Κόμμα, που αυτοαναγορεύεται σε ηγέτη της εργατικής τάξης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά εμπόδιο στον προλεταριακό στρατό.

Αν αυτή η παράξενη συμπεριφορά του Σοσιαλιστικού Κόμματος, αν αυτή η παράταιρη κατάσταση του πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης δεν έχει ως τώρα προκαλέσει μια καταστροφή, είναι επειδή μέσα στην εργατική τάξη, στις οργανώσεις πόλεων του Κόμματος, στα συνδικάτα, στα εργοστάσια, στα χωριά, υπάρχουν ενεργητικές ομάδες κομμουνιστών οι οποίοι έχουν συνείδηση της ιστορικής τους αποστολής, είναι ενεργητικοί και επιδέξιοι στη δράση, ικανοί να καθοδηγήσουν και να διαπαιδαγωγήσουν τις τοπικές μάζες του προλεταριάτου· είναι επειδή υπάρχει δυνητικά, εντός του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ένα Κομμουνιστικό Κόμμα από το οποίο λείπει μόνο η ρητή οργάνωση, η συγκεντροποίηση και μια πειθαρχία για να αναπτυχθεί γρήγορα, να κατακτήσει και να ανανεώσει το σύνολο του κόμματος της εργατικής τάξης, να δώσει μια νέα κατεύθυνση στη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας και στο συνεταιριστικό κίνημα».

Η παρέμβαση του Γκράμσι δεν ήταν ένα απλό κατηγορητήριο προς το ΣΚΙ, αλλά εξέφραζε την ανάγκη για διαχωρισμό. Εντόπιζε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, που ήδη ζούσε εντός του Σοσιαλιστικού, και υποδείκνυε την αναγκαιότητα να του δοθεί «μια ρητή οργάνωση».

Ο σκοπός αυτός θα υλοποιούταν λίγο αργότερα, στις 21 Γενάρη, με την ίδρυση του ΚΚΙ.

Ο απολογισμός της Κόκκινης Διετίας και η ίδρυση του Κόμματος. Σημερινά διδάγματα.

Τα γεγονότα του 1919-1920 αποτελούν ένα δίδαγμα πολύ σημαντικό, γιατί παρέχουν ένα παράδειγμα μιας κατάστασης δυνητικά επαναστατικής εντός ιταλικού πλαισίου. Η βαθιά κρίση του καπιταλισμού, που εκφράστηκε με το ξέσπασμα της πρώτης ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης, οδήγησε στην έκρηξη μιας οξείας ταξικής σύγκρουσης. Καταγράφτηκε ένας μεγάλος πρωταγωνιστικός ρόλος των προλεταριακών μαζών και μια ευνοϊκή κατάσταση έναντι ενός αποδυναμωμένου αστικού κράτους. Αυτό που έλειψε ήταν μια πολιτική καθοδήγηση της εργατικής τάξης, που συντρίφτηκε από τον ρεφορμισμό της CGdL και τον στείρο μαξιμαλισμό του ΣΚΙ.

Αντίθετα, οι κομμουνιστές ήταν σε θέση να κατανοήσουν την «μοναδικότητα» μιας κοινωνικής σύγκρουσης που ήταν ικανή να ξεπεράσει τους συνδικαλιστικούς και σοσιαλιστικούς οργανισμούς, χωρίς ωστόσο να ξεχνούν τον καθοδηγητικό ρόλο του κόμματος. Σε σχέση με το κίνημα κατάληψης των εργοστασίων, για την ακρίβεια, υπάρχει μια πλήρη συνειδητοποίηση της αναπόφευκτης ήττας τους, σε περίπτωση που δεν μετατιθόταν ο σκοπός από το οικονομικό επίπεδο στο πολιτικό και την κατάληψη της εξουσίας.

Από την εμπειρία της Κόκκινης Διετίας, η πρωτοπορία της εργατικής τάξης είχε μια σημαντική ζέση για να μπει στο δρόμο της δικής της, ανεξάρτητης και επαναστατικής οργάνωσής της. Ωρίμασε πράγματι η ανάγκη να διαχωριστεί όχι μόνο από τον ρεφορμισμό, αλλά και από τον μαξιμαλισμό, που εκπροσωπούσε τον τυπικό ιταλικό οπορτουνισμό του εργατικού κινήματος.

Η πικρή κατάληξη του κινήματος των καταλήψεων των εργοστασίων, ήταν, πέραν της ώθησης που προερχόταν από τον Λένιν και την Κομμουνιστική Διεθνή, το γεγονός που κατέστησε αναπόφευκτη τη διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος και την ίδρυση του νέου κόμματος του προλεταριάτου της χώρας μας, του Κομμουνιστικού Κόμματος, που να έχει πλήρη συνείδηση των ιδίων στόχων του, των μέσων και των ρυθμών που είναι απαραίτητοι για να φτάσει στην επανάσταση.

Χωρίς ένα παρόμοιο όργανο, η εργατική τάξη, θα μπορεί ξανά να γνωρίσει στιγμές έκτακτης συνειδητοποίησης, όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια των καταλήψεων των εργοστασίων, αλλά δεν θα είναι σε θέση από μόνη της να αναχθεί στο πολιτικό επίπεδο της κατάληψης της εξουσίας για την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και θα βρίσκεται πάντα αποδιοργανωμένη κατά τη σύγκρουση με το αστικό κράτος, όπως συνέβη το 1920.

Το ιστορικό δίδαγμα της Κόκκινης Διετίας, ωστόσο, κινδυνεύει να παραμείνει μια αφηρημένη επιβεβαίωση της αρχής περί αναγκαιότητας κόμματος, αν δεν επικαιροποιεί το πρόβλημα της πολιτικής πρωτοπορίας: πράγματι, είναι τεράστιες οι διαφορές σε σχέση με εκατό χρόνια πριν.

Την εποχή εκείνη, υπήρχε μια κατάσταση εξαιρετικής υλικής ανέχειας λόγω πολέμου. Σε επίπεδο οικονομικού αγώνα, η εργατική τάξη έδειχνε μια προχωρημένη συνείδηση, η κομμουνιστική θεωρία είχε κατακτήσει ένα τεράστιο κύρος χάρη στο θρίαμβο της Οκτωβριανής Επανάστασης και μπορούσε να τρέφεται από το μαζικό ρίζωμα των σοσιαλιστικών κομμάτων.

Αντίθετα, το σημερινό πλαίσιο, διαφέρει από πολλές πτυχές, καθώς υπάρχει απουσία ενός μεταπολεμικού σεναρίου, αποδιάρθρωση της εργατικής τάξης λόγω της παραγωγικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου και της προσωρινής ήττας του σοσιαλισμού, που επέτρεψε στην αστική τάξη να αναπτύξει μια σημαντική επιχείρηση ιδεολογικής, πολιτικής και πολιτιστικής ηγεμόνευσης.

Η κομμουνιστική ανασυγκρότηση, επομένως, πρέπει να βρει μορφές πρωτότυπες και κατάλληλες στις σημερινές συνθήκες. Ο μόνος εφικτός δρόμος για να δώσουμε μια απάντηση στον σημερινό θρυμματισμό είναι αυτός της προσέγγισης και της βαθμιαίας ενοποίησης ανάμεσα σε ομάδες, συλλογικότητες, μεμονωμένους κομμουνιστές, προλετάριους επαναστάτες. Μια υπομονετική ανασυγκρότηση δεσμών που πρέπει να περάσει μέσα από μια ανοιχτή συζήτηση, αναμέτρηση και υιοθέτηση μιας κοινής πρακτικής.

Η ενότητα πρέπει να υλοποιηθεί με τη συγκρότηση ενός πολιτικού κέντρου με συνοχή, εξοπλισμένου με έναν ξεκάθαρο ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό, σε θέση να συγκεντροποιήσει και να συντονίσει τις δραστηριότητες, να καταρτίσει στελέχη και να συσπειρώσει τα πιο προχωρημένα στοιχεία ανάμεσα στους προλετάριους και τους εκμεταλλευόμενους εργαζόμενους, με στόχο να καλύψει την απόσταση με το εργατικό κίνημα. Τέτοια πορεία δεν μπορεί παρά να διαρθρωθεί σε μια διαδικασία όχι σύντομη, δεδομένου του επιπέδου πολιτικής διάσπασης σήμερα, με την οικοδόμηση μιας ενδιάμεσης κομμουνιστικής οργανωτικής μορφής, μέχρις ότου φτάσουμε, όταν θα υπάρχουν οι προϋποθέσεις, στη δημιουργία του Κόμματος.

Γενάρης 2021

Η Πολιτική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Συντονισμού Λομβαρδίας

Κομμουνιστικός Συντονισμός Τοσκάνης

Κομμουνιστική Πλατφόρμα – για το Κομμουνιστικό Κόμμα του προλεταριάτου της Ιταλίας

Μετάφραση από τα ιταλικά parapoda. Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, εδώ.

Βλ.επίσης

Ιταλία – 100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΙ: «Να εργαζόμαστε όπου βρίσκονται οι εργατικές μάζες» Δεκέμβρης 2020

Ιταλία: Ο αγώνας για τη δημιουργία κομμουνιστικού κόμματος, χτες και σήμερα (+άρθρο Τζ.Μ. Σεράτι: Το καθήκον της παρούσας στιγμής (24/10/1920)) Δεκέμβρης 2020

Ιταλία: Για την υπόθεση της ανασύστασης του κομμουνιστικού κόμματος Δεκέμβρης 2020

Ιταλία: Για την ανασύσταση του κομμουνιστικού κόμματος – «Βαρύγδουπες διακηρύξεις» ή υλοποίηση καθηκόντων για το σήμερα; Δεκέμβρης 2020

Πατρίς Λουμούμπα: Η Αφρική θα ελευθερωθεί

Από τις χαρακτηριστικότερες και συμβολικότερες για τον 20ό αιώνα είναι οι εικόνες από τη δημόσια διαπόμπευση το Γενάρη του 1961 του Πατρίς Λουμούμπα, του πρωθυπουργού του πλούσιου Κονγκό, που μόλις πριν λίγους μήνες είχε ανεξαρτητοποιηθεί: αυτοί που τον διαπομπεύουν και τον πιέζουν κυριολεκτικά να φάει τον λόγο που εκφώνησε την Ημέρα της Ανεξαρτησίας του Κονγκό είναι… ομοεθνείς του, υποκινούμενοι από τους απερχόμενους (Βέλγους) και τους επερχόμενους (νεο-)αποικιοκράτες (ΗΠΑ).

Με αφορμή την επέτειο από τη δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα στις 17 Γενάρη 1961, παρατίθεται το ποίημα που είχε γράψει ο ίδιος με τίτλο “Η Αφρική θα ελευθερωθεί”.

Πατρίς Λουμούμπα: Η Αφρική θα ελευθερωθεί

Κλαις αγαπημένε μου Νέγρο, χιλιάδες χρόνια

και πεθαίνεις σαν κτήνος!

Η στάχτη σου σκορπίστηκε σ’ όλη τη γη

απ’ τον σιμούν και τον τυφώνα.

Εσένα που δεν ύψωσες ποτέ σου πυραμίδες.

Για όλους τους ισχυρούς δημίους σου

αιχμαλωτίζεσαι στις εισβολές τους και νικιέσαι

σε κάθε μάχη θριαμβεύει η δύναμη

εσύ που έμαθες σ’ ένα σχολειό

εκατόχρονο ένα μονάχα σύνθημα: Δουλεία ή θάνατος

εσύ που κρύφτηκες μέσα στις απελπισμένες ζούγκλες

που αντίκρυσες σιωπηλός χιλιάδες πεθαμένους

κάτω απ’ τη μάσκα του πυρετού των βάλτων

ή κάτω απ’ τη μάσκα της τίγρης που σπαράζει με τα δόντια

ή στις αγκάλες της ερήμου με τις κυματιστές αμμούδες

που πνίγουν λίγο-λίγο σαν τον βόα…

Κι ήρθε η μέρα που φάνηκε ο Λευκός.

Κι ήταν σκληρός και δόλιος και κακός περισσότερο απ’ όλους τους θανάτους

και πήρε το χρυσάφι σου με πανουργία

για να σου δώσει σαν αντάλλαγμα ψεύτικές χάντρες

ένα καθρεφτάκι.

Βίασε τις αδελφές σου, τις γυναίκες σου

ή και διέφθειρε με τ’ αλκοόλ τους γυιούς των αδερφών σου

κι έστειλε στη φυλακή ως και μικρά παιδιά.

Τότε από χωριό σε χωριό βρόντησε το ταμ-ταμ

κι οι άντρες έμαθαν πως ένα ξένο πλοίο

σαλπάριζε για μακρυνές ακτές

εκεί όπου είναι Θεός το βαμβάκι και το δολλάριο αυτοκράτορας.

Καταδικασμένος σε μια αιχμαλωσία δίχως τέλος,

δουλεύοντας σαν ζώο φορτωμένο

όλη την άγια μέρα κάτω από ένα ήλιο δίχως λύπηση.

Σ’ έμαθαν να ψάλλεις ύμνους

και να δοξάζεις το Θεό τους

κι ήσουν εσύ ο σταυρωμένος κάτω από τους ύμνους

που υπόσχονταν τη μακαριότητα μέσα σ’ ενα καλύτερο κόσμο

και μόνο ένα πράγμα συ φοβόσουν:

Μήπως και δε σε άφηναν να ζήσεις, μήπως και δε σε άφηναν να ζήσεις.

Και στη φωτιά κοντά και στο συναγερμό και στα ανακατωμένα όνειρά σου

ξεθύμανες μονάχα με τραγούδια πόνου

απλά με δίχως λέξεις.

Συνέβη ακόμα και να ευθυμήσεις

κ’ έξω απ’ τον εαυτό σου σ’ ένα ξεχείλισμα δύναμης εχόρεψες

κι ένα λαμπρό καινύργιο σφρίγος

μια θέληση νεαρή αντήχησε

πάνω σε χάλκινες χορδές, σε πύρινα ταμπούρλα

και η αρχή αυτής της δυνατής μουσικής

μεγάλωσε από το ρυθμό της τζαζ σαν τυφώνας,

κι ούρλιαζε στους λευκούς ανθρώπους

πως όχι! Δεν ανήκει σ’ αυτούς ολόκληρος ο κόσμος.

Μουσική, εσύ μονάχα επέτρεψες και σε μας

να σηκώσουμε το πρόσωπο και να κοιτάξουμε στα μάτια

την αυριανή απελευθέρωση της πολυάνθρωπης φυλής μας.

Ας είναι λοιπόν δικές σου οι όχθες των μεγάλων ποταμών

που φέρνουν τα ζωντανά τους κύματα ακάθεκτα στο μέλλον!

Ας είναι όλη η γη με τα πλούτη της

δική σου!

Ας κάψει τους καημούς, τα βάσανά σου,

ο καφτός ήλιος του μεσημεριού.

Ας στεγνώσουν στις ακτίνες του ηλίου

τα δάκρυα που έχυσε ο πρόγονός σου

βασισμένος σ’ αυτές τις πένθιμες λαγκαδιές.

Ο λαός μας ελεύθερος κι ευτυχισμένος

θα ζήσει και θα θριαμβεύσει στο Κογκό μας.

Εδώ στην καρδιά της Μεγάλης Αφρικής μας!

Μετάφραση απ’ τα ιταλικά στα ελληνικά της ποιήτριας Ρίτας-Μπούμπη Παππά. Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στον “Λαϊκό Αγώνα”, όργανο του Συλλόγου των Πολιτικών Προσφύγων στη Λ.Δ.της Ουγγαρίας, χρόνος 12ος, αρ.φ.12, Σάββατο 11 Φλεβάρη, σ.2.Στα αγγλικά υπάρχει εδώ.

***

Φυσικά, η ζωή προχωρά και στην πολιτική δεν θα πρέπει να κινούμαστε μόνο με βάση το συναίσθημα. Έτσι, δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη η αναγνώριση κάποια χρόνια αργότερα του δολοφόνου του Λουμούμπα, Μομπούτου, από τον Μπρέζνιεφ το 1967-68, και 11-12 χρόνια αργότερα, τον Νοέμβρη του 1972, από την Λ.Δ.Κίνας (και παρότι είχαν στηρίξει τα αντάρτικα εναντίον του Μομπούτου, λίγα χρόνια πριν). Τη δεκαετία του ’70, η διεθνής κατάσταση δεν ήταν όπως το 1960. Οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει στρατηγικά να εξασθενούν, ο Μπρέζνιεφ είχε ήδη δείξει τα δόντια του, ενώ το Κίνημα των Αδεσμεύτων βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Αυτό είχε συμβάλλει στη σχετική αυτονόμηση ακόμα και κάποιων βαλτών από τους νεοαποικιοκράτες. Ο Μομπούτου προσχώρησε στους Αδέσμευτους και έπαιξε το χαρτί του αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού και του νεοαποικισμού και υπέρ της “ζαϊροποίησης” του Ζαΐρ (όπως μετονόμασε το Κονγκό), έναν αγώνα εναντίον της Δύσης σε κάθε τομέα της ζωής (έστω κι αν άγγιξε και τα όρια της γραφικότητας, όπως θα’λεγε κανείς σήμερα). Για όσους αμφιβάλλουν, ας διαβάσουν τον λόγο του εδώ. Η Λ.Δ.Κίνας, χώρα του Τρίτου Κόσμου κι αυτή, πέραν του ότι η ίδια ακόμα πάσχιζε για την αναγνώρισή της από όσα περισσότερα κράτη γίνεται (κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε μόνο και μόνο λόγω της σημερινής της ισχύος, ούτε να αγνοούμε την διεθνή εμβέλεια για τα επαναστατικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που είχε μια τέτοια εδραίωση ενός επαναστατικού κινήματος, όπως αυτού της Κίνας, σε διεθνές επίπεδο), έπρεπε ή δεν έπρεπε να στηρίξει αυτή την τάση, που φυσικά δεν μακροημέρευσε, καθώς ο Μομπούτου αποδείχτηκε ότι αυτό το χαρτί το έπαιξε μόνο για τη διαιώνιση του καθεστώτος του και ξαναγύρισε ολόκληρος στην “πατρική αγκαλιά”; Φυσικά και έπρεπε να ενισχυθεί η παραμικρή χαραμάδα, λόγω της εμβέλειας, της πολλαπλασιαστικής δύναμης που θα είχε μια τέτοια τάση. Αντίθετα, δεν υπήρχε λόγος για την δημιουργία διπλωματικών σχέσεων με τον Μομπούτου από τον Μπρέζνιεφ ήδη από το 1967 (με παράλληλη διατήρηση της ονομασίας του Πανεπιστημίου Φιλίας των Λαών “Πατρίς Λουμούμπα” στη Μόσχα), όταν οι ΗΠΑ δεν είχαν δώσει ακόμα σημάδια εξασθένισης, ούτε είχε δείξει το σφρίγος του ακόμα το Κίνημα των Αδεσμεύτων. Κι αυτό, άσχετα αν, τελικά, οι σχέσεις με τον Μπρέζνιεφ δεν ευδοκίμησαν (χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ κατευθυνόταν για τη Μόσχα για επίσημη επίσκεψη το 1974, τελευταία στιγμή, ο Μομπούτου κατευθύνθηκε στην Κίνα και τη Β.Κορέα). Ο Μπρέζνιεφ προσπάθησε να βάλει στο χέρι του τον Μομπούτου, αλλά ήταν ακόμα νωρίς. Αλλά και αργότερα, τη δεκαετία του ’70, η στάση του Μπρέζνιεφ στην Αφρική ήταν νεοαποικιακή, ενώ ο Μομπούτου βάδιζε προσωρινά σε αντινεοαποικιακά (λεκτικά) μονοπάτια.

Νεπάλ: Σύλληψη Dharmendra Bastola – Ενότητα Μαοϊστών – Συνέντευξη Biplav

Σύμφωνα με ανακοίνωση της νεπαλέζικης αστυνομίας, ο Νταρμέντρα Μπαστόλα, ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Νεπάλ, συνελήφθη την Τρίτη το απόγευμα στα σύνορα των περιφερειών Μακουάνπουρ και Λάλιτπουρ που βρίσκονται κοντά στην πρωτεύουσα Κατμαντού.

Ο Νταρμέντρα Μπαστόλα

Μαζί του συνελήφθη και ο Μπιμπέκ Κουμάλ, βοηθός του εκπροσώπου τύπου του κόμματος και άλλοτε υπουργού, Πρακάντα, καθώς και τα στελέχη Πρακάς Σαχί και Μπίσουας.

Οι συλλήψεις έρχονται σε μία περίοδο πολιτικής κρίσης στο Νεπάλ, κατά την οποία διασπάστηκε στις 22 Δεκέμβρη το ενοποιημένο κυβερνητικό κόμμα «Νεπαλέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα» που είχε σχηματιστεί στις 17 Μάη 2018 από το ρεβιζιονιστικό ΚΚΝ/ΕΜΛ του Κ.Π. Όλι και το ΚΚΝ-Μαοϊκό Κέντρο των εκφυλισμένων πρώην ανταρτών με επικεφαλής τον Πούσπα Καμάλ Νταχάλ (άλλοτε Πρατσάντα). Το κόμμα αυτό πρακτικά ποτέ δεν είχε ενωθεί. Ο Νταχάλ καθαίρεσε τον συμπρόεδρο ΚΠ Όλι και εξέλεξε ομόφωνα συμπρόεδρο τον Μάντχαβ Κουμάρ Νεπάλ.

Δύο μέρες πριν, ο Όλι είχε ζητήσει από τον πρόεδρο της χώρας Μπιντία Ντέβι Μπάνταρι να διαλύσει τη Βουλή των Αντιπροσώπων, πράγμα που αυτός έκανε. Μετά από σειρά προσφυγών στο ανώτατο δικαστήριο για την καθαίρεση και του Όλι από την πρωθυπουργία, καθότι, σύμφωνα με το σκεπτικό των προσφευγόντων, έπρεπε να οριστεί υπηρεσιακός πρωθυπουργός, στις 25 Δεκέμβρη παραιτήθηκαν οι προσκείμενοι στον Νταχάλ υπουργοί. Ακολούθησαν εκατέρωθεν μαζικές διαδηλώσεις από τα διάφορα κόμματα του «συνταγματικού τόξου».

Από την άλλη, οι συλλήψεις έρχονται σε μια περίοδο που είχαν εισέλθει σε διαδικασία ενοποίησης οι διασπασμένοι μαοϊστές που είχαν διαφωνήσει με την παράδοση των όπλων του θρυλικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού από τον Πρατσάντα. Συγκεκριμένα, στις 29 Δεκέμβρη ο Μπιπλάβ, επικεφαλής του εκτός νόμου πια (από τους ίδιους του τους παλιούς συντρόφους και συμμαχητές) ΚΚΝ, ο Κιράν, γ.γ. της ΚΕ του ΚΚΝ(Επαναστατικού Μαοϊκού), ο Ρίσι Ραμ Κάτελ, πρόεδρος του ομώνυμου με αυτό των Πρατσάντα-Όλι ΝΚΚ (μια ένωση διαφόρων ΚΚ), και ο Ααχούτι, συντονιστής του Επιστημονικού Σοσιαλιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος (που αποχώρησε από το κόμμα του Νταχάλ το Μάη του 2018 πριν αυτό ενωθεί με τον ΚΠ Όλι) υπέγραψαν κοινό κάλεσμα για οικοδόμηση στρατηγικού ενιαίου μετώπου. Υπενθυμίζεται ότι τα κόμματα Μπιπλάβ και Κιράν βρίσκονταν σε διαδικασία επανένωσης. Το κείμενο του καλέσματος (από ανεπίσημη μετάφραση από τα αγγλικά) έχει ως εξής:

Να οικοδομήσουμε το Στρατηγικό Ενιαίο Μέτωπο!

Το κομπραδόρικο και αντιδραστικό κοινοβουλευτικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε μετά το λεγόμενο σύνταγμα που υιοθετήθηκε από τη συντακτική συνέλευση, εκμεταλλεύεται, καταπιέζει και καταστέλλει το νεπαλέζικο λαό και τη χώρα με έναν νέο τρόπο. Η κυβέρνηση ΚΠ Όλι, συγκροτημένη σε αντιστοιχία με το νέο σύνταγμα, διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στη δημιουργία όλο και περισσότερων κρίσεων στα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της ζωής του λαού. Είμαστε αντίθετοι και αντιστεκόμαστε στις αντιλαϊκές, αντεθνικές και εξαιρετικά διεφθαρμένες πρακτικές της σημερινής κρατικής εξουσίας, του σημερινού συστήματος και της κυβέρνησης. Στο μεταξύ, η λεγόμενη κομμουνιστική κυβέρνηση Όλι, που έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία περίπου 2/3, διέλυσε το κοινοβούλιο στις 20 Δεκέμβρη. Τα υπογράφοντα το κείμενο κόμματα εφιστούν την προσοχή στις πρόσφατες αυτές εξελίξεις.

1.Οξύνεται αντίθεση ανάμεσα στο σημερινό κομπραδόρικο και αντιδραστικό κοινοβουλευτικό σύστημα και την εργατική τάξη και το νεπαλέζικο λαό. Οξύνονται επίσης οι αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες φατρίες της κομπραδόρικης και αντιδραστικής κρατικής εξουσίας. Πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση ΚΠ Όλι, με την υποστήριξη και την υπόδειξη ξένων κέντρων εξουσίας, διέλυσε το κοινοβούλιο ως μια απόπειρα να επιλύσει τις αντιθέσεις αυτές.

2.Αυτό το βήμα του απολυταρχικού και φασίστα ΚΠ Όλι δεν αποτελεί απλώς εσωτερικό ζήτημα της κυβέρνησης και του κόμματός του, αλλά σηματοδοτεί την αποτυχία του κοινοβουλευτικού συστήματος.

3.Τώρα, η πραγματική και φιλολαϊκή λύση για τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα και ο λαός δεν είναι εφικτή απλώς με την επαναφορά του κοινοβουλίου ή με πρόωρες εκλογές ή με την αλλαγή κυβέρνησης υπό το υπάρχον σύστημα. Για αυτό, απαιτείται τερματισμός της κομπραδόρικης και αντιδραστικής εξουσίας και η εγκαθίδρυση μιας Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας υπό τον επιστημονικό σοσιαλισμό.

4.Προκειμένου να αναλάβουν μια τέτοια ιστορική πρωτοβουλία για μια πολιτική διέξοδο ενάντια στον απολυταρχισμό της κυβέρνησης  και το φασισμό του ΚΠ Όλι, καθώς και της κομπραδόρικης και αντιδραστικής κρατικής εξουσίας, εμείς, τα τέσσερα κόμματα συμφωνήσαμε να οικοδομήσουμε ένα στρατηγικό ενιαίο μέτωπο. Σύντομα θα αποσαφηνιστούν το περιεχόμενό του, η δομή και τα αντίστοιχα προγράμματά του.

Μπιπλάβ, Γενικός Γραμματέας Κομμουνιστικού Κόμματος Νεπάλ

Κιράν, Γενικός Γραμματέας Κομμουνιστικού Κόμματος Νεπάλ (Επαναστατικού Μαοϊκού)

Ρίσι Ραμ Κάτελ, πρόεδρος του ΝΚΚ

Ααχούτι, συντονιστής του Επιστημονικού Σοσιαλιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος

**

Η σημερινή κατάσταση στο Νεπάλ δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ήττα της ινδόδουλης συμμαχίας φεουδαρχών-κομπραδόρων από την κομπραδόρικη αστική τάξη τα τελευταία 15 χρόνια, και την πρωτοφανή σε ταχύτητα στροφή μεγάλων τμημάτων της τελευταίας προς την Κίνα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 27 Δεκέμβρη η Κίνα έστειλε στο Νεπάλ τον Γκουό Γιέ Ζου, στέλεχος του τμήματος Διεθνών Σχέσεων του ΚΚ Κίνας, υπό τις ευλογίες του οποίου είχε αποκρυσταλλωθεί ένα νέο κομματικό σύστημα, που αντιστοιχούσε σε αυτή τη στροφή, με κορμό το ενοποιημένο κόμμα των Νταχάλ και ΚΠ Όλι. Ο Ζου συναντήθηκε με τον πρόεδρο της χώρας, τον Όλι, και τους δύο συμπροέδρους του ΝΚΚ, τους οποίους πίεσε για επανένωση, αναδεικνύοντας με τον πιο χαρακτηριστικό  – αν και όχι κύριο ακόμα για την Κίνα – τρόπο, με αυτή την παρέμβαση στο κομματικό σύστημα άλλης χώρας, το ρόλο που έχει πια σε αυτή.

Παρακάτω υπάρχει μια συνέντευξη που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του ΚΚΝ, του γενικού γραμματέα του κόμματος Μπιπλάβ, ο οποίος βάζει στο κάδρο και άλλες μεγάλες και δη ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

**

Συνέντευξη Μπιπλάβ (03/01/2021)

Σύντροφε, γ.γ., όπως γνωρίζουμε από διάφορες συζητήσεις στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα (ΔΚΚ) και κείμενα του ΚΚΝ που υιοθετήσατε στο 8ο ιστορικό συνέδριο του κόμματος, η προοπτική της Ενοποιημένης Λαϊκής Επανάστασης (ΕΛΕ) είναι μια νέα μέθοδος και προσέγγιση για την επιστημονική σοσιαλιστική επανάσταση στο Νεπάλ και, ίσως, έχει μια θεωρητική συμβολή στην παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση. Μπορείτε να εξηγήσετε πώς αυτή η γραμμή θα εφαρμοστεί και θα ενοποιήσει το λαό του Νεπάλ για τον επιστημονικό σοσιαλισμό και πώς ακριβώς πρέπει να την κατανοεί ο λαός;

Ευχαριστώ πολύ για τη σημαντική αυτή ερώτηση. Όπως πολύ σωστά αναφέρατε, το ιστορικό 8ο συνέδριό μας διατύπωσε την έννοια της Ενοποιημένης Λαϊκής Επανάστασης που σχετίζεται κυρίως με την νεπαλέζικη επανάσταση και, ως ένα βαθμό, με το ΔΚΚ. Όταν υιοθετούσαμε αυτή τη γραμμή, μέθοδο και προσέγγιση για τη νεπαλέζικη επανάσταση, είχαμε κατά νου δύο πτυχές της – την εγχώρια και τη διεθνή. Όσον αφορά την πρώτη, βλέπουμε τις εξελίξεις στη νεπαλέζικη κοινωνία: το κομπραδόρικο καπιταλιστικό κράτος, την ανάδυση μιας νέας εργατικής τάξης, τις νέες κοινωνικές σχέσεις, τη χρήση της επιστήμης και της τεχνολογίας, και τη γεωπολιτική θέση του Νεπάλ. Βάσει αυτών, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μόνο το ρωσικό μοντέλο της επανάστασης – εξέγερση – ή το κινεζικό μοντέλο της επανάστασης – παρατεταμένος λαϊκός πόλεμος –, δεν μπορούν να είναι αρκετά στο παρόν πλαίσιο της νεπαλέζικης επανάστασης. Ωστόσο, αν θέλουμε να κάνουμε επανάσταση, είναι απολύτως απαραίτητο, κατ’αρχάς, να ξεκαθαρίσουμε την αντίληψή μας και με σύνεση να αναπτύξουμε το νεπαλέζικο δρόμο για την επανάσταση. Έτσι, έχοντας λάβει υπόψη το μοντέλο της εξέγερσης και του παρατεταμένου Λαϊκού Πολέμου, είμαστε σταθερά πεπεισμένοι ότι η ΕΛΕ είναι η πλέον επιστημονική σύνθεση, η οποία αντικειμενικά ανταποκρίνεται στη νεπαλέζικη πραγματικότητα.

Κατά τον ίδιο τρόπο, στο διεθνές πλαίσιο, δεδομένων των αντικειμενικών συνθηκών όπως την πτώση του σοσιαλιστικού κράτος στην πρώην ΕΣΣΔ ή την έστω και προσωρινή ήττα του σοσιαλισμού, την ανάπτυξη του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού με έναν μετα-ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, την επανάσταση στην επιστήμη και την τεχνολογία, τη νεοφιλελεύθερη οικονομική κρίση του καπιταλισμού, την πολύ-πολική πόλωση του κόσμου και το αίτημα για επιστημονικό σοσιαλισμό από τις πλατιές λαϊκές μάζες του κόσμου, βλέπουμε ότι η επανάσταση είναι εφικτή παγκοσμίως. Αυτή δεν είναι εφικτή απλώς υπό τη σημαία της Λαϊκής Εξέγερσης ή του Παρατεταμένου Λαϊκού Πολέμου, αλλά υπό τη σημαία της επανάστασης. Η σύνθεση αυτών των τριών μάς οδήγησε να πάρουμε το δρόμο της ΕΛΕ. Συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε ότι η ΕΛΕ θα επιλύσει τις αντιθέσεις ανάμεσα στο κομπραδόρικο καπιταλιστικό κράτος και τον καταπιεζόμενο νεπαλέζικο λαό και, έτσι, το κομπραδόρικο καπιταλιστικό κράτος θα αντικατασταθεί από το επιστημονικό σοσιαλιστικό σύστημα.

Πάλι, βλέπουμε ότι η ΕΛΕ θα ενοποιήσει τον νεπαλέζικο λαό, θα ενοποιήσει τους αγρότες, τους εργάτες (σε αυτούς συμπεριλαμβάνουμε και τους νέους εργαζόμενους, για τους οποίους μπορούμε να πούμε ότι είναι η ανάπτυξη και επέκταση των εργαζόμενων της διανόησης που έλεγε ο Μάο), τους προοδευτικούς δημοκράτες, τους πατριώτες και άλλες φιλικές δυνάμεις. Θα σταθεί στο πλευρό και θα καθοδηγήσει στις αστικές και αγροτικές περιοχές, τις καταπιεζόμενες τάξεις, κοινότητες, περιφέρειες και φύλα και θα τα ενοποιήσει. Θα ενοποιήσει το μαζικό αγώνα (δηλαδή τον αγώνα των απλών λαϊκών μαζών για τα τρέχοντα ζητήματα) και τον διεξαγόμενο από το κόμμα ένοπλο αγώνα που χρειάζεται. Θα ενοποιήσει το λαϊκό κίνημα με την επιστήμη και την τεχνολογία. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ΕΛΕ θα εφαρμοστεί συγκεκριμένα στη νεπαλέζικη πολιτική.

Και καθώς η νεπαλέζικη επανάσταση είναι αναπόσπαστο τμήμα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης και του ΔΚΚ, η αντίληψη, η πρακτική, η μέθοδος και ο τρόπος σκέψης μας θα έχουν σίγουρα διεθνή σημασία. Όμως αυτό θα γίνει με την ορθή εφαρμογή της στη νεπαλέζικη επανάσταση και με τη σταθερή προσπάθεια για περαιτέρω συνόψιση και ανάπτυξη του Μαρξισμού-Λενινισμού-Μαοϊσμού.

Έτσι πιστεύουμε ότι ο λαός του Νεπάλ, οι λαοί του κόσμου, οι κομμουνιστές και άλλοι φίλοι μας, όπως προοδευτικοί δημοκράτες, πατριώτες, και όλοι όσοι νοιαζόμαστε για τον πλήρη μετασχηματισμό του κόσμου με την κομμουνιστική επανάσταση, θα καταλάβουν ακριβώς πώς ερμηνεύουμε την προσέγγιση και τη μέθοδο της ΕΛΕ.

Σύντροφε, η κυβέρνηση ΚΠ Όλι διέλυσε το κοινοβούλιο, προφανώς λόγω της αποτυχίας διαχείρισης της εσωκομματικής σύγκρουσης και εν μέσω πολιτικής κρίσης που πλήττει τη χώρα εδώ και καιρό. Αυτή η κυβέρνηση βασίστηκε σε μια άνετη πλειοψηφία του ΝΚΚ, το οποίο αποτελούταν από το πρώην Μαοϊκό Κέντρο και το ΕΜΛ, και, αργότερα, πέτυχε πλειοψηφία 2/3. Ακόμα και έτσι, όμως, το κοινοβούλιο διαλύθηκε και το ΝΚΚ έφτασε στο χείλος της διάσπασης, και το κυβερνών κόμμα περιφρονεί το σύνταγμα της Ομόσπονδης Λαοκρατικής Δημοκρατίας του Νεπάλ. Για ποιο λόγο λαμβάνουν χώρα αυτές οι εξελίξεις; Έχει πλήρως αποτύχει το κοινοβουλευτικό σύστημα στο Νεπάλ; Είναι εφικτή η αποκατάσταση του συστήματος με τη διοργάνωση εκλογών, όπως λέει η κυβέρνηση; Ή θα βγει ο λαός στους δρόμους για να ανατρέψει το σύστημα αυτό, όπως λέτε, για την Επανάσταση;

Ορθά θέτετε το ερώτημα. Η διάλυση της βουλής από τον πρωθυπουργό ΚΠ Όλι σχετίζεται με δυο-τρεις λόγους. Πρώτ’ απ’ όλα, ο νεπαλέζικος λαός ήθελε πλήρη χειραφέτηση από την κυριαρχία της φεουδαρχίας και του κομπραδόρικου καπιταλισμού. Αυτή η επιθυμία του λαού αφέθηκε στη μέση και έμεινε ανολοκλήρωτη εξαιτίας της εγκαθίδρυσης του κομπραδόρικου καπιταλιστικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο ΚΠ Όλι και ο Πρατσάντα είχαν δηλώσει ότι, αν καταλάμβαναν την πλειοψηφία των εδρών στη βουλή, θα υλοποιούνταν αυτά τα όνειρα του λαού. Ανάμεσα σε αμφιβολία και ελπίδα, ο λαός ψήφισε πλειοψηφικά αυτό το κόμμα. Όμως αυτοί οι κοινοβουλευτικοί ηγέτες έδωσαν προσοχή περισσότερο στα συμφέροντά τους παρά στην υλοποίηση των επιθυμιών του λαού. Από τη μια, υπάρχουν οι προοδευτικές λαϊκές επιθυμίες, από την άλλη υπάρχει η οπισθοδρομική κοινοβουλευτική τάση, τα στενά συμφέροντα των ΚΠ Όλι και Πρατσάντα, και, από την άλλη, υπάρχουν αρκετές μανούβρες από κέντρα ξένων δυνάμεων στο Νεπάλ που έχουν προκαλέσει αυτή την κατάσταση.

Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα στο Νεπάλ είναι σε εφαρμογή ήδη εδώ και τρεις δεκαετίες. Πολλές φορές στην ιστορία, έχουν λάβει χώρα τέτοιες καταστάσεις. Το 1995, υπήρχε μια κυβέρνηση πλειοψηφίας από το Νεπαλέζικο Κογκρέσο, όμως η κυβέρνηση δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη θητεία της και το κοινοβούλιο διαλύθηκε. Αργότερα, το πρώην ΕΜΛ σχημάτισε κυβέρνηση, όμως υποχρεώθηκε επίσης να διαλύσει το κοινοβούλιο. Μια τέτοια κατάσταση αστάθειας επικρατούσε στο Νεπάλ πολλές άλλες φορές.

Αυτό δείχνει την πλήρη αποτυχία του κοινοβουλευτικού συστήματος στο Νεπάλ. Με αυτή τη διάλυση και από τον ΚΠ Όλι, καθίσταται ξεκάθαρο ότι δεν σχετίζεται απλώς με τον ΚΠ Όλι, την προσωπική του προσέγγιση ή την κυβέρνησή του, αλλά είναι κρίση και αποτυχία του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αυτό δείχνει ότι νέες εκλογές ή αλλαγή κυβέρνησης δεν είναι η κατάλληλη λύση. Φυσικά, θα μπορούσε να είναι λύση για τους κοινοβουλευτικούς κρετίνους. Όμως, δεν μπορεί να είναι μια κατάλληλη επιλογή για την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων της χώρας. Η πραγματική λύση είναι η πλήρης αλλαγή του κοινοβουλευτικού συστήματος. Αυτό το πράγμα ισχυριζόμασταν ήδη από τότε που ήμασταν με τον Πρατσάντα, όταν ήμασταν σε διαδικασία οργάνωσης εκλογών για τη συντακτική συνέλευση, και αργότερα, όταν τα κοινοβουλευτικά κόμματα παθιασμένα συμμετείχαν στη διαδικασία της εκπόνησης Συντάγματος και ενίσχυσης του καπιταλιστικού Συντάγματος.

Η αναδιοργάνωση του κόμματός μας και η καμπάνια για την ΕΛΕ σχετίζεται ακριβώς με αυτό τον αγώνα. Όμως, για να παρέχουμε μια αντικειμενική λύση στην παρούσα αταξία, σύγχυση και κρίση, το κόμμα μας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να υπάρξει μια μεταβατική κυβέρνηση που θα αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στην παρούσα αταξία και τον μελλοντικό επιστημονικό σοσιαλισμό. Έτσι, έχουμε διατυπώσει την πρόταση για μια «συμμαχική κυβέρνηση» κομμουνιστών, προοδευτικών δημοκρατών και πατριωτών. Βάσει αυτού του προγράμματος, εργαζόμαστε με όλα τα κόμματα και οργανώσεις για την εκπλήρωση αυτού του στόχου.

Ελπίζουμε ότι αυτό θα οδηγήσει στο να δώσουμε μια διέξοδο από τον φαύλο κοινοβουλευτικό κύκλο και μια λύση για το Νεπάλ. Να δώσουμε ειρήνη, σταθερότητα, πρόοδο, ευημερία και ανεξαρτησία. Αυτό θα ανοίξει το δρόμο για την επανάσταση. Πιστεύουμε ότι ο νεπαλέζικος λαός θα συμμετέχει ενεργά σε αυτή την επανάσταση για να υλοποιήσει την επιθυμία του για ειρήνη, πρόοδο, ευημερία, σταθερότητα και ανεξαρτσηία.

Βλέπουμε ότι όλες οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις προωθούν το σύνθημα «το κέρδος πρώτα» ενάντια στην ανθρωπότητα, ενώ στις χώρες που υπήρχε ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής έβαλαν «τον ανθρωπισμό πρώτα» έναντι του κέρδους, με το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού. Πάλι, η πανδημία δεν υπονόμευσε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα μαζί με φτωχές χώρες όπως τη δική μας, το Νεπάλ, αλλά προκάλεσε και μια συζήτηση για «αλλαγή παραδείγματος». Πώς αναλύετε την παρούσα παγκόσμια κατάσταση μετά το ξέσπασμα της επιδημίας;

Αυτό το ζήτημα είναι επίσης πολύ σημαντικό. Πρώτ’ απ’ όλα, ο καπιταλισμός ήδη από την γέννησή του δεν ήταν προς το συμφέρον της ανθρωπότητας, παρά τον περιορισμένο προοδευτικό χαρακτήρα του, κάτι για το οποίο ο Μαρξ παραστατικά έκανε λόγο στο Μανιφέστο του ΚΚ. Ωστόσο, η αποτυχία του σοσιαλισμού στις σοσιαλιστικές κοινωνίες έδωσε χώρο στον καπιταλισμό να ξανανέβει σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, η πανδημία αποκάλυψε πλήρως το πραγματικό του πρόσωπο. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα και η πιο ωμή έκφραση αυτού φαίνεται στις καπιταλιστικές-ιμπεριαλιστικές κλίκες στις ΗΠΑ, τις χώρες της ΕΕ, τη Βραζιλία και την Ινδία, όπου η ανθρωπιά χάθηκε, η ευαισθησία κατέρρευσε, η απολίτιστη συμπεριφορά κυριάρχησε σε βάρος των απλών λαϊκών μαζών. Βλέπετε, ο λαός άκουγε από τα διεθνή ΜΜΕ ότι ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ απέρριψε ακόμα και το πακέτο 900 δις $ που είχε εγκρίνει το αμερικανικό κογκρέσο για ανακούφιση των πληττόμενων από την πανδημία ανθρώπων. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο παράδειγμα για το πώς οι καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές έχουν σαν σκουπίδι την ανθρωπότητα χάριν του κέρδους. Το «Πρώτα το Κέρδος» υπερκέρασε την ευαισθησία και τον ανθρωπιστικό πολιτισμό. Δεν είναι πολύ υπερβολικό να πούμε ότι ο καπιταλισμός άρχισε να μετρά κέρδη από το θάνατο των απλών λαϊκών μαζών. Οι καπιταλιστές είχαν ένα σύνθημα: «να μην αφήσουμε να μειωθούν τα κέρδη, ό,τι κι αν συμβεί στη ζωή του λαού». Απέναντι σε αυτό, όπως είπατε, τουλάχιστον, σε εκείνες της χώρες που υπήρχε η βάση του σοσιαλισμού, ο λαός δεν είχε τέτοια προβλήματα.

Αυτά τα γεγονότα αποκαλύπτουν, όπως και να’ χει, πόσο οι καπιταλιστές-ιμπεριαλιστές συνεχίζουν να προσπαθούν να δείξουν ότι ο καπιταλισμός είναι επιτυχημένος, κάτι που έκαναν και ξανάκαναν συχνά, ιστορικά, όμως, μπροστά στον κορονοϊό, αυτός έχει καταρρεύσει πλήρως εκ των έσω. Για τους λαούς του κόσμου, για το ανθρώπινο είδος, αυτό που είναι υποχρεωτικό πια σήμερα είναι το να ανατραπεί το καπιταλιστικό σύστημα το συντομότερο και να προχωρήσει η ανθρωπότητα στην εγκαθίδρυση ενός νέου συστήματος, δηλ. τον επιστημονικό σοσιαλισμό.

Πάλι, οι άνθρωποι δεν είναι ικανοποιημένοι με τον καπιταλισμό, και αρχίζουν να ξεσηκώνονται σιγά-σιγά. Σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίζεται στον ορίζοντα ένα νέο κύμα σοσιαλιστικών επαναστάσεων. Οι λαοί της Ασίας, της Αφρικής και της Λ. Αμερικής ασταμάτητα παλεύουν ενάντια στο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα και απαιτούν μια επιστημονικά βασισμένη κοινωνία όπου θα γίνονται πράξη η ειρήνη, η πρόοδος και η ευημερία. Πιστεύουμε ότι τα επαναστατικά κομμουνιστικά κόμματα σε αυτές τις χώρες και ηπείρους, προετοιμάζονται για να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για επανάσταση και αντιλαμβανόμαστε ότι οι λαοί της Ευρώπης και της Αμερικής και τα ηγετικά επαναστατικά κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να προετοιμαστούν για να αξιοποιήσουν αυτή την κατάσταση και να ηγηθούν της σοσιαλιστικής επανάστασης και του κομμουνισμού.

Το Νεπάλ, με τη σημερινή νέα γεωπολιτική εξίσωση που διαμορφώνεται, φαίνεται πως αποτελεί επίκεντρο για τις παγκόσμιες δυνάμεις. Η γεωπολιτική κατάσταση, όπως συχνά λέγεται, έχει οδηγήσει στο να αποτελεί πόλο πολιτικής έλξης, και το Millenium Challenge Compact MCC (σ.parapoda: Διακρατικό πρόγραμμα «βοήθειας» των ΗΠΑ από το 2004), και το Quad (σ.parapoda: Quadrilateral Security Dialogue, Τετραμερής Διάλογος «Ασφαλείας» ανάμεσα σε ΗΠΑ, Αυστραλία, Ιαπωνία, Ινδία) επικεντρώνονται στο Νεπάλ και γύρω από αυτό. Πώς αναλύετε τη γεωπολιτική ανάμειξη της Ινδίας, των ΗΠΑ και άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών στο Νεπάλ;

Πράγματι. Λόγω της γεωπολιτικής κατάστασης του Νεπάλ, αυτό έχει βρεθεί στο στόχαστρο των ιμπεριαλιστικών χωρών και πιο συγκεκριμένα των καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Για πολλούς λόγους, το Νεπάλ αποτελεί επίκεντρο για τις παγκόσμιες δυνάμεις. Αν και μικρό σε μέγεθος και καθυστερημένο από πλευράς οικονομικής ανάπτυξης, ο λαός είναι τίμιος, ειρηνόφιλος, εργατικός, επιδιώκει τον επιστημονικό σοσιαλισμό και, έτσι, συνιστά τρομακτική απειλή για την καπιταλιστική ιδεολογία, πολιτική και πολιτισμό. Το Νεπάλ έχει άφθονους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, φρέσκο αέρα από τα Ιμαλάια, όμορφο τοπίο και υψηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης που παρέχει ευρείες δυνατότητες για την σοσιαλιστική επανάσταση και τη συμβολή στον κομμουνισμό. Από τη μια, υπάρχει η ΛΔ Κίνας στα βόρεια σύνορα, από την άλλη, υπάρχει στα νότια ο ινδικός ιμπεριαλισμός. Σε αυτή την τεταμένη γεωπολιτική κατάσταση αυτής της ηπειρωτικής χώρας, ΗΠΑ και ΕΕ επιθυμούν να επιταχύνουν τις δράσεις τους ενάντια στο νεπαλέζικο λαό. Θέλουν να διακόψουν τη σοσιαλιστική επανάσταση στο Νεπάλ αλλά και στην Ινδία. Για αυτούς τους λόγους, το Νεπάλ έχει γίνει επίκεντρο των παγκόσμιων «παικτών».

Όπως είπατε, για τα συμφέροντά τους, οι παγκόσμιες καπιταλιστικές δυνάμεις επικεντρώνονται στο Νεπάλ με χρηματισμό, χρήματα, τεχνολογίες, σχέδια, συνωμοσίες, διπλωματία, στρατό και θρησκεία. Το MCC και το Quad είναι μόνο τμήματα αυτών των πτυχών. Εμείς πιστεύουμε ότι ο νεπαλέζικος λαός είναι σε θέση να απορρίψει οποιοδήποτε τέτοιο τέχνασμα. Πιστεύουμε ότι τα όνειρα των ιμπεριαλιστών δεν θα πραγματοποιηθούν στο Νεπάλ.

Πολύ συχνά εσείς οι ηγέτες του ΚΚ Νεπάλ τονίζετε το νέο τύπο Κομμουνιστικής Διεθνούς που χρειάζεται για ένα νέο κύμα παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Έχετε προκαλέσει συζητήσεις που προκαλούν βαθιές σκέψεις με τον ισχυρισμό σας ότι ο επιστημονικός σοσιαλισμός αλλά και ο κομμουνισμός είναι εφικτοί στην σημερινή παγκόσμια κατάσταση, γιατί ο καπιταλισμός έχει ήδη δημιουργήσει το έδαφος για μια τέτοια κοινωνία. Όμως, στο ΔΚΚ, αντιμετωπίζετε προκλήσεις, καθώς τα ΚΚ δεν είναι ενωμένα, οι επαναστάτες είναι διασπασμένοι σε αμέτρητες φράξιες, τα επαναστατικά κινήματα δεν ενοποιούνται όπως αναμένετε με την ΕΛΕ, η κομμουνιστική επανάσταση είναι ακόμα σε άμπωτη και ο καπιταλισμός αναρρώνει πάντοτε, αν και προσωρινά, μετά από κάθε οικονομική ύφεση και πολιτική κρίση. Πώς βλέπετε την προοπτική της παγκόσμιας επανάστασης με την ενοποίηση του ΔΚΚ;

Πράγματι, επιθυμούμε μια ΚΔ για νέους τύπους κοινωνίας, για μια νέα ανθρωπότητα. Κατά την άποψή μας, όλα τα ΚΚ σε όλες τις χώρες επιθυμούν το ίδιο. Η σημερινή παγκόσμια κατάσταση, ο 21ος αιώνας, βοά για νέους τύπους ΚΔ, για την ανάγκη ενοποίησης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, γιατί, βλέπετε, ο κόσμος έχει ενοποιηθεί όπως ποτέ άλλοτε. Χάρη στην επιστημονική επανάσταση, ειδικά την μικρο-ηλεκτρονική επανάσταση στον 21ο αιώνα, οι λαοί του κόσμου είναι παγκόσμια αλληλοσυνδεδεμένοι.

Μετά το θάνατο του Λένιν, και ιδίως μετά το θάνατο του Στάλιν και του Μάο Τσε Τουνγκ, έχουν μπει κάποια εμπόδια στο ΔΚΚ.

Παρ’ όλες τις απόπειρες από τους κομμουνιστές επαναστάτες στο παρελθόν, όπως τη δημιουργία του Επαναστατικού Διεθνούς Κινήματος (RIM), της ICML και άλλων, κατά την άποψή μας, πρέπει σκληρά να εργαστούμε για να κάνουμε την ΚΔ του 21ου αιώνα να επιτύχει. Νιώθουμε την ανάγκη για νέα ανάπτυξη και νέες συνθέσεις για τα ζητήματα-κλειδιά όπως την κομμουνιστική φιλοσοφία, την πολιτικο-οικονομική θεωρία και τον επιστημονικό σοσιαλισμό, γιατί, βλέπετε, τέτοιο είδος ενότητας και ανάπτυξης δεν μπορεί να επιτευχθεί αν στεκόμαστε μόνο σε παλαιότερες συνθέσεις και συμπεράσματα, που έμειναν πίσω, με την ανάπτυξη της κοινωνίας.

Όπως είπατε προηγουμένως, ο κομμουνισμός σε παγκόσμιο επίπεδο είναι εφικτός. Αν οι κομμουνιστές, οι επιστήμονες, οι διανοούμενοι όλου του κόσμου δώσουν τη δέουσα προσοχή, τότε ο κομμουνισμός, τον οποίο ο Μαρξ ονειρεύτηκε στην Ευρώπη, θα είναι εφικτός σε παγκόσμιο επίπεδο.

Φανταστείτε, αν οι επιστήμονες επιθυμούν να αφιερώσουν τη ζωή τους προς το συμφέρον του ανθρώπινου είδους και νέων τύπων ανθρώπινης κοινωνίας, αν η έρευνα και η τεχνολογία συμβάλει υπέρ του ανθρώπου με το να σπάσουν την αλυσίδα της καπιταλιστικής-ιμπεριαλιστικής λεηλασίας, πόσο όλοι οι άνθρωποι του κόσμου θα είναι ενωμένοι και θα γίνουν μια ισχυρή δύναμη για ένα περαιτέρω άλμα προς την επιστημονική κοινωνία και πόσο αδύναμοι θα αποδειχθούν οι καπιταλιστές ληστές που καταπιέζουν τους λαούς;

Όσο για το άλλο σημείο που επισημάνατε, το ότι φαίνεται ότι οι κομμουνιστές δεν είναι ενωμένοι, το επαναστατικό κίνημα είναι διασπασμένο σε πολλές φράξιες, η κομμουνιστική επανάσταση είναι σε φάση άμπωτης και η καπιταλιστική τάξη αναρρώνει πάντοτε, η κατάσταση αλλάζει, πάντοτε αλλάζει προς τα πάνω και προς τα κάτω. Όλα αλλάζουν και εξελίσσονται. Αν εφαρμόσουμε την προσέγγισή μας, την ΕΛΕ, αυτά τα προβλήματα θα αντιμετωπιστούν ανάλογα. Βλέπουμε ότι αρχίζουν να εφαρμόζονται αυτά στο Νεπάλ υπό την ηγεσία του κόμματός μας, κάτι που αποδεικνύει την ορθότητά τους.

Έχετε κάποιες προτάσεις στο νεπαλέζικο λαό και τον κόσμο σε σχέση με την Επιστημονική Σοσιαλιστική Επανάσταση;

Έχουμε συζητήσει πολλά σημαντικά ζητήματα και νιώθουμε ευχαριστημένοι για αυτό. Οι κομμουνιστές έχουν μια ευθύνη, να παρέχουν λύσεις στα παγκόσμια προβλήματα. Δεν πρόκειται για ζήτημα μιας θεωρίας με μακροπρόθεσμη εφαρμογή, αλλά για ένα πλατιάς εφαρμογής πρακτικό ζήτημα για την επανάσταση. Για αυτό, χρειαζόμαστε ένα υψηλό επίπεδο συζήτησης, ενότητας και σύνθεσης. Οι κομμουνιστές πρέπει να βγουν ανοιχτά και πλατιά να τοποθετηθούν για αυτά. Όλοι οι φίλοι των κομμουνιστών επίσης πρέπει να παίξουν έναν θετικό ρόλο σε αυτή την καμπάνια. Μόνο ο κομμουνισμός είναι ο ανώτερος πολιτισμός των ανθρωπίνων όντων!

Μετάφραση από τα αγγλικά parapoda. Η ανακοίνωση δημοσιεύτηκε στο Redspark και η συνέντευξη στο thecpn.org.

Για περισσότερα για την κατάσταση στο Νεπάλ, συντεντεύξεις και άρθρα των Μπαστόλα, Κιράν, Μπιπλάβ και για την Ενοποιημένη Λαϊκή Επανάσταση, βλ.εδώ.

Ιταλία – 100 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΙ: «Να εργαζόμαστε όπου βρίσκονται οι εργατικές μάζες»

Δεν είναι κάτι σπάνιο αυτά που αναφέρει το παρακάτω άρθρο που προέρχεται από μια πρωτοβουλία τριών ιταλικών συλλογικοτήτων για τη δημιουργία μιας κομμουνιστικής οργάνωσης, που, κατά την άποψή τους, αποτελεί το πρώτο απαραίτητο βήμα πριν προβεί κανείς στην ανακήρυξη ίδρυσης ενός κομμουνιστικού κόμματος. Πάνω-κάτω, όλοι όσοι εμπνέονται από τον μαρξισμό-λενινισμό συμφωνούν, ιδίως στην αναγκαιότητα σύνδεσης οικονομικού και πολιτικού αγώνα. Ωστόσο, λίγη σημασία παραπάνω πρέπει να δοθεί στα εξής: Πρώτον, πώς, κατά τη ζύμωση, πολλοί αγωνιστές στην Ελλάδα (σε αντίθεση με αυτό στο οποίο δίνει έμφαση το άρθρο, που γράφτηκε για την κατάσταση που ισχύει στην Ιταλία) παρα-προωθούν την «βαθιά επιθυμία» τους, αγνοώντας την κατάσταση αυτού στον οποίο απευθύνονται. Αγνοούν την αναγκαιότητα αυστηρής διάκρισης των συνθημάτων προπαγάνδας, ζύμωσης, δράσης και άμεσης δράσης και προκρίνουν σχεδόν αποκλειστικά τα πρώτα. Ενίοτε θεωρούν πως αν μια προκήρυξη δεν καταλήγει με τα πρώτα, τότε αυτό είναι ένδειξη ρεφορμισμού του συντάκτη της. Αυτή η πρόωρη ή υπερβολική προβολή της «βαθιάς επιθυμίας» τους καταστρατηγεί την έννοια «πολιτικός αγώνας», αφού την εξισώνει με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα, που δεν είναι αυτή τη στιγμή παρά αποκλειστικά ιδεολογικός (δεν είμαστε π.χ. σε φάση «εξάλειψης των κουλάκων ως τάξης» ούτε στα πρόθυρα σοσιαλιστικής επανάστασης με αντίστοιχη υποχρέωση διατύπωσης του συνθήματος δράσης για αυτήν). Έτσι, όμως, ακόμα και ο οικονομικός αγώνας χαντακώνεται, καθώς υποτιμούνται οι τακτικές και τα πρακτικά βήματα που θα πρέπει να προτείνονται για τη νίκη σε έναν συγκεκριμένο οικονομικό ή μερικό αγώνα, προς χάριν του «γενικού συμπεράσματος», που συχνά συνοψίζεται στο: «και να νικήσεις, εργαζόμενε, δεν πολυέχει νόημα αφού, είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε», που είναι ο ορισμός της ηττοπάθειας. Ο φόβος του οικονομισμού και της αντίστοιχης «ρετσινιάς» οδηγεί στο σύνηθες αλλά εύκολο, το αντικαπιταλιστικό «κήρυγμα», που έτσι δεν προάγει ούτε την υπόθεση της κατανόησης από τους εργαζόμενους του ιστορικού τους ρόλου. Δεν αποφεύγουμε έτσι την κυριαρχία του οικονομισμού στις τάξεις των εργαζομένων, ενώ εκφυλίζουμε και τον ιδεολογικό αγώνα.

Δεύτερον, αξίζει να σταθεί κανείς στο τι σημαίνει «απελευθέρωση από κάθε επιρροή από αντεπαναστατικές τάξεις, ομάδες και κόμματα». Συμβάλλει π.χ. στην απελευθέρωση αυτή η υπερεκπροσώπηση π.χ. δημοσίων υπαλλήλων ή πολιτικών μηχανικών σε μια οργάνωση ή, ακόμα χειρότερα, στο στελεχιακό της δυναμικό, έστω κι αν αυτοί είναι «συνδικαλισμένοι»; Ναι, δεν είναι απόλυτο κριτήριο η κοινωνική σύνθεση, αλλά μια τέτοια υπερεκπροσώπηση δημιουργεί αντικειμενικά μια ψευδαίσθηση υγιούς αγωνιστικής πολιτικής συλλογικότητας, όταν δεν καταλύει τα όρια μεταξύ συνδικαλιστικής παράταξης και πολιτικής συλλογικότητας. Θα είχε ένα ενδιαφέρον, αν βάθυνε κανείς και στο πώς, όσο κι αν εντός πολιτικής συλλογικότητας καταγγέλλεται ο οικονομισμός, στην πράξη, στην παράταξη προωθείται, ιδίως σε σωματεία στον δημόσιο τομέα ή σε «καλά επαγγέλματα».

Συμβάλλει, επίσης, ένα σωματείο ούτε καν ομοιοεπαγγελματικό, κομμένο και ραμμένο ώστε να «βγαίνουν τα κουκιά», μια ψεύτικη υπογραφή σε πανό ή η κλοπή σφραγίδας σωματείου, η νέα αυτή μόδα που έχει αντικαταστήσει τις παρατάξεις με αυτόνομη (έστω και όχι αντιπαρατιθέμενη) δομή έναντι του κόμματος ή οργάνωσης, και έχει υπονομεύσει τη δημοκρατία εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, με αποτέλεσμα αυτό να είναι απωθητικό σε αυτούς που κανονικά θα ήταν άμεσα ενδιαφερόμενοι; Ας καταλάβουμε ότι αυτή η αιτία απωθητικότητας είναι διαφορετικής ποιότητας από την καθημερινή συκοφαντική αναφορά του κάθε Πορτοσάλτε σε «συνδικαλιστές»: Γιατί ό,τι και να έλεγε ο κάθε Πορτοσάλτε, θα είχε λίγη σημασία αν οι εργαζόμενοι έβλεπαν κάτι άλλο στην καθημερινότητά τους.

Συνδέοντας το δεύτερο σημείο με το πρώτο, όταν αγνοούμε την κατάσταση αυτού στον οποίο απευθυνόμαστε, δηλαδή, πρακτικά αδιαφορούμε, τότε κι αυτό είναι μια «επιρροή από αντεπαναστατικές τάξεις, ομάδες και κόμματα», αφού, εκφυλίζουμε σε χόμπι, την πολιτική δουλειά, αντί αυτή να είναι συγκροτημένη, με διακριτούς αλλά και συνδεδεμένους αρχικούς, ενδιάμεσους και τελικούς στόχους. Όσο σκληρό κι αν διαβάζεται κάτι τέτοιο, είναι αυτό που μένει τελικά. Είναι αυτή η «προσφορά» μας και στις επόμενες γενιές.

***

Να εργαζόμαστε όπου βρίσκονται οι εργατικές μάζες

«Το σημαντικότερο καθήκον ενός πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος συνίσταται στη διατήρηση όλο και πιο στενής επαφής με όλο και πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου» (2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Θέσεις για το ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος στην προλεταριακή επανάσταση, 1920)

Ποιο είναι σήμερα στην Ιταλία το κόμμα ή η οργάνωση που, αυτοαναγορευόμενο-η σε κομμουνιστικό-ή, έχει στενούς και εκτεταμένους δεσμούς με εργαζομένους και εργατικές μάζες; Κι όμως, για τους κομμουνιστές, αυτό είναι το κομβικότερο ζήτημα. Έχουμε ισχυριστεί ότι «εργατικό κίνημα και κομμουνιστικό κίνημα «ταξιδεύουν» σήμερα σε δρόμους ξεχωριστούς και αυτό τα έχει καταστήσει πιο αδύναμα». Επομένως, πρώτιστο καθήκον των κομμουνιστών είναι αυτό της ανάκτησης της σχέσης με την τάξη. Σε μια φάση κατά την οποία το «κομμουνιστικό κίνημα», στην καλύτερη των περιπτώσεων, είναι κλεισμένο στον εαυτό του, και το εργατικό κίνημα, εξαιτίας  και της μετεγκατάστασης και κατατεμαχισμού της παραγωγικής διαδικασίας, είναι αποδιαρθρωμένο, σε βάρος της ενότητας της τάξης και του ενιαίου των αγώνων, οι κομμουνιστές βρίσκονται άλλη μια φορά μπροστά στο ερώτημα: «από πού να ξεκινήσουμε;».

Δεδομένου ότι θα ήταν απατηλό, σε αυτή την κατάσταση, να «ανακηρύσσαμε» το ν-οστό κομμουνιστικό κόμμα, και ότι «το Κόμμα δεν γεννιέται με τεχνητή ωρίμανση ή με την καλή θέληση, αλλά υπό την επιρροή μεγάλων μαχών που προκαλούν βαθιές αλλαγές στις συνθήκες ύπαρξης των τάξεων», οι κομμουνιστές πρέπει να εργάζονται ώστε να κάνουν την απαίτηση της ίδρυσης του κομμουνιστικού κόμματος να προκύπτει από την ανάπτυξη εκείνων των μαχών, που σήμερα, ωστόσο είναι τεμαχισμένες και συχνά αποκλειστικά αμυντικές.

Στη σημερινή κατάσταση, όταν πλατιά στρώματα εργαζομένων εμφανίζονται να είναι πολιτισμικά υποταγμένα στην αστική ιδεολογία, οι κομμουνιστές πρέπει να κινηθούν ξεκινώντας από τα καθημερινά ζητήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών: να εργάζονται καθημερινά και οπουδήποτε, μέχρι διεισδύσεως στα ιδιαίτερα προβλήματα και ανάγκες ακόμα και σε κάθε εργοστάσιο και μεμονωμένο κλάδο, μεμονωμένη γειτονιά, να συμμετέχουν σε κάθε «μη συνειδητοποιημένο» κίνημα, για να πετύχουν να συνειδητοποιηθεί η αναγκαιότητα της απελευθέρωσης από την αστική ιδεολογία, να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη για μια οργάνωση της ίδιας της εργατικής τάξης.

Σε αυτή τη φάση, όπου είναι απαραίτητο να ανασυντεθεί ο δεσμός ανάμεσα σε κομμουνιστικές οργανώσεις και εργατική τάξη, οι κομμουνιστές δεν μπορούν να παριστάνουν ότι είναι «η πρωτοπορία» αν δεν καταφέρνουν να σφηνώνουν σε κάθε χαραμάδα, σε κάθε μέτωπο όπου η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι διεξάγουν αγώνες. Αυτό δεν σημαίνει να βρισκόμαστε στην ουρά κάθε έκφρασης «δυσαρέσκειας», αλλά να φέρνουμε σε κάθε αγώνα ξεκάθαρες ιδεολογικές πλατφόρμες, διακριτές από τον κινηματισμό και τον δογματισμό που δεν οδηγούν πουθενά, ακόμα και επειδή, η αυθόρμητη έκφραση «δυσαρέσκειας» ρισκάρει συχνά να καπελωθεί από τη δημαγωγία αντιδραστικών δυνάμεων.

Έχουμε επίσης ισχυριστεί ότι, αυτή τη στιγμή, δεν είμαστε σε θέση να «μετακινήσουμε ολόκληρα τμήματα της τάξης προς τη μεριά των οργανωμένων κομμουνιστών, αλλά μπορούμε να διεξάγουμε μια δουλειά κατάκτησης των πρωτοπόρων στοιχείων της τάξης, κατάρτισης στελεχών, ενοποίησης δράσεων πάλης». Επομένως, είναι από εκεί που πρέπει να ξεκινήσουμε. Σε μια φάση θρυμματισμού του εργατικού κινήματος, σχεδόν αδιαφιλονίκητης κυριαρχίας της αστικής υποκουλτούρας, ακόμα και με το μανδύα του αστοφιλελεύθερου «ρεφορμισμού», από τη μια, και, από την άλλη, περιορισμού των μεμονωμένων κομμουνιστικών σχηματισμών σε «κύκλους συζητήσεων» σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να είναι διδακτική η εμπειρία των πρώτων στιγμών της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας.

Η Νατζέζντα Κρούπσκαγια θυμάται πώς εργαζόταν ο Λένιν εντός των πρώτων εργατικών κύκλων: «διάβαζε με τους εργάτες το Κεφάλαιο του Μαρξ, τους το εξηγούσε και αφιέρωνε το δεύτερο μέρος της συνάντησης στο να ρωτά τους εργάτες για την εργασία τους, για τις συνθήκες εργασίας τους και τους τεκμηρίωνε τη σύνδεση της ζωής τους με όλη τη δομή της κοινωνίας, εξηγώντας έπειτα πώς, μέσα από ποιο δρόμο, θα μετασχηματιζόταν η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων».

Ήταν, ωστόσο, απαραίτητο το πέρασμα από την ατομική προπαγάνδα στους κύκλους, στη ζύμωση με τις μάζες: η γέννηση της «Ένωσης της Πάλης για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης» επέτρεψε ένα τέτοιο πέρασμα. Δεδομένου ότι οι σοσιαλδημοκράτες διανοούμενοι ήταν απομονωμένοι από τις μάζες των εργαζομένων και είχαν ελλιπή γνώση των συνθηκών ζωής τους, ο Λένιν πρότεινε να αρχίσουν με μια έρευνα για τις συνθήκες εργασίας σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση και με την ανάλυση των διαφόρων πτυχών της ζωής στη Ρωσία, από μαρξιστική σκοπιά, ώστε να εγκαθιδρύσουν δεσμούς με τις προλεταριακές μάζες.

Αφηγείται η Κρούπσκαγια: «Ο Βλαντίμιρ Ίλιτς ενδιαφερόταν για κάθε λεπτομέρεια που θα αναδείκνυε το περιβάλλον, τη ζωή των εργαζομένων: επιδίωκε να αφομοιώσει τη ζωή του εργάτη στην ολότητά της, να βρει αυτό από όπου θα μπορούσε να γαντζωθεί ώστε καλύτερα να προσεγγίσει τους εργαζομένους με την επαναστατική προπαγάνδα… Ο Ίλιτς μελετούσε προσεκτικά τη νομοθεσία για τα εργοστάσια θεωρώντας ότι, με την επεξήγηση αυτών των νόμων, θα ήταν εύκολο να αποσαφηνίσει στους εργάτες τη σύνδεση της θέσης τους με το κρατικό σύστημα.

Τα ίχνη αυτής της μελέτης είναι εμφανή σε μια σειρά άρθρων και φυλλαδίων που γράφτηκαν ακριβώς για τους εργάτες: «Ο νέος νόμος για τις φάμπρικες», «Για τις απεργίες», «Για τα δικαστήρια για τις βιομηχανίες», όπως και σε δεκάδες άλλα φυλλάδια ζύμωσης. Σε αυτά, ο Ίλιτς παρέχει ένα λαμπρό παράδειγμα του πώς να ανεβάζει κανείς τη συνείδηση των εργατών εκείνου του καιρού, του πώς, ξεκινώντας από τις ανάγκες τους, από μια συγκεκριμένη επιχείρηση, από κάθε συγκεκριμένο φλέγον ζήτημα, θα τους οδηγούσε βήμα-βήμα στην ανάγκη του επαναστατικού πολιτικού αγώνα.

Στην αρχή, για να μην τρομάξουν τους εργαζόμενους με ιδέες που είχαν ως πρώτο στόχο την ανατροπή του αυτοκρατορικού καθεστώτος (εκείνη την περίοδο, οι λαϊκές μάζες πίστευαν ακόμα στον τσάρο), αποφασίστηκε να αρχίσουν με εκείνα τα αρνητικά φαινόμενα που παραβίαζαν την υπάρχουσα νομοθεσία. Θυμάται ο μπολσεβίκος Γκλεμπ Κρζιζανόφσκι: «Στα φυλλάδια, που συντάσσονταν στη βάση των συναντήσεών μας με τους εργάτες, επιδιώκαμε να ξεκινήσουμε από τις καθημερινές ανάγκες, από τη συγκεκριμένη κατάσταση αυτής ή εκείνης της φάμπρικας, περνώντας ακόμα και ταχύτατα σε συνθήματα πολιτικού χαρακτήρα, που ξεκινούσαν από τα εμπόδια που η τσαρική κυβέρνηση συσσώρευε στο δρόμο του αγώνα των εργαζομένων για καθαρά οικονομικές βελτιώσεις». Κρούπσκαγια: «Η μέθοδος ζύμωσης στο έδαφος των καθημερινών απαιτήσεων των εργατών ρίζωσε βαθιά στη δουλειά του κόμματός μας», επιβεβαιώνοντας την ορθότητα του να συνδέεται ο οικονομικός με τον πολιτικό αγώνα. Ένας άλλος μπολσεβίκος, ο Μιχάηλ Σίλβιν, έλεγε: «Η πιο βαθιά επιθυμία μας ήταν να εισάγουμε στο μαζικό κίνημα μια συνειδητή πολιτική ιδέα, την ιδέα του αγώνα για την ανατροπή του αυτοκρατορικού καθεστώτος, για την πολιτική ελευθερία. Όμως από φόβο μήπως κάνουμε ένα βήμα πρόωρο, τακτικά εσφαλμένο, ασυνείδητα γλιστρούσαμε στον οικονομισμό… Σε αντίθεση με τους συντρόφους που ακραία αφοσιώνονταν στον οικονομικό αγώνα, ο Λένιν δεν ξεχνούσε ποτέ την κύρια πτυχή: τον πολιτικό αγώνα, προς τον οποίο αυτός, με τρόπο ορθό και ζυγισμένο ωθούσε τους εργάτες».

Ο Αντόνιο Γκράμσι αξιοποίησε την εμπειρία της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Το 1921 έγραφε: «Χρειάζεται να πούμε ένα πράγμα, ότι η ταξική συνείδηση, από όταν άρχισε να σχηματίζεται στις μεγάλες εργατικές μάζες, είχε πάντοτε αρχικά, ως περιεχόμενό τους, την επιθυμία για πλήρη απελευθέρωση από τα δεσμά της οικονομικής και πολιτικής σκλαβιάς που στην καπιταλιστική κοινωνία τους έχουν δεμένους αυτοί που ζουν από την εργασία τους». Και επίσης το 1921: «… γιατί οι εργάτες αγάπησαν τη «Νέα Τάξη»; Γιατί στα άρθρα της εφημερίδας βρίσκανε ένα μέρος των ιδίων, το καλύτερο μέρος τους… Γιατί τα άρθρα της «Νέας Τάξης» δεν ήταν ψυχρά διανοουμενίστικα κατασκευάσματα, αλλά πήγαζαν από τη συζήτησή μας με τους καλύτερους εργάτες, ανάπτυσσαν συναισθήματα, θελήσεις, πραγματικά πάθη της τορινέζικης εργατικής τάξης, που είχαν από εμάς δοκιμαστεί και προκληθεί, γιατί τα άρθρα της «Νέας Τάξης» ήταν σχεδόν ένα “έλαβον γνώση” πραγματικών γεγονότων». Ταυτόχρονα, ο Γκράμσι δεν έχανε από την οπτική του το στρατηγικό ρόλο του κόμματος της εργατικής τάξης.

Το 1919, ακόμα εντός του Σοσιαλιστικού Κόμματος, έγγραφε ότι «το Κόμμα πρέπει να συνεχίσει να είναι το όργανο κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης, η εστία της πίστης, το θησαυροφυλάκιο της ιδέας… Όμως η κοινωνική ζωή της τάξης των εργαζομένων είναι πλούσια από θεσμούς, διαρθρώνεται σε πολλαπλές δραστηριότητες. Αυτούς τους θεσμούς και δραστηριότητες πρέπει ακριβώς να αναπτύξουμε, να οργανώσουμε πλήρως, να συνδέσουμε σε ένα τεράστιο σύστημα και επιδέξια διαρθρωμένα ώστε να απορροφά και να πειθαρχεί ολόκληρη την τάξη των εργαζομένων. Το εργαστήριο με τα εσωτερικά του τμήματα, οι σοσιαλιστικοί κύκλοι, οι αγροτικές κοινότητες, είναι τα κέντρα προλεταριακής ζωής όπου χρειάζεται άμεσα να εργάζεται κανείς… Οι κύκλοι, σύμφωνοι με τις οργανώσεις των πόλεων, θα έπρεπε να κάνουν μια απογραφή των εργατικών δυνάμεων της ζώνης, και να αποτελέσουν την περιφερειακή έδρα των εκπροσώπων του εργαστηρίου, το γάγγλιο που συνδέει και συγκεντρώνει όλες τις προλεταριακές ενέργειες της περιοχής». Το 1925 έγραφε ότι «ο αγώνας του προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό αναπτύσσεται σε τρία μέτωπα: το οικονομικό, το πολιτικό και το ιδεολογικό. Ο οικονομικός αγώνας έχει τρεις φάσεις: αντίστασης στον καπιταλισμό, δηλαδή η στοιχειώδης συνδικαλιστική φάση· επίθεσης ενάντια στον καπιταλισμό για τον εργατικό έλεγχο επί της παραγωγής· πάλης για την εξάλειψη του καπιταλισμού, μέσω της κοινωνικοποίησης. Ακόμα και ο πολιτικός αγώνας έχει τρεις κύριες φάσεις… Προκειμένου ο συνδικαλιστικός αγώνας να καταστεί ένας επαναστατικός παράγοντας χρειάζεται το προλεταριάτο να τον συνοδεύει με τον πολιτικό αγώνα, δηλαδή, το προλεταριάτο να έχει συνείδηση ότι αποτελεί τον πρωταγωνιστή ενός γενικότερο αγώνα που καταλαμβάνει όλα τα πιο ζωτικά ζητήματα της κοινωνικής οργάνωσης, δηλαδή να έχει συνείδηση ότι παλεύει για τον σοσιαλισμό… Τα τρία μέτωπα του προλεταριακού αγώνα περιορίζονται σε ένα μόνο για το κόμμα της εργατικής τάξης, που είναι έτσι ακριβώς γιατί συνοψίζει και εκπροσωπεί όλες τις απαιτήσεις του γενικού αγώνα».

Πάλι το 1925, μετά την «κρίση Ματεότι» και το Αβεντίνο (σ.parapoda: συγκέντρωση βουλευτών από πολλά αντιπολιτευόμενα κόμματα στο λόφο του Αβεντίνο στη Ρώμη, με παράλληλη μη συμμετοχή τους στις κοινοβουλευτικές εργασίες μέχρι το ξεκαθάρισμα της υπόθεσης της δολοφονίας του βουλευτή Ματεότι), έγραφε ότι «Το βασικό πρόβλημα που στη σημερινή κατάσταση το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να επιδιώκει να επιλύει είναι αυτό του να ξανακάνει το προλεταριάτο να έχει μια αυτόνομη επαναστατική ταξική θέση, απελευθερωμένη από κάθε επιρροή από αντεπαναστατικές τάξεις, ομάδες και κόμματα, σε θέση να συγκεντρώνει γύρω από αυτό και να καθοδηγεί όλες τις δυνάμεις που μπορούν να κινητοποιηθούν για τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό».

Ο Γκράμσι μιλούσε για το κομμουνιστικό κόμμα που είχε ήδη δημιουργηθεί έστω κι αν ήταν ακόμα σε φάση διάρθρωσης και εδραίωσης. Όμως τα κύρια καθήκοντα που, ακόμα και σήμερα, τίθενται ενώπιον μιας ενδιάμεσης κομμουνιστικής οργάνωσης, είναι, σε αυτή την αρχική φάση, ακριβώς αυτά της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης, των λαϊκών μαζών, από κάθε «επιρροή από αντεπαναστατικές τάξεις, ομάδες και κόμματα», και ομοίως, το να τίθεται ως η βάση πάνω στην οποία συγκεντρώνονται «τα τρία μέτωπα του προλεταριακού αγώνα», για να φτάσουμε, στην ταξική σύγκρουση, μαζί και για την εργατική τάξη, στην ίδρυση ενός πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος.

Δεκέμβρης 2020

Η Πολιτική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Συντονισμού Λομβαρδίας

Κομμουνιστικός Συντονισμός Τοσκάνης

Κομμουνιστική Πλατφόρμα – για το Κομμουνιστικό Κόμμα του προλεταριάτου της Ιταλίας

Μετάφραση από τα ιταλικά parapoda.  Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, εδώ. Βλ.επίσης

Ιταλία: Ο αγώνας για τη δημιουργία κομμουνιστικού κόμματος, χτες και σήμερα (+άρθρο Τζ.Μ. Σεράτι: Το καθήκον της παρούσας στιγμής (24/10/1920)) Δεκέμβρης 2020

Ιταλία: Για την υπόθεση της ανασύστασης του κομμουνιστικού κόμματος Δεκέμβρης 2020

Ιταλία: Για την ανασύσταση του κομμουνιστικού κόμματος – «Βαρύγδουπες διακηρύξεις» ή υλοποίηση καθηκόντων για το σήμερα; Δεκέμβρης 2020

Για το βιβλίο «Ζαχαριάδης και “Μακεδονικό εθνικό ζήτημα”: Η περίπτωση της Οργάνωσης “Ήλιντεν”» (των Α. Αθανασιάδη – Η. Γρούιου)

Κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες το βιβλίο «Ζαχαριάδης και “Μακεδονικό εθνικό ζήτημα”: Η περίπτωση της Οργάνωσης “Ήλιντεν”» από τους Ανδρέα Αθανασιάδη και Ηλία Γρούιο. Το βιβλίο αποτελεί μια επεξεργασμένη έκδοση παλαιότερης ομώνυμης εργασίας του δεύτερου με επιμελητή τον πρώτο στο Πανεπιστήμιο Δ.Μακεδονίας. Στο βιβλίο περιγράφεται εν μέρει το υπόβαθρο που οδήγησε, αφενός, στην ίδρυση της αποκαθαρμένης (σε αντίθεση με προηγούμενες προσπάθειες) από τιτοϊκή επιρροή Οργάνωσης «Ήλιντεν» το 1952 από προσκείμενους στο ΚΚΕ σλαβο-μακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες και, αφετέρου, τη διάλυσή της το 1956-’57, συνεπεία της προσέγγισης Τίτο-χρουσιωφικών ρεβιζιονιστών και κατ’ απαίτηση Τίτο. Αναμφίβολα, είναι θετική και μόνο η έκδοση βιβλίων που ανοιχτά πραγματεύονται την σλαβο-μακεδονική μειονότητα, μιας και ο στρουθοκαμηλισμός, ανέκαθεν, μόνο έβλαπτε την Ελλάδα.

Όσον αφορά τα άρρητα πολιτικά συμπεράσματα, δηλαδή, ανεξαρτήτως ακόμα και των πιθανών προθέσεων των συγγραφέων, εύκολα (αλλά, πάντως, ορθά) συνάγεται ότι, αφενός, ο Νίκος Ζαχαριάδης ήταν πράγματι ένας πολιτικός με ανεξάρτητο, πατριωτικό αλλά και προλεταριακό διεθνιστικό πνεύμα συνάμα, που αντιμετώπιζε τους μειονοτικούς έμπρακτα σαν ανθρώπους και σαν σύνολο με απόλυτα ίσα δικαιώματα, σε όλους τους τομείς, και ενθάρρυνε την ανεξάρτητη υπόσταση και δράση τους: είχε, δηλαδή, μια στάση-πρότυπο για κάθε προοδευτικό και ορθολογικά σκεπτόμενο άνθρωπο στην Ελλάδα, ιδίως σήμερα που ο ιμπεριαλισμός εύκολα παρεμβαίνει με πρόσχημα όχι την ύπαρξη μειονοτήτων, αλλά την υπαρκτή (και ενθαρρυμένη από αυτόν) καταπίεση των μειονοτήτων. Αφετέρου, από το βιβλίο αναδεικνύεται το ότι η «Ήλιντεν» δεν είχε απλώς «αντιτιτοϊκό» προσανατολισμό, αλλά προσπαθούσε να συγκροτήσει σε όλους τους τομείς τη μειονότητα, λέγοντας μάλιστα «τα σύκα-σύκα» έναντι όλων, ακόμα και της Βουλγαρίας, ακόμα και πριν το 1953. Επίσης σημαντική είναι η αναφορά στη δράση της «Ήλιντεν» στην ίδια την Ελλάδα (ακριβώς λίγο πριν την “6η Ολομέλεια”), αφού δείχνει ότι η «Ήλιντεν» δεν ήταν απλώς μια οργάνωση εμιγκρέδων.

Βέβαια, ένα βιβλίο δεν κρίνεται μόνο από το πολιτικό συμπέρασμά του, πολλώ δε μάλλον όταν αυτό δεν είναι ρητή πρόθεση των συγγραφέων του.

Γεγονός είναι ότι, όπως αναγνωρίζουν και οι συγγραφείς, προκαταβολικά απολογούμενοι και – προς τιμήν τους – αποδεχόμενοι τυχόν μελλοντική αναίρεση των συμπερασμάτων τους, είναι αρκετά λίγα τα διαθέσιμα αρχεία και η σχετική βιβλιογραφία. Εντούτοις, το όποιο κενό θα μπορούσε να καλυφθεί με κάποιες προσεγγίσεις που θα μετρίαζαν, αφενός, την απολυτότητα κάποιων ρητών συμπερασμάτων με τόσο λίγα στοιχεία και, αφετέρου, κάποιες μεθοδολογικές αστοχίες.

Πρώτα από όλα, οι συγγραφείς βασίζουν το βιβλίο και πολλά συμπεράσματά τους στο έργο δύο ιστορικών: του Ρίστο Κιριαζόφσκι και της Ρίκυ Βαν Μπούσχοτεν. Εντούτοις, το να προσπερνάμε το ποιος είναι αυτός του οποίου πρακτικά υιοθετούμε πολλά συμπεράσματα, αυξάνει τον κίνδυνο δικών μας λαθών, ανάλογα με την ιδιοτέλεια ή την αστοχία της πηγής στην οποία δυσανάλογα βασιζόμαστε. Αυτό λέγεται, όχι κατ’ ανάγκη για να μειωθεί η σημασία των πηγών αυτών. Όμως, όταν πραγματευόμαστε την «Ήλιντεν», που έδρασε σε πλαίσιο τιτοϊκών υπονομευτικών παρεμβάσεων, δεν μπορούμε σε υπερβολικό βαθμό να βασίζουμε το έργο μας σε όσα κομίζει ή ισχυρίζεται ένας επίσημος τιτοϊκός κρατικός ιστορικός.

Ομοίως, όσο κι αν πρέπει να στεκόμαστε αλληλέγγυοι στη Μπούσχοτεν για τη δίωξή της από τους εγχώριους σοβινιστές στρουθοκάμηλους, αυτή δεν παύει να κάνει χοντροκομμένα λάθη, όταν π.χ. αντιμετωπίζει τη μειονότητα ως προέκταση μιας εθνότητας άλλου κράτους, εν προκειμένω της ΛΔΜ. Έτσι, π.χ. η Μπούσχοτεν, βασισμένη στον… Κιριαζόφσκι κι αυτή (και το αναπαράγουν οι συγγραφείς), φαντασιώνεται αντιδράσεις από τους μειονοτικούς (ενώ και μια άλλη παρατιθέμενη πηγή, ο Marinov, «εντυπωσιάζεται» αρνητικά) για το ότι το ΚΚΕ έδωσε ένα αμιγώς σλαβικό αλφάβητο στη μειονότητα, αντί να πάρει ασυζητητί το γιουγκοσλαβικό, που για πολιτικούς και μόνο λόγους (απόσπασης του σλαβο-μακεδονικού έθνους από την – πολιτικά αντιιμπεριαλιστική τότε – σλαβική οικογένεια) ο Τίτο εισήγαγε στην ΛΔΜ το 1945.

Με αφορμή αυτό, όμως, ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση: αλήθεια, το σλαβο-μακεδονικό έθνος από πού κι ως πού είναι παράρτημα του σερβικού ή του κροατικού; Γιατί; Επειδή το ήθελε ο φιλοϊμπεριαλιστής Τίτο; Ή μόνο και μόνο επειδή έζησε τα σχετικά πιο ελεύθερά του χρόνια μαζί με αυτά τα έθνη (που, ναι, δημιουργεί μια φιλία παραπάνω, αλλά ως εκεί); Προάγεται, άραγε, με αυτή την σιωπηρή παραδοχή, η ανεξάρτητη ανάπτυξη του έθνους αυτού, η ίση συμβολή και παρουσία του στη σλαβική οικογένεια και τον κόσμο; Σε τι διαφέρει ποιοτικά αυτή η στάση από αντίστοιχες μεγαλοβουλγαρικές προσπάθειες; Γιατί δεν είναι πιο νομιμοποιημένο ένα απόλυτα κυριλλικό αλφάβητο, πολλώ δε μάλλον όταν εισήχθη 4-5 μόλις χρόνια μετά από αυτό του Τίτο/Κόνεσκι (με το οποίο, μάλιστα, λόγω της αφαίρεσης σημαντικών για τις σλαβικές γλώσσες γραμμάτων, π.χ. ъ, ь, δεν μπορούν να αποτυπωθούν σωστά πολλές λέξεις και τοπωνύμια στην ελληνική Μακεδονία); Εδώ, ο εξίσου τιτοϊκός Ράκοφσκι το 1944 είχε εγκαινιάσει στην ελληνική Μακεδονία ένα αλφάβητο πιο σλαβικό από αυτό του Τίτο. Επίσης, γιατί δεν πρέπει το ελλαδικό τμήμα του έθνους αυτού να έχει δικαίωμα σε ίση συμβολή στην εξέλιξη του έθνους; Είναι ένα πράγμα οι ανισοβαρείς ενδοεθνικές πολιτιστικές ανταλλαγές – πολλώ δε μάλλον λόγω της ελέω καταπίεσης καθυστέρησης του εδώ κομματιού –, ένα το ότι μπορεί πράγματι, κατόπιν όμως αυθόρμητων εξελίξεων, να επικρατήσει η τυποποιηθείσα στην ΛΔΜ γλώσσα (πολλώ δε μάλλον όταν προσφέρει επίσημα αναγνωρισμένο πτυχίο γνώσης γλώσσας ή λόγω της ευκταίας οικονομικής σύνδεσης), και εντελώς άλλο το να μη βλέπουμε τις πολιτικές προεκτάσεις του να αντιμετωπίζεται ως γιουγκοσλαβικό και όχι ως σλαβικό το εν λόγω έθνος. Για την ακρίβεια, ισχύει το αντίθετο: σαφώς πιο ανιδιοτελής – και όχι μόνο πολιτική – θα ήταν μια προσπάθεια απογιουγκοσλαβοποίησης.

Επαναλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει πρόθεση να μειωθεί η σημασία των παραπάνω πηγών (σύντομα θα μεταφραστεί κι εδώ κείμενο του Κιριαζόφσκι). Όμως, η σημασία τους στο βιβλίο δυσανάλογα μεγαλώνει αφ’ ης στιγμής, εξάλλου, η έλλειψη αρχείων και βιβλιογραφίας είναι σχετική.

Όσον αφορά τα αρχεία, με την αξιοποίηση του καθημερινού προσφυγικού Τύπου, θα μπορούσαν να παρατεθούν περισσότερες αποφάσεις οργάνων της «Ήλιντεν» και όχι τόσο τα (σημαντικά, πάντως) επεξηγηματικά άρθρα στελεχών της «Ήλιντεν». Επίσης, έτσι, θα υπήρχε στο βιβλίο πλουσιότερη απεικόνιση της πλουσιότατης ζωής και πολύμορφης δράσης της «Ήλιντεν» και των μειονοτικών προσφύγων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι συγγραφείς δεν θα στηρίζονταν μονομερώς στον ιδιοτελή Κιριαζόφσκι και την περίπτωση των προσφύγων της Πολωνίας, όπου αυτός είχε ιδιαίτερη αρχειακή πρόσβαση (λόγω της ύπαρξης τιτοϊκών πρακτόρων – ας μην το ξεχνάμε). Μάλιστα, θα έβγαζαν αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που αφήνουν να εννοηθεί (σ.104): ότι δήθεν υπήρχε άξια λόγου και σχετικά μαζική αντίθεση στις τάξεις των μειονοτικών προς την «Ήλιντεν», αφού δεν υπήρχε «ομοθυμία» (Βέβαια, ισχυριζόμενοι κάτι τέτοιο, έρχονται σε αντίθεση με τις δικές τους αναφορές 1) στο ότι οι μειονοτικοί την ακολουθούσαν περισσότερο από ό,τι οι Έλληνες τον ΝΖ – 85% –, 2) στις αντιδράσεις στη διάλυσή της, και 3) με το συμπέρασμά τους, στην τελευταία κυριολεκτικά σελίδα του κειμένου, και υπό μορφή σημείωσης, στο ότι οι μειονοτικοί, τελικά, ήταν με τον ΝΖ). Ομοίως, δεν θα κατέληγαν στο ότι το «ιδεολογικό βάρος» το ‘χαν σηκώσει μόνο τρεις άνθρωποι (σ.151), σε έναν ισχυρισμό δηλαδή που, αν προσθέσουμε 1) το προηγούμενο συμπέρασμα, 2) το ότι, αντί για αποφάσεις παρουσιάζονται πιο πολύ άρθρα στελεχών, και 3) το ότι ο ένας άνθρωπος (Γουσόπουλος) το ’54 «κάηκε», ουσιαστικά, παρουσιάζει την οργάνωση σχεδόν προσωπική, αν όχι προσωποπαγή υπόθεση δύο ατόμων.

Ακόμα και για τις ελληνικές πηγές, όχι, δεν είναι «ενδιαφέρουσα»(σ.145) η επίκληση του Αμύντα για το πισώπλατο χτύπημα, όταν ταυτόχρονα δεν σημειώνεται ότι αυτός, ήδη το ’49, σε αντίθεση με άλλους μαχητές του ΔΣΕ εγκλωβισμένους στη Γιουγκοσλαβία, υπέγραψε δήλωση υιοθέτησης της τιτοϊκής προπαγάνδας (βλ.βιβλίο του συνυπογράψαντα αντιζαχαριαδικού Φιλώτα Αδαμίδη, που παραδέχεται τα υβριστικά συνθήματα κατά του Ζαχαριάδη που είδε στη Γιουγκοσλαβία). Ούτε είναι καταλληλότερη η επιλογή της (αδικαιολόγητα εκτεταμένης δημοσιότητας – ή μάλλον δικαιολογημένα –, λόγω αντιζαχαριαδισμού) μαρτυρίας του γενικά διαλυτικού Χουλιάρα (που, αν και «με τον Άρη» – όπως τονίζουν οι συγγραφεις –, ως βασιλικότερος του βασιλέως, τον χαρακτήριζε σε αχτίφ στην Πολωνία «παιδεραστή») σε σχέση με άλλους «μη επαγγελματίες» (εξαιρετικά αδόκιμη η χρήση αυτού του όρου) αλλά σαφώς πιο αξιόπιστους συγγραφείς πολιτικούς πρόσφυγες στην Πολωνία, π.χ. τον Χρ.Ράπτη, τον Στ.Ριζάκη ή τον πρόεδρο των πολιτικών προσφύγων στην Πολωνία Κ.Κουτμάνη. Αν και μηδαμινά τα στοιχεία και σ’ αυτά, εντούτοις, στο βιβλίο του τελευταίου, παρατίθεται λίστα του ΠΓ του ΚΚΕ του 1953 με 101 ονόματα στελεχών στην Πολωνία που θα αξιοποιούνταν για κομματική δουλειά. Έτσι, θα διαπίστωναν οι συγγραφείς την α-βασιμότητα του ισχυρισμού για εκτεταμένο – στα όρια του πογκρόμ – ρίξιμο των μειονοτικών.

Προφανώς δεν λέει κανείς ότι δεν υπήρχαν φαινόμενα «ριξίματος» που, όπως και το ζαχαριαδικό ΚΚΕ αναγνώριζε, είναι απότοκα της μεγαλοϊδεάτικης επιρροής που πλήττει, δυστυχώς, και τους προοδευτικότερους και τους καλύτερους ανθρώπους στην Ελλάδα. Ωστόσο, το ΚΚΕ, ανοιχτά τα καυτηρίασε, από την πρώτη κυριολεκτικά στιγμή. Όχι μόνο την εποχή του άρθρου του «Κ.», το Δεκέμβρη του ’48 (που γράφτηκε για να πάψουν τα υποκριτικά σχετικά παράπονα των τιτοϊκών). Οι συγγραφείς αναφέρουν αντίστοιχα φαινόμενα την εποχή της κομματικής ανακαταγραφής μελών. Ε, λοιπόν, τον πρώτο κιόλας μήνα της ανακαταγραφής, το αχτίφ μειονοτικών στελεχών που αποφασίζει την ίδρυση της Ήλιντεν τα καταδικάζει. Το αναφέρουν κι οι συγγραφείς. Με μια τόσο εκτεταμένη αναφορά, όμως, σε κάτι που δεν ήταν ο κανόνας, αλλά η στιγματισμένη εξαίρεση, και που φυσικά δεν επεκτάθηκε στη «βάση», η οποία διαπαιδαγωγούταν στην αγάπη προς τη μειονότητα και τις φυσιολογικές σχέσεις με αυτήν (μάρτυρες των οποίων είναι οι πάρα πολλοί μικτοί γάμοι και ο κυριολεκτικά πρώτος τυχών πολιτικός πρόσφυγας 2ης γενιάς), κατασκευάζεται – έστω και παρά την πρόθεση των συγγραφέων – ένα πλασματικό πλαίσιο «κυνηγιού μειονοτικών μαγισσών» την ώρα όμως που, στην πραγματικότητα, οι «διωκόμενοι» καλούνταν να αναπτυχθούν οι ίδιοι και να οικοδομήσουν μια πολυσχιδή οργάνωση και γενικά να αναπτύξουν μια πολύπλευρη (και άρα, αδύνατο να ελεγχθεί πλήρως) δράση.

Δεν υπάρχει, ωστόσο, ιδιαίτερη αναφορά από τους συγγραφείς και στην αντίθετη στάση: σε όσους, δηλαδή, συνειδητά καλλιεργούσαν την απόσπαση της μειονότητας από τον ελληνικό λαό ακόμα και στην προσφυγιά. Αντίθετα, οι συγγραφείς σιωπηρά αρνούνται το διαλυτικό έργο των τιτοϊκών και επί εμφυλίου και αργότερα (στο βαθμό που μπορούσαν να δρουν – αν και μετά την «6η Ολομέλεια» ξεσάλωσαν, βλ. ίδρυση «Αιγαιάτικης Αυγής»).

Είναι, λοιπόν, μεθοδολογική αστοχία, “τράβηγμα απ’ τα μαλλιά” όταν ανάγονται όλα τα αρνητικά φαινόμενα σε “ρίξιμο” της μειονότητας από πλευράς ΚΚΕ. Γιατί και να μην γράφουν όπως οι τιτοϊκοί ότι το “ρίξιμο” ήταν σκόπιμο, όταν οι συγγραφείς δεν το διαψεύδουν ρητά, εντούτοις, κάτι τέτοιο αφήνεται να εννοηθεί. Αυτό συμβαίνει όταν απομονώνουν κάποιες εξελίξεις από άλλες (που, ενίοτε, μπορεί και να παραθέτουν, αλλά ειρήσθω εν παρόδω). Για παράδειγμα, όταν για την Τσεχοσλοβακία γίνεται αναφορά μόνο σε διακοπή της σλαβο-μακεδονικής σελίδας στον “Αγωνιστή” το 1954, τη στιγμή που δεν σταμάτησε να ανθίζει εκεί ο εθνικός πολιτισμός (χαρακτηριστική η ονομασία της καλλιτεχνικής ομάδας “Γκότσε Ντέλτσεφ” που υπήρχε εκεί το 1955), ή ότι στην Ουγγαρία, ακόμα και μετά τη μεταπολίτευση υπήρχε η σχετική σελίδα, με τι εντύπωση, άραγε, μένει ο αναγνώστης; Μήπως “πογκρόμ”; Ομοίως, οι δυσαρέσκειες (π.χ. στην Πολωνία) δεν πρέπει να αφήνονται να ερμηνεύονται μόνο από το αν κάποιο στέλεχος ήταν έλληνας ή σλαβο-μακεδόνας. Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, είναι η αναφορά του Γκένα (“Νέος Κόσμος”, τ.9/52) για την κακή επιλογή υπεύθυνης για τις μειονοτικές γυναίκες στο Βάουμ (“ήταν κρατούμενη το 1949 για σκοτεινό παρελθόν και αξεκαθάριστη ιστορία και δεν είχε καμία εκτίμηση απ’ τους Σλαβομακεδόνες”). Η δυσαρέσκεια, λοιπόν, μπορούσε να προκληθεί από κακή τοποθέτηση υπευθύνου, άσχετα από καταγωγή. Θα μπορούσαν, επίσης, να λάβουν υπόψη και κάποια άλλα ουσιαστικότερα στατιστικά στοιχεία: όχι το ποσοστό γενικά των μειονοτικών επί του συνόλου των προσφύγων, αλλά το (μικρό) ποσοστό των διαμορφωμένων μειονοτικών στελεχών επί του συνόλου των μειονοτικών, ή, τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό στελεχών γενικά στην Πολωνία(βλ.άρθρο ΝΖ (ΝΚ, τ.9/52)), μια παράμετρος που αυτόματα δημιουργούσε καραμπόλες. Για την ακρίβεια, όμως, ισχύει το αντίθετο: η αναγωγή όλων σε “ρίξιμο” των μειονοτικών, όπως και γενικά η καλλιέργεια δυσαρέσκειας, συνδέεται όχι μόνο με τους τιτοϊκούς (που έκαναν χρήση τέτοιων “στατιστικών” ήδη επί εμφυλίου), αλλά και με κάτι άλλο, για το οποίο γίνεται αναφορά στο βιβλίο: τις εξελίξεις στο ΚΚΕ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, με την επικράτηση του ρεβιζιονισμού. Κάποιοι αποδεδειγμένα ήθελαν να δημιουργήσουν εικόνα χάους (και να δικαιολογήσουν, όπως και έκαναν, την αντικαταστατική παρέμβαση των αδελφών κομμάτων), αξιοποιώντας και αυτό το ζήτημα (με το οποίο, συν τοις άλλοις, υπολόγιζαν να αποκτήσουν και ακροατήρια, άσχετα αν, εντέλει, την πάτησαν).

Όταν, όμως, δεν εντάσσεις στο πραγματικό πλαίσιο τα υπό μελέτη γεγονότα, ή φωτίζεις κάποια και μάλιστα μονομερώς, τότε όλα αυτά φαίνονται ασύνδετα και βγάζουν κάποιους «κακούς» (ή και φανατικούς) και κάποιους «καλούς». Πράγματι, οι συγγραφείς, τη διάλυση της «Ήλιντεν» ορθά την εντάσσουν στο πλαίσιο των αλλαγών από την επικράτηση του ρεβιζιονισμού. Ωστόσο, η υποτίμηση σε βαθμό αγνόησης της τιτοϊκής υπονομευτικής δράσης, δηλαδή, του θεμελιακού στοιχείου που διαχρονικά διαμόρφωνε το πλαίσιο (άρα, θα χωρούσαν στο βιβλίο τα άφθονα σχετικά αρχειακά τεκμήρια), οδηγεί σε όχι γερά θεμελιωμένα συμπεράσματα, σε υπερτονισμό των προσωπικοτήτων (π.χ.το άρθρο «Κ.» δεν αφορούσε τόσο πρόσωπα – δεν είχε να κάνει με έγνοια να διορθωθεί ο Βαϊνάς –, όσο την τιτοϊκή προπαγάνδα, βλ.και βιβλίο Ότσε) και σε έμφαση σε ήσσονος σημασίας τυπικά ζητήματα (π.χ. αιτήματα ΚΚΕ για βίζα σε μειονοτικούς πρόσφυγες για κομματική δουλειά στην Πολωνία). Όλα αυτά, όμως, τελικά, καθιστούν το βιβλίο, όσο καλό κι αν είναι, ανισοβαρές (π.χ. 3 σελίδες για το χώρο διεξαγωγής του συνεδρίου της «Ήλιντεν» και 6 για το ίδιο το συνέδριο, ή, μεγάλο τμήμα για την περίοδο πριν τη δημιουργία – ’49-’52 – και μετά την απόφαση για διάλυση – ’56-’57 – αλλά λίγο για την ίδια τη ζωή της οργάνωσης – 52-’56 –).

Εξίσου δεν βοηθά η αγνόηση της ρεβιζιονιστικής παρέμβασης από την πρώτη στιγμή της προσφυγιάς (βλ.καταγγελία Γούσια για την προσέγγισή του από τον Πετρόφ) που εξηγεί πολλά για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μέχρι το 1953, αλλά και θα εξηγούσε, όσον αφορά τα θέματα του βιβλίου π.χ. γιατί υπήρχε η παρεμπόδιση συγκρότησης της «Ήλιντεν» στην «σφηκοφωλιά» των ρεβιζιονιστών, την ΕΣΣΔ (στη σ.120 αναφέρεται κάτι τέτοιο, αλλά για μετά το ’53).

Με όλα αυτά, φαίνονται «άδικες» και αποτέλεσμα αναζήτησης «αποδιοπομπαίων τράγων» οι εκτενώς παρουσιαζόμενες, στην αρχή κιόλας του βιβλίου, «διώξεις» των τιτοϊκών μειονοτικών που κατέστρεψαν και προσφυγοποίησαν την μειονότητα, τη στιγμή που οι ίδιοι (Φώτεβα, Ράκοφσκι) παραδέχονται το ρόλο τους σε αυτή την υπόθεση διεθνούς κατασκοπίας (τέτοια ήταν, αν τη δούμε ψύχραιμα), στα βιβλία τους που και οι συγγραφείς επίσης παραθέτουν ως πηγή (στο βιβλίο του, μάλιστα, ο Ράκοφσκι, που τα βάζει και με την επίσημη τιτοϊκή ιστοριογραφία για την «εγκατάλειψή» τους, κατονομάζει και τους συγκατηγορουμένους του που τον «έδωσαν»). Οι συγγραφείς αφήνουν να εννοηθεί ότι ήταν αβάσιμες ως και οι κατά των τιτοϊκών μειονοτικών αποδοθείσες κατηγορίες του λιποτάκτη και του διασπαστή. Χωρίς, όμως, να κάνει κανείς τον πιο “μαχητή”: δεν είναι ο ίδιος ο Ράκοφσκι, π.χ., που στο βιβλίο του μιλά για την επιστολή ικεσίας να τον πάρουν από το μέτωπο και να του δώσουν “έστω μια στήλη να διορθώνει”; Ή π.χ. ο Ότσε, με βάση το ίδιο το βιβλίο του, πώς ακριβώς συμμετείχε στον δεύτερο αγώνα; Με την οργάνωση λιποταξιών, μαζικής αποστολής επιστολών κατά των “γραικομάνων” του ΝΟΦ, ίδρυσης ΚΟΒ του ΚΚΜ εντός Ελλάδας, την παρακράτηση μαχητών του ΔΣΕ στη ΛΔΜ; Ή οι Κεραμιτζίεφ-Γκότσε; Με την απαίτηση απρόσκοπτης κυκλοφορίας στην Ελεύθερη Ελλάδα της τιτοϊκής προπαγάνδας περί μάταιου αγώνα του ΔΣΕ (βλ.επιστολή 1949); Αυτά όλα δεν είναι μόνο μια θεμιτή πολιτική διαφωνία, ή έστω αθέμιτη πολιτική δράση. Ας αφήσουμε δε, ότι ο ΝΖ, σε μια απέλπιδα προσπάθεια για ενότητα, είχε δώσει οδηγίες να μην χρησιμοποιείται αυτός ο όρος «λιποτάκτης» (βλ.βιβλίο Ότσε).

Μάλιστα, οι συγγραφείς αναφέρουν και προφανώς υιοθετούν και τα συκοφαντικά της Μπούσχοτεν ότι, ως «δυνάμει τιτοϊκοί», αντιμετωπίζονταν καχύποπτα όλοι οι μειονοτικοί και καταβαλλόταν προσπάθεια να μειωθούν οι επαφές με τους συγγενείς τους στην ΛΔΜ(σ.104). Πόσο, όμως, ισχύουν αυτά, αν λάβουμε υπόψη: πρώτον, την αντικειμενική δυσκολία επικοινωνίας από τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τους τιτοϊκούς (η Ουγγαρία τον Αύγουστο του ’53 τις αποκατέστησε, άλλες ΛΔ αργότερα)· δεύτερον, την κατάσταση (αποικιοποίησης) στην ίδια την ΛΔΜ και τη στάση των Τιτοϊκών έναντι των εκεί προσφύγων μειονοτικών, που, ακριβώς για αυτό, οδηγούσαν στο να δίνεται εκτενή δημοσιότητα στις ειδήσεις (ίσως και επιστολές) από την ΛΔΜ στον προσφυγικό Τύπο· τρίτον, ότι οι ίδιοι οι συγγραφείς αναφέρουν τον πανεθνικό ρόλο που αντικειμενικά είχε η “Ήλιντεν”· τέταρτον, ότι, αν πράγματι θεωρούνταν οι μειονοτικοί περίπου «πέμπτη φάλαγγα» (και όχι το αντίστροφο: φάρος για το έθνος τους), τότε το ΚΚΕ όχι μόνο δεν θα κατέβαλλε προσπάθεια να συγκροτηθούν σε εθνική, μάλιστα, βάση, αλλά θα τους διέσπειρε έναν-έναν σε κάθε πόλη και χωριό των ΛΔ.

Αυτή η προσέγγιση των συγγραφέων ίσως οφείλεται στην εκτεταμένης δημοσιότητας βιβλιογραφία που βάζει λόγια στο στόμα του ΝΖ και κόβει-ράβει άλλα. Εξού και η μελέτη της σύνδεσης της ήττας του ΔΣΕ με την τιτοϊκή προδοσία το πρώτο δίμηνο μετά την ήττα: Οι συγγραφείς παραθέτουν την απόφαση του ΠΓ του Αυγούστου του 1949 και του κειμένου της λίμνης Ρίτσα, που ο – κατά τους συκοφάντες του, “υποτακτικός” – ΝΖ έβαλε κοτζάμ Στάλιν να υπογράψει, και συγκρίνουν σε ποια θέση το ΚΚΕ κατατάσσει κάθε φορά την αιτία «Τίτο». Όμως, αγνοούν και το εξίσου σημαντικό editorial του περιοδικού «Δημοκρατικός Στρατός» του τεύχους Σεπτέμβρη 1949 (κατά τον Βλαντά, γραμμένο από τον ΝΖ), όπου η αιτία «Τίτο» «δημιούργησε γενικότερες δυσκολίες» και είναι «ειδικός λόγος» για συγκεκριμένη στιγμή, όταν άλλαξε ο συσχετισμός δυνάμεων. Για όσους, λοιπόν, βλέπουν την πραγματική διάσταση των γεγονότων, την πολιτική, το πισώπλατο χτύπημα δεν έχει να κάνει μόνο με τα πυρά του ’49, που ο ένας ή ο άλλος διαψεύδει (φτάνοντας να διαψεύδει ως και τον εαυτό του, όπως ο Σκοπιοσπουδαγμένος Αλέκος Παπαπαναγιώτου), ή τους μαχητές του ΔΣΕ που, κατευθυνόμενοι μέσω ΛΔΒ και ΛΔΜ για το Γράμμο, παραδόθηκαν από τους τιτοϊκούς στους μοναρχοφασίστες, αλλά κυρίως με την μη επιδεχόμενη διάψευσης δημόσια στροφή του Τίτο και το πέταμα της μάσκας του το ’48.

Στο βιβλίο, επίσης, ανοίγονται – και με μια λέξη μόνο – ζητήματα που πάνε αλλού τη συζήτηση, η αναφορά στα οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την έλλειψη αρχειακού υλικού για το βασικό θέμα του βιβλίου, τη στιγμή που χωρίς αναφορά μένουν άλλα, πιο σχετικά. Π.χ. στη δεύτερη κιόλας σελίδα του κειμένου γίνεται λόγος για «πίεση» (πέραν της «προτροπής», που ούτε κι αυτή υπήρχε – γνωστοποίηση μιας δυνατότητας υπήρχε μόνο) από πλευράς ΠΔΚ για μετακίνηση ανηλίκων στις ΛΔ. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι υιοθετείται η μοναρχοφασιστική προπαγάνδα (αφού η «πίεση» δεν προσδιορίζεται ως έστω απορρέουσα από το κλίμα), αλλά ότι οι συγγραφείς, μιας κι έθιξαν τέτοια ζητήματα, θα μπορούσαν να αναφερθούν σε κάποιο πιο σχετικό ζήτημα, π.χ. στο πώς, χωρίς άμεση απειλή, με την διασπορά φημών από τιτοϊκούς, ολόκληρα μειονοτικά χωριά αποχωρούσαν για την ΛΔΜ (βλ.βιβλίο Γ.Συμεωνίδη (Ταρζάν), που δεν τον λες και ζαχαριαδικό) και τι ρόλο τους επεφύλασσε ο Τίτο να παίζουν στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις.

Εξάλλου, όταν μελετάς τη δράση κάποιων (του ΝΖ και του ΚΚΕ), δεν αρκεί η τυπική αναφορά στο ότι υιοθετούσαν την τάδε (βλ. μ-λ) θεωρία για το εθνικό ζήτημα και η απλή παράθεση ακόμα και σχετικών αποσπασμάτων από ομιλίες (ακόμα και στην αρχή του βιβλίου). Ένα μεγάλο κενό στην εξήγηση των δράσεων του ΚΚΕ και του ΝΖ θα καλυπτόταν αν οι ίδιοι συγγραφείς εμβάθυναν περισσότερο στη θεωρία του μαρξισμού για το εθνικό ζήτημα. Έτσι, δεν θα την παρουσίαζαν αποστεωμένη και τους οπαδούς της δογματικούς τύπους εκτός τόπου και χρόνου, ούτε θα κατέληγαν στο σχεδόν ειρωνικού ύφους συμπέρασμα (που βγάζουν, γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη και την πραγματικότητα που διαμόρφωναν οι τιτοϊκοί): «Συνεπώς, δεν υπάρχει πουθενά λάθος, απλά προσαρμογή του «εθνικού» στις εκάστοτε επαναστατικές συνθήκες. Δηλαδή, σωστή ήταν η απόφαση της 5ης Ολομέλειας [1949], σωστή και της 6ης [1949]»(σ.50). Αξίζει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, ούτε αυτό το συμπέρασμα ισχύει, καθώς ήδη από τον Μάρτη του ’49, το ΚΚΕ λέει στους τιτοϊκούς γιατί την πήρε, και τον Ιούνη του ’49 υπάρχει η απόφαση της ΚΟΕΜ (που συνέγραψε ο ίδιος ο ΝΖ και καλούσε τα στελέχη της να υπογράψουν, λέγοντας μετά “πόσοι άραγε είναι ειλικρινείς;”, όπως γράφει ο Ράκοφσκι ότι τους είπε), που αναφέρει ότι η απόφαση της 5ης Ολομέλειας δεν ευνοούσε το γενικότερο κίνημα, αλλά υπαγορεύτηκε από την τιτοϊκή προπαγάνδα και δράση και την ανάγκη διατήρησης των ψυχικών και πολιτικών δεσμών της μειονότητας με τον ελληνικό λαό.

Επιπρόσθετα, μια μεγαλύτερη εξοικείωση με την ίδια την τακτική των κομμουνιστών, όσον αφορά την αυστηρή διάκριση των συνθημάτων (σε προπαγάνδας-ζύμωσης-δράσης-άμεσης δράσης/εντολή), τις προγραμματικές αρχές και τις θέσεις, θα μπορούσε μια προγραμματική αρχή ή «θέση», που δεν αποτελεί καν σύνθημα προπαγάνδας (βλ. αναφορά Βαϊνά σε «κράτος» στην εισήγηση του 1ου συνεδρίου της «Ήλιντεν» – που, μάλιστα, δεν υπάρχει στην απόφαση), να μην την παρουσιάζει ως «μαξιμαλιστικό σύνθημα» σχεδόν άμεσης δράσης. Αλλά, όπως ειπώθηκε, το ότι παρουσιάζονται όλα αυτά ωσάν να μην είναι πολιτικές επιλογές, αλλά επιλογές τυφλωμένων από την πόρωσή τους φανατικών, είναι συνέπεια του ότι οι συγγραφείς τα βγάζουν σε μεγάλο βαθμό εκτός πλαισίου, δηλαδή του πλαισίου που δημιουργούσαν οι τιτοϊκές παρεμβάσεις. Αυτό ακριβώς κάνουν οι αντικομμουνιστές και για αυτό βγάζουν το ΚΚΕ «προδοτικό» (οι ίδιοι που σιωπούν για το βρετανικό υποπροξενείο στη Φλώρινα – μέλη του οποίου ζύμωναν την αυτονομία στα μακεδονικά χωριά – και για την υπό αμερικανική αιγίδα προπαγάνδα για «ανεξάρτητη Μακεδονία» της Μακεντόνσκα Τριμπούνα που ελεύθερα κυκλοφορούσε στα υπό τον μοναρχοφασιστικό ζυγό μειονοτικά χωριά).

Όμως, ένα πράγμα το δικαίωμα αυτοδιάθεσης (που, όταν αντιμετωπίζεις τον άλλον ως ίσο, του το αναγνωρίζεις έτσι κι αλλιώς – και το ΚΚΕ ούτε αυτό έκανε πάντα, παρά μόνο για 8 μήνες), και εντελώς άλλο η εκάστοτε τοποθέτηση του κόμματος της εργατικής τάξης, της «ραχοκοκαλιάς του έθνους»(Κομιντέρν), επί της απόσχισης, δηλαδή επί μίας μόνο από τις πολυάριθμες επιλογές αυτοδιάθεσης (γιατί στην άλλη βασική επιλογή, της αυτονομίας, υπάρχουν πολλές μορφές), και η υποχρέωσή του να υποστηρίξει πιθανή επιλογή απόσχισης. Αυτή η υποστήριξη δεν είναι επουδενί δεδομένη, αλλά εξαρτάται από το ποια από τις επιλογές εκείνη τη στιγμή προωθεί τα συμφέροντα της επανάστασης, άρα και τα συμφέροντα και των δύο εθνών, πλειοψηφούντος και μειοψηφούντος.

Εξάλλου, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης, έστω και θεμελιακό στο εθνικό ζήτημα, είναι μόνο τμήμα του, και, με τα χρόνια, έχει καταστεί πιο σύνθετο, π.χ. σε περιπτώσεις όπως εν προκειμένω, όπου το έθνος είναι διασπασμένο σε περισσότερα του ενός κράτη. Έτσι, δεν μπορεί να αγνοείται ούτε η οικονομική σύνδεση του εκάστοτε αυτοδιατιθέμενου κομματιού του έθνους με το κράτος που ανήκει – κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές προτιμήσεις των εκάστοτε κομματιών –, ούτε το ζήτημα του ποιο από τα κομμάτια θα αποτελεί το εθνικό κέντρο – κάτι που θα μπορούσε να προκαλεί απροθυμία ένωσης των κομματιών (περίπτωση Μακεδονίας με την τιτοϊκή ΛΔΜ ως εθνικό κέντρο). Εν προκειμένω, ας λάβουμε υπόψη και και την ομιλία του μειονοτικού (και φιλοτιτοϊκού) Υπουργού Επισιτισμού της ΠΔΚ Π.Μήτροφσκυ στις 08/05/1949 ότι «Οι μακεδόνες διάλεξαν μια για πάντα τον δρόμο τους. Είναι ο δρόμος της αδιάρρηχτης μαχητικής ενότητας με τον ελληνικό λαό. Είναι ο δρόμος της κατάλυσης της τυραννίας. (…) Πολεμούμε για τη λαϊκή δημοκρατία, για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Πάνω σ’ αυτή την κοινή κατάχτηση ο μακεδονικός λαός με σιγουριά και πίστη θα θεμελιώσει και τα δικά του εθνικά δίκαια, την εθνική του λευτεριά και το λαϊκοδημοκρατικό του μέλλον» (Προς τη Νίκη, φ.88, 14/5/1949, σ.3). Ομοίως, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης έχει καταστεί λιγότερο απόλυτο: ούτε μονοπωλείται, ούτε προτεραιοποιείται, π.χ. έναντι του δικαιώματος επιστροφής προσφύγων (βλ.περίπτωση Ναγκόρνο Καραμπάχ), ενώ, πέραν της οικονομικής σύνδεσης, υπάρχουν και άλλα πρακτικά εμπόδια (π.χ.γεωγραφική ασυνέχεια).

Τέλος, θα μπορούσε να υπάρχει μια πιο πρόσφορη μεταφορά μιας πανεπιστημιακής εργασίας σε ένα βιβλίο για το πλατύ κοινό. Για παράδειγμα, δυστυχώς υπάρχει και στο βιβλίο εκτεταμένη χρήση εισαγωγικών, που, εσχάτως, έχει υιοθετηθεί και στην Ελλάδα από μεταμοντέρνους ιστορικούς της Μαραντζιδείου σχολής «η τρίχα-τριχιά» και «δωσίλογοι αδέρφια μας αντικομμουνιστές» (ελπίζουμε συμπτωματική να είναι η παραπομπή, στην 1η κιόλας σελίδα, σε Μαραντζίδειο σύγγραμμα για τον εμφύλιο). Όμως, η χρήση εισαγωγικών σε λέξεις όπως Απόφαση, Ψήφισμα, Ανακαταγραφή, Έκθεση οδηγεί, όχι απλώς σε μη υιοθέτηση των όρων από τους συγγραφείς (δικαίωμά τους), αλλά, άρρητα, σε σατυρισμό και γελοιοποίηση αυτών που τις χρησιμοποιούν, όπως έκαναν δηλαδή οι αντίπαλοί τους. Προς τι η χρήση εισαγωγικών π.χ. στην Έκθεση Μπαρτζιώτα για την κατανομή των προσφύγων; Μήπως δεν ήταν ικανός ο Μπαρτζιώτας να συντάξει έκθεση; Ή μήπως είναι πιο αξιόπιστοι οι «με το μάτι» υπολογισμοί των «επαγγελματιών»; Χρειάζεται να σταθεί κανείς σε αυτό, γιατί ο καταιγισμός των εισαγωγικών στο βιβλίο, πέραν του ότι το κάνει δυσανάγνωστο, φτάνει σε σημείο να πλήξει ως και τον όρο χιτλεροφασιστική κατοχή.

Ομοίως, θα μπορούσε να υπάρχει μια μεγαλύτερη προσοχή στη χρήση όρων, οπως Ρώσοι, ΣΝΟΦ (ένα εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο δεν είναι αριστερό» ή «δεξιό»), εφημερίδα «Δημοκράτης» (και όχι «Ντεμοκράτ»), Ενοποιημένο Εργατικό και όχι ΚΚ Πολωνίας, κ.ο.κ.. Κάθε όρος έχει και πολιτικές προεκτάσεις, ανοίγει ζητήματα, ή παγιώνει θέσεις όχι ουδέτερες, οπότε θα πρέπει να επιλέγεται με προσοχή.

Συνοψίζοντας και ελπίζοντας ότι η κριτική αυτή δεν θα θεωρηθεί από τους συγγραφείς (αν τύχει και τη διαβάσουν) συντριπτική, όπως θεωρήθηκε η (κομμουνιστική, δηλαδή, δημιουργική) αυτοκριτική της “Ήλιντεν” το 1953: Η εκτενής παράθεση ασύνδετων και ατεκμηρίωτων (αλλά όχι πολιτικά ουδέτερων) ισχυρισμών και στοιχείων, η – στην καλύτερη των περιπτώσεων – ονομαστική αναφορά σε τμήμα του πλαισίου αλλά, η αγνόησή του συνόλου του στην πράξη, η ονομαστική αναφορά και η ξερή παράθεση “συστατικών”, αλλά όχι η σύνθεσή τους, αποτελεί ίδιον των μεταμοντέρνων ιστορικών. Αυτό αντιστοιχεί στη σύγχρονη, αλλά όχι επιστημονική πρόσληψη ξεκομμένων πληροφοριών από το σύγχρονο άνθρωπο στην εποχή του διαδικτύου. Οι Σειρήνες των λινκ – που, εντέλει, λειτουργώντας χαοτικά, δεν αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και σύνθεση – δεν αντιμετωπίζονται με την επίκληση του κύρους που προσδίδει ο χαρακτηρισμός «πανεπιστημιακός» ή «επαγγελματίας» ερευνητής. Τουλάχιστον, αποκαλύπτεται πολύ πιο εύκολα από όσο κάποιοι νομίζουν ότι δεν είναι πολιτικά ουδέτερη και αθώα η αντιζαχαριαδική επιχειρηματολογία ή η επανανομιμοποίηση της μοναρχοφασιστικής «επιχειρηματολόγιας» και ορολογίας (βλ. εκτός εισαγωγικών «πράκτορες του ΚΚΕ» σε πηγή και αυτού του βιβλίου) και η ασυζητητί υιοθέτηση κάποιων παραδοχών (τύπου «Στάλιν=σφαγέας, πάμε παρακάτω»), με την επίκληση της υιοθέτησής τους από κάποιον «πανεπιστημιακό» ή «επαγγελματία». Το ίδιο ισχύει και όταν υπάρχει από αυτούς επίκληση «μη επαγγελματιών» που «συμφέρουν», με ταυτόχρονη αγνόηση άλλων «μη επαγγελματιών» που «δεν συμφέρουν» ή ακόμα κι εκείνων των πορισμάτων των επιλεχθέντων «μη επαγγελματιών» τα οποία «δεν συμφέρουν».

Τα παραπάνω γράφονται, συν τοις άλλοις, γιατί θα πρέπει να έχουμε κατά νου τον ρόλο που πολύ θα ενδιαφερόταν στην πιάτσα της να αναθέσει σε κάποιον μειονοτικό ιστορικό η μεταμοντέρνα σχολή ιστορικών, λαμβανομένων υπόψη των αναπόφευκτων, ελλείψει μιας «Ήλιντεν», εξελίξεων στη μειονότητα («απολιτίκ» μετατροπή της σε διακρατικό-διμερές θέμα). Θα ήταν πολύ κρίμα, πισωγύρισμα για τη μειονότητα, τώρα που για πρώτη φορά μετά την «6η Ολομέλεια» πάει να δημιουργηθεί ένας κύκλος διανοουμένων στις τάξεις της, αυτός ο κύκλος να εγκλωβιστεί σε ένα πολιτικό σχέδιο που μόνο τον ιμπεριαλισμό ευνοεί και, για άλλη μια φορά, θα ζημιώσει τη μειονότητα, που δεν αντέχει άλλο τέτοιο πλήγμα.

Σημ.: Το βιβλίο, που σε κάθε περίπτωση αξίζει να διαβαστεί, στην Αθήνα διατίθεται στο Book plus, στην Πανεπιστημίου στην τιμή των 10€.

Μάτυας Ράκοσι: Απολογισμός της Κεντρικής Επιτροπής & λόγος στο κλείσιμο του 3ου συνεδρίου του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων (24-30/5/1954)

Στις 5 Φλεβάρη, συμπληρώνονται 50 χρόνια από το θάνατο του Μάτυας Ράκοσι στην εξορία, όπου τον είχε περιορίσει η χρουσιωφική ρεβιζιονιστική και, ακολούθως, η μπρεζνιεφική σοσιαλιμπεριαλιστική κλίκα που είχε σφετεριστεί την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης και είχε διασπάσει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Η ζωή του Μάτυας Ράκοσι είναι συνυφασμένη με την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος του 20ού αιώνα. Όντας το τέταρτο από τα δώδεκα παιδιά μιας φτωχής εβραϊκής οικογένειας (με συμμετοχή στον πόλεμο της ανεξαρτησίας του 1848), έχοντας σπουδάσει Διεθνές Εμπόριο και όντας πολύγλωσσος, 27 χρονών, το 1919, ήταν ήδη κομισάριος (υπουργός) εμπορίου της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας που (πέραν των αριστεροδεξιών λαθών της) κατεστάλη από εξωτερική εισβολή στην οποία είχε προσφύγει η αστική τάξη, όπως πάντα κάνει όταν χάνει τα προνόμιά της. Ακολούθως, στην παρανομία, και 15 χρόνια κλεισμένος στα κάτεργα του φασιστικού και φιλοναζιστικού καθεστώτος του Χόρτυ. Μεταπολεμικά, ηγήθηκε του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουγγαρίας και, ακολούθως, του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων, όπου με μια δυναμική μετωπική τακτική – πρότυπο για τους σημερινούς κομμουνιστές, κατόρθωσε να τσακίσει έναν-έναν τους αντιπάλους του ουγγρικού λαού. Ο Ράκοσι έδωσε επίσης τη μάχη, ακόμα και έναντι των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, ώστε να μην αξιοποιήσει ο αντίπαλος τη διόρθωση των σοβαρών αριστερίστικων και άλλων λαθών, με το υπερβολικό στρίψιμο του τιμονιού προς τα δεξιά – κι αυτό είναι μια μεγάλη παρακαταθήκη. Στο τέλος, συγκέντρωσε στο πρόσωπό του τα πυρά όλων: φασιστών, αντισημιτών, «φιλελεύθερων» και χρουσιωφικών καπιταλιστών. Ο περιορισμός του στην Κιργιζία από τους τελευταίους, και, τα τελευταία χρόνια, στη Ρωσία, καθώς  η απόρριψη εκ μέρους του της «αδειοδότησής» του να επαναπατριστεί υπό τον όρο, όμως, του κατ’ οίκον περιορισμού και της απαγόρευσης δημοσίων δηλώσεων, δείχνει ότι όλοι αυτοί ήξεραν ότι ο Ράκοσι ήταν  ακόμα σε θέση, λόγω και της τεράστιας πολιτικής του εμπειρίας, να ανασυγκροτήσει έναν κομμουνιστικό πυρήνα που να ήταν επικίνδυνος για τον ρεβιζιονιστή (και διώκτη των αντιρεβιζιονιστών ελλήνων πολιτικών προσφύγων) Κάνταρ.

O Ράκοσι μιλά σε μαζική συγκέντρωση στην Πλατεία Vérmezö το 1919 (πηγή)

Με αφορμή, λοιπόν, τα 50 χρόνια από το θάνατό του Μάτυας Ράκοσι, παρατίθεται η τοποθέτησή του στο 3ο συνέδριο του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων το 1954. Το συνέδριο συνήλθε μετά το «ουγγρικό 20ό συνέδριο» του 1953, που είχε επέλθει μετά την σοβιετική ρεβιζιονιστική επέμβαση στο ουγγρικό κόμμα, και είχε στρίψει απότομα δεξιά το τιμόνι.

Σίγουρα, στην εισήγησή του ο Ράκοσι αναπαράγει και πολλά από τα ιδεολογικά σφάλματα που το κομμουνιστικό κίνημα πλήρωσε: εν προκειμένω, δεν ίσχυαν σε τέτοιο βαθμό τα περί ηθικοπολιτικής, κομματικής και εθνικής ενότητας, ούτε το ότι οι επιτυχίες στο πόσοι εργάτες ή αγρότες είναι πια σε ηγετικές θέσεις είναι από μόνο του κάτι σημαντικό για την αποτροπή της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, αφού, αποδείχτηκε ότι «χαλάνε» και εργάτες ή αγρότες. Από την άλλη, ο Ράκοσι αναδεικνύει τη σημασία της επίδρασης της πολιτικής ενότητας της εργατικής τάξης επί των άλλων τάξεων. Επίσης, ο Ράκοσι δίνει κάποια σημαντικά στατιστικά στοιχεία και αναγνωρίζει όλων των ειδών τις ελλείψεις και λάθη. Τέλος, για τους «ιστορικούς κουτσομπόληδες», περιορίζει σοβαρά τις προσωπολατρικές αναφορές: π.χ.το όνομα «Στάλιν» ακούγεται μόλις μία φορά, για να αναδείξει ότι ο Λένιν και ο Στάλιν δεν δίδαξαν μόνο ότι η μικροεμπορευματική παραγωγή μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα δημιουργεί τον καπιταλισμό αυτό, αλλά και πως, έως ότου στην αγροτική οικονομία η μικροεμπορευματική παραγωγή έχει την υπεροχή, πρέπει να κάνουμε το παν ώστε αυτή να μεγαλώσει την παραγωγή της.

Αξίζει να αναφερθεί ότι, λίγες μέρες πριν το συνέδριο, στις 5 Μάη 1954, σε συνάντηση της ουγγρικής και της μετασταλινικής σοβιετικής ηγεσίας, όπου συζητήθηκε η πορεία διόρθωσης των λαθών του ουγγρικού κόμματος, οι σοβιετικοί, σε μια «συμμετρική» κριτική προς Ράκοσι –  που δεν διορθώνει τα λάθη –, και Νάγκι –  που λαθολογεί –, στάθηκαν ιδιαίτερα στα λάθη του Ράκοσι, και στα ζητήματα κομματικής ενότητας, αφού άλλους κύκλους έχει ο Νάγκι (όταν οι ίδιοι ήταν που τον είχαν βγάλει από την αφάνεια), ενώ με όχι συντροφικό τρόπο, ο Χρουσιώφ είπε ότι «Αν ο σ. Ράκοσι δεν πάρει την πρωτοβουλία διόρθωσης των λαθών, τότε αυτό πρέπει να γίνει συλλογικά (…) αν διστάζει να ηγηθεί της διόρθωσης των λαθών, τότε αυτό θα γίνει πάνω από το κεφάλι του». Η ιστορία έδειξε ότι με τις συμβουλές τους (αν όχι τις παρεμβάσεις τους), οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, έκαναν τη μια να στρίβουν οι ούγγροι ηγέτες το τιμόνι δεξιά, την άλλη αριστερά, και την άλλη δεξιά, κι αυτό αποπροσανατόλισε (και προφανώς δυσαρέστησε) περισσότερα τμήματα του λαού, ακριβώς από εκείνα που δεν έπρεπε.

***

Μάτυας Ράκοσι: Απολογισμός της Κεντρικής Επιτροπής & λόγος στο κλείσιμο του 3ου συνεδρίου του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων (24-30/5/1954)

I.Δέκα χρόνια λαϊκής δημοκρατίας

Αξιότιμο συνέδριο!

Σύντροφοι,

αυτό το χρόνο συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τότε που ο ένδοξος Σοβιετικός Στρατός πέρασε τα σύνορα της Ουγγαρίας και άρχισε την απε­λευθέρωση της πατρίδας μας. Δέκα χρόνια θα συμπληρωθούν φέτος από τότε που συνήλθε η Προσωρινή Εθνοσυνέλευση και σχηματίστηκε η Προσω­ρινή Ειδική Κυβέρνηση και έτσι ξανάρχισε να υπάρχει εκ νέου σαν κράτος η Ουγγαρία. Δέκα χρόνια πέρασαν από τότε που η πατρίδα μας είναι ελεύ­θερη.

Εάν ρίξουμε μια ματιά πίσω στον καιρό που πέρασε από την απελευθέ­ρωση, θα διαπιστώσουμε ότι, κατά τη διάρκεια της χιλιετούς Ι­στορίας μας, ο λαός μας δεν έζησε τέτοια βαθιά οικονομική, κοινωνική, πολιτική και εκπολιτιστική εξέλιξη, όπως μέσα σ’ αυτή τη μοναδική δεκαετία.

Μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις μιας δεκαετίας, ριζικά άλλαξε το οικο­νομικό σύστημα της πατρίδας μας, μεταβλήθηκε βασικά η οικονομική μας συγκρότηση, άλλαξε στο κράτος μας ο τρόπος παραγωγής, άλλαξαν οι παραγωγικές σχέσεις. Στη βιομηχανία, στις συγκοινωνίες, στο εμπόριο, στις τράπεζες, το σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα έγινε ο μοναδικός κυρίαρχος. Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, τα μέσα συγκοινωνίας, Οι τράπεζες έγιναν κοινή ιδιοχτησία, πέρασαν στην ιδιοχτησία του κράτους, της εργατικής τάξης. Κρατικό είτε συνεταιριστικό έγινε το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου. Η εργατική τάξη βασικά πραγματοποίησε την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών. Στην αγροτική οικονομία εμφανίστηκε σημαντικός σοσιαλιστικός τομέας, που αγκαλιάζει το 1/3 της όλης αγροτικής παραγωγής.

Βασικά άλλαξε και η κοινωνική συγ­κρότηση του κράτους. Άλλαξαν οι ί­διες οι τάξεις, άλλαξαν οι σχέσεις ανά­μεσα στις τάξεις. Έπαψε να υπάρχει η τάξη των γαιοχτημόνων, των μεγαλοκτηματιών, σαν τάξη εξαφανίστηκε η βιομηχανική μπουρζουαζία. Μόνο υπολείμματα αυτών των εκμεταλλευτών υπάρχουν Στη σημερινή Ουγγαρία. η τελευταία εκμεταλλεύτρια τάξη, η μπουρζουαζία των χωριών, στριμώχτη­κε πάρα πολύ.

Αριθμητικά, από άποψη συνειδητοποίησης, μόρφωσης, οργανωτικότητας, από άποψη πείρας, τεράστια μεγάλω­σε και πλούτισε η τάξη που καθοδη­γεί την κοινωνία μας, η εργατική τάξη, ο σημερινός κάτοχος της εξουσίας. Απ’ την εργατική τάξη αναδείχτηκε πρώτ’ απ’ όλα το πλατύ αυτό ηγετικό στρώμα που καθοδηγεί σήμερα το κράτος μας, τη λαϊκή μας οικονομία, την κοινωνία μας. Η αριθμητική δύναμη της εργατικής μας τάξης ξεπερνάει, σε στρογγυλούς αριθμούς, κατά μισό εκατομμύριο την προπολεμική, που σημαίνει πως αυξήθηκε κατά 50%. Μέσα στην ερ­γατική τάξη έπαψε να υπάρχει η διά­σπαση που βαστούσε χρόνια. Η εργατική μας τάξη ενιαία, οργανωμένη και καθοδηγούμενη πολιτικά απ’ τη μοναδι­κά συνειδητή δύναμη, μεταβλήθηκε σε τάξη που διευθύνει το έθνος. Η εργαζόμενή μας αγροτιά έπαψε να είναι μια καταπιεζόμενη τάξη που στενάζει κά­τω απ’ το ζυγό των κουλάκων, των τραπεζών, των γαιοχτημόνων, έπαψε να είναι θύμα των τοκογλύφων. Ανυψώ­θηκε το επίπεδο της πλειοψηφίας των μεσαίων αγροτών. Ανάμεσα στην ερ­γαζόμενη αγροτιά, εξαφανίσθηκε η αβεβαιότητα της ζωής. Στη Λ.Δ. έπαψε να υπάρχει η πολυάριθμη μάζα των προλετάριων αγροτών που έκανε μια μίζερη ζωή χωρίς δουλιά. Οι πρώην φτωχοί αγρότες μεταβλήθηκαν σε μι­κρούς και μεσαίους αγρότες. Διακό­σιες χιλιάδες αγροτικές οικογένειες μπήκαν στο νέο δρόμο, στο δρόμο της συ­νεταιριστικής οικονομίας, στο δρόμο, της συνεταιριστικής εξύψωσης.

Νέα μεγάλη δύναμη έγινε η διανόη­ση, που στη μεγάλη της μάζα έπαψε να είναι αστική διανόηση, γιατί εξαφανίστηκε η ίδια η αστική τάξη, απ’ την όποια τάξη εξαρτιόταν η ζωή αυτού του σπουδαίου κοινωνικού στρώματος. Η διανόηση τώρα στην καταπληχτική της πλειοψηφία ειλικρινά υπηρε­τεί τη Λ.Δ., τον εργαζόμενο λαό, το λαϊκό κράτος. Το βάρος της διανόησης, η σπουδαιότητάς της – της παλιάς και της νέας διανόησης – μέρα με τη μέρα μεγαλώνει στην ουγγρική Λαϊκή Δημο­κρατία.

Στην τελευταία δεκαετία, ριζικά άλλαξε στην πατρίδα μας η υλική θέση των εργαζομένων, τα εισοδήματα τους. Στο πρώτο μισό του 1954, η καθαρή αμοιβή για μια ώρα εργασίας των ερ­γατών εργοστασίων ήταν κατά 57% ανώτερη απ’ ό,τι ήταν στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 1938. Το πραγ­ματικό εισόδημα που αναλογεί σε μια οικογένεια εργαζομένων αγροτών στο πρώτο εξάμηνο του 1954 ξεπερνά κατά 50% εκείνο της αντίστοιχης περιόδου του 1938. Σ’ αυτούς τους αριθμούς εκφράζεται η υλική εξύψωση των τριών εκατομμυρίων ζητιάνων της εποχής του Χόρτυ. Στην Ουγγαρία εξαφανί­στηκε η ανεργία. Οι γυναίκες και οι νέοι παίρνουν το ίδιο μεροκάματο με τους ενήλικους εφόσον καταβάλλουν την ίδια εργασία μ’ αυτούς. Η νεολαία απολαβαίνει την πολύπλευρη υπο­στήριξη του κράτους μας της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η καταπληχτική πλειοψηφία των φοιτητών του πανεπιστη­μίου, το μεγάλο μέρος των μαθητών των μέσων σχολών και των επαγγελ­ματικών σχολών, παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις. Οι νέοι μαθητευόμενοι στη βιομηχανία που προορίζονται για ειδικευμένοι εργάτες, τα πρώην «τσιρά­κια», αυτοί οι απόκληροι της παλιάς κοι­νωνίας, στη νέα μας λαϊκοδημοκρατική κοινωνία, συντηρούνται πλήρως από το κράτος. Κι αν και δεν μπορούμε να είμαστε διόλου ικανοποιημένοι με την αύξηση του επιπέδου της ζωής, εντούτοις μπορούμε να πούμε ότι η δεκαετία που πέρασε από την απελευθέρωση, ήταν δεκαετία υλικής ανύψωσης του ουγγρικού λαού, απαλλαγής του από την αθλιότητα, τις στερήσεις και την ανεργία.

Στα δέκα σχεδόν χρόνια που πέρασαν από την απελευθέρωση, στην πατρίδα μας, έλαβε χώρα μια τεράστια εκπολιτιστική επανάσταση. Μεγάλωσε πολύ σημαντικά η εργατική τάξη και η κατάσταση της αγροτιάς, ευρύνθηκε ο κύκλος των γνώσεων της, ο ορίζοντάς της. Εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια απλών ανθρώπων που πρώτα ενδιαφέρονταν μόνο για τα προσωπικά τους, με τη στενή έννοια, βάσανα και φροντίδες, τώρα απασχολούνται για τις υποθέσεις, τις φροντίδες και τα ζη­τήματα του κράτους. Κι αν και πολλά πρέπει να κάνουμε στον τομέα της παραπέρα ανάπτυξης της εκπολιτιστικής επανάστασης, αν και πολύ πρέπει να δουλέψουμε, να κουραστούμε ούτως ώ­στε να εξυψώσουμε στο σημείο που πρέ­πει τη σχολική μας μόρφωση, τη δημόσια υγεία, τη λογοτεχνία μας, τις καλές τέχνες, εντούτοις μπορούμε να πούμε, ότι στην τελευταία δεκαετία, η λαϊκή επανάσταση διαμορφώθηκε σε εκπολιτιστική επανάσταση. Η εκπο­λιτιστική επανάσταση διείσδυσε και δι­εισδύει στο σώμα της ουγγρικής οικο­νομικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής, διαποτίζει όλη τη σοσιαλιστική ανοικοδομητική δουλιά μας, ολάκερη τη νέα μεγαλόπρεπη ζωή μας.

Η πατρίδα μας, συνεπώς, από ένα κράτος του χρηματιστικού κεφαλαίου, των μεγάλων γαιοχτημόνων και των μεγαλοκαπιταλιστών, από ένα κράτος των εκμεταλλευτών και των καταπιεστών του λαού, έγινε ένα κράτος λαϊκοδημοκρατικό, που ανοικοδομεί το σοσιαλισμό.

ΕΝΩΜΕΝΟΣ ΛΑΟΣ, ΔΥΝΑΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΓΕΡΑ ΣΤΕΡΕΩΜΕΝΗ

Στα τελευταία δέκα χρόνια για πρώτη φορά στην Ιστορία της Ουγγαρίας με την προβλεπτική, διορατική συνει­δητή καθοδήγηση της εργατικής τάξης πραγματοποιήθηκε η διαρκής σταθερή συμμαχία των δύο βασικών εργαζό­μενων τάξεων που συγκροτούν το έθνος, της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Ο Λένιν είπε: «Το πιο σπουδαίο, ακρογωνιαίο ζήτημα είναι: η σχέση της εργατικής τάξης προς την αγροτιά, η συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά, η ικανότητα των αναπτυγμέ­νων εργατών που έβγαλαν τη μακρό­χρονη δύσκολη, αλλά πολύ καρποφόρα σχολή των μεγάλων επιχειρήσεων, να τραβούν με το μέρος τους τη μάζα των αγροτών που καταπιέζονταν από τους γαιοχτήμονες, που βασανίζονταν στο παλιό τους εξαθλιωμένο φτωχό νοικο­κυριό και να αποδείχνουν σ’ αυτούς ότι η αγροτιά, μόνο σε συμμαχία με τους εργάτες, μπορεί να απελευθερωθεί από το ζυγό των γαιοχτημόνων και των κε­φαλαιοκρατών που κρατάει αιώνες, όσες δυσκολίες κι αν χρειαστεί να καταπολεμήσει πάνω σ’ αυτό το δρόμο – δυσκολίες θα υπάρχουν πάρα πολλές και εμείς δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά σ’ αυτές» (Λένιν, Άπαντα, τ. 33, σελ. 143).

Ο Λένιν αδιάκοπα υπογράμμιζε την αμοιβαία επίδραση στη συμμαχία ανάμεσα στους εργάτες και αγρότες, κι αυτό: ότι την αγροτιά μόνο η διχτατορία της εργατικής τάξης μπορεί να σώσει, καθώς και το ότι την εξουσία της εργατικής τάξης μόνο η συμμαχία με την αγροτιά μπορεί να σταθεροποιήσει. Ο Λένιν διδάσκει: ότι η σπου­δαιότερη αρχή της σοσιαλιστικής επανάστασης, της διχτατορίας του προλε­ταριάτου, της εργατικής εξουσίας, είναι η διατήρηση και διαρκής σταθεροποί­ηση της συμμαχίας της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Αυτό είναι προ­ϋπόθεση για να διατηρήσει η εργατική τάξη την κρατική εξουσία και με τη βοήθεια αυτής της εξουσίας να ανοικο­δομήσει τη νέα κοινωνία. Αυτή τη σοφή λενινιστική διδασκαλία την κατάλαβε η εργατική τάξη, την κατάλαβε η ουγγρική εργαζόμενη αγροτιά.

Μια από τις μεγαλύτερες καταχτή­σεις της περασμένης δεκαετίας είναι ότι με την πραγματοποίηση της σταθερής και διαρκούς εργατοαγροτικής συμμαχίας, που είναι η βάση της νέας κρατικής εξουσίας, πραγματοποιήθηκε και στην πατρίδα μας η μεγαλοφυής διδασκαλία του Λένιν. Βάση της πραγματοποίησης και σταθεροποίησης στη χώρα μας της εργατοαγροτικής συμμαχίας είναι, ότι:

α) η αγροτιά με τη βοήθεια της εργατικής τάξης λευτερώθηκε από την εξουσία των γαιοχτημόνων, των τραπεζών, των δουλόφρονων δικαστών και των χωροφυλάκων.

β) η εργαζόμενη αγροτιά με τη βοήθεια της εργατικής τάξης εξασφάλισε και υπεράσπισε τα πολύ παλιά ι­στορικά της δικαιώματα πάνω στη γη. Με τη βοήθεια της εργατικής τάξης πραγματοποίησε την αγροτική μεταρ­ρύθμιση, με τη βοήθεια της εργατικής τάξης υπεράσπισε τη γη που εξασφάλισε με το σύνθημα «δε δίνουμε πίσω τη γη».

γ) η εργαζόμενη αγροτιά με τη βοήθεια της εργατικής τάξης μπόρεσε να αποκαταστήσει το νοικοκυριό της που καταστράφηκε στον πόλεμο και­ να καλλιεργήσει τη γη που πήρε με την αγροτική μεταρρύθμιση. Με τη σοσιαλιστική εκβιομηχάνιση έγινε δυνατό να αποκατασταθεί η αναστατωμένη απ’ τον πόλεμο και από τη φασιστική καταπίεση κι εκμετάλλευσή ουγγρική αγρο­τική οικονομία, να αποκατασταθούν οι παραγωγικές δυνάμεις στην αγροτική οικονομία, να χτιστούν νέα παραγω­γικά μέσα στο χωριό, να δημιουργηθεί ύστερα από αλλεπάλληλες αποφάσεις του Κόμματος και της Κυβέρνησης νέο δίχτυο μηχανοτρακτερικών σταθ­μών για την ενίσχυση της αγροτικής οικονομίας.

δ) η εργατική τάξη σε στενή συμ­μαχία με την αγροτιά κατάχτησε και διατηρεί την εξουσία. «Η κυριότερη αρχή της διχτατορίας – είπε ο Λένιν είναι η διατήρηση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, ούτως ώστε το προλεταριάτο να μπορέσει να διατηρήσει τον ηγετικό του ρόλο και την κρατική εξουσία» (Λένιν, Άπαντα, τ. 32, σελ. 526).

ε) η εργαζόμενη αγροτιά με την καθοδήγηση της εργατικής τάξης διεξήγαγε και διεξάγει την πάλη για τη διατήρηση της ειρήνης, έτσι που οι ξένες ιμπεριαλιστικές επιθετικές δυνάμεις να μην μπορέσουν να παρεμποδίζουν την ήσυχη παραγωγική ανοικοδομητική εργασία της.

στ) η εργατική τάξη μαζί με την εργαζόμενη αγροτιά ενδιαφέρεται απο­φασιστικά για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω οι μέρες τον παλιού συστήματος, το κράτος των αφεντικών, η σχεδόν διαρκής αγροτική κρίση, η κρίση των αξιών , η ανεργία, η εξουσία των δουλοπρεπών δικαστών και των χωροφυλά­κων, να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω οι μέρες της αδικίας και των ταπεινώ­σεων. Ενδιαφέρεται όπως, χέρι με χέρι με την εργατική τάξη και μαζί με κάθε στρώμα της χώρας μας, να προχω­ρεί και η αγροτιά επίσης στον ολοφώτι­στο δρόμο της εξύψωσης.

Μέσα σε δέκα χρόνια, το ουγγρικό έθνος ξαναγεννήθηκε και ενώθηκε τόσο όσο ποτέ.

Το έθνος μας έγινε πιο ενωμένο συντρίβοντας την απάτριδα τάξη των γαιοχτημόνων και την μπουρζουαζία των πόλεων, που βάσιζε τους υπολογισμούς της στην εθνική διάσπαση και στην επέμβαση των ξένων ιμπεριαλιστών. Ε­ξαφάνισε εκείνες τις τάξεις που βασικό συμφέρον είχαν τη διάσπαση του έθνους και διαμέσου της διάσπασης την εξουσία της μειοψηφίας πάνω στην πλειοψηφία. Εκείνες τις απάτριδες τάξεις που επί αι­ώνες ολόκληρους πολλαπλασίαζαν τα πλούτη τους πουλώντας την εθνική ανεξαρτησία στην ξένη δύναμη που υπό­σχονταν σ’ αυτούς περισσότερα. Το ουγ­γρικό έθνος έγινε πιο ενωμένο γιατί έπαψε η διάσπαση στην ηγετική τάξη του έθνους, στην εργατική τάξη, γιατί έγινε ενιαία η ουγγρική εργατική τάξη. Η διάσπαση μέσα στην εργατική τάξη, όχι μόνο αδυνάτιζε την εργατι­κή τάξη, αλλά και όλο τον εργαζόμενο λαό γιατί παρεμπόδιζε την εργατοαγροτική συμμαχία, περιόριζε την επιρ­ροή της εργατικής τάξης πάνω σε όλα τα μεσαία στρώματα. Έγινε πιο ενωμένο το έθνος γιατί μετά την πραγματοποίηση της συμμαχίας της ενωμένης εργατικής τάξης και της αγροτιάς δημιουργήθηκε σταθερή βάση για τη διαμόρφωση της νέας εθνικής ενότητας. Έγινε πιο ενωμένο το έθνος με την εμ­φάνιση και διαμόρφωση της διανόη­σης που εξυπηρετεί όλο και περισσό­τερο το λαό και με το ότι αυτή η διανόηση προσχώρησε στην εργατοαγροτική συμμαχία και στο έθνος που συνενώνεται όλο και πιο πολύ.

Το έθνος μας όχι μονάχα κοινωνικά έγινε πιο ενωμένο άλλά και στους σκοπούς και στις επιδιώξεις του στην ανοικοδόμηση της νέας ελεύθερης ευτυχισμένης Ουγγαρίας και στην υπεράσπιση των μέχρι τώρα καταχτήσεων του.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι στη θέση του παλιού αστικού έθνους διαμορ­φώνεται το ουγγρικό έθνος που μετατρέπεται σε σοσιαλιστικό από χρόνο σε χρόνο, από μήνα σε μήνα, από μέρα σε μέρα. Αυτό ταυτόχρονα σημαί­νει ότι ο λαός όλο ένα και περισσότερο ταυτίζεται με το έθνος, ότι ο λαός και το έθνος ολοένα και περισσότερο γίνονται ένα πράμα. Τώρα έγινε, για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία χιλίων ετών, ο ουγγρικός λαός ο πραγ­ματικός αφέντης της χώρας του.

Σαν αποτέλεσμα των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών που επήλθαν στην χώρα μας κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας – δίπλα στον ταξικό αγώνα – εμφανίστη­καν και παίζουν ολοένα και καλύτερο ρόλο στην εξέλιξη της κοινωνίας μας τέτοιες μεγάλες νέες κινητήριες δυνάμεις όπως η εργατοαγροτική συμ­μαχία, ο παραπέρα αναπτυσσόμενος πατριωτικός σοσιαλισμός καθώς και η αναπτυσσόμενη πολιτική ηθική ενότητα του λαού, που ολοένα και μεγαλώ­νει. Μαζί με αυτές τις νέες κινητήρι­ες δυνάμεις εμφανίστηκε στην κονίστρα και επιδρά στην κοινωνική μας εξέλιξη μια άλλη επίσης νέα και το ίδιο τερά­στιας σημασίας κινητήρια δύναμη. Αυτή είναι η δύναμη που πηγάζει από την προσχώρησή μας στο τεράστιο σοσιαλιστικό στρατόπεδο των 800 εκατομμυρίων και απ’ την συνείδηση της εργατικής μας τάξης και του λαού μας ότι και εμείς ανήκουμε σ’ αυτό το στρατόπεδο. Αυτές οι νέου τύπου κινητήριες δυνάμεις προωθούν και επιταχύνουν την εξέλιξη της σοσιαλιστικής μας κοι­νωνίας που οικοδομείται. Και μάς επιτρέπουν ώστε εμείς με τη βοήθεια τους στην κοινωνία μας – που είναι μια οικονομία και κοινωνία που περνά απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό – οριστικά να εξαφανίσουμε τις εσωτερι­κές αντίθετες δυνάμεις, να κάνουμε πλή­ρη την εθνική πολιτική ενότητα του λαού μας, την ενότητα του ουγγρικού έθνους.

Η δεκαετία που πέρασε από την απελευθέρωση της πατρίδας μας, έξω απ’ τα πιο πάνω, ήταν μια δεκαετία της αποκατάστασης της εθνικής ανεξαρτη­σίας, της κατάχτησής της, της θεμελί­ωσης της, της σταθεροποίησής της, δεκαετία κατά τη διάρκεια της όποιας αυτή η ανεξαρτησία γέμιζε με νέο πληρέστερο περιεχόμενο. Ύστερα από καταπί­εση που βαστάει εκατοντάδες χρόνια, η πατρίδα μας εκ νέου κέρδισε την ανεξαρτησία της. Αυτή η ξανακερδισμέ­νη ανεξαρτησία εντούτοις είναι άλλη, ασύγκριτα ανώτερη απ’ ό,τι ήταν ποτέ. Είναι άλλη γιατί η ενιαία εργατική τάξη, η σταθερή συμμαχία με την αγρο­τιά, ο ενωμένος λαός, φρουρούν την α­νεξαρτησία της πατρίδας. Είναι άλλη, διαρκέστερη, ανώτερου βαθμού, γιατί δεν στηρίζεται σε καθυστερημένη αδύ­νατη οικονομία, αλλά στηρίζεται σε αναπτυγμένη δυνατή ενιαία οικονομία, αναπτυγμένη σοσιαλιστική βιομηχανία, που είναι ικανή να εξασφαλίσει τη γρήγορη εξέλιξη της αγροτικής οικονομί­ας της χώρας μας. Αυτή η ανεξαρτη­σία δεν είναι μόνο άλλη, ανώτερου βαθ­μού, πιο αναπτυγμένη! Αυτή η ανεξαρτησία είναι διαρκής και σταθερή, γιατί με την απέραντή του δύναμη μας παραστέκει, βρίσκεται στο πλευρό μας όλο το σοσιαλιστικό στρατόπεδο με επικεφαλής τη Σοβιετική Ένωση. (ενθουσιώδη χειροκροτήματα). Γιατί έχουμε με το μέρος μας το δίκιο και το δίκιο των λαών που παλεύουν για τη λευτεριά τους, για την ειρήνη!

Ενωμένος λαός, δυνατό κράτος, σταθερά θεμελιωμένη ανεξαρτησία—τέτοια έγινε η Ουγγαρία στην πάροδο μιας δεκαετίας.

Ο Ράκοσι γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1921 (πηγή)

Ο μεγάλος δάσκαλός μας, ο Λένιν δί­δασκε, ότι αποφασιστικό ζήτημα κάθε βαθιού κοινωνικού ανασχηματισμού, κάθε βασικής κοινωνικής αλλαγής, είναι το ζήτημα της εξουσίας. Αυτό το ζήτη­μα ήταν επίσης ένα βασικό ζήτημα του θεμελιώδικου κοινωνικού ανασχηματι­σμού που επί μια δεκαετία λαμβάνει χώρα στην Ουγγαρία.

Στα τελευταία δέκα χρόνια στην Ουγγαρία γίνεται ένας σοσιαλιστικός ανασχηματισμός σαν αποτέλεσμα του όποιου ήρθε στην εξουσία η εργατική τάξη που ‘ναι σύμμαχος με την ερ­γαζόμενη αγροτιά. Αυτός ο βαθύς κοι­νωνικός ανασχηματισμός που στην ου­σία ήταν σοσιαλιστική επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε μονομιάς. Στα πρώτα χρόνια απ’ την απελευθέρωση ως τα «χρόνια της στροφής» στην Ουγγαρία, είχαμε μια δημοκρατική διχτατορία της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης αγροτιάς.

Οι κύριες κινητήριες δυνάμεις της δημοκρατικής επανάστασης ήταν η ερ­γατική τάξη και η εργαζόμενη αγροτιά. Από την αρχή όμως ακόμα του κοινω­νικού ανασχηματισμού, από την απελευθέρωση του εδάφους της χώρας μας, η εργατική τάξη βρίσκονταν στην καθοδήγηση. Η υπέροχη εργατική μας τάξη οργάνωσε, καθοδήγησε και σφυρηλάτησε σε μαχητική συμμαχία τις επαναστατικές και δημοκρατικές δυνάμεις. η εργατική τάξη ήταν ο ηγέτης, και η ηγεμονία στον επαναστατικό ανασχηματισμό από την πρώ­τη ώρα ως το τέλος, μέσα σε δύο επαναστάσεις—τη δημοκρατική και τη σο­σιαλιστική Επανάσταση—παρέμεινε στα χέρια της!

Τη δημοκρατική διχτατορία της εργατικής τάξης και της αγροτιάς στην Ουγγαρία την χαραχτηρίζουν ορισμένα ιδιαίτερα χαραχτηριστικά. Πρώτ’ απ όλα η εργατική τάξη δεν επηρέαζε αποφασιστικά την πορεία της επανάστασης, την εξέλιξή της μονάχα με τη βοήθεια του εργατικού κινήματος, δεν πραγματοποίησε μονάχα μ’ αυτό τον τρόπο τον ηγετικό της ρόλο στην επανάσταση, στην καθοδήγησή της, αλλά από την αρχή ακόμα συμμετείχε στην εξουσία, στην κυβέρνηση και τον αγώ­να για την παραπέρα εξέλιξη της επανά­στασης, τον επηρέαζε όχι μονάχα απ’ τα κάτω κι’ απ’ έξω, με τη βοήθεια των μαζών, αλλά και από μέσα κι απ’ τα πάνω.

Η εργατική τάξη και το κόμμα κατάφερε να χρησιμοποιή­σει αυτή τη νέα δυνατότητα για την παραπέρα προώθηση της επανάστασης, για το μεγάλωμά της σε σοσιαλιστική επανάσταση, προς όφελος ολόκληρου του λαού, ολόκληρου του έθνους. Η εργατική τάξη, κάτω απ’ την ευνοϊ­κή αυτή εξέλιξη των εξωτερικών και εσωτερικών συνθηκών, και γιατί συμμε­τείχε στην εξουσία ακόμα και τον καιρό της δημοκρατικής διχτατορίας, έλυσε άπειρα τέτοια προβλήματα, που αλλού μόνο η προλεταριακή διχτατορία έχει λύσει. Π.χ. ακόμα μπροστά απ’ τη στροφή, περιήλθαν τυπικά κάτω απ’ την κρατική «διαχείριση», ουσιαστικά όμως στην κρατική ιδιοχτησία, οι σπουδαιότε­ρες επιχειρήσεις των ανθρακωρυχείων και της βαρείας βιομηχανίας. Αντίθετα, η δημοκρατία, στο ίδιο χρονικό διάστη­μα, δεν έλυσε ριζοσπαστικά τέτοια καθήκοντα (π.χ. το χωρισμό της εκκλησίας απ’ το κράτος), η λύση των όποιων είναι πρόβλημα της δημοκρατικής διχτατορίας. Γι’ αυτό, ύστερα απ’ το πέρασμα της δημοκρατικής διχτατορίας, χρειά­στηκε να λυθούν πολλά απ’ αυτά τα καθήκοντα. Αποφασιστικό ρόλο έπαι­ξε στο πέρασμα της δημοκρατικής διχτατορίας σε προλεταριακή διχτατορία, της δημοκρατικής επανάστασης σε σο­σιαλιστική, στην επιτυχία της αλλαγής, η πραγματοποίηση της ενότητας της ερ­γατικής τάξης, το ότι η εργατική τάξη που κάτω απ’ την καθοδήγηση τού κομμουνιστικού κόμματός ενοποιούνταν όλο και πιο πολύ, κατάχτησε τις εργαζόμενες μάζες, ανάμεσα τους τις αγροτικές μάζες, αποσπώντας τες απ’ τα κόμματα της αντίδρασης, απ’ τα διά­φορα αστικά κόμματα κι απ’τα αντεπαναστατικά, αντιλαϊκά, αντεθνικά κόμ­ματα που παρουσιάζονταν με τη μά­σκα του δημοκράτη.

Το καθεστώς της Λ. Δημοκρατίας που άρχισε με την απελευθέρωση και που κρατική του έκφραση από την αρ­χή ήταν η Προσωρινή Εθνοσυνέλευση, τόσο στην πόλη όσο και στο χωριό στη­ρίζονταν στα πιο πλατιά στρώματα του λαού. Οι παλιές κυρίαρχες τάξεις, η μπουρζουαζία των πόλεων, οι γαιοκτή­μονες και τα κόμματά τους χρεοκόπησαν, αναστάτωσαν και εξευτέλισαν τη χώρα στον πόλεμο στον όποιο την παρέσυραν. Αυτή η εξουσία που ξεπήδησε μέσα απ’ την εθνική καταστροφή σαν το βλαστάρι της νέας κρατικής ύπαρξης της Ουγγαρίας, στηρίζονταν όχι μονάχα στην συμπάθεια τού λαού, αλλά και στις πλατιές λαϊκές οργανώσεις και το κίνημα, στο δίχτυ των εθνικών Επιτροπών που περιέκλειαν στην ουσία ολόκληρο το λαό. Αυτή η εξου­σία είναι αλήθεια ότι διαμορφώθηκε σε σκληρό αγώνα, όμως χωρίς μεγάλους συγκλονισμούς, σε κρατική εξουσία της εργατικής τάξης, σύμμαχο της αγροτιάς, που γέμισε με νέο περιεχόμενο τη Λαϊκή Δημοκρατία. Αυτό σημαίνει ότι η σοσιαλιστική επανάσταση, μέσα στη συγκυρία εξαιρετικά ευνοϊκών συνθηκών, δεν νίκησε στην Ουγγαρία με αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, ότι η εργατική τάξη εξασφάλισε την εξουσία με δημοκρατικό τρόπο, με την κατάχτηση της πλειοψηφίας, με την σταθεροποίηση της συμμαχίας των εργατών και αγροτών.

Η δημοκρατική διχτατορία, χωρίς μεγάλους συγκλονισμούς, προοδευτικά μετατράπηκε σε διχτατορία του προλε­ταριάτου, μεταβλήθηκε σε πιο πλατιά και σε πιο δίκαια δημοκρατία. Η ουσία της ιστορικής μεταβολής που ακολούθησε ήταν ότι η εργατοαγροτική συμμαχία μεταβλήθηκε σε σταθερή βάση της λαϊκής εξουσίας, η δε εργατική τάξη σε αναγνωρισμένο αρχηγό ολόκληρου του λαού.

Η στροφή εκφράστηκε με το ότι το κράτος μας έγινε Λ. Δημοκρατία. Την ιστορική μεταβολή που συντελέστηκε αποκρυστάλλωσε το νέο σύνταγμα της ουγγρικής Λ .Δ που άρχισε να ισχύει στις 20 του Αύγουστου 1949. Στην παλιά Ουγγαρία των μεγάλων κεφαλαιούχων και μεγάλων γαιοχτημόνων υπήρχε χάσμα ανάμεσα στο λαό απ’ την μια μεριά και τις τάξεις που βρίσκονταν στην εξουσία, την κυβέρνηση και το κυβερνόν κόμμα απ’ την άλλη. Στέκονταν οι μεν απέναντι στους δε σαν αμείλιχτοι ανειρήνευτοι εχθροί. Στη δεκαετία που πέρασε από την απελευθέρωση της πατρίδας μας, σ’ αυτό τον τομέα συντελέστηκε θεμελιώδης αλλαγή, γιατί άλλαξαν στη χώρα μας οι ταξικές και κοινωνικές σχέσεις, γιατί στην ουσία άλλαξε ο χαραχτήρας της εξουσίας.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, σήμε­ρα στην Ουγγαρία, ο λαός, η κυ­βέρνηση και το Κόμμα είναι ενωμέ­νοι: και σήμερα είναι πιο ενωμένοι από ό,τι χτες, και αύριο θα είναι πιο ενωμένοι απ’ ότι σήμερα.

Τι είναι εκείνο που έκανε δυνατή αυτή την τεράστιας σπουδαιότητας εξέ­λιξη που πραγματοποιήθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αυτή την καθοριστι­κή ιστορική μεταβολή στη ζωή της πατρίδας μας, στη ζωή του έθνους μας; Αφετηρία αυτής της στροφής, θεμε­λιώδης προϋπόθεσή της ήταν, ότι στα 1917 ο μεγαλοφυής Λένιν και η εργατική τάξη της Ρωσίας με την καθοδήγηση του κόμματος που δημιούργησε ο Λένιν, σε συμμαχία με τις δεκάδες και δεκάδες εκατομμύρια της μάζας των αγροτών, έσπασε το μέτωπο του ιμπεριαλισμού, ανέτρεψε όχι μονάχα την απολυταρχία του Τσάρου, αλλά και την εξουσία της κεφαλαιοκρατίας, και πρώτη φορά στην παγκό­σμια ιστορία έφερε στη ζωή τη σταθερή εξουσία της εργατικής τάξης. Έγινε δυνατή η στροφή στην πατρίδα μας γιατί στη Σοβιετική Ένωση, η εργατική τάξη σε συμμαχία με την αγροτιά, κάτω απ’ την καθοδήγηση του Κομμου­νιστικού Κόμματος, πέτυχε να υπερασπίσει αυτή την πρώτη εργατική εξου­σία από κάθε είδους εχθρούς, από τις λυσσασμένες επιθέσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων όλου του κόσμου, απ’ τον πόλεμο και την υπονομευτική τους δουλιά. Έγινε δυνατή η στροφή στην πατρίδα μας γιατί το κράτος των εργαζομένων στη Σοβιετική Ένωση στις δεκαετίες που προηγήθηκαν απ’ το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όχι μόνο σταθεροποιήθηκε πολιτικά, αλλά και πραχτικά απέδειξε ότι η εργατική τάξη ξέρει επίσης καλύτερα απ’ την μπουρζου­αζία να οργανώνει την οικονομία και ότι στον εκπολιτιστικό τομέα επίσης στέ­κει πολύ πάνω απ’ το σημείο που έφτασε ποτέ η αστική κοινωνία. Σε κάθε τομέα, το σοσιαλιστικό σύστημα απέ­δειξε την υπεροχή του απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα. Έγινε δυνατός ο ανασχηματισμός αυτός στη χώρα μας γιατί ο ένδοξος σοβιετικός στρατός, που τον ενέπνεε το Κομμουνιστικό Κόμ­μα, σύντριψε τον γερμανικό φασιστικό στρατό και μαζί τον σύντριψε το στρατό των ουγγρικών εκμεταλλευτικών τάξεων και τα κυριότερα τμήματα του κρατικού τους μηχανισμού. Μ’ αυτό τον τρόπο, άνοιξε ο δρόμος για τη Λ. Δημοκρατία, άνοιξε ο δρόμος ώστε η εργατική τάξη, την όποια οι «κύριοι» την εκμεταλλεύονταν και την καταπίεζαν, να γίνει μέτοχος της εξουσίας. Και η απλή παρουσία του σοβιετικού στρατού προστάτευε την εργατική τάξη, την εργαζόμενη αγροτιά, το λαό από την καπιταλιστική παλινόρθωση, παρεμ­πόδισε τις εσωτερικές αντεπαναστατι­κές και τις ξένες ιμπεριαλιστικές δυνά­μεις να ρίξουν σε αιματηρό εμφύλιο πόλεμο τη χώρα, όπως κάποτε το ’καναν στη Ρωσία είτε στη Φιλανδία και αργότερα, μπροστά απ’ το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην Ισπανία.

Έτσι, συνέπεια της παγκόσμιας ιστορικής νίκης της Σοβιετικής Ένωσης ενάντια στο φασισμό κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, έγινε η μεγάλη σοσιαλιστική επανάσταση του Οχτώβρη ουγγρική εθνική υπόθε­ση, δύναμη που άλλαξε ριζικά την τύχη του ουγγρικού έθνους, που προώθησε την ιστορική του αναμόρφωση.

 Γι’ αυτό, κατέταξε ο ουγγρικός λαός ανάμεσα στις εθνικές του γιορτές την 7 του Νοέμβρη. Γι’ αυτό είναι άγια και αιώνια για κάθε ούγγρο πατριώτη η ουγγροσοβιετική φιλία!

Η Σ. Ένωση όμως δεν λευτέρωσε μόνο το δρόμο της ανάπτυξής μας. Διαρκή οικονομική, πολιτική, τεχνική, επιστημονική και κάθε άλλη βοήθεια έδωσε και δίνει, έτσι, που ο λαός μας να είναι ικανός να νικήσει τις αρχικές δυσκολίες και υπερπηδήσει τα εμπόδια που εμφανίζονται στο δρόμο του. Η βοήθεια της Σ. Ε. και η πλούσια πείρα της διευκόλυνε και διευ­κολύνει την ανοικοδομητκή μας δουλιά. Το κόμμα της Σ. Ένωσης και η σωστή του πολιτική που διαποτίζεται απ’ τη διδασκαλία των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν είναι το άστρο που μας καθοδηγεί σ’ όλη τη δουλιά μας.

Για τη χρησιμοποίηση όμως των δυνατοτήτων που πρόσφορε η νέα κατάσταση, που δημιούργησε η απελευ­θέρωση, υπήρχε ένας απαράβατος και θεμελιώδης όρος. Αυτός ο όρος είναι η δημιουργία τέτοιας πολιτικής δύναμης, τέτοιου κόμματος που να ξέρει πού, για τη λύση ποιων προβλημάτων πρέπει να οδηγήσει στην πάλη την εργατική τάξη, ποιους σύμμαχους πρέπει να καταχτήσει μαζί του. Ένα τέτοιο κόμμα, που να ‘χει σαφείς αντιλήψεις πάνω σε ποιο δρόμο, με ποια μέσα, είναι δυνατό να βγάλει το έθνος από την καταστροφή. Ένα τέτοιο κόμμα που να γνώριζε την ουγγρική πραγματικότητα και ταυτόχρονα να ήταν εξοπλισμένο μ’ αυτή τη θεωρία – την ακατανίκητη θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού, που ήταν κατάλληλη για να γίνει ασφαλής πυξίδα δράσης μέσα σε τέτοιο ιστορικό κατακλυσμό. Ο λαός μας είχε ανάγκη από μια τέτοια πολιτική δύναμη, από ένα τέτοιο κόμμα που ήταν ικανό να μπει επικεφαλής του αγώνα, να δώσει το παράδειγμα, να οργανώσει τον αγώνα της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, των εργαζομένων μαζών για την εθνική ανεξαρτησία, για τη νέα ελεύθερη ανεξάρτητη Ουγγαρία, για την ανοι­κοδόμηση της καταστραμμένης, κατερειπωμένης εθνικής οικονομίας, για μια καλύτερη ζωή, για το σοσιαλισμό.

Είναι ευτύχημα για τον ουγγρικό λαό που βρέθηκε στην Ουγγαρία μια τέτοια πολιτική δύναμη, τέτοιο ατσαλωμένο κόμμα που σφυρηλατήθηκε μέσα στη φωτιά του αγώνα! Το ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα! Μετά την ενοποίηση έγινε το Κόμμα των Ούγγρων Εργαζομένων!

Αυτό το κόμμα καθοδηγούσε τον αγώνα του εργαζόμενου λαού μπροστά απ’ την απελευθέρωση της χώρας μας, εξασφάλισε και εξασφαλίζει μετά την απελευθέρωση της χώρας μας την πραγματοποίηση αυτής της ιστορικής βαθιάς εξέλιξης που διαμορφώνει τις τύχες του ουγγρικού λαού, που έφερε στη ζωή μια νέα Ουγγαρία, που διαμόρ­φωσε και διαμορφώνει εκ νέου το έθνος μας. Αυτό είναι, το κόμμα, το ενιαίο κόμμα μας, που στους αποφασιστικούς αγώνες της τελευταίας δεκαετίας πού διαμόρ­φωσαν την ιστορία, απέδειξε όχι μό­νο ότι δεν υπάρχει γι’ αυτό άλλο καθήκον απ’ το να υπηρετεί το λαό, αλλά και ότι στην ουσία αφομοίωσε τη μεγαλοφυή τέχνη της λενινιστικής στρατη­γικής και ταχτικής και είναι ικανό να την χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά μέσα στις πολύπλοκες συνθήκες της ταξικής πάλης, της επανάστασης και της ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού! Δόξα στην ουγγρική εργατική τάξη, στο κόμμα του ουγγρικού λαού, στο Κόμμα των Ούγγρων Εργαζομένων!

ΙΙ. Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Περνώντας στην εξέταση των ζητημάτων της διεθνούς κατάστασης ο σ. Μάτυας Ράκοσι είπε ότι στην πε­ρίοδο που πέρασε από το 2ο συνέδριο του Κόμματος των Ούγγρων Εργαζομέ­νων, η διεθνή κατάστασή χαραχτηρίζεται από την παραπέρα εξασθένιση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και τη συνεχή ενίσχυση της Σοβιε­τικής Ένωσης και των χωρών της Λ Δημοκρατίας. Σαν αποτέλεσμα αυτής της ενίσχυσης, στην διάρκεια του περασ­μένου χρόνου, το δημοκρατικό στρατό­πεδο σημείωσε επιτυχίες στον αγώνα για τη χαλάρωση της διεθνούς έντασης και την ειρήνη. Οι προσπάθειες των ιμπεριαλιστών των ΕΠΑ να επεκτεί­νουν την κυριαρχία τους σ’ όλο το κό­σμο ναυαγούν όλο και περισσότερο μπροστά στην αντίσταση των λαών που αγω­νίζονται για την εθνική τους ανεξαρτη­σία.

Στην Ασία και σ’ όλο τον κόσμο, στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας μπήκε το ζήτημα της απελευθέρωσης των αποι­κιακών λαών και δεν υπάρχει τέτοια ιμπε­ριαλιστική δύναμη που θα μπορούσε να γυρίσει προς τα πίσω το τροχό της ιστορίας.

Σε συνέχεια ο σ. Μάτυας Ράκοσι αναφέρθηκε στην ήττα που υπέστησαν οι προσπάθειες των αμερικανών ιμπεριαλιστών στην Κορέα καθώς και στις δυσκολίες που παρουσιάζονται στην οικονομική ζωή της Αμερικής. Ασχολήθηκε με τις εσωτερικές αντι­θέσεις τον καπιταλιστικού στρατοπέδου, με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΕΠΑ και τους συμμάχους της και σημείωσε ότι σε αντίθεση με το μπλοκ των καπιταλιστικών χωρών που αλληλοτσακώνονται, το παράδειγμα του σοσιαλιστικού κόσμου που αναπτύσσεται και δυναμώνει γρήγορα οικονομικά, πολιτικά και εκπολιτιστικά και οι αρμονικές σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης και των Λαϊκών Δημο­κρατιών που βασίζονται πάνω στην αλληλοεκτίμηση και την αμοιβαία βοήθεια, ασκούν όλο και πιο μεγάλη ελκυστική δύναμη. Η Σοβιετική Ένωση, είπε ο σ. Μάτυας Ράκοσι, έχοντας επίγνωση της αυξανόμενης δύναμής της, κατευθύ­νει κάθε προσπάθεια της εξωτερικής της πολιτικής στην ματαιώσει ενός νέ­ου πολέμου. Παντού σ’ όλο το κόσμο τα εκατομμύρια των ανθρώπων βλέ­πουν Στη Σ. Ένωση την δύναμη εκείνη που, συσπειρωμένοι σφιχτά γύρω της, θα μπορούν να αντισταθούν στους εμπρηστές του πολέμου.

Σε συνέχεια, ο σ. Μάτυας Ράκοσι ανέφερε λεπτομερειακά τις επιτυχίες που σημείωσαν οι χώρες της Λ. Δημοκρατίας στον οικονομικό και πολιτικό το­μέα και τόνισε ότι το δυνάμωμα των χωρών της Λ. Δημοκρατίας είναι επίσης σπουδαίος παράγοντας της ειρήνης. Καθένας καταλαβαίνει πως αν η Σ.Ε. μόνη απέκρουσε νικηφόρα κάθε επίθεση των ιμπεριαλιστών, τότε σήμερα, που την περιβάλλουν οι σύμμαχες Λ. Δημοκρατίες είναι ακόμα πιο δυνατή, ακόμα πιο ακατανίκητη. Οι σχέσεις των Λ. Δημοκρατιών προς την απελευθερώτριά τους γίνονται όλο και πιο στενές. Αυτή η αδελφική φιλία δεν είναι μόνο τεράστια πηγή δύναμης για το δημοκρατικό στρατόπεδο αλλά και ένα από τα σπουδαιότερα στηρίγματα, μια απ’ τις σπουδαιότερες εγγυήσεις της διεθνούς ειρήνης.

Μιλώντας για τη θέληση των λαών για ειρήνη ο σ. Μάτυας Ράκοσι είπε: Μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι μια νέα δύναμη εμφανίστηκε στην κονίστρα της παγκόσμιας πολιτικής. Είναι η θέληση των λαών για ειρήνη, το ακαταμάχητο κίνημα της εποχής μας που βά­ζει σε κίνηση εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Ένα από τα πιο σημαν­τικά αποτελέσματα της αυξανόμενης θέλησης των λαών για ειρήνη είναι ότι οι τρεις δυτικές δυνάμεις, μετά από πολ­λές μανούβρες που έκαναν, αναγκάστηκαν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τη Σ. Ένωση για τη λύση των επί­μαχων διεθνών ζητημάτων. Σχετικά μ ’αυτό ο σ. Μάτυας Ράκοσι ανάφερε τη διάσκεψη του Βερολίνου και τη διά­σκεψη της Γενεύης στην όποια συμμε­τέχει και η Κίνα σαν μια απ’ τις πέντε μεγάλες δυνάμεις. Δυο γραμμές παρουσιάστηκαν από την αρχή της διά­σκεψης, τόνισε ο σ. Μάτυας Ράκοσι. Η μια είναι η αμερικάνικη, που δε θέλει να πάρει υπ’ όψη της τα ιστορικά γεγο­νότα που άλλαξαν το συσχετισμό των δυνάμεων στην Ασία και που θέλει να διατηρήσει με κάθε τρόπο τον ιμπεριαλιστικό αποικισμό. Αντίθετα, η Σ. Ένωση και η Λ .Δ. της Κίνας υποστηρί­ζουν τη θέση ότι κάθε λαός έχει το δικαίωμα της εθνικής ανεξαρτησίας και της αυτοδιάθεσης. Μια μερίδα αμερικανών πολιτικών, αλλά κυρίως ο αμερικάνικος λαός, άρχισαν να βλέπουν πόσο λαθεμένη και μη ρεαλιστική είναι η τυχοδιωχτική επιθετική πο­λιτική. Οι «Τάϊμς» του Λονδίνου δεν απατώνται όταν στο κύριο άρθρο τους της 10 του Μάη γράφουν: «Παρά τον ψυχρό πόλεμο, η αμερικάνική κοινή γνώμη είναι σταθερά ειρηνόφιλη. Πόθος του αμερικάνικου λαού παραμένει η ειρήνη». Οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές, συνέχισε ο σ. Ράκοσι, προσπαθούν να προλάβουν τις ειρηνόφιλες δυνάμεις υποδαυλίζοντας και πάλι την πολεμική υστερία. Οφείλουμε να μην ξε­χνούμε ότι οι αντιδραστικές δυνάμεις προσπαθούν να δυναμώσουν τη διεθνή ένταση και να εξαπολύσουν ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Γι’ αυτό οι οπαδοί της ειρήνης οφείλουν να επαγρυπνούν αδιάκοπα ώστε να αντιμετω­πίσουν έγκαιρα σ’ όλους τους τομείς την ιμπεριαλιστική επίθεση, να την α­ποκρούσουν και να εξαναγκάζουν τους ιμπεριαλιστές να εγκαταλείπουν τα επιθετικά τους σχέδια.

Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΜΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ο λαός μας – συνέχισε ο σ. Μάτυας Ράκοσι – ακολουθεί σταθερά μια εξωτερική πολιτική ειρήνης, γιατί η πολι­τική αυτή βρίσκεται από κάθε άποψη σε αρμονία με τα ζωτικά του συμφέ­ροντα. Η εξωτερική πολιτική της χώρας μας επιδιώκει τη συνεργασία με όλες τις άλλες χώρες πάνω στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και των ίσων δικαιωμάτων. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με 31 χώρες ανάμεσα τους και 23 καπιταλιστικές χώρες. Οι ανταλλαγές των εμπορικών μας επιχει­ρήσεων απλώνονται σε πολύ μεγαλύ­τερο αριθμό χωρών. Οι εκπρόσωποι της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας συμμετέχουν σε πάνω από 100 διεθνείς οργανώσεις.

Η ουγγρική εξωτερική πολιτική καθοδηγείται επίσης από την αρχή ότι δεν υπάρχουν σήμερα διαφιλονικούμενα ζητήματα που δεν μπορούν να λυθούν ειρηνικά με βάση την κοινή συμ­φωνία ανάμεσα στις ενδιαφερόμενες χώρες. Γι’ αυτό η κυβέρνηση της Λ. Δημο­κρατίας της Ουγγαρίας επιδιώκει τη σύναψη ομαλών διπλωματικών σχέ­σεων με τις άλλες χώρες, ανεξάρτητα από το πολιτικό σύστημα αυτών των χωρών. Έτσι, τον περασμένο Αύγουστο αποκαταστήσαμε τις διπλωματικές μας σχέσεις με την Γιουγκοσλαβία και συνάψαμε συμφωνία πάνω στο ζήτημα των συνοριακών επεισοδίων. Συνάψαμε με το δυτικό γείτονά μας την Αυ­στρία σύμφωνο για το ζήτημα της ναυσιπλοΐας στο Δούναβη για να αναπτύξου­με τις σχέσεις μας μαζί της. Η βάση ολόκληρης της εξωτερικής μας πολιτι­κής – υπογράμμισε ο σ. Μάτυας Ράκοσι – είναι η σταθερή φιλία με την Σ. Ένωση και τις άλλες χώρες του στρατο­πέδου της ειρήνης. Μέσα στους τελευ­ταίους μήνες, σαν δείγμα της ενίσχυσης της φιλίας και της ανάπτυξης της συνεργασίας με τις χώρες αυτές, προβιβάσαμε τις πρεσβείες μας στις Ευρωπαϊ­κές Λ. Δημοκρατίες και στην Κορέα σε πρεσβείες πρώτου βαθμού. Η ιστορική πείρα του ουγγρικού λαού δεί­χνει ότι η διαφύλαξη της ειρήνης έχει ιδιαίτερη σημασία απ’ την πλευρά της ανάπτυξης της χώρας μας. Η ιστορι­κή πείρα της χώρας μας δείχνει, ωστόσο, ότι μπορούμε να εξασφαλίσουμε τα πλεονεχτήματα που φέρνει η ειρήνη μόνο όταν αγωνιστούμε αποφασιστικά για την ειρήνη και την ανεξαρτησία στο πλευρό των διεθνών προοδευτικών δυνάμεων. Τότε μόνο μπορούμε να εξασφαλίσουμε τις συνθήκες για το χτί­σιμο του σοσιαλισμού, όταν συμβάλουμε στο δυνάμωμα της ειρήνης με την δική μας δραστήρια εξωτερική πολιτική στο πλευρό της απελευθερώτριας Σ. Ένωσης. Αυτή είναι η μοναδικά δυνατή και πραγματικά εθνική εξωτερική πολιτική τόνισε ο σ. Μάτυας Ράκοσι.

Ο Ράκοσι στην παρανομία το 1925 μέσα στη φασιστική Ουγγαρία (πηγή)

Τα συμφέροντα του ουγγρικού λαού – συνέχισε ο σ. Μάτυας Ράκοσι – πάνω απ’ όλα απαιτούν την παρεμπόδιση της αναβίωσης του γερμανικού ιμπεριαλι­σμού. Έτσι, ο ουγγρικός λαός παρακο­λούθησε με την πιο μεγάλη επιδοκιμασία όλα τα διαβήματα της Σ. Ένωσης προς το συμφέρον του διακανονισμού του γερμανικού και του αυστριακού ζητήματος. Η κυβέρνηση της Λ. Δη­μοκρατίας της Ουγγαρίας θεώρησε απαραίτητο να δυναμώσει τις σχέσεις της με την Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας και σε ειδική δήλωσή της καθόρισε ότι εγκρίνει την σοβιετική πρόταση σχετικά με τη σύναψη πανευρωπαϊκού συμφώνου συλλογικής ασφάλειας. Στην δήλωση αυτή η ουγ­γρική κυβέρνηση υπογράμμιζε, ότι ο ειρηνόφιλος ουγγρικός λαός που για 400 χρόνια έζησε κάτω από τον ζυ­γό των ξένων κατακτητών και που πέρασε τη φρίκη δύο πολέμων που εξαπόλυσε ο γερμανικός ιμπεριαλισμός στο διάστημα μιας γενιάς, απόρριψε μαζί με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς τα σχέδια που αποβλέπανε στην αναβίωση του γερμανι­κού μιλιταρισμού. Η αναβίωση του γερμανικού μιλιταρισμού – είπε ο σ. Μάτυας Ράκοσι – είναι αδιαχώριστη απ’ τα σχέδια της βίαιης προσάρτησης της Αυστρίας που στην περίπτωση πραγματοποίησής τους θα έβαζαν σε άμεσο κίνδυνο την ανεξαρτησία της Ουγγαρίας. Η χώρα μας – συνέχισε ο σ. Μάτυας Ράκοσι – στην οποία οι ΕΠΑ και άλλες δυτικές χώρες απόκλεισαν ως τώρα την δυνατότητα να πάρει μέρος στον ΟΕΕ, θέλει να πάρει ενεργό μέρος στις προσπάθειες που γίνονται για την εξασφάλιση μιας σταθερής ειρήνης. Γι’ αυτό, μ’ όλη μας την δύναμη, υποστηρί­ζουμε την πρόταση της Σ. Ένωσης για την σύναψη πανευρωπαϊκού συμφώ­νου συλλογικής ασφάλειας, που θα μάς έδινε τη δυνατότητα μαζί με άλλες μεγάλες και μικρές ευρωπαϊκές χώρες να πάρουμε μέρος σαν ίσοι στις αναπτυσσόμενες σχέσεις της διεθνούς συνερ­γασίας. Η εξωτερική πολιτική της Λ. Δ. της Ουγγαρίας υποστηρίζει ανεπιφύλακτα όλα τα σχέδια που αποβλέ­πουν στην δημιουργία μίας ενιαίας, δημοκρατικής κι ειρηνόφιλης Γερμανίας, γιατί σ’ αυτό βλέπει την πιο σίγουρη εγγύηση της ευρωπαϊκής ειρήνης. Τέ­λος, ο ουγγρικός λαός θεωρεί απαραί­τητη την εισδοχή της χώρας του στον ΟΕΕ σύμφωνα με την υποχρέωση που ανάλαβαν οι μεγάλες δυνάμεις κατά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης. Ώστε, να ακουσθεί και η φωνή του προς το συμφέρον της ειρήνης.

Η εξωτερική πολιτική της Λαϊκής μας Δημοκρατίας – κατάληξε ο σ. Μά­τυας Ράκοσι – είναι μια πολιτική ειρή­νης και κατανόησης ανάμεσα στους λαούς και θα κάνουμε ότι εξαρτάται από μάς για να εξασφαλίσουμε την νί­κη αυτής της πολιτικής.

III.Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ

Αναφερόμένος στην ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας της Ουγγαρίας ο σ. Μάτυας Ράκοσι είπε: Από το δεύτερο συνέδριο τον κόμ­ματός μας, η δύναμη της λαϊκής μας οικονομίας εξακολούθησε να μεγαλώνει, ειδικά ανέβηκε και με γρήγορο ρυθ­μό η παραγωγή της βιομηχανίας και μέσα στα πλαίσιά της, η παραγωγή της βαριάς βιομηχανίας που παράγει βιομηχανικά μέσα.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΜΑΣ

Στα τρία χρόνια που πέρασαν από το δεύτερο συνέδριο του κόμματός μας – στα χρόνια 1951-‘53 – η βιομηχανι­κή παραγωγή μας αυξήθηκε κατά 73%. Η αύξηση αυτή της βιομη­χανικής παραγωγής στα τρία χρόνια αντιπροσωπεύει ένα ποσό από 37 δι­σεκατομμύρια φιορίνια. Αυτά τα ποσά, με βάση τις ίδιες τιμές, ήταν κατά 22,5% μεγαλύτερο από το σύνολο της αξίας της βιομηχανικής παραγωγής της Ουγγαρίας στα 1938.

Η παραγωγή της βαριάς μας βιο­μηχανίας στα 3 χρόνια που πέρασαν από το 2ο συνέδριο – δηλαδή στα 1951-‘53 – αυξήθηκε κατά 118,8%, κατά 40,7% της ελαφριάς βιομηχανίας και κατά 63,2% της βιομηχανίας τρο­φίμων. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η παραγωγικότητα στα εργοστάσια μας αυξήθηκε κατά 27% (η αξία της παραγωγής ενός εργάτη υπολογίζεται σε αμετάβλητη τιμή). Η μείωση όμως του κόστους της παραγωγής ήταν μόνο 8%. Έτσι αυξήθηκε η παραγωγικό­τητα αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε ευχαριστημένοι με το ποσοστό της μείωσης του κόστους. Από την άλλη, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι η εκβιο­μηχάνιση, ιδιαίτερα οι υπερβολικά γρήγοροι ρυθμοί ανάπτυξης της βαριάς βιομηχανίας που δεν βασίστηκε πάνω σε ρεαλιστική εκτίμηση των συν­θηκών και των πηγών της χώρας καθώς και των αναγκών του εργαζόμε­νου λαού, οδήγησε σε σοβαρά λάθη. Στα τελευταία τρία χρόνια δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη δυσαναλογία ανάμεσα στη βαριά βιομηχανία, δηλαδή τη βιομηχανία που παράγει παραγω­γικά μέσα και στην ελαφριά βιομηχανία και στη βιομηχανία τροφίμων, δη­λαδή τους βιομηχανικούς κλάδους που παράγουν καταναλωτικά αγαθά. Αποτέλεσμα της υπερβολικής εκβιομηχάνισης ήταν να μην προσέξου­με την ανάπτυξη της αγροτικής οικο­νομίας, γεγονός που είχε αρνητικές συνέπειες για τον εφοδιασμό του πλη­θυσμού.

Η εικόνα είναι η ίδια και όταν εξετάσουμε την ανάπτυξη της λαϊκής μας οικονομίας όχι στα τρία χρόνια που πέρασαν από το 2ο συνέδριο ως τώρα αλλά σε όλη την περίοδο του πεντά­χρονου πλάνου μας που ακολούθησε το τρίχρονο πλάνο.

Είναι γνωστό ότι την πραγματοποίηση του 5χρονου πλάνου της λαϊκής μας οικονομίας την έχουμε αρχίσει το 1950 και την τελειώνουμε το 1954. Η βιο­μηχανική παραγωγή των εργοστασίων μας ήταν 137,5% σε σχέση με το 1948 όταν τελειώσαμε το τρίχρονο πλάνο, δηλαδή όταν αρχίσαμε το 5χρονο πλάνο της λαϊκής μας οικονομίας. Αν έχουμε υπόψη μας ότι συνέπεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, στον οποιο έσπρωξαν την πατρίδα μας οι μαγυάρικες εκμεταλλεύτριες τάξεις ήταν να καταστραφεί κατά 50% η ικανότητα της βιομηχανίας μας, ότι ένα μέρος των μηχανών και άλλων εγκαταστάσεών μας το πήραν μαζί τους οι φασίστες, ότι μόνο 16% των ατμο­μηχανών μας έμειναν γερές, ότι οι αγελάδες και τα βόδια μας μειώθηκαν κατά 50%, τα γουρούνια μας έμειναν μόνο στο τέταρτο κλπ., τότε πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η ερ­γατική μας τάξη, οι εργαζόμενοί μας αγρότες, η διανόησή μας, ολόκληρος ο λαός μας – κάτω από την καθοδή­γηση του κόμματός μας έχει σημειώσει τεράστιες νίκες στον τομέα της ανασυγκρότησης της λαϊκής μας οικονο­μίας. Ποιος δεν θυμάται ότι οι κυριότεροι αντιδραστικοί τόνιζαν μετά την απελευθέρωση ότι η ανασυγκρότηση της λαϊκής μας οικονομίας θέλει ολά­κερες δεκαετίες και δεν μπορεί να πραγ­ματοποιηθεί καθόλου χωρίς τη βοή­θεια των ξένων – εννοώντας τη βοήθεια των αμερικανών – ; Όμως ο εργαζό­μενος λαός μας, με την καθοδήγηση του ένδοξου κόμματός μας – με τη μεγάλη και πολύπλευρη συμπαράσταση της Σ. Ένωσης – με την ενθουσιώδη και γεμάτη αυτοθυσία δουλιά του, μέσα σε 5 χρόνια έβγαλε τη χώρα από τα ερείπια και ανοικοδόμησε τη λαϊκή οικονομία.

Πάνω σ’ αύτη την πείρα που απο­κτήσαμε από την ανασυγκρότηση της λαϊκής οικονομίας της χώρας και στα αποτελέσματα από την πραγματο­ποίηση του τρίχρονου πλάνου βασί­σαμε το πρώτο πεντάχρονο πλάνο μας.

Ενώ η παραγωγή της βιομηχανίας μας στα τέλη του τρίχρονου πλά­νου μας ήταν, όπως είπα, 137,5% σε σχέση με το 1938, στο τέλος του πρώ­του πεντάχρονου πλάνου η βιομηχανι­κή παραγωγή της Ουγγαρίας θα είναι σε σχέση με το 1938 τριπλάσια. Η παραγωγή της σοσιαλιστικής μας βιο­μηχανίας φέτος, τον τελευταίο χρό­νο του πεντάχρονου πλάνου, είναι 180% μεγαλύτερη από το 1949, δηλαδή τον τελευταίο χρόνο του τρίχρονου πλά­νου. Η παραγωγή των ανθρακωρυ­χείων μας αυξήθηκε κατά 109%, των χυτηρίων 140%, της χημικής βιο­μηχανίας ακριβώς 200%, της ηλεκτρικής ενέργειας περίπου 120% σε σχέση με την παραγωγή του 1949. Φέτος, η ελαφριά μας βιομηχανία παρήγαγε περισσότερα περίπου 92% από το 1949. Φέτος, η παραγωγή της βιομηχανίας τροφίμων θα ‘ναι 100% μεγαλύτερη από την παραγωγή του 1949. Αν και έχουμε ακόμα παραπάνω από 6 μήνες ως το τέλος του χρόνου, μπορούμε να διαπιστώσου­με ότι πραγματοποιήθηκε, όπως είχε οριστεί, η παραγωγή των κυριότερων βιομηχανικών προϊόντων στην πο­ρεία του πρώτου πεντάχρονου πλάνου μας. Έτσι, η παραγωγή κάρβουνου το 1949 ήταν 11,84 εκατομμύρια τόνοι και το 1954 22,65 εκατομμύρια τόνοι. Η παραγωγή της ηλεκτρι­κής ενέργειας από 2.520 εκατομμύρια κιλοβάτ ανέβηκε σε 5.100 εκατομ­μύρια κιλοβάτ, η παραγωγή του ακατέργαστου σιδήρου από 398 χι­λιάδες τόνους σε 861.400. Η παραγωγή ατσαλιού από 860 χιλιάδες τόνους ανέβηκε σε 1678 χιλιάδες τόνους, η παραγωγή της ατσαλολαμαρίνας από 471 χιλιάδες τόνους σε 891 χιλιάδες τόνους, η παραγωγή πετρελαιοειδών από 479 χιλιάδες τόνους σε 1.118 χιλιάδες τόνους, η παραγωγή του αλουμινίου από 14,4 χιλιάδες τόνους σε 32 χιλιάδες τόνους, η παραγωγή του τσιμέντου από 552 χιλιάδες τόνους σε 1160 χιλιάδες τόνους.

Η αύξηση της παραγωγής ελαφριάς βιομηχανίας και της βιομηχανίας των τροφίμων στα κυριότερα προϊόντα εί­ναι η έξης: Η παραγωγή των βαμβακερών υφασμάτων από 167 εκατομμύ­ρια τετραγωνικά μέτρα που ήταν το 1949 ανέβηκε το 1954 σε 220 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα, η παραγωγή μηχανοποίητων παπουτσιών από 4,6 εκατομμύρια ζευγάρια σε 12,3 εκατομμύρια ζευγάρια, η παραγωγή χαρ­τιού από 71 χιλιάδες τόνους σε 105 χιλιάδες τόνους, η παραγωγή της ζά­χαρης από 144,4 χιλιάδες τόνους σε 287 χιλιάδες τόνους.

Στα 4 πρώτα χρόνια του πεντά­χρονου πλάνου (1950–53) η μαγυάρικη βιομηχανία παρήγαγε σχεδόν 700 χιλιάδες ποδήλατα, 50 χιλιάδες μοτοσυκλέττες, 600 χιλιάδες ράδια, 100 χιλιάδες ραπτομηχανές, 11 χιλιάδες τραχτέρ, 2 χιλιάδες σύνθετες θεριστι­κές μηχανές, 3 χιλιάδες λεωφορεία κλπ.

Πριν από το πεντάχρονο πλάνο, στην πατρίδα μας, είτε δεν φτιάχνονταν καθόλου ή φτιάχνονταν μόνο σε περιο­ρισμένο αριθμό μηχανές για τα ανθρακωρυχεία και για τις οικοδομές. Τώρα φτιάχνουμε τέτοιες μηχανές όχι μόνο για ντόπια χρησιμοποίηση μα και για εξαγωγή. Πριν πέντε χρόνια, είτε δεν φτιάχναμε καθόλου είτε φτιάχναμε μόνο ελάχιστα φορτηγά αυ­τοκίνητα – ντούμπερτ – και λεωφορεία. Φέτος φτιάχνουμε 1500 λεωφορεία, πολλές χιλιάδες φορτηγά αυτοκίνητα, ντούμπερτ, κατά ένα μέρος για την εσωτερική χρησιμοποίηση και κατά ένα μέρος για εξαγωγή. Πριν πέντε χρόνια, ελάχιστη ήταν στη χώρα μας η παραγωγή μηχανών που βγάζουν εργαλεία, ενώ σήμερα είμαστε μια χώρα που κάνει εξαγωγή απ’ αυτές τις μη­χανές. Πριν 5 χρόνια, δεν φτιάχναμε ακόμα σύνθετες θεριστικές μηχανές, ενώ το 1954 βγάλαμε απ’ αυτές σχεδόν 1000. Πριν 5 χρόνια, δεν φτιάχναμε α­κόμα αντιβιοτικά φάρμακα και πολ­λά άλλα μεγάλης δραστικότητας φάρ­μακα. Αυτή τη στιγμή, έχουμε ένα καινούργιο σύγχρονο εργοστάσιο που βγάζει πενικιλίνη, η φαρμακευτική μας βιομηχανία έμαθε να φτιάχνει στρεπτομυκίνη, θρεομικίνη και άλλα μεγάλης δραστικότητας φάρμακα.

Μέσα σε 5 χρόνια, δημιουργήσαμε 65 μεγάλα καινούργια εργοστάσια στην πατρίδα μας και επεκτείναμε άλλα 84 εργοστάσια. Εκτός απ’ αυτό, σ’ όλα σχεδόν τα εργοστάσια και σ’ όλες τις επιχειρήσεις της χώρας χορη­γήθηκαν μικρότερες η μεγαλύτερες επενδύσεις για το πλάτεμα, για τον εκσυγχρονισμό τους. Στην πορεία του πεντάχρονου πλάνου, οικοδομήθηκε και άρχισε να λειτουργεί το πρώτο διαμέρισμα του μεταλλουργείου «Στάλιν». Δημιουργήθηκαν πολλά καινούργια διαμε­ρίσματα. Στα χυτήρια «Λένιν» του Ντίοσγκυόρ, μεταξύ των άλλων ένα μεγάλο χυτήριο χωρητικότητας 700 κυβικά μέ­τρα που είναι το δίδυμο του μεγάλου χυ­τηρίου του μεταλλουργείου «Στάλιν». Δημιουργήθηκε το ηλεκτρικό κέντρο «7 του Νοέμβρη» και το καινούργιο εργο­στάσιο επεξεργασίας αλουμινίου. Δημιουργήθηκαν καινούργιες σοσιαλιστικές πόλεις σαν τη Στάλιν–Βά­ρος, Κόμλο, Κάζιτς, Όροσλαν και Βαρπολότα. Δημιουργήθηκαν καινούρ­για μεγάλα σύγχρονα εργοστάσια σε μέρη που προηγούμενα υπήρχε μόνο μια καθυστερημένη βιομηχανία σαν το Μπηκετσάμπα, Ντέμπρετσεν, Γκιόγκιος, Σόλνοκ, Γιάσπρεν, Χοντμεζουβαρχέλι, Ζάλαεγκυερσεγκ, Γκιουτονλού, Δέσπριν, Σέγκετ, Κάποσβαρ, Μέζοκερεστες κλπ.

Τα τρία χρόνια που πέρασαν από το δεύτερο συνέδριο και στην πορεία του πρώτου πεντάχρονου πλάνου, η βιο­μηχανία της χώρας μας είχε μια τέτοια ανάπτυξη που στην παλιά Ουγγαρία των αστοτσιφλικάδων και γενικά μέ­σα σε καπιταλιστικές συνθήκες είναι α­δύνατο να πραγματοποιηθεί. Μια τέτοια τεράστια οικονομική ανάπτυξη και τέτοιες αλλαγές μπορούσαν να γίνουν μόνο σε μια χώρα που η καταπληχτική πλειοψηφία των παραγωγικών μέσων είναι στα χέρια του εργαζό­μενου λαού. Αυτή η ανάπτυξη αποτελεί χειροπιαστή απόδειξη για την υ­περοχή του ελεύθερου λαϊκού δημο­κρατικού καθεστώτος μας απέ­ναντι στο καταπιεστικό και εκμεταλ­λευτικό καπιταλιστικό καθεστώς.

Αυτό αποδείχνει τη δύναμη του τεράστιου μεγάλου σοσιαλιστικού με­τώπου που έχει επικεφαλής τη Σ. Ένωση που χτίζει θριαμβευτικά το κομμουνισμό και το ότι η συμ­μετοχή μας σ’ αυτό το μέτωπο – δίπλα στο δικό μας καθεστώς – αποτελεί τη βάση της σοσιαλιστικής ανοικοδομητικής δουλιάς μας, της ανόδου μας.

Σαν αποτέλεσμα των μέχρι εδώ επιτυχιών του πρώτου πεντάχρο­νου πλάνου μας, η πατρίδα μας από αγροτοβιομηχανική χώρα, έγινε βιομηχανική χώρα.

Όμως όταν δείχνουμε τα τεράστια αποτελέσματα που πέτυχε ο μαγυάρικος λαός με την καθοδήγηση του κόμ­ματός μας, ταυτόχρονα, δεν επιτρέπεται να κρύψουμε τα σοβαρά λάθη και τις ελλείψεις που παρουσιάστηκαν στην οικοδομική μας δουλιά. Δεν πρόκει­ται μόνο για το ότι δημιουργήθηκε σχε­τική δυσαναλογία μέσα στα πλαίσια της βιομηχανίας και καθυστέρησε η ανάπτυξη της ελαφριάς βιομηχανίας και της βιομηχανίας των τροφίμων, αλλά παρουσιάστηκε καθυστέρηση και στη βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και στην ανάπτυξη της παραγωγής βασικών υλικών. Η πιο σοβαρή δυσαναλογία στην ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας παρουσιάζεται α­νάμεσα στη βιομηχανία και την αγρο­τική οικονομία. Δηλαδή, ενώ η βιομη­χανική παραγωγή αναπτύχθηκε γρή­γορα, η παραγωγή της αγροτικής οι­κονομίας έχει μόνο μια ελάχιστη ανά­πτυξη. Μ’ αυτό τον τρόπο, η δυσαναλογία που υπήρχε στο παραγωγικό επίπεδο και στη δυναμικότητα της βιομηχανίας και της αγροτικής οικονομί­ας συνέχισε να μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Φυσικά αυτό εμπόδισε να πραγ­ματοποιηθούν οι αποφάσεις που α­ φορούν το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Γι’ αυτά τα λάθη θα ξαναμιλήσω κι αλλού.

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Όταν εξετάσουμε την κατάσταση και την ανάπτυξη της αγροτικής μας οικονομίας, βρίσκουμε ότι, ενώ η παραγωγή της βιομηχανίας τριπλασιάστηκε σε σχέση με το προπολεμικό επίπεδο, η παραγωγή των κυριοτέρων φυτών κατά εκτάριο ξεπερνά μόνο 5-10%, δηλαδή όχι ουσιαστικά τον προπολε­μικό μέσο όρο και μάλιστα η παραγωγή ορισμένων φυτών όπως π.χ. του καλαμποκιού έμεινε κάτω από το προ­ πολεμικό μέσο όρο και της πατάτας έμεινε σχεδόν στο ίδιο επίπεδο. Η παραγωγή των φυτών μας καθυστερούσε πολύ όχι μόνο σε σχέση με τη βιομηχανία μα και με τις ανάγκες μας και τις ρεαλιστικές παραγωγικές δυνατότητές μας.

Δεν έχουμε καλύτερη εικόνα ούτε από την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας μας, ο αριθμός των αγελάδων, των βοδιών, των γουρουνιών και των προβά­των μας στην ουσία είναι ο ίδιος που ήταν και πριν από το δεύτερο παγ­κόσμιο πόλεμο. Ο ρυθμός της ανά­πτυξης της κτηνοτροφίας καθυστέ­ρησε σε σχέση με τα πλάνα μας. Ακόμα μικρότερη είναι η παραγωγή των κτηνοτροφικών προϊόντων που είναι κατώτερη σε σχέση με το συνολικό αριθμό των ζώων μας.

Ποια είναι η αιτία αυτής της καθυ­στέρησης: Ποια είναι η αιτία της σοβαρής δυσαναλογίας μέσα στα πλαίσια της λαϊκής μας οικονομίας ώστε να υπάρχει μια πάρα πολύ σημαντική καθυστέρηση στην ανάπτυξη της αγρο­τικής οικονομίας σε σχέση με τη βιο­μηχανική παραγωγής;

Η ΚΕ του κόμματός μας, όπως είναι γνωστό πέρσι στις συνεδριάσεις της τον Ιούνη, του Οχτώβρη και του Δεκέμβρη εξέτασε βαθιά αυτά τα ζητήματα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δίπλα στα τεράστια αποτέλεσματα της οικονομικής πολιτικής μας κά­ναμε και σοβαρά λάθη. Με κομμουνι­στική ειλικρίνεια και αυτοκριτική ξεσκέπασε μπροστά σ’ όλο τον κόσμο τα λά­θη που κάναμε και καθόρισε επίσης το δρόμο που οδηγεί στη γρήγορη διόρθωση των λαθών και των ελλείψε­ων.

Πρώτ’ απ’ όλα διαπίστωσε, ότι οι δυσαναλογίες στην λαϊκή μας οικονομία μπόρεσαν να δημιουργηθούν, και να μεγαλώσουν, γιατί ο ρυθμός της εκβιο­μηχάνισης που καθορίστηκε από το αναθεωρημένα πεντάχρονο πλάνο ήταν υπερβολικός.

Το 1951, όταν αναθεωρήσαμε τις επιδιώξεις του πεντάχρονου πλάνου, υπερεκτιμήσαμε πολύ τις δυνατότητες που είχε η λαϊκή μας οικονομία.

Αυτό δεν αποτελούσε εκδήλωση μόνο της απειρίας μας στη σχεδιασμένη οικο­νομία και δεν ήταν μόνο μια παιδική αρρώστια, μα προέρχονταν από λάθος ολόκληρης της πολιτικής μας.

Ο υ­περβολικός ρυθμός της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης, που προήλθε απ’ αυτό το λάθος, οδήγησε στο ότι, όπως είπα πρωτύτερα, δημιουργήθηκαν σοβαρές δυσαναλογίες μέσα στη λαϊκή οικονομία. Η αγροτική μας οικονομία δεν έπαιρνε σαν επενδύσεις, σαν παραγωγική βοή­θεια κλπ αυτό που έπρεπε να παίρνει, ακόμα ούτε κι αυτό που πρόβλεπε το αναθεωρημένο πεντάχρονο πλάνο. Χορηγή­σαμε στην αγροτική οικονομία λιγότερα τραχτέρ, μηχανές και λιπάσματα απ’ αυτά που καθορίστηκαν από το πλάνο. Μα και να της τα δίναμε, πάλι δεν θα ήταν αρκετά.

Ο υπερβολικά γρήγορος ρυθμός στην εκβιομηχάνισή μας οδήγησε κατευθείαν στην παραμέληση της αγρο­τικής οικονομίας και ταυτόχρονα καθυστέρησε τη διάθεση πιστώσεων για την οικοδόμηση κατοικιών και άλλων κοινωνικής σημασίας σκοπών και τον εφοδιασμό του πληθυσμού με τρόφι­μα και βιομηχανικά είδη.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, όσον αφορά τον εφοδιασμό του πληθυσμού, την καλλιέργεια της γης, τη συγκέντρωση των αναγκαίων τροφίμων και αγροτικών προϊόντων, αναγκαστήκαμε να χρησι­μοποιήσουμε διοικητικά μέτρα στην αγροτική οικονομία για τη συγκέν­τρωση των προϊόντων. Αυτό μάς οδή­γησε στο ότι, αν και το 2ο συνέδριο μας υπογράμμισε τη σημασία της «ΝΕΠ» της «καινούργιας οικονομικής πολιτικής» μέσα στις δικές μας συνθήκες, αν και υπογράμμισε επίσης την ανάγκη να αναπτύξουμε ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό, στη σοσιαλιστική βιο­μηχανία και την αγροτική οικονομία που ήταν ακόμα αυτή την εποχή καθυστερημένη στο μεγαλύτερο μέρος, της και βασισμένη στην ατομική ιδιοχτησία, την κυκλοφορία των εμπορευμά­των, στην πραγματικότητα, ωστόσο, έξω από την κατάργηση των δελτίων που έγινε το Δεκέμβρη τον 1951, οι σχέσεις αυτές, ως το περασμένο καλο­καίρι, όχι μόνο δεν πλάταιναν αλλά αν­τίθετα στένευαν. Σε τέτοιες συνθήκες, δεν μπορέσαμε να εκμεταλλευτούμε για το συμφέρον της εργατικής και αγροτικής τάξης, ολάκερου τον λαού, όλες αυτές τις σημαντικές παραγωγι­κές εφεδρείες που κρύβονταν και κρύ­βονται ακόμα στα ατομικά νοικοκυριά. Λάθος ήταν ότι προσανατολιστήκαμε προς εξαιρετικά γρήγορη ανάπτυξη ενώ δεν υπήρχαν οι απαραίτητες προϋ­ποθέσεις γι’ αυτήν.

Αυτό σχεδόν αυτόματα οδήγησε στην βιασμένη ανάπτυξη τον συνεται­ριστικού κινήματος. Κι αυτό το λάθος δεν το διόρθωσε πολύ, το ότι η καθο­δήγηση του κόμματος στα τελευταία δύο χρόνια υπογράμμισε επανειλημμένα ότι, για το άμεσα προσεχές μέλλον, σχετικά με το συνεταιριστικό κίνημα, η επιδίωξη πρέπει να ‘ναι η οικονομική σταθεροποίηση των αγροτικών παραγω­γικών συνεταιρισμών που υπάρχουν και η ανάπτυξη των εσόδων και της εμπορευματικής παραγωγής τους.

Αυτά τα λάθη χάλασαν τις σχέσεις του κόμματος και της εργατικής τάξης, αδυνάτισαν την εργατο-αγροτική συμμαχία, κάναν δύσκολη την πραγματο­ποίηση τον ανεβάσματος του βιωτικού και εκπολιτιστικού επιπέδου του λαού. Μ’ όλόκληρη την πολιτική του κόμματός μας με την υπερβολική εκβιομηχάνιση και την βιασμένη ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος καθυστέ­ρησε η εκπλήρωση βασικών καθηκόν­των, όπως η σταθεροποίηση της εργατοαγροτικής συμμαχίας, το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου των εργαζομέ­νων. Με άλλα λόγια, παραμελήθηκε η μοναδική δυνατή βάση της οικοδόμη­σης του σοσιαλισμού.

Οι αποφάσεις της ΚΕ μας που πάρθηκαν τον Ιούνη, τον Οχτώβρη και το Δεκέμβρη πέρσι, διόρθωσαν αυτά τα λάθη και εξασφαλίζουν ώστε η οικονομική πολιτική μας να εξυπηρετεί σωστά και να στηρίζει τη γενική πολιτική του κόμματός μας στα βασικά καθήκοντά του.

Αυτές οι αποφάσεις μειώνουν το ρυθ­μό της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης, μειώνουν το μέγεθος της συγκέντρω­σης και των επενδύσεων, αυξάνουν στον καταμερισμό του εθνικού εισοδήματος την αναλογία της κατανάλωσης από μέρους των εργαζομένων σε σχέση με τη συγκέντρωση, βάζουν σαν πρω­ταρχικό καθήκον την κατάργηση των δυσαναλογιών στη λαϊκή οικονομία και πρώτ’ απ’ όλα τη μεγάλη ανάπτυξη της παραγωγής της αγροτικής οικονο­μίας, την παραπέρα επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελαφριάς βιομηχανίας και της βιομηχανίας τροφίμων και με όλα αυτά μαζί, το συνεχές ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού.

Ο Ράκοσι κατηγορούμενος στο φασιστικό δικαστήριο το 1925 (πηγή)

Οι αποφάσεις της ΚΕ του Ιούνη και οι άλλες κατόπιν συμπληρωματικές αποφάσεις της, εξαλείφουν αυτές τις αντιθέσεις στην ανάπτυξη της Λ. Δημοκρατίας που δημιουργήθηκαν από λάθος της κομματικής καθοδήγησής μας. Αυτές οι αποφάσεις βγάζουν τα εμπόδια από το δρόμο της ανάπτυξής μας. Η ΚΕ μας με τις αποφάσεις του Ιούνη, του Οχτώβρη και του Δεκέμβρη, σύμ­φωνα με την καινούργια κατάσταση, θεμελιώνουν οικονομικά την εργατοαγροτική συμμαχία, δημιουργούν την οικονομική βάση της σταθεροποίησης αυτής της συμμαχίας.

Μ’ αυτό, η ΚΕ του κόμματός μας ανοίγει μια νέα φάση στην οικοδόμη­ση του σοσιαλισμού στην Ουγγαρία.

ΤΑ ΧΑΡΑΧΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Πώς και με ποια έννοια μπορούμε να μιλάμε στην πατρίδα μας για νέα περίοδο της ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού; Ποια τα χαραχτηριστικά της νέας περιόδου;

Στην νέα περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, το κεντρικό ζήτημα ολάκερης της πολιτικής μας, που σημαί­νει μαζί και της οικονομικής πολιτικής μας είναι, μέσα στην εξουσία της εργατικής τάξης και πάνω στη βάση αυτής της εξουσίας, το παραπέρα συνεπές δυνάμωμα και πλάτεμα της οικονομικής βάσης της εργατοαγροτικής συμμαχίας και, σύμφωνα μ’ αυτό, το συνεχές ανέβασμα της ευημερίας του λαού, η γρήγορη άνοδος της αγροτικής παραγωγής και η αύξηση της παραγωγής των ειδών κατανάλωσης.

Η εργατοαγροτική συμμαχία απο­τελεί το θεμέλιο της κρατικής εξουσίας της εργατικής τάξης. Αλλά αύτη η εξουσία στηρίζεται σε ένα λαϊκό μέ­τωπο πλατύτερο απ’ αυτή τη συμμαχία, στο μέτωπο όλων των πατριω­τικών και φιλειρηνικών δυνάμεων, στο φιλειρηνικό μέτωπο που ο ρόλος του γίνεται μεγαλύτερος στη νέα περίο­δο.

Απαραίτητη προϋπόθεση για το παραπέρα δυνάμωμα της κρατικής εξουσίας της εργατικής τάξης, για τη στερέωση της εργατοαγροτικής σνμμαχίας, για το πλατύ εθνικό μέτωπο, και γενικά για την πραγματοποίηση της νέας περιόδου της οικοδόμησης του σο­σιαλισμού , είναι ένα ισχυρό, ενιαίο μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα που να καθοδηγεί την κρατική εξουσία και το λαό μας. Γι’ αυτό έχει αποφασιστική σημασία, στη νέα περίοδο, η πολιτική, οργανωτική και ιδεολογική μονολιθικότητα του κόμματος, το δυνάμωμα των δεσμών του με τις μά­ζες καθώς και η εξασφάλιση σ’ ολάκερο το κόμμα του ενιαίου και κολλεχτιβίστικου χαραχτήρα της καθοδήγησης ειδικά στα καθοδηγητικά όργανα.

Τη νέα περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη χώρα μας από οικονομική άποψη, τη χαραχτηρίζουν τα παρακάτω:

1.Στη λαϊκή μας οικονομία συνδυάζουμε πολύ στενά την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με το συνεχές ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου ολόκληρου του λαού, που σημαίνει ότι ο βασικός νό­μος του σοσιαλισμού πρέπει να εφαρμό­ζεται με τη μεγαλύτερη συνέπεια και πλατύτητα στην κοινωνία μας. Απ’ αυτό απορρέει σαν πρωταρχικό καθήκον ο αυξημένος εφοδιασμός τον πληθυσμού με τρόφιμα, το πολύπλευρο πλάτεμα των υλικών βάσεων της ελαφριάς βιο­μηχανίας και της βιομηχανίας τροφί­μων, ο πάντα πιο πλήρης εφοδιασμός με βιομηχανικά είδη καθώς και η ικανο­ποίηση σε μεγαλύτερο βαθμό των μορφωτικών και κοινωνικών αναγκών του πληθυσμού. Στη βιομηχανία επιβραδύνεται η ανάπτυξη του τομέα «Α», δηλαδή του τομέα της παραγωγής των παραγωγικών μέσων και επιταχύνεται η ανάπτυξη του τομέα «Β», δηλαδή του τομέα της παραγωγής ειδών κατανάλωσης.

2.Η κατάργηση των δυσαναλο­γιών που δημιουργήθηκαν και η παρεμπόδιση της δημιουργίας καινούργιων. Με μεγαλύτερη συνέπεια και πλατύτητα εφαρμόζεται και ο νόμος της αναλογικής ανάπτυξης των διάφορων κλάδων της λαϊκής οικονομίας, μέσα στους όποιους κεντρικό ζήτημα γίνεται η α­νάπτυξη σε μεγάλο βαθμό της καθυ­στερημένης αγροτικής οικονομίας –πρώτα του σοσιαλιστικού τομέα, άλλά πλάι σ’ αυτόν και του ιδιωτικού τομέα.

3.Η πολιτική της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης, σαν κύριο μέσο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη χώρα μας και γενικά το χτίσιμο της σο­σιαλιστικής οικονομίας στηρίζεται σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό στην οικονο­μική συνεργασία με τις χώρες του σο­σιαλιστικού μετώπου. Η συνεργασία αυτή πραγματοποιείται σε ανώτατο βαθμό και ειδικά με τον συντονισμό του οικονομικού πλάνου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας με τα οικονομικά πλάνα των Λ. Δ. της Ευρώπης και της Σ. Ένωσης, πράγμα που κάνει δυνατή την πιο καρποφόρα χρησιμοποίηση των πλουτοπαραγω­γικών πηγών της χώρας, των ειδικών εθνικών μας δυνατοτήτων και των παραγωγικών μας εγκαταστάσεων, κάνει δυνατή τη μείωση του κόστους της παραγωγής και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων.

4.Η ταυτόχρονη και γερή ανάπτυ­ξη των παραγωγικών, εμπορευματικών και εκπολιτιστικών σχέσεων των πόλεων και των χωριών. Ο εφοδιασμός της αγροτικής οικονομίας με ει­δικούς ανθρώπους, με σύγχρονες μη­χανές, με χημικά λιπάσματα και άλλα παραγωγικά μέσα και μέσα μεταφο­ράς και ταυτόχρονα ο εφοδιασμός της με βιομηχανικά είδη σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχουμε μια πραγματική ποιο­τική αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.

5.Με βάση όλα αυτά, πραγματο­ποιείται σε ανώτερο βαθμό η συμμαχία της εργατικής τάξης με την εργαζόμενη αγροτιά. Πραγματοποιείται σε ανώτερο βαθμό η καθοδήγηση της ερ­γατικής τάξης μέσα στην εργατοαγροτική συμμαχία. Σταθεροποιείται μέσα στη συνεργασία με την εργαζόμενη αγροτιά η εξουσία της εργατι­κής τάξης. Οι αποφάσεις με τις οποίες η Κεν­τρική Επιτροπή του Κόμματός, μας άνοιξε μια νέα περίοδο για την άνοδο της Λαϊκής μας Δημο­κρατίας, καθορίζουν τη μοναδικά σωστή πολιτική της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, την πολιτική αυτή, που κάνει δυνατό στο κόμμα και στην εργατική τάξη να στηρί­ζονται στα πιο πλατιά στρώματα της αγροτιάς, της διανόησης, των απλών αν­θρώπων της πόλης και τον χωριού για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, για τη μεγάλη και πολύπλοκη δουλιά της θεμελίωσης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτός είναι ο μοναδικά σωστός δρόμος για να μπορέσουμε και στην πόλη και στην ύπαιθρο να χτίσουμε το σοσιαλι­σμό. Αυτή είναι μια τέτοια πολιτική που συνδυάζει στενά τις ανώτερες ε­πιδιώξεις της εργατικής τάξης, της καθοδηγητικής τάξης της κοινωνίας, με τα οικονομικά συμφέροντα του κάθε εργαζόμενου, με τα συμφέροντα των εκατομμυρίων εργαζομένων. Αυτές οι αποφάσεις και τα μέτρα που πάρθηκαν από την ΚΕ του Κόμ­ματός μας και οι αποφάσεις που πάρθηκαν από την κυβέρνηση με βάση αυ­τές τις αποφάσεις, αποτελούν ένα ενιαίο και οργανικά δεμένο σύνολο. Το κόμ­μα μας, η εργατική τάξη και ο εργαζόμενος λαός μας χαιρέτισαν αυτές τις αποφάσεις με ενθουσιασμό και χαρά. Αυτή η πολιτική, που ενσαρκώθηκε μέσα σ’ αυτές τις αποφάσεις σαν πολι­τική του κόμματός μας και που στον οικονομικό τομέα για τα ερχόμενα χρόνια, βάζει σαν πρωταρχικό ζήτημα την άνοδο της αγροτικής παραγωγής και μαζί μ’ αυτή, την κατάργηση των κυριότερων δυσαναλογιών της λαϊκής οικονομίας μας, δεν είναι «αγροτική πολιτική» όπως το σκέφτονται λαθεμένα μερικοί, αλλά η πολιτική της εργατικής τάξης για το καλό του ερ­γαζόμενου λαού,  για την άνθιση της πατρίδας μας.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Στους 10 μήνες που πέρασαν απ’ τον Ιούνη που η Κεντρική Επιτροπή μας πήρε τις ιστορικές αποφάσεις της, πάρθηκαν μια σειρά μέτρα για να πραγ­ματοποιηθούν στην οικονομική πολι­τική μας αυτές οι αποφάσεις της Κεντρικής μας Επιτροπής. Και έχουμε κι όλα μπροστά μας τα πρώτα απο­τελέσματα, αν και είναι ακόμα μόνο αποτελέσματα της αρχής.

Πρώτ’ απ’ όλα βελτιώθηκε ουσιαστικά η οικονομική κατάσταση ολόκληρου τον πληθυσμού , όλων των εργαζόμενων και όχι σε τελευταία γραμμή των εργατών και εργατοϋπαλλήλων. από τις δύο πτώσεις των τιμών στο δεύτερο εξάμηνο του 1953 και από την πτώση της τιμής του κρέατος και του λίπους που έγινε το Μάρτη, ο πληθυ­σμός έχει μια οικονομία από 2.100 εκατομμύρια φιορίνια το χρόνο. Από το τεράστιο αυτό ποσό, το μεγαλύτερο μέρος αναλογεί στους εργάτες και υπαλλή­λους που το εισόδημά τους αυξάνει. Πήρε καινούργιο ρυθμό η οικοδόμηση κατοικιών, που φέτος είναι διπλάσια από την περσινή. Άρχισε επίσης η συντή­ρηση των πολυκατοικιών. Στη βιομη­χανία και σ’ άλλες επιχειρήσεις προσέ­χουν περισσότερο στην προστασία των εργατών στη διάρκεια της δουλιάς, στην προφύλαξή τους από εργατικά ατυχή­ματα, στην τήρηση των όρων υγιει­νής μέσα στα εργοστάσια. Η τροποποί­ηση του Εργατικού Κώδικα πλάτυνε τα δικαιώματα των εργαζομένων και επέκτεινε τη δράση πολλών κοινωνι­κών θεσμών. Οι κατηγορίες των εργατών που κάνουν βαριά δουλιά και αυτοί που είχαν χαμηλά μεροκάματα, δηλαδή σχεδόν ο μισός αριθμός όλων των εργατιών και εργατοϋπαλλήλων, πήραν ή θα πάρουν μέσα σ’ αυτό το χρόνο αυξημένη πληρωμή. Αυξήθηκαν επίσης και οι συντάξεις μεγάλου μέρους των συνταξιούχων εργατών.

Στα περασμένα ένα-δύο χρόνια, ως το καλοκαίρι του 1953, προσωρινά έπεσε το παραγωγικό μεροκάματο των εργαζομένων. Αλλά από τον περασμένο Ιούνη και υστέρα, σαν συνέπεια των κομματικών αποφάσεων και των κυβερνητικών μέτρων που πάρθηκαν, αρχίζουν πάλι να μεγαλώνουν τα πραγματικά μεροκάματα και εισοδήματα των εργαζομένων και μέσα σ’ αυτούς των εργατών και εργατοϋπαλλήλων. Σύμφωνα με τους λογαριασμούς της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας στο πρώτο εξάμηνο του 1954, το πραγματικό μεροκάματο ενός εργάτη ήταν ήδη λίγο ψηλότερο απ’ αυτό που ήταν το πρώτο εξάμηνο του 1949. Στο πρώτο εξάμηνο του 1954, ο λαός παίρνει και ασφαλώς θα καταναλώνει εμπορεύματα κατά 3,6 δισεκατομμύρια φορίνια περισσότερα απ’ αυτά που πήρε και κατανάλωσε το πρώτο εξάμηνο του 1953. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε κάτοικος της πατρίδας μας, συμπεριλαμβανομένων και των βρεφών, το πρώτο εξάμηνο του 1954, θα καταναλώνει προϊόντα κατά 375 φ. περισσότερα απ’ αυτά που κατανάλωσε το περσινό πρώτο εξάμηνο. Αλλά η άνοδος στην ουσία είναι μεγαλύτερη, γιατί πρέπει να έχουμε υπόψη μας την τριπλή πτώση των τιμών που έγινε αυτό το χρονικό διάστημα και την πτώση των τιμών στις αγορές μας σε πολλά είδη κατανάλωσης καθώς και το ότι οι ίδιοι οι παραγωγοί καταναλώνουν τώρα περισσότερα από τα ίδια τα δικά τους προϊόντα.

Αισθητή είναι η βελτίωση στην παραγωγή, στη διάθεση και στην ψυχολογία των εργατών και της τεχνικής διανόησης. Η εργατική τάξη και η τεχνική μας διανόηση απέδειξαν φανερά ότι ολόψυχα παραστέκουν στην πολιτική του κόμματος, της κυβέρνησής μας, όταν εξαιρετικά, το σκληρό χειμώνα τον 1953-’54, παλεύοντας ενάντια σε τεράστιες δυσκολίες, εξασφάλισαν την χωρίς διακοπή βιομηχανική παραγωγή και τη συγκοινωνία.

Η εργατική μας τάξη και μαζί, της χέρι με χέρι η τεχνική μας διανόηση επέδειξαν πίστη στη σωστή πολιτική του κόμματος και της κυβέρνησής μας όταν τον Μάρτη ορμητικά ξεπέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της καθυστέρησης που δημιουργήθηκε το Γενάρη και το Φλεβάρη και υστέρα, στην πορεία της Άμιλλας προς τιμή του συνεδρίου, είχαν μια σειρά καινούργιες νίκες στο μέτωπο της παραγωγής.

Το κίνημα της εργατικής μας τάξης και της τεχνικής διανόησης για την τεχνική οικονομική, ενίσχυση των ΜΤΣ και αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών, κίνημα που εξαπλώθηκε με βάση τις αποφάσεις της ΚΕ μας, αποτελεί μια συγκινητική και εξαιρετική εκδήλωση της εργατοαγροτικής συμμαχίας και του καθοδηγητικού ρόλου της εργατικής τάξης μέσα σ’ αυτή τη συμμαχία. Η εργατική μας τάξη κατάλαβε ότι η κατασκευή των μεγάλων και μικρών αγροτικών μηχανών και των ειδών κατανάλωσης αποτελεί για τη στιγμή αυτή το κεντρικό ζήτημα ολάκερης της πολιτικής μας και με μεγάλο ενθουσιασμό πραγματοποιεί το πλάνο και τις περισσότερες φορές υπερεκπληρώνει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει πάνω από την πραγματοποίηση του πλάνου.

Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ KAI Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΕΒΑΣΜΑ ΤΟΥ ΒΙΟΤΙΚΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ

Συνεχίζοντας ο σ. Ράκοσι την εξέταση της ανάπτυξης της βιομηχανίας ανάφερε ότι και στον τομέα της βιομηχανίας βρισκόμαστε ακόμα μακριά από το να πούμε πως όλα είναι εντάξει. Ωστόσο και η παραπέρα άνοδός μας και το ανέβασμα του οικονομικού και εκπολιτιστικού επιπέδου μας εξαρτιόνται από το σε πιο βαθμό θα βάλουνε τάξη στους κλάδους της βιομηχανίας όπου η κατάσταση δεν είναι ικανοποιητική· αυτό δεν αφορά μόνο τη βιομηχανική παραγωγή, αλλά ολάκερη την παραγωγή μας.

Το πρώτο και κυριότερο ζήτημα, είναι το ζήτημα της παραγωγικότητας της εργασίας και μετά του κόστους, γιατί αυτά τα δύο ζητήματα συνδέονται πολύ στενά. Τόνισα και πρωτύτερα, ότι στα τελευταία τρία χρονιά που πέρασαν από το 2ο συνέδριο, στη βιομηχανία η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 27%, αλλά ταυτόχρονα το κόστος μειώθηκε μόνο κατά 8%. Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν είναι, μόνιμη, ούτε ενιαία και μάλιστα πέρσι, στο δεύτερο εξάμηνο, και στην αρχή αυτού του χρόνου αντί να ανεβεί, προσωρινά έπεσε. Αν και γενικά από το Μάρτη η παραγωγικότητα αυξήθηκε, όμως σ’ αυτό τον τομέα πρέπει, να διορθώσουμε ακόμα πολλά λάθη.

Σχετικά με το κόστος της παραγωγής η κατάσταση είναι ακόμα πιο άσχημη. Στα τελευταία χρόνια η μείωση δεν ήταν ικανοποιητική και τον τελευταίο καιρό σε όχι έναν τομέα, αντί να κατεβεί, ανέβηκε.

Το κυριότερο μέσο για το ανέβασμα του οικονομικού επιπέδου των εργαζομένων και πρώτα των εργατών της βιομηχανίας και στο μέλλον θα ‘ναι η πτώση των τιμών. Όμως η πτώση των τιμών μόνο τότε θα μπορέσει να γίνει, όταν πρωτύτερα αυξηθεί η παραγωγικότητα και μειωθεί το κόστος.

Έτσι λοιπόν αυτό το ζήτημα συνδυάζεται στενά με το παραπέρα ανέβασμα της οικονομικής ευημερίας του εργαζόμενου λαού μας.

Η αίτια του κακού σχετικά με την παραγωγικότητα και το κόστος βρίσκεται πρώτ’ απ’ όλα μέσα σε μας: στην πολιτική και οικονομική καθοδήγηση, στην κακή δουλιά των συνδικαλιστικών στελεχών και οργάνων μας, στο όχι ικανοποιητικό επίπεδο της οικονομικής και πολιτικής καθοδήγησης.

Μια απ’ τις κυριότερες αίτιες – συνέχισε ο σ. Ράκοσι – της όχι ικανοποιητικής αύξησης της παραγωγικότητας και της όχι επαρκούς μείωσης του κόστους είναι το ότι οι διευθυντές των εργοστασίων μας, και μάλιστα ούτε η πλειοψηφία των υπεύθυνων στα υπουργεία μας, δεν προσέχουν αρκετά στο ζήτημα της οικονομίας άλλά φροντίζουν μόνο να πραγματοποιήσουν το πλάνο τους ποσοτικά. Δεν μπόρεσαν ως τώρα να δημιουργήσουν στην πλειοψηφία των εργοστασίων και επιχειρήσεών μας υποδειγματική τάξη και πειθαρχία, αν και η ίδια η μάζα των εργαζομένων μας το απαιτούν αυτό απ’ αυτούς. Χαλαρή, πολύ χαλαρή είναι ακόμα σε μάς η πειθαρχία στη δουλιά και στον καθορισμό των μεροκάματων και αυτό συμβαίνει γιατί οι κομματικές μας οργανώσεις, τα καθοδηγητικά στελέχη του κόμματος και των συνδικάτων πολλές φορές δεν δρουν δραστήρια ενάντια στις παραβιάσεις της νόρμας, της πειθαρχίας, τον καθορισμό των μεροκάματων και της πειθαρχίας στη δουλιά. Αντίθετα, τα ίδια βοηθούν αυτές τις παραβιάσεις. Δεν κατορθώσαμε να έχουμε ικανοποιητικά αποτελέσματα στην αύξηση της παραγωγικότητας, γιατί ούτε οι επιχειρήσεις μας, ούτε τα υπουργεία μας δεν φροντίζουν αρκετά για το ανέβασμα του τεχνικού επιπέδου, για την εκλαΐκευση και χρησιμοποίηση των νεωτερισμών και των καλών μεθόδων δουλιάς. Αν και έγιναν επανειλημμένα υποδείξεις, και μάλιστα πάρθηκαν και νομικά μέτρα, δεν φροντίζουν για την καλή συντήρηση των μηχανών και των εγκαταστάσεων.

Είναι καιρός να σταματήσει αυτή η ανυπόφορη κατάσταση, είναι καιρός οι κομμουνιστές και γενικά οι υπεύθυνοι στον οικονομικό τομέα – μικροί και μεγάλοι – στηριζόμενοι στις εργαζόμενες μάζες να δημιουργήσουν αυστηρή τάξη και πειθαρχία στη παραγωγή.

 Πρέπει να αυξηθεί η ευθύνη των οικονομικών υπευθύνων και γι’ αυτό πρέπει να απαιτήσουμε πιο αυστηρή λογοδοσία για τα λάθη που κάνουν.

Ένα απ’ τα κυριότερα εμπόδια της μείωσης του κόστους Στη βιομηχανία και αλλού, είναι η ασυγχώρητη σπατάλη των υλικών, που με μεγάλη δυσκολία μπορούμε να τα εξασφαλίσουμε, και ο μεγάλος αριθμός ελαττωματικών προϊόντων. Η σπατάλη των υλικών αρχίζει, από το σχεδίασμα και συνεχίζεται σε όλη την πορεία της κατασκευής, της αποθήκευσης, της παράδοσης κλπ. Πολλές φορές μεταχειρίζονται την περιουσία του λαού σαν ένα ξένο πράγμα, δεν ελέγχουν την παράδοση, την παρακολούθηση και τη χρησιμοποίηση των υλικών και ανταλλακτικών.

Η οικονομία των υλικών, που είναι ζήτημα των οικονομικών και τεχνικών υπευθύνων καθώς και όλων των εργαζομένων, η σημαντική μείωση της σκάρτης δουλιάς αποτελεί προϋπόθεση για να μπορέσουμε με συνέπεια να πραγματοποιήσουμε την πολιτική του κόμματός μας που για κύριο σκοπό έχει το ανέβασμα της ευημερίας του εργαζόμενου λαού.

Η κακή ποιότητα των εμπορευμάτων και η παραγωγή ελαττωματικών προϊόντων αποτελούν την πιο βλαβερή μορφή της σπατάλης υλικών.

Η οικονομία στα υλικά και η μείωση της σκάρτης δουλιάς σημαίνουν για μάς τεράστιες εφεδρείες που χωρίς τη χρησιμοποίησή τους είναι αδύνατο να πραγματοποιήσουμε τα καθήκοντα που μπαίνουν μπροστά μας.

Στα ερχόμενα χρόνια ο ρυθμός της ανάπτυξης της λαϊκής μας οικονομίας εξαρτάται από το σε τι βαθμό μπορούμε να αναπτύξουμε το εξωτερικό μας εμπόριο. Για να το πετύχουμε αυτό χρειάζεται να βελτιώσουμε την ποιότητα των ειδών εξαγωγής. Σχετικά με την ποιότητα, μάς κάναν, και δικαιολογημένα, παράπονα Επίσης, να είμαστε συνεπείς στις προθεσμίες που καθορίζονται στα συμβόλαια.

Ολόκληρη η λαϊκή μας οικονομία χαραχτηρίζεται από την υπερβολικά μεγάλη συγκέντρωση που μειώνει τις ευθύνες των μέσων και κατωτέρων υπευθύνων και επιβραδύνει την ανάπτυξή μας.

Μέχρι τώρα, δεν κατορθώσαμε στη λαϊκή μας οικονομία να κάνουμε μοχλό το οικονομικό συμφέρον των εργαζομένων για τη γενική μας άνοδο. Ο Λένιν επανειλημμένα έστρεψε την προσοχή μας στο να βρούμε τρόπο να χρησιμοποιήσουμε τα οικονομικά συμφέροντα των εργαζόμενων για την ανάπτυξη της οικονομίας μας. Όμως σε μάς συμβαίνει ακόμα ο εργάτης συχνά να βγάζει περισσότερα λεφτά αν βγάζει πολλά προϊόντα σε κακή ποιότητα, παρά αν κάνει λιγότερα εμπορεύματα σε εξαιρετική ποιότητα. Ο διευθυντής και ολόκληρο το προσωπικό που δικαιούνται πρίμιουμ κερδίζουν περισσότερα όταν η επιχείρηση ξεπερνά το πλάνο από τέτοια εμπορεύματα που δεν χρειάζονται στη λαϊκή μας οικονομία, παρά όταν φτιάχνονται λιγότερα, όμως απαραίτητα για τη λαϊκή οικονομία. Όμως συμβαίνει ο ελεγχτής της ποιότητας να έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον να αφήνει σκάρτη δουλιά να περάσει για καλή και οι υπεύθυνοι του χυτηρίου να έχουν επίσης οικονομικό συμφέρον να παράγονται κομμάτια με βάρος παραπάνω από το καθορισμένο.

Ακόμα μια και όχι τελευταία από τις βασικές ελλείψεις της βιομηχανικής παραγωγής μας είναι ότι στα τελευταία χρόνια δεν προσέξαμε αρκετά στην ποιότητα των προϊόντων.

Εξαρτάται από μας και μόνο από μας, από την ανώτερη και κατώτερη καθοδήγηση, να οργανώσουμε την παραγωγή σε τέτοιο υψηλό επίπεδο, ώστε η μαγυάρικη βιομηχανία να εξασφαλίσει και για την εσωτερική κατανάλωση και για το εξωτερικό εμπόριο προϊόντα εξαιρετικά καλής ποιότητας.

Πρέπει να πούμε ανοιχτά ότι αν και ο πληθυσμός παίρνει στην ουσία περισσότερα εμπορεύματα από πέρσι, δε μπορούμε ακόμα να ικανοποιήσουμε όλες τις απαιτήσεις. Υπάρχουν ελλείψεις στο χοιρινό κρέας και δεν είναι ικανοποιητικός ούτε ο εφοδιασμός του γάλακτος. Λίγα οικοδομικά υλικά, έπιπλα, μοτοσυκλέττες διαθέτονται στον πληθυσμό αν και απ’ αυτά τα είδη παράγονται περισσότερα από πέρσι. Δεν μπορούμε να μείνουμε ευχαριστημένοι ούτε με τις προσπάθειες για τη βελτίωση της ποιότητας των ειδών κατανάλωσης. Αν και αυξάνεται ο αριθμός της οικοδόμησης των κατοικιών, το χτίσιμο καθυστερεί σε σχέση με τις ανάγκες. Ειδικά στη Βουδαπέστη δεν βελτιώθηκε ικανοποιητικά η συγκοινωνία των εργαζομένων. Πρέπει να κάνουμε το παν για να ξεπεραστούν όσο το δυνατό γρηγορότερα αυτές οι ελλείψεις.

Όσον αφορά την αγροτική οικονομία και την εργαζόμενη αγροτιά, έγιναν σοβαρές αλλαγές από τον περασμένο Ιούνη.

Στο σημείο αυτό ο σ. Ράκοσι ανάφερε τα μέτρα που απ’τον Ιούνη κι εδώ πήρε η κυβέρνηση για την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και του εισοδήματος των αγροτών.

Αποτέλεσμα αυτών των μέτρων και ολάκερης της πολιτικής της κυβέρνησης που τη δέχτηκε με χαρά η εργαζόμενή μας αγροτιά ήταν να μεγαλώσει η διάθεση για παραγωγή. Η αγροτιά νοίκιασε ολόκληρη την έκταση εφεδρικών γαιών. Ζωντάνεψε η κυκλοφορία εμπορευμάτων ανάμεσα στις πόλεις και τα χωριά. Αυξήθηκε τεράστια η πούληση των εμπορευμάτων από το κρατικό και συνεταιριστικό εμπόριο στο χωριό, όχι μόνο σε είδη κατανάλωσης μα και σε παραγωγικά μέσα. Αν και όχι ακόμα σε αρκετά μεγάλη έκταση, οι αγρότες φέρνουν περισσότερα προϊόντα στις αγορές των πόλεων, γεγονός που σε βασικά είδη κατανάλωσης οδήγησε στην πτώση των τιμών.

Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΜΑΣ

Συνέπεια της σωστής αυτής πολιτικής του κόμματός μας – συνέχισε ο σ. Ράκοσι – ήταν ότι σταθεροποιήθηκε η εργατοαγροτική συμμαχία στη χώρα μας.

Πιο σίγουρα, με μεγαλύτερη συνέπεια εκδηλώνεται ο καθοδηγητικός ρόλος της εργατικής τάξης στα πλαίσια αυτής της συμμαχίας. Μεγάλωσε το κύρος τον κόμματός μας και της εργατικής τάξης, σταθεροποιήθηκε, έγινε πιο ισχυρή η Λαϊκή μας Δημοκρατία.

Όμως, στην ουσία, μέχρι τα τώρα, δημιουργήσαμε μόνο και μόνο τις βασικές προϋποθέσεις για την άνοδο της αγροτικής παραγωγής κι ούτε αυτές στην πλέρια έκτασή τους. Χρειάζεται ακόμα μεγάλη, πολύπλευρη, εντατική και σκληρή δουλιά για να πραγματοποιηθούν οι αποφάσεις του κόμματος και του Υπουργικού Συμβουλίου που πάρθηκαν στις 23 του Δεκέμβρη 1953 για την αύξηση της αγροτικής παραγωγής.

Όταν μιλάμε για την αύξηση της αγροτικής παραγωγής, ορισμένοι βάζουν το ερώτημα, μήπως τα πολλά προνόμια που παίρνει η αγροτιά και ειδικά οι ιδιοκτήτες αγρότες θα έχουν συνέπεια πολλοί από τους μεσαίους αγρότες να γίνουν κουλάκοι.

Όσον αφορά σύντροφοι αυτό τον κίνδυνο της κουλακοποίησης, αυτός ο κίνδυνος υπάρχει πραγματικά, μα δεν επιτρέπεται να τον μεγαλοποιούμε. Φυσικά ισχύει απαράλλαχτα και για τις δικές μας συνθήκες η διαπίστωση του μεγάλου δασκάλου μας αθάνατου Λένιν, ότι η μικροεμπορευματική παραγωγή μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα δημιουργεί τον καπιταλισμό. Αλλά ο Λένιν και ο Στάλιν δεν δίδαξαν μόνο αυτό, αλλά και τούτο: πως, έως ότου στην αγροτική οικονομία η μικροεμπορευματική παραγωγή έχει την υπεροχή, πρέπει να κάνουμε το παν ώστε αυτή να μεγαλώσει την παραγωγή της. Εμείς είμαστε στο πνεύμα του Λένιν και του Στάλιν όταν, συνδυάζοντας τα ατομικά συμφέροντα της αγροτιάς, τα οικονομικά συμφέροντα των αγροτών με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, του σοσιαλισμού, προσπαθούμε να έχουμε την ανώτερη παραγωγή, όσο το δυνατό τη μεγαλύτερη εμπορευματική παραγωγή, από τα ατομικά αγροκτήματα.

Η αγροτική πολιτική του κόμματός μας – συνέχισε ο σ. Ράκοσι – βασίζεται στο λενινιστικό σύνθημα: Στηριγμένοι σταθερά στη φτωχή αγροτιά, πραγματοποιούμε στενή συμμαχία με τη μεσαία αγροτιά και δεν παύουμε ούτε στιγμή την πάλη μας ενάντια στους κουλάκους. Φυσικά το κόμμα μας, η εργατική τάξη μας, στηρίζεται, στους αγρότες των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών – ανεξάρτητα αν προηγούμενα ήταν φτωχοί ή μεσαίοι αγρότες.

Ο Ράκοσι απελευθερωμένος πια, το 1940, στην πρεσβεία της ΕΣΣΔ (πηγή)

Στο παρελθόν δεν εφαρμόζαμε πάντα με συνέπεια το τριμερές λενινιστικό σύνθημα. Συχνά δεν βοηθούσαμε αρκετά τη φτωχή αγροτιά. Όχι μια φορά η σωστή πολιτική του καθορισμού των κουλάκων μετατράπηκε σε πολιτική κατάργησης των κουλάκων. Ενώ από τον περσινό Ιούνη και δω όχι μονάχα σ’ ένα μέρος μπορούσαμε να παρατηρήσουμε την αντίθετη υπερβολή: Σχεδόν δεν υπήρχε πάλη ενάντια στους κουλάκους και συχνά τους μεταχειρίζονται σαν τους μεσαίους αγρότες.

Η φροντίδα προς τους φτωχούς αγρότες αποτελεί ένα απ’ τα βασικά καθήκοντά μας στη νέα περίοδο.

Στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας αλλά και στο δυνάμωμα της εργατοαγροτικής συμμαχίας και μαζί μ’ αυτό στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη νέα περίοδο, η μεσαία αγροτιά παίζει ένα πάρα πολύ σπουδαίο ρόλο.

Με όλα τα μέσα πρέπει να βοηθήσουμε να γίνει στέρεα η συμμαχία μας με τη μεσαία αγροτιά.

Τα τελευταία χρόνια, οι κουλάκοι προσπάθησαν να μπουν στις γραμμές των μεσαίων αγροτών, γεγονός που το κατάφεραν ορισμένες φορές, γιατί τις περισσότερες φορές δεν χρησιμοποιούν μισθωτούς εργάτες άλλα κάνουν σπεκουλάτσια και τοκογλυφία. Οι κουλάκοι καμουφλαρισμένοι σε μεσαίους αγρότες είναι αναμφισβήτητα εχθροί της Λαϊκής μας Δημοκρατίας και απ’ την αρχή της νέας περιόδου έχουν ακόμα μεγαλύτερο θράσος. Ενάντια σ’ αυτούς πρέπει ακατάπαυστα να παλεύουμε, προσέχοντας ώστε, με τα μέτρα που παίρνουμε ενάντιά τους, να μην χτυπάμε τους μεσαίους αγρότες. Πρέπει να συνεχίσουμε την πολιτική περιορισμού ενάντια στους κουλάκους

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΤΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Στην ανάπτυξη του σοσιαλιστικού τομέα της αγροτικής οικονομίας πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς.

Δεν επιτρέπεται να ξεχάσουμε ούτε στιγμή πως αυτοί αποτελούν τον αναπόφευκτο δρόμο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ύπαιθρο και ότι, νωρίς ή αργά, ο κάθε αγρότης θα πεισθεί για τη σωστότητά του και θα μπει σ’ αυτό το δρόμο.

Ο βασικός οικονομικός νόμος τον σοσιαλισμού μπορεί να εφαρμοστεί ολοκληρωτικά μόνο με την κολλεχτιβίστικη καλλιέργεια σε μεγάλη έκταση.

Στην πλειοψηφία τους, οι αγροτικοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί δυνάμωσαν, όταν πέρσι ορισμένα απ’ τα μέλη τους φύγανε, όμως ένα μικρό μέρος απ’ αυτούς αδυνάτισαν από αυτό το γεγονός και θέλουν ειδική βοήθεια. Καθήκον του κόμματος και της κυβέρνησης είναι να επεξεργαστεί ένα λεπτομερειακό και μακρόχρονο πλάνο για τα μέτρα που πρέπει να παρθούν και με τα όποια θα επιτραπεί να φανεί πιο γερά η υπεροχή των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών έτσι που τα σοσιαλιστικά αγροκτήματα να γίνουν ελκυστικά παραδείγματα και να αναπτύσσονται παραπέρα και ποσοτικά.

Οι προϋποθέσεις της ποσοτικής τους ανάπτυξης εξασφαλίζονται από το δυνάμωμα και την άνθιση των τωρινών αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών. Εκτός από την υλική και παραγωγική ενίσχυση, πρέπει να εξασφαλίσουμε τη συνεταιριστική δημοκρατία και όλα τα δικαιώματα των μελών και των ίδιων των συνεταιρισμών. Αυτό να το έχουν πάντα υπόψη τους τα λαϊκά συμβούλια, οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις.

Πρέπει να πετύχουμε ώστε το εισόδημα των μελών των παραγωγικών συνεταιρισμών να ξεπεράσει το εισόδημα των μεσαίων αγροτών.

Γι’ αυτό πρέπει να φροντίσουμε όπως οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί, οι αγροτικές κοπερατίβες, καθώς και τα λαϊκά συμβούλια να βοηθήσουν ακόμα περισσότερο, οι γεωπόνοι και τα καλύτερα στελέχη να ‘ναι στη διάθεσή τους και τα εργοστάσια να πλαταίνουν το πατρονάρισμά τους προς τους συνεταιρισμούς.

Ακόμα πιο προσεχτικά πρέπει να μελετηθεί το ζήτημα της ακόμα καλύτερης και πιο σοβαρής ειδίκευσης των καθοδηγητικών στελεχών των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών. Πρέπει να δυναμώσουμε την πολιτική δουλιά στους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς έχοντας υπόψη μας ότι την ανάπτυξη των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών δεν την προετοιμάσαμε πολιτικά καλά – δουλιά που πρέπει να γίνει τώρα.

Για τη στιγμή, το κυριότερό μας καθήκον είναι το δυνάμωμα, η οικονομική και πολιτική σταθεροποίηση, η αύξηση των εισοδημάτων της απόδοσης των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών που υπάρχουν.

Πρέπει να στρέψουμε τη προσοχή μας ώστε ο εχθρός να μη μπορέσει να στρέψει τους ιδιοκτήτες μικρούς και μεσαίους αγρότες ενάντια στους αγρότες των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών. Πρέπει να κάνουμε το παν, για να δημιουργήσουν καλές φιλικές σχέσεις ανάμεσα στους ιδιοκτήτες αγρότες και στα μέλη των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών.

Αν και το συνεταιριστικό μας κίνημα, συνέχισε ο σ.Ράκοσι, είναι νέο, υπάρχουν πια εκατοντάδες τέτοιοι συνεταιρισμοί που με την σωστή και φροντισμένη καλλιέργεια τους, με τα μεγάλα εισοδήματα τους, με τη πειθαρχία και επιμέλεια και την ευημερία των μελών δίνουν το καλό παράδειγμα στους άλλους. Αγροτικοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί σαν τους «Κόκκινο αστέρι», του Μπαρτς, «Απελευθέρωση», του Σέντες, «Λευτεριά», του «Πέρεστεγκ, Μιτσούριν», του Μπαλφ είναι γνωστοί σ’ όλη τη χώρα και αποτελούν ελκυστικά παραδείγματα της κολλεχτιβίστικης καλλιέργειας σε μεγάλη έκταση. Ορισμένοι αγροτικοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί για την καλή τους δουλιά βραβεύτηκαν απ’ την κυβέρνηση. Πολλοί πρόεδροι, αγρονόμοι, μπριγκαδιέροι η άπλά μέλη πολλών αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών βραβεύτηκαν με το βραβείο Κόσσουτ, είτε, με τον τίτλο του ήρωα της σοσιαλιστικής δουλιάς και με περηφάνια φορούν αυτό το διακριτικό–τιμητικό τίτλο της Λ. Δ. της Ουγγαρίας.

Το περασμένο φθινόπωρο, οι αγροτικοί παραγωγικοί μας συνεταιρισμοί πέρασαν από μια πάρα πολύ σκληρή δοκιμασία. Ενάντια στην λυσσασμένη επίθεση του ταξικού εχθρού, η καταπληχτική πλειοψηφία των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών μας σταθεροποιήθηκαν πολιτικά, αν και προσωρινά μειώθηκε η δύναμη και η έκταση ορισμένων συνεταιρισμών.

Για τη στιγμή, οι αγροτικοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί, κατέχουν τα 18% της οργώσιμης γης της χώρας και η συνολική έκτασή τους ξεπερνά τα 17 εκατομμύρια μαγυάρικα χόλντ. Στους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς συμπεριλαμβάνονται 299 χιλιάδες οικογένειες και ο συνολικός αριθμός των μελών ξεπερνά το 1/4 του εκατομμυρίου. Για τη στιγμή, στους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς περίπου τα 30% των μελών είναι μεσαίοι αγρότες.

Το ότι υπερασπίσαμε τους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς μας καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσέξουμε στο μέλλον. Πρέπει περισσότερο να επαγρυπνούμε γιατί τώρα υπάρχουν συμπτώματα που δείχνουν πως η διαλυτική δουλιά των κουλάκων και άλλων εχθρικών στοιχείων που κάπως άλλαξε μορφή, ενάντια στους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς συνεχίζεται. Πρέπει έγκαιρα να ξεσκεπάζουμε από την αρχή μόλις εκδηλώνεται αυτή τη διαλυτική δουλιά.

Οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί αποτελούν αποφασιστικό μέσο για την οικονομική ενίσχυση των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών, για το ανέβασμα της απόδοσής τους, για τη σοσιαλιστικοποίηση της υπαίθρου.

Βέβαια, οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί πρέπει να βοηθάνε στην παραγωγή και τους ιδιοκτήτες αγρότες. Όμως το κύριο τους καθήκον είναι το ανέβασμα της παραγωγής των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών, η αύξηση των προϊόντων, η εκλαΐκευση της ανώτερης αγροτεχνικής, της αγροτικής κουλτούρας Στα χωριά, ιδιαίτερα στους αγροτικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς.

Οι αποφάσεις του κόμματος και της κυβέρνησης της 23 του Δεκέμβρη 1953, δίνουν μεγάλη προσοχή στη βελτίωση της δουλιάς των μηχανοτρακτερικών σταθμών. Οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί μας για πρώτη φορά πέρσι πραγματοποίησαν τα παραγωγικά τους πλάνα. Μεγάλωσε σημαντικά η παραγωγή τραχτέρ, βελτιώθηκε η ποιότητα της δουλιάς, αν και υπάρχουν ακόμα πολλές ελλείψεις. Πριν λίγα χρόνια ακόμα οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί ήσαν άγνωστοι για μάς, ενώ τώρα έχουν βαθιές ρίζες στη μαγυάρικη αγροτική οικονομία και σήμερα δεν μπορεί να φανταστεί κανείς ότι μπορεί να ζει χωριό χωρίς αυτούς.

Για τη στιγμή, οι κρατικοί μηχανοτρακτερικοί σταθμοί μας διαθέτουν περίπου 12.000 τραχτέρ και αυτοί θα πάρουν το σημαντικό μέρος από τις πέντε χιλιάδες τραχτέρ που φτιάχνονται φέτος.

Φέτος οι μηχανοτρακτερικοί σταθμοί πήραν μια πάρα πολύ σημαντική ενίσχυση από τα εργοστάσια με τη μορφή του κινήματος–πατροναρίσματος, που ξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και που βελτίωσε τη δουλιά τους, όμως και τώρα υπάρχουν ακόμα πολλά παράτονα για τους μηχανοτρακτερικούς σταθμούς. Η ριζική βελτίωση της δουλιάς των μηχανοτρακτερικών σταθμών, η σταθεροποίηση σ’ αυτούς της πειθαρχίας στη δουλιά, το ανέβασμα της ποιότητας της δουλιάς, αποτελούν το κεντρικό ζήτημα της ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας, της ανόδου της αγροτικής παραγωγής και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ύπαιθρο.

Μιλώντας παρακάτω για τα κρατικά αγροκτήματα ο σ. Ράκοσι ανάφερε, ότι αυτά καταλαμβάνουν τα 12,5% ολόκληρης της καλλιεργήσιμης γης της χώρας. Αν κι έχουμε κρατικά αγροκτήματα που δουλεύουν καλά π.χ. του Όρμινκους, Σούργιαν, Γκόρζια κλπ, η πλειοψηφία τους δουλεύουν χωρίς να καλύπτουν τα έξοδά τους. Όσον αφορά την παραγωγή σταριού, τα κρατικά μας αγροκτήματα έχουν κιόλας ξεπεράσει το μέσο δυο παραγωγής στη χώρα. Έτσι, το 1953, τα κρατικά αγροκτήματα ξεπέρασαν το ανώτερο μέσο όρο στη χώρα κατά 109 κιλά στο στάρι, κατά 170 στη βρύζα, κατά 180 κιλά στο φθινοπωρινό κριθάρι. Τα 22,5% του σταριού, τα 29% της βρύζας, τα 22,6% των γουρουνιών, τα 21% των βοδιών και αγελάδων, και τα 29% του γάλακτος παραδόθηκαν στο κράτος το 1953 από τα κρατικά αγροκτήματα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι τα κρατικά αγροκτήματα μας παίζουν και τώρα ένα σημαντικό ρόλο στην τροφοδοσία της χώρας μας.

Ταυτόχρονα όμως πρέπει να πούμε πως η πλειοψηφία των κρατικών αγροκτημάτων μας δεν λειτουργούν ακόμα καλά, κακή είναι η πειθαρχία στη δουλιά, σπαταλούν την κρατική λαϊκή περιουσία. Στα κρατικά αγροκτήματά μας, είναι πολύ χαμηλή η απόδοση ειδικά στα φυτά που θέλουν τσάπισμα. Πολύ χαμηλός είναι και ο ρυθμός της μηχανοποίησης στην κτηνοτροφία.

Και στα κρατικά αγροκτήματα, το πιο απαραίτητο και το κεντρικό καθήκον είναι: η βελτίωση της καλλιέργειας, η βελτίωση της καθοδήγησης, η σταθεροποίηση της πειθαρχίας, η μονιμοποίηση των εργατικών δυνάμεων, η διαφύλαξη της κρατικής περιουσίας, η πάλη ενάντια στη σπατάλη και η δημιουργία της πιο αυστηρής τάξης στην όλη δουλιά των αγροκτημάτων.

Στην πραγματοποίηση των αποφάσεων του κόμματος και της κυβέρνησης, ανέφερε σε συνέχεια ο σ. Ράκοσι, το εμπόριο παίζει ένα σοβαρό ρόλο και το κρατικό και το συνεταιριστικό εμπόριο των ιδιωτών αγροτών. Φέτος η εμπορευματική κυκλοφορία του μικρού εμπορίου θα ‘ναι μεγαλύτερη από της περσινή κατά 17%. Και μονάχα αυτό το γεγονός επιβάλει τεράστια καθήκοντα στο εμπόριό μας. Οι κομματικές μας οργανώσεις και τα κομματικά καθοδηγητικά όργανά μας πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι στις δικές μας συνθήκες το εμπόριο αποτελεί ένα σπουδαίο κρίκο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, είναι ένα απαραίτητο μέσο για τα ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου του εργαζόμενου λαού.

Όμως το εμπόριό μας μόνο τότε μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτό το τόσο σπουδαίο καθήκον, όταν τη δουλιά του τη βάλει κάτω απ’ τον έλεγχο τον εργαζόμενου λαού, της μάζας, όταν κάνει τη δουλιά του με την κριτική των καταναλωτών, όταν ενθαρρύνει και χρησιμοποιεί τις σωστές πρωτοβουλίες, όταν μελετά προσεχτικά τις απαιτήσεις των καταναλωτών, όταν φροντίζει για την πιο συστηματική διανομή των εμπορευμάτων , όταν εξυπηρετεί προσεχτικά τους αγοραστές, με λίγα λόγια, όταν δουλέψει με καινούργιους τρόπους.

Μετά, ο σ. Ράκοσι έκανε μια κριτική εξέταση της δουλιάς των υπουργείων που καθοδηγούν τους διάφορους τομείς της παραγωγής και. ανέφερε τις πιο χαραχτηριστικές αδυναμίες που παρουσίασαν.

ΟΙ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ 5ΧΡΟΝΟΥ ΠΛΑΝΟΥ ΜΑΣ

Μιλώντας για τις αρχές του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου ο σ. Ράκοσι ανέφερε ότι πρέπει στην επεξεργασία του, στον καθορισμό των κυριότερων χαραχτηριστικών και των αρχών του, να παρθούν υπόψη τα συμπεράσματα που βγαίνουν απ’ την πείρα, απ’ τα αποτελέσματα και τις αδυναμίες που παρουσιάστηκαν κατά την πραγματοποίηση του 1ου πεντάχρονου πλάνου. Πρέπει – είπε – να εξασφαλίσουμε την εξάλειψη των δυσαναλογιών που υπάρχουν στη λαϊκή μας οικονομία. Πρέπει να εξασφαλίσουμε να μη γίνουν πάλι λάθη υπερβολικής εκβιομηχάνισης. Πρέπει να εξασφαλίσουμε στο δεύτερο πεντάχρονο πλάνο να πραγματοποιείται συνεχώς το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού και η ανάπτυξη της λαϊκής οικονομίας. Επίσης να εξασφαλιστεί αρμονία ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο,

Για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε καλύτερα από το πρώτο το δεύτερο πεντάχρονο πλάνο μας, συνέχισε ο σ. Ράκοσι, η Κ.Ε. μας προτείνει στο συνέδριο να εκμεταλλευτούμε το χρόνο 1955 για την προετοιμασία, κι έτσι το δεύτερο πεντάχρονο πλάνο μας ν’ αρχίσει από το 1956 και να τελειώσει το 1960. Αυτό θα μας δώσει την δυνατότητα να μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε στην επεξεργασία του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου, όχι μόνο την πείρα που έχουμε από την πραγματοποίηση του πρώτου πεντάχρονου, άλλα και την πείρα της στροφής που έγινε στο 1953-‘54. Αυτά τα χρόνια για το δεύτερο πεντάχρονο πλάνο, ταιριάζουν ακόμα καλύτερα γιατί και στη Σ. Ένωση και στις άλλες Λ. Δημοκρατίες τα καινούργια πεντάχρονα πλάνα, όπως φαίνεται, θα καταρτιστούν για το 1956-‘60.

Σε συνέχεια ο σ. Ράκοσι ανέφερε τα βασικά ζητήματα που πρέπει να προσεχτούν στο δεύτερο πεντάχρονο πλάνο στους διάφορους τομείς της λαϊκής οικονομίας. Και έκλεισε έτσι, σχετικά με το θέμα αυτό: σαν αποτέλεσμα της πραγματοποίησης του δεύτερου πεντάχρονου πλάνου η αγροτική οικονομία που τώρα καθυστερεί θα πλησιάζει στο ύψος της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, σε όλη τη λαϊκή οικονομία θα κυριαρχεί η σοσιαλιστική παραγωγή και θα εφαρμόζεται, γενικά στη λαϊκή μας οικονομία ο βασικός νόμος του σοσιαλισμού. Με όλα αυτά βάζουμε στη χώρα μας τα θεμέλια του σοσιαλισμού.

H ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Λ. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ή σοσιαλιστική μας ανοικοδόμηση και η ανάπτυξη της λαϊκής μας οικονομίας – συνέχισε ο σ. Ράκοσι – όπως ήταν φυσικό επέδρασε πάνω στην ανάπτυξη της κοινωνίας μας. Αυτή την εξέλιξη χαραχτηρίζει το γεγονός ότι γρήγορα μεγαλώνει ο αριθμός των εργατών, κι ανάμεσα σ’ αυτούς ακόμα γρηγορότερα μεγαλώνει ο αριθμός των εργατών βιομηχανίας και της τεχνικής διανόησης. Αντίθετα, κάτω απ’ την επίδραση της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης και της χρησιμοποίησης μηχανών στη γεωργία, ελαττώνεται ο αριθμός των αγροτών.

Αριθμητικά, αυτή η εξέλιξη παρουσιάζεται με το ότι ο αριθμός όλων των μισθωτών της χώρας ανέβηκε απ’ τα 3.910.409 άτομα που ήταν την 1η του Γενάρη του 1949 σε 4.000.400 άτομα την 1η τον Γενάρη του 1954. Μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της κρατικοποίησης της βιομηχανίας και του εμπορίου καθώς και της ανάπτυξης των παραγωγικών συνεταιρισμών, ο αριθμός των μισθωτών στο σοσιαλιστικό τομέα ανέβηκε από 1.170.100 άτομα σε 2.946.400 άτομα, δηλαδή, ανέβηκε κατά 1.776.399 άτομα, ήτοι κατά 151.8%. ο αριθμός των αγροτών στο ίδιο διάστημα έπεσε κατά 231.000 ήτοι 11,7%. Σ’ αυτή την ελάττωση εκδηλώνεται η δυνατή επίδραση της εκβιομηχάνισης. Ο αριθμός των μισθωτών που διεξάγουν σωματική εργασία μέσα στα 5 χρόνια μεγάλωσε από 1.200.000 άτομα σε 1.660.009 άτομα, δηλαδή, κατά 460.000 άτομα, ανέβηκε δηλαδή πάνω από 38%.

Μια ιδέα για την αριθμητική ανάπτυξη της διανόησης δίνει το γεγονός ότι τώρα ο αριθμός των φοιτητών των πανεπιστημίων και των ανώτατων σχολών είναι πέντε φορές μεγαλύτερος απ’ ό,τι ήταν στα 1938.

Οι ανεξάρτητοι βιοτέχνες το Γενάρη αυτού του χρόνου δεν έφταναν ακριβώς στις 60.000, οι ανεξάρτήτοι μικρέμποροι τις 4.600. Οι ατομικά εργαζόμενοι χωρικοί, οι ανεξάρτητοι βιοτέχνες και οι έμποροι την 1 του Γενάρη αυτού του χρόνου απασχολούσαν 17.000 εργάτες και υπαλλήλους. Οι ανεξάρτητοι βιοτέχνες παράγουν τα 0,7% του εθνικού εισοδήματος, οι έμποροι διεξάγουν το 1% της εμπορικής κυκλοφορίας.

Η κρατική υπηρεσία στατιστικής το Γενάρη αυτού του χρόνου εξέτασε την κοινωνική καταγωγή του ανώτερου διοικητικού προσωπικού των επιχειρήσεων τριών νομών και 8 υπουργείων. Στις 18 μεγάλες επιχειρήσεις, ανάμεσα στις όποιες συγκαταλέγονται το Μ.Ρ. Μοΰβεκ (σ.parapoda: Πρόκειται για την τεράστια χαλυβομεταλλουργία που ανήκε προπολεμικά στην εβραϊκή οικογένεια των Βάις και μεταπολεμικά εθνικοποιήθηκε και μετονομάστηκε σε Μάτυας Ράκοσι), τα χυτήρια Λένιν, το Μάβαγκ, από τους 1.448 που εργάζονται σαν καθοδηγητές κύκλων εργασίας, 843 ήταν εργατικής καταγωγής και 149 αγροτικής καταγωγής. Από τους 289 εργαζόμενους που παίζουν καθοδηγητικό ρόλο στα συμβούλια των νομών Μπόρσοντ, Γκιόρ και Μπίκες και τα επαρχιακά συμβούλια, 123 ήταν εργατικής καταγωγής και 95 αγροτικής καταγωγής. Ανάμεσα στους προέδρους και αντιπροέδρους νομαρχιακών και επαρχιακών συμβουλίων, εργατικής καταγωγής είναι 62,5%, αγροτικής καταγωγής 34,4%. Στα 8 υπουργεία που έγινε η έρευνα, ανάμεσα στους 5.788 εργαζόμενους που καθοδηγούν κύκλους εργασίας, 2.600 είναι εργατικής καταγωγής και 736 αγροτικής. Αυτή η αναλογία στα ανώτατα στελέχη είναι ακόμα μεγαλύτερη προς όφελος των εργατών και αγροτών. Στο σώμα αξιωματικών του στρατού, 52,8% είναι εργατικής καταγωγής και 25% αγροτικής. Στα πέντε τελευταία χρόνια, 1.120 εργάτες της επιχείρησης Μ.Ρ. Μοΰβεκ πήραν καθοδηγητικά πόστα στην οικονομική ζωή, στην πολιτική δουλιά, στη διοίκηση του κράτους και στο σώμα των αξιωματικών, 420 επίσης εργάτες από το Μάβαγκ, 510 από το τραστ ανθρακωρυχείων της TATA μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα διατέθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Το κράτος μας ολοένα και πιο πολύ το διευθύνουν διανοούμενοι, εργάτες, αγρότες πιστοί στη Λ. Δημοκρατία (χειροκροτήματα).

Οι αριθμοί που παραθέσαμε δείχνουν ότι μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια δυνάμωσε και αναδείχτηκε ακόμα περισσότερο η σοσιαλιστική βάση της Λ. Δημοκρατίας μας, λιγόστεψαν ακόμα πιο πολύ τα καπιταλιστικά υπολείμματα, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα την παραπέρα σταθεροποίηση της ενότητας και δύναμης του εργαζόμενου ουγγρικού λαού. Αυτή η ενότητα εκδηλώθηκε στις βουλευτικές εκλογές τον περασμένου χρόνου κατά τις όποιες ο εργαζόμενος λαός μας εκδηλώθηκε υπέρ της λαϊκής εξουσίας (σ.parapoda: στις εκλογές της 15/5/1949 από τους 6.053.972 εγγεγραμμένους, το Ουγγρικό Λαϊκό Μέτωπο Ανεξαρτησίας πήρε 5.478.515 ψήφους, ενώ όσοι είχαν ψηφίσει εναντίον του, άκυρο ή απείχαν ανήλθαν σε 575.457, δηλ.9,5% του εκλογικού σώματος, ενώ στις εκλογές της 17/5/1953, από 6.501.869 εγγεγραμμένους, 6.256.653 ψήφισαν Ουγγρικό Λαϊκό Μέτωπο Ανεξαρτησίας, ενώ όσοι ψήφισαν εναντίον του, άκυρο ή απείχαν ανήλθαν σε 245.216, δηλ. υπήρχε ακόμα μια μεγάλη κοινωνική βάση για αντεπανάσταση, χωρίς να υπολογίζονται οι εντός του Μετώπου).

Ο Ράκοσι μιλάει στην προεκλογική συγκέντρωση το Μάη του 1953 στην πλατεία Κόσουθ της Βουδαπέστης (πηγή)

Σε συνέχεια ο σ. Ράκοσι ανέφερε ότι η σπουδαιότερη αλλαγή των περασμένων χρόνων είναι η αύξηση του αριθμού, του ρόλου και της σημασίας των εργατών βιομηχανίας. Άλλαξε επίσης η εργαζόμενη αγροτιά. Ένα μέρος των αγροτικών παραγωγικών συνεταιρισμών άρχισε την ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού στο χωριό και συνεργαζόμενη με τους εργάτες της βιομηχανίας δυναμώνει τις βάσεις της Λ. Δ. και συσφίγγει ακόμα πιο πολύ τους δεσμούς συμμαχίας εργατών-αγροτών. Και οι ατομικά εργαζόμενοι αγρότες είναι διαφορετικοί απ’ ό,τι ήταν μπροστά από την απελευθέρωση.

Ολόκληρη η εργαζόμενη αγροτιά μας – τόνισε ο σ. Ράκοσι – είναι πλουσιότερη, περισσότερο αναπτυγμένη πολιτικά και πολιτισμένη, πιο απαιτητική. Ευρύνθηκε ο ορίζοντάς της και σήμερα ξέρει να εκτιμά καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη φορά τη συμμαχία των εργατών και αγροτών. Η πολιτική της νέας περιόδου που συγκεντρώνει την προσοχή της στην ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής, στη βοήθεια όλων των εργαζόμενων αγροτών, έπεισε τους ατομικά εργαζόμενους χωρικούς ότι το Κόμμα και η Κυβέρνηση, αναγνωρίζει ειλικρινά, ξεσκεπάζει και διορθώνει τα λάθη που διέπραξε στην οικονομική πολιτική του και έτσι συσφίγγει ακόμα περισσότερο τη συμμαχία των εργατών-αγροτών.

Μιλώντας παρακάτω για τη διανόηση ο σ. Ράκοσι ανέφερε ότι μέσα στη μάζα των διανοουμένων μας δεν υπάρχουν πια αμφιβολίες για το ότι η διανόηση βρίσκει τη θέση της στη Λαϊκή μας Δημοκρατία, αν και ένα μικρό της μέρος ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να βλέπει προς τα πίσω. Η καταπληχτική πλειοψηφία της παλιάς διανόησης έχει πειστεί για το ότι η Λαϊκή δημοκρατία, εκτιμά, σέβεται την εργασία της διανόησης που είναι πιστή στην πατρίδα της και της προσφέρει τέτοιες δυνατότητες για ανάδειξη των ικανοτήτων της που στην εποχή της κεφαλαιοκρατίας ούτε λόγος μπορούσε να γίνεται. Πάνω σ’ αυτή την παλιά διανόηση, βαθιά εντύπωση εξάσκησε η ορμή και το μεγαλείο της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, η ειλικρινής αγάπη του εργαζόμενου λαού για την πατρίδα του, ο αγνός πατριωτισμός του κι αυτή η επίπονη συνεπής προσπάθεια της Λαϊκής Δημοκρατίας όπως διατηρεί, ενισχύει και παραπέρα αναπτύσσει, σε κάθε τομέα, τις πανάρχαιες προοδευτικές παραδόσεις του έθνους μας, όπως διατηρήσει και ξαναζωντανέψει κάθε τι που ο ουγγρικός λαός στον τομέα του πολιτισμού έχει παρουσιάσει.

Η πολιτική των καπιταλιστών επιδίωκε πολύ προσεχτικά να δημιουργεί φράγμα ανάμεσα στη διανόηση και τους σωματικά εργαζόμενους, να τους χωρίζει. Σε μας, ο μορφωμένος εργάτης, ο αγρότης που λευτερώθηκε και ο διανοούμενος πλησιάζουν ο ένας τον άλλο όλο και περισσότερο.

Πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της σύγχρονης ιστορίας μας συγχωνεύεται ο εργαζόμενος λαός με τη διανόηση.

Όσο πιο ενιαίο και σταθερό είναι το κρατικά και κοινωνικό σύστημά του της Λαϊκής Δημαοκρατίας – συνέχισε ο σ. Ράκοσι –τόσο περισσότερο συμπιέζονται εκείνα τα υπολείμματα του νικημένου παλιού καπιταλιστικού συστήματος, που δεν διδάχτηκαν από την εξέλιξη και τηρούν αμετάβλητα εχθρική στάση: οι πρώην εργοστασιάρχες, τραπεζίτες, μεγαλέμποροι, σπεκουλάντες, κουλάκοι, κακοποιοί και κλέφτες της λαϊκής περιουσίας, οι σαμποταριστές της λαϊκής ανοικοδόμησης. Αυτά τα στοιχεία λουφάζουν εδώ κοντά μας, δεν ξέχασαν το παρελθόν , δεν κατάθεσαν τα όπλα, δεν εγκατάλειψαν την ελπίδα ότι με ξένη βοήθεια θα ξανακερδίσουν τη χαμένη εξουσία τους. Όμως η αυξανόμενη, δύναμη της Λαϊκής Δημοκρατίας τους αναγκάζει να είναι προσεχτικοί. Πολλοί απ’ αυτούς ήδη τοποθετήθηκαν σε διάφορα ιδρύματα, σε επιχειρήσεις, στις οικοδομές, στα κρατικά αγροχτήματα και από κει συνεχίζουν τώρα σαν εργαζόμενοι την επίμονη ύπουλη υπονομευτική τους δουλιά για την υπόσκαψη της Λαϊκής Δημοκρατίας. Η πείρα του ταξικού πολέμου δείχνει ότι ο εχθρός, με μια λύσσα που μεγαλώνει, υπερασπίζει το έδαφος που του έμεινε και δοκιμάζει να ξανακερδίσει ότι έχασε. Σ’ αυτή την προσπάθειά του έχει την υποστήριξη των ιμπεριαλιστών που με χίλιους τρόπους τρέχουν να βοηθήσουν τους στριμωγμένους πράχτορές τους, τους ενθαρρύνουν, δοκιμάζουν να εξασκήσουν πίεση πάνω στην κοινωνία μας, για να διευκολύνουν έτσι τη θέση των πραχτόρων τους και στη χώρα μας. Αυτό το δοκιμάσαμε τον περασμένο χρόνο, όταν ο εχθρός προσπάθησε να δώσει στραβή εξήγηση και να χρησιμοποίησει προς όφελός του τέτοια σωστά μέτρα όπως είναι η αμνηστία, η κατάργηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης, το χάρισμα των καθυστερούμενών φόρων και των υποχρεώσεων των αγροτών προς την συγκέντρωση αγροτικών προϊόντων, λέγοντας ότι αυτά τα μέτρα είναι σημάδια αδυνατίσματος της λαϊκής εξουσίας. Οι κουλάκοι στο χωριό γρήγορα δραστηριοποιήθηκαν. Άρχισε επίθεση ενάντια στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Παρακινούσαν τους αγρότες να μην πληρώνουν φόρους λέγοντας ότι και φέτος θα τους απαλλάξουν εκ νέου από τις υποχρεώσεις τους. Ο εχθρός που κρύβεται στα εργοστάσια έκανε ζύμωση ενάντια στην πραγματοποίηση των σχεδίων, ενάντια στην εργατική και παραγωγική πειθαρχία.

Τη ζύμωση του εχθρού διευκόλυνε ο απαράδεχτος φιλελευθερισμός που έδειξαν σ’ αυτή την περίπτωση τα κομματικά μας όργανα, τα συμβούλια, τα κρατικά όργανα, μη ξεσκεπάζοντας αρκετά δυναμικά τέτοια φαινόμενα. Το χτύπημα τέτοιων εχθρικών επιθέσεων και αποπειρών δεν είναι μόνο κρατικό καθήκον, πολύ περισσότερο μια που συχνά το κράτος δεν μπορεί να το εκπληρώσει, γιατί πολλές φορές εμφανίζονται με τέτοια καμουφλαρισμένη μορφή, που το ξεσκέπασμά τους μόνο με πολιτικά μέσα, μόνο με τη διαφωτιστική δουλιά των κομματικών μελών και των κομματικών οργανώσεων, ακόμα και κάθε οπαδού της Λαϊκής Δημοκρατίας, είναι δυνατό να πετύχουμε. Αν και για πολύ καιρό ο τύπος μας και η ζύμωσή μας υπογράμμιζαν έντονα τι πρόσφεραν τα μέτρα του Κόμματος και της κυβέρνησης, εντούτοις παράλειψαν να τονίσουν ότι για την ανύψωση της λαϊκής ευημερίας είναι απόλυτα απαραίτητη η σταθεροποίηση της πειθαρχίας των πολιτών, η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των πολιτών καθώς και το ξεσκέπασμα των κακοποιών, των ανατρεπτικών στοιχείων και των σαμποταριστών.

Κάποια βελτίωση σ’ αυτό τον τομέα παρουσιάζεται μόνο τον τελευταίο καιρό. Στο μεταξύ όμως, η υπονομευτική δουλιά τον εχθρού προξένησε αρκετά σοβαρές ζημιές στην οικονομική και πολιτική ζωή της Λαϊκής μας Δημοκρατίας. Οι κομματικές μας οργανώσεις, τα κομματικά μας μέλη, κάθε οπαδός της Λαϊκής Δημοκρατίας πρέπει να ‘ναι στο πόστο τους και να αγρυπνούν ώστε να δια κρίνουν αμέσως κάθε εκδήλωση του ταξικού εχθρού και να την αποκρούουν. Ο εχθρός που στην ανοιχτή σύγκρουση έχασε τη μάχη, τώρα λούφαξε και με την ίδια αποφασιστικότητα, άλλά κρυφά, σκεπασμένα, συνεχίζει την πάλη και γι’ αυτό είναι δυσκολότερο να πιαστεί επ’ αυτοφώρω και να εξουδετερωθεί. Το καμουφλάρισμά του διευκολύνεται απ’ τη γραφειοκρατία, απ’ την αμέλεια, απ’ την έλλειψη ελέγχου, απ’ την έλλειψη πειθαρχίας, απ’ τη σκάρτη παραγωγή, απ’ τις κακές σχέσεις προς τη δουλιά, απ’ την κλοπή είτε τη σπατάλη της λαϊκής περιουσίας. Όλα αυτά τα φαινόμενα, όχι μια φορά, ο εχθρός τα μεγαλώνει, γιατί αυτά είναι το κάλυμμα πίσω απ’το οποίο μπορεί να προξενήσει την μεγαλύτερη ζημιά. Απ’ αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι η πάλη ενάντια στη γραφειοκρατία, την έλλειψη πειθαρχίας, την αμέλεια, συνδυασμένη με τη βελτίωση του έλέγχου και τη μεγαλύτερη επαγρύπνηση, είναι το καλύτερο μέσο για το ξεσκέπασμα τον ταξικού εχθρού. Προϋπόθεση της επιτυχίας αυτού του αγώνα είναι όπως οι μάζες των εργαζομένων ελεύθερα και τολμηρά μπορούν να κάνουν κριτική και αυτοκριτική, να ξεσκεπάζουν τις αιτίες των λαθών, να βοηθούν τον έλεγχο. Γι’ αυτό με κάθε τρόπο πρέπει να υποβοηθούμε την κριτική και τις πρωτοβουλίες που έρχονται από κάτω, κοντά στ’ άλλα, σαν ένα απ’ τα κυριότερα όπλα για το ξεσκέπασμα του καμουφλαρισμένου εχθρού.

Στη σημερινή περίοδο ανάπτυξης της Λαϊκής Δημοκρατίας, πρέπει συνεπώς να μεγαλώσουμε την επαγρύπνηση. Άλλά ταυτόχρονα πρέπει να προσέξουμε η επαγρύπνηση αυτή να μην πάρει τη μορφή γενικής δυσπιστίας και υπονοιών για κείνους που μπροστά απ’την απελευθέρωση δεν ήταν στο πλευρό μας είτε ήταν μέλη διάφορων οργανώσεων του καθεστώτος του Χόρτυ· οι επιτυχίες των ετών που πέρασαν από την απελευθέρωση – όπως είπαμε –έπεισαν τη μάζα τέτοιων ανθρώπων για το δίκιο της Λαϊκής Δημοκρατίας. Ανάμεσά τους πάρα πολλοί έγιναν οπαδοί της Λαϊκής εξουσίας και ειλικρινά συνεργάζονται μαζί μας στην ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Παρακάτω ο σ. Ράκοσι ασχολείται με τη δουλιά, τη σημασία και το ρόλο των λαϊκών συμβουλίων και του Λαϊκού Μετώπου της Ανεξαρτησίας. Αναφερόμενος στο λαϊκό στρατό τονίζει, ότι παράλληλα με τη σταθεροποίηση του κοινωνικού και κρατικού συστήματος της Λ. Δ. μεγαλώνει και ο λαϊκός στρατός, ο φρουρός και εγγυητής της ανεξαρτησίας, της ειρηνικής ανοικοδομητικής μας δουλιάς. Μεγαλώνει το υγιές μαχητικό πνεύμα, οι γνώσεις του, η πειθαρχία, η δύναμη κρούσης του. Ένα απ’τα κύρια καθήκοντα της Λ. Δ. είναι η με κάθε τρόπο υποστήριξη αυτής της εξέλιξης του λαϊκού στρατού.

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Σε συνέχεια,  ο σ. Ράκοσι αναφέρθηκε στα ζητήματα της παιδείας, της επιστήμης και της κουλτούρας και υπογράμμισε τις επιτυχίες που σημειώθηκαν σε όλους τους σχετικούς τομείς.

Για την παιδεία ανάφερε πως σήμερα τρεις φορές μεγαλύτερος από προπολεμικά είναι ο αριθμός των μαθητών των οκτατάξεων δημοτικών σχολείων, τρεις φορές των μαθητών των μέσων σχολειών και πέντε φορές των σπουδαστών των ανώτερων σχολών. Η πλειοψηφία των σπουδαστών και των μαθητών των μέσων σχολών είναι εργατικής και αγροτικής καταγωγής – η Λαϊκή Δημοκρατία δημιουργεί τη δική της διανόηση.

Σαν κύρια ζητήματα της παιδείας ο σ. Ράκοσι τόνισε την ανάγκη της διαμόρφωσης ενιαίου, συνεχούς, επιστημονικά εδραιωμένου σταθερού συστήματος «που θα βάλει, οριστικά τέρμα στην αναδιοργάνωση και θα εξαφανίσει την αβεβαιότητα, τον πειραματικό χαραχτήρα από κάθε τομέα της δημόσιας παιδείας».

‘Όσον αφορά το περιεχόμενο της παιδείας, είπε, «δίπλα στη σταθερή ανάπτυξη των γνώσεων για τον κόσμο πρέπει να τείνουμε στο βάθεμα της διδασκαλίας των αξιών του εθνικού μας πολιτισμού». Στην ανώτατη παιδεία να εξασφαλιστεί η πραγματική πανεπιστημιακή, επιστημονική πλήρη επαγγελματική κατάρτιση και η πιο βαθειά μελέτη του μαρξισμού– λενινισμού.

Ράκοσι και Έρνε Γκέρε παρακολουθούν στις 23 Μάη 1954 τον ποδοσφαιρικό αγώνα Ουγγαρίας-Αγγλίας (όπου οι Ούγγροι συνέτριψαν τους Άγγλους με 7-1) (πηγή)

Μέσα σε χειροκροτήματα ο σ. Ράκοσι αναφέρθηκε στα λαμπρά αποτελέσματα στον τομέα τον αθλητισμού.

Μιλώντας για την επιστημονική ζωή της χώρας, υπογράμμισε το ρόλο και το έργο της ακαδημίας επιστημών και ιδιαίτερα τόνισε την ανάγκη της ανάπτυξης της οικονομολογίας.

 Για την νέα ουγγρική καλλιτεχνία και λογοτεχνία τόνισε ότι σημείωσε σημαντική πρόοδο στα τελευταία χρόνια. Ο κινηματογράφος είχε υπολογίσιμες επιτυχίες στη χώρα και στο εξωτερικό. Η θεατρική παραγωγή βρίσκεται στην ανάπτυξή της. Η μεγάλη κρατική βοήθεια που δόθηκε στις εικαστικές τέχνες διευκόλυνε το ξετύλιγμα της δημιουργικής εργασίας. Κοντά στις νεώτερες επιτυχίες που σημείωσαν οι μουσικοί, επιτυχίες είχαν και οι μουσικοσυνθέτες.

Η νέα ουγγρική λογοτεχνία έχει μεγάλη εξάπλωση μέσα στη χώρα άλλά και στις χώρες της Λ. Δημοκρατίας, ξεχωριστά μάλιστα στη Σ. Ένωση όπου πέρσι  μεταφράστηκαν 25 ουγγρικά έργα και κυκλοφόρησαν σε 1.200.000 αντίτυπα.

Ο λαός μας όμως, είπε ο σ. Ράκοσι, περιμένει πολύ περισσότερα από τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες μας. Η πολιτική του κόμματος στο σημείο αυτό κάνει πιο εύκολα σε κάθε πιστό στο λαό συγγραφέα να βρει τη δημιουργική του θέση στη Λ. Δημοκρατία περιλαμβάνοντας ακόμα κι αυτούς που μόλις τώρα αρχίζουν να αναγνωρίζουν τη λαϊκοδιαπαιδαγωγική αποστολή της καλλιτεχνικής εργασίας.

VI.ΤΟ ΚΟΜΜΑ

Συνεχίζοντας την εισήγησή του, ο σ. Ράκοσι πέρασε στα ζητήματα του Κόμματος.

Το μεγάλο μας Κόμμα – είπε αρχίζοντας – για τέταρτη πια δεκαετηρίδα αγωνίζεται για τη λευτεριά του λαού μας, για τη νίκη της υπόθεσης του σοσιαλισμού. Επί ένα τέταρτο του αιώνα αγωνίζονταν κάτω απ’ τη γη, στις δύσκολες συνθήκες της παρανομίας για τα ζωτικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, των εργαζομένων και με τον ηρωικό και γεμάτο αυτοθυσία αγώνα του ακόμα τότε, μέσα στις πιο άγριες διώξεις, κέρδισε την υποστήριξη των πιο άξιων παιδιών του λαού,  την αγάπη και την αναγνώρισή τους. Στη διάρκεια των δέκα σχεδόν χρόνων που πέρασαν μετά την απελευθέρωση, το Κόμμα των Ούγγρων Εργαζομένων έγινε η αναγνωρισμένη καθοδηγήτρια δύναμη της χώρας και με σίγουρο χέρι κατεύθυνε όλη εκείνη την εξέλιξη, που, σαν αποτέλεσμά της, έγινε στην πατρίδα μας, με την καθοδήγηση της εργατικής τάξης, ο εργαζόμενος λαός νοικοκύρης της χώρας. Αυτή την εξέλιξη εκφράζει το προσχέδιο του νέου μας καταστατικού όταν διαπιστώνει ότι: «Με την καθοδήγηση του Κόμματος, στηριζόμενος στη βοήθεια της κραταιάς Σ. Ένωσης που απελευθέρωσε την πατρίδα μας, ο ουγγρικός λαός ανέτρεψε την κυριαρχία των εκμεταλλευτών και δημιούργησε στην Ουγγαρία το καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας».

Οι αγώνες του Κόμματός μας για το δυνάμωμά της πατρίδας μας και τη διαρκή άνοδο της ευημερίας του λαού μας στεφανώνονται με επιτυχία, γιατί δυναμώνει ακατάπαυστα η πολιτική και ιδεολογική ενότητα του Κόμματός μας, γίνεται όλο και πιο στέρεα. Σ’ αυτή την όλο και πιο δυνατή πολιτική και οργανωτική του ενότητα βρίσκεται η ακατανίκητη δύναμη του Κόμματος.

Οι ιστορικής σημασίας αποφάσεις της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής του Ιούνη του περασμένου χρόνου, πολλαπλασίασαν τη δύναμη του Κόμματός μας, ανέβασαν τη μαχητικότητά του και ανέπτυξαν παραπέρα την πολιτική και οργανωτική ισχύ και την ιδεολογική ενότητα του Κόμματός μας. Η πείρα των δέκα και πάνω μηνών που πέρασαν από τότε επιβεβαιώνουν ότι το Κόμμα είναι σήμερα πιο συσπειρωμένο, πιο ενιαίο από κάθε άλλη φορά.

Συνεχίζοντας ο σ. Ράκοσι αναφέρθηκε στις σημαντικές από άποψη άρχών μεταβολές που έγιναν στους τρόπους καθοδήγησης του Κόμματος. Η βλαβερή μέθοδος της ατομικής καθοδήγησης, από όπου προήλθαν τόσα λάθη και ζημιές, αντικαταστάθηκε με τη λενινιστική αρχή και πράξη της συλλογικής καθοδήγησης. Η ενότητα του Κόμματος, είπε, δυνάμωσε και είναι, σήμερα πιο ισχυρή από κάθε, άλλη φορά γιατί δυνάμωσε και η ενότητα της κομματικής καθοδήγησης.

Με βάση αυτά – είπε σε συνέχεια – διαπιστώνουμε ότι το μεγάλο μας Κόμμα έφτασε στο συνέδριο ενισχυμένο, συσπειρωμένο σε ακατάλυτη ενότητα. Εδώ βρίσκεται, σύντροφοι, ένα απ’ τα πιο αξιόλογα αποτελέσματα του αγώνα και της δουλιάς του Κόμματός μας.

Συνεχίζοντας, ο σ. Ράκοσι είπε: Στη διάρκεια των περασμένων χρόνων το κόμμα μας απόδειξε και πάλι ότι μπορεί σε κάθε κατάσταση να επεξεργάζεται για το λαό μας τα πιο καλά μέτρα, ότι δεν φοβάται ανοιχτά, θαρραλέα, αυτοκριτικά να αποκαλύπτει τα λάθη που έκανε και να φέρνει γρήγορα και αποφασιστικά στροφή εκεί όπου το απαιτεί το συμφέρον της Λαϊκής μας Δημοκρατίας.

Ο σ. Ράκοσι αναφέρθηκε στη συνεδρίαση της Κ. Ε. του περασμένου Ιούνη που εξέτασε τα προβλήματα του Κόμματος και του κράτους και έδειξε τα λάθη και τον τρόπο της διόρθωσής τους. Οι αποφάσεις που πήρε η Κ.Ε. απόβλεπαν στο να εξαλείψουν μέσα στο Κόμμα την απαράδεχτη  ατομική καθοδήγηση και την προσωπολατρεία, να δυναμώσουν την ιδεολογική δουλιά και εσωκομματική πειθαρχία, το πνεύμα της κριτικής και αυτοκριτικής, ιδιαίτερα της κριτικής από τα κάτω, να εξαλείψουν τους γραφειοκρατικούς τρόπους στους όποιους συνήθισαν τα στελέχη του Κόμματος, να δυναμώσουν την οργανωτική και ιδεολογική δουλιά στο Κόμμα που είχε παραμεληθεί, να δυναμώσουν τη δραστηριότητα και την πρωτοβουλία των μελών του Κόμματος που είχε ελαττωθεί και τους δεσμούς του Κόμματος με τις εργαζόμενες μάζες που είχαν χαλαρώσει.

Έτσι, οι αποφάσεις αυτές έφεραν ουσιώδη αποτελέσματα στη βελτίωση της εσωτερικής ζωής του Κόμματος και των μεθόδων καθοδήγησης.

Τα καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος ήρθαν πιο κοντά στα μέλη του Κόμματος και το Κόμμα ήρθε πιο κοντά στο λαό. Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών, μεγάλωσε η δύναμη του Κόμματος, η δραστηριότητα των κομματικών μελών, έγινε πιο ζωντανή η ζωή σ’ όλους τους τομείς του Κόμματος.

Η αυξανόμενη συνείδηση της ευθύνης και η πρωτοβουλία των κομμουνιστών εκφράζεται με την όλο και πιο έντονα εκδηλούμενη δραστηριότητα των μελών του Κόμματός μας. Αυτές οι μεταβολές επιδρούν ευνοϊκά στην εσωτερική ζωή του κόμματος και στους δεσμούς του με τις μάζες. Αυτό το διαπιστώσαμε με την ευκαιρία των εκλογών των καθοδηγήσεων των ΚΟΒ και των Κομματικών Επιτροπών φέτος την άνοιξη.

Σε συνέχεια, ο σ. Ράκοσι τόνισε πως η κριτική και η αυτοκριτική είναι απ’τους σοβαρότερους παράγοντες για την ανάπτυξη του κόμματος και υπογράμμισε την ανάγκη της υπεράσπισης της σωστής γραμμής του Κόμματος από κάθε διαστρέβλωση.

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΜΑΣ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΟ, ΠΙΟ EΝIΑIO

Μετά το 2ο συνέδριο, είπε σε συνέχεια ο σ. Ράκοσι, το Κόμμα μας δυνάμωσε παραπέρα, βάθυνε τις ρίζες του, έγινε πιο πεπειραμένο, πιο σφυρηλατημένο, πιο ατσαλωμένο και πιο ενωμένο. Αυτή την ενότητα που είναι αποτέλεσμα της συνεχούς και αδιάκοπης πάλης ενάντια στους παλιούς εκμεταλλευτές τη δυναμώνει περισσότερο η μαρξιστική–λενινιστική θεωρία, η εφαρμογή της στην πραχτική δουλιά στις μαγυάρικες συνθήκες, πάνω στο παράδειγμα του Κ.Κ. της Σοβιετικής Ένωσης, η ενότητα των ιδεών που καθοδηγεί το Κόμμα μας σε κάθε του δουλιά και που για το δυνάμωμά της και το βάθεμά της χρειάζεται η ακατάπαυστη πάλη.

Οι αλλαγές που έγιναν μετά το 2ο συνέδριο του Κόμματος, οι όποιες συμβάδιζαν με την άνοδο της πολιτικής και ηθικής ενότητας του εργαζόμενου λαού μας και οι όποιες ανεβάζουν τις απαιτήσεις των μελών του Κόμματός μας, έκαναν απαραίτητο να φέρουμε μπροστά στο συνέδριο το καινούριο καταστατικό του Κόμματος το όποιο καθορίζει: «το Κόμμα των Ούγγρων Εργαζομένων είναι το κόμμα της εργατικής τάξης, του εργαζόμενου λαού, το όποιο ενώνει στις γραμμές του τις πιο προοδευτικές ουγγρικές δυνάμεις, τους πιο καλύτερους της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς και της διανόησης. Το κόμμα είναι εθελοντική μαχητική ένωση. Στη δράση του καθοδηγείται από τη διδασκαλία των Μάρξ-Ένγκελς–Λένιν–Στάλιν».

Η ανάπτυξη του Κόμματος φαίνεται επίσης και στο γεγονός πως μετά το δεύτερο συνέδριο ανέβηκε σημαντικά ο αριθμός των οργανώσεων βάσης. Το Γενάρη του 1951 είχαμε 12.933 οργανώσεις βάσης, μέχρι το Γενάρη τον 1954 ο αριθμός των οργανώσεων βάσης ανέβηκε σε 21.553. Στο διάστημα αυτό ο αριθμός των οργανώσεων βάσης του σοσιαλιστικού τομέα της αγροτικής οικονομίας από 2.129 ανέβηκε σε 4.250 και μέσα σ’ αυτές οι οργανώσεις βάσης των παραγωγικών συνεταιρισμών από 1.681 σε 3.122.

Η σημερινή δύναμη των μελών του Κόμματος είναι 864.607 μέλη. Απ’ αυτά, ταχτικά μέλη 810.227, δόκιμα 54.380. Η δύναμη των μελών του Κόμματος από το δεύτερο συνέδριο ανέβηκε κατά 2.493. Η αιτία αυτής της αργής ανόδου βρίσκεται στο γεγονός ότι ανάμεσα στα δύο συνέδρια ταχτοποιούνταν το ζήτημα αυτών που παρέμειναν πολλά χρόνια δόκιμα μέλη του Κόμματος και απ’αυτούς διώχτηκαν από το Κόμμα σχεδόν 20.000. Η αλλαγή των βιβλιαρίων που έγινε πέρσι μίκρυνε τον αριθμό αυτών που ήταν γραμμένοι σε δύο οργανώσεις και οι όποιοι, γι’ αυτό, το 1951, δύο φορές φαίνονταν γραμμένοι σε διαφορετικές καταστάσεις.

Την ανάπτυξη του Κόμματος την καθυστέρησε και το γεγονός ότι φροντίζουμε να μην προσλαμβάνονται στο Κόμμα νέοι κάτω από 24 χρόνων για να δουλέψουνε μέσα στην ΝΤΙΣ με σκοπό να δυναμώσουμε τη δουλιά ανάμεσα στους νεολαίους. Σχετικά με τη σύνθεση του Κόμματος: ο αριθμός των εργατών από 490.046 ανέβηκε σε 521.251, σε εκατοστά από 56,9 σε 60,5. Μεγάλωσε η αναλογία και δ αριθμός της διανόησης. Από 34.503 που ήταν τον Γενάρη του 1951, το Γενάρη του 1954 ανέβηκε σε 43.161. Ο αριθμός των αγροτών μέσα σε ένα χρόνο λιγόστεψε κατά ένα εκατοστό και τώρα είναι 124.976.

Με βάση την απασχόληση, η σύνθεση των δοκίμων μελών του Κόμματος, η όποια κατά ένα βαθμό δείχνει την παραπέρα πορεία της ανόδου του Κόμματος είναι η παρακάτω: μετά το δεύτερο συνέδριο ο αριθμός των εργατών δοκίμων μελών από 56,1% ανέβηκε στα 62,8%. Την 1η του Γενάρη 1951 τα 14,1% των δοκίμων μελών ήταν αγρότες, την 1η του Γενάρη του 1954 τα 19,2%. Μέσα σ’ αυτούς ανέβηκε ο αριθμός των αγροτών που δουλεύουν σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς και των ατομικών καλλιεργητών. Το ποσοστό των διανοουμένων από 3,9% σε 4,2%. Σοβαρά μίκρυνε το ποσοστό των υπαλλήλων δοκίμων μελών από 17,4% σε 7 ,6%.

Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν, είπε σε συνέχεια ο σ. Ράκοσι, πως η ανάπτυξη του Κόμματός μας είναι αργή και πρέπει απαραίτητα να αλλάξει αυτή η κατάσταση, στην πρόσληψη όμως δεν πρέπει να δίνεται φροντίδα μόνο για την αριθμητικά ποσοτική άνοδο αλλά για την ποιοτική.

Στο σημείο αυτό ο σ. Ράκοσι τόνισε την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην πρόσληψη μελών στο Κόμμα στις κομματικές οργανώσεις των παραγωγικών συνεταιρισμών. Υπάρχουν σήμερα χίλιοι περίπου παραγωγικοί συνεταιρισμοί που δεν έχουν κομματικές οργανώσεις.

Συνεχίζοντας, τόνισε πως πρέπει απ’ όλους τους τομείς της Δημοκρατίας οι καλλίτεροι εργαζόμενοι να γίνουν δόκιμα μέλη του Κόμματος και πρέπει επίσης να επιστηθεί η προσοχή στο γεγονός ότι ο αριθμός των διανοουμένων είναι ακόμα μικρός, ενώ ταυτόχρονα να δυναμώσει η επαγρύπνηση ώστε να μην περάσουν Στα Κόμμα καριερίστες, συνθηκολόγοι ή εχθρικά στοιχεία. Όλα αυτά, είπε, συμβάλλουν στο να γίνει το Κόμμα μας ακόμα πιο λενινιστικό, να γίνει πραγματικό Κομουνιστικό Κόμμα.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΟΥΛΙΑ

Η απόφαση της Κ.Ε. του περασμένου Ιούνη – συνέχισε ο σ. Ράκοσι – έδειξε πως στο Κόμμα μας παρουσιάζεται καθυστέρηση στον ιδεολογικό και θεωρητικό τομέα. Τα καθήκοντα της καινούργιας περιόδου απαιτούν μεγαλύτερη συμβολή και δραστηριότητα του εργαζόμενου λαού. Γι’ αυτό ο ρόλος της προπαγάνδας και της αγκιτάτσιας μεγαλώνει εξαιρετικά. Το δυνάμωμα και η παραπέρα ανάπτυξη της ιδεολογικής δουλιάς είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το καλυτέρεμα της προπαγανδιστικής και διαφωτιστικής δουλιάς. Στους τελευταίους μήνες η Κ.Ε. συζήτησε τα ζητήματα της προπαγάνδας-αγκιτάτσιας, της μαζικής διαπαιδαγώγησης και της λογοτεχνίας και καθόρισε τα σχετικά μ’ αυτά καθήκοντα. Οι αποφάσεις αυτές της Κ.Ε. βοηθάνε να γνωριστεί και να πραγματοποιηθεί καλύτερα η καινούρια πολιτική του Κόμματος. Διορθώθηκε σ’ αυτό τον τομέα η δουλιά του Κεντρικού Οργάνου του Κόμματος «Σάμπατ-Νέπ» και του θεωρητικού περιοδικού «Κόκκινη Επιθεώρηση». Πιο συχνά ασχολούνται με τα θεωρητικά και ιδεολογικά ζητήματα που έχουν σχέση με την περίοδο της καινούριας ανάπτυξης της Λ. Δημοκρατίας. Όλα αυτά όμως είναι μόνο μια καλή αρχή.

Οι αποφάσεις της Κ.Ε. απαιτούν οι εφημερίδες και τα περιοδικά μας να καταπιάνονται αδιάκοπα με τα ιδεολογικά ζητήματα, να κριτικάρουν ανοιχτά και θαρραλέα, συγκεκριμένα και όχι γενικά, με τα ουγγρικά δεδομένα και χωρίς να υπολογίζουν πρόσωπα. Πρέπει να βοηθήσουμε ανοίγοντας συζητήσεις τέτοιες που εξυπηρετούν την παραπέρα ιδεολογική πρόοδο, συζητήσεις στη λογοτεχνία, στην επιστήμη, στην καλλιτεχνία και στους πιο διαφορετικούς τομείς. Στην πραγματοποίηση αυτών των απαιτήσεων βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή της αρχής. Αυτά που μετά τις αποφάσεις πραγματοποιήθηκαν πρέπει να τα βλέπουμε μόνο σαν πρώτα βήματα. Για να ξεπεράσουμε τη καθυστέρηση χρειάζεται περισσότερη, πλατύτερη και βαθύτερη ιδεολογική δουλιά.

Η αλλαγή που χρειάζεται απαραίτητα να πραγματοποιηθεί στον ιδεολογικό τομέα ακόμα δεν έγινε. Γι’ αυτό με κάθε τρόπο πρέπει να βοηθηθεί και να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη της ιδεολογικής και θεωρητικής δουλιάς.

Τα καινούργια καθήκοντα απαιτούν την δραστηριοποίηση και συμβολή σ’ αυτό των πλατιών μαζών. Γι’ αυτό χρειάζεται ζωντανή και θαρραλέα αγκιτάτσια και προπαγάνδα, τέτοια αγκιτάτσια και προπαγάνδα, που καθαρά και κατανοητά στη γλώσσα του λαού δίνει απαντήσεις στα ζητήματα που παρουσιάζονται, που κινητοποιεί τους εργαζομένους στο ξεπέρασμα των δυσκολιών και ταυτόχρονα αυστηρά και μαχητικά παλεύει ενάντια στη φανερή ή κρυφή προπαγάνδα. Η αγκιτάτσια μας να γίνεται πιο δυνατή, να απασχολείται με τα επίκαιρα και φλέγοντα καθήκοντα, με τα προβλήματα των εργατών, να δείχνει τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στις πραγματοποιήσεις της δουλιάς των εργαζομένων με τα καθήκοντα της χώρας και έτσι ν’ ανοίγει πλατύτερους ορίζοντες και προοπτικές. Ξεκινώντας απ’ αυτό πρέπει να μελετήσουμε και να καλυτερεύσουμε όχι μονάχα τη δουλιά των αγκιτατόρων αλλά και τη δουλιά της εφημερίδας και του ραδίου. Η παλιά πείρα της ταξικής πάλης μάς διδάσκει ότι ο εχθρός τρυπώνει σ’ αυτά τα μέρη που εμείς δεν ασχολούμαστε. Αυτό φυσικά αφορά και τον ιδεολογικό τομέα. Στένεψε πολύ η υλική βάση του καπιταλισμού. Όμως η καπιταλιστική σκέψη και χωρίς οικονομική βάση ζει και ακόμα για μεγάλο χρονικό διάστημα θα εξακολουθεί να επιδράει με τις πιο διαφορετικές μορφές σε όλους τους τομείς της Λαϊκής μας Δημοκρατίας. Η κεφαλαιοκρατική ιδεολογία βοηθάει με όλα τα μέσα τα υπολείμματά της στη χώρα μας, ξαναζωντανεύει παραπέρα τον ιμπεριαλιστικό κύκλο του οποίου η μέθοδος εκφράζεται στο μπάσιμο από διαφορετικά κανάλια της ιδεολογίας του σε μάς. Στους τελευταίους μήνες διαπιστώσαμε ότι οι πιστοί στο παλιό καθεστώς εθνικιστές, με την διάδοση σοβινιστικών συνθημάτων προσπάθησαν και δοκίμασαν να ξαναζωντανέψουν τον αντισημιτισμό, το αισχρό όπλο του φασισμού. Οι προσπάθειες της αντίδρασης κατευθύνονται κυρίως στο να βάλουν κάτω απ’ την πολιτική τους επίδραση τις εργαζόμενες αγροτικές μάζες.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες γίνεται μεγαλύτερη η ανάγκη όλα τα μέλη του κόμματος να καταχτήσουν το βαθμό αυτό της θεωρητικής και πολιτικής προετοιμασίας που είναι αναγκαίος για την εκπλήρωση των καθηκόντων στον τομέα που δουλεύουν, αυτό τους κάνει ικανούς να καταλαβαίνουν τα καινούργια προβλήματα που προκύπτουν και να μπορούν κατάλληλα να αποφασίζουν.

Συνεχίζοντας ο σ. Ράκοσι είπε: Πολλές φορές διαπιστώθηκε ότι η διαλυτική δουλιά του εχθρού εμφανίζεται δημαγωγικά, προσπαθεί να διασπάσει την πειθαρχία με τη μορφή των απαιτήσεων, ζητά παράλογα πράγματα που ξεπερνούνε την ικανότητα της Λαϊκής μας Δημοκρατίας φέρνοντας εμπόδια στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση. Αυτό το φαινόμενο είναι πιο επικίνδυνο ακόμα για το γεγονός ότι συχνά συναντούμε τέτοια πλάνα και προτάσεις που γίνονται με καλή διάθεση, τα όποια, όμως παραγνωρίζουν τις πραγματικές δυνατότητες και την υλική κατάσταση της Λαϊκής Δημοκρατίας.

Η παραδοχή τέτοιων πλάνων οδήγησε ώστε σε πολλούς τομείς στη θέση της οικονομίας να δίνουμε παραπάνω απ’ ότι χρειάζεται, δεν απλώνουμε τα πόδια ως εκεί που φτάνει το πάπλωμα, πράγμα που φέρνει σοβαρές ζημιές στη λαϊκή μας οικονομία και εμποδίζει το καλυτέρεμα του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΕΛΕΧΩΝ

Συνεχίζοντας ο σ. Ράκοσι αναφέρθηκε στην πολιτική στελεχών και τόνισε την ανάγκη της γρήγορης και ριζικής έξάλειψης των αδυναμιών που παρουσιάζονται ακόμα στο τομέα αυτόν. Ιδιαίτερα στάθηκε στο γεγονός ότι η ανάδειξη και η προώθηση στελεχών γίνεται με βάση γνωμοδοτήσεις, αναφορές, ερωτηματολόγια, και παλιές βιογραφικές εκθέσεις, δηλαδή με τρόπο γραφειοκρατικό. Ταυτόχρονα τόνισε την ανάγκη της σοβαρής επαγγελματικής κατάρτισης των στελεχών δίπλα στη θεωρητική μόρφωσή τους. Σχετικά με τις κομματικές σχολές ανάφερε ότι τώρα λειτουργούν δίχρονες και χρονιάτικες, πεντάμηνες και τρίμηνες σχολές. Το φθινόπωρο θα αρχίσει να λειτουργεί και η τρίχρονη κομματική σχολή. Απ’ τη δίχρονη σχολή τελειώνουν αυτό το εξάμηνο 356, από τη χρονιάτικη 583. Από την πεντάμηνη αποφοίτησαν από το 2ο συνέδριο ως τα τώρα 4.988, από την τρίμηνη 15.822. Συνολικά στις σχολές φοιτούνε τώρα 3.203. Εκτός από τις σχολές φοιτούν στα μαθήματα 400.000 απ’ τους όποιους 15% είναι εξωκομματικοί. Από την ύλη εξαλείφτηκαν ορισμένα ιδεολογικά λάθη που υπήρχαν και η όλη εργασία θα ευκολυνθεί με την έκδοση της ιστορίας του ουγγρικού εργατικού κινήματος που ετοιμάζεται με εντολή και με έλεγχο της ΚΕ.

Τελειώνοντας πάνω σ’ αυτό ο σ. Ράκοσι τόνισε την ανάγκη να ξαναστέλνονται πίσω στις κομματικές οργανώσεις από τις όποιες στάλθηκαν, οι σ. που αποφοιτούν από τις σχολές.

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

Ο έλεγχος για την πραγματοποίηση των αποφάσεων – τόνισε στην συνέχεια της εισήγησής του ο σ. Ράκοσι – πρέπει να γίνει πιο αυστηρός. Η έλλειψη υπεύθυνου και αποφασιστικού έλεγχου, είπε, είναι μια απ’ τις αδύνατες πλευρές της κομματικής και κρατικής καθοδήγησης. Ανάφερε στο σημείο αυτό περιπτώσεις όπου σοβαρές αποφάσεις πραγματοποιούνται με καθυστέρηση ή με ελλείψεις, πράγμα που δείχνει πως ο έλεγχος είναι ανεπαρκής ή λείπει ολότελα. Έτσι και οι πιο καλές αποφάσεις μπορούν να ξεφτίσουν και να αχρηστευθούν. Πρέπει συνεπώς να δυναμώσει ο έλεγχος από πάνω σε απαραίτητο συνδυασμό με τον έλεγχο των πλατιών εργαζόμενων μαζών.

Η γραφειοκρατία και αξεχώριστος συνοδός της ο συγκεντρωτισμός, αρχίζει να γίνεται εμπόδιο σε όλη μας την ανάπτυξη, είπε σε συνέχεια ο σ. Ράκοσι.

Λιγότερο χαρτί, λιγότερες συνεδριάσεις, λιγότερες επιτροπές, τα στελέχη να μη μελετούν τη ζωή απ’ τα χαρτιά, γιατί από αυτά ούτε καν θα τη γνωρίσουν, αλλά να κρατούν ζωντανή σύνδεση με τη ζωή. Και τότε οι αποφάσεις τους θα είναι σωστότερες, θα πετύχουν το στόχο και θα εφαρμοστούν.

ΟΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΜΑΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Περνώντας στο ζήτημα των μαζικών οργανώσεων και των σχέσεων του κόμματος μ ’ αυτές ο σ. Ράκοσι αναφέρθηκε πρώτ’ απ’ όλα στις λαθεμένες αντιλήψεις ότι στην περίοδο της διχτατορίας του προλεταριάτου που είναι εξασφαλισμένη η καθοδήγηση του κόμματος δεν είναι σπουδαίος ο ρόλος των μαζικών οργανώσεων. Ο σ. Ράκοσι χαραχτήρισε σεχταριστικές αυτές τις «αριστερές» απόψεις και τόνισε ότι εντελώς αντίθετα, μέσα στην περίοδο των καινούργιων καθηκόντων του κόμματος, η σημασία των μαζικών οργανώσεων ανέβηκε και μόνο το κλείσιμο του κόμματος στον εαυτό του το εμπόδισε να ασχοληθεί με αυτές. Το κόμμα – είπε ο σ. Ράκοσι– δεν πρέπει να προσέξει μόνο πως θα δυναμώσουν οι μαζικές οργανώσεις αριθμητικά, μα και πως θα κάνουν πλατύτερη πολιτική, εκπολιτιστική, οικονομική, διαπαιδαγωγική δουλιά, πως θα ικανοποιήσουν πιο καλιά τις απαιτήσεις των εργαζόμενων. Από την αριθμητική άποψη, η δύναμη των μαζικών οργανώσεων είναι η εξής: Συνδικάτα 1.813.001 μέλη, ΝΤΊΣ 577.000 μέλη, ΜΝΔΣΖ (σ.parapoda: Ουγγρική Δημοκρατική Ένωση Γυναικών) 560.000, αγροτικοί συνεταιρισμοί 1.300.000. Εκείνο που χρειάζεται, είναι να ανεβεί η δουλιά και να καλυτερέψει σ’ αυτές η καθοδήγηση και η διεύθυνση. Αυτό αφορά πρώτ’ απ’ όλα τη δουλιά στα συνδικάτα που είναι σχολειό του σοσιαλισμού. Οι κομμουνιστές και οι οργανώσεις των συνδικάτων πρέπει ν’ αλλάξουν από τη βάση τους τις σχέσεις τους απέναντι στη συνδικαλιστική δουλιά και κυρίως να βλέπουν πως στα συνδικάτα διαπαιδαγωγούνται εκατοντάδες χιλιάδες εξωκομματικοί εργάτες που πάνε στα εργοστάσια και που αποτελούν το απόθεμα απ’ όπου το κόμμα αντλεί τις καινούργιες δυνάμεις του, μα και γενικότερα να βλέπουν το σπουδαίο ρόλο των συνδικάτων στην κινητοποίηση των μαζών για το χτίσιμο του σοσιαλισμού. Η Άμιλλα, οι νεωτερισμοί, η κάθε είδους παραγωγική πρωτοβουλία των εργαζομένων είναι μέσα στα καθήκοντά τους, για το ανέβασμα της παραγωγικότητας, για τη μείωση του κόστους της παραγωγής, για την οικονομία, για την πειθαρχία στη δουλιά, ενάντια στην παραγωγή σκάρτων προϊόντων.

Η εργατική μας τάξη – είπε ο σ. Ράκοσι – μπορεί να κάνει θαύματα στην παραγωγή, στην άμιλλα, αν εμψυχώνουμε και υποστηρίζουμε τις πρωτοβουλίες, την εφευρετικότητα και δείχνουμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην απλή καθημερινή δουλιά και στους μεγάλους μελλοντικούς σοσιαλιστικούς σκοπούς. Παράλληλα, τα συνδικάτα να εκπροσωπούν με συνέπεια τα δίκαια και τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Για τη ΝΤΙΣ, ο σ. Ράκοσι είπε ότι τα όργανα και οι οργανώσεις του κόμματος δεν βοηθάν ικανοποιητικό τη δουλιά της. Η ΝΤΙΣ, είπε, η αγωνιστική οργάνωση της νεολαίας, αγαπημένο παιδί του κόμματος, πρέπει να βλέπει πως το κόμμα τη βοηθάει, την υποστηρίζει, τη σκέφτεται. Αυτή τη στιγμή, για τη ΝΤΙΣ το βασικό καθήκον είναι το χωριό. Το κόμμα λοιπόν και το κράτος ας κάνουν τα πάντα για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα σοβαρά καθήκοντα της.

Η ΜΝΔΣΖ, για την παραπέρα αποτελεσματικότερη δουλιά της, χρειάζεται περισσότερη κατανόηση και βοήθεια απ’ τις κομματικές οργανώσεις και τα κρατικά όργανα. Οι κομματικές οργανώσεις με το ίδιο πνεύμα πρέπει να προσέξουν και τις αδύνατες μαζικές οργανώσεις, όπως οι επιτροπές παραγωγής στα χωριά και με ασύγκριτα περισσότερη δουλιά να ασχοληθούν με τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, να εξαλείψουν την γραφειοκρατία, τον παρεμβατισμό, τις παραβιάσεις των νόμων.

ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Καθορίζοντας στο κλείσιμό του τα καθήκοντα του κόμματος ο σ. Ράκοσι τόνισε πως πρώτα–πρώτα πρέπει να δυναμώσουμε την πολιτική και οργανωτική δουλιά εκεί που απαιτούν οι καινούργιοι σκοποί της νέας περιόδου. Στους τομείς αυτούς πρέπει να εξασφαλιστεί ή βελτίωση της μαζικής πολιτικής δουλιάς. Και πρώτ’ απ’όλα σε τέτοιους κύριους βιομηχανικούς τομείς, σαν τα ορυχεία, τις υψικάμινες, την ηλεκτρενέργεια, τις επιχειρήσεις που δουλεύουν για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας και σε τέτοιες βασικές επιχειρήσεις που παράγουν είδη για το εξωτερικό εμπόριο.

Άλλος βασικός τομέας της κομματικής δουλιάς είναι το χωριό. Τώρα, είπε ο σ. Ράκοσι, πρέπει να διορθώσουμε πρώτ’ απ’όλα την κομματική δουλιά στο χωριό, να δυναμώσουμε ουσιαστικά την κομματική οργάνωση της επαρχίας και του χωριού. Γι’ αυτό το σκοπό, ανάφερε, μέχρι τώρα στάλθηκαν στο χωριό 800 στελέχη πολιτικά καταρτισμένα και έμπειρα.

Η κύρια γραμμή του κόμματος, είπε συνεχίζοντας ο σ. Ράκοσι, είναι να βάλει τις βάσεις του σοσιαλισμού στη χώρα και, μαζί μ’ αυτό, να ανεβάζει συνεχώς το υλικό και εκπολιτιστικό επίπεδο του λαού, καθώς επίσης αδιάκοπα να αγωνίζεται για να εφαρμόζεται η ειρηνική συνέχιση της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης. Για την επιτυχή πραγματοποίηση της κύριας γραμμής του κόμματος χρειάζεται: Ενότητα του κόμματος, η συσπείρωση γύρω από το κόμμα της εργατικής τάξης που είναι η ηγετική δύναμη μέσα στη λαϊκοδημοκρατική κοινωνία, η στερέωση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας, το δυνάμωμα και το πλάτεμα του Λαϊκού Μετώπου της Ανεξαρτησίας, το δυνάμωμα του κράτους της εργατιάς και αγροτιάς, η στερέωση και το βάθεμα της φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση και τις χώρες της Λ. Δημοκρατίας. Πρέπει να φυλάμε την ενότητα του κόμματός μας, είπε ο σ. Ράκοσι, σαν την κόρη του ματιού μας, σαν το πιο ακριβό μας θησαυρό (χειροκροτήματα). Πρέπει να εξασφαλίσουμε ώστε το κόμμα μας ο εχθρός να μην μπορεί να βρει μέρος άλλά ούτε χαραμάδα για να μπει (παρατεταμένα χειροκροτήματα).

Η πραγματοποίηση της κύριας γραμμής του κόμματός μας βασικά εξαρτάται από την συσπείρωση με πλήρη ενότητα, συνείδηση και πειθαρχία γύρω από το κόμμα, της καθοδηγητικής δύναμης του κοινωνικού μας καθεστώτος, δηλαδή της ουγγρικής εργατικής τάξης. Γι’ αυτό, με όλες μας τις δυνάμεις πρέπει να στερεώνουμε τους δεσμούς του κόμματος και της εργατικής τάξης και να εξασφαλίσουμε τον ηγετικό ρόλο της βιομηχανικής εργατιάς σε όλους τους τομείς της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης.

Για την επιτυχή εκπλήρωση της κύριας γραμμής του κόμματός μας είναι, απαραίτητα αναγκαίο να συνεχίσουμε το πιο παραπέρα δυνάμωμα της εργατοαγροτικής συμμαχίας και να την κάνουμε αδιάσπαστη γιατί αυτή είναι η βάση του λαϊκοδημοκρατικού μας κράτους, το θεμέλιο των μέχρι τώρα καταχτήσεων και η εγγύηση των παραπέρα νικών μας.

Για την αποτελεσματική πραγματοποίηση της κύριας γραμμής του κόμματός μας πρέπει να πλαταίνουμε τη βάση αυτή πάνω στην όποια στηρίζεται η πολιτική του κόμματός μας και τον λαϊκού μας κράτους. Να δημιουργήσουμε και να αναπτύξουμε το Λαϊκό Μέτωπο της Ανεξαρτησίας που σαν λαϊκό κίνημα όλων των φιλειρηνικών δυνάμεων είναι η πιο πλατιά οργάνωση στη χώρα μας, να αγωνιστεί για την ευτυχία και άνοδο της χώρας μας.

Για την εκπλήρωση της κύριας γραμμής του κόμματός μας επιβάλλεται σε μάς να δυναμώνουμε αδιάκοπα το κράτος της εργατιάς-αγροτιάς, το κράτος της Λ. Δημοκρατίας, για να μπορούν έτσι να παίρνουν δραστήριο μέρος οι πιο πλατιές μάζες στη δουλιά του κράτους και του ελέγχου.

Για τη νικηφόρα πραγματοποίηση της κύριας γραμμής του κόμματός μας είναι απαραίτητα αναγκαίο να βαθαίνουμε και να στερεώνουμε πιο πέρα τους δεσμούς με τη χώρα που χτίζει, τον κομμουνισμό, τον πιο ειλικρινή φίλο του λαού μας, τον ελευθερωτή της χάρης μας, το σημαιοφόρο της ειρήνης, τη Σοβιετική ‘Ένωση (παρατεταμένα θυελλώδη χειροκροτήματα), καθώς επίσης με τις χώρες των Λ. Δημοκρατιών και να δημιουργούμε δεσμούς με κάθε χώρα που παλεύει ενάντια στο ληστρικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για την ανεξαρτησία της και για την ειρήνη.

Σύντροφοι, είπε καταλήγοντας ο σ. Ράκοσι, η στροφή που έγινε τον περασμένο Ιούνη του περασμένου χρόνου με πρωτοβουλία της Κεντρικής Επιτροπής μας στέριωσε τους δεσμούς του κόμματός μας και της εργαζόμενης αγροτιάς, τους δεσμούς της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, τους δεσμούς του κόμματος με όλο τον εργαζόμενο ουγγρικό λαό. Πάνω στη βάση της στροφής του Ιούνη ξαναγεννήθηκε η εργατοαγροτική συμμαχία, η στροφή του Ιούνη απελευθέρωσε καινούργιες δυνάμεις για το χτίσιμο του σοσιαλισμού στη χώρα μας. Ο δρόμος ο οποίος καθορίστηκε στη στροφή του Ιούνη είναι σωστός δρόμος. Αυτό το δρόμο πρέπει να τον ακολουθούμε ακατάπαυστα. Αυτό το δρόμο ακολουθεί το κόμμα μας, η εργατική τάξη, η εργαζόμενη αγροτιά μας, η διανόησή μας, ο λαός μας. Αυτός ο δρόμος είναι ο δρόμος της ανόδου, ο δρόμος της στερέωσης της εθνικής μας ανεξαρτησίας, είναι ο δρόμος για μια δυνατή πολιτισμένη, ανθηρή Ουγγαρία.

Ζήτω η υπέροχη εργατική μας τάξη που ατσαλώθηκε στους αγώνες, η ηγετική τάξη της Λ. Δημοκρατίας

Ζήτω η αδιάσπαστη ενότητα της εργατιάς-αγροτιάς, στέρεα βάση της Λ. Δημοκρατίας.

Να ζει και να δυναμώνει ο ηγέτης της κοινωνίας μας και του κράτους μας το ΜΔΡ, που ατσαλώθηκε μέσα σε ηρωικούς αγώνες δεκαετηρίδων.

Ζήτω το κόμμα του Λένιν-Στάλιν, το δοξασμένο Κομμουνιστικό Κόμμα της απελευθερώτριας της πατρίδας μας, της Σ. Ένωσης.

Ο ΤΕΛΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ σ. ΡΑΚΟΣΙ

Αξιότιμο συνέδριο, αγαπητοί σύντροφοι.

Το συνέδριο του ΜΔΡ τελείωσε τις εργασίες του, έκανε εκτίμηση των αποτελεσμάτων των περασμένων χρόνων, έδειξε τις επιτυχίες που είχαμε στον τομέα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, στην ανάπτυξη του βιοτικού και εκπολιτιστικού επιπέδου των εργαζομένων και στην ολοένα αυξανόμενη ενότητα και το δυνάμωμα του έθνους μας.

Το συνέδριο διαπίστωσε ότι σαν αποτέλεσμα της καλής δουλιάς του Κόμματός μας, μεγάλωσε ο πατριωτισμός του λαού μας, πλάτυνε η ενότητα του έθνους μας, δυνάμωσε η χώρα μας, στερεώθηκε η ανεξαρτησία της.

Έγινε πιο στερεά η βάση της Λαϊκής εξουσίας, αναπτύχθηκαν πιο πολύ οι σχέσεις ανάμεσα στο Κόμμα και στην εργατική τάξη, δυνάμωσε ή εργατοαγροτική συμμαχία. Το συνέδριο δίπλα σ’ αυτά τα ικανοποιητικά αποτελέσματα ειλικρινά και ανοιχτά ξεσκέπασε και κριτίκαρε τα λάθη πού κάναμε στα περασμένα χρόνια, στην κομματική και οικονομική πολιτική μας – ιδιαίτερα με τους υπερβολικά γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης της εκβιομηχάνισης – επεξεργάστηκε τους τρόπους για τη διόρθωση των λαθών και καθόρισε τα καθήκοντα πού στέκουν μπροστά στο Κόμμα μας και στη Λαϊκή μας Δημοκρατία.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα καθήκοντα, το πρώτο είναι: Το παραπέρα αδιάκοπο ανέβασμα της υλικής ευημερίας και του πολιτιστικού επιπέδου του λαού μας. Ο πιο σοβαρός παράγοντας γι’ αυτό το ανέβασμα είναι η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, που το Κόμμα και η κυβέρνηση εκεί πρέπει να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους.

Το συνέδριο καθόρισε τις βασικές αρχές του 2ου πεντάχρονου πλάνου και σαν σκοπό έβαλε στην περίοδο του 2ου πεντάχρονου πλάνου στο σύνολο της εθνικής οικονομίας δηλ. και στην αγροτική οικονομία, να βάλουμε τις βάσεις του σοσιαλισμού.

Το συνέδριο έδειξε τα αποτελέσματα και τα λάθη της κρατικής διοίκησης και των τοπικών συμβουλίων και επεξεργάστηκε τα μέτρα που η εκτέλεσή τους δυναμώνει την κρατική εξουσία της Λαϊκής μας Δημοκρατίας και κάνει πιο στέρεα την εργατοαγροτική συμμαχία.

Το συνέδριο δέχτηκε το καινούργιο καταστατικό το όποιο ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη του Κόμματός μας, βάζει μεγαλύτερες απαιτήσεις στις οργανώσεις και στα μέλη μας. Το συνέδριο έστρεψε την προσοχή του στο ότι πρέπει να μεγαλώσει το ενδιαφέρον προς τη νεολαία μας και αντί στοιχα μ’ αυτό να δυναμώνουμε την ΝΤΙΣ και να της εξασφαλίσουμε μεγαλύτερο πεδίο δράσης στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Επίσης το ίδιο πρέπει να κάνουμε και με τις εργαζόμενες γυναίκες σ’ όλους τους τομείς της Λαϊκής Δημοκρατίας.

Τέλος, το συνέδριο, παράλληλα με τις επιδιώξεις, υπογράμμισε πως στα κοντινά χρόνια, το μεγαλύτερο βάρος πρέπει να το ρίξουμε στο διόρθωμα της κομματικής δουλιάς στο χωριό. Αποφασιστικός όρος για την εκτέλεση των αποφάσεων του συνεδρίου, για τη γενική βελτίωση της κομματικής μας δουλιάς είναι η εξασφάλιση της κολλεχτίβας, σ’ όλα τα όργανα του Κόμματος, το δυνάμωμα του πνεύματος της κριτικής και αυτοκριτικής και της εσωκομματικής δημοκρατίας.

Αυτά τα εξασφαλίζει το παραπέρα δυνάμωμα και στερέωμα των δεσμών του Κόμματος με την εργατική τάξη, της εργατικής τάξης με την αγροτιά. Από μέρα σε μέρα περισσότερο πρέπει να βαθαίνουμε την επιρροή του Κόμματος ανάμεσα στις εργαζόμενες μάζες, να στερεώνουμε με κάθε τρόπο τις σχέσεις του Κόμματος και της κυβέρνησης με το λαό. Όλα τα μέλη του Κόμματος, ιδιαίτερα οι αντιπρόσωποι του συνεδρίου, πρέπει να παλαίψουν για να γίνουν οι επιδιώξεις μας κοινή υπόθεση εκατομμυρίων εργαζόμενων. Όλες οι εκδηλώσεις του συνεδρίου, δείξανε, πως το Κόμμα μας και ο λαός μας σε αδιάρρηχτη ενότητα υποστηρίζουν τα σχέδιά μας που αφορούν την παραπέρα οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αυτό δεν το ‘δειξε μόνο η στάση και οι ομιλίες των αντιπροσώπων του συνεδρίου, άλλά και η αναπτυσσόμενη ορμή της σοσιαλιστικής άμιλλας που ολοένα μεγάλωνε, όταν ο λαός πληροφορήθηκε για τους σκοπούς του συνεδρίου.

Η άμιλλα που ξετυλίγονταν με ολοένα αναπτυσσόμενους ρυθμούς, δεν δείχνει μόνο πως όλη η χώρα, όλος ο εργαζόμενος λαός, με εντατική προσοχή συνόδευε τη δουλιά μας αλλά αποτελεί και μια δημιουργική έκφραση της ομόθυμης θέλησής του, που τον εμψύχωνε στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στους μηχανοτραχτερικούς σταθμούς, στα χωριά και σ’ όλο το μέτωπο της δουλιάς να αναλάβει νέες υποχρεώσεις στην παραγωγή και να πραγματοποιεί καινούργιες επιτυχίες. Αυτές οι εκδηλώσεις δείχνουν πως ο εργαζόμενος λαός μας κάνει δικούς του και σύμφωνα μ’ αυτούς τους σκοπούς και τους φέρνει σε επιτυχή πραγματοποίηση.

Η πορεία του συνεδρίου δεν δικαίωσε μόνο, ότι ο εργαζόμενος λαός ενωμένος στέκει πίσω μας και σωστά μάς υποστηρίζει. Οι σύντροφοι ακούσανε τις ομιλίες των αντιπρόσωπων των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων 30 χωρών, ανάμεσα τους τον αντιπρόσωπο του δοξασμένου Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, της απελευθερώτριας της πατρίδας μας, τον σ. Βοροσίλοφ, τον οποίο ο μαγυάρικος λαός από παλιά τον έκλεισε στην καρδιά του. Τους αντιπροσώπους τον Κομμουνιστικού Κόμματος του Μεγάλου κινέζικου λαού. Τους αντιπροσώπους των εργαζομένων της Κορέας και του Βιέτ Νάμ, που τόσο ηρωικά αγωνίζονται ενάντια στους ιμπεριαλιστές, τους αντιπροσώπους των Λαϊκών Δημοκρατιών που με επιτυχία χτίζουν το σοσιαλισμό.

Απ’ όλα τα σημεία των πέντε ηπείρων του κόσμου τα αδελφά Κόμματα στείλαν τους αντιπροσώπους τους όχι μόνο για να δείξουν την αλληλεγγύη τους, για να πούνε πόσο χαίρονται για τις επιτυχίες μας και πόσο ποθούν παραπέρα καλά αποτελέσματα στη δουλιά μας, αλλά και για να υπογραμμίσουν τη διεθνή σημασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησής μας.

Οι αντιπρόσωποι των αδελφών Κομμάτων μπόρεσαν να πειστούν πως ο εργαζόμενος λαός μας συναισθάνεται ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση της χώρας μας συνδέεται αχώριστα όχι μόνο με την ανεχτίμητη και συνεχή βοήθεια την όποια η Σοβιετική Ένωση μάς παρέχει από την πρώτη μέρα της Απελευθέρωσης της χώρας μας, όχι μόνο με την αμοιβαία συνεργασία των Λαϊκών Δημοκρατιών , άλλά και με τη σωστή και θαρραλέα υποστήριξη των εργαζομένων όλου τού κόσμου.

Μπόρεσαν να πειστούν ότι μέσα στον εργαζόμενο λαό μας ζωντανά ζει το αγωνιστικό πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού, πως όλοι μας ξέρουμε ότι η υπόθεση της σοσιαλιστικής μας οικοδόμησης είναι αδιαχώριστη απ’ την υπόθεση όλης της προοδευτικής ανθρωπότητας. Κάθε μαγυάρος εργαζόμενος ξέρει επίσης πως η κάθε επιτυχία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης της Λ Δ. της Ουγγαρίας συμβάλλει και στην υπεράσπιση της ειρήνης. Οι αντιπρόσοοπυι των αδελφών κομμάτων, στην εδώ σύντομη παραμονή τους, μπόρεσαν να πειστούν με πολλούς τρόπους πως ο μαγυάρικος λαός ενωμένος στέρεα βρίσκεται φρουρός στο μέτωπο της ειρήνης που του εμπιστεύτηκαν.

Εμείς πρέπει να υπογραμμίσουμε τι καινούργια πηγή δύναμης σήμαινε για μάς αυτό που ακούσαμε με τόσους τρόπους στο συνέδριο, ότι δηλαδή παντού στον κόσμο όπου διεξάγεται αγώνας ενάντια στους ιμπεριαλιστές εμπρηστές του πολέμου για την απελευθέρωση των εργαζομένων, παντού προσέχουν με ενθουσιώδη χαρά τα αποτελέσματα της σοσιαλιστικής οικοδομητικής μας δουλιάς, και ότι απ’ τις επιτυχίες μας οι στρατιώτες της Λαϊκής λευτεριάς αντλούν θάρρος. Πρέπει να εκλαϊκεύουμε τη διεθνή σημασία της ανοικοδομητικής μας δουλιάς, ότι τα αποτελέσματά μας και τα λάθη μας το ίδιο επιδρούν στον αγώνα για την ειρήνη και τη λευτεριά που διεξάγουν οι λαοί σ’ όλα τα μέρη της γης. Αυτή η γνώση, αυτή η αναγνώριση ας ανεβάσει το συναίσθημα της ευθύνης μας και ας ωθήσει σε καινούργιες προσπάθειες, σε καινούργιες επιτυχίες.

Ταυτόχρονα με το συνέδριό μας συνεδρίασε στο Βερολίνο και το Παγκόσμιο Συμβούλιο της Ειρήνης και επεξεργάστηκε τα καινούργια καθήκοντα για την υπεράσπιση της ειρήνης. Στο όνομα του συνεδρίου, μπορώ να δηλώσω πως μπορούν μ’ εμπιστοσύνη να στηρίζονται στο μαγυάρικο λαό για κάθε ζήτημα πού αφορά τη μεγάλη υπόθεση της υπεράσπισης της ειρήνης.

Ταυτόχρονα με το συνέδριο μας διεξάγονται οι συνομιλίες στη Γενεύη όπου με πρωτοπόρους τους αντιπροσώπους της Σοβιετικής Ένωσης, οι αντιπρόσωποι των λαών της Κίνας, του Βιέτ Νάμ, αγωνίζονται για τη σταθεροποίηση της ειρήνης, για τη δημιουργία καλών σχέσεων ανάμεσα στους λαούς. Οι μαγυάροι εργαζόμενοι όπως τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων σ’ όλο τον  κόσμο, απαιτούν την ειρήνη, επιθυμούν από καρδιάς την πλήρη επιτυχία αυτής της μεγάλης δουλιάς για την ειρήνη. Σύντροφοι, οι εργασίες του συνεδρίου μας καθόρισαν το δρόμο που θα ακολουθήσει το Κόμμα, ο εργαζόμενος λαός μας, τα ερχόμενα χρόνια στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Τα καθήκοντα δεν είναι εύκολα, η πραγματοποίησή τους απαιτεί πολλές θυσίες και προσπάθειες, όμως υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις και η εγγύηση ότι το Κόμμα μας, που ατσαλώθηκε στους αγώνες, με τη σκληρή του δουλιά, θα πραγματοποιήσει όλες τις επιδιώξεις μας.

Το πρώτο και αποφασιστικό είναι η αλύγιστη ιδεολογική, πολιτική ενότητα και σταθερότητα του Κόμματός μας, ο αδιάσπαστος δεσμός του Κόμματός μας με τον  εργαζόμενο λαό.

Αυτό ήταν το μυστικό των επιτυχιών μας, όπως και θα ‘ναι η βάση των μελλοντικών μας νικών. Η ενότητα δίνει δύναμη. Γι’ αυτό φροντίζουμε και φυλάμε σαν τα μάτια μας την στέρεα ενότητα του Κόμματός μας.

Οι σωστές μας επιδιώξεις εκφράζουν τους πόθους και τις επιθυμίες ολάκερου του λαού μας που τις στηρίζει η θαυμάσια δημιουργική δύναμη που αναπτύσσει ο εργαζόμενος λαός μας, με την καθοδήγηση του Κόμματος και της εργατικής τάξης.

Τέλος, σίγουρη εγγύηση των επιτυχιών μας, όπως και στο παρελθόν, έτσι και στο μέλλον, είναι ότι η δουλιά της σοσιαλιστικής οικοδόμησής μας υποστηρίζεται από την απελευθερώτρια αδελφή Σοβιετική Ένωση και βοηθιέται από τις φιλικές Λαϊκές Δημοκρατίες.

Σύντροφοι,

η ορμή, η εμπιστοσύνη και η ενότητα που εκδηλώθηκαν στη δουλιά του 3ου συνεδρίου του Κόμματός μας, αποτελούν για μας πηγή καινούργιας δύναμης. Κατά τη διάρκεια τού συνεδρίου με χίλιους τρόπους αποδείχτηκε ότι ολόκληρος ο μαγυάρικος εργαζόμενος λαός αγαπά θερμά το Κόμμα μας, βρίσκει σωστές τις επιδιώξεις μας και τις κάνει κτήμα του ο εργάτης, ο αγρότης, ο διανοούμενος και κάθε παιδί εργαζόμενου της πατρίδας μας. Σε μάς μπαίνει τώρα το ζήτημα να πραγματοποιήσουμε πέρα για πέρα και γρήγορα, με όλες τις προσπάθειες μας, αυτές τις σωστές επιδιώξεις για το καλό και την άνθιση ολάκερου του εργαζόμενου λαού μας. Ο δρόμος είναι ελεύθερος, ο σκοπός είναι καθαρός, εξαρτάται από μάς να πραγματοποιήσουμε αυτά που έχουμε αποφασίσει.

Ζήτω το αγαπημένο μας, ηρωικό δοκιμασμένο, ενιαίο, Κόμμα μας, ο καθοδηγητής του λαού μας, το ΜΔΡ.

Ζήτω το παράδειγμά μας, σημαιοφόρος ολάκερης της προοδευτικής ανθρωπότητας το ΚΚ της Σ. Ε.

Κάτω απ’ τη σημαία του προλεταριακού διεθνισμού, τη σημαία των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν, εμπρός για καινούργιες επιτυχίες και νίκες.

Δημοσιεύτηκε στον «Λαϊκό Αγώνα», όργανο των προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία, αρ.φ.664, Πέμπτη 27 Μάη 1954, σ.σ. 1-4, αρ.φ.665, Σάββατο 29 Μάη 1954,σ.σ.1-2,5-6, αρ.φ.667,Τετάρτη 2 Ιούνη 1954, σ.σ.1-2.

Βλ.επίσης

Ματίας Ράκοσι: Λαϊκοδημοκρατικός μετασχηματισμός στην Ουγγαρία-Εισήγηση στην 3η συνδιάσκεψη του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος (συντομευμένη) (01/02/1948)

Ματίας Ράκοσι: Νίκη της λαϊκής δημοκρατίας στην Ουγγαρία (01/05/1948)  

Για τη σχέση ρόλου και μεγέθους ενός κόμματος (Ματίας Ράκοσι: Το Κόμμα- Η πρωτοπορία) (01/06/1948)

Ματίας Ράκοσι: Ενισχύοντας τη λαϊκοδημοκρατική τάξη (01/05/1949)

Ματίας Ράκοσι: Λογοδοσία στο 2ο συνέδριο του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων (25/2/1951)

Ματίας Ράκοσι: Μερικά Προβλήματα της Λαϊκής Δημοκρατίας (Απρίλης 1951)

Ματίας Ράκοσι: O δρόμος μας για τη λαϊκή δημοκρατία (29/2/1952)

Ματίας Ράκοσι: Λόγος κατά την Κατάθεση του Προϋπολογισμού του 1953 (15/12/1952)

Ματίας Ράκοσι: Ομιλία σε προεκλογική συγκέντρωση του Μετώπου Ανεξαρτησίας του Ουγγρικού Λαού (10/5/1953)

Πρακτικά συζητήσεων Ουγγρικής & μετασταλινικής σοβιετικής ηγεσίας (13-16/6/1953)

Το ουγγρικό «20ό συνέδριο» (Απόφαση Ολομέλειας της ΚΕ του Κόμματος Ούγγρων Εργαζομένων) (28/6/1953)

Ομιλία Ματίας Ράκοσι για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ιούνη του 1953 (11/07/1953) (+κάποια περαιτέρω σχόλια για την αυτοκριτική)

Μάτυας Ράκοσι: Ομιλία στη συγκέντρωση προς τιμήν της κινέζικης αντιπροσωπείας (16/01/1956)

Η «παραίτηση» του Ματίας Ράκοσι (Ιούλης 1956)

Μιλτιάδη Πορφυρογένη: Η εθνοπροδοσία της κυρίαρχης τάξης απ’ τα 1821

Με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, ξεκινά η παράθεση σχετικών άρθρων, αρχής γενομένης από το άρθρο του Μιλτιάδη Πορφυρογένη με ένα ιστορικό της εθνοπροδοτικής στάσης της κυρίαρχης τάξης στη χώρα μας.

***

Μιλτιάδη Πορφυρογένη: Η εθνοπροδοσία της κυρίαρχης τάξης απ’ τα 1821

Εδώ και 80 χρόνια ο Καρλ Μαρξ, μιλώντας για τη συμμαχία των γάλλων κεφαλαιοκρατών και γαιοκτημόνων με τους πρώσους για να πνίξουν την Κομμούνα του Παρισιού, έγραφε: «Η ταξική κυριαρχία δε μπορεί πια να κρύβεται κάτω από την εθνική στολή, οι εθνικές κυβερνήσεις γίνονται μια και μόνη ενάντια στο προλεταριάτο». Η ιστορία δείχνει πως οι κυρίαρχες τάξεις, κάθε φορά που κινδύνευε η εξουσία τους από την τάξη που ιστορικά ήταν προορισμένη να τους διαδεχτεί, πετούσαν κάθε πρόσχημα «πατριωτισμού» και συμμαχούσαν με τους ξένους για να χτυπήσουν τους συμπατριώτες τους. Αυτός είναι ο «πατριωτισμός» κάθε εκμεταλλεύτριας τάξης. Στη Γαλλική επανάσταση του 1789, οι γάλλοι ευγενείς, για να ξαναπάρουν την εξουσία απ’ την αστική τάξη που μαζί με το λαό τούς ανέτρεψε, συνενώθηκαν με όλους τους εχθρούς της Γαλλίας, πολέμησαν λυσσασμένα μαζί τους ενάντια στη χώρα τους και τους παράδωσαν ή τους υποσχέθηκαν ολόκληρες επαρχίες της Γαλλίας. Το Σεπτέμβρη 1792, όταν οι Πρώσοι βρίσκονταν έξω απ’ το Παρίσι, οι γάλλοι φεουδάρχες ήταν μαζί τους. Εκείνος που  έσωσε το Παρίσι και τη Γαλλία ήταν ο ίδιος ο λαός που ξεσηκώθηκε στο σύνθημα: «Στα όπλα, πολίτες, στα όπλα! Ο εχθρός είναι στις πόρτες μας». Η διάσημη γαλλίδα συγγραφέας κυρία Σταέλ έγραφε: «Οι ευγενείς της Γαλλίας θεωρούν τον εαυτό τους πιο πολύ συμπατριώτες με τους ευγενείς όλων των χωρών παρά συμπολίτες των Γάλλων». Οι ρώσοι αστοτσιφλικάδες, ύστερα από την Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, συμμάχησαν με όλους τους εχθρούς της Ρωσίας και των λαών της, τους παράδωσαν ολόκληρες περιφέρειες, τους υποσχέθηκαν με συμβάσεις τα πάντα, ερήμωσαν τη σοβιετική γη, δηλαδή την πατρίδα τους, για να μπορέσουν να ανατρέψουν τη σοβιετική εξουσία. Στη Γαλλία στα 1940 η γαλλική αστική τάξη συνθηκολόγησε με το Χίτλερ, του παράδωσε τη Γαλλία για να δοθεί απ’ το γαλλικό προλεταριάτο. Το σύνθημα που επικρατούσε μέσα στην κυρίαρχη τάξη πριν απ’ τη στρατιωτική κατάρρευση της Γαλλίας, και που προετοίμασε συνειδητά την κατάρρευση ήταν «Καλύτερα ο Χίτλερ, παρά ο Τορέζ». Οι πολωνοί αστοί και τσιφλικάδες παράδωσαν τη χώρα τους στους χιτλερικούς στα 1939. Οι τσέχοι καπιταλιστές το ίδιο, στα 1939. Στις μέρες μας, βλέπουμε φανερά αυτή την εγκατάλειψη από μέρους της κυρίαρχης τάξης στα καπιταλιστικά κράτη κάθε εθνικής αρχής, αυτή την ξετσίπωτη εθνική προδοσία που διαπράττει η αστική τάξη για να σώσει τη σαπισμένη εξουσία της. Ξεπουλάν τα πάντα στους γιάνκηδες ιμπεριαλιστές οι κεφαλαιοκράτες σε κάθε καπιταλιστική χώρα. Το μίσος τους κατά του λαού και των καλύτερων εκπροσώπων του, των κομμουνιστών, βρίσκεται πάνω από κάθε εθνικό συμφέρον. Το ομολόγησε τελευταία κυνικά ο γάλλος υπουργός της Δικαιοσύνης, όταν στη Βουλή ένας κομμουνιστής βουλευτής του είπε: «Η πολιτική σας είναι να αφήνετε ελεύθερους τους εγκληματίες πολέμου». Ο υπουργός πρόσθεσε: «Και να πιάνουμε τους κομμουνιστές όταν το μπορούμε». Μπροστά στο ταξικό συμφέρον όλα θυσιάζονται. Αυτός είναι ο «πατριωτισμός» τους… Τα επιγραμματικά λόγια του Στάλιν στο 19ο συνέδριο του ΚΚΣΕ δίνουν ακριβή την εικόνα της προδοσίας αυτής: «Σήμερα, δεν απόμεινε ούτε ίχνος από την «εθνική αρχή». Σήμερα, η αστική τάξη πουλάει τα δικαιώματα και την ανεξαρτησία του έθνους για δολάρια. Τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής κυριαρχίας την έχουν πετάξει σαν κάτι το άχρηστο».

Ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης

Αυτή η προδοσία από μέρους της κυρίαρχης τάξης είναι μέσα στη φύση τους και δε μπορεί να εκπλήσσει κανέναν, που από τη μελέτη της ιστορίας βλέπει πως πάντα η αγωνία μιας εκμεταλλεύτριας τάξης που καταρρέει, βρίσκει την έκφρασή της στη βαρβαρότητά της και στην προδοσία κάθε εθνικής αρχής. Όπως επίσης κανέναν δεν πρέπει να εκπλήσσει η προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να παρουσιάζει την προδοσία της σαν εθνικό συμφέρον, τη βαρβαρότητα και την απανθρωπιά της σαν «δημοκρατία» και τον επιθετικό επεχτατισμό της σαν «άμυνα». Γιατί και πάνω σ’ αυτό, η ιστορία δείχνει πως η υποκρισία και το ψέμα είναι από τα όπλα που χρησιμοποιούν οι εκμεταλλευτές για να εξαπατούν τις λαϊκές μάζες. Π.χ. κάθε επιθετικό σύμφωνο παρουσιάζεται πάντα σαν «αμυντικό», σαν προσπάθεια και συμβολή για τη διατήρηση της ειρήνης.

Ο Χίτλερ παρουσίαζε το ολοφάνερα επιθετικό του σύμφωνο με την Ιταλία και την Ιαπωνία σαν «ειρηνικό». Οι αμερικανοί παρουσιάζουν το ατλαντικό επιθετικό σύμφωνο σαν «ειρηνικό», όσο κι αν κάθε τόσο ομολογούν οι ίδιοι τον επιθετικό του χαραχτήρα. Οι μοναρχοφασίστες παρουσιάζουν το σύμφωνο που πρόκειται να υπογράψουν με τους τιτοφασίστες και τους μπασιμπουζούκους της Άγκυρας σαν «αμυντικό», ενώ είναι εξόφθαλμος ο επιθετικός του χαραχτήρας και σκοπός. Είναι ενδιαφέρον, από την άποψη της υποκρισίας που χαραχτηρίζει την κυρίαρχη τάξη, να αναφέρουμε πως και οι συμμαχίες που υπογράφτηκαν στα 1912 ανάμεσα στην Ελλάδα, στη Σερβία και στη Βουλγαρία παρουσιάστηκαν σαν αμυντικές συμμαχίες, ενώ ο σκοπός τους ήταν ακριβώς να προετοιμάσουν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας, όπως και έγινε ύστερα από 4-5 μήνες. Π.χ. το κείμενο της συνθήκης ανάμεσα σε Βουλγαρία-Ελλάδα που υπογράφτηκε στις 16 Μάη 1912 λέει: «Θεωρούντες ότι τα δύο βασίλεια επιθυμούσι στερεώς την διατήρησιν της ειρήνης εις την βαλκανικήν χερσόνησον… Η Κυβέρνησις της Α.Μ.του βασιλέως των Βουλγάρων και η Κυβέρνησης της Α.Μ.του βασιλέως των Ελλήνων υποσχόμενοι να μη δώσουν οιανδήποτε επιθετικήν τάσιν εις την συμφωνίαν αυτήν την καθαρώς αμυντικήν…». Όταν αργότερα η Ελλάδα με τη Σερβία υπόγραψαν το Μάη 1913 συνθήκη που σκοπός της ήταν να επιτεθούν κατά της Βουλγαρίας, όπως και έγινε, ονόμασαν τη συνθήκη αυτή αμυντική και βάλαν στο κείμενο τη συνηθισμένη διατύπωση: «Η Ελλάς και η Σερβία υποχρεώνονται να βοηθήσουν η μία την άλλην εις περίπτωσιν επιθέσεως τρίτης δυνάμεως». Ποια ήταν η έννοια αυτής της διατύπωσης το λέει ο ιστορικός του βενιζελισμού Γ. Βεντήρης: «Η υπογραφή της Ελληνοσερβικής συμμαχίας παρουσίαζε μοναδικήν ευκαιρίαν διά τα δύο κράτη: Ημπορούσαν να επιχειρήσουν προληπτικόν κατά της Βουλγαρίας πόλεμον».

Αυτά τα ιστορικά γεγονότα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα σήμερα, για να εκτιμήσουμε σωστά τις υποκριτικές βεβαιώσεις των μοναρχοφασιστών πως το παράρτημα του ατλαντικού επιθετικού συμφώνου που υπογράφουν με τους τιτικούς και τους τούρκους είναι ένα «αθώο» «αμυντικό» σύμφωνο. Και, γενικότερα, για να εκτιμήσουμε την υποκρισία της κυρίαρχης τάξης, που σκεπάζει κάθε φορά τις προδοσίες της με «φράσεις» «εθνικοφροσύνης».

***

Αυτή η προδοσία των εθνικών συμφερόντων συνδυασμένα με την υποκριτική πατριδοκαπηλία κυριαρχεί στην πολιτική που ακολούθησε η αστοτσιφλικάδικη τάξη στην Ελλάδα από το 1821 και δω και που σήμερα έφτασε σε ολοκληρωτικό ξεπούλημα της χώρας στους γιάνκηδες ιμπεριαλιστές ληστές. Εκείνο το ιδιαίτερο που παρουσιάζει η ιστορία αυτή προδοσιών της κυρίαρχης τάξης και που θέλει μια εξήγηση είναι πως από την αρχή, από τα χρόνια ακόμα της επανάστασης του 1821, δεν προδίνουν μόνο οι τσιφλικάδες, οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος, αλλά, όπως θα δούμε, προδίνουν και οι αστοί και, βασικά, μόνο ο λαός, η αγροτιά και η εργατιάς της εποχής εκείνης παλεύει χωρίς, ουσιαστικά, ηγεσία, με αγνό πατριωτικό αίσθημα. Πώς συμβαίνει ώστε στην Ελλάδα η αστική τάξη, που δικό της έργο – με την έννοια πως αυτή θα έμπαινε επικεφαλής του λαού – έπρεπε να είναι η δημιουργία ενός εθνικού ανεξάρτητου κράτους, πρόδωσε αυτή της την αποστολή; Την πρόδωσε σε μια εποχή που δε βρισκόταν στην επιθανάτια αγωνία της, όπως σήμερα, που για να παρατείνει την άθλια ζωή της ξεπουλάει τα πάντα στον ξένο αφέντη. Την πρόδωσε σε μια εποχή που «κανονικά» ήταν στην άνοδό της. Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε σύντομα μια εξήγηση της φαινομενικής αυτής αντίφασης.

Την εξήγηση πρέπει να τη βρούμε στη σύνθεση της αστικής τάξης εκείνης της εποχής. Η αστική τάξη εκείνης της εποχής αποτελούνταν κυρίως: από τοκογλύφους, τραπεζίτες και εμπόρους, που το κέντρο τους το είχαν είτε στην Πόλη είτε στο εξωτερικό (παράλια Μαύρης Θάλασσας, Αδριατική, Βιέννη, Βουδαπέστη κλπ.). Από καραβοκύρηδες των νησιών. Από εμπόρους και βιοτέχνες του εσωτερικού (μέσα στη δούλη Ελλάδα). Η οικονομική δύναμη βρισκόταν στα χέρια των τοκογλύφων τραπεζιτών και των εμπόρων του εξωτερικού, καθώς και των καραβοκύρηδων. Μαζί τους πήγαινε και ένα τσούρμο από καλαμαράδες φαναριώτες που τους εξυπηρετούσαν. Ένας γερμανός μαρξιστής έχει γράψει πως οι τραπεζίτες της Γαλλίας στο 17ο αιώνα ήταν τόσο συνδεμένοι με τους φεουδάρχες ώστε μπορεί κανένας να τους ονομάσει αστική αριστοκρατία, με την έννοια που λέμε σήμερα εργατική αριστοκρατία το στρώμα εκείνο των εργατών που το διέφθειραν οι πλουτοκράτες και το χρησιμοποιούν για να τους εξυπηρετεί. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, αυτοί οι τραπεζίτες-τοκογλύφοι και έμποροι ήταν πραγματικά συνδεμένοι με τους τούρκους και έλληνες τσιφλικάδες και με την τούρκικη εξουσία. Αυτό τους έκανε να βλέπουν είτε εχθρικά είτε με μεγάλη επιφύλαξη κάθε επαναστατική κίνηση για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον ξένο ζυγό, δηλαδή, να προδίνουν τον ιστορικό τους ρόλο. Όσοι πάλι από αυτούς είχαν την έδρα τους έξω από την Οθωμανική αυτοκρατορία, αυτοί, έχοντας δεσμούς με πλουτοκρατικούς κύκλους της χώρας που ζούσαν, υπολόγιζαν πιο πολύ στις εισηγήσεις αυτών των κύκλων – όταν δεν ήταν πράχτορές τους – παρά στο συμφέρον της Πατρίδας τους.

Οι καραβοκύρηδες, πάλι, από ιστορική αναγκαιότητα είχαν συμφέρον στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους που θα τους επέτρεπε να αναπτύξουν την πολύ προσοδοφόρα ναυτιλία τους (οι Κουντουριώτηδες στοίβαζαν σε πιθάρια το χρυσάφι στην Ύδρα). Στα 1803, οι έλληνες καραβοκύρηδες είχαν 556 καράβια, 131.450 τόνων συνολικά, το πλήρωμα 16.131 ναύτες και 5.152 κανόνια. Αλλά μια επανάσταση είχε τους κινδύνους της. Ενώ, ήδη, χάρη στη Ρωσία που με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) τους προστάτευε με τη ρωσική σημαία, οι καραβοκύρηδες ταξίδευαν και πλούτιζαν ανενόχλητα με τη ρωσική σημαία στα καράβια τους. Ακόμα, με τη ρωσοτουρκική συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1812, οι ρώσοι εξασφάλισαν τη σχετική διοικητική αυτονομία των νησιών Ύδρα, Σπέτσαι, Ψαρά. Αυτά όλα τα προνόμια που απόχτησαν οι καραβοκύρηδες χάρη στη Ρωσία, τους έκαναν να είναι επιφυλαχτικοί απέναντι στην εθνική εξέγερση που γι’ αυτή ο λαός λαχταρούσε και ήταν έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα.

Εκείνοι που πιο αποφασιστικά βάδιζαν προς την επανάσταση ήταν οι έμποροι – όταν δεν ήταν σύγχρονα και τσιφλικάδες, πράγμα που συχνά συνέβαινε – και οι βιοτέχνες του εσωτερικού, μαζί μ’ όλο το λαό, καθώς και οι μικρότεροι έμποροι και υπάλληλοι του εξωτερικού. Δεν είναι τυχαίο πως η Φιλική Εταιρεία που προετοίμασε και οργάνωσε την επανάσταση του 1821 ιδρύθηκε όχι από τραπεζίτες ή καραβοκύρηδες ή μεγαλεμπόρους, αλλά από μικρεμπόρους σαν το Σκουφά και τον Ξάνθο και διανοούμενους σαν τον Τσακάλοφ. Οι τραπεζίτες και οι καραβοκύρηδες μπήκαν αργότερα στο κίνημα της απελευθέρωσης για να διαστρεβλώσουν τους σκοπούς του, για να το προδώσουν. Αυτή η διαπίστωση δεν πρέπει να οδηγήσει σε συγχύσεις και διαστρεβλώσεις του χαραχτήρα της επανάστασης του 1821. η επανάσταση του 1821 ήταν αστικοδημοκρατική: Όπως γράφει ο Λένιν, όλα τα κινήματα του 19ου αιώνα ήταν «αστικοδημοκρατικά κινήματα, είτε σπασμοί της αστικής κοινωνίας που απελευθερωνόταν από τα διάφορα είδη της φεουδαρχίας» (Λένιν, Άπαντα, ρώσ.έκδ., τ. 21ος, σ.127). Γι’ αυτό βλέπουμε και μεγαλεμπόρους σαν το Σέκερη και καραβοκύρηδες να παίρνουν μέρος, και γι’ αυτό, έστω και αργά, έστω και για να την προδώσουν, πήραν μέρος και οι άλλοι αστοί, ακόμα και οι κοτζαμπάσηδες, όταν είδαν πως θα χάναν μένοντας έξω από τον παλλαϊκό ξεσηκωμό. Εκείνο που μένει, είναι πως αυτή η αστική τάξη της εποχής εκείνης, με τις ιδιομορφίες της, πρόδωσε τον ιστορικό της ρόλο και πριν απ’ την επανάσταση και στη διάρκειά της και ύστερα απ’ αυτήν.

Η «Μεγάλη Ιδέα», σαν θεωρία και σαν πράξη, είναι η συνισταμένη, μπορούμε να πούμε, της προδοσίας αυτής. Όπως γράφει ο σ. Ζαχαριάδης, η «Μ.Ι.», «συγκροτεί ολόκληρο το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό σύστημα της αστοτσιφλικάδικης αντίδρασης από τότε που κυβερνά τον τόπο, δηλαδή, από τότε που υπάρχει η νέα Ελλάδα μέχρι τις μέρες μας» (Ν. Ζαχαριάδη, Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ, σ.12). Με τη «Μεγάλη Ιδέα», οι αστοτσιφλικάδες αποκοίμισαν το Λαό και βύθισαν τη χώρα στο σκοτάδι, στην εξάρτηση απ’ τους ξένους, στη φτώχια και την κακομοιριά. «Η αστοτσιφλικάδικη ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας», γράφει ο σ. Ζαχαριάδης, «τα έχει καταφέρει τόσο καλά, – με την πολιτική που απ’ αυτήν εμπνεόταν – να κρατήσει την Ελλάδα στην πιο χαμηλή οικονομική βαθμίδα, στην ξενική εξάρτηση και την πιο μεγάλη κοινωνικοπολιτικη καθυστέρηση, ώστε ο κόσμος να πιστεύει, γιατί δεν έβλεπε άλλη διέξοδο και άλλο φως, πως μονάχα με την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας» θα μπορούσε να δει «Θεού πρόσωπο»»(Ν. Ζαχαριάδη: Ο μαρξισμός-λενινισμός στην Ελλάδα, Κομ.Επ., Γενάρης 1946). Κάτω απ’ τη «Μεγάλη Ιδέα», οι αστοτσιφλικάδες σκέπαζαν όλες τους τις προδοσίες και το ξεπούλημα της χώρας στους ξένους, την εξαθλίωση του λαού, τη φοβερή καθυστέρηση όπου κρατούσαν τη χώρα. Η «Μεγάλη Ιδέα» είναι η ιδεολογική βάση όπου στήριζε την προδοσία της η πλουτοκρατία και, από την άποψη αυτή, το αδιάλλαχτο ξεσκέπασμά της, η απόδειξη της ανεδαφικότητάς της, του κακού που έκανε στη χώρα και στο λαό, της σύνδεσής της, της συνταύτισής της με την αλυσίδα από προδοσίες που έκανε η πλουτοκρατία, πρέπει να είναι το πρώτο θέμα κάθε ιστορικής μελέτης πάνω στη νέα Ελλάδα.

Αλλά ας δούμε σύντομα μερικές από τις αμέτρητες προδοσίες της κυρίαρχης τάξης σ’ όλα αυτά τα 130 χρόνια της νεοελληνικής ιστορίας και προηγούμενα. Είναι πραγματικά αμέτρητες. Πριν από την επανάσταση, οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτατος κλήρος, καθώς και οι πιο παραλήδες αστοί προσπάθησαν να ματαιώσουν τον εθνικό ξεσηκωμό και καλούσαν για ενίσχυση τους τούρκους καταχτητές. Ο Μέντελσον ονομάζει τους κοτζαμπάσηδες «χριστιανούς τούρκους» και ο Μάουρερ γράφει: «Οι προεστοί (κοτζαμπάσηδες) στις περισσότερες επαρχίες αγαπούσαν πιο πολύ τη σακούλα τους παρά το λαό, και ήταν όργανα των πασάδων για την κακομεταχείριση και εκμετάλλεψη του λαού. Οι προεστοί επέβαλλαν φόρους πάνω στους φόρους και αγγαρείες πάνω στις αγγαρείες». Ο Τ. Πιπινέλης λέει στην «Πολιτική Ιστορία της Ελλ. Επαναστάσεως» ότι «οι πλόκαμοι των κοτζαμπάσηδων συνταυτίστηκαν με την τουρκική αγροτική ολιγαρχία. Όταν κατά τα 1802 υπήρχε στην Ύδρα ένας αναβρασμός ανάμεσα στο λαό, οι προεστοί, με επικεφαλής τους Κουντουριώτες, που ήταν παντοδύναμοι, απευθύνθηκαν στο διερμηνέα του τουρκικού στόλου, ζητώντας να στείλει σουλτανικό διοικητή που να βάλει σε τάξη τους άτακτους και τους μικρούς και να χαψώνει, να τζερεμετίζει και να είναι πληρωμένος από το κοινό μας». Για το πώς φέρονταν στο λαό οι κοτζαμπάσηδες, φαίνεται από την περιγραφή του στρατηγού Μακρυγιάννη για τη διαγωγή του Γιάννη Νοταρά, προύχοντα της Κορινθίας: «Πάγω μίαν ημέραν εις το κονάκι του, τον βρίσκω και τυραγνούσε ένα πολίτη. Τέτοιον τυραγνισμόν δεν τον ξέραν να του κάμνουν μήτε οι Κατζαντωναίοι οπούσαν λησταί. Δεμένος ο πολίτης και του γύρευαν χρήματα». Ο Πιπινέλης γράφει: «Όταν οι χωρικοί αγαναχτούσαν και φτάναν στην απόγνωση απ’ τις πιέσεις, οι δυο ολιγαρχίες, η ντόπια και η τουρκική, επειδή θίγονταν τα συμφέροντά τους, δίναν αυτόματα τα χέρια συνεργασίας, ο ένας με τον άλλον» (σημ.: Οι παραπομπές σε συγγραφείς καθαρευουσιάνους δίνονται μεταφρασμένες στη δημοτική).  Γι’ αυτό και οι φιλικοί, με πρόταση του Αναγνωσταρά, όπως γράφει ο Ξάνθος, αρνήθηκαν να κατηχήσουν τους άρχοντες της Πελοποννήσου και τους Φαναριώτες. Αυτή η απόφαση των αρχηγών φιλικών είναι η πιο χαραχτηριστικη απόδειξη της αντίθεσης των κοτζαμπάσηδων προς τον εθνικό ξεσηκωμό. Όσο για τα Πατριαρχεία της Πόλης και τον ανώτατο, γενικά, κλήρο, ακόμα και οι αστοί συγγραφείς δεν μπορούν να αρνηθούν πως πολέμησαν λυσσασμένα την επανάσταση. Γιατί τα αρχεία είναι γεμάτα από αφορισμούς και εγκύκλιες των μεγαλοπαπάδων ενάντια στην επανάσταση και πριν απ’ αυτή και στη διάρκειά της.

Ο Σουλτάνος Μωάμεθ, που κατέλαβε στα 1453 την Κωνσταντινούπολη και διάλυσε οριστικά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, για να βοηθηθεί στην άγρια καταπίεση και εκμετάλλεψη των ραγιάδων, φρόντισε από την πρώτη στιγμή να πάρει μαζί του το Πατριαρχείο. Του έδωσε μια σειρά προνόμια και, ιδιαίτερα, κατοχύρωσε την οικονομική δύναμη της εκκλησιαστικής φεουδαρχίας, αναγνωρίζοντας το πιο μεγάλο μέρος από τα εκκλησιαστικά κτήματα, που αποτελούσαν το 1/3 ή το 1/4 από τη γη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Έτσι, ο τούρκος καταχτητής εξασφάλισε από την αρχή την προδοσία του ανώτατου κλήρου και δεν διαψεύστηκε. Σε κάθε ξεσηκωμό των ραγιάδων, ο ανώτατος κλήρος στεκόταν στο πλευρό του Σουλτάνου. Ο Τ. Πιπινέλης δίνει την επόμενη εκτίμηση της στάσης του ανώτατου κλήρου: «Αλλά ο αρχιερατικός κλήρος και το Πατριαρχείο… ζούσε σε τέτοιες πολιτικές συνθήκες ώστε να μην μπορεί να ακολουθήσει τη ζωή του έθνους. (Υπογραμμισμένα απ’ το συγγραφέα). Αγροτικά φεουδαρχικός στην επαρχία, με τη μεγάλη αγροτική περιουσία του και τα χρηματικά βάρη του απέναντι στο Πατριαρχείο, πολιτικά ραδιούργος και διπλωματικός στην Κωνσταντινούπολη… δεν ήταν δυνατό παρά, σιγά-σιγά, να γλιστρήσει μακριά από την εθνική συνείδηση και να γίνει ξένος στο έθνος που πενθούσε και έπασχε» (Τ.Πιπινέλη: «Πολιτική ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως», σ.38). Ακόμα στα 1798, ο Πατριάρχης Άνθιμος έβγαλε εγκύκλιο όπου έλεγε πως «η θεία πρόνοια έστειλε την τουρκική κυριαρχία για το καλό της ορθοδοξίας για να την ενισχύσει απέναντι στην αιρετική εκκλησία της Δύσης». Ο Κανδηλώρος γράφει: «Γενικά παρατηρούταν συντηρητικότητα των αρχιερέων και των προεστών που έφτανε στο σημείο να παίρνουν άγρια μέτρα ενάντια στους απόστολους της φιλικής». Ο Κολοκοτρώνης, περιγράφοντας τους αγώνες των κλεφτών στην Πελοπόννησο πριν από την επανάσταση, διηγείται: «Τότες κάμνει ένα φιρμάνι ο Σουλτάνος να σκοτώσει τους κλέφτες. Αφοριστικό έρχεται του Πατριάρχη διά να σηκωθεί ο λαός και έτσι εκινήθηκεν όλη η Πελοπόννησος, οι τούρκοι και οι ρωμαίοι κατά των Κολοκοτρωναίων». Και πραγματικά, οι τούρκοι στα 1806, με τη βοήθεια των κοτζαμπάσηδων και με τον αφορισμό του Πατριαρχείο, κατόρθωσαν, όπως γράφουν οι ιστορικοί, να εξοντώσουν τους αρματωλούς της Πελοποννήσου. Προηγήθηκε σύσκεψη των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων στην Τρίπολη, όπου αποφασίστηκε να κυνηγήσουν ώσπου να τους εξοντώσουν τους αρματωλούς. Μόλις ξέσπασε η επανάσταση στα 1821, ο Πατριάρχης όχι μονάχα έστειλε αφοριστικό για τους επαναστάτες (αφοριστικό που έπαιζε φοβερά ανασχετικό ρόλο στο θρησκόληπτο λαό), αλλά έστειλε και ιδιαίτερο εμπιστευτικό γράμμα στους δεσποτάδες Πατρών και Τρίπολης που τους συνιστούσε υποταγή. Και στις 21 του Μάρτη 1821, εφτά δεσποτάδες βγάναν δικό τους αφοριστικό που έλεγαν: «Οι πιστοί και σαδίκηδες ραγιάδες να ζήστε με κάθε υποταγή στους πολυχρονεμένους αφέντες μας και όποιος ή μικρός ή μεγάλος ή άντρας ή γυναίκα φανεί κακόφρονας και θελήσει να μπερδέψει και να ταράξει την κοινή ησυχία της πατρίδας ή να δεχτεί μερικούς κακότροπους που φάνηκαν στα Καλάβρυτα ή να τους ακούσει στα παλιόλογά τους, να είναι αφορισμένος, καταραμένος, ασυγχώρητος και άλιωτος μετά θάνατο, οι πέτρες και το σίδερο να λιώσουν κι αυτός να μη λιώνει, να στέκει στη γη στενάζοντας και τρέμοντας όπως ο Κάιν και να μη δει προκοπή θεού ποτές και να έχει τις κατάρες των αγίων και θεοφόρων πατέρων της εκκλησίας. Έτσι να γίνει κι όχι αλλιώς». Και τέτοια αφοριστικά των δεσποτάδων υπάρχουν σωρός, που δείχνουν με ποια λύσσα αντέδρασαν στον εθνικό ξεσηκωμό.

Αλλά και οι καραβοκύρηδες και οι μεγαλέμποροι του εξωτερικού κράτησαν στάση όχι καλή. Οι καραβοκύρηδες στα νησιά, με μεγάλο ζόρι, και μόνο όταν ξεσηκώθηκε ο λαός και κινδύνευαν να χάσουν την εξουσία τους, πήραν μέρος στον αγώνα. Οι μεγαλέμποροι και οι τραπεζίτες του εξωτερικού είτε κρατούσαν στάση αναμονής είτε και αντιδρούσαν. Και μόνο οι βιοτέχνες και οι μικρότεροι έμποροι του εσωτερικού και, απ’ το εξωτερικό, των ρωσικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας, πήραν στον αγώνα μαζί με το λαό. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια για την Ελληνική Επανάσταση.

Για ποιο λόγο τώρα, με το ξέσπασμα της επανάστασης, κοτζαμπάσηδες, δεσποτάδες, φαναριώτες κλπ., όχι μόνο μπήκαν στο χορό, αλλά κατόρθωσαν και να πάρουν στα χέρια τους την επαναστατική εξουσία και να τη διαστρεβλώσουν; Και αυτό είναι ιστορικά αποδειγμένο. Δεν είναι από πατριωτισμό που πήραν μέρος. Οι κοτζαμπάσηδες και οι δεσποτάδες στις επαναστατημένες περιοχές, και αναγκάστηκαν να παραδεχτούν την επανάσταση που ξέσπασε παρά την αντίδρασή τους, και δεν είχαν άλλη διέξοδο, αφού ξέραν πως οι Τούρκοι θα τους κόβαν και αυτούς – αν και ήταν μαζί τους – όπως κόψαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο που έβγανε αφοριστικά και εμπιστευτικές εγκύκλιες κατά της επανάστασης. Το ίδιο και πολλοί φαναριώτες. Οι καραβοκύρηδες προσχώρησαν στην επανάσταση όταν ο λαός ξεσηκώθηκε και μάλιστα επέβαλε λαϊκή επαναστατική εξουσία, όπως στην Ύδρα με τον Οικονόμου, και στη Σάμο με το Λογοθέτη, δηλαδή, η προσχώρησή τους έγινε όταν πια η επανάσταση είχε ξεσπάσει πάνω από τα κεφάλια τους.

Ο Σπύρος Τρικούπης έλεγε: «Η επανάσταση ξέσπασε πρόωρα… Ακριβώς γιατί άρχισαν τη δουλιά αυτή τρελοί, πρέπει να την τελειώσουν γνωστικοί».

Οι προδοσίες της κυρίαρχης τάξης εξακολουθούν και δυναμώνουν στη διάρκεια της επανάστασης. Το βασικό ιστορικό καθήκον της επανάστασης ήταν η δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Αυτό το καθήκον το πρόδωσαν αστοί και κοτζαμπάσηδες κατά τον πιο αισχρό τρόπο. Γιατί στο τέλος της επανάστασης υπήρχε όχι ένα ανεξάρτητο εθνικό κράτος, αλλά ένα «κράτος-φάντασμα», όπως το ονόμασε ο Μαρξ. Όπως διηγείται ο Ν. Δραγούμης, ο ίδιος ο κυβερνήτης Καποδίστριας του είχε πει: «Ούτε ανεξάρτητοι είμαστε, ούτε εγώ απόχτησα μεγάλο πράγμα που ονομάστηκα κυβερνήτης των Ελλήνων» Και δεν έγινε ανεξάρτητο κράτος η Ελλάδα, γιατί παραδόθηκε απ’ το συνασπισμό των αστοτσιφλικάδων στους ξένους και ιδιαίτερα στην Αγγλία. Στις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετώπισε η επανάσταση στα 1825 και που οφείλονταν στις φαγωμάρες των κοτζαμπάσηδων, φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες υπόβαλαν το περίφημο εκείνο υπόμνημα του Ιούλη 1825, όπου έλεγαν: «Το Ελληνικό έθνος βάζει θεληματικά την ιερή παρακαταθήκη της ελευθερίας του, της ανεξαρτησίας και της πολιτικής του ύπαρξης κάτω από την απόλυτο υπεράσπιση του στέμματος της Μ. Βρετανίας», δηλαδή, παράδιναν την Ελλάδα σαν αποικία στην Αγγλία. Η προσπάθεια αυτή ματαιώθηκε με την αντίδραση της Ρωσίας και με την αγανάχτηση του λαού, αλλά οι άγγλοι κεφαλαιοκράτες με τη βοήθεια των αστοκοτζαμπάσηδων, βρήκαν τον τρόπο να πατήσουν γερά το πόδι τους πάνω στο νεαρό κράτος. Η μέθοδος ήταν τα δάνεια.

Στα 1824 δώσαν οι άγγλοι το πρώτο λεγόμενο δάνειο «ανεξαρτησίας». Χρεώθηκε η Ελλάδα 800 χιλ. λίρες. Από αυτές εισπράχτηκαν όλα-όλα 291.508 λίερες, 11 σελίνια και 5 πένες. Τα άλλα πήγαν σε τιμή έκδοσης (59%, δηλ.στις 100 λίρες του δανείου δίναν 59 λίρες), σε προμήθεια (3%), σε ασφάλιστρα (1,5%), σε προκαταβολές τόκων δυο χρόνων, σε προκαταβολές χρεωλυσίων, σε προμήθειες για την πληρωμή των τόκων, και σε διάφορες άλλες περικοπές. Το δεύτερο δάνειο «ανεξαρτησίας» είχε πιο πολύ ψωμί για τους ξένους. Χρεώθηκε η Ελλάδα 2 εκατομ. λίρες. Από αυτά, ήρθαν στην Ελλάδα 230.116 λίρες 1 σελίνιο και 6 πένες. Όλα τα άλλα πήγαν πάλι σε προμήθειες, τοκοχρεολύσια, έκδοση, έξοδα και σε κάτι βαπόρια που τάχα αγόρασαν οι άγγλοι για λογαριασμό της Ελλάδας και που από αυτά ένα μόνο ήρθε σε κακά χάλια στην Ελλάδα. Μ’ αυτά τα δύο δάνεια οι άγγλοι κεφαλαιοκράτες βάναν γερά χέρι στην Ελλάδα και από τότες δεν την άφησαν να ανασάνει. Για να εξασφαλίσουν μάλιστα την εξόφληση των δανείων και, παράλληλα, να εμποδίσουν τη λύση του αγροτικού ζητήματος με τη διανομή των εθνικών γαιών, βάναν υποθήκη πάνω στις εθνικές γαίες, δηλαδή, απαγόρεψαν τη διανομή τους. Η ξένη εξάρτηση, που θεμελιώθηκε από εκείνα ακόμα τα χρόνια, θα βάρυνε καταθλιπτικά, αποπνιχτικά σ’ όλη τη νεοελληνική ιστορία. Ο άγγλος πρεσβευτής στην Αθήνα Λάιονς έλεγε στον αυστριακό συνάδελφό του: «Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη είναι ανοησία. Η Ελλάδα είναι ρωσική ή είναι αγγλική. Και μια που δεν πρέπει να είναι ρωσική, είναι ανάγκη να είναι αγγλική». Ο Καρλ Μαρξ γράφει: «Θα ‘ταν δυνατό να διηγηθούμε στους αναγνώστες μας ενδιαφέρουσες ιστορίες πώς, χάρη στην αγγλική επιρροή, διαλύθηκαν οι ελληνικές κοινωνικές οργανώσεις, πώς τους επεβλήθηκε ο Καποδίστριας και πώς στραπατσαρίστηκε ηθικά όλος αυτός ο λαός από τις μηχανοραφίες του λόρδου Πάλμερστον» (Καρλ Μαρξ, Έργα, ρώσ. έκδ., τ. 10ος, σ.163). Και αλλού λέει: «Με το σύστημα των δανείων, ο Πάλμερστον αποσύνθεσε την Ελλάδα και παράλυσε την Ισπανία» (σελ.486). Αυτή η εξάρτηση απ’ την Αγγλία έκανε τόσο κακό, ώστε και αστοί ακόμα ιστορικοί να την καυτηριάζουν. Έτσι, ο Κυριακίδης γράφει: «Παράδειγμα τόσης ανανδρίας ενός λαού δυνατού εναντίον ενός μικρού και αδύνατου λαού που να υπονομεύει την ίδια την ύπαρξη αυτού του μικρού λαού με χαϊδέματα και υποσχέσεις, δείγμα τόσης υπουλότητας, τόσης μοχθηρίας, τόσης ραδιουργίας, σπάνια συναντάει κανένας στα χρονικά γενικά της ανθρωπότητας». (Κυριακίδης, Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισμού, τ. Β’, σ.189).

Αλλά το ζήτημα είναι πως αυτή η ύπουλη και ραδιούργα Αγγλία μπόρεσε να αποσυνθέσει την Ελλάδα γιατί οι αστοτσιφλικάδες δέχτηκαν να γίνουν όργανά της και να εξυπηρετήσουν τους σκοτεινούς σκοπούς της. Η ιστορία της Ελληνικής επανάστασης είναι γεμάτη από αντεθνικές πράξεις που διέπραττε η αστοτσιφλικάδικη ολιγαρχία με εντολή των ξένων. Στα 1831, ο Μιαούλης έφτασε να κάψει στο ναύσταθμο του Πόρου όλο τον ελληνικό στόλο, πράγμα που εξυπηρετούσε τα σχέδια των άγγλων. Όταν η εθνοσυνέλευση στα 1832 τόλμησε κάτω από την πίεση του λαού να συζητήσει το ζήτημα της διανομής της γης, ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκενς συνεννοήθηκε με μερικούς κοτζαμπάσηδες και αυτοί βάναν τα παλικάρια τους που μπήκαν στην εθνοσυνέλευση, πιάσαν τον πρόεδρο και μερικούς άλλους και έτσι διάλυσαν την εθνοσυνέλευση. Στη διάρκεια της Μοναρχίας του Όθωνα οι άγγλοι αλώνιζαν στην Ελλάδα. Είναι π.χ. χαραχτηριστικό πως την κυβέρνηση Μαυροκορδάτου στα 1844, ο Τύπος την ονόμασε «κυβέρνηση του καμτσικιού της αγγλικής πρεσβείας, κυβέρνηση αντεθνική, κυβέρνηση ξένου πνεύματος». Είναι ακόμα χαραχτηριστικό πως τα κόμματα της εποχής εκείνης ονομάζονταν κόμμα αγγλικό, κόμμα γαλλικό και κόμμα ρωσικό. Ποια ήταν η ουσία της ονομασίας αυτής το λέει ο Καρολίδης, όταν γράφει πως ο Κωλέττης, σαν πρωθυπουργός, δεν ήταν αρχηγός του γαλλικού κόμματος στην Ελλάδα, αλλά αντιπρόσωπος της γαλλικής πολιτικής στην Αθήνα. Ότι όμως οι πράχτορες αυτοί των ξένων του είδους Κωλέττη πληρώνονταν καλά φαίνεται και από το γεγονός πως ο Κωλέττης, που, όπως γράφει ο Καρολίδης, ήρθε πάμφτωχος στην Ελλάδα, πεθαίνοντας, άφησε περιουσία 630 χιλιάδες χρυσά φράγκα, ποσό τεράστιο. Ολόκληρα χωριά-τσιφλίκια είχε αγοράσει στη Φθιώτιδα. Και ο Κωλέττης δεν ήταν από τα λίγα παραδείγματα πολιτικών που εξαργύρωναν τις υπηρεσίες τους στους ξένους με χρυσάφι. Και οι προδοσίες, τα ξεπουλήματα έρχονται ύστερα απανωτά. Βαυαροκρατία του Όθωνα ή Μοναρχία των Γλύξμπουργκ είναι παλιές πολιτειακές μορφές που έπαιρνε κάθε φορά το Ελληνικό κράτος ανάλογα με τη θέληση της Αγγλίας. Η ουσία ήταν πως η εξάρτηση απ’ τους άγγλους κυρίως, γινόταν όλο και πιο βαθιά. Με το σύστημα των δανείων, οι άγγλοι κυριαρχούσαν στην Ελλάδα και εξαγόραζαν πολιτικούς και βασιλιάδες. Στον Όθωνα δώσαν δάνειο 60 εκ.φράγκα για να ‘ρθει. Το δάνειο αυτό διατέθηκε έτσι δα:

πραγματοποιήθηκαν απ’ τα 60 εκ. φράγκα 57.239.070.

Κρατήθηκαν και δόθηκαν στην Τουρκία για εξαγορά της Φθιωτιδοφωκίδας 11.222.598.

Για προκαταβολές που είχαν δοθεί στον Καποδίστρια 1.549.280.

Για τοκοχρεολύσια των δύο δανείων της «ανεξαρτησίας» του 1824-25 341.343.

Στον Εϋνάρδο για λεφτά που είχε δώσει στον Καποδίστρια 249.225

Ξοδεύτηκαν για το Βαυαρικό στρατό που έφερε μαζί του ο Όθωνας 14.167.283.

Και τα υπόλοιπα, δηλαδή, 32.496.682 φράγκα κρατήθηκαν απ’ τους ίδιους τους δανειστές για τοκοχρεωλύσια, προμήθειες κλπ. Δηλαδή, το Ελληνικό δημόσιο δεν πήρε ούτε πεντάρα από τα 60 εκ.φράγκα που χρεώθηκε.

Στο Γεώργιο Γλύξμπουργκ οι άγγλοι, που τον ψώνισαν για βασιλιά της Ελλάδας (τη μεσιτεία την έκανε ο τραπεζίτης και βδέλλα της Ελλάδας Χάμπρο, που ήταν δανέζικης καταγωγής) υποσχέθηκαν ισόβια επιχορήγηση 12 χιλ. λίρες το χρόνο άσχετα από όλες τις αποζημιώσεις, μισθούς κλπ, που θα ‘παιρνε από το Ελληνικό Δημόσιο. Αυτές οι 12 χιλ. λίρες ήταν ένα ρεγάλο για να τους εξυπηρετεί καλά. Και ο ιστορικός Καρολίδης δε μπορεί να κρύψει τις πομπές αυτές του Γλύξμπουργκ και γράφει: «Ο νέος ηγεμόνας ήταν υποχρεωμένος να δουλεύει σε δυο θεούς. Ήταν δε αυτοί, το ελληνικό ιδανικό και ο σεβασμός προς τα συμφέροντα των Μ. Δυνάμεων… Συνέπεια αυτού ήταν και η θέση που αναγνωρίστηκε σιωπηρά στο νέο ηγεμόνα, πως ήταν, δηλαδή, τοποτηρητής όχι απόλυτα ελληνικών συμφερόντων». Αυτές οι προσεχτικές εκφράσεις λένε πολλά για το ιστορικό γεγονός πως ο Γεώργιος Γλύξμπουργκ ήρθε στα 1863 στην Ελλάδα σαν πράχτορας των άγγλων. Και η κυρίαρχη τάξη, που από καιρό είχε παραδώσει τη χώρα στους άγγλους δέχτηκε με ενθουσιασμό το νέο βασιλια-πράχτορα και τροφοδοτούσε από το αίμα του λαού τα σκανδαλώδικα γλεντοκοπήματά του στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη γαλλική Κυανή Ακτή όπου τα γλέντια του Γεωργίου άφηναν εποχή και γινότανε υπόθεση για οπερέτες. Σ’ όλη τη βασιλεία του πρώτου Γλύξμπουργκ, οι άγγλοι καταξευτέλιζαν την Ελλάδα, έχοντας για όργανα το παλάτι και την αστοτσιφλικάδικη ολιγαρχία, ενώ ο λαός τους μισούσε και συχνά ακούγονταν έντονες διαμαρτυρίες για τα αίσχη που διέπρατταν σε βάρος της Ελλάδας.

Ανάμεσα στις χαραχτηριστικές αγγλικές επιδράσεις πάνω στην πολιτική της Ελλάδας είναι και εκείνες που έχουν σχέση με την Τουρκία. Εποικοδόμημα ιδιόρρυθμο, ειδικά ελληνικό, της ιδιόρρυθμης οικονομικής βάσης του νεοελληνικού κράτους ήταν και η «Μεγάλη Ιδέα». Αυτή υποκατάστησε τους δημοκρατικούς σκοπούς της επανάστασης, έπνιξε κάθε πνοή προς την πρόοδο, χειροτέρεψε με τον αδιάκοπο δανεισμό απ’ τους ξένους την ξενική εξάρτηση και συντέλεσε στη διατήρηση της καθυστερημένης οικονομίας και στην εξαθλίωση του λαού. Η «Μεγάλη Ιδέα» διακήρυσσε την ανάγκη και τη δυνατότητα να ξαναγεννηθεί η «Ελληνική αυτοκρατορία» και μια που αυτό δε μπορούσε, βασικά, να γίνει παρά σε βάρος της Τουρκίας, είχε μια κύρια αιχμή κατά της Τουρκίας.

Αλλά οι άγγλοι, που κυριαρχούσαν στην Ελλάδα και που υποστήριζαν τη λεγόμενη «ακεραιότητα» της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή, τη δική τους πολιτική και οικονομική επικράτηση στη σαπισμένη σουλτανική Τουρκία, είχαν συμφέρον να διατηρηθεί μεν στην Ελλάδα ο βραχνάς της «Μεγάλης Ιδέας», αλλά να πάρει άλλη, πιο εξυπηρετική γι’ αυτούς μορφή: Και δω πέρα βλέπουμε, πάλι, ολόγυμνη τη δουλική υποταγή των αστοτσιφλικάδων στις αγγλικές διαταγές. Στη διάρκεια της βασιλείας του Γεωργίου Α’, σ’ ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλαδή, στα χρόνια ύστερα από την κρητική εξέγερση του 1866, που την πρόδωσε αισχρά το επίσημο ελληνικό κράτος, εξωτερική πολιτική της Ελλάδας ήταν η τουρκοφιλία και η καλλιέργεια του μίσους ενάντια στη Ρωσία που πάντα υποστήριζε την Ελλάδα και που αυτή, κυρίως, συντέλεσε στην απελευθέρωσή της. Από παλιά οι άγγλοι καλλιεργούσαν αυτή την πολιτική, και υπάρχει γράμμα του Μαυροκορδάτου προς τον Κάνιγκ που του έλεγε πως «αργά ή γρήγορα η Ελλάδα θα γίνει φυσική σύμμαχος της Τουρκίας», ότι Τουρκία και Ελλάδα θα αποτελούν, να πούμε, μια δύναμη απέναντι στους Ρώσους. Αυτή την καθαρά προδοτική πολιτική οι άγγλοι την επέβαλαν στα χρόνια 1870-1890, περίπου, δηλαδή, όσο τους χρειάζονταν. Σ’ αυτά τα χρόνια, η «Μεγάλη Ιδέα» συμβάδιζε με γλυκανάλατα αγκαλιάσματα με τους τούρκους, με ανταλλαγές παρασήμων ανάμεσα στο Σουλτάνο και στο Γεώργιο, με θεωρίες για «πατροπαράδοτη» φιλία ανάμεσα στους πασάδες και στους έλληνες κλπ κλπ. Όταν, με τα επεισόδια που προκαλούνταν πάντα εξαιτίας της άγριας καταπίεσης των κρητικών και άλλων ελληνικών πληθυσμών από τους τούρκους κι από τις ραδιουργίες των Μεγάλων Δυνάμεων, οξύνονταν κάπως οι σχέσεις, γράφαν οι καλαμαράδες των αστοκοτζαμπάσηδων: «Πρόκειται να παρασταθούμε σε έκρηξη εμφυλίου πολέμου, να δούμε να αλληλοσφάζονται δυο αδελφά έθνη προς θρίαμβο των Σλάβων;» Μια εφημερίδα παρουσίαζε έναν ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο σαν τον Πελοποννησιακό πόλεμο ανάμεσα στην αρχαία Αθήνα και στην Σπάρτη. Ένας γιατρός Κ. Σαματιάδης έγραψε τραγωδία: «Οσμάν ο νικητής», που παίχτηκε σε τουρκικά θέατρα. Όπως κατάγγειλε ο δημοσιογράφος Α. Βυζάντιος, ο Δεληγιώργης, υπουργός των εξωτερικών, όταν στα 1876 οι τούρκοι πνίγαν στο αίμα το βουλγάρικο λαό που είχε επαναστατήσει, έτριβε τα χέρια του, γιατί λέει, σε κάποιο χωριό της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι για να γλυτώσουν απ’ τη σφαγή, έγραψαν στο Πατριαρχείο πως ξαναγυρίζουν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του. Και παίρνοντας αφορμή απ’ αυτό, ο Βυζάντιος γράφει πολύ παραστατικά: «Σαν θρίαμβο του ελληνισμού (σημ. οι επίσημοι έλληνες) παίρναν την αποστολή ενός σμήνους από παπάδες και καντηλανάφτες ως τις όχθες του Δούναβη κάτω από την προστασία των Κιρκάσιων και των Μπασιμπουζούκων». Οι τουρκόφιλοι φτάναν να μιλάν για κοινή πατρίδα τούρκων και ρωμιών, για τη μοίρα που έλαχε στην Τουρκία να προασπίζει τα δίκαια της Ανατολής. Όλα αυτά θυμίζουν τις σημερινές ελληνοτουρκικές «φιλίες» και πολεμικές συμμαχίες που γίνονται, όπως και τότες, με την έμπνευση των ξένων και στρέφονται ενάντια στους λαούς ακριβώς εκείνους που ήταν και είναι οι σταθεροί φίλοι του ελληνικού λαού. Όπως τώρα, έτσι και τότε, η «τουρκοφαιλία» αυτή μόνο ζημιά μπορούσε να φέρει στην Ελλάδα και στο λαό της. Μα οι αστοκοτζαμπάσηδες, με επικεφαλής το βασιλιά τους, «τοποτηρητή ξένων συμφερόντων», είχαν ξεσκολίσει στην προδοσία και πολύ λίγο ενδιαφερότανε για το τι σύμφερνε ή δε σύμφερνε στο λαό και στη χώρα. Ο Τρικούπης στα 1882 έστειλε δυο ελληνικά πολεμικά στην Αλεξάνδρεια για να πάρουν μέρος στο βομβαρδισμό της πόλης απ’ τον αγγλικό στόλο που γινόταν για να εξαναγκαστεί η Αίγυπτος να δεχτεί την αγγλική κυριαρχία. Τους κρήτες που κατέφυγαν στην Ελλάδα για να σωθούν, τους αποκαλούσε «ένοπλους συμμορίτες» ο υπουργός των εξωτερικών Λ. Δεληγιώργης.

Άλλη περίπτωση τραγική για το λαό εθνικής προδοσίας που διέπραξε η κυρίαρχη τάξη με το Γλύξμπουργκ επικεφαλής είναι ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 με τα επακόλουθά του. Στα 1893, ο πρωθυπουργός Τρικούπης κήρυξε την οικονομική χρεοκοπία της Ελλάδας. Οι άγγλοι δανειστές, για να εξασφαλίσουν τα τοκομερίδιά τους απ’ τα τοκογλυφικά δάνεια, ζήτησαν να επιβληθεί στην Ελλάδα οικονομικός έλεγχος. Αλλά ο λαός αντιδρούσε και κανένας δεν τολμούσε να δεχθεί τέτοιες αλυσίδες για τη χώρα. Τότε οι άγγλοι με τον Γλύξμπουργκ επωφελήθηκαν απ’ την Κρητική εξέγερση του 1896-’97 και σπρώξαν την Ελλάδα σε ελληνοτουρκικό πόλεμο, όπου η ήττα της Ελλάδας ήταν σίγουρη. Ιδρύθηκε μια εθνική εταιρία, όπου το παλάτι και οι άγγλοι είχαν το δάχτυλό τους και η εταιρία προπαγάνδιζε ανοιχτά τον πόλεμο. Στο αναμεταξύ, το παλάτι, ξέροντας από πριν τι θα γίνει, και πως οι ομολογίες των δανείων, που ήταν πεσμένες ύστερα από τη χρεοκοπία του 1893, θα ανατιμηθούν μετά τον πόλεμο και τη σίγουρη ήττα της Ελλάδας, σπεκουλάριζε άγρια στις μετοχές. Ένας σύγχρονος γράφει πως οι μεσίτες του χρηματιστηρίου ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες των ανακτόρων. Ο πόλεμος κηρύχτηκε και ο διάδοχος Κωνσταντίνος, αρχιστράτηγος, έπαθε πανωλεθρία. Φεύγοντας πανικόβλητος κι αφήνοντας ακαθοδήγητο το στρατό, τηλεγραφούσε: «Δεν ξέρω τι να κάνω» («να πεθάνεις» του απάντησε ένας δημοσιογράφος). Χάρη στην επέμβαση της Ρωσίας, ο τούρκικος στρατός σταμάτησε κοντά στη Λαμία και έγινε ειρήνη. Για να πληρώσει την πολεμική αποζημίωση η Ελλάδα αναγκάστηκε να δανειστεί απ’ τους άγγλους. Αλλά για να της δώσουν δάνειο, επεβλήθηκε ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος που ζητούσαν οι άγγλοι. Τα σχέδιά τους είχαν πραγματοποιηθεί με τη στενή συνεργασία του παλατιού και της αστοτσιφλικάδικης τάξης. Ο Στέφ. Στεφάνου γράφει: «Ο πόλεμος το 1897 ήταν ένας ψευτοπόλεμος που είχε σκοπό να επιβληθεί στην Ελλάδα ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος». Η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από το ζυγό ενός ξένου, εγγλέζικου, κυρίως, ελέγχου που κρατούσε στα χέρια του την οικονομική της κίνηση. Νέοι δασμοί, έξοδα κλπ., θα γίνονταν στο μέλλον με διαταγή της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής. Τα κυριότερα κρατικά έσοδα τα διαχειριζόταν η Διεθνής Επιτροπή (τελωνειακά, μονοπώλια κλπ.). Η Ελλάδα γινότανε και τυπικά εξαρτημένη χώρα όπως η Τουρκία και άλλες χώρες της Μ. Ανατολής. Ο οικονομολόγος Αγγελόπουλος έλεγε στη Βουλή: «Λησμονείτε, κύριοι, ότι πάψαμε πια να είμαστε χώρα ανεξάρτητη. Μας έπιασε το στιβαρό χέρι του Διεθνούς Ελέγχου κατά τον ίδιο τρόπο που άγγλος αστυφύλακας πιάνει απ’ το γιακά έναν μεθυσμένο και τον πάει όπου αυτός θέλει». Στο αναμεταξύ, η πλουτοκρατία με το παλάτι μάζεψε αρκετά κέρδη από τη σπεκουλάτσια με τις ομολογίες. Όλοι, άγγλοι ιμπεριαλιστές και ντόπιοι πράχτορές τους, ήταν ευχαριστημένοι από τη βρώμικη αυτή υπόθεση. Αλλά ο λαός ξεσηκώθηκε, άρπαξε τα όπλα απ’ τα οπλοπωλεία και ζητούσε εκδίκηση. Στις εκκλησίες ανάγκαζαν τους παπάδες να μην ψέλνουνε το πολυχρόνιο και όταν οι παπάδες το ψέλναν, άδειαζε η εκκλησία. Οι άγγλοι στείλαν πολεμικά για να προστατέψουν τον πράχτορά τους βασιλιά. Μα δεν υπήρχε ο ηγέτης για μια αποτελεσματική εξέγερση. Και η αυθόρμητη αγανάχτηση κατακάθισε με τις μανούβρες του πονηρού Γλύξμπουργκ και των ξένων. Σ’ αυτό χρησίμεψε και μια σκηνοθετημένη απόπειρα δολοφονίας του Γλύξμπουργκ από τον Καρδίτση και τον Κυριακό στις αρχές του 1898. Η προβοκάτσια είναι από τα παλιά όπλα των εκμεταλλευτών…

Στα 1909, η αστική τάξη, που στο αναμεταξύ είχε κάπως δυναμώσει, παρ’ όλο το βραχνά της «Μ. Ιδέας» και την ξενική εξάρτηση – γιατί οι νόμοι της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας λειτούργησαν πάνω απ’ τη θέληση των ανθρώπων – πήρε την ηγεσία στο αστοτσιφλικάδικο μπλοκ. Μα δε θέλησε να χρησιμοποιήσει την εξουσία για να λύσει, έστω και μερικά, τα δημοκρατικά προβλήματα που είχε καθήκον να λύσει. Ο εκπρόσωπός της Βενιζέλος συμβιβάστηκε με τους τσιφλικάδες, με τα τζάκια και με το παλάτι. Συνέχισε την πολιτική του ξεπουλήματος στους ξένους, όντας όργανο της Αγγλίας. Με εντολή της Αγγλίας, που ξανάστειλε πολεμικά στο Φάληρο για να προστατέψουν το Γεώργιο, όχι μόνο συμβιβάστηκε με το παλάτι, αλλά και το στήριξε και ξανάβαλε το διάδοχο Κωνσταντίνο στο στρατό απ’ όπου είχε διωχτεί για τα στραπάτσα του. Διατύπωσε και θεωρητικά την πολιτική του ξεπουλήματος της ανεξαρτησίας της χώρας, όταν είπε μέσα στη Βουλή στα 1911: «Η ελευθερία των κρατών και η κυριαρχία τους, εσωτερική και εξωτερική, μπορεί πολύ καλά να περιοριστεί με συνθήκες». Και αυτή τη θεωρία εφάρμοσε σ’ όλη την πολιτική του ζωή αυτός ο πιο γνήσιος εκπρόσωπος της αστικής τάξης. Υπολογίζοντας τις μεγάλες διαφορές χρόνου και τόπου και χωρίς, συνεπώς, διάθεση σύγκρισης που δεν είναι δυνατή, δε μπορεί κανένας, βλέποντας τη στάση της αστικής τάξης στα 1909 και ύστερα, με το Βενιζέλο, να μη θυμηθεί τα λόγια του Μαρξ για την πρωσική αστική τάξη: «Χωρίς να πιστεύει στον εαυτό της, χωρίς να πιστεύει στο λαό, μουγγρίζοντας προς τα πάνω, τρέμοντας προς τα κάτω, εγωιστική και προς τις δυο πλευρές, κι έχοντας συνείδηση του εγωισμού της… χρησιμοποιώντας φράσεις αντί για ιδέες… χωρίς καμιά ενεργητικότητα προς μια οποιαδήποτε κατεύθυνση, κλεψιτυπώντας από παντού πρόστυχη γιατί δεν ήταν πρωτότυπη, πρωτότυπη στην προστυχιά… Ένας αναθεματισμένος γέρος που τον είχαν καταραστεί να άγει και να φέρει τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα ενός ρωμαλέου λαού προς το δικό του το γεροπαραλημένο συμφέρον, χωρίς μάτια, χωρίς αυτιά, χωρίς δόντια, χωρίς τίποτα – έτσι βρέθηκε στο πηδάλιο του πρωσικού κράτους ύστερα απ’ την επανάσταση του Μάρτη, η πρωσική αστική τάξη» (Μαρξ- Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τ.1ος, σ.63, ελλ.έκδοση).

Οι απανωτές προδοσίες που διέπραξε η κυρίαρχη τάξη στα χρόνια 1914-1922 είναι πιο πρόσφατες και πιο γνωστές. Χωρισμένη σε δυο φατρίες, την παλατιανή με τον Κωνσταντίνο όργανο των γερμανών και τη βενιζελική όργανο των άγγλων, η κυρίαρχη τάξη ξευτέλισε τη χώρα, την έριξε σε απερίγραφτες περιπέτειες, πείνες, συμφορές, βοήθησε τους ξένους να καταδυναστέψουν τη χώρα και το λαό, παράδωσε ολόκληρες επαρχίες και σώματα στρατού στους ξένους και, τελικά, με τη μικρασιατική καταστροφή και τα επακόλουθά της, χειροτέρεψε πιο πολύ την ξενική εξάρτηση. Μπροστά στην εξέγερση του λαού και, ιδιαίτερα, των ένοπλων στρατευμένων παιδιών του, η κυρίαρχη τάξη αναγκάστηκε να εκτελέσει το Γούναρη και τους άλλους σαν προδότες. Αλλά ο Βενιζέλος, που προκάλεσε τη μικρασιατική εκστρατεία, μια εκστρατεία καταδικασμένη σε αποτυχία κατά τη γνώμη των στρατιωτικών και, ιδιαίτερα, του στρατάρχη Φος, ο Βενιζέλος έμεινε για να δηλώσει στα 1929 με γράμμα του στον Π. Τσαλδάρη πως δε θεωρεί προδότες το Γούναρη και τους άλλους.

Αποτέλεσμα αυτής της αντεθνικής πολιτικής που ακολούθησε η κυρίαρχη τάξη απ’ το 1821 και δω ήταν αν βρίσκεται η Ελλάδα εξαρτημένο απ’ το ξένο – αγγλικό – κεφάλαιο, να εμποδιστεί η φυσιολογική της οικονομική ανάπτυξη, να διατηρηθούν σοβαρά φεουδαρχικά υπολείμματα και να κρατηθεί ο λαός σε μια φοβερή εξαθλίωση. Η προδοσία της κυρίαρχης τάξης είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Και η αποκορύφωσή της είναι σήμερα το ολοκληρωτικό ξεπούλημα στους ξένους ιμπεριαλιστές, η αμερικάνικη έκδοση της «Μεγάλης Ιδέας» με την παράλληλη τουρκοφιλία με τους μεντερέδες και τιτοφιλία με τους προδότες του Βελιγραδίου και οι πυρετώδικες πολεμικές συνωμοσίες και ετοιμασίες που στρώνουν το δρόμο για έναν ολοκληρωτικό αφανισμό της χώρας και του λαού.

Και η τάξη εκείνη, που σ’ όλη την ιστορία της δεν έχει να επιδείξει τίποτα άλλο από προδοσίες, τολμάει να μιλάει για πατριωτισμό και για εθνικά συμφέροντα. Τόλμησε να δολοφονήσει έναν μεγάλο πατριώτη, το Ν. Μπελογιάννη και τολμάει να προετοιμάζει την εξόντωση 20 χιλιάδων πατριωτών με τη θεωρία πως δεν είναι πολιτικοί κρατούμενοι αλλά εγκληματίες. Καθήκον μας είναι να ξεσκεπάζουμε με τα άφθονα στοιχεία που μας δίνει η νεοελληνική ιστορία την αντεθνική προδοτική πολιτική και πράξη της κυρίαρχης τάξης, να της αφαιρούμε τον «εθνικόφρονα» μανδύα που μ’ αυτόν προσπαθεί να σκεπάσει τις πομπές της. «Η νερομπογιά του μοναρχοφασιστικού ψευτοπατριωτισμού και της εθνικοφροσύνης» – λέει ο σ. Ζαχαριάδης στην εισήγησή του στην 3η ευρεία ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ – «ξεπλένεται αμέσως μόλις έρθει σε επαφή με τα νεοελληνικά πράγματα και γεγονότα… η ντόπια πλουτοκρατία (αστοτσιφλικάδες) ξεπούλησε και ξεπουλά ανεπιφύλαχτα και χοντρικά την εθνική ανεξαρτησία. Πετά στο βούρκο τα εθνικά ιερά των ελλήνων, τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας. Πλουτοκρατία και έθνος αποδείχνονται σήμερα, μέσα απ’ τη ζωή, και περισσότερο απ’ ό,τι χθες, δυο εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες, δυο ολότελα αντίθετα πράγματα» (Η 3η ευρεία ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, σ.38).

Τις μέρες αυτές, με την ευκαιρία της 25 του Μάρτη, η πλουτοκρατία και τα μεγάφωνά της θα ξαναφρεσκάρουν αυτή τη νερομπογιά του ψευτοπατριωτισμού με άδειες φουσκωμένες κουβέντες τραπεζορητόρων. Στηριγμένοι στα αδιαμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα που μας προσφέρει η νεοελληνική ιστορία και στο σημερινό αίσχος της αμερικανοκρατίας, είμαστε σε θέση να δείξουμε όλη αυτή την υποκρισία της εθνικοφροσύνης, της τάξης που από γεννησιμιού της προδίνει, και να δείξουμε πως οι κομμουνιστές συνεχίζουν τις παραδόσεις του λαού, που αυτός στάθηκε, αν και πάντα προδομένος, όπως λέει ο Σολωμός, απ’ την πλουτοκρατία, πιστός στο εθνικό συμφέρον και αντίπαλος των ξένων καταπιεστών. Οι κομμουνιστές στέκονται και σήμερα μπροστάρηδες στον αγώνα για την λευτεριά και την εθνική ανεξαρτησία και κρατάν ψηλά, γερά τη σημαία που τους παράδωσε ο σ. Στάλιν με κείνα τα ιστορικά του λόγια στο 19ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ:

«Τη σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής κυριαρχίας την έχουν πετάξει σαν κάτι το άχρηστο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τη σημαία αυτή θα πρέπει να τη σηκώσετε εσείς, οι εκπρόσωποι των κομμουνιστικών και των δημοκρατικών κομμάτων και να την πάτε μπροστά, αν θέλετε να είστε πατριώτες της χώρας σας, αν θέλετε να γίνετε η καθοδηγητική δύναμη του έθνους. Δεν υπάρχει πια κανένας άλλος για να τη σηκώσει.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέος Κόσμος», τεύχος 3/1953, σ.σ.8-18. Μερικές διορθώσεις σε σημεία στίξεις και κάποιες λέξεις parapoda.

Γ. Νεδέλκου: Πώς τους αφοπλίσαμε

Στο βιβλίο του «Σκιαγράφηση της Εθνικής Αντίστασης στη Φλώρινα»(Αθήνα, 1990), ο Κίτσος Γιαγγιώργος από το αλβανόφωνο χωριό Μπελκαμένη (Δροσοπηγή) γράφει σχετικά (σ.σ.25-26):

«Στις αρχές του 1943, κατά το τέλος Φεβρουαρίου, βγήκαν οι πρώτες ομάδες του ΕΛΑΣ. (σ.parapoda:βλ.εδώ) (…) Η προσπάθεια του Κάλτσεφ να εξοπλίσει σλαβομακεδονικά χωριά δυσκολεύτηκε (…) Η συνεισφορά του γιατρού Γιώργου Νεδέλκου (Μακεδόνα), του Δημάκη (Γκότσε) (σ.parapoda: του γνωστού τιτοϊκού), του Χρήστου Κολέντση (κόκκινος), του Γιάννη Τσιώτσου (Στογιάννη), του Τοπούλκα (Τιτάν) κ.ά., ήταν καθοριστική στον αφοπλισμό και στη ματαίωση των προσπαθειών του Κάλτσεφ να εξοπλίσει όσα περισσότερα χωριά μπορούσε, για να αποτρέψει την εξάπλωση των αντιστασιακών οργανώσεων.

Στην περιοχή της Φλώρινας, εκτός από τρία απομακρυσμένα χωριά, κανένα άλλο χωριό δεν εξοπλίστηκε. Όλα αντιστάθηκαν στις πιέσεις του Κάλτσεφ. Κι όταν το καλοκαίρι του 1944 πίεσαν υπερβολικά την Πάνω Βεύη, οι Βευιώτες εγκατέλειψαν το χωριό και έφυγαν στο βουνό Ράντοσι. Οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν την προσπάθειά τους και δεν τους ενόχλησαν ξανά. Τότε οι κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό τους. Στην περιοχή του Αμυνταίου όμως, τρία χωριά, το Σκλήθρο, ο Αετός και το Βαρυκό, όχι μόνο εξοπλίστηκαν, αλλά κράτησαν τον οπλισμό τους σχεδόν μέχρι που έφυγαν οι Γερμανοί. Ιδιαίτερα στο Σκλήθρο έδωσε μάχη σκληρή ο ΕΛΑΣ για να τους αφοπλίσει.

Το Ξυνό Νερό, το καλοκαίρι του 1944, ακριβώς την ίδια περίοδο που πιέστηκε η Βεύη, πιέστηκε πολύ για να εξοπλιστεί. Ο εξοπλισμός του όμως δεν κράτησε ούτε ένα εικοσιτετράωρο. Ύστερα από συνεννόηση με την οργάνωση και εικονική μάχη με τον ΕΛΑΣ, παρέδωσαν όλο τον οπλισμό. (σ.parapoda:βλ.εδώ) Μετά από αυτές τις αποτυχίες ο Κάλτσεφ παραιτήθηκε των προσπαθειών του.»

***

Στο κατατοπιστικότατο βιβλίο «Η Εθνική Αντίσταση στη Φλώρινα και στην Καστοριά»(εκδόσεις Εντός), ο Θανάσης Ζιώγας γράφει (σ.σ.117, 120-122):

«Ένοπλες συμμορίες του Κάλτσεφ, όπως αυτές του Παντελή Μακρή (Μακριέβσκι) Μπάι Κόλε (Κολονέλος) από την Κοντορόπη (Μεταμόρφωση), του Νασκόπουλου Χρήστου από το Κεφαλάρι, του Δαμιανίδη Λουκά από την Κρανιώνα, του Στογιάννη Βόρι από το Γάβρο, του Καλιμάνη Πασχάλη από το Καλοχώρι, των Λάζο Πέγιο και Λάζο Τερπίνη και άλλων (…) ρίχτηκαν πάνω στον σλαβόφωνο λαό και με τη βία των όπλων, με οικονομικές ευκολύνσεις που υπόσχονταν, την απάτη, τις εκτελέσεις κυρίως στελεχών του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και αγωνιστών που αντιστέκονταν στους σκοπούς τους, τους ανάγκαζαν να πάρει όπλα.(…)

Ο νομάρχης Μπόνης μαζί με τον Κάλτσεφ και αξιωματικούς του Πούλου περιόδευαν στα χωριά του νομού για τον εξοπλισμό του κόσμου. Πάνε πρώτα στη Βεύη, που αριθμούσε 2500 κατοίκους. Ο Μπόνης, ύστερα από ένα πανηγυρικό λόγο υπέρ της χιτλερικής Γερμανίας, κάλεσε τους χωρικούς να πάρουν όπλα, αν θέλουν, από τον Κάλτσεφ ή από τους αξιωματικούς του Πούλου, δείχνοντας το φορτωμένο με όπλα αυτοκίνητο που είχαν μαζί τους. Κανείς δεν πήρε όπλο. Μια μέρα πήγαν ξαφνικά στο Ξυνό Νερό και απειλώντας τους κατοίκους ότι θα τους κλείσουν στα συρματοπλέγματα κατόρθωσαν να εξοπλίσουν γύρω στα 25 άτομα. Οι Ξυνονερίτες όμως ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τα όπλα αυτά κατά του λαού.

Ορισμένα τοπικά στελέχη των πολιτικών κομμάτων, κυρίως του Λαϊκού, όπως ο δικηγόρος Γκέλες Μεν., ο Μάγγος Σταύρος από τη Βεύη και άλλοι τέθηκαν επικεφαλής της κίνησης για την προσάρτηση όλης της Μακεδονίας στη φασιστική Βουλγαρία. (Ο Γκέλες, που είχε καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία λίγο πριν την απελευθέρωση της Φλώρινας από τους κατακτητές, επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα όταν ήταν υπουργός των εσωτερικών στην Ελλάδα ο Τ. Μακρής, φίλος του και συνεργάτης των κατακτητών). (…)

Στην πάλη κατά της βουλγαρικής προπαγάνδας και για τη ματαίωση των σχεδίων του κατακτητή, στη διαφώτιση του σλαβόφωνου στοιχείου και τον αφοπλισμό αυτών που εξοπλίστηκαν, οι οργανώσεις Φλώρινας – Καστοριάς έδωσαν όλο το δυναμικό σε στελέχη, που διέθεταν. Σοβαρή ήταν η προσφορά του τύπου και φυσικά του ΕΛΑΣ. Η δουλειά δύσκολη, βασανιστική, με σκαμπανεβάσματα. Εκείνο που πετυχαίναμε με πολύ κόπο μας το ανέτρεπαν ξένοι παράγοντες. Απαίσιο ρόλο έπαιξε εδώ η αγγλική στρατιωτική αποστολή με τον Έβανς. Είχαμε αφοπλίσει τα χωριά Ανταρτικό, Τρίγωνο δυτικά της Φλώρινας και προς την Καστοριά, τη Χαλάρα, το Μαυρόκαμπο, το Σιδηροχώρι και άλλα που είχαν εξοπλίσει οι Ιταλοί. Προηγούμενα είχαν αφοπλιστεί τα χωριά Ποριά, Κολοκυνθού, Γάβρος και μερικά χωριά της Πρέσπας. Όλη η περιοχή της Πρέσπας, το Βίτσι, όλα τα Κορέστεια ως έξω από την Καστοριά ήταν λεύτερη περιοχή. Ο Έβανς με το σχέδιο «Κιβωτός» απαγόρευε στα τμήματα του ΕΛΑΣ να κινούνται ώστε να συνεχίσουν τον αφοπλισμό το Κομιτάτου, τους στερούσε τον εφοδιασμό που είχαν αναλάβει με την απόφαση του σχεδίου «Κιβωτός». Αποτέλεσμα ήταν να ξαναοπλιστούν ορισμένα σλαβοχώρια και χρειάστηκαν νέες προσπάθειες και σε περιπτώσεις σκληρές μάχες, όπως στην Περικοπή, Πολυκέρασο, Λακκώματα και με αρκετά θύματα για τον αφοπλισμό τους.

Οι συντονισμένες προσπάθειες των οργανώσεων και του ΕΛΑΣ, παραγνωρίζοντας τα κελεύσματα του Εβανς, δεν άργησαν να φέρουν τα αποτελέσματά τους. Στις αρχές του 1944 αρχίζει η επιχείρηση «αφοπλισμός του Κομιτάτου». Τα περισσότερα σλαβοχώρια παράδωσαν τα όπλα τους οικειοθελώς χωρίς καν να τα χρησιμοποιήσουν. Λίγα, όπως αναφέραμε πιο πάνω, που φέραν αντίσταση, αναγκάστηκαν με τη βία των όπλων να παραδοθούν. Στις αρχές του Σεπτέμβρη έπεσε και το τελευταίο προπύργιο του Κάλτσεφ – το Σκλήθρο.

Ο ΕΛΑΣ τιμώρησε παραδειγματικά τους αιματοβαμμένους αρχηγούς του Κομιτάτου και όσους έβαψαν τα χέρια τους με το αίμα των αγωνιστών: Νασκόπουλο Χρήστο, Μπαι Κόλε (Κολονέλο), Μακριέβσκι Παντελή, Σιστοβάρη Νίκο, Σταύρου Τέμο, Μίνο Γιάννη, Δαμιανίδη Λουκά και άλλους που βασάνισαν αγωνιστές, ατίμασαν γυναίκες και κορίτσια, έκαψαν σπίτια και λήστεψαν περιουσίες.

(…) Οι σλαβόφωνοι για πρώτη φορά ένιωσαν τον εαυτό τους νοικοκύρη στον τόπο όπου γεννήθηκαν και ζούσαν αιώνες ολόκληρους. Κατάλαβαν ότι μπήκε τέλος στην ανισότιμη μεταχείρισή τους(σ.parapoda:βλ.εδώ). Δυστυχώς όμως, άλλες ήταν οι βουλές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και άλλα μαγείρευαν οι άσπονδοι «φίλοι» μας, οι Άγγλοι και Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, οι κακοί αυτοί δαίμονες της χώρας μας, μαζί με την ντόπια αντίδραση. Δεν έπαιξε μικρότερο ρόλο και ο σοβινισμός ορισμένων άλλων φίλων «εν όπλοις» που δεν καταλάβαιναν ή δε θέλαν να καταλάβουν τη ζημιά που προξενούσαν».

***

Παρακάτω υπάρχει η μαρτυρία του Γιώργου Νεδέλκου (Μακεδόνα ή Φλωρινιώτη) για τον (ομολογουμένως σχετικά αυθόρμητο) τρόπο με τον οποίο αφοπλίστηκε το χωριό Τρίγωνο (Όστιμα).

***

Γ. Νεδέλκου: Πώς τους αφοπλίσαμε

Με το απόσπασμα «Βίτσι» είχαμε μείνει μερικές μέρες στο Μπούφι. Από εκεί ο Αυγερινός (Γιάννης Παπαδόπουλος απ’ το Αμμοχώρι Φλώρινας), με μια μικρή ομάδα πήγε στον Νέο Καύκασο. Εκεί έμαθε ότι ο πρόεδρος του χωριού είχε μουσαφιραίους δυο γερμανούς από το φυλάκιο. Ήταν βράδυ. Τρώγαν και πίνανε. Βρόντηξε την πόρτα και πρόσταξε με άγρια φωνή: «Άνοιξε, αντάρτες!» Μπήκαν μέσα και ξετρύπωσαν τους γερμανούς κάτω απ’ το κρεβάτι να τρέμουν. Τους αφόπλισαν, πήραν τη θέση τους στο τραπέζι του προέδρου, άφησαν τον πιο ηλικιωμένο εκεί, χωρίς τη στολή και έφεραν τον άλλο. Ο Κεραυνός (Χρήστος..,) είχε πάει αποβραδίς στο χωριό του τις Πάνω Κλεινές, που είναι αμέσως κάτω απ’ το Μπούφι προς τον κάμπο. Την άλλη μέρα το μεσημέρι ήρθε καμαρωτός πάνω σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο των γερμανών που ήταν λάφυρο δικό του μαζί με τον οδηγό. Στο μεσοχώρι μαζεύτηκε πολύς κόσμος, με την ευκαιρία αυτή κάναμε και επιπρόσθετη πολιτική δουλιά.

Από εκεί ανηφορίσαμε για την Πρέσπα και ύστερα από πολύωρη, κοπιαστική πορεία, στα ψηλώματα πατώντας σε χιόνια καταλήξαμε στις Καρυές.

Ήταν Φλεβάρης του 1944. Με τον Αρριανό (Αριστοτέλης Χουτούρας από τη Λευκοθέα Κοζάνης) και μερικούς άλλους μας φιλοξένησε ο γνωστός μας Καζίας Θανάσης που είχε τελειώσει Γυμνάσιο στη Φλώρινα και ήταν με προοδευτικές ιδέες. Είχε διάθεση να μας περιποιηθεί. Μας πρόσφερε και κρασί, έβαλε μπρος το γραμμόφωνο. Προμηνύονταν μια ευχάριστη βραδιά, τόσο σπάνια στην τραχιά αντάρτικη ζωή, μια «όαση». Μόλις στήσαμε το χορό στο ευρύχωρο εκείνο δωμάτιο και να.. ανοίγει ξαφνικά η θύρα και μπαίνει μέσα ένας άγνωστος νεολαίος που μας αποπήρε αμέσως.

-Α, έτσι! λέει. Εσείς εδώ γλεντάτε κι εμάς εκεί μας τρομοκρατούν οι γερμανοί με τους κομιτατζήδες. Τι κάθεστε; ο κόσμος σας περιμένει!

Ήταν οργανωμένος επονίτης απ’ το Τρίγωνο. Στο χωριό του ήταν 25 οπλισμένοι και στο διπλανό χωριό, το Ανταρτικό, άλλοι 50 και δυο φυλάκια γερμανικά. Έλεγχαν όλους τους περαστικούς απ’ τη δημοσιά και συχνά έκαναν ληστρικές επιδρομές στην Πρέσπα ή σε άλλα χωριά. Η κίνηση από εκεί των καθοδηγητών των πολιτικών οργανώσεων ήταν δύσκολη και επικίνδυνη. Ήταν ένα νευραλγικό και δεσπόζον σημείο που το εξουσίαζε ο εχθρός. Ήταν και για μας πρόβλημα που μας απασχολούσε.

Η παρατήρηση του επονίτη ήταν και παρακίνηση. Του ζήτησα μερικές πληροφορίες και τον ρώτησα αν δέχεται να μας οδηγήσει αυτός στο χωριό του. Δέχτηκε. Το σκέφτηκα, το ζύγισα, το αποφάσισα. Εκθέτω το σχέδιο στον Αρριανό (Αριστοτέλη Χουτούρα). Ότι δηλαδή, θα πάω με 5-6 μαχητές του ΕΛΑΣ και θα προσπαθήσω να τους πείσω με πολιτική δουλιά να μας παραδώσουν τα όπλα. Αυτός, με το υπόλοιπο απόσπασμα να μείνει εκεί που ήταν. Αν ακούσουν πυροβολισμούς να τρέξουν σε βοήθεια, αλλιώς να έρθουν το άλλο βράδυ.

Συμφώνησε. Πήρα μαζί μου το οπλοπολυβολητή Πέτρο, ένα ξανθό σωματώδη λεβέντη σλαβομακεδόνα, απ’ το Πολυπόταμο, άλλους 3, επίσης σλαβομακεδόνες και τους δυο σοβιετικούς αξιωματικούς τον Πιότρ και τον Σίμο. Τους πρότεινα νάρθουν εθελοντικά. Όλοι δέχτηκαν. Ήταν μεσάνυχτα. Περπατήσαμε μια ώρα περίπου. Απ’ τον επονίτη ζήτησα να μπούμε στο χωριό χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι τα φυλάκια και να μας οδηγήσει στο σπίτι του αρχηγού των ένοπλων, δηλαδή στον αρχικομιτατζή. Κτυπήσαμε την πόρτα κι έκανα νόημα στον επονίτη να φύγει. Μόλις άνοιξε η πόρτα μπουκάραμε μέσα. Τον αρχικομιτατζή καί την οικογένειά του τους μάσαμε σε ένα δωμάτιο και ύστερα του υπέβαλα όρους:

-Θα καθίσεις φρόνιμα. Εσένα και την οικογένειά σου σας έχουμε στο χέρι. Το χωριό είναι κυκλωμένο. Δεν έχουμε κακό σκοπό. Ήρθαμε να σας γλιτώσουμε από αυτή τη ντροπή να έχετε όπλα απ’ τους γερμανούς ενάντια στ’ αδέλφια σας, Δεν πρόκειται να πειράξουμε κανέναν αν μας τα παραδώσετε με το καλό, Αλλιώς θα σας χτυπήσουμε.

Ταλαντεύτηκε λίγο στην αρχή, ύστερα δέχτηκε.

-Βάλε φυλάκια, του υπαγόρευσα, προς το Ανταρτικό, να μας φυλάξετε από τους γερμανούς και τους εκεί κομιτατζήδες. Κανένας να μην βγει από το χωριό. Αύριο θα μου φέρεις εδώ τον Μπεκιάρη (αρχικομιτατζή του Ανταρτικού) για συνεννόηση.

Την άλλη μέρα, κατά το απόγευμα, ήρθε η αντιπροσωπεία από το Ανταρτικό με τον Μπεκιάρη. Μαζί τους ήταν και ο γνωστός μου Σπύρος Σίμου, τριατατικός στο χωριό του, με σχετική μόρφωση, οπαδός του κόμματος και με μεγάλη επιρροή στους συγχωριανούς του. Τους έκανα μια πολιτική προεργασία, κάνοντας ανασκόπηση της διεθνούς και εσωτερικής κατάστασης, για τις νίκες του Κόκκινου Στρατού, για την αναπόφευχτη ήττα της χιτλερικής Γερμανίας, την απελευθέρωση της Ελλάδας, τους σκοπούς του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, την πολιτική του ΚΚΕ για ισοτιμία των σλαβομακεδόνων και ότι «έχετε πάρει στραβό δρόμο, γίνατε όργανα των καταχτητών και σας δίνουμε την ευκαιρία να μετανοήσετε στην πράξη. Παραδώστε μας τώρα τα όπλα. Δεν έχετε να πάθετε τίποτα αλλιώς θα σας χτυπήσουμε. Είμαστε αποφασισμένοι να τελειώνουμε. Όμως είναι κρίμα να χυθεί αίμα από εσάς ή τις οικογένειές σας» και τους τόνισα ότι τα δυο χωριά είναι κυκλωμένα κλπ.

Ο Μπεκιάρης έφερε μερικές αντιρρήσεις, διατύπωσε μερικές επιφυλάξεις, δέχτηκε πίεση των χωριανών του, ήθελε να ξεμπλέξει με αυτή την υπόθεση αλλά φοβόταν και αντίποινα των γερμανών. Επενέβηκε ο Σπύρος Σίμου και είπε:

-Αυτοί το κατάλαβαν ότι έχουν πάρει στραβό δρόμο. Θέλουν να διορθώσουν το σφάλμα τους. Ήρθαμε να δούμε ποιος μας εγγυάται, ότι αφού παραδώσουν τα όπλα δεν θα τους πειράξει ο ΕΛΑΣ. Σε γνωρίζουμε. Μπορούν να βασίζονται στο λόγο σου. Πρέπει να παραδώσουν τα όπλα.

Ακολούθησε η συζήτηση του πραχτικού μέρους της συγκέντρωσης και παράδοσης του οπλισμού. Ο Μπεκιάρης ζήτησε να κάνουν εικονική μάχη μέσα στο χωριό. Δεν δέχτηκα. Ζήτησα να τα μάσουν, να τα φορτώσουν σε ζώα και να μας τα παραδώσουν στην άκρη του χωριού προς το βουνό. Έτσι και έγινε το βράδυ. Τότε ήρθε και ο Αρριανός με το απόσπασμα. Στείλαμε λίγους αντάρτες μέσα στο χωριό να ρίξουν μερικές ριπές και τουφεκιές για να ακούσουν οι γερμανοί. Εμείς φύγαμε παίρνοντας μαζί μας και όλο τον οπλισμό τους. Ήρθε μαζί μας και ο Μπεκιάρης, πως τάχα τον πήραμε αιχμάλωτο για να μην πειράζουν την οικογένειά του οι γερμανοί. Στο άκουσμα των πυροβολισμών, τρέξαν περίπολοι από ένα φυλάκιο στο άλλο και ώσπου να συνδεθούν αλληλοπυροβολήθηκαν και τραυματίστηκε ένας γερμανός.

Τους πήραμε, λοιπόν τα όπλα, (75) συνολικά, ησύχασαν και αυτοί και τα γύρω χωριά. Άνοιξε ο δρόμος, ανάσανε ο τόπος. Ο πολιτικός αντίκτυπος ήταν φυσικά μεγάλος. Από εκεί πήγαμε στα Κορέστια και συνεχίσαμε και εκεί την «επίθεση αφοπλισμού». Πήραμε τα όπλα απ’ την Χαλάρα, ύστερα από τον Μαυρόκαμπο, αργότερα απ’ το Σιδηροχώρι. Ξεκαθαρίσαμε όλη την περιοχή αφοπλίζοντας τους κομιτατζήδες. Έτσι δώσαμε μια καινούργια ώθηση στην ανάπτυξη του κινήματος Αντίστασης.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», Δεκέμβρης 1984, σ.σ.40-41.

Και ένα γενικότερο σχόλιο:

Η γνώση της τοπικής ιστορίας και ιδιομορφίας κάθε γωνιάς της χώρας μας αποτελεί προϋπόθεση για την εκπόνηση μιας πολιτικής γραμμής που συσπειρώνει κάθε εκμεταλλευόμενο και καταπιεζόμενο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Δ. Μακεδονία αποτελεί μία περιοχή της οποίας η τοπική ιστορία αποτελεί αντικείμενο σπέκουλας. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία των λίγων εκείνων μειονοτικών χωριών που, κατόπιν πιέσεων, εξοπλίστηκαν από τον κατακτητή. Το μεταπολεμικό μοναρχοφασιστικό καθεστώς προπαγάνδισε την ταύτιση συλλήβδην των Σλαβο-Μακεδόνων της Ελλάδας με τους «Σουδήτες», απαιτώντας ως εκ τούτου την εκδίωξή τους από την Ελλάδα (όχι ότι θα ησύχαζε έτσι, αλλά προς όφελος του ιμπεριαλισμού, που θα είχε αυτό το «χαρτί» να βγάζει, ώστε να απαιτεί υποχωρήσεις από την Ελλάδα). Οι σημερινοί υποστηρικτές του ξεχνούν, βέβαια, πως ήταν επί 30 χρόνια και ιδίως επί Μεταξά, που οι μειονοτικοί διώκονταν ανηλεώς και ποικιλοτρόπως για το γεγονός ότι ασκούσαν τα στοιχειωδέστερα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν τις συνέπειες που αναπόφευκτα είχε μια τέτοια προβοκατόρικη πολιτική.

Εντούτοις, η ύπαρξη του ΕΑΜ, που όχι απλά προπαγάνδιζε, αλλά, στις περιοχές που ήλεγχε, έκανε πράξη την ισοτιμία, έσβησε την αναπόφευκτη αρχική καχυποψία έναντι κάθε τι ελληνικού από πλευράς (κάποιων) μειονοτικών, κατέστησε αναποτελεσματική την ιδεολογική δουλειά των βουλγάρων κατακτητών (που δρούσαν στην περιοχή, παρότι δεν την κατείχαν στρατιωτικά), αλλά και μία από τις δύο πτυχές της ιδεολογικής δουλειάς των τιτοϊκών (αφενός, η συμμετοχή τους στον αντιναζιστικό αγώνα βοηθούσε στο τράβηγμα των μειονοτικών στον αγώνα, αφετέρου, οι τιτοϊκοί έκαναν διαβρωτική και ακολούθως διασπαστική εθνικιστική δουλειά).

Προφανώς, λοιπόν, τα κατονομαζόμενα στις παραπάνω μαρτυρίες χωριά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται όπως ένα «παραδοσιακό φασιστοχώρι» της νότιας Ελλάδας, που δεν καταπιεζόταν στα στοιχειώδη και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τη συνεργασία με τον κατακτητή, άσχετα αν η σημερινή πολιτική γεωγραφία μπορεί να λέει άλλα (που οφείλεται στην τρίτη κατά σειρά πίεση, από το μοναρχοφασιστικό και μετεμφυλιακό καθεστώς). Άλλωστε, η ιδεολογική, ως επί το πλείστον, δουλειά του ΕΑΜ, που συνδυαζόταν με την απτή πραγματικότητα, έφερε αποτελέσματα και τελικά, συλλήβδην η μειονότητα βοήθησε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και στη δεύτερη εθνική αντίσταση, το ΔΣΕ. Έτσι κι αλλιώς, χωρίς να ξεχνιέται τίποτα, το σήμερα μετρά: οι ανάγκες των κατοίκων στο σπάσιμο της οικονομικής απομόνωσης και ανέχειας και το σεβασμό των δικαιωμάτων τους. Σε αυτό, για να προσεγγιστεί μια χιλιοκαμμένη κοινότητα, χρειάζεται μια ακόμα πιο λεπτή πολιτική δουλειά.

Ιταλία: Ο αγώνας για τη δημιουργία κομμουνιστικού κόμματος, χτες και σήμερα (+άρθρο Τζ.Μ. Σεράτι: Το καθήκον της παρούσας στιγμής (24/10/1920))

Με αφορμή την 100ή επέτειο, στις 21 Γενάρη 2021, από την ίδρυση του ΚΚ Ιταλίας, παρατίθεται άλλο ένα άρθρο από μια πρωτοβουλία τριών κομμουνιστικών ομάδων για την ανασύσταση του κόμματος αυτού. Η πρωτοβουλία αυτή, σε αντίθεση με άλλες, κινείται στην κατεύθυνση της δημιουργίας πρώτα μιας κομμουνιστικής οργάνωσης, η οποία θα συγκεντρώσει τους ελάχιστους εκείνους όρους για την ίδρυση τέτοιου κόμματος, οι όροι για την οποία είναι σήμερα διαφορετικοί, καθώς δεν έχει να κάνει “απλώς” με μια διάσπαση από κάποιο “ρεφορμιστικό” κόμμα.

Παρατίθεται, επίσης, ένα άρθρο του μαξιμαλιστή γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας, Τζατσίντο Μενότι Σεράτι. Κι αυτό γιατί, ενώ ο δεξιός οπορτουνισμός έχει μελετηθεί και αποκαλυφθεί επαρκώς, είναι εύκολα εντοπίσιμος, δεν συμβαίνει το ίδιο και για τον κεντρισμό, ενώ είναι σχεδόν ανατριχιαστικές οι ομοιότητες με κάποιες σημερινές καταστάσεις (έστω κι αν, αντίθετα με το Σεράτι, μπορεί να μη φτάνουν να μιλούν για “επαναστατική κατάσταση” ή, έστω, άνοδο του λαϊκού κινήματος): αγνόηση της παραμέτρου “χρόνος”, επίκληση της επανάστασης αλλά και απόρριψη της ανάληψης ευθύνης γιατί “στη χρεοκοπία οδήγησε η αστική τάξη” – λες και θα μπορούσε άλλος – “πού να μπλέκουμε” (σχεδόν ταύτισή του “μπλεξίματος” με “αστική διαχείριση”, που λέμε και σήμερα), σχετικοποίηση της επανάστασης (η επαναστατική πράξη τη στιγμή της ανατροπής είναι “ευκολάκι”, σχεδόν τεχνικής φύσης, το σημαντικό είναι να είμαστε έτοιμοι για το μετά) και, στο διά ταύτα, αναβολή της επανάστασης. Και, μέχρι τότε, “συσσώρευση δυνάμεων και προϋποθέσεων”. Όμως, τι να τις κάνει κάποιος τις “δυνάμεις”, που σε καιρούς ανόδου του κινήματος συσσώρευε, για μελλοντική χρήση; Ο ταξικός εχθρός αυτό ήθελε από σένα, σε καιρούς ανόδου του κινήματος να… “συσσωρεύεις” και να κομπάζεις για το πλατύ σου δίκτυο. Μετά, όταν πια δεν σε χρειαζόταν, σου έφερε σιγά-σιγά το φασισμό και σ’ τις διέλυσε. Άσχετα, αν κάποια στιγμή ο Σεράτι, βρήκε “το σωστό δρόμο”, στην ιστορία έμεινε η κεντρίστικη στάση του εκείνες τις ιστορικές στιγμές. Και, στην Ιταλία, τουλάχιστον, υπήρχε ένας πυρήνας ανθρώπων που τράβηξε για τη δημιουργία ενός κόμματος που να επιτελεί το ρόλο του κομμουνιστικού. Αν όμως, στην Ιταλία, παρά την ύπαρξη κομμουνιστικού κόμματος, αυτή η κεντρίστικη στάση πληρώθηκε με 20 χρόνια φασισμού (έστω κι αν δεν ήταν η μοναδική αιτία, ήταν ένας υποκειμενικός λόγος), ας αναλογιστούμε τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, όπου το κενό από την αδυναμία επιτέλεσης από κάποιο κόμμα του ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος, καλύπτεται από διαφόρων ειδών εκτρώματα ή καρικατούρες: μέχρι τη στιγμή που ούτε αυτά να χρειάζονται πια…

***

Ο αγώνας για τη δημιουργία κομμουνιστικού κόμματος, χτες και σήμερα

Η δημιουργία του κομμουνιστικού κόμματος στην Ιταλία πέρασε αρκετές προπαρασκευαστικές φάσεις που οδήγησαν την 21η Γενάρη 1921, στην ίδρυση του Κόμματος στο Θέατρο Σαν Μάρκο του Λιβόρνο.

Τα χρόνια 1919-1929, η πολιτική θέση που εμπόδισε τη δημιουργία του ήταν η κεντρίστικη και οπορτουνιστική θέση του γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Τζατσίντο Μενότι Σεράτι και του μαξιμαλιστικού ρεύματος που αυτός καθοδηγούσε. Η θέση του Σεράτι απείχε πάρα πολύ από την μαρξιστική και επαναστατική θέση του Λένιν αναφορικά με την επαναστατική κατάσταση που υπήρχε στην Ιταλία και την ανάγκη και στη χώρα μας να γεννηθεί, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ένα κομμουνιστικό κόμμα.

«Το καθήκον του Σοσιαλιστικού Κόμματος – έγραφε ο Σεράτι στο περιοδικό του «Κομμουνισμός» (σ.parapoda: δημοσιεύτηκε και στη μιλανέζικη έκδοση του “Avanti” στις 24/10/1920, βλ.παρακάτω) – δεν έγκειται, κατ’ εμέ, τόσο στο να οδηγήσουμε τα πλήθη στο δρόμο, όπως πιστεύουν οι ρομαντικοί των οδοφραγμάτων, όσο το να προετοιμάσουμε όλες τις δυνάμεις του σοσιαλιστικού συστήματος, που είναι απαραίτητες για την εδραίωση του νέου καθεστώτος και να καταστήσουμε εφικτό τον οριστικό του θρίαμβο. (…) Έχουμε ένα πυκνό δίκτυο οργανώσεων, συνδικάτων, συνεταιρισμών. (…) Μπορούμε, χωρίς φόβο ότι υπερβάλλουμε, να ισχυριστούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της Ιταλίας, ότι η εργατική και προλεταριακή Ιταλία, (…) είναι μαζί μας».

Η ανάπτυξη του ΣΚΙ συνοδευόταν από την ανικανότητά του να παίξει το ρόλο του επαναστατικού πολιτικού κόμματος της εργατικής τάξης και με την απόρριψη της εφαρμογής των αποφάσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Σε ένα δριμύ άρθρο, ο Λένιν επέκρινε την ασυνάφεια και τον οπορτουνισμό του φοβούμενου την καταστροφή των συνδικάτων και των συνεταιρισμών Σεράτι, εξηγώντας ότι η επανάσταση δεν μπορεί να προετοιμαστεί όταν υπάρχουν στο κόμμα στοιχεία που τη σαμποτάρουν όπως οι Τουράτι, οι Τρέβες και οι Μοντιλιάνι. Χρειαζόταν να γίνει ένα βήμα προς τα αριστερά, όχι προς τα δεξιά.

Ο Γκράμσι, σε μια συγκέντρωση σοσιαλιστών του Τορίνο που έλαβε χώρα – παρουσία του ίδιου του Σεράτι – το Νοέμβρη του 1920, του είπε με κατηγορηματικό τρόπο: «Η προσχώρηση στην 3η Διεθνή πρέπει να γίνει χωρίς όρους και επιφυλάξεις. Είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός κομμουνιστικού κόμματος που να υπακούει στη διεθνή πειθαρχία. Δεν είναι απαραίτητο να είμαστε πολλοί. 30.000 μέλη του ρωσικού ΚΚ άρκεσαν για να οδηγήσουν στη νίκη την επανάσταση, γιατί εκείνο το κόμμα ήταν συμπαγές, ήξερε τι ήθελε».

Οι καιροί βοηθούσαν προς κάτι τέτοιο. Σε μια συνδιάσκεψη που έλαβε χώρα στο Μιλάνο στις 15 Οκτώβρη 1920, συγκροτήθηκε η κομμουνιστική πτέρυγα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας. Το Μανιφέστο του Μιλάνο υπογράφτηκε από τους Μπορντίγκα, Φορτικιάρι, Μπομπάτσι, Γκράμσι, Μιζιάνο, Πολάνο και Τερατσίνι. Ο Μπορντίγκα ήταν ο κύριος οργανωτής της πτέρυγας, και για αυτό αποκήρυξε την στερεοτυπική αποχή από το κοινοβούλιο, ενώ και ο Γκράμσι ξεπέρασε τις αβεβαιότητες και τις ταλαντεύσεις που προκαλούσε αρχικά ο συμβουλιασμός του.

Στις 28 Νοέμβρη 1920 διεξήχθη στην Ίμολα μια δεύτερη σύνοδος κομμουνιστών, στην οποία συμμετείχαν όχι μόνο οι ομάδες που ήταν συσπειρωμένες στα έντυπα «Το Σοβιέτ» και «Η Νέα Τάξη», αλλά και μία τρίτη ομάδα, που συσπειρωνόταν γύρω από τους Μαραμπίνι και Τζενάριε, στην οποία συμμετείχαν ο συνδικαλιστής στους σιδηροδρόμους Σπάρτακο Λαβανίνι, ο τορναδόρος Ίλιο Μπαρτονίνι κ.ά.

Η Ίμολα συνιστούσε το δεύτερο στάδιο της πορείας που οδήγησε, τελικά, στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Η σύνοδος ενέκρινε ένα τελικό ψήφισμα που εξέφραζε την επιτευχθείσα ενότητα των συμμετεχόντων πάνω στην αναγκαιότητα όχι μόνο να αποβληθούν από το κόμμα ρεφορμιστές όπως οι Τουράτι, Τρέβες και Μοντιλιάνι, αλλά και να προκληθεί μια επαναστατική ρήξη με τον κεντρίστικο οπορτουνισμό της καθοδήγησης Σεράτι. Η σύνοδος εξέλεξε μια Κεντρική Επιτροπή της πτέρυγας, μέλη της οποίας αποτελούσαν οι Μπορντίγκα, Γκράμσι, Τερατσίνι, Μιζιάνο, Μπομπάτσι, οι μιλανέζοι Ρεπόσι και Φορτικιάρι και ο Πολάνο, γραμματέας της Σοσιαλιστικής Νεολαίας.

Το 17ο συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας άρχισε στις 15 Γενάρη 1921 στην πόλη του Λιβόρνο στο Θέατρο Γκολντόνι, με την παρουσία των συντρόφων Καμπακτσίεφ και Ράκοσι εκ μέρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Η συζήτηση, πολύ οξυμένη, διήρκεσε μία εβδομάδα, από τις 15 ως τις 21 Γενάρη. Οι Μπορντίγκα και Τερατσίνι παρουσίασαν μια εισήγηση από την κομμουνιστική πτέρυγα που είχε συσταθεί στην Ίμολα. Ο επίσημος ομιλητής από τους μαξιμαλιστές του Σεράτι ήταν ο Αντέλκι Μπαρατόνο. Η τελική ψηφοφορία για τα τρία ψηφίσματα που κατατέθηκαν ήταν: μαξιμαλιστές – 98.028 ψήφοι· κομμουνιστές 58.703· ρεφορμιστές: 14.695. Ο Σεράτι προτίμησε να συμμαχήσει με τους ρεφορμιστές ενάντια στους κομμουνιστές. Αυτή η επιλογή καθόρισε τη μορφή με την οποία έλαβε χώρα στην Ιταλία η ρήξη με τον ρεφορμισμό: διάσπαση αντί για εκδίωξη. Οι κομμουνιστές εγκατέλειψαν την αίθουσα τραγουδώντας τη Διεθνή και συγκεντρώθηκαν στο Θέατρο Σαν Μάρκο, όπου ανακηρύχτηκε η ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (Τμήματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς). Το Κόμμα ενέκρινε μια προγραμματική διακήρυξη, το καταστατικό και εξέλεξε την Κεντρική Επιτροπή του, της οποίας αποτέλεσαν μέλη οι Μπορντίγκα, Γκριέκο, Παρόντι, Γκράμσι, Τερατσίνι, Τζενάρι, Ρεπόσι, Φορτικιάρι κ.ά.

Επρόκειτο για μια νίκη του πιο πρωτοπόρου και μαχητικού τμήματος της ιταλικής εργατικής τάξης, που πέτυχε την ανεξαρτησία του από την αστική τάξη, μετά την απογοήτευση που προκλήθηκε από την ήττα των καταλήψεων των εργοστασίων.

Σήμερα, η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική από αυτή της Κόκκινης Διετίας, κατά την οποία πλησίαζαν αποφασιστικές μάχες της τάξης για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, υπήρχε ένα σοβιετικό κράτος δικτατορίας του προλεταριάτου και μια Κομμουνιστική Διεθνής: υπήρχαν, εν ολίγοις, εξαιρετικοί παράγοντες οργάνωσης και ώθησης της επανάστασης.

Στη σύνθετη σημερινή πραγματικότητα – που φέρει τα σημάδια της προσωρινής ήττας του σοσιαλισμού, της κρίσης του εργατικού κινήματος και της αστικής επίθεσης – κάποιες πολιτικές οντότητες της χώρας μας (Κομμουνιστικός Συντονισμός Τοσκάνης, Κομμουνιστικός Συντονισμός Λομβαρδίας και Κομμουνιστική Πλατφόρμα – για το Κομμουνιστικό Κόμμα του προλεταριάτου της Ιταλίας) έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν στην διαδικασία ενότητας των κομμουνιστών, έχοντας κατά νου το στόχο της ανασύστασης του Κομμουνιστικού Κόμματος ως οργανωμένου, συνειδητού και πρωτοπόρου αποσπάσματος του προλεταριάτου.

Πάλη για τη συγκρότηση του Κόμματος σημαίνει να δίνει κανείς ζωή σε μία «πτέρυγα», δηλαδή, ένα κέντρο καθοδηγητικό, οργανικό και συγκεντροποιημένο, με τις δικές του πειθαρχημένες διαρθρώσεις, με μορφή κατάλληλη για την υπάρχουσα κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από οργανωτική διάχυση και ιδεολογική σύγχυση.

Μη υπαρχουσών των προϋποθέσεων για μία απόσχιση από ένα ρεφορμιστικό κόμμα, όπως το 1921, και απουσία μιας οργανωμένης πρωτοπορίας του επαναστατικού προλεταριάτου με το οποίο να υπάρξει συνένωση, ο ενοποιητικός και προωθητικός ρόλος της «πτέρυγας» αυτής σήμερα δεν μπορεί παρά να ασκείται από μια ενδιάμεση Κομμουνιστική Οργάνωση που να εργάζεται για τη συγκέντρωση των ελάχιστων προϋποθέσεων που είναι απαραίτητες για την ανασύσταση του κόμματος.

Μια Οργάνωση που να αναπτύσσεται προωθώντας τον αγώνα ενάντια στο θρυμματισμό και τον οπορτουνισμό που τον προκαλεί συνεχώς, ενισχύοντας δεσμούς με το πιο πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης της χώρας μας.

Μια πιο προωθημένη μορφή, που δεν λαμβάνει υπόψη τη σημερινή αδυναμία του κομμουνιστικού κινήματος, θα μετατρεπόταν στη ν-οστή καρικατούρα του Κόμματος: μια μορφή πιο οπισθοδρομική, που θα κατρακυλούσε στον εκλεκτικισμό χωρίς αρχές, θα οδηγούσε στον ν-οστό «Συντονισμό», που δεν θα ήταν σε θέση να προχωρήσει πέρα από την ενότητα δράσης μόνο σε κάποια πεδία πάλης.

Η Κομμουνιστική Οργάνωση είναι, στη σημερινή φάση, το απαραίτητο εργαλείο για τους κομμουνιστές για να συμπήξουν τις τάξεις τους και να διεξάγουν μια συστηματική δουλειά εντός της τάξης των προλεταρίων, συνδέοντας τον επαναστατικό πολιτικό αγώνα με την καθημερινή οικονομική πάλη και συμβάλλοντας στην ενίσχυση εντός των προλεταριακών πρωτοποριών και των πιο πρωτοπόρων στοιχείων των μαζών την πεποίθηση ότι ο μαρξισμός-λενινισμός είναι, από ιδεολογικής και πολιτικής σκοπιάς, ο ασφαλής εκείνος οδηγός που είναι σε θέση να οδηγήσει το προλεταριάτο, μαζί με όλους τους εκμεταλλευόμενους και τους καταπιεζόμενους, στην επαναστατική νίκη ενάντια στην αστική τάξη.

Δεκέμβρης 2020

Η Πολιτική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Συντονισμού Λομβαρδίας

Κομμουνιστικός Συντονισμός Τοσκάνης

Κομμουνιστική Πλατφόρμα – για το Κομμουνιστικό Κόμμα του προλεταριάτου της Ιταλίας

Μετάφραση από τα ιταλικά parapoda. Δημοσιεύτηκε στο piattaformacomunista.com

***

Τζ.Μ. Σεράτι: Το καθήκον της παρούσας στιγμής

Αγαπητοί Σύντροφοι,

Μου ζητάτε να σας πω καθαρά τη γνώμη μου για τη σημερινή πολιτική κατάσταση που να χρησιμεύσει ως οδηγός στις αποφάσεις που ετοιμάζεστε να λάβετε. Δεν σας κρύβω ότι η απάντηση στο ερώτημα μου δημιουργεί κάποια ελαφριά ντροπή, καθώς ποτέ δεν θέλησα να παριστάνω τον αρχηγό, επειδή μου φαινόταν αρκετό να κάνω ταπεινά το καθήκον μου ως αφοσιωμένος οπαδός του κόμματος στο οποίο ανήκω.

Αλλά επειδή σήμερα ακόμα και για τους αφοσιωμένους ακόμα οπαδούς θεωρείται καθήκον να μιλούν καθαρά, αναλαμβάνοντας τις συνεπαγόμενες ευθύνες, απαντώ σύντομα πώς σκέφτομαι.

Η σημερινή κατάσταση είναι, αναμφίβολα, επαναστατική. Η ιταλική αστική τάξη δεν δύναται να σταθεί στην εξουσία. Το κράτος είναι σε αποσύνθεση, οικονομική, πολιτική και ηθικοί. Οι κεφαλαιοκράτες, κατανοώντας την κατάσταση αυτή, εγκαταλείπουν το σκάφος που αρχίζει να μπάζει νερά από όλα τα μέρη. Η αποστολή των ιταλικών κεφαλαίων στο εξωτερικό επιταχύνει τις εξελίξεις. Η εκτίναξη του συναλλάγματος αποτελεί σίγουρο δείκτη αυτού. Η ανησυχία των μαζών, η δυσαρέσκειά τους, η δίψα για να ξεδώσουν, που υπάρχει σε όλους, η αδιαφορία κλπ, είναι όλα αυτά στοιχεία που δείχνουν την κατεύθυνση που έχουμε λάβει ανεξαρτήτως της θέλησής μας.

Σε μια τέτοια κατάσταση, ποιο είναι το καθήκον του κόμματός μας; Να προσπαθήσουμε να δεχτούμε με όλες μας τις δυνάμεις και με πλήρη συνείδηση την κληρονομιά του καταρρέοντος καθεστώτος. Κληρονομιά τρομακτική που πρέπει να την πάρουμε όπως πραγματικά είναι, επειδή στην ιστορία δεν υπάρχει το ευεργέτημα της απογραφής.

Η ιταλική επανάσταση θα διεξαχθεί σε συνθήκες απείρως πιο δύσκολες από τη ρωσική. Χώρα φτωχή, με πληθυσμό πυκνότατο, περιτριγυρισμένη από κοντινότατους εχθρούς, χωρίς δυνατά αμυντικά μέσα, με μια σχετικά πολυάριθμη παρασιτική αστική τάξη, με ένα προλεταριάτο ελάχιστα καλλιεργημένο και πολύ απείθαρχο και με μια θεωρητική προετοιμασία των «ηγετών» του αρκετά ελλιπή, Η Ιταλία δεν έχει κανέναν από τους σχετικά ευνοϊκούς όρους που κατέστησαν εφικτή την εδραίωση της ρωσικής επανάστασης και της επέτρεψαν την επ’ αόριστον αντίσταση. Ωστόσο, πρέπει να δράσουμε. Δεν μπορούμε να μη δράσουμε. Ένα πολιτικό κόμμα, για να ζήσει, θέλει δράση. Και προπαντός πρέπει να δρα όσο πιο μεγάλες είναι οι δυσκολίες που παρεμβάλλονται στο έργο του. Ένα κόμμα πολιτικό, που αποσύρεται από την πάλη, αυτοκτονεί.

Τι πρέπει να κάνουμε; Δεν υπάρχουν παρά δύο καθαροί δρόμοι: ή να ανέβουμε στην εξουσία με τις νόμιμες οδούς ή να κάνουμε την επανάσταση.

Να ανέβουμε, όμως, στην εξουσία για ποιον; Και πώς; Και για να κάνουμε τι; Δεδομένης της κατάστασης χρεοκοπίας, σήμερα, με το να πάρει την πολιτική εξουσία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν θα έκανε τίποτε άλλο παρά να αναλάβει ευθύνες που αναλογούν στην αστική τάξη και, καθώς ο κρατικός μηχανισμός είναι έτσι φτιαγμένος ώστε όταν του δώσετε ένα τμήμα του εαυτού σας, σας αρπάζει όλους, η άνοδος στην εξουσία θα καθιστούσε απαραίτητη τη διατήρηση σε αυτή με τη βία για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων εκείνων που θα τακτοποιούσαν ή θα έδειχναν, τουλάχιστον, ότι τακτοποιούσαν την κατάσταση. Και να, χωρίς να το θέλουμε, θα παίζαμε το παιχνίδι της αστικής τάξης: θα καταστέλλαμε τις εκδηλώσεις ανυπομονησίας των μαζών για να τακτοποιήσουμε – όσο είναι δυνατό – το αστικό καθεστώς. Και να πώς παύει ο αγώνας μας ενάντια στον εχθρό για να αρχίσουμε αυτόν ενάντια στην προλεταριακή τάξη, για την οποία πάντοτε λέγαμε ότι θέλαμε να παλεύουμε και υπερασπιστές των συμφερόντων της λέμε ότι σταθερά είμαστε. Οι σοσιαλιστές που ανεβαίνουν στην εξουσία – πριν την επανάσταση και ενάντια στην επανάσταση – παύουν να είναι σοσιαλιστές και γίνονται συνεργάτες του αστικού καθεστώτος, στη διατήρηση του οποίου αυτοί συμβάλλουν, ακόμα και αν δείχνουν ότι ανησυχούν πάνω από όλα για τη σωτηρία της προλεταριακής τάξης.

Μία μόνο δικαιολογία θα μπορούσε να υπάρχει για την άνοδο στην εξουσία από την πλευρά μας: η φυγή της αστικής τάξης, η εγκατάλειψη εκ μέρους της κάθε προνομίου, η υλοποίηση μιας ειρηνικής επανάστασης όπως αυτή που έλαβε χώρα στην Ουγγαρία. Όμως, πέραν του γεγονός ότι, όπως κι αν είναι σήμερα, η ιταλική αστική τάξη είναι σήμερα σε κατάσταση αρκετά καλύτερη από αυτή που βρισκόταν μετά από την ήττα της η ουγγρική, μου φαίνεται βέβαιο ότι η ιταλική αστική τάξη δεν θα παραχωρούσε τόσο εύκολα την εξουσία της. Και μου επιβεβαιώνει την πεποίθησή μου αυτή το γεγονός ότι η κυβέρνηση εξοπλίζει την χωροφυλακή και ότι οι βιομήχανοι και οι μεγαλοτσιφλικάδες, αν και ηττημένη σε όλα τα πεδία, αναζητούν εκ νέου δρόμους σωτηρίας και νέα μέσα πάλης, βίαια και δόλια. Είμαι, έπειτα, της άποψης ότι μια ειρηνική επανάσταση θα ήταν αρκετά επικίνδυνη για το ιταλικό προλεταριάτο.

Πρέπει λοιπόν να κάνουμε την επανάσταση.

Όμως πρέπει επίσης να συνεννοηθούμε για τη σημασία – προφανώς βολονταριστική – του ρήματος «κάνω». Κάνω την επανάσταση δεν σημαίνει τόσο το να προκαλώ την αποφασιστική βίαιη ενέργεια – η οποία, κατά τη γνώμη μου – δεν είναι παρά μια απαραίτητη συνέπεια μιας ολόκληρης κατάστασης και επέρχεται από μόνη της σχεδόν μοιραία – όσο η προετοιμασία των στοιχείων που θα μας δώσουν τη δυνατότητα να επωφεληθούμε, όπως το Κόμμα, από αυτή την αναπόφευκτη ενέργεια και να επιφέρουμε όλες τις σοσιαλιστικές συνέπειές της που μας επιτρέπουν οι καιροί και το περιβάλλον. Κάνω την επανάσταση σημαίνει – κατά την άποψή μου – επωφελούμαι από όλα τα στοιχεία που η κατάσταση θέτει φυσιολογικά στη διάθεσή μας για να ωθήσουμε τις εξελίξεις προς τα εκεί που θέλουμε. Με άλλα λόγια: δεν είμαστε εμείς αυτοί που κάνουμε την επανάσταση, ή, για την ακρίβεια, που υλοποιούμε την αποφασιστική ενέργεια της επανάστασης, αυτή που διαλύει βίαια το δεσμό ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον: είμαστε εμείς αυτοί που, έχοντας συνείδηση αυτής της νέας δύναμης που δημιουργείται στις ηθελημένες συνθήκες, αποπειρώμαστε να τις αξιοποιήσουμε για να φέρουμε τα αποτελέσματα που θέλουμε σύμφωνα με την ιδεολογία μας.

Το καθήκον του Σοσιαλιστικού Κόμματος δεν έγκειται, λοιπόν, κατ’ εμέ, τόσο στο να οδηγήσουμε τα πλήθη στο δρόμο, όπως πιστεύουν οι ρομαντικοί των οδοφραγμάτων, όσο το να προετοιμάσουμε όλες τις δυνάμεις του σοσιαλιστικού συστήματος, που είναι απαραίτητες για την εδραίωση του νέου καθεστώτος και να καταστήσουμε εφικτό τον οριστικό του θρίαμβο.

Σε αυτό το έργο “ενίσχυσης” της επανάστασης, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας είναι ίσως το πιο προετοιμασμένο. Έχουμε ένα πυκνό δίκτυο οργανώσεων, συνδικάτων, συνεταιρισμών. Έχουμε στα χέρια μας – και αυτές τις μέρες κατακτούμε κατά εκατοντάδες – όχι λίγους δήμους, ενώ οι νέοι οργανισμοί των εργοστασιακών συμβουλίων προχωρούν αναπτυσσόμενοι αργά. Μπορούμε, χωρίς φόβο ότι υπερβάλλουμε, να ισχυριστούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της Ιταλίας, ότι η εργατική και προλεταριακή Ιταλία, η εξελιγμένη Ιταλία είναι μαζί μας. Όποιος πραγματικά θέλει την επανάσταση, δεν μπορεί να παραβλέψει αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να κάνει πως ξεχνά την αναγκαιότητα της ανασυγκρότησης γιατί έχει μόνο κατά νου το μηχανικό, ή αναπόφευκτα αυθόρμητο, γεγονός της βίαιης και αποφασιστικής ενέργειας.

Να γιατί εγώ δεν υποστηρίζω μια συμμαχία με τα αναρχικά και συνδικαλιστικά στοιχεία – με τα οποία, ωστόσο, αισθάνομαι ότι πρέπει να βρεθούμε ενωμένοι σε μια ορισμένη και αποφασιστική στιγμή, και να γιατί πιστεύω, αντίθετα, ότι είναι απολύτως απαραίτητη η διατήρηση της ενότητας του Κόμματός μας με όλα τα τα όργανα άμυνας, επίθεσης, εμπροσθοφυλακής και οπισθοφυλακής. Θεωρώ λοιπόν, την ενότητα του Κόμματος όχι ως ένα στοιχείο εκλογικού συντηρητισμού, αλλά μια δύναμη απαραίτητη για την επανάσταση, η οποία – δυσκολότατα σε όλες τις χώρες, ακόμα πιο δύσκολα στη χώρα μας – πρέπει να μπορεί να αξιοποιεί τουλάχιστον όλα τα ενεργά στοιχεία για το θρίαμβό μας.

Αυτό είναι το κεντρικό σημείο της σκέψης μου. Πρέπει να προσθέσω ότι, φυσικά, είμαι υποστηρικτής της προσχώρησης του ενωμένου κόμματός μας στην Τρίτη Διεθνή, της οποίας τις κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να ακολουθούμε και από την οποία πρέπει να απαιτήσουμε να μας αναγνωριστεί σχετική αυτονομία που μπορεί να επιτραπεί σε όποιον καλύτερα από άλλους γνωρίζει περιβάλλοντα, πράγματα και ανθρώπους. Δεν ανήκω σε αυτούς που λένε ότι ένα επαναστατικό κίνημα πρέπει να γίνει ταυτόχρονα σε κάθε χώρα, επικαλούμενοι ένα καθήκον αμοιβαιότητας, που μπορεί ίσως να ανταποκρίνεται ίσως σε ένα ηθικό κριτήριο, αλλά είναι εντελώς εκτός ιστορίας και ζωής. Όμως ακριβώς επειδή δεν μπορεί να υπάρχει εκ των προτέρων συμφωνία στην διατύπωση του συνθήματος για επανάσταση, το οποίο πρέπει απαραίτητα να εξαρτάται από τις αναγκαιότητες ιδιαίτερων ιστορικών και ψυχολογικών συνθηκών, μου φαίνεται ότι τα διάφορα κόμματα της Διεθνούς πρέπει να έχουν μια σχετική αυτονομία κίνησης, δηλαδή, εκείνη την αυτονομία που πηγάζει από τις διαφορετικές συνθήκες, προφανώς μόνο τις αξιοποιήσιμες από εκείνον που ζει και δρα εντός αυτών.

Συμπερασματικά: 1) δεν είναι εφικτή κάποια συνεργασία με την αστική τάξη γιατί, ενώ δεν θα διέσωζε τη χώρα, θα έκανε εμάς να χαθούμε· 2) η κατάσταση είναι επαναστατική· 3) εμείς δεν μπορούμε να μην εργαζόμαστε εντός αυτής· 4) για να αποφέρει η επανάσταση καρπούς πρέπει εμείς να πάμε σε αυτή με όλες μας τις δυνάμεις· 5) επομένως, ενότητα του Κόμματος με αποκλεισμό εκείνων μόνο των στοιχείων που, κηρύττοντας ή κάνοντας πράξη την ταξική συνεργασία, δεν έχουν από μόνα τους τεθεί εκτός του κινήματός μας· 6) προετοιμασία όλων των οργανώσεών μας για την ανάληψη της εξουσίας μετά την αποφασιστική ενέργεια· 7) προσχώρηση στην Τρίτη Διεθνή· 8) συγκέντρωση της εξουσίας του κόμματος, πειθάρχηση όλων των δυνάμεών του· 9) σχετικά αυτόνομη δράση έναντι του διεθνούς κινήματος, ώστε να μπορούμε καλύτερα να εκπληρώνουμε το επαναστατικό μας καθήκον.

Να, λοιπόν, σύντροφοι, η άποψή μου, την οποία προσπάθησα να αποκρυσταλλώσω και να κάνω όσο πιο πολύ ξεκάθαρη.

Μετάφραση από τα ιταλικά parapoda. Δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, στη μιλανέζικη έκδοση της εφημερίδας “Avanti”, έτος 24, φ. 256, Κυριακή 24 Οκτώβρη 1920, σ.2. Στην καθαρεύουσα, υπάρχει και στον “Ριζοσπάστη”, στο εκλογικό φύλλο της 1ης Νοέμβρη 1920, σ.2.

Βλ. επίσης

Ιταλία: Για την ανασύσταση του κομμουνιστικού κόμματος – “Βαρύγδουπες διακηρύξεις” ή υλοποίηση καθηκόντων για το σήμερα;

Ιταλία: Για την υπόθεση της ανασύστασης του κομμουνιστικού κόμματος

Ο σχηματισμός μιας καθοδηγητικής ομάδας και ο ρόλος της κατά την περίοδο ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κόμματος

Ο αποφασιστικός ρόλος μιας καθοδηγητικής ομάδας στη διαδικασία ίδρυσης και οικοδόμησης του κομμουνιστικού κόμματος