Η διδασκαλια του Καρλ Μαρξ για την υπεραξια

Η διδασκαλία του Καρλ Μαρξ για την υπεραξία

σημείωση: Το κειμενο το ‘χει γραψει ο πολιτικος προσφυγας Γιωργος Πολυμεριδης, και υπάρχει στο περιοδικο των πολιτικων προσφυγων «ενημερωτικο δελτιο»(οργανο της Πανελληνιας Ενωσης Επαναπατρισθεντων Πολιτικων Προσφυγων),Αριθμος Φυλλου 111. Δακτυλογραφήθηκε και δημοσιεύτηκε στο Athens Indymedia https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=245656 στις 19/7/2004.

Ο σκοπός του καπιταλιστή δεν είναι η παραγωγή αξίας χρήσης , αλλά η αξία και η υπεραξία.
Βέβαια, ενδιαφέρεται και για την αξία χρήσης, αλλά μόνο ως φορέα της αξίας και της υπεραξίας. Γιατί ο σκοπός του καπιταλιστή δεν είναι η ικανοποίηση των αναγκών της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων, αλλά η αποκόμιση της υπεραξίας. Και το εύλογο ερώτημα είναι: πώς γίνεται η παραγωγή της υπεραξίας και γιατί την ιδιοποιείται ο καπιταλιστής?
Τι είναι εργατική δύναμη;
Όταν λέμε εργατική δύναμη (ΕΔ) ή ικανότητα για εργασία εννοούμε το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στη ζωντανή προσωπικότητα ενός ανθρώπου και που τις βάζει σε κίνηση κάθε φορά που παράγει οποιουδήποτε είδους αξίες χρήσης.
Η ΕΔ υπήρχε και θα υπάρχει, όσο καιρό θα υπάρχουν άνθρωποι. Εμπόρευμα, όμως, η ΕΔ γίνεται μόνο στον καπιταλισμό. Για να βρει, όμως ο κάτοχος του χρήματος την ΕΔ σαν εμπόρευμα στην αγορά πρέπει να έχουν εκπληρωθεί διάφοροι όροι: α) Η ατομική ελευθερία του εργάτη είναι ο πρώτος όρος για την εμφάνιση της ΕΔ σαν εμπόρευμα στην αγορά. β) Ο δεύτερος όρος είναι το να μην έχει ο προσωπικά ελεύθερος άνθρωπος δικά του μέσα παραγωγής, συνεπώς και μέσα συντήρησης. Αυτό, τον αναγκάζει να πουλάει το μοναδικό του εμπόρευμα – την εργατική του δύναμη. Οι προσωπικά ελεύθεροι εργάτες με τη διπλή έννοια, παραγωγής, όπως οι δούλοι, οι δουλοπάροικοι κλπ. και με την έννοια πως ούτε σ’ αυτούς ανήκουν τα μέσα παραγωγής, όπως γίνεται λ.χ. στους αγρότες, που διαχειρίζονται μόνοι το νοικοκυριό τους κλπ. απεναντίας, είναι ελεύθεροι, απαλλαγμένοι απ’ αυτά, τα στερούνται». 1
Όπως κάθε εμπόρευμα, έτσι και η εργατική δύναμη έχει δύο βασικές ιδιότητες: είναι αξία και αξία χρήσης, γιατί στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι εμπόρευμα.

α) Η αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη καθορίζεται από το χρόνο εργασίας, που είναι κοινωνικά αναγκαίος για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της. Η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης συνίσταται στην αποκατάσταση της ενέργειας, που ξόδεψε ο εργάτης. Για να το πετύχει αυτό ο εργάτης πρέπει να φάει, να πιει, να ντυθεί, να αναπαυθεί, να έχει κατοικία κλπ. Οι φορείς της εργατικής δύναμης, δηλαδή οι εργάτες, είναι θνητοί, όπως όλοι οι άνθρωποι. Τη θέση των εργατών, που έγιναν ανίκανοι για εργασία πρέπει να την καταλάβουν άλλοι, κυρίως η νέα γενιά του προλεταριάτου.
Συνεπώς, η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των μέσων ύπαρξης, που είναι αναγκαία για τη
συντήρηση του ίδιου του εργάτη και των μελών της οικογένειάς του.
β) Εκτός από την αξία, η εργατική δύναμη έχει και αξία χρήσης. Η αξία χρήσης του εμπορεύματος εργατική δύναμη, συνίσταται στην ικανότητά της να δημιουργεί αξία και μάλιστα αξία μεγαλύτερη από αυτή που έχει η ίδια η εργατική δύναμη. Η ιδιότητα αυτή αποτελεί την κύρια ιδιομορφία του εμπορεύματος εργατική δύναμη, το κλειδί για την κατανόηση της ουσίας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Ο καπιταλιστής, αφού αγόρασε την εργατική δύναμη και τα μέσα παραγωγής, οργανώνει και κάτω από τον έλεγχό του πραγματοποιείται η παραγωγή των εμπορευμάτων.
Το προτσές της εργασίας στην καπιταλιστική επιχείρηση έχει διπλό χαρακτήρα. Από τη μία μεριά, είναι προτσές δημιουργίας αξιών χρήσης – υφάσματα, παπούτσια, ρούχα, ψωμί, μηχανές κλπ. Από την άλλη μεριά είναι προτσές δημιουργίας αξιών. Ακριβώς αυτό το τελευταίο προτσές ενδιαφέρει περισσότερο τον καπιταλιστή, γιατί στην αξία των νέων εμπορευμάτων, που δημιουργείται με την εργασία των μισθωτών εργατών, υπάρχει, εκτός από την αξία της εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής κι ένα πρόσθετο μέρος αξίας, που το ιδιοποιείται δωρεάν ο καπιταλιστής. Αυτό ακριβώς το μέρος της αξίας, που δημιουργείται από την εργασία των μισθωτών εργατών, αλλά δεν πληρώνεται από τον καπιταλιστή, είναι η υπεραξία.
Η υπεραξία δημιουργείται μόνο στην παραγωγή, στο προτσές της εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο. Πώς γίνεται αυτό; Ας υποθέσουμε πως μίας ώρας απλή εργασία δημιουργεί αξία ίση προς 2 $, ενώ η ημερήσια αξία της εργατικής δύναμης είναι ίση με 8 $. Στην περίπτωση αυτή ο εργάτης, για να αναπληρώσει την ημερήσια αξία της εργατικής του δύναμης, πρέπει να εργαστεί 4 ώρες. Ο κεφαλαιοκράτης όμως έχει αγοράσει την εργατική δύναμη για ολόκληρη την ημέρα, και υποχρεώνει τον προλετάριο να εργαστεί όχι 4 ώρες, αλλά ολόκληρη την εργάσιμη ημέρα, που διαρκεί, ας υποθέσουμε, 8 ώρες. Στη διάρκεια αυτών των 8 ωρών ο εργάτης δημιουργεί αξία ίση με 16 $, ενώ η αξία της εργατικής δύναμης είναι ίση με 8 $. Γι’ αυτό στην καπιταλιστική επιχείρηση η εργάσιμη ημέρα διαιρείται σε δύο μέρη: στον αναγκαίο χρόνο εργασίας, στη διάρκεια του οποίου αναπαράγεται η αξία της εργατικής του δύναμης, και στον πρόσθετο χρόνο εργασίας, στην διάρκεια του οποίου δημιουργείται η υπεραξία.
Παραδείγματος χάρη, η παραγωγή του εμπορεύματος «Α», μπορεί να παρασταθεί ως εξής:(βλ.εικονα)

Όπως φαίνεται, για το 8ωρο ο εργάτης παράγει αξία 60 δολαρίων, από τα οποία:
– Τα 44 $ είναι η αξία του σταθερού κεφαλαίου που καταναλώνεται με τη μορφή των μέσων παραγωγής
– και τα 8 $ είναι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου, που καταναλώθηκε για την αγορά της εργατικής δύναμης του εργάτη, με τη μορφή του μισθού εργασίας.
Το κεφάλαιο, που επενδύει ο καπιταλιστής για την αγορά των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης αποτελούν τα καπιταλιστικά έξοδα παραγωγής, τα οποία, στο παράδειγμά μας, ανέρχονται στα 52 $. Η διαφορά ανάμεσα στη συνολική αξία του εμπορεύματος και τα καπιταλιστικά έξοδα παραγωγής αποτελεί την υπεραξία, που δημιούργησε ο εργάτης στη διάρκεια του πρόσθετου χρόνου εργασίας του. (60 – 52 = 8 $).
Ακριβώς σ’ αυτή τη δωρεάν ιδιοποίηση από τον καπιταλιστή του προϊόντος της απλήρωτης εργασίας του εργάτη συνίσταται η ουσία και το περιεχόμενο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Η παραγωγή της υπεραξίας και η ιδιοποίηση της από τους καπιταλιστές είναι ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού.

marx1
Το ποσοστό υπεραξίας
Η σύγκριση της υπεραξίας με την πηγή της – το μεταβλητό κεφάλαιο – εκφράζει το ποσοστό της υπεραξίας. Το ποσοστό της υπεραξίας παριστάνεται με το «ύ» και εκφράζεται σε ποσοστά. Ο τύπος του είναι: υ’ = (υ/μ) 1 00%.
Από το προηγούμενο παράδειγμά μας φαίνεται ότι η ημερήσια αξία της εργατικής δύναμης ήταν 8 $ και η υπεραξία, επίσης ήταν 8 $. Αν εκφράσουμε στην παραπάνω φόρμουλα τα μεγέθη αυτά θα έχουμε: υ’ = (υ/μ) 100% = (8/8) 100%=100%.
Το ποσοστό της υπεραξίας εκφράζει με ακρίβεια το βαθμό εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Στην εποχή του Κ. Μαρξ το ποσοστό της υπεραξίας ήταν 100%, σήμερα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι γύρω στα 200 – 300 %.
Στη χώρα μας ο μέσος βαθμός εκμετάλλευσης του εργάτη από τον καπιταλιστή στη βιομηχανία από 156% το 1960, και 171% το 1970, έφτασε στο 179% το 1981.
Δύο τρόποι αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης
Κάθε καπιταλιστής προσπαθεί με κάθε τρόπο ν’ αυξήσει την υπεραξία, που απομυζεί από τον εργάτη. Η αύξηση της υπεραξίας πετυχαίνεται με δύο βασικούς τρόπους: με την παραγωγή της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας.
Ας πάρουμε για παράδειγμα μία εργάσιμη ημέρα διάρκειας 10 ωρών, από τις οποίες οι 5 ώρες αποτελούν τον αναγκαίο χρόνο εργασίας και οι άλλες 5 ώρες τον πρόσθετο χρόνο εργασίας.
Το ποσοστό της υπεραξίας θα είναι υ’=5 ώρες /5 ώρες -1 00= 100%
Ο πρώτος τρόπος αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης του εργάτη συνίσταται στο ότι ο καπιταλιστής μεγαλώνει την υπεραξία, παρατείνοντας την όλη εργάσιμη ημέρα, π.χ. κατά 2 ώρες.
Με την παράταση της εργάσιμης ημέρας το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνεται:
υ’ =7 ώρες / 5 ώρες -100 = 140%
Το μέγεθος του πρόσθετου χρόνου εργασίας αυξήθηκε επειδή παρατάθηκε απόλυτα η εργάσιμη ημέρα σαν σύνολο, ενώ ο αναγκαίος χρόνος εργασίας έμεινε αμετάβλητος. Η υπεραξία που παράγεται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας ονομάζεται απόλυτη υπεραξία.
Οι βασικές μέθοδες αύξησης της απόλυτης υπεραξίας είναι: α) Η επέκταση της εργάσιμης ημέρας και β) η αύξηση της εντατικότητας της εργασίας.
Στην περίοδο 1958 – 1981 στην βιομηχανία μεταποίησης της Ελλάδας ο αναγκαίος χρόνος εργασίας ήταν 3,2 ώρες και ο πρόσθετος 4,8 ώρες.
Ο δεύτερος τρόπος αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης του εργάτη συνίσταται στο ότι, ενώ μένει αμετάβλητη η συνολική διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, η υπεραξία που παίρνει ο καπιταλιστής αυξάνει επειδή περιορίζεται ο αναγκαίος χρόνος εργασίας και ταυτόχρονα αυξάνεται ο πρόσθετος χρόνος εργασίας. Αυτό απλά σημαίνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στους κλάδους που παράγουν τα είδη κατανάλωσης των εργατών, καθώς και στους κλάδους που προμηθεύουν τα εργαλεία και τις πρώτες ύλες για την παραγωγή αυτών των ειδών κατανάλωσης περιορίζει το χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή τους. Σαν συνέπεια ελαττώνεται η αξία των μέσων συντήρησης των εργατών και μειώνεται αντίστοιχα η αξία της εργατικής δύναμης. Αν προηγούμενα για την παραγωγή των μέσων συντήρησης του εργάτη ξοδεύονταν 5 ώρες, τώρα ξοδεύονται π.χ. μόνο 4 ώρες.
Στην περίπτωση αυτή το ποσοστό της υπεραξίας θα είναι: υ’ =6 ώρες / 4 ώρες – 100 = 150%
Το χαρακτηριστικό εδώ είναι ότι, ενώ η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας έμεινε αμετάβλητη, το μέγεθος του πρόσθετου χρόνου εργασίας μεγάλωσε, επειδή άλλαξε η σχέση, η αναλογία ανάμεσα στον αναγκαίο και στον πρόσθετο χρόνο εργασίας. Η υπεραξία που προέρχεται από την ελάττωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας και από την αντίστοιχη αύξηση του πρόσθετου χρόνου εργασίας ονομάζεται σχετική υπεραξία.
Οι δύο αυτοί τρόποι αύξησης της υπεραξίας παίζουν διαφορετικό ρόλο στις διάφορες βαθμίδες της ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στην περίοδο της μανιφακτούρας, όπου η τεχνική βρισκόταν σε χαμηλό επίπεδο και αναπτύσσονταν σχετικά αργά, την κυριότερη σημασία την είχε η αύξηση της απόλυτης υπεραξίας, η οποία επιτυγχάνονταν: α) με την παράταση της εργάσιμης ημέρας και β) με την αύξηση της εντατικότητας της εργασίας.
Ο τρόπος αυτός χρησιμοποιείται και στις σύγχρονες συνθήκες του καπιταλισμού. Ή εκδηλώνεται με την μορφή
των υπερωριών. Με την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το πέρασμα στη μηχανική περίοδο, που επιτρέπει την γρήγορη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, οι καπιταλιστές πετυχαίνουν τεράστια ένταση
του βαθμού εκμετάλλευσης των εργατών προπαντός με την
αύξηση της σχετικής υπεραξίας. η βασική μέθοδος αύξησης της σχετικής υπεραξίας είναι η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας.
Η σημασία της θεωρίας για την υπεραξία
Ο Κ. Μαρξ στο Κεφάλαιο ερεύνησε την οικονομική διάρθρωση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αποκάλυψε τις σχέσεις που διέπουν τις δύο κύριες τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτές οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από την εκμετάλλευση και την κοινωνική καταπίεση της εργατικής τάξης από την αστική τάξη. Από το γεγονός αυτό απορρέουν οι ανταγωνιστικές ταξικές αντιθέσεις της καπιταλιστική ς κοινωνίας και η ταξική πάλη. Τη βάση αυτών των ανταγωνιστικών σχέσεων την αποτελεί η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.
Με τη θεωρία της υπεραξίας ο Κ. Μαρξ ανάλυσε επιστημονικά για πρώτη φορά την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από την αστική τάξη. Απόδειξη γι’ αυτό είναι το γεγονός ότι η ύπαρξη και η αύξηση του κεφαλαίου είναι δυνατές μόνο στη βάση της εκμετάλλευσης των εργατών, ότι το κεφάλαιο και η υπεραξία, που προέρχεται από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, είναι μεταξύ τους αχώριστα συνδεδεμένα. Ο Μαρξ στο νόμο της υπεραξίας ανακάλυψε «τον οικονομικό νόμο κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας», τον βασικό οικονομικό νόμο του καπιταλισμού.
Η θεωρία της υπεραξίας δίνει το κλειδί, ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να εξαλείψει την εκμετάλλευση στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η θεωρία της υπεραξίας αποδεικνύει την αναγκαιότητα της ενιαίας οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής πάλης. Η θεωρία της υπεραξίας θεμελιώνει την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, σαν δημιουργό της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής κοινωνίας. Ο Λένιν χαρακτήρισε τη διδασκαλία της υπεραξίας σαν «τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής θεωρίας του Μαρξ».2
1. Κ. Μαρξ. Το Κεφάλαιο, τόμος 1, σελ. 739.
2. Β. ι. Λένιν, άπαντα, τόμος 23, σελ. 46.

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: